Συμπόσια και συνήθειαι - Το Ρωμαϊκό συμπόσιο - δημοσίευμα 1877 - περ. "Παλλάς", Πάτραι - ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΣΙΑ

 




Συμπόσια και συνήθειαι

Το Ρωμαϊκό συμπόσιο

 

 

 

     Παρά τοις Ρωμαίοις παρουσίαζον εις τους συνδαιτημόνας πλήρη και λεπτομερή κατάλογον των διαφόρων φαγητών, όπως έκαστος τρώγη τα αρέσκοντα αυτώ.

    Ουδείς σχεδόν αγνοεί ότι οι αρχαίοι έτρωγον εξηπλωμένοι ή εστηριγμένοι επί των αγκώνων. Ετοποθέτουν συνήθως τας κλίνας περί τας τρεις πλευράς τετραγώνου τραπέζης εις τρόπον ώστε μία πλευρά να μένη ελευθέρα δια την υπηρεσίαν. Ήτο δε δι’ αυτούς ταντάλειος ποινή το να τρώγωσι καθήμενοι. Τότε δε μόνον έτρωγον καθήμενοι, ότε κατεβάλλοντο υπό της απελπισίας, ότε ημέλουν όλως τα της ευζωϊας αυτών, ή ότε ωθούμενοι υπό αυστηρότητος επέβαλλον εις εαυτούς στερήσεις και τιμωρίας. Ως ιδαιτέραν απόδειξιν θλίψεως και πένθους παρετήρησαν ότι από της εν Φαρσάλοις μάχης ο Κάτων δεν εξηπλώθη πλέον όπως γευματίση, και ο Διόδωρος μεταξύ των μεγαλυτέρων μόχθων του Πομπηϊου αριθμεί και το ότι ούτος έτρωγε καθήμενος εν καιρώ πολέμου.  

     Εν Ρώμη έκαστος συνδαιτυμών έφερε μεθ’ εαυτού το χειρόμακτρον αυτού. Ο Κάτουλλος απειλεί θανάτω τινά, όστις τω έκλεψε το χειρόμακτρον αυτού, και ο Μιρσιάλης σημειοί ότι Ερμογένης τις βλέπων, ότι ουδείς έφερε χειρόμακτρον, φοβούμενος μη κλαπή, επήρε το τραπεζομάνδηλο.

   Τούτο εν τούτοις δείται μικράς εξηγήσεως. Παρ’ ημίν η ισότης βασιλεύει μεταξύ των συνδαιτημόνων, καθ’ όσον τουλάχιστον αφορά τα χειρόμακτρα. Αλλά ταύτα εν Ρώμη ήσαν πολυτελείας αντικείμενον. διότι τα περιεκύκλουν με κροσσούς, πορφύραν, κεντήματα εκ χρυσού και μαργαριτών. Εκ τούτων λοιπόν εννοεί τις πόσην έκαστος είχε προσοχήν εις το να φυλάττη εν τω θυλακίω αυτού το εαυτού, και ότι χειρόμακτρον αξίας δισχιλίων ή τρισχιλίων σεστέρσων έφερεν εις πειρασμόν τους κλέπτας.

   Οι Ρωμαίοι εξέλεγον βασιλέα του συμποσίου ενίοτε κατά τύχην και πολλάκις δια των κύβων. Υπεχρεούντο δε ν’ ακολουθώσι τους νόμους του μονάρχου τούτου, να πίωσιν οσάκις και όσον ούτος διέττατε κτλ.

   Μεταξύ των εθίμων πολλά ήσαν θρησκευτικά. Εις το τέλος δε των συμποσίων προσηύχοντο κάμνοντες σπονδάς εις τα αγαθά πνεύματα και καίοντές τινα των καρυκευμάτων. Η θυσία αύτη εκαλείτο protervia.

    Μετά το τέλος του συμποσίου οι συνδαιτημόνες ανερχόμενοι εις τα ίδια ελάμβανον δώρα παρά του οικοδεσπότου.

     Η Κλεοπάτρα, μετά το λαμπρόν γεύμα, όπερ εν Κιλικία προσήνεγκε τω Μάρκω Αντωνίω και τοις αξιωματικοίς των Ρωμαϊκών στρατευμάτων, εδωρήσατο αυτοίς κλίνας, σκεύη και παν ό,τι ευρέθη επί της τραπέζης.  περιπλέον δε, φορεία όπως μεταφέρωσιν αυτούς εις τα ίδια μετά των αφρικανών δούλων, οίτινες εκόμιζον αυτά.

   

 

 

[ το δημοσίευμα «Συμπόσια και συνήθειαι» από το μηνιαίο περιοδικό σύγγραμμα «Παλλάς», Πάτραι, (εκδότης: Νικόλαος Δ. Βωτυράς), Έτος Α΄, φύλλον Δ΄, Ιούλιος 1877, σ. 124-125. ]

 

 

[ εδώ τμήμα μόνον του δημοσιεύματος ]

 

( το πρωτότυπο σε πολυτονικό )

 

 

 

 

 

 

[ χειρόμακτρον : τό μάκτρον τῆς χειρός, τεμάχιον ὑφάσματος, δι' οὗ ἀπομάσσει τις ἢ σπογγίζει τὰς χεῖρας, μανδήλιον ἢ πετσέτα φαγητού. ]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com

[ ανάρτηση 28 Μαρτίου 2023 :

«Συμπόσια και συνήθειαι»

δημοσίευμα 1877,

περ. «Παλλάς», Πάτραι ]

 

 

 

 


Πλάτων Δρακούλης - "Ιουλιανός ο Παραβάτης" - άρθρο, 1909 - ετήσια περιοδική έκδοση "Πανελλήνιον Λεύκωμα", Εν Κωνσταντινουπόλει

 




Πλάτων Δρακούλης

Ιουλιανός ο Παραβάτης

άρθρο 1909

 

 

 

 

 

 

Ιουλιανός ο Παραβάτης.

Ο διακαέστατος των Φιλελλήνων.

 

 

 

 

   Ο Ιουλιανός κατέτριψε τα παραγωγικότερα έτη του βίου του εις εκστρατείας και μάχας, και εις την μέριμναν της στρατιωτικής διοικήσεως του κράτους.

   Εν μέσω των περισπασμών του ουδέποτε επέτρεπε να παρέλθη στιγμή ευκαιρίας χωρίς να μελετήση τους προσφιλείς του Έλληνας συγγραφείς ή γράψη τι περί ελληνισμού και Ελλάδος. Η θεοσοφική σχολή της Αλεξανδρείας είχεν ελκύσει το πνεύμα του ισχυρότατα.

 

   Εν τω μέσω του θριάμβου του, μαχόμενος κατά των Περσών, δύο έτη αφ’ ότου ανήλθεν εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον έπεσε βληθείς υπό εχθρικής, καίτοι όχι περσικής χειρός. Άγνωστον τίς ηκόντησε κατ’ αυτού, αλλ’ αι ενδείξεις πάσαι άγουσιν ημάς να παραδεχθώμεν την θεωρίαν ότι χειρ χριστιανού έδωκε τέρμα εις την τόσην γοητείας και χάριτος πλήρη ζωήν του.

 

   Αι τέσσαρες σύγχρονοι πηγαί περί Ιουλιανού είναι αι αφηγήσεις του Αμμιανού Μαρκελλίνου, οι λόγοι του Λιβανίου, οι λόγοι Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και τα έργα του ιδίου του Ιουλιανού.

 

   Αι αφηγήσεις του Αμμιανού Μαρκελλίνου έχουσι το πλεονέκτημα της αμεροληψίας. Ο γράψας ούτε ήτο Χριστιανός ούτε εφρόντιζε περί θρησκευτικής παλινορθώσεως. Ήτο θαυμαστής του Ιουλιανού, αλλά δεν εδίστασε να τον επικρίνη δια τον θρησκευτικόν ζήλον του.

   Ο Λιβάνιος ήτο είς των επιφανεστέρων Ελλήνων της εποχής, εμίσει δε τον χριστιανισμόν εκ στενού πατριωτισμού, ήτοι οπισθοδρομικής αφοσιώσεως προς τα πάτρια.

   Το άλλον άκρον του Λιβανίου ήτο ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Ήτο όλος πυρ υπέρ του επισημοποιημένου χριστιανισμού, και αφ’ ής ετέλει εν Αθήναις συμμαθητή του Ιουλιανού ησθάνθη απ’ ενστίκτου σφοδράν αντιπάθειαν κατά του σιγηλού και φιλοσοφικού ηγεμονόπαιδος.

   Τα διασωθέντα έργα του Ιουλιανού επιμελών ερευνώμενα αποκαλύπτουσι ψυχήν γενναίαν, πλήρη ενθουσιασμού δια τον Πλάτωνα και την νεοπλατωνικήν Σχολήν της Αλεξανδρείας, ψυχήν παραπαίουσαν μεν ενίοτε ως εκ του υπερβολικού ζήλου της, αλλά αναμφισβητήτως ποθούσαν να συντελέση εις την αναγέννησιν της ανθρωπότητος.

 

   Εν τούτοις ο βίος του Ιουλιανού αποδεικνύει τρανώς την θαυματουργόν δύναμιν της εσωτερικότητος, και ως τοιούτος δεν υπήρξεν επί ματαίω. Η δράσις του διατρανοί την βιονομικήν αλήθειαν ότι ο ενδότερος βίος είναι η πηγή παντός σθένους και πάσης μεγαλουργίας.

 

 

 

 

 

   Όξφορδ

 

                                                   ΠΛΑΤΩΝ ΔΡΑΚΟΥΛΗΣ  

 

 

 

 

[ Το άρθρο του Πλάτωνος Δρακούλη «Ιουλιανός ο Παραβάτης. Ο διακαέστατος των Φιλελλήνων» δημοσιεύθηκε στην ετήσια περιοδική έκδοση «Πανελλήνιον Λεύκωμα», (Ετήσια Εθνική, Πολιτική και Φιλολογική Επιθεώρησις Εικονογραφημένη), Εν Κωνσταντινουπόλει, 1909, σ. 108-113. ]

 

( εδώ μόνον αποσπάσματα από το άρθρο )

 

( το πρωτότυπο σε πολυτονικό ).

 

 

 

 


 


 

     


 

 

 

 

 

Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com

[ ανάρτηση 27 Μαρτίου 2023 :

Πλάτων Δρακούλης,

«Ιουλιανός ο Παραβάτης»,

άρθρο, 1909

Πανελλήνιον Λεύκωμα,

Εν Κωνσταντινουπόλει, 1909 ]

 

 

 


Βελισσάριος Φρέρης "Στο τρίτο πάτωμα" - διήγημα, 1927 - σειρά: "Προλεταριακές Τραγωδίες"

 




Βελισσάριος Φρέρης

« Στο τρίτο  πάτωμα »

διήγημα

σειρά: Προλεταριακές Τραγωδίες

δημοσίευση 1927, περ. «Νεοελληνικά Γράμματα»

 

 

 

 

 

                    « Στο τρίτο πάτωμα »

 

   Σαν πήγε η Άννα το πρωϊ στο ξενοδοχείο για να πιάσει δουλειά είταν δασκαλεμένη, γιατί μια μέρα πριν της μίλησε ο ξενοδόχος για τα καθήκοντά της.

 – Μόλις έρχεσαι θα γιομίζεις τα κιούπια του τρίτου πατώματος, ύστερα θα σφουγγαρίζεις το διάδρομο και τη σκάλα και σα φύγουν οι πελάτες θα πιάνεις τα δωμάτια. Όπως σου ’πα, θα φροντίζεις μονάχα για το τρίτο πάτωμα κι όταν γλυτώνεις θα βοηθάς την άλλη καμαριέρα. Κατάλαβες, βέβαια… Είναι ανάγκη να τα ξαναπούμε; ρώτησε ο ξενοδόχος και βάλθηκε να ξεφυλλίζει ένα μάτσο λογαριασμούς.

   Η Άννα έγνεψε πως κατάλαβε κ’ έκανε να φύγει.

 

 

   Της χρειάστηκε μισή ώρα για να γεμίσει τα πιθάρια. Ύστερα βάλθηκε να σφουγγαρίζει και σαν τέλειωσε κάθισε στην ταράτσα να στεγνώσει. Από κει έβλεπε το στενόμακρο διάδρομο του τρίτου πατώματος με τα έξη δωμάτια. Οι πόρτες είταν κλειστές, γιατί οι πελάτες δεν είχαν φύγει ακόμη. Μέσα στο πρώτο δωμάτιο άκουγε κάποιο να σφυρίζει, έπειτα να σταματά το σφύριγμα και ν’ αρχίζει το τραγούδι. Κ’ η Άννα συλλογιζόταν τί είδους φάτσα μπορούσε νά ’χει αυτός ο πελάτης και τί φυσικά. Τόνε φανταζόταν ψηλό, με ξυρισμένο μουστάκι και με μαύρα ρούχα. Και πίστεψε πως θα ’χε καλή καρδιά. Ένας άνθρωπος που πιάνει το σφύριγμα και το τραγούδι μόλις ξυπνήσει δέ μπορεί να ’ναι διαστρεμένος.  

   Κοντά στον πελάτη που σφύριζε σκέφθηκε και τους άλλους. Ονομάτισε με το νου της τον καθένα, φαντάστηκε τα χαρακτηριστικά του, το μπόϊ του κι ακόμη την καρδιά του. Κι αν δεν τους νόμισε όλους νέους κι όμορφους, θάρεψε και τους έξη καλούς.

   Έπειτα βάλθηκε να σκεδιάζει τί θάλεγε στον καθένα σαν τόνε πρωταντίκρυζε. Βέβαια πρώτα απ’ όλα θα τον καλημέριζε, ύστερα θα τόνε ρωτούσε αν θέλει τίποτα κ’ ύστερα… Εδώ τ’άμπλεξε. Μά βρήκε ευτύς τη λύση. Θα ’ταν η σειρά του πελάτη να μιλήσει.

   Πάνω σ’ αυτές τις σκέψεις άκουσε την πόρτα της πρώτης κάμαρας ν’ ανοίγει με θόρυβο. Η Άννα τινάχτηκε, τίτωσε την ποδιά της, που είχε μισοστεγνώσει και μπήκε στο διάδρομο.

 – Καλή μέρα σας… Θέλετε τίποτα; ρώτησε τον πελάτη.  

  Εκείνος την κοίταξε καλά και με περίεργα μάτια, Κ’ είπε:

 – Ναι… Ήθελα λίγο νερό.

 – Αμέσως… αμέσως, απάντησε η Άννα κ’ έκανε να βγει στην ταράτσα που είταν τα πιθάρια.   

 – Μα έλα να πάρεις πρώτα την καράφα, της είπε ο πελάτης και μπήκε στο δωμάτιο.

   Η Άννα γύρισε στο διάδρομο και πήγε να σταθεί μπροστά στη μισόγυρτη πόρτα της κάμαρας. Έβλεπε τον πελάτη να’ ναι ορθός πλάι στο παράθυρο, και να σφυρίζει ένα γρήγορο βαλς. Κ’ η Άννα είχε πως είχε γελαστεί στις προβλέψεις της. Ο πελάτης είταν κοντός, μα πολύ κοντός, είχε μουστάκι και μάλιστα χρυσαφί και φορούσε σταχτιά ριγέ ρούχα.

 – Έμπα, έμπα κορίτσι μου να πάρεις την καράφα, της είπε ο πελάτης.

  Η Άννα μπήκε δειλά, προχώρησε ως το βάθος της κάμαρας, ζύγωσε το λαβομάνο, πήρε την καράφα και βγήκε βιαστική σα να την κυνήγησε κανείς.

  Σε λίγο ξαναγύρισε με γεμάτη την καράφα. Την έβαλε στη θέση της κ’ έκανε να βγει, μά κοντοστάθηκε γιατί της μίλησε ο πελάτης.

 – Πώς σε λένε;  τη ρώτησε.

 – Άννα, είπε βλέποντας το πάτωμα.

 – Θα μας περιποιείσαι, τώρα, σύ ;

 – Μάλιστα…

 – Χμ! Τί ωραία ! ψιθύρισε ο πελάτης και κοίταξε την Άννα με μια ύποπτη τρυφερότητα.

   Την έβρισκε ασύγκριτα καλήτερη από την άλλη, την προηγούμενη, που αν κ’ είχε ανάστημα και αρκετά νόστιμο πρόσωπο, είταν ψυχρή κ’ είχε το κακό ελάττωμα να τσεβδίζει.

 – Κι από πού κατάγεσαι ; ρώτησε ο πελάτης με πολύ ενδιαφέρο.

   Η Άννα δεν κατάλαβε.

 – Από πού είσαι;

 – Α! Μικρασιάτισσα… Απ’ τον Τσεσμέ, είπε τώρα η Άννα ταραγμένη.

   Η περιέργεια τούτη της φαινότανε παράξενη. Ποτέ δέ θα τόβαζε στο μυαλό της ότι από την πρώτη στιγμή θα της πιάνανε ψιλή κουβέντα.

   Ο πελάτης τη ζύγωσε με θάρρος. Η Άννα έκανε δυο βήματα πίσω, μα στο μεταξύ ο κύριος είχε κιόλας απλώσει το χέρι του στο μπράτσο της. Τα μάγουλα της Άννας κοκκίνησαν κ’ η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Πήγε κάτι να πει. Τη σταμάτησαν, όμως, δυνατά παλαμάκια που χτυπούσαν όξω στο διάδρομο. Βγαίνοντας από την κάμαρα άκουσε τον πελάτη να της λέει σιγά:

 – Άννα, σαν τελειώσεις να ξανάρθεις… Θέλω κάτι να σου πω…

 

 

 

  Η Άννα βρέθηκε καθισμένη στην ίδια θέση που είχε καθίσει λίγο πριν για να στεγνώσει. Θυμήθηκε ότι έμεναν ακόμη τρεις πελάτες που δεν τους είχε αντικρύσει. Είταν όλοι τους έξη. Έξη θεριά ! Συλλογίστηκε, για μια στιγμή να σηκωθεί να φύγει. Μά ύστερα; Η μάννα της είταν άρρωστη κι ο αδερφός της έφυγε, λίγες μέρες πριν, φαντάρος. Θυμήθηκε το τί τράβηξε για να βρει δουλιά. Όπου πήγαινε της λέγανε πως δεν είχαν ανάγκη. Θά’μενε. Δέ μπορούσε παρά να μείνει.

 

 

 

(Προλεταριακές Τραγωδίες)

 

                                                       Βελισσάριος Φρέρης

 

 

[ το διήγημα του Βελισσάριου Φρέρη «Στο τρίτο πάτωμα», προερχόμενο από τη σειρά διηγημάτων του «Προλεταριακές Τραγωδίες», δημοσιεύθηκε στο περ. «Νεοελληνικά Γράμματα», Ηράκλειο Κρήτης, δντής: Γιάννης Μουρέλλος, (τεύχος 9ο), Βιβλίο Έννατο, Ιούνιος 1927, σ. 403-413. ]

 

 

( εδώ το διήγημα δεν είναι πλήρες )

( το πρωτότυπο σε πολυτονικό )

 

 

  

 

 


 

 

 


 

  

 

Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com

[ ανάρτηση 18 Μαρτίου 2023 :

Βελισσάριος Φρέρης,
«Στο τρίτο πάτωμα»,

διήγημα, 1927

σειρά «Προλεταριακές Τραγωδίες» ]

 

 

 


Marg Yourcenar "Le Jardin des Chimeres" - [ ICARE - Legendre Dramatique ] - 1921

 





Marguerit Yourcenar

 

Marg Yourcenar

Le Jardin des Chimeres

[ ICARE – Legendre Dramatique ]

Paris

1921

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 


 

 

 


 

 

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

   Ο Μάγος Δαίδαλος και ο Ίκαρος, ο γιος του, έχουν κλειστεί στο Λαβύρινθο της Κρήτης από τον Μίνωα, τον βασιλιά του νησιού, ο οποίος φοβάται τη δύναμη του Μαγευτή. Ένα υπέροχο τέρας, η Χίμαιρα, φυλάει την πόρτα που πρέπει να βρεθεί και να διασταυρωθεί για να επιστρέψει στον κόσμο. Μετά από πολύωρες μάταιες αναζητήσεις, ο Ίκαρος, ερωτευμένος με τον Ήλιο και θέλοντας να ξεφύγει από τη θλίψη του υπέροχου κήπου, καταφέρνει να δαμάσει τη Χίμαιρα και παίρνει τα φτερά της για να ανέβει στο αστέρι, ενώ ο Δαίδαλος, κουρασμένος και απογοητευμένος, πεθαίνει στον Λαβύρινθο χωρίς έχοντας καταφέρει να φτιάξει τα ανθρώπινα φτερά που ονειρευόταν.

 

(μετάφραση στα ελληνικά: Wikipaideia)

 

 

 


 

 

   Χωρίς να ακούσει τα τραγούδια των Σειρήνων, τα καλέσματα των λαών, τις φωνές των Ανέμων που του υπόσχονται τους θησαυρούς και τις αυτοκρατορίες της γης, ο Ίκαρος συνεχίζει να ανεβαίνει προς τον Ήλιο. Τα φτερά του φουντώνουν. Πέφτει, και οι Σειρήνες θρηνούν το θάνατο του γιού του Δαιδάλου και την αχρηστία της ελπίδας και της θυσίας, ώσπου ο Ήλιος,  εμφανιζόμενος ανάμεσά τους, δοξάζει την ανθρώπινη προσπάθεια, έστω και άχρηστη, προς το φως και προς την Ομορφιά…

 

 

 (μετάφραση στα ελληνικά: Wikipaideia)

 

 

 


 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

πηγή: Livre:Yourcenar - Le Jardin des chimères.djvu

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com

[ ανάρτηση 18 Μαρτίου 2023 :

Marg Yourcenar,
“Le Jardin des Chimeres”

[ ICARE – Legendre Dramatique ]

1921 ]