J.S. ADAMS, "INEQUITY IN SOCIAL EXCHANGE" - ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

 



J. Stacy Adams, “Inequity in Social Exchange”

J. Stacy Adams, «Ανισότητα στην Κοινωνική Ανταλλαγή»

 

[ Παρατίθεται κατωτέρω μεταφρασμένο απόσπασμα από το άρθρο του  Βέλγου κοινωνικού ψυχολόγου J.S. Adams, (γέννηση 1925), δραστηριοποιηθέντος από ακαδημαϊκής απόψεως στις ΗΠΑ, με τίτλο του άρθρου “Inequity in Social Exchange”. To συγκεκριμένο άρθρο-κεφάλαιο είναι το έβδομο κεφάλαιο του συλλογικού τόμου “Advances in Experimental Social Psychology”, vol. 2, (1965), σειράς που επιμελείτο για χρόνια ο ψυχολόγος Leonard Berkowitz.

[  Συνδεόμενες με το παρόν κεφάλαιο του J.S. Adams είναι ενδεικτικά και οι εξής μελέτες-δημοσιεύσεις του:

-Adams, J. S. (1963). “Towards an understanding of Inequity”, The Journal of Abnormal and Social Psychology, 67(5), 422–436.

-Adams, J.S. (1965). "Inequality in social exchange", Advanced Experimental Psychology, 62: 335–343. ]

   Στην παρούσα αποσπασματική απόπειρα απόδοσης στα ελληνικά παρουσιάζονται τμήματα από το αρχικό μέρος του άρθρου, αυτό δηλαδή που αφορά την παρουσίαση της έννοιας “relative deprivation” και την κριτική σε αυτή.

   To πλήρες άρθρο-κεφάλαιο καταλαμβάνει τις σελίδες 267-299 στο συγκεκριμένο βιβλίο “Advances in Experimental Social Psychology”, vol. 2.

  ( Εν παρόδω θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι αναφορές στην έννοια “exchange” εντοπίζονται το πρώτον στον Αριστοτέλη, στη μονογραφία του «Ηθικά Νικομάχεια», όπου εκεί και στο τρίτο βιβλίο, και στο πέμπτο, κατά την ανάλυση/κατηγοριοποίηση των ανθρωπίνων πράξεων εδράζεται στα «συναλλάγματα» για την κατάταξή τους, τα οποία διαχωρίζει σε «εκούσια συναλλάγματα» και σε «ακούσια συναλλάγματα».

  Επίσης στο δεύτερο μέρος του άρθρου, το οποίο παρουσιάζει την θεωρία του Homans για την “distributive justice”, η εκκίνησή της έννοιας εντοπίζεται και πάλι στον Αριστοτέλη στο πέμπτο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων, όπου εκεί παρουσιάζει την «διανεμητική δικαιοσύνη» και τα χαρακτηριστικά της, την «κατ’ αμοιβαιότητα δικαιοσύνη» και τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, και υπονοεί και την «διορθωτική δικαιοσύνη» (redistributive justice), επανορθωτική είναι η εναλλακτική εκδοχή αναφοράς της, η οποία αφορά στις συναλλαγές των ανθρώπων μεταξύ τους. Στο συγκεκριμένο άρθρο γίνεται σύντομη μνεία στον Αριστοτέλη ως προς το θέμα της «distributive justice” (διανεμητικής/κατανεμητικής δικαιοσύνης) και την εκκίνηση της συγκεκριμένης έννοιας. )

   Αντιγράφω τα μέρη (δομή) του συγκεκριμένου άρθρου:

/  Ι. Introduction

/ II. Relative Deprivation

/ III. Distributive Justice

/ IV. Inequity

        / - A. Antecedents of Inequity

        / - B. Definition of Inequity

        / - C. Consequences of Inequity

          /-1. Person altering his Inputs.

              /-2. Person altering his Outcomes.

              /-3. Person Distorting his Inputs and Outcomes Cognitively.

              /-4. Person Leaving the Field.

              /-5. Person Acting on Other.  

              /-6. Person Changing the Object of His Comparison.

              /-7. Choice among Modes of Inequity Reduction.

/ V. Conclusion. ]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από το βιβλίο:

  Leonard Berkowitz, (ed.), “Advances in Experimental Social Psychology”, volume 2, Academic Press, New York, San Francisco, London, 1965.

  Leonard Berkowitz, ( επιμ. ), «Πρόοδοι στην Πειραματική Κοινωνική Ψυχολογία», τόμος 2, Academic Press, Νέα Υόρκη, Σαν Φρανσίσκο, Λονδίνο, 1965.

 

 

 J. Stacy Adams, “Inequity in Social Exchange”

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (Introduction):

   Οι φιλόσοφοι, οι πολιτικοί επιστήμονες, οι πολιτικοί, οι νομικοί και οι οικονομολόγοι ήταν παραδοσιακά αυτοί που ασχολήθηκαν με τη δίκαιη κατανομή του πλούτου, της εξουσίας, των αγαθών και των υπηρεσιών στην κοινωνία.

  Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι, με τις αξιοσημείωτες εξαιρέσεις των Blau (1964), Homans (1961), και Thibaut και Kelley (1959), έχουν επιδείξει ελάχιστα επαγγελματικό ενδιαφέρον σε αυτό το θέμα, παρά το γεγονός ότι η διαδικασία ανταλλαγής (process of exchange) είναι σχεδόν συνεχής στις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις. Φυσικά, έχουν μελετήσει την κοινωνική συμπεριφορά που συνεπάγεται αμοιβαίες, σε διάκριση με τις μονομερείς συναλλαγές, αλλά οι απόψεις τους έχουν επικεντρωθεί στο μέγεθος και το περιεχόμενο των επικοινωνιών. Επίσης στις αλλαγές των στάσεων, στις παρακινητικές (motivational), αντιληπτικές και τις συμπεριφορικές αλλαγές. Επίσης στις αλλαγές στη δομή της ομάδας, της ηγεσίας και ούτω καθεξής, και όχι στην ίδια την ανταλλαγή καταλλήλως.

    Ωστόσο, η διαδικασία της ανταλλαγής (process of exchange) φαίνεται να έχει χαρακτηριστικά ιδιόμορφα και να δημιουργεί επιπτώσεις, κίνητρα και συμπεριφορά που δεν μπορούν να προβλεφθούν, εάν δεν γίνουν κατανοητές οι διαδικασίες της ανταλλαγής.

    Ένα διακριτικό χαρακτηριστικό των διαδικασιών ανταλλαγής είναι ότι τα αποτελέσματά τους έχουν τη δυνατότητα να θεωρηθούν ως δίκαια ή άδικα. Αλλά ποιες είναι οι συνέπειες των αποτελεσμάτων που θεωρούνται ότι πληρούν ή δεν πληρούν τους κανόνες δικαιοσύνης;

   Σχεδόν όλη η προσοχή που δόθηκε σε αυτήν την ερώτηση ήταν η εγκαθίδρυση μίας σχέσης μεταξύ της προσληφθείσας αδικίας και της δυσαρέσκειας [between perceived injustice and dissatisfaction] ( Homans, 1950, 1953, 1961, / Jaques, 1956, 1961, / Patchen, 1959, 1961, / Stouffer et al., 1949, / Vroom, 1964, / Zaleznik et al., 1958). Δεν αποτελεί έκπληξη ότι αυτό έγινε με επιτυχία.

   Όταν ένας άνθρωπος αντιμετωπίζεται άδικα απλά εκφράζει δυσαρέσκεια; Δεν υπάρχουν άλλες συνέπειες των άδικων ανταλλαγών; Ποια συμπεριφορά είναι προβλέψιμη; Αυτές οι ερωτήσεις και οι σχετιζόμενες με  αυτές αποτελούν το βασικό μέλημα αυτού του άρθρου.

     Αντί απλώς να παρουσιάσουμε μια θεωρία από την οποία μπορεί να συναχθεί η συμπεριφορά των ατόμων που εμπλέκονται σε μια κοινωνική ανταλλαγή, το σχέδιο αυτού του κεφαλαίου είναι να παρουσιάσει πρώτα με χρονολογική σειρά δύο κύριες έννοιες που σχετίζονται με την αντίληψη της δικαιοσύνης και της αδικίας.

    Πρώτον είναι η έννοια της «σχετικής αποστέρησης» [relative deprivation] και η συμπληρωματική έννοια της «σχετικής ικανοποίησης» [relative gratification], που αναπτύχθηκε από τον Stouffer και τους συνεργάτες του (1949). Στη συνέχεια θα συζητηθεί η πολύ καλά επεξεργασμένη έννοια του «διανεμητικής δικαιοσύνης» [distributive justice] του  Homans (1961). Αυτά θα ενσωματωθούν σε μια θεωρία της ανισότητας [inequity] από την οποία θα είναι δυνατόν να προσδιοριστούν τί προηγείται (της αδικίας) και οι συνέπειες της αδικίας στις ανθρώπινες ανταλλαγές.

 

 

ΙΙ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΗ.

[ ii. Relative deprivation ]

    Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η δημοσίευση του πρώτου τόμου του «American Soldier» από τον Stouffer και τους συναδέλφους του (1949) ενθουσίασε το ενδιαφέρον των κοινωνιολόγων και των κοινωνικών ψυχολόγων. Αυτό οφειλόταν τουλάχιστον εν μέρει εξ αιτίας εισαγωγής μιας νέας έννοιας, της «σχετική στέρησης», που χρησιμοποίησαν οι συγγραφείς για να εξηγήσουν κάποια φαινομενικά παράδοξα ευρήματα .

    Σύμφωνα με τους Merton και Kitt (1950), η επίσημη κατάσταση της έννοιας της «σχετικής αποστέρησης» ήταν εκείνη μιας παρεμβαίνουσας μεταβλητής που εξηγούσε τη παρατηρούμενη σχέση μεταξύ μιας ανεξάρτητης μεταβλητής, όπως το επίπεδο εκπαίδευσης ή το ποσοστό προαγωγής, και μιας εξαρτημένης μεταβλητής, όπως η ικανοποίηση σε κάποια πτυχή της στρατιωτικής ζωής.

    Η σχετική αποστέρηση (relative deprivation) δεν ορίστηκε επισήμως από τους συγγραφείς, ούτε από τους Merton και Kitt (1950), οι οποίοι ανέλυσαν λεπτομερώς την επίπτωση της έννοιας στην κοινωνιολογική θεωρία γενικά και ειδικότερα στη θεωρία των ομάδων αναφοράς (reference group theory).

   Η ουσιαστική σημασία της έννοιας «σχετική στέρηση» μπορεί να συναχθεί από δύο απεικονίσεις της χρήσης της από τους συγγραφείς του «The American Soldier».

   Παρά το αντικειμενικό γεγονός ότι οι στρατιώτες με εκπαίδευση Λυκείου είχαν καλύτερες ευκαιρίες για πρόοδο στον στρατό, οι απόφοιτοι λυκείου δεν ήταν τόσο ικανοποιημένοι με την κατάσταση και τις θέσεις εργασίας τους σε σχέση με τους λιγότερο μορφωμένους άντρες. Αυτό το φαινομενικό παράδοξο εξηγείται από την υπόθεση ότι οι υψηλότερα μορφωμένοι άντρες είχαν υψηλότερα επίπεδα φιλοδοξίας, εν μέρει βασιζόμενα στο ποιες θα ήταν οι ρεαλιστικές προσδοκίες για την κοινωνική θέση τους (status) στην πολιτική ζωή, και ότι αυτοί, ως εκ τούτου, ήταν σχετικώς αποστερημένοι ως προς το status τους εντός του στρατού και ήταν λιγότερο ικανοποιημένοι με το status που είχαν επιτύχει.

   Μπορεί να σημειωθεί ότι η εγκυρότητα αυτής της εξήγησης εξαρτάται από την απόδειξη ότι το επίπεδο φιλοδοξίας είναι μεγαλύτερο από την θέση (status) που επιτεύχθηκε μεταξύ των αποφοίτων Λυκείου σε σύγκριση με τους στρατιώτες με χαμηλότερη εκπαίδευση. Ενώ αυτό  δεν αποδεικνύεται από τους συγγραφείς, φαίνεται όμως να είναι μια αξιόπιστη υπόθεση. Είναι, λοιπόν, η «σχετική στέρηση» που εξηγεί την χαμηλότερη ικανοποίηση μεταξύ των καλύτερα μορφωμένων ανδρών.

   Μια δεύτερη ενδεικτική χρήση της «σχετικής στέρησης» γίνεται από τους συγγραφείς του «The American Soldier», σύμφωνα με το αινιγματικό γεγονός ότι οι άντρες του σώματος της Αεροπορίας ήταν λιγότερο ικανοποιημένοι με τις ευκαιρίες προαγωγής από ό, τι οι άντρες στη Στρατιωτική Αστυνομία, παρόλο που οι αντικειμενικές ευκαιρίες για κινητικότητα ήταν πολύ μεγαλύτες στην Αεροπορία.

   Η σχετική στέρηση χρησιμοποιείται για να εξηγήσει την ανωμαλία ως εξής: Το υψηλά ποσοστά προαγωγής στην Αεροπορία προκαλούν υψηλές προσδοκίες κινητικότητας. Οι άνδρες χαμηλότερης κατάταξης και χαμηλής κινητικότητας, σε σύγκριση με τους άνδρες υψηλότερης κατάταξης και υψηλής κινητικότητας, αισθάνονται αποστερημένοι μπροστά στις προσδοκίες τους και εκφράζουν δυσαρέσκεια. Από την άλλη πλευρά, μεταξύ των υπηρετούντων στη Στρατιωτική Αστυνομία, οι προσδοκίες για προαγωγή είναι χαμηλές και η τύχη των περισσότερων αστυνομικών είναι αρκετά παρόμοια: δηλαδή, χαμηλόβαθμοι ( low rank).

   Συνοπτικά, υπάρχει μια ασυμφωνία/απόκλιση ανάμεσα στην προσδοκία και την επίτευξη μεταξύ των στρατευμένων ανδρών στην Αεροπορία, και μικρή ή καθόλου απόκλιση ανάμεσα στις προσδοκίες και την επίτευξη μεταξύ των ανδρών της Στρατιωτικής Αστυνομίας. Η απόκλιση (discrepancy) οδηγεί σε δυσαρέσκεια σε σχέση με την κινητικότητα. Ή γενικότερα, η υποτιθέμενη ύπαρξη ασυμφωνίας μεταξύ προσδοκίας και επιτεύγματος θεωρείται ότι εξηγεί την εμπειρική παρατήρηση ότι οι άνδρες ήταν λιγότερο ικανοποιημένοι στον έναν κλάδο από ότι στον άλλο.

   Ο Spector (1965), σε ένα πείραμα που σχετίζεται άμεσα με αυτά τα ευρήματα από τους Stouffer et al., τροποποίησε την προσλαμβανόμενη δυνατότητα προαγωγής και εκπλήρωσης και έλεγξε την υπόθεση ότι «αποτυγχάνοντας έναν ελκυστικό στόχο, το ηθικό ενός ατόμου θα είναι υψηλότερο εάν η πιθανότητα για την  επίτευξη του στόχου είχε θεωρηθεί χαμηλή από ό, τι εάν είχε θεωρηθεί υψηλή » (p. 52).

   Ο Spector διαπίστωσε ότι η ομάδα υψηλών προσδοκιών χωρίς προαγωγή είχε χαμηλότερο ηθικό και ήταν λιγότερο ικανοποιημένη με το σύστημα προαγωγής από ό, τι ήταν η ομάδα χαμηλών προσδοκιών χωρίς προαγωγή. [ Spector, A.J., (1956), “Expectations, fulfillment, and morale”, Journal of Abnormal Social Psychology, 52, 51-56.]

 

   Συγκρίσιμα ευρήματα έχουν βρεθεί από τον Gebhard (1949). [ Gebhard, Mildred E. (1949), ‘Changes in the attractiveness of activities: the effect of expectation preceding performance”, Journal of Experimental Psychology, 39, 404-413.]

   Τα αποτελέσματα της σχετικής στέρησης (η άδικη παραβίαση των προσδοκιών) πάνω στις κοινωνιομετρικές επιλογές φαίνονται ξεκάθαρα σε ένα πείραμα σχεδιασμένο από τον Thibaut (1950) για να εντοπίσει τις συνθήκες που επηρεάζουν την ομάδα συνοχή-συνεκτικότητα.

  [ Thibaut, J. (1950), «An experimental study of the cohesiveness of underprivileged groups”, «Μια πειραματική μελέτη της συνοχής/συνεκτικότητας των μειονεκτούντων/υποπρονομιούχων ομάδων», Human Relations, 3, 251-278.]

   Ο Thibaut (1950) δημιούργησε συνθήκες σχετικής αποστέρησης, οι οποίες δεν ήταν λιγότερο αληθινές επειδή δημιουργήθηκαν ακούσια από τους χειρισμούς τους στην κοινωνική θέση της ομάδας (group status) και την ομαδική επιτυχία. Από την άποψη αυτή, το πείραμά του είναι ανάλογο με εκείνο του Spector. Ωστόσο, η φύση του πειραματικού του έργου επέτρεψε να εμφανιστεί αυθόρμητα ένα πολύ ευρύ φάσμα συμπεριφορών.

   Ως εκ τούτου υπήρχε άμεση απόδειξη των συναισθημάτων της αδικίας ως αντίδραση στη χειραγώγηση της σχετικής στέρησης, καθώς και της δυσαρέσκειας, της εχθρότητα, της απόσυρσης (wtihdrawl), και των  αλλαγών στις κοινωνιομετρικές επιλογές.

 

  [ η κριτική για την υπόθεση της σχετικής αποστέρησης και η υποκατάστασή της από την έννοια της αδικίας ]

   Υπάρχουν ορισμένα συμπεράσματα. 

  Πρώτον, φαίνεται ότι η πρόδηλη δυσαρέσκεια και άλλη συμπεριφορά είναι αποκρίσεις στην αισθανθείσα έντονη αδικία, και όχι άμεσα στη σχετική αποστέρηση. Η σχετική αποστέρηση είναι μια κατάσταση που συμβαίνει φυσιολογικά ή ένας πειραματικός χειρισμός που προκαλεί συναισθήματα αδικίας. Με τη σειρά τους, τα αισθήματα αδικίας προκαλούν εκφράσεις δυσαρέσκειας. Η αδικία, λοιπόν, μπορεί να ειπωθεί ότι μεσολαβεί στα αποτελέσματα της σχετικής αποστέρησης.

   Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι αυτό που είναι/θεωρείται ως δίκαιο, βασίζεται σε σχετικά ισχυρές προσδοκίες, όπως ότι το μορφωτικό επίπεδο θα συσχετιστεί με την επίτευξη της θέσης (status) εργασίας,  και ότι κάποιος θα προαχθεί με τον ίδιο ρυθμό που προάγεται και κάποιος με τη σειρά του, ή ότι ο ρόλος που παίζει κάποιος σε μια κατάσταση θα ευθυγραμμίζεται με τον ρόλο που συνήθως υποθέτει.

   Τρίτον, είναι σαφές ότι μια συγκριτική διαδικασία είναι εγγενής στην ανάπτυξη των προσδοκιών και στην αντίληψη της αδικίας, όπως υπονοείται από τον όρο «σχετική αποστέρηση».

   Οι άνδρες με υψηλό μορφωτικό επίπεδο ένιωσαν ότι τους μεταχειρίστηκαν άδικα σε σύγκριση με τη μεταχείριση που θα είχαν λάβει στην πολιτική ζωή ή σε σύγκριση με τη μεταχείριση που λάμβαναν οι πολίτες. Αδικία βίωσαν οι άνδρες που δεν είχαν προαχθεί ή είχαν λιγότερη-κινητικότητα σε σχέση με τη γενική κινητικότητα των ανδρών στο Σώμα της Αεροπορίας, ενώ δεν υπήρχε τέτοια αίσθηση αδικίας μεταξύ των στρατιωτικών αστυνομικών χαμηλής κινητικότητας όταν συνέκριναν το ποσοστό προαγωγής τους με το χαμηλό ποσοστό προαγωγών που επικρατούσε στη στρατιωτική αστυνομία.

    Τέλος, μπορεί να σημειωθεί ότι η αίσθηση της αδικίας είναι μια απάντηση σε μια απόκλιση (discrepancy) μεταξύ του τι γίνεται αντιληπτό ότι είναι και του τι γίνεται αντιληπτό ότι θα έπρεπε να είναι.

    Στις επεξηγηματικές περιπτώσεις που ελήφθησαν από το βιβλίο  "The American Soldier" και από τα πειράματα του Spector,  και του Thibaut, (η βιωμένη αίσθηση της αδικίας) είναι μια απόκριση (response) στην απόκλιση/διαφορά (discrepancy) μεταξύ ενός επιτεύγματος και μιας προσδοκίας επίτευξης.

 












     Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com



COLLINS & GUETZKOW, "A SOCIAL PSYCHOLOGY of GROUP PROCESSES for DECISION-MAKING" - ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

 



[ Παρατίθεται κατωτέρω μεταφρασμένο απόσπασμα, (απόπειρα απόδοσης στα ελληνικά), μέρους του έκτου κεφαλαίου του βιβλίου των Collins & Guetkow “A Social Psycholoy of Group Processes for Decision-Making”. ]

 

Barry E. Collins & Harold Guetzkow, “A Social Psychology of Group Processes for Decision-Making”, New York, London, Sydney, 1964

«Η κοινωνική ψυχολογία των ομαδικών διαδικασιών/διεργασιών στη λήψη αποφάσεων», 

 

(Από το κεφάλαιο 6:

Direct sources of Power and Interpersonal Influence

« Άμεσες πηγές ισχύος και διαπροσωπική επιρροή » )

 

 

 

 

 

 

Δύναμη και ανταμοιβή.

(Power and Reward)

  Η έμφαση στα πρώτα πέντε κεφάλαια (του συγκεκριμένου βιβλίου) έχει δοθεί στις μεταβλητές που επηρεάζουν την παραγωγικότητα ή την συνεισφορά (output)  της ομάδας.

   Τώρα στρέφουμε την προσοχή μας στη διαδικασία της ομαδικής αλληλεπίδρασης με τα επόμενα τρία κεφάλαια για την δύναμη/ισχύ (power), ένα κεφάλαιο για την επικοινωνία και την αλληλεπίδραση,  και ένα κεφάλαιο για την ικανοποίηση.

     Προσδιορίστηκαν δύο είδη ανταμοιβών:

α) οι «περιβαλλοντικές ανταμοιβές εργασίας» [task-environmental rewards] που βρέθηκαν στην περιβαλλοντική ανατροφοδότηση εργασιών,

και β) οι «διαπροσωπικές ανταμοιβές» [interpersonal rewards] που βρέθηκαν στη συμπεριφορά των άλλων μελών της ομάδας.

     Και τα δύο είδη ανταμοιβών μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να διαμορφώσουν, να διατηρήσουν και να παρακινήσουν τόσο τις σχετιζόμενες με την εργασία συμπεριφορές όσο και τις διαπροσωπικές συμπεριφορές.

  Στα επόμενα δύο κεφάλαια, οι ανταμοιβές καταδεικνύεται ότι είναι πηγή δύναμης (source of power) τόσο για μεμονωμένα μέλη της ομάδας όσο και για την ομάδα στο σύνολό της.

 

 

 

 

 

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

[ Overview and definitions ]

 

"Εξουσία/Ισχύς". (Power)

  Παρουσιάζουμε τον ορισμό της «δύναμης» ως αφετηρία σε αυτό το κεφάλαιο

  «Όταν οι πράξεις ενός δράστη/φορέα/αντιπροσώπου (agent) μπορούν (στην πραγματικότητα ή δυνητικά) να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων, τότε ο φορέας αυτός (agent) έχει εξουσία πάνω σε αυτό το άτομο ή την ομάδα ατόμων.»

 

  "φορέας". (Agent)

  Ο φορέας (agent)  είναι οποιοδήποτε μέρος του περιβάλλοντος ή αυτού του κόσμου εκτός του ίδιου του ατόμου.

   Ο φορέας (agent) θα μπορούσε να είναι ένας ηγέτης που έχει δύναμη πάνω στην ομάδα, ένας φίλος που έχει δύναμη πάνω σε ένα άτομο, ένα φανάρι που έχει δύναμη πάνω στους οδηγούς σε μια διασταύρωση ή ένας κοινωνικός κανόνας που έχει εξουσία σε όλους όσους τον αποδέχονται.

   Σε αυτό και στα επόμενα κεφάλαια, ενδιαφερόμαστε σε μεγάλο βαθμό για τη δύναμη ενός μέλους της ομάδας πάνω στα άλλα ομαδικά μέλη. Έτσι, ο φορέας (agent) θα είναι συνήθως το ισχυρό μέλος της ομάδας. Φαίνεται όμως επιθυμητό να ακολουθήσουμε τον Cartwright και να ορίσουμε τον «φορέα» (agent) ως κάθε οντότητα που μπορεί να παράγει αποτελέσματα. [- π.χ .: Cartwright, D., ( ed ), “Studies in Social Power”, University of Michigan, Ann Arbor, 1959 . ]

 

 

 

"Πράξη/δράση".  (Act)  

   Με την «πράξη» εννοούμε οποιοδήποτε ερέθισμα που μπορεί να διακρίνει ένα άτομο, το οποίο λειτουργεί ως μέσο μέσω του οποίου ένας φορέας (agent) ασκεί τη δύναμή του (its power).    

   Για τους μη ανθρώπινους φορείς, η πράξη μπορεί να είναι το κόκκινο φως που αναβοσβήνει στο φως στάσης ή το υλάκτισμα επίκλησης από ένα κατοικίδιο σκύλου.

  Για τους ανθρώπινους φορείς, η πράξη θα μπορούσε να είναι μια λεκτική δήλωση, μια έκφραση του προσώπου, μια χειρονομία ή μια γραπτή σύσταση.

 

  "ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ". (Behavior)

  Θα ονομάσουμε την τάση να σκεφτόμαστε ή να ενεργούμε με συγκεκριμένο τρόπο ως «συμπεριφορική προδιάθεση» (behavioral disposition). Είναι χρήσιμο να μιλάμε για μια «διάθεση να συμπεριφερόμαστε» και όχι για «έκδηλη/εμφανή συμπεριφορά», επειδή τα αποτελέσματα της εξουσίας μπορεί να μην είναι άμεσα εμφανή στην έκδηλη/εμφανή συμπεριφορά (overt behavior) του επηρεασμένου ατόμου.   

   Για παράδειγμα, το σχόλιο ενός μέλους της ομάδας μπορεί να κάνει τον αρχηγό λιγότερο σίγουρο στις προσπάθειές του να αλλάξει το θέμα της συζήτησης. Θα λέγαμε λοιπόν ότι το σχόλιο έχει τροποποιήσει τη συμπεριφορά του ηγέτη για να αλλάξει το θέμα, παρόλο που η προφανής συμπεριφορά του (overt behavior) δεν άλλαξε.

   Με αυτόν τον τρόπο, συναντάμε την κριτική του March ότι πολλοί ορισμοί της εξουσίας «αγνοούν τις αλλαγές στην λανθάνουσα ετοιμότητα του ατόμου να δράσει». [-π.χ.: March, J.G., “An Introduction to the theory and measurement of Influence” («Εισαγωγή στη θεωρία και τη μέτρηση της επιρροής»), American Political Science Review , 1955, 49, 431-451 (p.433)].

 "Δυνητικός". (Potential)

   Η εξουσία δεν χρειάζεται να ασκείται ανοιχτά για να υπάρχει. Ο φορέας (agent) δεν προσπαθεί να ασκήσει τη δύναμή του. Μπορεί να είναι ανίδεος ότι έχει τη δύναμη. Μπορεί να έχει αξίες ενάντια στο να είναι «αυταρχικός», ή μπορεί να αποφασίσει ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να ασκήσει τη δύναμή του.

 

  "Τροποποιώ". (Modify)

    Λέμε ότι ένας φορέας/πράκτορας (agent) έχει τροποποιήσει τη συμπεριφορική διάθεση ενός ατόμου εάν, μετά από τη δράση του φορέα, υπάρχει μια αλλαγή στη διάθεση της συμπεριφοράς του συγκεκριμένου ατόμου, αλλαγή η οποία δεν θα είχε συμβεί διαφορετικά.

   (Πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτή η αλλαγή στη συμπεριφορά του ατόμου μπορεί να μην αντικατοπτρίζεται αμέσως στην έκδηλη συμπεριφορά του (overt behavior)).

    Έτσι, μια αλλαγή απόψεων που προκαλείται σε μία σύσκεψη μπορεί να αντιστρέψει τις λειτουργικές συμπεριφορές ενός στελέχους κατά την επιστροφή του στο τμήμα του. Ή, μπορεί να είναι ότι τα παιχνίδια εξουσίας σε ένα διοικητικό συμβούλιο ενδέχεται να αλλάξουν τη σύνθεση των συνασπισμών στις επόμενες συναντήσεις του συμβουλίου.

 

  Πηγές Ισχύος που απορρέουν από την άμεση κατοχή πόρων του φορέα που είναι σημαντικές για το άλλο άτομο.

[ Sources of Power which stem from the Agent’s Direct Possession of Resources Important to the Other Person ]

 

  Αυτό το κεφάλαιο ασχολείται με τις καταστάσεις στις οποίες ο φορέας (agent) έχει τη φυσική κατοχή των ανταμοιβών, οι οποίες ανταμοιβές εκτιμώνται από ένα δεύτερο πρόσωπο.

Πρόταση 6.1:

«Ο άμεσος έλεγχος των περιβαλλοντικών ανταμοιβών είναι πηγή ισχύος».

  Σε αυτό το κεφάλαιο «ο έλεγχος των ανταμοιβών» (control of rewards) και η «δύναμη» (power) έχουν διαχωριστεί εννοιολογικά.

   Οι ανταμοιβές είναι ερεθίσματα που εκτιμώνται από το άτομο και οι οποίες έχει βρεθεί ότι αυξάνουν την πιθανότητα συμπεριφοράς που ακολουθείται μετά τη χορήγησή τους.

   Η προαναφερθείσα πρόταση δηλώνει ότι τα άτομα που έχουν άμεσο έλεγχο ή τα ερεθίσματα ανταμοιβής (μπορούν να ανταμείψουν ή να παρακρατήσουν αυτά τα ερεθίσματα) θα είναι σε θέση να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των άλλων μελών της ομάδας.

   Οι ανταμοιβές είναι η πηγή από την οποία οι φορείς (agents) αποκτούν τη δύναμή τους να τροποποιούν τις συμπεριφορές (των μελών της ομάδας).

 

 

  Διαπροσωπική έλξη και δύναμη.

  [ Interpersonal attraction and Power ]

    Τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζονται στην επόμενη πρόταση (6.2) υποδηλώνουν ότι οι άνθρωποι που μας αρέσουν έχουν κάποιο βαθμό εξουσίας πάνω μας.

   Πριν όμως στραφούμε σε αυτά τα στοιχεία, ας συζητήσουμε μερικούς από τους λόγους για τους οποίους η «διαπροσωπική έλξη» ή «το συμπαθείν» (liking) πρέπει να συσχετιστεί με τη δύναμη.

   Ίσως η διαπροσωπική έλξη (interpersonal attraction) να μην αποτελεί άμεση πηγή ανταμοιβής από μόνη της. Η διαπροσωπική έλξη μπορεί να μην είναι τίποτα περισσότερο από ένα σύμπτωμα ή μέτρο προηγούμενης επιβράβευσης :

    Ένα αγαπημένο άτομο (liked person) έχει την τρέχουσα ισχύ (power), αλλά αυτή η δύναμη μπορεί να οφείλεται στις ανταμοιβές που αυτός έχει παράσχει στο παρελθόν. Με άλλα λόγια, μπορούμε να εκτιμήσουμε την αλληλεπίδραση με τα αρεστά άτομα (liked persons), επειδή εκτιμούμε τα «πράγματα» (τις περιβαλλοντικές ανταμοιβές εργασίας [task-related rewards]) που η εμπειρία του παρελθόντος μας δίδαξε να περιμένουμε - και όχι επειδή εκτιμούμε την αλληλεπίδραση καθεαυτή.

   Ακόμα κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, υπάρχουν στοιχεία που υποδηλώνουν ότι η αλληλεπίδραση με αγαπημένα άτομα (liked persons) είναι επίσης ικανοποιητική από μόνη της.

   Ο Kelley και ο Shapiro (1954) διαπίστωσαν ότι όσοι οδηγήθηκαν να πιστέψουν ότι είχαν γίνει δεκτοί από την ομάδα, έδειξαν μια μεγαλύτερη «απόλαυση της συμμετοχής στην ομαδική εργασία». Αυτό το εύρημα παρέχει κάποια υποστήριξη στον ισχυρισμό ότι όσο περισσότερο γίνεται αποδεκτό ένα άτομο, τόσο μεγαλύτερη είναι η εγγενής απόλαυση της συνομιλίας με τα άλλα μέλη της ομάδας.

   Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους η αλληλεπίδραση με φίλους θα μπορούσε να είναι άμεσα ανταμειπτική

/ - 1. Εκτιμούμε τις απόψεις των ανθρώπων που μας αρέσουν (συμπαθούμε) [we like].

/ -2. Είμαστε ευχαριστημένοι (ανταμειβόμαστε) όταν οι φίλοι μας συμφωνούν μαζί μας, μιλούν καλά για εμάς και τους άλλους φίλους μας,  και όταν μοιραζόμαστε μαζί τους την αποδοκιμασία μας για αντιπαθείς ιδέες και αντιπαθείς ανθρώπους. [ Festinger , (1950, 1957), / Heider , (1958), / Osgood et al. (1957), / Newcomb, (1953)].

   Αυτός ο επιπλέον σεβασμός που δίνουμε στις απόψεις των ανθρώπων που συμπαθούμε δίνει σε αυτούς τους φίλους έναν ειδικό έλεγχο πάνω στις ανταμοιβές και τις τιμωρίες μας. Εφόσον εκτιμούμε τη γνώμη τους, μπορούν να μας ανταμείψουν απλώς συμφωνώντας μαζί μας.

    Αυτό σημαίνει ότι οι αγαπημένοι άνθρωποι (liked people) μπορούν να περιορίσουν τις ανταμοιβές μας είτε (α) παρακρατώντας κάθε αλληλεπίδρασης είτε (β) αποτυγχάνοντας να προσφέρουν τα συγκεκριμένα είδη αλληλεπίδρασης που επιθυμούμε.

 

 

 

 

 

 

  Η συσχέτιση μεταξύ έλξης και αλληλεπίδρασης.

 [ The correlation between attraction and interaction ]  

    Το επιχείρημά μας ήταν ότι η αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους είναι ανταμειπτική και ότι η προτίμηση/συμπάθεια (liking) αυξάνει την αξία των ανταμοιβών που συνδέονται με την αλληλεπίδραση.

    Τώρα εξετάζουμε τα στοιχεία που καταδεικνύουν τη στενή σχέση μεταξύ αλληλεπίδρασης και συμπάθειας (διαπροσωπική έλξη).

    Σε μια πρώιμη διατύπωση ο Homans (1950) υποστήριξε μια αλληλοσυσχέτιση μεταξύ αλληλεπίδρασης (δηλαδή επικοινωνία) και συναισθήματος (δηλαδή διαπροσωπική προτίμηση [interpersonal liking]):

  «Εάν η συχνότητα της αλληλεπίδρασης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων αυξηθεί, τότε και ο βαθμός της αρέσκειας/συμπάθειας (liking) του ενός για τον άλλο θα αυξηθεί, και αντιστρόφως».

   Άλλες μελέτες [ (Turner, (1957, / Bovard, 1956), / Dittes and Kelley, (1956), / Kipnis, (1957)] ανέφεραν παρόμοια αποτελέσματα.

   Ειδικά, ο Kipnis (1957), ανέφερε ότι τόσο η φυσική/σωματική εγγύτητα (physical closeness) όσο και η λειτουργική εγγύτητα (functional closeness) (και τα δύο θα οδηγούσαν σε αυξημένη αλληλεπίδραση) σχετίζονται θετικά με τη διαπροσωπική αρέσκεια/συμπάθεια (interpersonal liking).

   Οι ψυχολογικοί μηχανισμοί και η κατεύθυνση της αιτιώδους συνάφειας αυτού του εμπειρικού φαινομένου εμπλέκονται και αλληλοσυνδέονται.

    Για παράδειγμα, ο Jackson (1959) βρήκε ότι το αποτέλεσμα της αυξημένης αλληλεπίδρασης ήταν η αύξηση της συσχέτισης μεταξύ (α) των θετικών εκτιμήσεων των συμμετεχόντων που αξιολογούσαν υψηλά την ομάδα, και (β) της διαπροσωπικής έλξης στις τρέχουσες ομάδες εργασίας.

 

   Από την άλλη πλευρά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διαπροσωπική προτίμηση/συμπάθεια (liking) οδηγεί σε αυξημένη αλληλεπίδραση. Καθώς τα μέλη της ομάδας αρχίζουν να συμπαθούν το ένα το άλλο και η αλληλεπίδραση γίνεται πιο πολύτιμη, ενδέχεται να αυξήσουν την αλληλεπίδραση για να κερδίσουν τις πολύτιμες/εκτιμητέες ανταμοιβές.

    Σε κάθε περίπτωση, η υψηλή έλξη θα οδηγούσε σε δύναμη: το άτομο που γίνεται αρεστό (liked person) μπορεί να ελέγξει άμεσα τις ανταμοιβές που σχετίζονται με την αλληλεπίδραση μαζί του.

 

    Μέχρι στιγμής έχουμε συζητήσει τη στενή σχέση μεταξύ αλληλεπίδρασης (interaction) και διαπροσωπικής αρεσκείας/συμπάθειας (interpersonal liking), και υποστηρίζουμε ότι η αλληλεπίδραση είναι πιο ικανοποιητική όταν πραγματοποιείται μεταξύ δύο ατόμων που συμπαθεί το ένα το άλλο (likes each other).

 

   Οι ακόλουθες προτάσεις συζητούν συγκεκριμένα τη διαπροσωπική έλξη ως πηγή ισχύος.

  Η πρόταση 6.2.-Α συζητά την προσωπική έλξη σε ένα άτομο.

  Η πρόταση 6.2.-B εστιάζει στη διαπροσωπική έλξη που υπάρχει μεταξύ των μελών της ομάδας.

 

  Πρόταση 6.2. «Ο έλεγχος των ανταμοιβών που σχετίζονται με την «φιλική αλληλεπίδραση» είναι πηγή ισχύος».

   «Φιλική αλληλεπίδραση» σημαίνει αλληλεπίδραση με ένα αγαπημένο/αρεστό άτομο (liked person). Αυτή η πρόταση ασχολείται με μια σημαντική κατηγορία ανταμοιβών που βρίσκονται άμεσα υπό τον έλεγχο κάθε μέλους της ομάδας.

 

   Πρόταση 6.2-A. «Όσο μεγαλύτερη είναι η προσωπική έλξη των άλλων μελών της ομάδας προς ένα άτομο, τόσο μεγαλύτερη είναι η δύναμη αυτού του ατόμου».

   Αρκετές μελέτες σε μια ποικιλία καταστάσεων και με ποικίλους ορισμούς της δύναμης έχουν δείξει ότι «τα άτομα υψηλής ισχύος γίνονται αρεστά/συμπαθή».

  [“high power persons are liked”.]

 

  Πρόταση 6.2.-B. «Όσο μεγαλύτερη είναι η διαπροσωπική έλξη μεταξύ των μελών μιας ομάδας, τόσο μεγαλύτερη είναι η δύναμη (power) της «ομάδας» έναντι των μελών της ομάδας ».

 

  [ η διαπροσωπική έλξη των μελών της ομάδας ως ομαδική συνεκτικότητα 

     Θα ήταν δυνατό να αντιμετωπίσουμε την ομάδα «συνεκτικότητα» [cohesiveness] ως το άθροισμα των δεσμών έλξης μεταξύ όλων των μελών της ομάδας, αλλά είναι απίθανο ο συμμετέχων να θεωρήσει την «ιδιότητά του ως μέλους ομάδας» ως μια συλλογή ξεχωριστών φιλιών.

    Η μεγαλύτερη ισχύς (power) των συνεκτικών ομάδων οφείλεται πιθανότατα τόσο στο (α) στο γεγονός ότι η αλληλεπίδραση με αυτά τα ομαδικά μέλη ήταν ικανοποιητική στο παρελθόν, και ότι (β) η αλληλεπίδραση με τα αγαπημένα/αρεστά άτομα (liked persons) είναι άμεσα ανταμειπτική.

    Σε ένα πείραμα που έγινε με προσκόπους, οι Kelley και Volkart (1952) ανέφεραν ότι τα μέλη που εκτιμούσαν την ένταξή τους στην ομάδα ήταν πιο ανθεκτικά σε μια επικοινωνία που κατευθυνόταν ενάντια στον κανόνα της ομάδας, όταν η αλλαγή στάσης μετρήθηκε σε ένα ιδιωτικό ερωτηματολόγιο,  από εκείνα τα μέλη που δεν εκτιμούσαν τη συμμετοχή τους στην ομάδα.

 

    

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Τιμωρία ως συμπλήρωμα στην ανταμοιβή

[ Punishment as a complement to reward ]

   Η τιμωρία είναι απλώς το αντίστροφο της ανταμοιβής, ένα είδος «αρνητικής ανταμοιβής». Όμως, με πολλούς τρόπους, η τιμωρία και η ανταμοιβή είναι ψυχολογικά διακριτές διαδικασίες, και όχι απλώς αντίστροφες εικόνες.

   Αρκετοί παράγοντες συμβάλλουν στο γεγονός ότι η εκμάθηση μέσω τιμωρίας είναι πιο περίπλοκη από τη μάθηση μέσω ανταμοιβής.

   Καταρχάς, η τιμωρία λέει στο άτομο μόνο τι δεν πρέπει να κάνει. Η τιμωρία δεν παρέχει μία εναλλακτική λύση ή ένα υποκατάστατο της τιμωρηθείσας συμπεριφοράς. Εάν υπήρχε ένας «λόγος» (κίνητρο) για την συμπεριφορά την υποβληθείσα σε τιμωρία, θα πρέπει να ανακαλυφθεί κάποια εναλλακτική λύση που να καλύπτει τις ανάγκες που προηγουμένως ικανοποιήθηκαν από την τιμωρηθείσα συμπεριφορά. Μέχρι να συμβεί αυτό, θα υπάρχουν ψυχολογικές δυνάμεις που υποστηρίζουν τη συμπεριφορά ενώ αυτή τιμωρείται.

   Για παράδειγμα, η αμηχανία ενός μέλους ενός συνεδρίου/σύσκεψης για την εμφάνιση αναγκών του προσανατολισμένων στον εαυτό του, δεν εξαλείφει τις ανάγκες. Μπορούν να εκδηλωθούν ξανά με κάποια άλλη μορφή, όπως σε μια ουσιαστική διαφωνία, η οποία να φαίνεται αρκετά ανορθόλογη στην επιφάνεια.

   Δεύτερον, ενώ μόνο οι επιθυμητές αποκρίσεις πρέπει να ενισχυθούν, είναι απαραίτητο να τιμωρηθεί κάθε ανεπιθύμητη συμπεριφορά. Δεδομένου ότι το εύρος της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς είναι συχνά μεγαλύτερο από το εύρος της επιθυμητής συμπεριφοράς, τότε ο φορέας (agent) θα πρέπει να χρησιμοποιήσει περισσότερη τιμωρία ή να το απλώσει πιο λεπτά. 

  Οι Miller and Butler (1962) ανέφεραν ότι η τιμωρία ήταν λιγότερο αποτελεσματική από την ανταμοιβή, πιθανώς για αυτόν τον λόγο.

    Τρίτον, η τιμωρία διδάσκει το άτομο να αποφεύγει την τιμωρητική κατάσταση, και αυτό οδηγεί τουλάχιστον σε δύο επιπλοκές.

/ - 1). Το άτομο μπορεί να μάθει να αποφεύγει ολόκληρο το ζήτημα από ότι το να αποφεύγει συγκεκριμένα την τιμωρηθείσα συμπεριφορά.

     Ο συμμετέχων που τιμωρείται για άσχετα σχόλια (σε μία σύσκεψη) μπορεί σύντομα να μάθει να αποφεύγει κάθε συμμετοχή, παρά το να μειώνει απλώς τις εκτροχιαστικές παρεμβάσεις του (που απομακρύνουν από το θέμα της συζήτησης).

/ - 2). Επιπλέον, η εκμάθηση αποφυγής [avoidance learning] εμποδίζει το άτομο να αποκτήσει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που αποφεύγει.

        Όταν το μέλος της ομάδας παραμένει σιωπηλό, δεν πρόκειται ποτέ του να μάθει την αποδοχή των ιδεών του.

       Η εκμάθηση αποφυγής [avoidance learning] είναι ιδιαίτερα ενοχλητική όταν το περιβάλλον αλλάζει γρήγορα. Το άτομο μαθαίνει να αποφεύγει κάποιο μέρος του περιβάλλοντος και έτσι δεν λαμβάνει καμία πληροφορία σχετικά με τις αλλαγές, επειδή αποφεύγει την περαιτέρω ευκαιρία να μάθει.

 

    Τέταρτον, η τιμωρία λειτουργεί μέσω μιας εκμαθημένης ενόρμησης του φόβου [through a learned drive of fear]. Ένα άτομο φθάνει να φοβάται τις καταστάσεις στις οποίες τιμωρείται. Αυτό δημιουργεί πολλά προβλήματα. Ο φόβος είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εξαφανιστεί και μάλιστα μπορεί να διαρκέσει πολύ καιρό μετά τον κατάλληλο χρόνο (που εμφανίστηκε). Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα και οι υπερβολικά υψηλές καταστάσεις συναισθηματικής εμπλοκής μειώνουν την αποτελεσματικότητα με την οποία ο οργανισμός μπορεί να λύσει νέα προβλήματα.

 

    Σημαντική εργασία έχει γίνει για την αποσαφήνιση των χαρακτηριστικών των καταστάσεων στις οποίες η τιμωρία είναι αποτελεσματική. Δύο μπορούν να υποστηριχθούν ως εξής:

     Πρόταση 6.3. : «Ο έλεγχος της τιμωρίας θα είναι πηγή ισχύος (α) όταν ορίζονται οι συνθήκες της τιμωρίας και (β) όταν μπορεί να τηρηθεί η συμμόρφωση/ενδοτικότητα (compliance).

     Το απλό γεγονός ότι ένας φορέας (agent) μπορεί να τιμωρήσει ένα άτομο,  δεν διασφαλίζει ότι ο φορέας (της ισχύος) θα επηρεάσει τη συμπεριφορά του ατόμου. Ο τιμωρηθείς πρέπει να κατανοήσει τι μπορεί να κάνει ώστε να αποφύγει την τιμωρία.

      Επιπλέον, για να μπορεί η τιμωρία να είναι αποτελεσματική ως απειλή, το άτομο θα πρέπει να έχει μάθει ότι ο φορέας μπορεί να τον τιμωρήσει.

     Όχι μόνο θα πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς οι συνθήκες της τιμωρίας, αλλά είναι επίσης απαραίτητο και ότι ο φορέας (της ισχύος) θα είναι σε θέση να παρατηρήσει τη συμμόρφωση του προσώπου χαμηλότερης ισχύος.

     Εάν ο φορέας δεν μπορεί να δει εάν υπάρχει ή δεν υπάρχει συμμόρφωση/ενδοτικότητα (compliance), τότε δεν θα είναι σε θέση να επιβάλει τιμωρία για την μη- συμμόρφωση (nonconformity).

 

     Στη συζήτησή μας για τις διαφορές μεταξύ τιμωρίας και ανταμοιβής, αναφέρθηκαν οι απρόβλεπτες παρενέργειες της τιμωρίας. Δύο από αυτές σχετίζονται ιδιαίτερα με την κοινωνική ψυχολογία της ομαδικής διαδικασίας.

     Πρόταση 6.4 .: «Η ισχύς η βασιζόμενη στην τιμωρία [punishment-based power] (α) δεν θα οδηγήσει σε διαπροσωπική συμπάθεια (liking), και (β) θα εμποδίσει την άσκηση της εξουσίας που βασίζεται στη διαπροσωπική έλξη».

 

   Όπως είδαμε στην πρόταση 6.2, η ισχύς (power) και η διαπροσωπική συμπάθεια/αρέσκεια (interpersonal liking) συνήθως αλληλοσυσχετίζονται .

  Στην πραγματικότητα, οι προτάσεις 6.2-A και 6.2-B υποστηρίζουν ότι η διαπροσωπική έλξη είναι πηγή ισχύος. Όμως η εξουσία η στηριζόμενη στην τιμωρία αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα.

   Αυτή η απώλεια της διαπροσωπικής αρεσκείας/συμπάθειας (liking) καταστρέφει αυτή τη βάση δύναμης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Περίληψη κεφαλαίου:

  Στις Προτάσεις 6.1 και 6.3 είδαμε ότι η ικανότητα του φορέα (ισχύος) να ανταμείβει ή να τιμωρεί κάποιον άλλο θα μπορούσε να είναι πηγή ισχύος.

  Στην Πρόταση 6.2 είδαμε ότι οι ανταμοιβές που συνδέονται με την αλληλεπίδραση με έναν φίλο είναι πηγή δύναμης. Αυτό το γεγονός υποστηρίζεται από τη συσχέτιση μεταξύ δύναμης (power) και διαπροσωπικής έλξης (interpersonal attraction). Πρέπει να θυμόμαστε, ωστόσο, ότι η διαπροσωπική έλξη που εμφανίζεται στο παρόν μπορεί είναι ένα σύμπτωμα ανταμοιβών που χορηγήθηκαν στο παρελθόν. Είναι πιθανό αυτές οι παρελθούσες ανταμοιβές να προκαλέσουν τόσο διαπροσωπική έλξη όσο και υψηλή επιρροή.

      Αν και η τιμωρία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πηγή δύναμης, η χρησιμότητά της είναι πιο περιορισμένη. Συγκεκριμένα, η ισχύς που βασίζεται στην τιμωρία [punishment-based power] θα πρέπει (α) να καθορίζει σαφώς τους όρους της τιμωρίας,  και (β) να ασχολείται με τη συμμόρφωση/ενδοτικότητα (compliance) που μπορεί να παρατηρηθεί ανοιχτά.

    Επιπλέον, η δύναμη που βασίζεται στην τιμωρία θα αναστέλλει τη διαπροσωπική συμπάθεια και ως εκ  τούτου στη συνέχεια θα εξαλείφει την αρέσκεια/συμπάθεια/προτίμηση (liking) ως πηγή δύναμης.

 

 

 

 

 

 

 

  ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ:

 

- Πρόταση 6.1 .:

   «Ο άμεσος έλεγχος των περιβαλλοντικών ανταμοιβών είναι πηγή ισχύος».

 

- Πρόταση 6.2 .:

   «Ο έλεγχος των ανταμοιβών που σχετίζονται με τη« φιλική αλληλεπίδραση »είναι πηγή ισχύος».

 

- Πρόταση 6.2-Α .:

   «Όσο μεγαλύτερη είναι η προσωπική έλξη των άλλων μελών της ομάδας προς ένα συγκεκριμένο άτομο, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η δύναμη αυτού του ατόμου».

 

-Πρόταση 6.2-Β .:

   «Όσο μεγαλύτερη είναι η διαπροσωπική έλξη μεταξύ των μελών μιας ομάδας, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η δύναμη της «ομάδας» έναντι των μελών της ομάδας».

 

-Πρόταση 6.3 .:

   «Ο έλεγχος της τιμωρίας θα είναι πηγή ισχύος (α) όταν ορίζονται οι συνθήκες της τιμωρίας και (β) όταν μπορεί να τηρηθεί η συμμόρφωση.»

 

-Πρόταση 6.4 .:

   «Η δύναμη που βασίζεται στην τιμωρία (α) δεν θα οδηγήσει σε διαπροσωπική συμπάθεια, και (β) θα περιορίσει την άσκηση ισχύος, την βασιζόμενη στη διαπροσωπική έλξη.»