Θεόδωρος Κυπραίος - "Ο Δήμιος" - διήγημα - 1909 - ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

Θεόδωρος Κυπραίος

« Ο Δήμιος »

διήγημα 1909                              

 

 

 

 

« Ο Δήμιος »

 

 

   Την φοράν αυτήν ο Δήμιος κατήλθε του ικριώματος πλέον σκυθρωπός. Την ημέραν εκείνην δεν έκοπτε η μάχαιρα της λαιμητόμου του. Εκοπίασε, ηγανάκτησε δια να φέρη εις πέρας το έργον του. Έσυρε, έσυρε επανειλημμένως την λωρίδα, και δεν κατήρχετο!...

 

    Με την λιπόθυμον ζωήν, τα παράτονα νεύρα, τους δειλούς παλμούς, ματαίως ανέμενε ο άθλιος εκείνος κατάδικος, ματαίως ησθάνετο μέχρι του τραχήλου του τον βαρύν εκείνον πέλεκυν, χωρίς να του αποκόπτη το νήμα της ζωής του και τον απαλλάξη από την καταδίκην. Αι στιγμαί, φρικταί παρήρχοντο και η απομένουσα ζωή επνίγετο εις την θανάσιμον ανυπομονησία του, εις την άβυσσον της τελευταίας απελπισίας του.

    Οι κρυφοί και μαύροι στοχασμοί απενεκρώνοντο εις το σκότος της απελπιστικής προσ­δοκίας του. Οι δε βίαιοι παλμοί μετά ταχύτητος διεβίβαζον εις την καρδίαν το αίμα!

    Επνίγετο ο δείλαιος, ελιποθύμει, απέθνησκε πολλές φορές, χωρίς να φθάνη το τέλος!

 

    Την ημέραν λοιπόν εκείνην ο δήμιος συνοδευόμενος υπό φρουρών μεταξύ των οποίων ήμην και εγώ εκπληρών της πατρίδος καθήκον, επέστρεφε εις την ειρκτήν του πολύ σκυθρωπός!

    Εις τον άθλιον αυτόν, αφήκε άσβεστον εντύπωσιν η επιμονή του εργαλείου του, ποτέ του — ως έλεγε — δεν ενθυμείτο επί είκοσι τώρα έτη να δυσκολευθή εις το έργον του.

    Και όπως όλοι οι επαγγελματίαι εις δυσχερείς περιστάσεις, ένα οιωνόν προβλέπουν και ένα εμπόδιον, μεμψιμοιρούντες, ούτω και ο Δήμιος την ημέραν εκείνην υπέρποτε σκεπτικός πορευόμενος, προέβλεπε ως κάποιον οιωνόν κακόν το περιστατικόν εκείνο.

    Και ο κακός εκείνος οιωνός τώ έδιδε σκέψεις πενθίμους, απελπιστικάς. απογοητευμένος εκ του έργου του, της πορείας του, τα έβλεπεν όλα μαύρα και αιμοσταγή.

    Δίψα φόνου οργώσα εντός της ψυχής τον έκαμνε έξαλλον, αλλά και δίψα μετανοίας και εξιλασμού τον κατεσίγαζεν! Πόθος σκληρός εξοντώσεως του ομοίου του, αλλά και πόθος φρικτός της απελευθερώσεως από της αισχράς εκείνης καταδίκης του!

    Η αντίστασις εκείνη της μηχανής του, ήτο αυτή η αντίστασις της συνειδήσεώς του, του απομένοντος ιερού εν όλη τή ηθική αποσυνθέσει. Ήτο η προσταγή αυτής της ψυχής επί της φονικής χειρός του τέρατος εκείνου! Ως να τώ έλεγε:

    « Στάσου, πλέον άθλιε!»

    « Κράτησε τα ανόσια χέρια σου, και αντιστάσου και εις αυτόν τον Νόμον!

    «Αντιστάσου εις εκείνους που ζητούν να αποπλύνουν το έγκλημα δια του εγκλήματος, τον φόνον δια του φόνου!»

   « Στάσου! πεπωρωμένη ψυχή και αναμέτρησε το σπιθαμιαίον σώμα σου προς το σώμα του σπαράσσοντος υπό την μάχαιράν σου!»

  « Στάσου! πλέον και στρέψε την αιμοσταγή αυτήν λεπίδα εις τας σάρκας σου και κόψε δια μιάς το νήμα της αθλίας ζωής σου.»

  « Ο Ηθικός νόμος προστάζει και συντρίβει τον Κοινωνικόν! Η φυσική της Ζωής ακεραιότης αντιτάσσεται, βογγά, και πλήττει εκείνους που θέλουν να την παραβιάσουν.»

  « Κράτησε το αιμοσταγές μαχαίρι σου, θα σε πνίξη η διαμαρτυρία και η φρίκη της ζωής».

 

    Τέσσαρες τοίχοι, δύο και πλέον μέτρων, μελανοί εκ της υγρασίας, γρανιτώδεις και πεπαλαιωμένοι, με δύο παράθυρα σιδηρόφρακτα απετέλουν την ειρκτήν του!

    Τριγύρω ταύτης θάλασσα εκτενής περιβρέχουσα ένα επίπεδον βράχον, μίαν νησίδα εφ’ ής ήτο εκτισμένη η κατοικία εκείνη των κατ’ εποχάς δημίων.

    Η θέα της μοναχικής εκείνης ειρκτής ήτο ασφυκτική, η απομεμακρυσμένη εκείνη φονική τρώγλη ουδέν είχε θέλγητρον, αχαρακτήριστοι σκιαί απομεμακρυσμένων χερσοννήσων εξ ανατολών και μερικοί απότομοι βράχοι προς την πόλιν εις μιλίου απόστασιν, ήσαν το πλαίσιον της νησίδος.

    Εκεί η αθλία του δημίου ύπαρξις εφρουρείτο μετά της μαχαίρας και του ικριώματος με το οποίον ο Νόμος εσπάρασσε τας σάρκας του εγκληματίου.

 

    Ήτο πρωΐα και ο ήλιος ζωογόνος, έρριπτε τας ακτίνας του και εις την ειρκτήν εκείνην. Το κύμα επίσης χαρωπόν εθραύετο εις τους βράχους και επότιζε τα θεμέλια του κτιρίου! Ένας ρόχθος μόνον καταχθόνιος ηκούετο εις τα έγκατα της περιβρεχούσης θαλάσσης και αφύπνιζε τον Δήμιον.

    Δεν είχεν ακόμη συνέλθη από την τελευταίαν εκείνην εντύπωσιν και περιπατών βραδέως εις το κάθυγρον δάπεδον του θαλάμου εκείνου, εσυλλογίζετο την προ ολίγων ωρών θανατικήν εκτέλεσιν, κατά την οποίαν η μάχαιρα δεν έκοπτε και εφάνη δειλός εις τα βλέμματα τόσου αγωνιώντος κόσμου, και όσω εσκέπτετο τόσω και απηλπίζετο, τόσω εφαίνετο αποστρεφόμενος την ζωήν του.

    Εκ των κιγκλίδων η μορφή του εφαίνετο τρομακτική, απορροφημένη λυπόψυχος ως ο θάνοτος! Επ’ αυτής ως εις βιβλίον εζωγραφείτο ολόκληρος η εγκληματική ζωή του, καθαρά κα­θαρά διεκρίνετο όλον εκείνο το ηθικόν ναυά­γιον από το οποίον εγκατελείφθη υπό το ικρίωμα είς άθλιος φονεύς!

    Και αι ακανόνιστοι εκείναι ρυτίδες του μετώπου διεσταυρούντο απαίσιοι αποτελούσαι εν ριπίδιον μαύρων αναμνήσεων, ριπίδιον το οποίον ανοιγόμενον θα εφανέρωνε όλα τα ανθρώπινα αίσχη εζωγραφημένα, όλην την κακίαν ενεδρεύουσαν, το μίσος όλον αυτής παλαίον, προς την αρετήν, προς την αθωότητα.

    Πλήν την στιγμήν εκείνην ακούω ένα ψίθυρον εσωτερικώς, ήμην φρουρός του Δημίου, καταβιβάζω το όπλον εκ του ώμου μου, πλησιάζω αφανής προς το παράθυρον και ακούω: εμονολόγει ο Δήμιος.

    « Αυτό ήτο το τρομερώτερο, το πλέον άσχημο σημάδι δια την άτιμη ζωή μου!... Πόσες φορές το αναθεματισμένο να το σκοτώσω, κ’ εκείνο ν’  αρνηθή την υπηρεσία του, ν’ αντισταθή στη θέλησί μου, λές, ήτο πεισματωμένο! Λες, πως διψούσε εδίκησι, θαρρείς πως εσεβάσθη το θύμα μου, σαν αυτεξούσιο δεν υπήκουε, επέμενε, αντιστέκετο, ίσως καμιά ημέρα για να εφαρμόση σε μένα την ισχύν του ! ... Το  σατανικό εκείνο λουρί σαν να με τραβούσε, σαν να με έσπρωχνε, και ένα δυο φορές, Σατανά ! . . . μου ήλθε να σύρω τον κατάδικο και να πέσω εγώ από κάτω!

  Αθλία ζωή! Φρικτή και απελπισμένη που με σύρεις έτσι αιματοβαμμένο και άθλιο εις το μεγάλο βάραθρο της κοινωνίας.

  Αθλία ζωή που μου μάρανες και το τελευταίο της καρδιάς μου λουλούδι, που μου ξέσχισες μέσα βαθειά στη ψυχή μου τα τιμαλφέστερα απ’ τη νεότητά μου κειμήλια.

  Ζωή πεπωρωμένη σκοτεινιασμένη και άχαρη που με σύρεις έτσι δέσμιο από την Κοινωνία, μακρυά από κάθε εσωτερική φωνή, εις τα πλέον έρημα και φρικτά άντρα του εγκλήματος, εις τα πλέον μυστικά και βαθειά σπήλαια του φόνου, που αντίλαλοι γοεροί μητέρων και παιδιών κυριεύουν τα πέριξ και νεόνυμφοι και μελλόνυμφοι κόραι θρηνούν σπαρακτικά τη θλιβερή τύχη των.

  Ποιά ψυχή ελεήμονα και φιλάνθρωπον να προσκαλέσω εδώ σ’ αυτή την άνομη και μολυσμένη γωνία και μπροστά της να γονατίσω και εκεί πικρά και φρικτά να δακρύσω!..

  Ποιά θυσία του εαυτού μου είνε αρκετή με αίμα, δάκρυ και φωτιά να κάμω για να ξεπλύνω! ..........

              ώ ! ποτέ!.........

  Όλο το αίμα μου δεν φθάνει και η ζωή μου όλη. Δεν πρέπει πειά να ζω!.»

 

    Είχα αναλάβει το όπλον μου και με ανήσυ­χον κάπως σκέψιν επανελάμβανον εις τον νουν μου τον σπαρακτικόν εκείνο μονόλογον του Δημίου ότε ακούω δεύτερον εντός της ειρκτής θόρυβον, ως μίαν προσπάθειαν δια να ανέβη τις εσωτερικώς τον τοίχον, ως ένα τιναγμόν ζώου!...

    Με προφανή ανησυχίαν και ένα τρόμον συγχρόνως πλησιάζω αμέσως εις το παράθυρον και θέτω ένα λίθον δια να φθάσω να είδω εντός!

    Ένας ρόγχος απαίσιος και μία κεφαλή αιωρουμένη δι’ ενός λωρίου από τας κιγκλίδας με αποσπά! παρατηρώ με όλην την δύναμίν μου. Ήτο ο Δήμιος απηγχονισμένος!

 

              Αλεξάνδρεια                      Θ. ΚΥΠΡΑΙΟΣ

 

 

 





< Το διήγημα του Θ. Κυπραίου «Ο Δήμιος» δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Ζωή», Αλεξάνδρεια, Έτος Ε’, τεύχος 51-52, Δεκέμβριος 1908-Ιανουάριος 1909, (σ. 115-116).









            Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com 

















Γιάννης Βλαχογιάννης - Η Φαντασμένη - 1908 - τραγικός μονόλογος - ΜΝΗΜΟΤΕΧΝΕΙΟΝ

 

Γιάννης Βλαχογιάννης

Η Φαντασμένη

                                                  

 

    Μου πήραν τα διαμάντια μου.

    Έχασα της ομορφιάς μου το καμάρι πειά.

    Την προίκα που μου σύναξαν γαμπροί που μ’ ονειρεύτηκαν. Και δεν αξιώθηκαν νε με στολίσουν νιόνυφη.

    Κ’ ήρθαν άλλοι τώρα, άρπαγοι μιαροί, άκαρδοι μεθοκόποι, ν’ μ’ απολάψουν. Εμένα και τους θησαυρούς μου τους μονάκριβους. Αυτοί, που δέ μ’ αγροίκησαν σαν κάτι που το λέν ελπίδα, μέσ’ τα στήθια τους. Δεν ήξεραν μήτε την ύπαρξή μου, πριν βάλουν άδικο χέρι στα στολίδια μου. Όνειρο εγώ, δέ διάβηκα στον ύπνο τους, τον καπνερό και τον πνιγμένον.

   Σαν κληρονόμοι απ’ άγραφους νόμους γνωρισμένοι, ζήτησαν τ’ αντρομοίρι μου, που τους χρωστούσα τάχα. Εγώ η παρθένα η άγγιχτη. Και μ’ αυτή την πρόφαση άρπαξαν, οι αδικητές, κάθε μου δίκιο, κάθε καύκημα καί δόξα.

    Έτσι μου πήραν τη δροσιά κι’ από τα χείλη κι’ από τα βυζιά μου. Της παρθενιάς μου το στεφάνι το διαμαντικό δικό τους τόκαμαν. Και με παράτησαν φτωχούλα κι’ άσκημη. Μοιρολογήτρα καταφρονεμένη.

    Και δεν τους έφτασαν τα λάφυρα, που σώριασαν με ξένοιαστη καρδιά, σα να τ’ απόχτησαν σε πόλεμο. Θέλησαν να πανηγυρίσουν και τη συφορά μου. Και ν’ αφίσουν πίσω τους το περιγέλοιο και την καταφρόνεση, γραμμένα σε άσημα χαρίσματα.

   Γυμνή όπως ήμουν και κλαμένη, στόλισα το πένθος μου και τη ντροπή μου με διαμάντια ψεύτικα. Κάθε διαμάντι, ατίμητο, που είχα στα στήθια, στην ποδιά, στα χέρια και στα πόδια, τ’ άλλαξαν με ψεύτικο διαμάντι τόσο λαμπερό, που να ντροπιάζη τη λάμψη τ’ αληθινού. Έτσι με φόρτωσαν με ψεύτικη νυφοστολής πλημμύρα από βραχιόλια, σκουλαρίκια, ζώνες και ποδογύρια αστραφτερά. Και μ’ έκαμαν σα γυφτοπούλα δύστυχη, που φέρνει για στολή τους κόσμους των παραμυθιών ζωντανεμένους με τη φαντα­σία της. Έτσι πήραν την εκδίκησή τους τή στερνή. Εκδίκηση για το κακό που μούκαμαν.

   Γραφτό τους ήταν όμως να μή χαρούνε τη χαρά τους. Ηύρα εγώ παρηγοριά στην καινού­ρια, τη φανταχτερή μου φορεσιά. Οι ομορφιές μου οι ξεγελάστρες, οι ξένοι στολισμοί μου κ’ οι πεντάφτηνοι, τα πετράδια τα γυαλιστερά, μου έγιναν τόσο αγαπημένα, σαν τα περασμένα μου τ’ αληθινά. Ίσως και πειό πολύ ακόμα.

    Τώρα, ολημέρα ολονυχτίς, κάθομαι και καμαρώνω, με μάτια που λησμόνησαν το δάκρυ πειά, και χαίρομαι τ’ αζήλευτα προικιά μου. Κανένας πειά κακόματος δέ θα μου τα βασκάνη! Άνθρωπος φτονερός δέ θ’ αγροικήση την κακία του μπροστά στους θησαυρούς μου. Όλοι θα περνούν και δέ θα με προσέχουν, στης χαράς μου το μεθύσι. Τρελλή θα με νομίζουν, οι άγνωμοι.

   Τώρα, αγαπώ τα ψεύτικα διαμάντια, τα στολίδια μου τα νυφικά, που σ’ όλους είν’ ένα περίπαιγμα. Κανένας δέ θα μου τα πάρη πειά! Κι’ αν όλοι ξέρουν πως το ψέμα μας χαρίζει της αλήθειας την παρηγοριά, ποιός θα μπορούσε σαν εμένα να χαρίση την όψη την ξάστερη του αληθινού σ’ ό,τι φανταστικό και σ’ ό,τι πλάνο;

 

 

 

/- πηγή: περ. «Νέα Ζωή», Αλεξάνδρεια, Έτος Δ’,

Τεύχος 45, Μάϊος 1908, (σ. 847-848). 









            Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com




 


Παπαγιάννης Ευάγγελος - δοκιμασία του Σισύφου - ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ - ΕΙΚΑΖΕΙΝ

 

ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ  ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ

«ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ»

 

 


Ευάγγελος Παπαγιάννης

δοκιμασία του Σισύφου»

Σχέδιο: μελάνι και μολύβι

Διαστάσεις: 21 cm X 30 cm   






    Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com


Γουλιέλμος Μπαρτ - Το ταύρειον αίμα - ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΣΙΑ

 

Γουλιέλμος Μπαρτ

To Ταύρειον αίμα

 

 

 

   Έν των περιεργοτάτων αινιγμάτων άτινα παρεδόθησαν ημίν εκ της αρχαιότητος είναι και το ζήτημα της δηλητηριάσεως δια ταυρείου αίματος. Γνωστόν τοις πάσι τυγχάνει ότι είς των μεγίστων ανδρών της αρχαίας Ελλάδος, ο Θεμιστοκλής, λέγεται ότι δια ταυρείου αίματος έθηκε τέρμα εις τον πλήρη δόξης αλλά και περιπετειών βίον αυτού.

   Πρώτος ο Ηρόδοτος (Γ' 15) αναφέρει θάνατον αποδιδόμενον εις την πόσιν ταυρείου αίματος. Εν τοις περί Αιγύπτου δήλα δη διηγείται ότι Ψαμμήνιτος, ο τω 525 π.Χ. υπό του Καμβύσου στερηθείς τον θρόνον βασιλεύς της Αιγύπτου, παρεσκεύασεν έπανάστασιν των Αιγυπτίων κατά του κατακτητού, άμα δ' ως εγένετο τούτο γνωστόν τω Καμβύση, «αίμα ταύρου πιών απέθανε παραχρήμα.». Αλλ' ήδη προ των χρόνων καθ' ους έγραψεν ο Ηρόδοτος το μέρος τούτο της ιστορίας του, όπερ ασφαλώς μόλις μετά το 445 π. Χ. συνετάχθη, είχε διαδοθή εν Ελλάδι και επιστεύετο υπό των πλείστων, τουλάχιστον εν Αθήναις, ότι ο Θεμιστοκλής εν Μαγνησία ηυτοκτόνησε διά ταυρείου αίματος. Τούτο γινώσκομεν εκ τινος χωρίου των Ιππέων του Αριστοφάνους (στ. 83-84), εν ώ ο έτερος των δούλων, φοβούμενος την υπό του Κλέωνος τμωρίαν λέγει:

              « βέλτιστον ημίν αίμα ταύρειον πιείν.

                 ο Θεμιστοκλέους γαρ θάνατος αιρετώτερος»

     Και είναι μεν αληθές ότι οι Ιππής εδιδάχθησαν μόλις τω 424 π. Χ., ενώ ο θάνατος του Θεμιστοκλέους συνέβη τω 459 π.Χ.. Ως γνωρίζομεν όμως πάντες εξ ιδίας πείρας, τοιαύται διαδόσεις γεννώνται μάλλον αμέσως μετά τον θάνατόν τινος. Όπως και αν έχη το πράγμα, πολλοί επίστευσαν το διαδιδόμενον περί του Θεμιστοκλέους

    Φαίνεται δε ότι και οι εκ της Ελένης του Σοφοκλέους σωζόμενοι στίχοι :

              « εμοί δέ λώστον αίμα ταύρειον πιείν

                 και μή τι πλείους τώνδ' έχειν δυσφημίας

αναφέρονται εις την αυτοκτονίαν του ανδρός, εκτός εάν θελωμεν να παραδεχθώμεν ότι εν αυτοίς δηλούται απλώς η γενική γνώμη ότι το ταύρειον αίμα είναι δηλητηριώδες και δύναται να χρησιμεύση προς αυτοκτονίαν.

       Άλλως έκρινε περί του θανάτου του Θεμιστοκλέους ο Θουκυδίδης. «Νοσήσας, λέγει (εν Α'. 138), τελευτά τον βίον". Αλλά και αυτός προσθέτει. "λέγουσι δέ τίνες και εκούσιον φαρμάκω αποθανείν αυτόν, αδύνατον νομίσαντα είναι επιτελέσαι βασιλεί ά ύπέσχετο».

      Οι "τινές" ούτοι επεκράτησαν εν τοις ύστερον, πολλοί δε συγγραφείς προσπαθούσι να περιγράψωσι και τας λεπτομέρειας της αυτοκτονίας. Ούτως ο σχολιαστής του Αριστοφάνους διηγείται ότι ο Θεμιστοκλής προφασιζόμενος ότι θα τελέση θυσίαν εις την Άρτεμιν, έσφαξε ταύρον και δεξάμενος το αίμα τούτου εν κύλικι εξέπιεν αυτό ταχέως και αμέσως εξέπνευσε.

    Τα αυτά δε κατά την μαρτυρίαν του Κικέρωνος έγραψαν ήδη οι σύγχρονοι Αλεξάνδρου του Μεγάλου Στρατοκλής και Κλείταρχος, είτα δε Διόδωρος ο Σικελιώτης και άλλοι.

   Τρίτον παράδειγμα τοιούτου θανάτου διηγείται ο Κτησίας εν τοις Περσικοίς, ών κατέχομεν περίληψιν υπό του Φωτίου. Ο Κτησίας, όστις περί το 415 π.Χ. εγένετο αιχμάλωτος των Περσών και είτα επί 17 έτη έζησεν εν τη αυλή των βασιλέων της Περσίας ως ιατρός, λέγει περί του Σμέρδιος ή Τανυοξάρκου, του αδελφού του Καμβύσου, ότι "αίματι . . . ταύρου, ο εξέπιεν, αναιρείται».

   Εν τοις ύστερον τοιούτος θάνατος απεδίδετο εις μυθικούς άνδρας. Ούτως ο Στράβων και μετ' αυτόν πολλοί άλλοι λέγουσιν ότι ο βασιλεύς της Φρυγίας Μίδας υπ' ενυπνίων τοσούτον εβασανίζετο ώστε «αίμα ταύρου πιών» ηυτοκτόνησεν. Απολλώνιος δε ο σοφιστής εν τω Ομηρικώ λεξικώ μνημονεύει του Ιάσωνος ως αποθανόντος ούτως, ενώ ο Απολλόδωρος εν τη Βιβλιοθήκη, αντί του Ιάσωνος αναφέρει τον πατέρα τούτου Αίσονα. Τέλος, ώς μανθάνομεν εκ του Πλουταρχείου βίου του Φλαμινίνου, τινές ενόμιζον ότι και ο Αννίβας δια ταυρείου αίματος ηυτοκτόνησεν.

 

    Εάν νυν συγκρίνωμεν τας παραδόσεις ταύτας προς αλλήλας, παρατηρούμεν αμέσως ότι έχουσι τούτο το κοινόν ότι εν απάσαις γίνεται λόγος περί αυτοκτονίας, εξαιρουμένης της περί του Σμέρδιος, όστις, ως λέγει ο Κτησίας ή μάλλον ο συντεμών αυτόν Φώτιος, «αναιρείται» διά ταυρείου αίματος, τ. ε. φονεύεται. Αλλά και τούτον τον φόνον, εάν η διήγησις του Κτησίου ήτο εν γένει αξιόπιστος, θα εδυνάμεθα να εκλάβωμεν ως αυτοκτονίαν, καθ' όσον ομοιάζει προς τον κυρίως παρά δεσπόταις της Ανατολής (αλλά και παρά τοις αρχαίοις Αθηναίοις) συνηθέστατον τρόπον να αναγκάζηται ο εις θάνατον καταδικασθείς να είναι ο ίδιος και εκτελεστής της ποινής, είτε δια μαχαίρας είτε μεταξίνης μηρίνθου [:σχοινί, σπάγγος] είτε και δηλητηρίου.

    Ανάλογα είναι και τα περί του Αίσονος υπό του Απολλοδώρου λεγόμενα : "Πελίας δε απογνούς την υποστροφήν των Αργοναυτών τον Αίσονα κτείνειν ήθελεν. ο δέ αιτησάμενος εαυτόν ανελείν θυσίαν επιτελών αδεώς το του ταύρου αίμα σπασάμενος απέθανεν".

   Ότι δε τοιαύτην γνώμην είχον και οι αρχαίοι περί του πράγματος, δηλούται δια των λέξεων του σχολιαστού του Νικάνδρου (εις στίχον 312): "τινές αποκαρτερούντες πίνουσιν αυτό και τελευτώσι».

 

   Αλλ' είναι το ταύρειον αίμα δηλητηριώδες, ώστε να δυνηθή τις ν' αυτοκτονήση πίνων αυτό;  Ότι οι αρχαίοι είχον όντως την γνώμην ταύτην, διδάσκουσιν ημάς ήδη αι παραδόσεις άς απηριθμήσαμεν ανωτέρω. Προσέρχονται δε εις ταύτας και αι μαρτυρίαι των αρχαίων ιατρών, αίτινες ανά­γονται μέχρι των μέσων της Δ' π.Χ. εκατονταετηρίδος.

    Ο πρώτος περιγράψας τα συμπτώματα της τοιαύτης δηλητηριάσεως είναι κατά τον σχολιαστήν του Νικάνδρου (εις Αλεξιφαρμάκοις στ. 312) ο Πραξαγόρας, ο διάσημος Κώος ιατρός: «το ταύρειον αίμα φησί Πραξαγόρας πινόμενον πήγνυσθαι εν τω στήθει και θρομβούσθαι, έπειτα συνεχόμενον τών πνοών (ίσως διορθωτέον «συνεχομένων" των πνοών τ.ε. εμφρασσομένων των αναπνευστικών οδών) θνήσκειν ποιεί».

    Οι μεταγενέστεροι ουδέν κύριον σύμπτωμα προσέθηκαν εις την περιγραφήν ταύτην της δράσεως του αίματος, πάντες δε νομίζουσιν ότι η δηλητηρίασις οφείλεται εις την ταχείαν πήξιν και απόφραξιν των άναπνευστικών οδών, εις πνιγμόν δηλονότι.

    Φαίνεται δ' ότι και ο Αριστοτέλης απέβλεπεν εις την τοιαύτην δηλητηρίασιν γράφων (Περί τα ζώα ίστ. Γ , 19) : «τάχιστα δε πήγνυται το του ταύρου αίμα πάντων».

   Μόνον παρά Πλινίω (28, 9, 41) λέγεται ρητώς ότι το «πρόσφατον» (recens) ταύρειον αίμα είναι δηλητηριώδες, αλλά την γνώμην ταύτην είχον κατά πάσαν πιθανότητα και οι προγενέστεροι ιατροί και φυσιοδίφαι, διότι λέγουσιν ότι η πήξις γίνεται εντός του σώματος, επειδή δ' επέρχεται αύτη τάχιστα, και η πόσις πρέπει να υποτεθή γινομένη αμέσως μετά την σφαγήν του ζώου.

 

    Επιστημονικώς εξάγεται το γενικώτερον συμπέρασμα ότι ουδεμία εν γένει ουσία δηλητηριώδης είναι δυνατόν να εκρύπτετο υπό το όνομα του ταυρείου αίματος. Πρέπει λοιπόν να ζητηθή η λύσις δι' άλλης οδού.

    Ο Παυσανίας (Ζ', 25, 30) διηγείται ότι εν ταις αχαϊκαίς Αιγαίς η ιέρεια της Γής εδοκιμάζετο δια ταυρείου αίματος. ορκιζομένη ότι ήτο παρθένος ή μόνον ενί ανδρί συνέζησεν έπινε το αίμα, και αν μεν αλήθευε, τούτο δεν έβλαπτεν αυτήν, ει δ' άλλως αμέσως απέθνησκεν.

   Η δοκιμασία αύτη είναι είδος «θεοδικίας». επικαλείται δηλαδή ο δοκιμαζόμενος την κρίσιν των θεών, ίνα δηλωθή δια θείας ενεργείας η αλήθεια και το δίκαιον.

   Στηριζόμενος επι της ειδήσεως ταύτης του Παυσανίου περί χρήσεως του ταυρείου αίματος κατά πάσαν πιθανότητα παλαιότατης, είχομεν άλλοτε υποπτευθή ότι και εις τας παραδεδομένας δηλητηριάσεις δια του αίματος τούτου πρόκειται περί "θεοδικίας".

     Βλέπομεν δε νυν ότι και ο προώρως δια την επιστήμην αποθανών F. Dummler εν προγράμματι του εν Βασιλεία πανεπιστημίου επιγραφομένω "Delphica" (1894) εξετάσας το προκείμενον ζήτημα εις το αυτό συμπέρασμα κατέληξεν.

    Ο αρχαιολόγος ούτος ορθότατα τον όρκον εν τη αρχική σημασία αυτού εκλαμβάνει ως θεοδικίαν, τα δε διάφορα υγρά ών εν ταις ορκωμοσίαις εγίνετο χρήσις, ως σύμβολα της καταστροφής, ήτις επίκειται τη επιορκία. Η έκχυσις (σπονδή) του οίνου (Ιλ. Γ', 103 κε.) η του αίματος σημαίνει δια τον ομνύοντα ότι θέλει να εκχυθή ούτω και το αίμα αυτού άν επιορκή.

    Τοιαύτην σημασίαν έχει κατά τον Dummler και η σφαγή ταύρου εν τη ιστορία του βασιλέως της Σπάρτης Δημαράτου, ήν διηγείται ο Ηρόδοτος (S, 67).

    Ο Δημάρατος θέλων να μάθη ασφαλώς αν είναι γνήσιος υιός του πατρός αυτού, θύει τω Διί Ερκείω ταύρον, βαλών δε τα σπλάγχνα τούτου εις τας χείρας της μητρός αυτού απαιτεί παρά ταύτης να βεβαιώση ενόρκως την αλήθειαν. Ενταύθα η απλή επίψαυσις του θύματος αντικατέστησε την πρότερον συνήθη πόσιν του αίματος.

    Επειδή δ' εις τοιαύτας ορκωμοσίας, συμπεραίνει ο Dummler, συνήθως εθύοντο ταύροι, ανεπτύχθη είτα η ιδέα ότι αυτό το κατ' αρχάς συμβολικήν μόνον σημασίαν έχον αίμα του ταύρου είναι δηλητηριώδες. Οι θεοί ετιμώρουν τους επιόρκους, τους επί σκοπώ απάτης πίνοντας ή εκχέοντας το αίμα και καταρωμένους ούτως εαυτών. εκείνο δε όπερ εχρησίμευε μόνον ως σύμβολον ίνα υποδείξη την επικειμένην καταστροφήν, ολίγον κατ' ολίγον εθεωρείτο ως έχον εν εαυτώ την καταστρεπτικήν δύναμιν.

   Όσον πειστική και αν φαίνηται εκ πρώτης όψεως η ερμηνεία αύτη, εξεταζομένη μετά προσοχής απόλλυσι πολλά της πειστικότητος. Διότι μία προϋπόθεσις σπουδαία, εφ' ής κυρίως στηρίζεται, είναι εσφαλμένη:  εις τας ορκωμοσίας δεν εθύοντο συνήθως ταύροι, αλλά και κάπροι και κριοί κ.α. (πρβ. Stengel, Gr. Kultusaltert.- σ. 121 κε.). Διατί λοιπόν ακριβώς το αίμα του ταύρου και μόνον τούτο, ουχί δε το του κάπρου ή άλλων θυομένων ζώων, προσέλαβεν εν ταις παραστάσεσι του λαού την ιδιότητα του δηλητηρίου; Όθεν νομίζομεν πιθανώτερον ότι πρώτη αρχή της προλήψεως είναι γενικώτεραι πχραστάσεις, αίτινες και εν άλλαις εκδηλώσεσι του θρησκευτικού των Ελλήνων βίου υποφώσκουσι. Δεν αρνούμεθα όμως παντάπασιν ότι εις την γέννησιν της προλήψεως συνετέλεσαν και τα των όρκων ή θεοδικιών. Ιδού πώς ηδύνατο να υπάρχη σχέσις μεταξύ αυτών.

     Ο ομνύων επεκαλείτο καθ' εαυτού την φοβερωτάτην καταστροφήν αν ήθελεν επίορκήσει. Την καταστροφήν ταύτην, ως τιμωρίαν της ψευδορκίας, ενόμιζον οι Ελληνες ότι εξετέλουν οι θεοί του Άδου και κατ' εξοχήν αι Ερινύες, «αι θ' υπό γαίαν ανθρώπους τίονται, ότις κ' επίορκον ομόσση» (Ιλ. Τ', 259-260).

    Η τοιαύτη ιδέα υπόκειται και τω όρκω των θεών, διότι η Στύξ εις ήν ομνύουσι παρ' Ομήρω, είναι ποταμός του Άδου.  Εν γένει δε δυνάμεθα να είπωμεν ότι ουδέν εμποιεί τω Έλληνι μείζονα φόβον ή ο Άδης.

   Εάν νυν ζητήσωμεν, οποίον των εν ταις έλληνικαίς χώραις διαιτωμένων ζώων ηδύνατο κάλλιστα ένεκα του φόβου όν εμπνέει να χρησιμεύση ως προσωποποίησις του Άδου, ουδέν άλλο κατά την ημετέραν γνώμην θα εύρωμεν προς τούτο καταλληλότερον του ταύρου, τ.ε. του ζώντος εν ελευθερία, ως και σήμερον έτι εις τινα μέρη της Θεσσαλίας και Ακαρνανίας. Το φοβερόν του ζώου τούτου, όταν εξωργισμένον ετοιμάζεται να ορμήση κατά του εχθρού, φλόγας ούτως ειπείν εκπέμπον εκ των μεγάλων αιματηρών οφθαλμών, κλίνον προς τα κάτω την τεραστίαν κεφαλήν μετά των τρομερών κεράτων, κρούον το έδαφος δια των ποδών και μαστιγούν δια της ουράς τα πλευρά, ουδείς δύναται ν' αρνηθή όστις ποτέ ευρέθη ενώπιον αυτού.

    Και πράγματι ο ταύρος αντιπροσωπεύει τον Άδην παρά τοις Ορφικοίς ο Διόνυσος-Άδης τούτων, ο άναξ των ψυχών και του κάτω κόσμου, εν τοις μυστηρίοις αυτών παριστάνετο υπό μορφήν ταύρου. Το τοιούτον δεν δύναται να είναι απλή σύμπτωσις, αλλ' οφείλεται κατά πάσαν πιθανότητα εις τον φόβον όν εμποιούσιν αμφότεροι, ο τε Άδης και ο ταύρος.

    Φαίνεται δε ότι και η δοκιμασία της ιέρειας της Γής παρά Παυσανία επιρρωνύει την γνώμην ταύτην, διότι η Γή είναι επίσης θεά του κάτω κόσμου. Αν εγινώσκομεν ασφαλώς ότι τα διδάγματα των Ορφικών είναι πανάρχαια ελληνικά, ως θέλουσι νεώτεροί τινες αρχαιολόγοι, δεν θα ήτο ίσως πολύ τολμηρόν να είπωμεν απλώς ότι αι παρα­στάσεις αύται του Άδου ως ταύρου παρά τοις Ορφικοίς εγέννησαν την περί του ταυρείου αίματος πρόληψιν: "ο το αίμα πίνων παραδίδει εαυτόν τω Άδη».

 

 

.

                                                                                           

/ - πηγή: περ. «Αρμονία»

Εν Αθήναις, Ιανουάριος 1900, τεύχος 1ον,

 «Το ταύρειον αίμα», υπό Γουλιέλμου Μπαρτ (σ. 6-18).

[Εδώ επιλεγέντα τμήματα του άρθρου]    










            Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com 





Salvatore Rossi - Ο Μυθος του Σίσυφου - ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΣΙΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

 

Salvatore Rossi

Ο Μύθος του Σισύφου

 

 

 

Η ΗΘΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΕΝ ΤΩ ΜΥΘΩ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ

 

     Ο μύθος του Σισύφου, όστις υπήρξεν υιός του Αιόλου, αδελφός του Κρηθέως, Αθάμαντος και Σαλμωνέως, και πρώτος βασιλεύς της Κορίνθου, ανήκει εις την απωτάτην αρχαιότητα.

    Χωρίον εκ της Οδυσσείας παριστά αυτόν εν τω Ταρτάρω σκληρώς καταδεδικασμένον εις αιωνίαν τιμωρίαν, κυλίοντα δηλονότι προς την κορυφήν όρους ογκώδη λίθον, όν μόλις κατορθοί ν' αναβιβάση, ότε αίφνης ούτος επαναπίπτει επί του πεδίου, ούτως ώστε ο τάλας αναγκάζεται να επαναλαμβάνη επ' άπειρον τον άσκοπον τούτον αγώνα : (Οδ. λ, 593—600).

    Ο Όμηρος αποσιωπά το αίτιον της φρικώδους ταύτης ποινής, αλλ' ημείς δυνάμεθα να εξαγάγωμεν αυτό εκ διαφόρων παραδόσεων μεταγενεστέρων, αναφερουσών περί του Σισύφου ότι ούτος απετόλμησε ν' αποκαλύψη εις τον Ασωπόν, εις μάτην πλανώμενον προς αναζήτησιν της θυγατρός αυτού Αιγίνης, το όνομα του άρπαγος, ήτοι αυτόν τούτον τον Δία, όστις θυμωθείς επεδίκασε τον Σίσυφον τω θανάτω [: Απολλωδ. Βιβλιοθ. Ι, 9, 3].

   Αλλ' ο θάνατος δεσμευθείς δι' αλύσεων υπό του πονηρού Σισύφου δεν ηδυνήθη να ελκύση αυτόν εις τον Άδην, ειμή μόνον μετά την απελευθέρωσίν του τη επεμβάσει του Άρεως  [: Φερεκύδου Σχολ. εις Ομηρ. Ιλ. Ζ, 153]· ουχ ήττον όμως πριν ή ο Σίσυφος αποθάνη παρήγγειλε μετά λεπτής πονηρίας εις την γυναίκα αυτού ν' αφήση αυτόν άταφον.

    Ως εκ τούτου αιτιώμενος παρά τω Άδη και τη Περσεφόνη επί τη σκληρά ταύτη αμελεία, κατώρθωσε να επανίδη επί τινα καιρόν το φώς, ουδ' ήθελεν επιστρέψει πάλιν, αν δεν ηναγκάζετο να υποκύψη εις την βίαν του Ερμού.

    Διάφοροι μυθολόγοι ως ο Hartung, ο Preller, ο Decharme, έχοντες υπόψιν ότι η πόλις της Κορίνθου έτρεφεν ιδιαιτέραν λατρείαν εις τας θεότητας της θαλάσσης της διαβρεχούσης εξ αμφοτέρων των πλευρών τον ισθμόν παρ' όν αύτη κείται, εικάζουσιν εν τω Σισύφω θεόν τινα των κυμάτων, ο Preller δ' ιδίως φρονεί ότι η ποινή εις ήν ο ήρως τυγχάνει αιωνίως καταδεδικασμένος, υποδηλοί την εικόνα της μαινομένης θαλάσσης, ής τα κύματα ανυψούνται τα μεν επί των δε ανορθούμενα.

    Είναι πιθανόν ότι τοιαύτη τις ερμηνεία εδόθη μόνον δια τον λόγον ότι ο Σίσυφος υπήρξε πατήρ του Γλαύκου εναλίου θεού. ημείς όμως διστάζομεν να παραδεχθώμεν αυτήν.

    Επισκοπουμένων απλώς αμφοτέρων των φυσικών τούτων φαινομένων, παρατηρείται πράγματι ποιά τις ομοιότης μεταξύ του προς τα άνω κυλιομένου λίθου του μεθ' ορμής επαναπίπτοντος επί του πεδίου και των συνωθουμένων κυμάτων, άτινα κατόπιν πλαταγίζουσιν επί της ακτής. Ουχ ήττον όμως εν τη συγκρίσει ταύτη διεκφεύγει η εσωτάτη έννοια του μύθου, ο λόγος της τηλικαύτης ποινής της επιβληθείσης υπό τοη χολωθέντος θεού, προς τούτοις δε αμελείται η διαφορά των δύο κινήσεων.

    Τω Foresti εξ εναντίας φαίνεται ευφυεστέρα και μάλλον πιθανή η γνώμη του Cox  [:The Myth, of the Ar. Nat. σ. 185, 262.]  απεκδεχομένου τον Σίσυφον ως ηλιακόν τινα ήρωα και αναγνωρίζοντος εν τω λίθω, όν ούτος είναι ηναγκασμένος ν' αναβιβάζη μέχρι της κορυφής του όρους εξ ής πάλιν επαναπίπτει, την εικόνα του ηλίου, όστις ανυψούται μέχρι του ζενίθ, εξ ού ταχύτατα κατέρχεται και δύει την εσπέραν.

    Αλλ' όμως και η υπόθεσις αύτη φαίνεται απορριπτέα, καθ' όσον ουδεμία υπάρχει χρόνου διαφορά εις την άνοδον και κάθοδον του ηλίου, ώστε και ουδεμία διαφορά κινήσεως υπάρχει, ενώ, επαναλαμβάνω, εν τη ποινή του Σίσυφου βλέπομεν ακριβώς διακεκριμένα τα στοιχεία της κινήσεως, άπερ προσελκύουσι πάραυτα την προσοχήν και άτινα πρωτίστως οφείλομεν να λάβωμεν υπ' όψιν όπως εξακριβώσωμεν την σημασίαν του όλου.

    Υπάρχει εν τη φύσει υψίστη δύναμις τα πάντα τολμώσα και τα πάντα νικώσα. Αύτη η δύναμις ήτο πεπροσωποιημένη υπό των αρχαίων εν τω Διί υπάτω, υψίστω. Πάντες προσεκύνουν και ελάτρευον αυτόν, προσφέροντες θυσίας και εξιλασμούς. Ουαί τω αποτολμώντι να εξαναστή κατ' αυτού ή ν' αθετήση τας βουλάς αυτού. Μάτην απεπειράθησαν να εισδύσωσιν εις τον ουρανόν ο Τυφών και ο Καπανεύς, αμφότεροι συνετρίβησαν βληθέντες υπό του κεραυνού του χολωθέντος μαιμάκτου θεού.

    Έτι οδυνηροτέρα υπήρξεν η τύχη του Προμηθέως αποτολμήσαντος ν' αφαιρέση εκ του ουρανού το πύρ του περιλάμπρου φωτός και να κομίση τοις ανθρώποις τηλικούτον θησαυρόν. Απηνής γύψ καταβιβρώσκει το ήπαρ του ατυχούς δεσμώτου επί των αξένων βράχων του Καυκάσου.

    Και ο Σίσυφος υφίσταται εν τω Άδη ποινήν σκληροτάτην ένεκα της ακριτομυθίας αυτού επί βλάβη της θεότητος. Τοιουτοτρόπως ο παντοδύναμος θεός εξέρχεται τροπαιούχος κατά τους μετά των ανθρώπων αγώνας.

    Συγχρόνως όμως ο τιμωρός ούτος θεός θριαμβεύων δεινήν υφίσταται αφ' ετέρου ζημίαν δια της απωλείας μέρους της εξουσίας και του μεγαλείου εις τα όμματα των ανθρώπων, ενώ εξ εναντίας ο αντιμετωπίζων την μήνιν αυτού και θυσιαζόμενος ήρως καθίσταται πρόξενος παρά τοις θνητοίς υπερόχων ευεργετημάτων, οσάκις αποφεύγων να περιφρονήση υπεροπτικώς πάσαν σύνεσιν, ως ο Τυφών και ο Καπανεύς, δρα περιεσκεμμένως και από χρηστού συνειδότως.

   Ουδέ δύνανται τοιαύται χρησταί ενέργειαι ν' αποβώσι φρούδαι, τουναντίον μάλιστα θ' αποτελέσωσι το πρώτον βήμα προς ανίχνευσιν της αληθείας και προς θρίαμβον της προόδου, ήν έτεροι μάλλον ευτυχείς θέλουσιν περιαγάγει, εναντίον πάσης αντιδρώσης δυνάμεως, εις πλήρη τελειότητα.

    Αυτό τούτο συμβαίνει και εις τον ημέτερον ήρωα προσπαθούντα δια της περινοίας αυτού να ματαιώση την αυθαίρετον βίαν. Τωόντι το όνομα Σίσυφος υποδεικνύει σοφόν εκ του θέματος σοφός, εξ ού Σί-σοφος [:Ο τύπος «σί-συφος» έχει αναδίπλωσιν της πρώτης συλλαβής του θέματος και ανομοίωσιν του φωνήεντος]  (πρβλ. σέσυφος.  πανούργος, παρά Ησυχίω), καθ' όν τρόπον το Προμηθεύς εκ της ρίζης μανθ, μηθ, προσέλαβεν ηθικήν έννοιαν υποδηλούσαν την συγκίνησιν και την ταραχήν του διαλογιζομένου νού.

    Πλήν τούτου ο Σίσυφος κέκτηται αφθονίαν συμβουλών ποικίλων. Ο Ησίοδος τον αποκαλεί Αιολομήτην [: Απόσπ. 32]  και ως τοιούτος παρά τοις αρχαίοις συνδυάζεται μετά του Οδυσσέως [:βλ. κυρίως Σοφ. Φιλοκτ. 117, ένθα ο Οδυσσεύς καλείται υιός του Σισύφου], ήρωος διαβοήτου επί φρονήσει και πανουργία εν τω ελληνικώ στρατώ.

    Αλλ' ώσπερ εις τον Οδυσσέα, ανυψωθέντα δια της αλώσεως του Ιλίου εις τον κολοφώνα της δόξης και της ισχύος, καθίσταται άγονος πάσα τέχνη και πανουργία και επί μακρόν χρόνον ριπτάζεται απανταχού υπό της τύχης, διότι προσέβαλε θεόν τινα, τοιουτοτρόπως εις μάτην ο Σίσυφος «κέρδιστος γένετ' ανδρών». τα κωλύματα τα φυόμενα εκ της κακοβουλίας, της αισχρότητος και της χαμερπείας παραλύουσι την άλλως τε αδύνατον φύσιν των ανθρώπων. η θεότης η απεικονιζομένη εν τοις κωλύμασι τούτοις καταδικάζει αυτόν εις θάνατον και άνευ ουδενός οίκτου προς εκείνον όστις τοσούτον επέδειξεν οίκτον εις τους άλλους [: ο μύθος διηγείται ότι ο Σίσυφος έθαψε τον Μελικέρτην υιόν του Αθάμαντος και παρέσχε συγγνώμην εις τον Αυτόλυκον καίπερ αποδείξας αυτόν ληστήν], επιβάλλει αυτώ εν τη άλλη ζωή χαλεπήν και απηνεστάτην ποινήν, διότι αισθάνεται ότι η νίκη δεν υπήρξε τελεία, καθ' όσον η αλήθεια ής ο Σίσυφος τυγχάνει κομιστής εξέχυσε το φώς αυτής και μάλιστα ηθικώς εθριάμβευσεν.

    Η ποινή του Σισύφου απεικονίζει τα διάφορα στάδια του διεξαγομένου αγώνος, τας διαφόρους αποπείρας άς τω υπαγορεύει η προνοητική αυτού φρόνησις ίνα τύχη της σωτηρίας, αλλά συγχρόνως είναι και απεικόνισις της οδυνηράς ερεύνης της αληθείας εκ μέρους του σοφού, ήν ουδέν κώλυμα δύναται ν' αναχαίτιση. Ο όγκος ο ωθούμενος προς την κορυφήν του όρους απεικονίζει τας συνεχείς προσπαθείας τας τολμηράς και εμπαθείς προς κτήσιν της γνώσεως, ήν επιποθεί ο άνθρωπος αμέριστον και τελείαν.

    Η ιστορία διδάσκει, πόσοι κατεστράφησαν φθάσαντες εις την κτήσιν της αληθείας ή και μόνον διιδόντες αυτήν μακρόθεν.

    Το αμάρτημα συνίσταται κατά τον μύθον εν αυτή τή ζητήσει της αληθείας. διότι εαυτόν βλάπτει όστις δια μέσου του σκότους της αμαθίας προσπαθεί να καταλάβη δεσπόζουσαν θέσιν.

 

(Κατά το ιταλικόν του Salvatore Rossi εκ της Riv. di Storia antica )

 

 

 

/ - πηγή: περ. «Αρμονία»,

Εν Αθήναις, 1901, τεύχος 11ον

άρθρον:                                                                                

Salvatore Rossi,

Η ηθική έννοια εν τω μύθω του Σισύφου

(εκ του ιταλικού)

[  To μεταφρασθέν άρθρο στις σ. 545-549. 

   Εδώ τμήμα του άρθρου από τις σ. 546-549. 

   Ατυχώς ο μεταφραστής δεν κατονομάζεται.

   Το πολυτονικό σύστημα μετατράπηκε εδώ σε μονοτονικό.

   Μέσα στις αγκύλες εντέθηκαν οι σημειώσεις του άρθρου. ]  











            Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com