Paulus & Nagar, ENVIRONMENTAL INFLUNCES ON SOCIAL INTERACTION AND GROUP DEVELOPMENT - H επίδραση του χώρου στο σχηματισμό ομάδων

 



Paul B. Paulus & Dinesh Nagar, Environmental Influences  on Social Interaction and Group Development

 

 

ENVIRONMENTAL INFLUENCES on Social Interaction and Group Development

Paul B. Paulus and Dinesh Nagar

 

 

[ Παρουσιάζεται μεταφρασμένο τμήμα από το άρθρο-κεφάλαιο των Paul B. Paulus και Dinesh Nagar με τίτλο «Περιβαλλοντικές επιδράσεις στην κοινωνική αλληλεπίδραση και την ανάπτυξη ομάδων»

  Το συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι το τρίτο από τον συλλογικό τόμο “Group Processes and Intergroup Relations”, που έχει επιμεληθεί ο Clyde Hendrick, Sage Publications, Newbury Park, California, 1987.

  Προτάχθηκε το προλογικό σημείωμα του επιμελητή του τόμου Clyde Hendrick, που αφορά το συγκεκριμένο κεφάλαιο των Paulus και Nagar. Κατόπιν έπεται η μετάφραση του αρχικού εισαγωγικού μέρους του κεφαλαίου που προβαίνει σε επισκόπηση της γραμματείας στην ψυχολογία πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Το εισαγωγικό μέρος εκτός από τις θετικές επιπτώσεις του περιβάλλοντος (φυσικού και τεχνητού, π.χ. οικοδομήματα, διάταξη χώρων, κλπ) πάνω στην ομαδική αλληλεπίδραση, συνεχίζει και με την παράθεση των ερευνών που σχετίζονται με τις αρνητικές επιπτώσεις του περιβάλλοντος και της δόμησης και διαμόρφωσης των χώρων ως προς τον σχηματισμό των ομάδων και την μείωση ή αποφυγή της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Εδώ παρουσιάζεται μόνον το πρώτο μέρος της εισαγωγής, εκείνο δηλαδή που αφορά τις θετικές επιδράσεις. ]

 

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ στην Κοινωνική Αλληλεπίδραση και την Ομαδική Ανάπτυξη

Paul B. Paulus και Dinesh Nagar

 

 

 

 

Εισαγωγικό σχόλιο από τον επιμελητή του τόμου

    Το κεφάλαιο 3, από τους Paulus και Nagar [:  Paul B.  Paulus & Dinesh Nagar, «Περιβαλλοντικές επιδράσεις στην κοινωνική αλληλεπίδραση και τον σχηματισμό ομάδων»], του παρόντος τόμου εξετάζει τις επιπτώσεις του περιβάλλοντος στην κοινωνική αλληλεπίδραση και την ανάπτυξη ομάδων. Το κεφάλαιο είναι μια καλή ανασκόπηση της περιβαλλοντικής ψυχολογίας, καθώς σχετίζεται με την κοινωνική αλληλεπίδραση.

   Οι συγγραφείς (Paulus και Nagar) σημειώνουν ότι οι περιβαλλοντικές μεταβλητές μπορούν να προωθήσουν την «ομαδική συνοχή» και την αίσθηση της κοινότητας, καθώς και τις αρνητικές ομαδικές αλληλεπιδράσεις και την κοινωνική αποφυγή.

   Οι συγγραφείς προτείνουν ένα «μοντέλο συναλλαγής» [transactional model] του ατόμου/περιβάλλοντος που το θεωρούν πιο χρήσιμο από ένα διαδραστικό μοντέλο [interactive model]. Το «μοντέλο συναλλαγών» [transactional model] εγείρει πολλά ενδιαφέροντα ερωτήματα: 

/-Πώς τα άτομα επιλέγουν τα περιβάλλοντα;

/-Πώς αλληλεπιδρούν τα άτομα και πώς αλλάζουν το περιβάλλον τους;

/-Πώς η αλλαγή ενός περιβάλλοντος επηρεάζει και πιθανόν αλλάζει το άτομο;

/-Γιατί ορισμένα άτομα μένουν σε ένα δεδομένο περιβάλλον ενώ άλλα βγαίνουν από αυτό;

    Αυτές οι ερωτήσεις αντιπροσωπεύουν μόνο ένα δείγμα, αλλά αρκούν για να δείξουν τη γονιμότητα της «προοπτικής συναλλαγής» [transactional perspective] στην εισήγηση σημαντικής έρευνας.

                                                           Clyde Hendrick

 

Chapter 3: Environmental Influences on Social Interaction and Group Development (pp. 68-90)

      Paul B. Paulus

       Dinesh Nagar

 

  Ο σκοπός αυτού του κεφαλαίου είναι να επισημάνει την έρευνα πάνω στη σχέση μεταξύ περιβάλλοντος και κοινωνικής αλληλεπίδρασης ή ανάπτυξης των ομάδων και να διερευνήσει μερικές από τις υποκείμενες διαδικασίες και αρχές.

  Μας φαίνεται ότι η γραμματεία της κοινωνικής ψυχολογίας στο συγκεκριμένο θέμα χωρίζεται σαφώς σε δύο ευρείες κατηγορίες : (1) περιβαλλοντικοί / κοινωνικοί παράγοντες που αυξάνουν τις θετικές σχέσεις σε ομάδες και στην ομαδική επαφή, και (2) εκείνους που παράγουν αρνητικές αντιδράσεις και την κοινωνική αποφυγή στις ομάδες ( social avoidance in groups).

   Θα συνοψίσουμε εν συντομία αυτές τις δύο ξεχωριστές κατηγορίες μελετών και θα τις χρησιμοποιήσουμε ως βάση για να προτείνουμε ένα ευρύ πλαίσιο για τις σχέσεις ομάδας / περιβάλλοντος.

   Ένα σημαντικό μέλημα του κεφαλαίου είναι να προωθήσει μια βαθύτερη κατανόηση των συναλλαγών μεταξύ ομάδων και του περιβάλλοντός τους. Δηλαδή, το  πώς τα περιβάλλοντα διαμορφώνουν υποδείγματα ομαδικής αλληλεπίδρασης και το πώς και το πότε οι ομάδες αλλάζουν τα περιβάλλοντα στα οποία ζουν;

   Συγκεκριμένα, επισημαίνουμε τον ρόλο του ατόμου στην επιλογή περιβάλλοντος και των περιβαλλοντικών παραγόντων που προωθούν ή αναστέλλουν την ανάπτυξη κοινωνικών αλληλεπιδράσεων.

   Στη συζήτησή μας θα χρησιμοποιήσουμε μια ποικιλία όρων για να περιγράψουμε τις σχέσεις ομάδα / περιβάλλοντος.

   Το περιβάλλον θα αναφέρεται σε χαρακτηριστικά του φυσικού περιβάλλοντος ή του (οικο)δομημένου περιβάλλοντος που σχετίζονται με την κοινωνική αλληλεπίδραση, ιδίως την ποσότητα και τη διάταξη του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου.

   Το κοινωνικό πλαίσιο ή το ομαδικό πλαίσιο αναφέρεται στα χαρακτηριστικά των ατόμων ή στη φύση της αμοιβαίας σχέσης τους σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον (π.χ. ομοιότητα και συνεργασία).

   Ο όρος «ομάδα» θα χρησιμοποιηθεί μάλλον χαλαρά για να περιγράψει μια ποικιλία κοινωνικών οντοτήτων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η έρευνα ασχολήθηκε κυρίως με την αλληλεπίδραση μεταξύ ζευγαριών ατόμων. Ωστόσο, στις περισσότερες πραγματικές συνθήκες αυτές οι δυαδικές σχέσεις αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων μεταξύ μιας ομάδας ατόμων σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον.

  Η χρήση των όρων «ομαδική αλληλεπίδραση» και «ομαδική ανάπτυξη» (group development) έχει σχεδιαστεί για να υπογραμμίζει την πιθανώς ευρύτερη συνάφεια της παρούσας ερευνητικής γραμματείας.

 

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΑΥΞΑΝΟΥΝ ΤΗΝ ΟΜΑΔΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΜΑΔΙΚΗ ΣΥΝΟΧΗ

   (ENVIRONMENTAL FACTORS THAT INCREASE GROUP INTERACTION AND GROUP COHESION )

 

  Ένα επαναλαμβανόμενο θέμα σε πολλές μελέτες ήταν ότι τα χωρικά (spatial) και τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά ενός περιβάλλοντος μπορούν να επηρεάσουν έντονα την ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων ή ομάδων.

   Η χωρική διάταξη (spatial layout) ενός συγκροτήματος κατοικιών, η διευθέτηση και η σχέση θέσης των σπιτιών, η κοινή πρόσβαση σε εγκαταστάσεις (π.χ. γραμματοκιβώτιο, πισίνα, σαλόνια) και οι κοινές κλίμακες είναι μερικοί παράγοντες που ενισχύουν την πιθανότητα επαφής μεταξύ των κατοίκων και διευκολύνουν την ανάπτυξη ομάδων. Περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά που αυξάνουν την πιθανότητα περιστασιακής επαφής παρέχουν την ευκαιρία για μια σειρά γεγονότων απαραίτητων για την ανάπτυξη της ομάδας.

  Οι αρχικές επαφές μπορεί να περιορίζονται σε μια ανταλλαγή ευχαρίστησης, αλλά καθώς οι ένοικοι εξοικειώνονται μεταξύ τους, ενδέχεται να εμπλακούν σε εκτεταμένες αλληλεπιδράσεις. Αυτές οι αλληλεπιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν βαθμιαία ολοένα και πιο λεπτομερείς και προσωπικές γνωστοποιήσεις-εκμυστηρεύσεις (personal disclosures) (Archer & Earle, 1983) όπως και ανταλλαγή πληροφοριών και προσωπικών ευνοιών. Ως αποτέλεσμα, οι σχέσεις μεταξύ των ενοίκων πρέπει να χαρακτηρίζονται από αυξανόμενα επίπεδα συνοχής και ενδέχεται να προκύψουν καθορισμένες υποομάδες.

 

 

ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ Ανθρώπινη Αλληλεπίδραση

   (Spatial and Human Interaction)

 

  

  Μελέτες που έχουν δείξει τη σημασία των χωρικών παραγόντων στην προώθηση της αλληλεπίδρασης:

/ - 1 ) Μια κλασσική μελέτη των Festinger, Schachter, και Back (1950) εξέτασε την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος και του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού στη διαπροσωπική συμπεριφορά, στη διαμόρφωση φιλίας και στην ανάπτυξη ομάδων σε παντρεμένους φοιτητές μηχανολογίας του MIT που κατοικούσαν σε δύο διαφορετικούς τύπους εγκαταστάσεων στέγασης.

   Το συγκρότημα κατοικιών Westgate αποτελείται από 100 μονοκατοικίες που ομαδοποιούνται σε αυλές σχήματος U με 7 έως 13 σπίτια. Τα σπίτια έβλεπαν ένα μεγάλο, χώρο με γκαζόν.

   Αντίθετα, το συγκρότημα κατοικιών Westgate West αποτελούταν από 17 διώροφα κτίρια που ήταν στο παρελθόν στρατόπεδο του Ναυτικού. Κάθε ένα από τα κτίρια αυτά υποδιαιρείτο σε 10 διαμερίσματα, πέντε σε κάθε πλευρά.

   Οι Festinger et al. (1950) βρήκαν ισχυρή υποστήριξη για τη σημασία των παραγόντων εγγύτητας (proximity factors) στην ανάπτυξη ομάδων. Διακρίνουν μεταξύ «φυσικής απόστασης» και «λειτουργικής απόστασης». Η “φυσική απόσταση” (physical distance) είναι ο βαθμός πραγματικού χωρικού διαχωρισμού. Η “λειτουργική απόσταση” (functional distance) είναι ο βαθμός στον οποίο η επαφή ήταν πιθανή λόγω περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών.

   Έτσι, τα άτομα που ζουν κοντά στις σκάλες ενός συγκροτήματος διαμερισμάτων είναι πολύ πιθανό να συναντήσουν κατοίκους που χρησιμοποιούν τις σκάλες και να αναπτύξουν σχέσεις μαζί τους. Οι σκάλες χρησίμευαν στο να τους θέσουν λειτουργικά κοντά (functionally close) με άλλους κατοίκους του κτηρίου που χρησιμοποιούσαν και αυτοί τις σκάλες.

   Έτσι, τόσο η φυσική απόσταση όσο και η λειτουργική απόσταση μπορούν να επηρεάσουν την πιθανότητα ανάπτυξης ομάδας και σχηματισμού φιλίας .

  Στο Westgate, η αυλή,  και στο Westgate West, το κτίριο έγινε το σημείο κοινωνικής επαφής, διότι σε αυτές τις αντίστοιχες περιοχές οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν τόσο σωματικά όσο και λειτουργικά ο ένας κοντά στον άλλο.

   Οι κοινωνιομετρικές επιλογές που έγιναν από τους ενοίκους του συγκροτήματος Westgate West  έδειξαν 65% επιλογές ευνοϊκής φιλίας που απευθυνόταν σε ανθρώπους που ζούσαν στο ίδιο κτίριο.

   Ομοίως, για τους ενοίκους του συγκροτήματος Westgate 55, 5 % ευνοϊκές επιλογές παρατηρήθηκαν σε άτομα που μοιράζονταν τον ίδιο προαύλιο χώρο (αυλή).

 

/ - 2 ) Σε μια άλλη κλασσική μελέτη, ο Whyte (1956) εξέτασε τη σημασία των φυσικών παραγόντων στον καθορισμό των προτύπων-υποδειγμάτων φιλίας μεταξύ των κατοίκων-ενοίκων στο Park Forest.

    Μερικοί από τους «Park Foresters» ζούσαν σε διώροφα διαμερίσματα με κήπους ομαδοποιημένα σε αυλές. Με την πάροδο του χρόνου η κάθε αυλή ανέπτυξε μια συγκεκριμένη κουλτούρα υποδείγματος κοινωνικής δραστηριότητας που παρέμεινε σχετικά σταθερή ακόμη και όταν πολλοί κάτοικοι αντικαταστάθηκαν.

   Για τους «Park Foresters» που ζούσαν σε μονοκατοικίες, οι δραστηριότητες επικεντρώνονταν κυρίως σε εκείνα τα σπίτια που ήταν πολύ κοντά.

    Ο Whyte πρότεινε ότι η τοποθεσία του κήπου, οι δρόμοι και οι χώροι παιχνιδιού για τα παιδιά ήταν διευκολυντικοί παράγοντες στην ενίσχυση της κοινωνικής επαφής.

/ - 3) Πολλές άλλες μελέτες έχουν επίσης υποστηρίξει τη σχέση μεταξύ φυσικής απόστασης ή λειτουργικής απόστασης και του σχηματισμού ομάδας ή επιλογής φιλίας.

    Για παράδειγμα, αρκετές μελέτες έχουν βρει ότι οι τοποθεσίες ή οι προσανατολισμοί των μπροστινών θυρών που αύξησαν την πιθανότητα κοινωνικής επαφής συσχετίστηκαν θετικά με τις φιλίες ( Caplow & Forman, 1950 / Kuper , 1953 / Merton, 1948).

   Πιο πρόσφατα, οι Ebbesen , Kjos & Konecni (1976) διαπίστωσαν ότι οι επιλογές φιλίας ήταν οι μεγαλύτερες μεταξύ εκείνων που ζούσαν κοντά σε ένα συγκρότημα διαμερισμάτων. Ωστόσο, όμως, οι δυσάρεστες κοινωνικές σχέσεις ήταν επίσης πιθανότερο να συμβούν μεταξύ εκείνων που ζούσαν πολύ κοντά.

   Αυτός ο τύπος ευρήματος παρατηρήθηκε επίσης από τον Kuper (1953) και δείχνει ότι η απόσταση από μόνη της δεν είναι επαρκής παράγοντας για την θετική ομαδική ανάπτυξη.

/ - 4) Ορισμένες μελέτες έχουν εξετάσει την κοινωνική επαφή σε δημόσιους χώρους, όπως αεροδρόμια και νοσοκομεία.

   Ο Osmond (1957) παρατήρησε ότι η διάταξη των καθισμάτων σε αίθουσες νοσοκομείων αποθάρρυνε την κοινωνική επαφή (την ονόμασε “sociofugal” – “κοινωνιοφυγοκεντρική(;)»), ενώ άλλες ρυθμίσεις καθισμάτων φαινόταν να διευκολύνουν τέτοιες επαφές (την ονόμασε “sociopetal”).

    Για παράδειγμα, σε μια μελέτη σε ένα νοσοκομειακό θάλαμο, οι Sommer και Ross (1958) διαπίστωσαν ότι το «κοινωνικοπεταλικό» διάστημα των καθισμάτων σε μια μικρή κυκλική ομάδα διπλασίασε τη συχνότητα αλληλεπίδρασης σε σχέση με τη διάταξη των καθισμάτων δίπλα-δίπλα (εν σειρά).

     Ο Sommer (1974) σημείωσε ότι πολλά δημόσια περιβάλλοντα έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε να αποθαρρύνουν την κοινωνική αλληλεπίδραση. Αναφέρθηκε στην περίπτωση των αεροδρομίων στα οποία τα καθίσματα (στους χώρους αναμονής) είναι διατεταγμένα σε μεγάλες σειρές και δεν μπορούν εύκολα να αναδιαταχθούν για απλή συνομιλία μεταξύ ομάδων ή ατόμων. 

 

 

 

  

Αίσθηση της κοινότητας

   (Sense of Community)

 

  Τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά μπορούν να έχουν ισχυρό αντίκτυπο στην ομαδική αλληλεπίδραση και την ανάπτυξη της ομάδας.

   Τα χαρακτηριστικά που αυξάνουν την πιθανότητα της κοινωνικής αλληλεπίδρασης φαίνεται να διευκολύνουν μια τέτοια διαδικασία, ενώ τα χαρακτηριστικά που εμποδίζουν την κοινωνική επαφή φαίνεται να καταστρέφουν την ομαδική αλληλεπίδραση και την ανάπτυξη των ομάδων.

   Μια υπονοούμενη υπόθεση πολλών από αυτές τις μελέτες φαίνεται ότι είναι ότι οι άνθρωποι έχουν την επιθυμία για κοινωνική επαφή και αλληλεπίδραση και ότι τα αποτελέσματα της αυξημένης κοινωνικής επαφής είναι ως επί το πλείστον θετικά.

   Η έρευνα έχει τεκμηριώσει μια ποικιλία διαπροσωπικών αναγκών, συμπεριλαμβανομένης της επιθυμίας του ανθρώπου να σχετιστεί με ομάδες όπως και την ποικιλία των ανταμοιβών που μπορεί να παρέχει ο ένας στον άλλο ( Schachter , 1959 / Shaver & Buhrmester , 1983).

   Το επί του παρόντος δημοφιλές θέμα της «κοινωνικής υποστήριξης» (social support) περιστρέφεται γύρω από την ιδέα ότι η διαπροσωπική επαφή μπορεί να διευκολύνει την αντιμετώπιση των αγχωτικών γεγονότων της ζωής (Cohen & Syme , 1985). Προφανώς, οι άλλοι άνθρωποι μπορεί να είναι πηγή άνεσης ή να παρέχουν χρήσιμους τρόπους αντιμετώπισης σε περιόδους άγχους.

  Υπάρχει επίσης μια ουσιαστική γραμματεία πάνω στην  ανάπτυξη της κοινότητας ή την ανάπτυξη της γειτονιάς που υποστηρίζει τις παραπάνω παραδοχές (Unger & Wandersman , 1985).

  Φαίνεται ότι η παρατεταμένη αλληλεπίδραση σε μια γειτονιά, με τη συνδεόμενη ανταλλαγή πόρων (πληροφορίες, μικροχάρες, βοήθεια και ούτω καθεξής), μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη μιας ισχυρής αίσθησης προσκόλλησης στη γειτονιά ή αυτό που ορισμένοι έχουν αποκαλέσει αίσθηση κοινότητας (Sarason , 1974).

  Οι άνθρωποι που ζουν σε μια ομοιογενή γειτονιά για παρατεταμένο χρονικό διάστημα είναι πιθανό να γίνουν αλληλεξαρτώμενοι και να προσκολληθούν συναισθηματικά στους ανθρώπους και τα μέρη αυτής της περιοχής.

   Μια ισχυρή προσήλωση/προσκόλληση (attachment) στον τόπο μπορεί να αναπτυχθεί μέσω μιας ανάλυσης κόστους / οφέλους από τους κατοίκους στην οποία αξιολογούν το βαθμό κοινωνικής υποστήριξης στην παρούσα γειτονιά σε σύγκριση με άλλες γειτονιές (Proshansky , 1978 / Stokols & Shumaker, 1981).

   Η αίσθηση της κοινότητας μπορεί να έχει ποικιλία θετικών οφελών. Μπορεί να αυξήσει την τάση (των ανθρώπων) να αλληλεπιδρούν με τους κατοίκους της γειτονιάς και να μοιράζονται μαζί τους κοινές ανησυχίες και προσωπικά προβλήματα.

   Ο γείτονας μπορεί να ενεργεί συλλογικά σε τοπικούς οργανισμούς γειτονιάς για την επίλυση προβλημάτων της γειτονιάς καθώς και προσωπικών προβλημάτων ( Kotler, 1979 / Perlman, 1976 / Wandersman, Florin, Chavis, Rich, & Prestby, 1985).

  Η ανάπτυξη της κοινότητας μπορεί επίσης να αποτρέψει το έγκλημα. Οι κάτοικοι ενδέχεται να αναλάβουν ισχυρότερο ρόλο στην παρακολούθηση των δραστηριοτήτων στη γειτονιά και στη λήψη υπεύθυνων μέτρων κατά πιθανών εισβολέων. Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι οι υποστηρικτικοί δεσμοί γειτονίας μπορούν να μειώσουν τον φόβο του εγκλήματος ( Gubrium, 1974 / Sundeen & Mathieu, 1976).

  Ο Newman (1972) έχει παράσχει αποδείξεις ότι τα σχέδια γειτονιάς που διευκολύνουν την ανάπτυξη και την παρακολούθηση της κοινότητας σχετίζονται με σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά εγκληματικότητας σε σχέση με τις γειτονιές που αυτά δεν υπάρχουν.

 

 

 

 

 

Άλλες μεταβλητές:

 (Other Variables)

 

/ -i) Απλή έκθεση. (mere exposure).

   Παρά το γεγονός ότι έχει υπάρξει σημαντική υποστήριξη για τις ανταμοιβές που προκύπτουν από την αυξημένη κοινωνική επαφή σε διάφορα περιβάλλοντα, υπάρχουν όμως κάποιες ενδείξεις που υποστηρίζουν η απλή επαφή αυτή καθαυτή κάποιες φορές οδηγεί σε θετικές αντιδράσεις.

   Ο Zajonc (1968) πρότεινε ότι η απλή έκθεση σε άλλους μπορεί να αποτελέσει επαρκή βάση για αυξημένη προτίμηση (Iiking).

  Υπάρχει μεγάλη υποστήριξη για αυτήν την υπόθεση (π.χ. Harrison, 1977), αλλά τα θετικά αποτελέσματα των επαναλαμβανόμενων εκθέσεων στην προτίμηση (liking)  φαίνεται να ενισχύονται σε καταστάσεις στις οποίες οι αρχικές στάσεις είναι ουδέτερες ή θετικές (Perlman & Oskamp, 1971) ή το πλαίσιο είναι θετικό (Saegert, Swap, & Zajonc, 1973). Αυτές οι δύο τελευταίες μελέτες έχουν δείξει ότι σε αρνητικά πλαίσια, η αυξημένη έκθεση μπορεί στην πραγματικότητα να οδηγήσει σε ολοένα και περισσότερες αρνητικές αντιδράσεις.

    Παρόμοια συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από την έρευνα σχετικά με την «υπόθεση επαφής» (Amir, 1969).  

    Η «υπόθεση επαφής» [“contact hypothesis”] υποστηρίζει ότι η αυξημένη επαφή μεταξύ διαφορετικών φυλετικών και εθνοτικών ομάδων σε γειτονιές και σε σχολικές αίθουσες θα μειώσει τις προκαταλήψεις.

  Ωστόσο, η έρευνα (Cook , 1985 / Stephan, 1987) δείχνει ότι προκειμένου η αυξημένη επαφή να συντελέσει στην μείωση της προκατάληψης και την αύξηση ευνοϊκών διαπροσωπικών συμπεριφορών θα πρέπει να υπάρχουν οι ακόλουθες πέντε προϋποθέσεις:

/-ισότητα του status,

/-μια σχέση συνεργασίας,

/-κοινωνικοί κανόνες που ευνοούν την ισότητα,

/-υψηλός βαθμός κοινωνικής επαφής,

/-επαφή με άτομα που δεν επιβεβαιώνουν τα αρνητικά στερεότυπα.

   Εάν δεν υπάρχουν αυτές οι ανωτέρω συνθήκες, τότε η αυξημένη επαφή μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερο αρνητικές διαπροσωπικές στάσεις (attitudes) και σχέσεις.

 

 

/ -ii) Ομοιογένεια.  (Homogeneity)

 

  Ένας άλλος παράγοντας που φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη σχέσεων σε περιβάλλοντα είναι ο βαθμός ομοιογένειας μεταξύ των μελών της ομάδας (δηλ. βαθμός ομοιότητας όσον αφορά τη φυλή, την επαγγελματική και κοινωνικοοικονομική κατάσταση, τα ενδιαφέροντα, τις αξίες και ούτω καθεξής).

  Οι Festinger et al. (1950) και Gans (1967) επεσήμαναν τον σημαντικό ρόλο της ομοιογένειας στην ανάπτυξη της φιλίας στις έρευνές τους. Άλλες μελέτες έχουν επισημάνει το ρόλο αυτού του παράγοντα στην ικανοποίηση στέγασης (στο βαθμό ικανοποίησης σε σχέση με το σπίτι που κατοικεί κανείς) (Hourihan, 1984 / Michelson, 1970), με τον Michelson μάλιστα να υποστηρίζει ότι ένας βαθμός ομοιογένειας και ανάγκης επαφής για αλληλοβοήθεια είναι απαραίτητοι για τον σχηματισμό της φιλίας με βάση τον χωρικό ντετερμινισμό (spatial determinism) .   

  Η έρευνα σχετικά με την υπόθεση επαφής έδειξε ότι οι θετικές αντιδράσεις στην επαφή διευκολύνονται σε μέλη της ομάδας που έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά (Stephan, 1987).

  Είναι ενδιαφέρον ότι η ίδια η αυξημένη επαφή μπορεί να αυξήσει το τεκμήριο ομοιότητας [the presumption of similarity] και αυτό το τεκμήριο μπορεί εν μέρει να συμβάλει στη θετική σχέση μεταξύ έλξης (attraction) και συχνότητας επαφής (Moreland & Zajonc, (1982).

   Στην πραγματικότητα, τα άτομα μπορούν να αναζητήσουν περιβάλλοντα που τους επιτρέπουν να είναι με παρόμοιους άλλους (Michelson, 1970).

   Η ομοιογένεια μπορεί να είναι διευκολυντικός παράγοντας για διάφορους λόγους.

  Το τεκμήριο ομοιότητας [presumption of similarity] μπορεί να αυξήσει τη διαπροσωπική έλξη και την επιθυμία αλληλεπίδρασης (Byrne, 1971).

  Η ομοιότητα είναι επίσης σημαντική στη διατήρηση των σχέσεων (Murstein, 1976). Μπορεί να σχετίζεται με την ελαχιστοποίηση των κοινωνικών συγκρούσεων και αυξάνει την πιθανότητα αλληλεπιδράσεων αμοιβαία ανταποδοτικών (με θετικό τρόπο). Έτσι, σε περιβάλλοντα όπου οι κάτοικοι είναι αρκετά ομοιογενείς, κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει μια αυξημένη επίπτωση των χωρικών παραγόντων (spatial factors) τόσο στην έναρξη όσο και στη διατήρηση της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και της ομαδικής δομής.