Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Τσοκόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Τσοκόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γεώργιος Τσοκόπουλος - "Γοργή Τραγωδία" - διήγημα - δημοσίευση 1910 - "Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1910" Κων. Φ. Σκόκου





Γεώργιος Τσοκόπουλος

« Γοργή Τραγωδία »

διήγημα

δημοσίευση 1910

« Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1910 »  Κων. Φ. Σκόκου




οι φωτογραφίες από τη δημοσίευση του διηγήματος στο Ημερολόγιον Σκόκου 1910 



 σελίδα 260








σελίδα 261












 σελίδα 262




σελίδα 264





σελίδα 265




σελίδα 266








< Το ναυτικό διήγημα του Γ.Β. Τσοκόπουλου (Γιώργου Τσοκόπουλου) «Γοργή τραγωδία», με προσανατολιστικό υπέρτιτλο: «Νησιώτικαις ιστορίαις», δημοσιεύθηκε στην ετήσια περιοδική έκδοση «Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1910» Κων. Φ. Σκόκου, έτος εικοστόν πέμπτον, Εν Αθήναις, 1910, σ. 260-266.

  Το διήγημα φέρει τόπο και χρόνο γραφής: Αθήναι, Μάρτιος 1909. > 



 



 

Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com

[ ανάρτηση 16 Ιουλίου 2022 :

Γιώργος Τσοκόπουλος,

«Γοργή Τραγωδία»,

διήγημα

Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1910, Κων. Φ. Σκόκου ]

 

 










Γεώργιος Τσοκόπουλος - "Το κωμειδύλλιόν μας" - άρθρο για τη γένεση του κωμειδυλλίου - 1891 - εφημ. "Εβδομάς"

 


Γεώργιος Τσοκόπουλος

« Το κωμειδύλλιόν μας »

άρθρο, 1891

εβδομαδιαία φιλολογική εφημερίδα « Εβδομάς »

 

 

 

 

 

 

 

  Αι Αθήναι διασκεδάζουσι την εσπέραν ταύτην. Χίλιοι τριακόσιοι περίπου κάτοικοι αυτής, πάσης ηλικίας και φύλου, συνωθούνται εις μάνδραν χαμηλήν, αποπληκτικήν, στενήν, δυσώδη, καλουμένην κατ’ ευφημισμόν Θέατρον Ομονοίας, και γελούν και καγχάζουν και αναπηδούν επί των ξυλίνων θρανίων των και παρακολουθούν εναγωνίως τον ηθοποιόν, εκάστην λέξιν του οποίου καλύπτουσι χειροκροτήματα και γέλωτες ικανοί να εξυπνήσωσι τους κεκοιμημένους από καταβολής κόσμου.

   Δίδεται η εκατοστή εννενηκοστή έκτη παράστασις των Μυλωνάδων, του πρώτου Ελληνικού κωμειδυλλίου. Πανταχού θεώνται στόματα μίαν σπιθαμήν ανοικτά, οφθαλμοί πλήρεις δακρύων εκ των γελώτων, και ακούονται εκρήξεις καγχασμών πεπνιγμένων, ηχηρών, διατόρων. Το κοινόν δεν ενθουσιά, φρενητιά. Όλη εκείνη η μεσαία Αθηναϊκή τάξις, η εκ σεμνότητος αποφεύγουσα να παραστή εις τας παραστάσεις του Βοκκακίου του οποίου την γλώσσαν, δεν εννοεί, ακούει τουλάχιστον δώδεκα φοράς κατ’ έτος τους Μυλωνάδες των οποίων κάλλιστα καταλαμβάνει τας ευφυείς αχρειότητας, αίτινες άλλοτε εκίνησαν του τόπου όλου την αγανάκτησιν.

 

 

   Ευρέθη το μέσον δι’ ού τα βαλάντια των ηθοποιών πληρούνται, το κοινόν πλημμυροί ευχαρίστησις, κόποι δε και φροντίδες δεν καταβάλλονται. Το θαυμάσιον αυτό μέσον εγένετο δια τους Έλληνας ηθοποιούς η εφεύρεσις του κωμειδυλλίου, ήτις υπήρξε δι’ αυτούς η ωφελιμοτέρα όλων των εφευρέσεων του αιώνος αυτού των φώτων.

 

 

   Εφευρέτης του κωμειδυλλίου δεν υπάρχει. Το κωμειδύλλιον ευρέθη εσπέραν τινα έκθετον άνευ γονέων, νόθον, βρέφος ακόμη σαχλόν και εκτετραχηλισμένον, εις το θέατρον Ολύμπια. Κατ’ αρχάς όλοι το παρετήρησαν αδιάφοροι και παρήλθον ρίπτοντες βλέμμα οίκτου επ’ αυτού. Έσπευσαν όμως ο κ. Δημήτριος Κορομηλάς και ο ατυχής [:δολοφονηθείς] Δημήτριος Κόκκος το παρέλαβον, το υιοθέτησαν και… δεν μετενόησαν. Το έκθετον εκείνο [:το κωμειδύλλιον] τους αντήμειψεν εν διαστήματι τριών ετών, όσον δεν θα τους αντήμειβεν ολόκληρος η πολυετής πνευματική του εργασία.

   Ακριβώς αυτή είνε η ιστορία της εν τη ελληνική σκηνή ενιδρύσεώς του.

   Εσπέραν τινα ο μουσικός χορός του κ. Λαμπελέτ έψαλεν ωραίαν νυκτωδίαν εις την παλαιάν, κατά το ιταλικόν, κωμωδίαν Μυλωνάδες εις το θέατρον των Ολυμπίων.  Το πράγμα αν και ωραίον δεν είχε τι το έκτακτον. Ο χορός κάλλιστα κατηρτισμένος έψαλεν αρμονικώτατα και υπερήρεσκεν, αλλά το πλείστον των κωμωδιών μέχρι της εποχής εκείνης ούτω κατέληγεν, εις εν ωραίον άσμα, εν ώ επανηγυρίζοντο ως επί το πλείστον οι γάμοι των πρωτευόντων προσώπων.

 

  Μετά εν ή δύο έτη οι Μυλωνάδες εμφανίζονται με δέκα ή δέκα πέντε άσματα στίχων κοινών, και μουσικής ειλημμένης εξ όλων των γνωστών τοπικών ασμάτων. Ποιητής ήτο ο κύριος Ευάγγελος Παντόπουλος, ο αμίμητον πράγματι διαπλάσας τον τύπον του μυλωθρού μπάρμπα-Γεώργη.  … Δύω τρία πρωτότυπα άσματα, γραφέντα υπό του κ. Ροδίου και άλλων, είνε τα ολιγώτερον αρέσαντα. Ο κ. Παντόπουλος ενεθυμήθη άσματα Συριανά, Πλακιώτικα άσματα του Ψυρρή, τα εσφύριξεν εις τον κ. Σάϊλλερ αρχιμουσικόν, ο κ. Σάϊλλερ τα έγραψεν και ούτω το κωμειδύλλιον εγένετο !

 

   Η επιτυχία του δεν περιγράφεται. Επί δύω έτη οι Μυλωνάδες υπήρξεν είδος Αγγλικής great attraction από εκείνας που παράγει μόνον η Αμερικανική σκηνή. Ο κ. Διονύσιος Ταβουλάρης έκαμε την τύχην του. Αι Αθήναι σύσσωμοι προσήλθον και τους ήκουσαν και από τας πλησίον επαρχίας άνθρωποι εύποροι οικογενειακώς επισκέφθησαν τας Αθήνας, επί μόνω τω σκοπώ ν’ ακούσουν αυτό το άκουσμα. Όπου υπήρχον δύω ή τρεις συνηθροισμένοι δια να ομιλήσουν, δια να διασκεδάσουν, πρώτον τα άσματα των Μυλωνάδων τοις ήρχοντο εις τον νουν.        

 

 

 

 

    Το τρόπαιον των «Μυλωνάδων» δεν αφήκε τους κωμωδιογράφους μας να κοιμηθώσιν.

 

    Ο κ. Δημήτριος Κορομηλάς, ο εξοχώτερος αυτών, έγραψε τότε την «Τύχην της Μαρούλας» [1889], κωμειδύλλιον του οποίου τα άσματα γραφέντα υπό του κ. Δημητρίου Κόκκου ετονίσθησαν κατά τον αυτόν τρόπον καθ’ όν και τα των Μυλωνάδων.

   Εκ των είκοσι αυτών ασμάτων του κωμειδυλλίου κανέν δεν είνε μουσικής πρωτοτύπου. Ελληνικοί χοροί, νησιώτικα τραγούδια, Μασκώτ, Κώδωνες της Κορνεβίλλης, Κάρμεν και ό,τι άλλο ευρέθη προχειρότερον. Και όλα αυτά προστιθέμενα εις την νησιωτικήν, την Ανδριώτικην προφοράν του πρωταγωνιστού μπάρμπα-Λινάρδου, εξησφάλισαν άλλας εξήκοντα και πλέον παραστάσεις της «Μαρούλας» εδώ και αναριθμήτους εις την Κωνσταντινούπολιν και Αίγυπτον, όπου λόγω πατριωτισμού ευκολώτερον καταπίνονται τα κερδοσκοπικά χάπια των Ελλήνων θιασαρχών.

 

  Την «Τύχην της Μαρούλας» ηκολούθησε το «Τέλος της Μαρούλας» [:άλλος τίτλος επίσης «ΜπαρμπαΛινάρδος»] του μακαρίτου Κόκκου. Ο Δημήτριος Κόκκος εσυνέχισε τον μύθον του κ. Κορομηλά ούτινος ηκολούθησε τους χαρακτήρας έγραψε δε και παμπληθή άσματα δανειζόμενος τους ήχους από τα κωμειδύλλια της Γαλλίας. Ο ποιητής μάλιστα ακολουθών τον διδάσκοντα το έργον του θίασον απήλαυσε πανταχού επευφημιών, στεφάνων, τιμών, περιποιήσεων.

 

  Το πρώτον αυτό έργον του Κόκκου ηκολούθησε κατά το τρέχον [1891] έτος η «Λύρα του Γερω-Νικόλα». Ο μύθος ήτο γνωστός, η μουσική όμως πρωτότυπος. Η αυτή επιτυχία. Όπωσδήποτε η «Λύρα» είνε το πρώτον κωμειδύλλιον, βεβαίως μετ’ ελλείψεων αλλ’ υποφερτόν.

 

 

 

  Η απροσδόκητος επιτυχία της εισαγωγής των κωμειδυλλίων απέφερεν όλως αλλοίον του αναμεμενομένου αποτέλεσμα. Κατά την διδασκαλίαν των τεσσάρων αυτών έργων, πάντες ήλπιζον ότι όλοι γράφοντες ή μεταφράζοντες δια το θέατρον, θα ερρίπτοντο ακατάσχετοι επί του κωμειδυλλίου. Και πράγματι κατ’ αρχάς η ελπίς αύτη ήρχισε πραγματοποιουμένη.

   Ο θίασος του κ. Διονυσίου Ταβουλάρη πέρυσιν και ο κ. Δημοσθένης Αλεξιάδης φέτος [1891] ανέγραψαν εις τα προγράμματά των σωρείαν κωμειδυλλίων του κ. Δημ. Κορομηλά, Δημ. Κόκκου, Μπάμπη Άννινου.

   Και όμως ολόκληρος η θεατρική περίοδος παρήλθε σχεδόν και μόνος ο δύσμοιρος Δημήτριος Κόκκος  εξηκολούθησε γράφων. Ο κ. Δημήτριος Κορομηλάς μη θελήσας να παραστήση τον «Εραστήν της Βοσκοπούλας», το τρίπρακτον κωμειδύλλιόν του, απέθεσε προσωρινώς τον κάλαμον.

 

  [: Ο Δημήτριος Κόκκος δολοφονήθηκε (1891)  

/ -1. Δολοφονήθηκε το 1891, μόλις 34 ετών, από πυροβολισμό έξω από το θερινό θέατρο Ομόνοια ή το Υπουργείο Οικονομικών. Πιθανός λόγος της δολοφονίας αυτής, θεωρήθηκε η δυσαρέσκεια στη σάτιρα των έργων του. Λέγεται, πως ο θύτης ήταν ένας λοχίας που θεώρησε ότι η Λύρα του Γερο-Νικόλα, πρόσβαλλε τον πατέρα ή τον παππού του.

  ( πηγή 1: ιστοσελίδα: Το Θέατρο, λήμμα: Δημήτριος Κόκκος )

/ - 2.  Ο Δημήτριος Κόκκος δολοφονήθηκε από έναν εγκάθετο σχιζοφρενή. Τα αίτια της δολοφονίας ήταν κατά βάσιν πολιτικά επειδή ο Δημήτριος Κόκκος στα κωμειδύλλιά του αναφερόταν (ειρωνικά) κατά πολιτικών προστατών του δολοφόνου του. ]  

 

 

 

 

[ το άρθρο

του Γ.Β. Τσοκόπουλου

«Το κωμειδύλλιόν μας »

δημοσιεύθηκε στην εβδομαδιαία φιλολογική εφημερίδα

« Εβδομάς»,

 ( δντής: Ιωάννης Μ. Δαμβέργης ),

Εν Αθήναις,

Έτος Η΄, αριθ. 33, 5 Οκτωβρίου 1891, (σ. 7-9). ]

 

( εδώ τμήματα του άρθρου και όχι ολόκληρο το άρθρο)

 

 

 

 

Το φύλλο της εφημ. «Εβδομάς» με το άρθρο:

   PDF File

 

Εβδομάς: επιθεώρησις κοινωνική και φιλολογική, Έτος Η', Περίοδος Δευτέρα, Αριθμ. 33 / 05/10/1891

 

πηγή: Ψηφιακή αναπαράσταση τεκμηρίου και σχετιζόμενα μεταδεδομένα: © 2015

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης,

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 

 

 

 


 

Φωτογραφία από τα μέρη του άρθρου.

 

 

 

 

 

 

Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com

[ ανάρτηση 6 Ιουνίου 2022 : Γ. Τσοκόπουλος, το κωμειδύλλιον ]

 

 

 


Γεώργιος Τσοκόπουλος - Οι εν Αντιοχεία (της Συρίας) Ολυμπιακοί Αγώνες - ΜΝΗΜΟΤΕΧΝΕΙΟΝ

 

Γεώργιος Τσοκόπουλος

Οι εν Αντιοχεία Ολυμπιακοί Αγώνες

 

 

 

 

 

Οι εν Αντιοχεία Ολυμπιακοί Αγώνες

 

   Κατά τα τελευταία έτη των ελληνικών δοκιμασιών οι εν Ολυμπία πανελλήνιοι αγώνες ήρχισαν να εκπίπτωσι. Το επ' αυτών ενδιαφέρον εξησθένησεν ολίγον κατ'ολίγον, ο διαμελισμός και η δουλεία της Ελλάδος παρέλυσαν την μεγάλην πανήγυριν του σώματος και του πνεύματος, και τέλος μίαν θλιβεράν ημέραν οι Ηλείοι ηναγκάσθησαν ν' αναγνωρίσωσιν ότι δεν είναι πλέον δυνατόν να διαθέσωσι τα δια την διεξαγωγήν των αγώνων απαιτούμενα χρήματα.

    Της ευκαιρίας ταύτης επωφελήθησαν οι Αντιοχείς και εζήτησαν να παραχωρηθή εις αυτούς αντί χρημάτων το δικαίωμα της διεξαγωγής των αγώνων. Αι διαπραγματεύσεις δεν εβράδυναν να φθάσωσιν εις αίσιον δια τους Αντιοχείς αποτέλεσμα.

    Οι Ηλείοι κατατρυχόμενοι υπό της δεινής πενίας, ήτις εμάστιζε τότε όλας τας πριν ανθούσας και ευημερούσας ελληνικάς πολιτείας, ηρκέσθησαν εις ποσόν ασήμαντον καθ' εαυτό, αλλ ' ιδίως δια την ευημερούσαν πόλιν, ήτις είχεν εσχάτως λάβει μέγα ποσόν προς τον σκοπόν ενισχύσεως θεαμάτων και αγώνων.

    Το ποσόν τούτο εκληροδότησεν εις την πόλιν ο Αντιοχεύς συγκλητικός Σωσίβιος αποθανών ή δολοφονηθείς εν Ρώμη τω 49 π.Χ. Ο Σωσίβιος ούτος. φίλοθεάμων και φιλόκαλος ανήρ, αποθνήσκων κατέλιπεν ολόκληρον την περιουσίαν του εις την πόλιν υπό τον όρον, οι τόκοι αυτής, δεκαπέντε χρυσά τάλαντα, να διατεθώσιν υπέρ των θεωριών, ήτοι αγώνων, σκηνικών, θυμελικών, τραγικών, αθλητικών, ιπποδρομικών και μονομαχιών, τελουμένων ανά πάσαν πενταετίαν και καθ’ όλην την δάρκειαν του μηνός Υπερβερεταίου, ήτοι του ημετέρου Οκτωβρίου.

 

   Ο Κλαύδιος, εις τον οποίον ανηνέχθησαν οι Αντιοχείς ζητούντες την άδειαν της εγκρίσεως προς αγοράν των αγώνων, παρεχώρησεν αυτήν και απεφασίσθη, οι τόκοι του κληροδοτήματος του Σωσιβίου να διατεθώσιν ειδικώς δια τους αγώνας τούτους, να διακοπή δε η εκ του κληροδοτήματος παροχή χρημάτων εις τ’ άλλα ανεπίσημα θεάματα, εις τα οποία από του θανάτου του Σωσιβίου οι πολιτευόμενοι Αντιοχείας παρέσχον τας ενισχύσεις συμφώνως προς τας διατάξεις της διαθήκης του Αντιοχέως ευεργέτου.

 

   Αι διαπραγματεύσεις μετά την παροχήν της αυτοκρατορικής αδείας έληξαν αισίως και οι Ηλείοι αποζημιωθέντες παρεχώρησαν το δικαίωμα της τελέσεως των Ολυμπιακών αγώνων επί ενενήκοντα Ολυμπιάδας, ήτοι μέχρι του 310 μ.Χ.

    Άλλ' η μεγάλη και θαυμασία εορτή, ήτις υπήρξε στάδιον δόξης και λάμψεως δια την εθνικήν Ελλάδα, δεν ηυτύχησεν επίσης μεταφυτευθείσα εις την Συρίαν. Οι πολιτευόμενοι της μεγάλης Αντιοχείας δεν ενεφορούντο υπό του ιερού ζήλου των Ηλείων και μάλλον φαίνεται ότι εθεώρησαν τας εορτάς ευκαιρίαν κατάλληλον προς χρηματισμόν.

 

    Την πρώτην φοράν, καθ' ήν ετελέσθησαν οι αγώνες εις την νέαν αυτών πατρίδα, μόλις είχον παρέλθει τέσσαρα έτη από του θανάτου του Σωσιβίου. Ότε όμως έμελλον μετά τέσσαρα έτη κατά τα συμπεφωνημένα να επαναληφθώσιν, οι πολιτευόμενοι διαχειρισταί του κληροδοτήματος, προφασιζόμενοι διαφόρους πολέμους εν τη Ανατολή, "ού μήν αλλά και της αυτής πόλεως Αντιοχείας ληφθείσης υπό εναντίων", και θεομηνίαν τινα γενομένην και σεισμόν επισυμβάντα και μίαν μεγάλην πυρκαϊάν, ανέβαλλον αλλεπαλλήλως την εορτήν και μόλις κατά δεκαπέντε ή είκοσιν έτη κατώρθουν άπαξ να πανηγυρίζωσι, καταχρώμενοι εν τω μεταξύ τα δια τους αγώνας διατεθειμένα δεκαπέντε χρυσά τάλαντα και ίσως από καιρού εις καιρόν αποκοιμίζοντες τον δήμον δια της παροχής των προτέρων ανεπισήμων σκηνικών αγώνων.


   Τοιαύτη υπήρξεν η πρώτη περίοδος των εις Αντιόχειαν μετενεχθέντων Ολυμπιακών αγώνων, της οποίας ουδεμία άλλη διεσώθη λεπτομέρεια. Ο Αντιοχεύς χρονογράφος Μαλάλας, όστις τόσον λεπτομερώς εξιστορεί κατωτέρω την διεξαγωγήν των αγώνων εν τη ιδιαιτέρα αυτού πατρίδι, είναι λακωνικώτατος κατά την πρώτην ταύτην περίοδον, δικαίως θεωρών αύτην ως απλήν συνέχειαν των προτέρων ανεπισήμων αγώνων, έρμαιον της απληστίας των πολιτευόμενων της Αντιοχείας.

    Φαίνεται εν τούτοις ότι κατά την περίοδον ταύτην οι αγώνες δεν ενεποίησαν την εντύπωσιν, ήν θα ηδύνατο ν' αναμείνη τις. Η πόλις η γέμουσα θεαμάτων, η επωφελουμένη πάσης ευκαιρίας όπως εορτάση ολόκληρον μήνα, η πλήρης θεάτρων και εις την οποίαν συνέρρεον πανταχόθεν οι θυμελικοί, η "πάσι τερπνοίς περισσεύουσα" δεν έβλεπε τι προστιθέμενον αύτη δια των Ολυμπιακών αγώνων.

     Ο άκρως επίσημος χαρακτήρ, όν ενείχεν η εορτή εν Ελλάδι, δεν τή είχεν αποδοθή έτι εν Αντιοχεία και τούτο μαρτυρείται εξ αυτού του γεγονότος της καταχρήσεως των χρημάτων υπό των πολιτευομένων και εκ της επί έτη αναβολής άνευ μεγίστης δυσφορίας του δήμου.

    Εξ άλλου ο ποιητικώς θρησκευτικός χαρακτήρ, δι' ού περιέβαλλε την πανήγυριν η παλαιά θρησκεία, δεν είχε πλέον την θέσιν του εις τόπον, όστις εθεωρείτο προπύργιον της νέας και τί πλέον τούτου μάλιστα, εις πεδίον, εν ώ διεξήχθησαν αι μεγαλύτεραι θρησκευτικαί διαμάχαι και εν ώ πρωτηγωνίστησαν οι μέγιστοι εκκλησιαστικοί ρήτορες.

    Τοιουτοτρόπως κατά μακρά διαστήματα τελούμενοι, έρμαιον των διαθέσεων των πολιτευομένων και πρόφασις των προς χρηματισμόν, εκινδύνευον ίσως να λησμονηθώσι δια παντός, ότε νέα τοις εδόθη ώθησις και νέα εσημειώθη περίοδος, ενθυμίσασα σχεδόν την παλαιάν των εύκλειαν.

 

     Οι Αντιοχείς απελπισθέντες εκ της διαγωγής των διαχειριστών του κληροδοτήματος έπεμψαν αναφοράν προς τον αυτοκράτορα Κόμμοδον, ζητούντες ν' αφαιρεθή η διαχείρισις από των πολιτευομένων και να δοθή εις αυτόν τον δήμον, υποχρεούμενον εις τακτικήν τέλεσιν των αγώνων κατά τετραετίαν.

   Ο Κόμμοδος απεδέχθη την αίτησιν και καθιέρωσεν "ιεράν και κοσμικήν εορτήν", ώρισεν ανά τετραετίαν την τέλεσιν αυτής, επί τεσσαράκοντα πέντε ημέρας του Πανέμου, ήτοι Ιουλίου μηνός, μέχρι του Λώου, ήτοι του Αυγούστου.

   Συγχρόνως ποσότης ανάλογος εκ του κληροδοτήματος κατά πάσαν πιθανότητα διετέθη κατ' αυτοκρατορικήν διαταγήν δια τας εορτάς των ιπποδρομιών και δια την μεγάλην νυκτερινην εορτήν των οργίων, ήτοι των μυστηρίων του Διονύσου και της Αφροδίτης.

    Επίσης ποσά διετέθησαν υπέρ των λαϊκών θεαμάτων του κυνηγίου, των μίμων και των ορχηστών, ίσως πάντων τούτων των θεαμάτων παρεμβαλλομένων κατά τα μεταξύ των αγώνων χρονικά κενά.

     Οι Αντιοχείς ευγνωμονούντες προς τον αυτοκράτορα Κόμμοδον ίδρυσαν εις ανάμνησιν των υπέρ της πόλεώς των αποφάσεών του χαλκήν αναθηματικήν στήλην εις το υπ' αυτού κτισθέν Ξυστόν.                              

 

    Οι Αντιοχείς, παραλαβόντες παρά των Ηλείων τους αγώνας, ηθέλησαν να προσδώσωσιν αυτοίς όλην την αρχαίαν αίγλην και την επιβολήν. Αν ο πόθος των ούτος δεν επραγματοποιήθη καθ΄ολοκληρίαν και αν η υπέρτατη εορτή, η συγκεντρούσα εις την Ολυμπιακήν Άλτιν ό,τι είχε να επιδείξη η αρχαία Ελλάς τιμιώτερον και περιφανέστερον, δεν κατώρθωσε να αρθή εις την παλαιάν περιωπήν, εις τούτο βεβαίως δεν πταίουσιν οι κληρονόμοι του Σωσιβίου, αλλά μάλλον η γενική αλλοίωσις, ήτις επήλθεν εις το ελληνικόν πνεύμα.

 

   Οι αγώνες, ως είπομεν ήδη, ετελούντο εις το υπό του Κομμόδου κτισθέν Ξυστόν. Αίφνης όμως νέα μεγίστη ώθησις εδόθη εις την Συριακήν εορτήν υπό του αυτοκράτορος Διοκλητιανού.

   Ο Διοκλητιανός φρονών ότι δια της εξάρσεως των αγώνων θα κατέφερε το καιριώτερον τραύμα κατά της νέας θρησκείας, ής ήρχισε μετά φόβου ν΄ αναγνωρίζη τας καθ' ημέραν συντελουμένας γιγαντιαίας προόδους, απεφάσισε να λαμπρύνη δια παντός μέσου τα Ολύμπια, καθιστών αυτά πανεθνικήν εορτήν, καθ' ήν εν τω αυτώ τόπω θα συνεκεντρούντο όλοι οι εις την αρχαίαν θρησκείαν πιστοί υπήκοοί του.

    Και πρώτον μεν ο Διοκλητιανός προέβη εις την ίδρυσιν νέου σταδίου εις το προάστειον της Αντιοχείας, την Δάφνην. Εις το προάστειον τούτο υπήρχε και ιερόν του περιφήμου Δαφναίου Απόλλωνος, ούτινος χρυσοκόσμητον άγαλμα υψούτο, προσκύνημα των πανταχόθεν της Ασίας συρρεόντων.

    Τον ναόν τούτον συνεπλήρωσεν ο χριστιανομάχος αυτοκράτωρ, ανήγειρε δε έτερον τω Ολυμπίω Διί, τη Νεμέσει και τη Εκάτη. Συγχρόνως επιθυμών να προσελκύση και επισήμους ξένους εις την τελετήν συνεπλήρωσε το προάστειον διά μεγαλοπρεπών οικοδομημάτων.

   Ότε τοιαύτην όψιν έλαβε το υπό της φύσεως άλλως τε πλουσίως προικισθέν προάστειον της Δάφνης και επέστη ο καιρός των αγώνων, ο Διοκλητιανός επιστρέφων εξ Αιγύπτου διήλθε δια της Αντιοχείας και προέστη αυτοπροσώπως των αγώνων.

   Αλυταρχήσας [:αλυτάρχης] ο αυτοκράτωρ Διοκλητιανός εκαινοτόμησε κατά την στολήν, περιβληθείς πορφυράν αντί της άσπρης της καθιερωμένης δια τον πρώτον έφορον. Εκ της ακολουθίας του αξιωματικοί έλαβον μέρος εις τους αγώνας, παλαίοντες, πυκτεύοντες ή τρέχοντες.

   Οι νικηταί περιεβλήθησαν υπό του βασιλέως δια πάσης τιμής προς ενθάρρυνσιν βεβαίως, παρεσχέθησαν δε αυτοίς αφειδώς "σάκραι" και δώρα.

    Μετά την τελετήν ο Διοκλητιανός είτε πραγματικώς εν συναισθήσει αυτοθυσιαζόμενος υπέρ της επικρατήσεως της κινδυνευούσης θρησκείας, είτε εν στιγμή θρησκοληψίας παρητήθη του θρόνου λέγων ότι δεν ηδύνατο πλέον να άρχη επί της γής, αφ' ού "εφόρεσε το σχήμα του Διός".

 

    Και ο μετ’ αυτόν βασιλεύσας Μαξιμιανός ίσην προσοχήν και ενθάρρυνσιν έδωκεν εις τους Ολυμπιακούς αγώνας. Και ούτος επιστρέφων εκ της εναντίον των Αρμενίων εκστρατείας του προσήλθεν εις τα Ολύμπια και εγένετο αλυτάρχης, εις τον αγώνα δε κατήλθον οι ευγενέστεροι νέοι των χρόνων του, τέκνα συγκλητικών και συγκλητικοί νεώτεροι. 

  Και περί τούτου ο Μαλάλας λέγει ότι επιστρέψας εις Ρώμην παρητήθη. ο χρονογράφος όμως φαίνεται ότι ανέγραψεν αβασανίστως φήμην κυκλοφορήσασαν τότε, μή επιβεβαιουμένην δε ιστορικώς.

 

    Οι Ολυμπιακοί αγώνες της Αντιοχείας περιέλαβον δάφορον των παλαιών της Ηλείας πρόγραμμα και κατέστησαν ποικιλώτεροι, συμφώνως προς τας απαιτήσεις της εποχής.

   [ Η λεπτομερής κατωτέρω περιγραφή των αγώνων οφείλεται εις τον Αντιοχέα χρονογράφον Μαλάλαν, από του οποίου την παραλαμβάνομεν ως έχει. ]

 

   «Εις την Αντιοχικήν Άλτιν ήρχοντο από πάσης πόλεως και χώρας νέοι ευγενείς κατά τάγμα αγωνιζόμενοι και εμέριζον αυτούς κατέναντι αλλήλων μετά δε της πολλής σωφροσύνης και επιεικείας διήγον μηδαμόθεν μηδέν κομιζόμενοι. Ήσαν γαρ εύποροι έχοντες και δούλους ιδίους εις την υπηρεσίαν έκαστος κατά τον ίδιον πλούτον. Οι δε πολλοί εξ αυτών και παρθένοι υπήρχον. Ήσαν δε και επιφερόμενοι πολύν χρυσόν εκ της ιδίας πατρίδος. αλλ' ευχής χάριν και τάγματος ηγωνίζοντο και δια το έχειν δόξας εις την ιδίαν πατρίδα. πολύν ουν είχον αγώνα και φόβον ερχόμενοι.

   Και οι μεν επάλαιον, οι δε έτρεχον, οι δε εσάλπιζον, οι δε επαγκρατίαζον, έτεροι δε επύκτευον πυξίνοις δακτύλοις πυκτικάς συμβολάς, άλλοι δε ηνιόχουν ίππους πρωτοβόλους, οι δε εφωνάσκουν τραγικά μέλη.

   Ήσαν δε και παρθένοι κόραι, φιλοσοφούσαι και κατά τάγμα σωφροσύνης ερχόμεναι και αγωνιζόμεναι και παλαίουσαι μετά βομβοναρίων, και τρέχουσαι και τραγωδούσαι και λέγουσαι ύμνους τινάς ελληνικούς, αίτινες γυναίκες μετά γυναικών εμάχοντο αγωνιζόμεναι πικρώς και περί τα παλαίσματα και περί τους δρόμους και περί το φώνημα.

   Και ει τις αυτών είτε γυνή είτε νέος του ιερού, φησί, δήμου κράζοντος εστέφθη, ο στεφανούμενος ως νικητής σώφρων έμενεν έως της τελευτής αυτού. εσφραγίζετο γαρ ευθέως μετά τον αγώνα και εγίνετο ιερεύς. ωσαύτως δε και παρθένοι φιλόσοφοι αι στεφανούμεναι εγίνοντο μετά τον αγώνα ιέρειαι.

    Κάκείθεν απεστρέφοντο πάντες, οι δε έχοντες κτήσεις χωρίων ου συνετέλουν, αλλ’ ασυντελείς έμενον, αφ' ού εστέφθησαν η κτήσις αυτού, τον χρόνον και μόνον της ζωής του στεφθέντος. ει δε και εργαστηρίων τινών εδέσποζεν, αλειτούργητα έμενε τον χρόνον της ζωής αυτού μόνον ά είχεν εργαστήρια ο αγωνισάμενος.

    Τοσούτοι δε ήσαν οι ερχόμενοι αγωνίσασθαι, ότι ουχ υπερεβάλλετο αριθμώ αλλ' όσους συνέβη ελθείν κατά τάγμα και είτε νέους είτε παρθένους κόρας πάντες εθεώρουν. Και ποτέ μεν πλήθος ήρχετο πολύ, ποτέ ουκ ήρχετο προς τους χρόνους και τους ανέμους της θαλάσσης".

 

    Βεβαίως πολλά τα κενά αφήνει η άλλως λεπτομερής αύτη περιγραφή του Αντιοχέως χρονογράφου Μαλάλα και πολλαί αυτού φράσεις απομένουσιν έτι σκοτειναί και αδιευκρίνητοι.

   Όπως δήποτε όμως εκ της περιγραφής εξάγεται ότι η μεγαλοπρεπής τελετή της Ηλείας μετεβλήθη ουσιωδώς εις την νέαν αυτής πατρίδα και ότι προσελάμβανεν ήδη θεωριών χροιάν, και μάλιστα θεωριών διεξαγομένων μεταξύ νέων και νεανίδων της προνομιούχου αριστοκρατίας.

   Εάν η μεταβολή αύτη εγένετο επίτηδες όπως οι αγώνες καταστώσι συμφωνότεροι προς τα κρατούντα τότε ήθη και καταλληλότεροι προς τας απαιτήσεις του κοινού, όπερ τοσαύτην αφοσίωσιν έτρεφε προς το θέατρον, δεν είναι βεβαιωμένον.

    Πάντες όμως οφείλομεν να ομολογήσωμεν ότι ως παρουσιάζοντο ήδη οι αγώνες ουδόλως περιείχον πλέον τον θρησκευτικόν και μεγαλοπρεπή χαρακτήρα, όν είχον εν Ηλεία, μή στηριζόμενοι δε απ’ ευθείας εις την θρησκείαν και μή αποβλέποντες, ως εκείνοι, εις σύσφιγξιν των δεσμών διαφόρων μεγάλων φυλών ενός και του αυτού έθνους, δεν περιέκλειον πλέον τα στοιχεία της ζωτικότητος, άτινα διέκρινον αυτούς εν τη πρώτη των κοιτίδι.

    Μάτην οι αυτοκράτορες, αλλά και η βουλή των Αντιοχέων προσεπάθησαν δι' ευεργετικών νόμων, δι' αυτοπρόσωπων ενεργειών να ενθαρρύνωσι την μεγάλην πανήγυριν. Μάτην κατήρχετο εις την κονίστραν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός, αδίκως δε οι συγκλητικοί και οι υιοί των και αι θυγατέρες των ευπατριδών επύκτευον και εφωνάσκουν και ηγωνίζοντο.

    Αδίκως η βουλή των Αντιοχέων παρέθετο μεγαλοπρεπή συμπόσια και προεκήρυττεν ασυδοσίαν των νικητών, απεδίωκε δε τους μίμους και τας κοινάς γυναίκας από τον εξαγιαζόμενον χώρον. Ματαίως ο Ηλιογάβαλος εξήρει τους αγώνας από των λοιπών θεαμάτων της σκηνής.

 

    Πάντα ταύτα εις ουδέν συνετέλουν. Οι αγώνες ήσαν καταδεδικασμένοι ή ν' αποθάνωσιν εξ ελλείψεως ενδιαφέροντος ή να καταργηθώσι. Και το τελευταίον τούτο συνέβη. Επί της βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού ο δήμος εγένετο κύριος του σταδίου της Δάφνης και αι φατρίαι των Βενέτων και των Πρασίνων έβαψαν δια ποταμού αιμάτων τον χώρον, εφ' ού τόσας ελπίδας εστήριξαν ο Διοκλητιανός και οι λοιποί αυτοκράτορες.

    Τέλος μετά δεκατεσσάρων ακόμη ετών άδοξον βίον τω 520 μ.Χ. ο αυτοκράτωρ Ιουστίνος κατήργησε τα Αντιοχικά Ολύμπια.

   Εν πάση περιπτώσει από του 520 αγώνες δεν αναφέρονται πλέον.

 

                                                                   Γ.Β.  Τσοκόπουλος.

 

/ - πηγή: περιοδικόν «Αρμονία»,

1901 – τεύχος 1ον, εν Αθήναις,

άρθρον:

Οι εν Αντιοχεία Ολυμπιακοί Αγώνες υπό Γ.Β. Τσοκοπούλου (σ. 1-11)

[ Εδώ παρουσιάστηκαν μέρη του άρθρου από τις σ. 4 -10.]

[ Το τονικό σύστημα μετατράπηκε, κατά το δυνατόν, σε μονοτονικό.]   









            Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com