το δάκρυ του ονείρου 1
το δάκρυ του ονείρου
σκηνογραφημένη νουβέλα 2026
part i.
τεχνητή Πεζογραφία
ΜΕΡΟΣ Α
η πρόταση
ο έγγαμος βίος
ο θάνατος του Τσενγκ-Γουέι
η χηρεία της Γιάο Γκουάνγκ
η αρρώστεια
η απότομη ανάληψη των ευθυνών
στην αρχή ήταν μικρά πράγματα
το βράδυ που εκείνος άργησε
η αναμονή που έγινε συνήθεια
οι συζητήσεις για ένα γάμο…
η σιωπηλή οικειότητα
οι επαφές στους εξωτερικούς χώρους
οι επαφές στο εσωτερικό του σπιτιού…
η καταιγίδα στις αποθήκες
τα τελευταία λόγια της Γιάο Γκουάνγκ…
η κηδεία της Γιάο Γκουάνγκ
το μυστικό του τάφου
η τυμβωρυχία
τα ομοιώματα που μιλούν
η αυτόκλητη εποπτεία
μόνοι με κάτι περίεργο ανάμεσά τους…
η
αλλαγή της στάσης της Ρουό-Σι
η σκηνή της ζήλειας
ανακαλύπτοντας νέους τρόπους
η παρουσία που απλώνεται τη νύχτα
οι ερωτήσεις που δεν ειπώθηκαν
τα σκηνοθετημένα μικρά ατυχήματα
οι καταστάσεις εγκλωβισμού
εντείνονται
η κατάληψη της κρεβατοκάμαρας των
γονέων
τα ξεχασμένα παραθυρόφυλλα
το σπίτι τη νύχτα και η μεταμόρφωσή του
το δάκρυ του ονείρου
ΜΕΡΟΣ Β
η πρόταση για την εξαγορά
το συμβούλιο
ο δρόμος για το Νανγκού
οι νέες προγραμματικές δηλώσεις
ο δρόμος για την επιστροφή στο Λο
Τζιάνγκ
η αποθήκη κοντά στο Νανγκού
η κοπέλλα με τα γαλάζια μάτια
μετά το πρώτο ταξίδι στο Νανγκού
στο όνειρο της Ρουό-Σι
το μυστικό σχέδιο της Ρουό-Σι
η απόφαση για επέκταση προς το
Νανγκού
ο αγοραστής
στη σκοτεινή αίθουσα με τα
ομοιώματα
ΜΕΡΟΣ Γ
με τα αργύρια της εκποίησης
η «πέτρινη γυναίκα»
στην αποθήκη της Α-Μέι
οι Επιστρέφοντες: η
φράξια της «οδού της Μεγάλης Ειρήνης»
ο Γκένγκ Ντο, η Σιαογιού και η Λιάν
η Γου Σία και ο Ζανγκ Κιν
ο Πενγκ Λου και η Γου Ζιάν
η Χου Λαν και ο Φενγκ-Ρεν
ο Τζάο Γιν και η Σι-Λιν
οι αγρότισσες με τα
περιδέραια
η δοκιμασία της σπηλιάς
η ανταλλαγή
στη γη του χαρτοπαίκτη
η τελική συμφωνία
η πρώτη συνάντηση του
Γκούο Ρεν με την Χε Τζι
η υπόσχεση και η
στήριξη
στα νεοαποκτηθέντα
νότια κτήματα του Νανγκού
ο κληρονόμος
η ευνοούμενη Χονγκ-Χουά
η ευνοούμενη Λινγκ-Λου
η ευνοούμενη Τσινγκ-Γιά
οι αποφάσεις στο ξύλινο
σπίτι των νότιων κτημάτων
η αγωνία μιας
μεταμφιεσμένης υπηρέτριας
η νύχτα με την
Χονγκ-Χουά
ΜΕΡΟΣ Δ
η επιστροφή από το
πρώτο κοινό ταξίδι
στη γη της «πέτρινης
γυναίκας»
η σκοτεινή είδηση
η Λιν Σουέ
μετά το θάνατο της Μπάι Λου
μέσα στη σπηλιά
το βράδυ πριν
την εξαφάνιση της Λιν Σουέ
η εξιχνίαση
η κατάθεση των δύο
γυναικών
η αυτόβουλη εμφάνιση
της Σου Τσιν
ο αναχωρητής απέναντι
στον Γκούο Ρεν
η κατάθεση του Λου Γκεν
ο Γκάο Πινγκ περνά το
κατώφλι του πέτρινου διοικητηρίου
η δεύτερη συνάντηση με
τον αναχωρητή
το περιβραχιόνιο
ο δικαστής Σεν Ζιγιουάν της Τσενγκντού
η απόπειρα της κλοπής
του πτώματος
ο άνθρωπος του
διοικητηρίου
η ποινή και η εκτέλεση
του Λιν Γιέ
η κάθαρση
η νύχτα με την Λινγκ-Λου
ΜΕΡΟΣ Ε
η επιστροφή του Γκούο
Ρεν
η στάση του Γκούο Ρεν στις
αποθήκες της Α-Μέι
πρώτα βρίσκεις γυναίκα
και μετά φτιάχνεις σπίτι
η στάση του Γκούο Ρεν στο
ανεγειρόμενο σπίτι του Τζου Μιν
η δεύτερη συνάντηση του
Γκούο Ρεν με την Χε Τζι
το γεύμα πριν την
αναχώρηση για το Λο Τζιάνγκ
εκείνο το βράδυ στο Λο
Τζιανγκ
η απόφαση
η συζήτηση στο τραπέζι
η γη των ενόχων
οι υποθετικές ερωτήσεις
το πρώτο «δάκρυ του
ονείρου»
το όνειρο του Γκούο Ρεν
σπρώχνοντας την μισάνοιχτη πόρτα
το δώρο
το επόμενο πρωί
το ξαφνικό κάλεσμα από
το Μπαϊλίν
επιστρέφοντας από το
Μπαϊλίν
ΜΕΡΟΣ ΣΤ
η αποπληρωμή του χρέους
η αναγνώριση ενός συμβόλου
η νυχτερινή στάθμευση
στην αποθήκη της Α-Μέι
ο συννεφιασμένος δρόμος
προς το Νανγκού
το παλιό ξεχασμένο πέτρινο
κτίσμα
ο Γκούο Ρεν και η
φιλοξενούμενή του
η αποκατάσταση των
κοριτσιών με τα κόκκινα περιδέραια
ο αγγελιαφόρος
η
ανακοίνωση στην «Κόκκινη Φλόγα»
η ανακοίνωση στην πρασινομάτα Λινγκ-Λου.
η
ανακοίνωση στην Τσινγκ-Για
η μέρα των συναντήσεων
ο προσκεκλημένος
ένα εγκαταλειμμένο
κτήμα αποκτά και πάλι ζωή
η Γου Σία ενώπιον του
Γκούο Ρεν
Ο Γκούο Ρεν συζητά με
τη φιλοξενούμενή του
μια επιπόλαια πρόταση
γάμου
η Χονγκ-Χουά ενώπιον
του Γκούο Ρεν
ο ανυπόμονος γαμβρός
η ανάθεση: Οι Νέοι
Επιστάτες
η επισφράγιση της ανάθεσης
ΜΕΡΟΣ Ζ
η νέα άφιξη του
εκπροσώπου του διοικητηρίου
πρωϊνό στα νότια
κτήματα
οι έρευνες στα κτήματα
ο εργάτης από το Γιανγκού
η νεαρή χήρα Σιανγκλίν από το Λανσί
ο εργάτης που σέβεται τα όρια της
ιδιοκτησίας
ο άνθρωπος με τα κατάστιχα
ένας γαμβρός για μια
νύφη με κρυμμένη μνήμη
η χαρμόσυνη αναγγελία
στην υποψήφια νύφη
κάποιες εκκρεμότητες
η σύσταση της Σιανγκλίν
η θέα από ψηλά
το αίτημα για τις δύο άνεργες παλλακίδες
η ανακοίνωση μιας επικείμενης σύλληψης
η εντολή για την πρόσληψη ενός υπαλλήλου
η σύλληψη του Χου Σι
η σφραγισμένη πόρτα
η αντιζηλία μάνας και κόρης
τα δάκρυα της χαρμολύπης
μια φωτιά που δεν σβήνει
στο λαξευμένο βράχο της σπηλιάς
η μεταμόρφωση ενός νυφικού θαλάμου
η απολογία της
αμετανόητης Λου Λαν
όταν ο χρόνος δικαιώνει
τις αταίριαστες ενώσεις
η αναχώρηση του
ανθρώπου του διοικητηρίου
δύο απερχόμενες παλλακίδες σχολιάζουν
η μυστηριώδης «ασθένεια
του νου»
η νέα ζωή στη Νάμπου
οι ψίθυροι των γραφείων
τα πρώτα συμπτώματα
η
«νύχτα της διπλής αρμονίας»
ο κήπος των δύο γυναικών
η
προειδοποίηση
ο νεκρός άρχοντας
το λουτρό στον ποταμό
το
λύσιμο των κόκκινων περιδέραιων
ΜΕΡΟΣ Η
η πρόσληψη της νεαρής χήρας
Σιανγκλίν
η μυστική συνάντηση του
Γκούο Ρεν με τον Μινγκ Ζενγκ
η ειδοποίηση του Γκενγκ
Ντο
οι εικόνες στο μυαλό του Γκενγκ Ντο
το δίλημμα που χωρίζει μια οικογένεια
η ειδοποίηση του Ταν
Ζονγκλί
η ειδοποίηση των
αδελφών Φανγκ
η ειδοποίηση της Γου
Μέι
η ειδοποίηση του Σουν
Σεν
η ειδοποίηση του Λιου Κάι
η ειδοποίηση του Πενγκ
Λου
η ειδοποίηση της Λιν
Σου
η ειδοποίηση της Ταν
Τσουνχουά, της γυναίκας των χωραφιών
η ειδοποίηση της Ντουάν
Χου και της Γκου Μεϊγιού
από την τρυφερότητα στην ασίγαστη επιθυμία
η ειδοποίηση του Τζάο Γιν
όταν κάτι δεν είναι
γραφτό να γίνει…
σκέψεις μιας
μελλόνυμφης
το σχέδιο της
Χονγκ-Χουά
η αθώα μεσολάβηση της
Λανφέν
οι οδηγίες της μάνας
όταν κάτι αναβάλλεται…
δεν έχει νόημα να ξαναγίνει.
ένας νέος ρόλος για την
Χονγκ-Χουά
ο ξεριζωμός
η σύσκεψη των τεσσάρων στο
πέτρινο διοικητήριο
δύο αδέλφια
συζητούν
η Σου-Σι παρηγορεί τη
μικρή Λιάν
η δεύτερη συνάντηση του
Γκούο Ρεν με την Σιανγκλίν
η έλευση του περίεργου
γελωτοποιού
περπατώντας στα χωράφια
του Νανγκού
η κλοπή της Πιάο Γιουάν
μια ανακεφαλαίωση
ο γελωτοποιός, ο
αναχωρητής και ο Γκούο Ρεν
η υπόθεση της παλλακίδας Πιάο Γιουάν
η κάλυψη των κενών θέσεων
τα ευρήματα στα εγκαταλειμμένα σπίτια
τα ξυλόγλυπτα με τις «αδελφές ψυχές»
το κενό σπίτι του πατέρα και της πρωτότοκης
το κοινό γεύμα
ΜΕΡΟΣ Θ
ο δρόμος της επιστροφής
η στάση στο μικρό
απόμερο κτήμα
το μωβ ρύζι
μέσα στο «δάκρυ του
ονείρου»
οι εφιάλτες της
αβεβαιότητας
η Ρουό-Σι στο δειλινό
της επόμενης μέρας
η διακοπή της κύησης
ΜΕΡΟΣ Ι
τόση βιασύνη για
μισοτελειωμένες αποθήκες και ακαλλιέργητα κτήματα…
στο βράχο της «πέτρινης
γυναίκας»
ο χορός με τις μάσκες
οι εννέα νύχτες
πηγαίνοντας μόνος για
το Νανγκού
το λουτρό της κάθαρσης
στο ξύλινο σπίτι της
χήρας Σιανγκλίν
η γέννηση μιας νέας
Σιανγκλίν
τα δεδομένα της νέας
κατάστασης
η εκδίωξη της Ταν Τσουνχουά
η επιθεωρήτρια των
μεταξοσκωλήκων
στο εργαστήριο των
μεταξοσκωλήκων
η ανάγκη για έλεγχο
όλων των κτημάτων
τα τρία πράσινα
μενταγιόν
ΜΕΡΟΣ ΙΑ
η ομηρεία
η νύχτα της
απελευθέρωσης
ΜΕΡΟΣ Α
Στις παρυφές του Λο Τζιάνγκ, εκεί όπου η κοιλάδα άνοιγε προς τρία
γειτονικά χωριά, το Σιαοχέ, το Μπαϊλίν και το Νανγκού, απλωνόταν η γη του Ντου Τσενγκ-Γουέι. Ήταν άνθρωπος
περήφανος, μεγαλογαιοκτήμονας με λόγο βαρύ και βλέμμα που δεν σήκωνε αντίρρηση.
Τα χωράφια του απλώνονταν πέρα από τα όρια του ενός χωριού, αγγίζοντας τα
σύνορα των άλλων δύο, και οι αποθήκες του γέμιζαν σε καλές χρονιές με σιτάρι
αρκετό για να θρέψει δεκάδες οικογένειες. Το όνομά του ακουγόταν με σεβασμό και φόβο.
Τη σύζυγό του, τη Ντου Γιάο Γκουάνγκ, την είχε φέρει από το γειτονικό
Μπαϊλίν. Ήταν, έλεγαν, η ομορφότερη γυναίκα της περιφέρειας, και η φήμη της
είχε φτάσει μέχρι τα αυτιά του πριν ακόμη τη δει. Την «αγόρασε» όπως αγόραζαν
τότε τις γυναίκες, με προίκα, με συμφωνίες, με την ήσυχη αποδοχή όλων πως η
ομορφιά της άξιζε το τίμημα. Όμως εκείνη δεν ήταν μόνο όμορφη· είχε μια σιωπηλή
περηφάνια, μια αίσθηση πως προοριζόταν για κάτι ανώτερο από τη ζωή των απλών
χωρικών.
Στο Μπαϊλίν είχε γεννηθεί η Γιάο Γκουάνγκ. Το όνομά της σήμαινε
«πολύτιμη λάμψη», και όσοι την αντίκριζαν από μικρή ένιωθαν πως δεν επρόκειτο
για απλή υπερβολή των γονιών της, αλλά για προφητεία.
Ο πατέρας της, ο Γιν Τσεν-Λου, ήταν άνθρωπος μετρημένος, ιδιοκτήτης γης
με κύρος, που πίστευε στη σιωπή περισσότερο απ’ ό,τι στα λόγια. Η μητέρα της, η
Λιν Σου-Ζεν, υπήρξε κάποτε φημισμένη για την ομορφιά της, μα με τα χρόνια είχε
μάθει να τη σκεπάζει πίσω από την ευπρέπεια και την υπακοή. Από εκείνην
κληρονόμησε η Γιάο Γκουάνγκ τα χαρακτηριστικά της· από τον πατέρα της, την
απόσταση.
Είχε δύο μικρότερες αδελφές, τη Γιάο Ρου-Λίν και τη Γιάο Σιάο-Μέι, που
μεγάλωσαν στη σκιά της. Εκείνες γελούσαν εύκολα, μιλούσαν με τους χωρικούς,
αντάλλασσαν μικρές χάρες και κουτσομπολιά. Εκείνη όχι. Πλησίαζαν συχνά, με
διστακτικά χαμόγελα και αιτήματα κρυμμένα πίσω από αθώες κουβέντες — ένα καλό
λόγο στον πατέρα, ένα κόσμημα δανεικό, μια μεσολάβηση. Η Γιάο Γκουάνγκ τις
άκουγε, τις κοιτούσε με εκείνα τα ήρεμα, αδιαπέραστα μάτια της, και απαντούσε
πάντα με τρόπο που δεν ήταν ούτε σκληρός ούτε τρυφερός, απλώς τελικός. Σαν να
όριζε αόρατα όρια που καμία δεν μπορούσε να περάσει.
Από νωρίς είχε καταλάβει πως η ζωή της δεν ανήκε στο Μπαϊλίν. Το χωριό
ήταν μικρό, οι άνθρωποι προβλέψιμοι, οι φιλοδοξίες τους περιορισμένες όσο και
οι καλλιέργειές τους. Εκείνη περπατούσε ανάμεσά τους σαν να μην πατούσε
πραγματικά στο ίδιο χώμα. Δεν ήταν περιφρόνηση, ήταν βεβαιότητα. Μια εσωτερική
γνώση ότι είχε γεννηθεί για κάτι ανώτερο, για έναν κόσμο όπου η ομορφιά δεν
ήταν απλώς θαυμασμός, αλλά νόμισμα δύναμης.
Η παρουσία της δεν ζητούσε προσοχή· την απαιτούσε σιωπηλά. Όταν στεκόταν
στην αυλή του σπιτιού της, με τα μαλλιά της δεμένα απλά και τα ρούχα της χωρίς
υπερβολές, οι άλλοι χαμήλωναν τη φωνή τους χωρίς να το καταλαβαίνουν. Δεν
χαμογελούσε συχνά, και όταν το έκανε, δεν ήταν για να ευχαριστήσει, ήταν σαν να
παραχωρούσε μια μικρή, ελεγχόμενη λάμψη.
Η Γιάο Γκουάνγκ δεν ονειρευόταν την αγάπη όπως οι άλλες γυναίκες του
χωριού. Δεν την ενδιέφεραν οι ιστορίες για τρυφερότητα ή αφοσίωση. Ήξερε τον
ρόλο της: να παντρευτεί κάποιον που της άξιζε, όχι μόνο σε πλούτο, αλλά σε
ισχύ, σε θέση, σε προοπτική. Ο γάμος δεν ήταν καταφύγιο· ήταν άνοδος. Και
εκείνη δεν θα δεχόταν τίποτα λιγότερο από την κορυφή.
η
πρόταση
Στο Μπαϊλίν, όπου οι γάμοι δεν ήταν απλώς ένωση ανθρώπων αλλά συμφωνίες
ισχύος και τιμής, η άφιξη προξενητάδων στο σπίτι του Γιν Τσεν-Λου δεν προκάλεσε
έκπληξη. Η φήμη της Γιάο Γκουάνγκ είχε προ πολλού ξεπεράσει τα όρια του χωριού·
το όνομά της ψιθυριζόταν σαν κάτι ανάμεσα σε ευλογία και πρόκληση.
Όταν πρωτοήρθαν οι άνθρωποι του Ντου Τσενγκ-Γουέι, έφεραν μαζί τους τα
καθιερωμένα πρώτα δώρα, μεταξωτά υφάσματα από το Τσενγκντού, κεραμικά λεπτής
τέχνης, και ένα κιβώτιο με ασημένια κοσμήματα. Τα αντικείμενα τοποθετήθηκαν με
προσοχή στην κεντρική αίθουσα, σύμφωνα με το έθιμο, μπροστά από τους προγόνους,
ώστε να «δουν» και εκείνοι την πρόθεση.
Η μητέρα της, η Λιν Σου-Ζεν, αντάλλαξε βλέμματα ικανοποίησης με τον
σύζυγό της. Ο πατέρας της ένευσε ελαφρά· ήταν μια πρόταση που κάθε οικογένεια
θα δεχόταν χωρίς δεύτερη σκέψη. Η Γιάο Γκουάνγκ στάθηκε λίγο πιο πίσω. Κοίταξε
τα δώρα χωρίς να τα αγγίξει. Το βλέμμα της πέρασε από το μετάξι στο ασήμι, από
το ασήμι στα κεραμικά, σαν να ζύγιζε όχι την αξία τους αλλά την πρόθεση που
έκρυβαν. Δεν χαμογέλασε. Δεν συνοφρυώθηκε. Δεν είπε τίποτα.
Ήταν αρκετό.
Οι προξενητάδες έφυγαν με ευγένεια, αλλά χωρίς απάντηση. Οι γονείς της
στράφηκαν προς εκείνη το ίδιο βράδυ.
«Είναι καλή πρόταση», είπε ο πατέρας
της.
Η Γιάο Γκουάνγκ έγειρε ελαφρά το κεφάλι της.
«Είναι αρχή», απάντησε. Δεν υπήρχε ασέβεια στον τόνο της. Μόνο μέτρο.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, η πομπή επέστρεψε. Αυτή τη φορά τα δώρα ήταν
αισθητά πλουσιότερα. Χρυσά κοσμήματα με ένθετο νεφρίτη, σπάνια τσάγια από τα
βουνά, μεταξωτά κεντημένα με σύμβολα μακροζωίας και ευημερίας, καθώς και ένα
ζευγάρι τελετουργικά υποδήματα από λεπτό μετάξι και βελούδο, κεντημένα στο χέρι
με χρυσή κλωστή. Στο μπροστινό τους μέρος, εκεί όπου η άκρη σχημάτιζε το
χαρακτηριστικό ελαφρύ ανασηκωμένο σχήμα της αυλικής μόδας της εποχής, ήταν
ραμμένοι μικροί πολύτιμοι λίθοι, λειασμένοι σαν σταγόνες φωτός, όχι κραυγαλέοι
σαν επίδειξη, αλλά τοποθετημένοι με τέτοια δεξιοτεχνία ώστε να αιχμαλωτίζουν
διακριτικά την κίνηση και το φως. Μαζί υπήρχε και ένα έγγραφο που επιβεβαίωνε
την πρόθεση για ένωση των οικογενειών, πιο επίσημο, πιο δεσμευτικό.
Ήδη, τα νέα είχαν απλωθεί πέρα από την αυλή της οικία των Γιν. Στα στενά
του Μπαϊλίν, στα πηγάδια και στα χωράφια, οι ψίθυροι ταξίδευαν γρήγορα. Έλεγαν
πως η συμφωνία είχε ουσιαστικά κλείσει, πως η τύχη της Γιάο Γκουάνγκ είχε ήδη
αποφασιστεί.
Μέσα στο σπίτι, όμως, τίποτα δεν είχε ακόμη κριθεί. Η Γιάο Γκουάνγκ
κάθισε αυτή τη φορά πιο κοντά. Πήρε στα χέρια της ένα κόσμημα από νεφρίτη, το
σήκωσε στο φως και το παρατήρησε για λίγες στιγμές. Οι αδελφές της, η Ρου-Λίν
και η Σιάο-Μέι, την κοιτούσαν σχεδόν με δέος.
«Είναι όμορφο», είπε τελικά. Και το άφησε πίσω στη θέση του.
Ούτε αποδοχή. Ούτε απόρριψη. Μόνο μια σιωπηλή υπενθύμιση πως αυτό που
της προσφερόταν, όσο εκλεπτυσμένο κι αν ήταν, δεν είχε ακόμη αγγίξει το ύψος
της αξίας της. Πως ο δρόμος προς εκείνη δεν είχε ολοκληρωθεί, απλώς είχε
προχωρήσει ένα βήμα. Και πως ο άνδρας που τη διεκδικούσε όφειλε να το
καταλάβει: ότι δεν στεκόταν μπροστά σε μια γυναίκα που θα εντυπωσιαζόταν, αλλά
σε μια που όριζε η ίδια το μέτρο της.
Οι γονείς της άρχισαν να ανησυχούν. Όχι γιατί η πρόταση δεν ήταν καλή, αλλά
γιατί καταλάβαιναν πως η κόρη τους δεν έπαιζε το παιχνίδι όπως οι άλλες
γυναίκες. Δεν αντιδρούσε. Καθόριζε.
Η τρίτη άφιξη δεν έμοιαζε με τις προηγούμενες. Δεν ήταν μόνο τα δώρα, αν
και αυτά ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία, σεντούκια με χρυσό, σπάνια υφάσματα που
δεν είχαν ξαναφανεί στο Μπαϊλίν, και έργα τέχνης από μακρινές περιοχές. Ήταν
αυτό που τα συνόδευε.
Ο ίδιος ο Ντου Τσενγκ-Γουέι εμφανίστηκε, σπάζοντας το τυπικό που ήθελε
τον γαμπρό να μένει στο περιθώριο μέχρι την τελική συμφωνία. Μαζί του έφερε ένα
έγγραφο σφραγισμένο, τίτλο ιδιοκτησίας για μια εύφορη έκταση γης κοντά στον
ποταμό, γραμμένο στο όνομά της. Όχι της οικογένειας. Δικό της.
Η αίθουσα πάγωσε. Δεν ήταν απλώς γενναιοδωρία. Ήταν δήλωση. Αναγνώριση
αξίας πέρα από το έθιμο. Η Γιάο Γκουάνγκ σηκώθηκε αργά. Πλησίασε, πήρε το
έγγραφο, και για πρώτη φορά τα μάτια της έμειναν λίγο περισσότερο πάνω σε κάτι
που της προσφερόταν. Δεν μίλησε αμέσως. Και τότε, σχεδόν ανεπαίσθητα, χαμογέλασε. Ήταν ένα χαμόγελο μικρό,
ελεγχόμενο, αλλά αρκετό για να γίνει αντιληπτό από όλους.
Η μητέρα της κατέβασε το βλέμμα με ανακούφιση. Ο πατέρας της ίσιωσε την
πλάτη του.
Οι αδελφές της αντάλλαξαν σιωπηλές
ματιές. Η απόφαση είχε παρθεί. Όχι τη στιγμή που ήρθαν τα δώρα. Όχι όταν
συμφώνησαν οι γονείς της.
Αλλά όταν εκείνη έκρινε πως η αξία της είχε, επιτέλους, αναγνωριστεί πλήρως.
Και από εκείνη τη στιγμή, ο γάμος δεν ήταν πια πρόταση. Ήταν
επιβεβαίωση.
ο
έγγαμος βίος
Όταν τελικά παντρεύτηκε τον Ντου Τσενγκ-Γουέι, μεγαλογαιοκτήμονα με γη
που απλωνόταν πέρα από τον ορίζοντα, το Μπαϊλίν μίλησε γι’ αυτό για μήνες. Οι
αδελφές της είδαν σε αυτό ευκαιρία· οι γονείς της, επιβεβαίωση. Εκείνη, όμως,
δεν ένιωσε θρίαμβο. Μόνο μια ήσυχη δικαίωση, σαν να είχε απλώς φτάσει εκεί όπου
πάντα ήξερε ότι ανήκε.
Μετά τον γάμο, η απόσταση που κρατούσε έγινε ακόμη πιο καθαρή, σχεδόν
τελετουργική. Επισκεπτόταν σπάνια το πατρικό της, και όταν το έκανε, η παρουσία
της άλλαζε τον χώρο. Η μητέρα της πρόσεχε τα λόγια της· ο πατέρας της την
κοιτούσε με έκφραση υπερηφάνειας που δεν ομολογούσε. Οι αδελφές της την πλησίαζαν
ξανά, πιο προσεκτικά τώρα, με μεγαλύτερες προσδοκίες και μεγαλύτερο φόβο.
Η Γιάο Γκουάνγκ είχε γίνει αυτό που πάντα υπήρξε. Όχι απλώς η πιο όμορφη
γυναίκα της περιοχής, αλλά μια μορφή σχεδόν απρόσιτη. Σαν φως που δεν
ζεσταίνει, μόνο φωτίζει. Σαν πολύτιμος λίθος που δεν ανήκει σε κανέναν, ακόμη
κι όταν τον κατέχουν.
Από τη στιγμή που η Γιάο Γκουάνγκ πέρασε το κατώφλι του οίκου του ως
σύζυγος, ο Ντου Τσενγκ-Γουέι ένιωσε κάτι που δεν είχε υπολογίσει: πως δεν είχε
αποκτήσει απλώς μια γυναίκα, αλλά ένα μέτρο ανωτερότητας.
Δεν ήταν πια μόνο ο μεγάλος γαιοκτήμονας της περιοχής. Τέτοιοι υπήρχαν
και άλλοι, με γη, με πλούτο, με επιρροή που έφτανε ως τις διοικητικές αρχές.
Αυτό όμως που διέθετε εκείνος, και κανένας άλλος, ήταν κάτι που δεν μπορούσε να
μετρηθεί σε χωράφια ή σεντούκια χρυσού. Ήταν η Γιάο Γκουάνγκ. Και μαζί της, μια
σπάνια μορφή απόκτησης, κατοχής όχι ενός
αντικειμένου, αλλά ενός ανθρώπου που έδινε την παρουσία της ελεύθερα, που
πρόσφερε την αγάπη της χωρίς να την υποσχεθεί, τη στήριξή της χωρίς να
υποταχθεί, και τη σιωπηλή της επιλογή να παραμείνει δίπλα του. Αυτό ακριβώς τον
εξύψωνε. Γιατί όποιος κατείχε κάτι πολύτιμο, όπως η Γιάο Γκουάνγκ δεν στεκόταν
πια στο ίδιο επίπεδο με τους άλλους. Στεκόταν ένα βήμα πιο πάνω, όχι λόγω
δύναμης, αλλά λόγω αξίας. Και εκείνη η αξία δεν ήταν πια πράγμα, ούτε γη, ούτε
τίτλος. Ήταν μια γυναίκα που, με την ίδια της την ύπαρξη, με την ψυχρή της
κομψότητα, με την απόσταση που κρατούσε από τον κόσμο, τον καθιστούσε κι
εκείνον διαφορετικό.
Η αγέρωχη στάση της απέναντι στους ανθρώπους, η σχεδόν τελετουργική της
αποστασιοποίηση από το πλήθος, ακόμη και από το ίδιο της το παρελθόν και την
πατρική της εστία, λειτουργούσε σαν καθρέφτης που ανύψωνε και τον ίδιο. Στα
μάτια των άλλων, δεν ήταν απλώς ένας γαιοκτήμονας με πλούσια γη. Ήταν ο άνδρας
που είχε παντρευτεί την πιο όμορφη και πιο άπιαστη γυναίκα της περιοχής. Και
αυτό, από μόνο του, ήταν κύρος.
Κάποιες φορές, σχεδόν ανεπαίσθητα, ο Τσενγκ-Γουέι δανειζόταν κάτι από
εκείνη. Από την ψυχραιμία της, από την αίσθηση ότι δεν χρειάζεται να εξηγείς
την παρουσία σου σε κανέναν. Όταν στεκόταν μπροστά στους χωρικούς ή στους
επιστάτες του, η φωνή του γινόταν λίγο πιο σταθερή, το βλέμμα του λίγο πιο
ψηλό, σαν να είχε μάθει, μέσα από εκείνη, πως η εξουσία δεν χρειάζεται βιασύνη,
μόνο βεβαιότητα. Και έτσι, η Γιάο Γκουάνγκ δεν είχε απλώς γίνει μέρος της ζωής
του. Είχε γίνει ο λόγος που η ζωή του φαινόταν μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν.
Απέκτησαν δύο παιδιά. Πρώτα τον Ντου Γκούο Ρεν, και τρία χρόνια αργότερα
τη μικρή Ρουό-Σι. Και οι δύο ξεχώριζαν, όχι μόνο για το όνομα ή την καταγωγή
τους, αλλά και για το ανάστημά τους. Ο Γκούο Ρεν ψήλωνε πιο γρήγορα από τους
συνομηλίκους του, με σώμα που υποσχόταν δύναμη και αντοχή. Η Ρουό-Σι, αν και
δεν είχε την αψεγάδιαστη ομορφιά της μητέρας της, κουβαλούσε κάτι άλλο, μια
χάρη στο βάδισμα, μια ήρεμη λάμψη, σαν το πρώτο φως της αυγής που απλώνεται
χωρίς θόρυβο και όμως δεν περνά απαρατήρητο.
ο
θάνατος του Τσενγκ-Γουέι
Ο θάνατος του πατέρα ήρθε ξαφνικά και βίαια. Σε μια χρονιά που οι βροχές
δεν έλεγαν να σταματήσουν, το ποτάμι στο Λο Τζιανγκ φούσκωσε και ξεχείλισε,
καταπίνοντας τις όχθες και τα χωράφια. Ο Ντου Τσενγκ-Γουέι έτρεξε να σώσει τις
αποθήκες του, το σιτάρι, τον μόχθο μιας χρονιάς, την τιμή του. Το νερό όμως
ήταν πιο δυνατό. Τον παρέσυρε μέσα σε μια νύχτα, και το σώμα του βρέθηκε μέρες
αργότερα, μπλεγμένο σε κλαδιά, μακριά από τη γη που θεωρούσε δική του. Σαν η
μοίρα να ήθελε να τον ξεριζώσει από τον παράδεισό του, από το σπίτι του, τη
γυναίκα του και τα χωράφια του. Σαν μια υπερφυσική δύναμη να είχε ζηλέψει που
ένας θνητός είχε τόσα πολλά στη ζωή του, και κυρίως που είχε ένα ήρεμο γάμο
χωρίς προβλήματα, καυγάδες και ζήλειες.
Το 1641, όταν ο Τσενγκ-Γουέι χάθηκε στην πλημμύρα, ο Τσεν Μπινγκ, ο
επιστάτης του, άνθρωπος της εμπιστοσύνης του και σχεδόν συνομήλικός του, ήταν
εκεί. Πήδηξε στο νερό, τον άρπαξε, πάλεψε με το ρεύμα, έκανε ό,τι μπορούσε, μα
το ποτάμι δεν άφηνε τίποτα πίσω του. Από τότε, ο Τσεν Μπινγκ κουβαλούσε εκείνη
τη στιγμή σαν βάρος που δεν ελαφραίνει.
η
χηρεία της Γιάο Γκουάνγκ
Η Ντου Γιάο Γκουάνγκ έμεινε πίσω, χήρα, με δύο παιδιά, τον γιό της στα
είκοσι και την κόρη της στα δεκαεπτά, και μια περιουσία που έπρεπε να
προστατευτεί. Στο Λο Τζιάνγκ, το αρχοντικό του Τσενγκ-Γουέι στεκόταν ακόμη
επιβλητικό, με τις πύλες του κλειστές και την τάξη του άθικτη, τουλάχιστον στα μάτια των άλλων. Κανείς δεν
έπρεπε να δει τι είχε αρχίσει να ραγίζει από μέσα.
Ο Τσεν Μπινγκ ήταν αυτός που συνέχισε να φροντίζει τα κτήματα. Ερχόταν
τακτικά στο αρχοντικό, έδινε αναφορά, κρατούσε τις υποθέσεις σε τάξη. Δεν
μιλούσε πολύ· έκανε μόνο ό,τι έπρεπε.
Η Γιάο Γκουάνγκ δεν δεχόταν άλλους.
Ούτε συγγενείς, ούτε γνωστούς, ούτε εκείνους που εμφανίζονταν με πρόφαση το
ενδιαφέρον και έφευγαν με ιστορίες. Ήξερε καλά πόσα είχαν ειπωθεί ήδη και πόσα
περίμεναν να ειπωθούν. Μάνες και κόρες που κάποτε είχαν δει τον Τσενγκ-Γουέι ως
γαμπρό, που τον είχαν “υπολογίσει” για δικό τους, δεν είχαν ξεχάσει. Η Γιάο
Γκουάνγκ ήταν ξένη, από μακριά, και είχε πάρει μια θέση που άλλες θεωρούσαν
δική τους. Τα χαμόγελα δεν την ξεγελούσαν.
Αυτά της τα είχε πει πρώτη η Λάο Σου. Η Λάο Σου, η πιστή υπηρέτρια, δεν
έμενε πια μόνιμα στο αρχοντικό. Τα βράδια αποχωρούσε και γύριζε στο μικρό της
σπίτι, σε ένα στενό κοντά στις αποθήκες του ποταμού, εκεί όπου έμεναν παλιοί
υπηρέτες και εργάτες της οικογένειας. Πριν ακόμη χαράξει, όμως, ήταν πάλι πίσω
σαν να μην είχε φύγει ποτέ.
Είχε υπηρετήσει χρόνια στο σπίτι του
Τσενγκ-Γουέι. Είχε χάσει το δικό της παιδί νωρίς, και χωρίς να το επιδιώξει,
είχε δει στον αφέντη της κάτι από τον γιο που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Ήξερε
τα πάντα γι’ αυτόν ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζε όταν μιλούσε.
Στην αρχή, όταν η Γιάο Γκουάνγκ είχε έρθει ως νύφη στο αρχοντικό, ήταν η
Λάο Σου που τη βοήθησε να σταθεί. Της μιλούσε χαμηλόφωνα, της έδειχνε τι να
προσέχει, ποιον να εμπιστεύεται και ποιον όχι. Της διηγούνταν ιστορίες από τη
νεότητα του Τσενγκ-Γουέι τα κατορθώματά του, τις συνήθειές του, τις μικρές του
αδυναμίες. Μαζί με αυτά, της αποκάλυπτε και όσα δεν φαίνονταν. Ποια σπίτια την
κοίταζαν με καλό μάτι και ποια όχι, ποιες μητέρες χαμογελούσαν, αλλά μέσα τους
μετρούσαν την απώλεια, ποιες κόρες την ζήλευαν σιωπηλά. Χάρη σε εκείνη, η Γιάο
Γκουάνγκ έμαθε να στέκεται χωρίς να προκαλεί, να απαντά χωρίς να εκτίθεται, να
βλέπει πίσω από τα λόγια.
Στην αρχή, οι προξενητές άρχισαν να εμφανίζονται δειλά. Εκείνη νόμιζε
πως έρχονταν για τη Ρουό-Σι, ήταν ήδη ψηλή, ήδη ξεχώριζε. Μα γρήγορα κατάλαβε
την αλήθεια. Τα βλέμματα δεν στρέφονταν στην κόρη, αλλά σε εκείνη. Οι άνδρες
του Λο Τζιανγκ και των γύρω χωριών, ευκατάστατοι και φιλόδοξοι, τολμούσαν να
φαντάζονται πως μπορούσαν να την κάνουν δική τους, να ενώσουν τα κτήματά τους
με τα δικά της.
Η Γιάο Γκουάνγκ ήταν μόλις τριάντα οκτώ ετών και η ομορφιά της δεν είχε
σβήσει· είχε ωριμάσει. Το βλέμμα της είχε βάθος, η στάση της αξιοπρέπεια. Για
πολλούς, δεν ήταν μια γυναίκα που είχε τελειώσει τον δρόμο της ήταν μια
ευκαιρία.
Οι πρώτοι ήρθαν διακριτικά. Ένας πλούσιος έμπορος μεταξιού από την
απέναντι όχθη του ποταμού. Είχε αποθήκες γεμάτες, καραβάνια που ταξίδευαν μακριά
και ανθρώπους να τον υπηρετούν. Υποσχόταν ασφάλεια, αφθονία, ένα σπίτι όπου
τίποτα δεν θα έλειπε. Μιλούσε για «ένωση οίκων» και για προστασία.
Ύστερα, ένας χήρος αξιωματούχος, με θέση στα διοικητικά του τόπου.
Καλλιεργημένος, με τρόπους και λόγια προσεγμένα. Υποσχόταν κύρος, επιρροή, μια
θέση δίπλα του που θα της εξασφάλιζε σεβασμό και δύναμη.
Ακολούθησε ένας γαιοκτήμονας από γειτονική επαρχία. Είχε γη απέραντη,
ανθρώπους να την καλλιεργούν, και πρότεινε να ενώσει τις περιουσίες τους.
Υποσχόταν σταθερότητα, συνέχεια, ένα μέλλον χωρίς ανησυχία. Και υπήρξαν κι
άλλοι. Άνδρες με πλούτο, με όνομα, με προσφορές που, για πολλούς, θα ήταν
αδύνατο να αρνηθούν. Η Γιάο Γκουάνγκ τους άκουγε. Με ευγένεια. Με σιωπή. Με
εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει πραγματικά.
Κι όμως, ακόμη και πέρα από τους άρχοντες των μεγάλων πόλεων, ακόμη και
πέρα από τις προτάσεις που μιλούσαν για γη και τίτλους, υπήρχε κι ένας άλλος
που είχε τολμήσει να πλησιάσει. Ήταν ο γιος του μεγαλεμπόρου Σου Γιουέ-Λιν, ενός από τους
πλουσιότερους εμπόρους μεταξιού και πολύτιμων ειδών της ανατολικής επαρχίας. Ο
οίκος του είχε την έδρα του στο Λο
Τζιάνγκ, όμως η δραστηριότητά του απλωνόταν πολύ πέρα από εκεί: αποθήκες
και εμπορικοί σταθμοί σε μακρινές πόλεις, καράβια που έφευγαν προς τις
παράκτιες αγορές, δίκτυα ανταλλαγών που ένωναν επαρχίες ολόκληρες.
Ο νεαρός, περίπου τριάντα τριών ετών, μεγαλωμένος μέσα σε αφθονία και
προστασία, από εκείνους που δεν συνηθίζουν να ακούν εύκολα το «όχι», είχε δει
τη Γιάο Γκουάνγκ και είχε μείνει προσκολλημένος στην εικόνα της με έναν τρόπο
ήσυχο αλλά επίμονο. Η προσέγγισή του γινόταν πάντα μέσα από απεσταλμένο, όπως όριζε η τάξη και
όπως προστάτευε η φήμη της οικογένειας.
Ο απεσταλμένος ερχόταν στο Λο Τζιάνγκ με δώρα και μετρημένα λόγια. Ποτέ
δεν περνούσε τις εσωτερικές πύλες. Στεκόταν στον εξωτερικό προαύλιο χώρο, εκεί
όπου επιτρεπόταν η παρουσία ξένων χωρίς να διαταράσσεται η τάξη του οίκου. Η
Γιάο Γκουάνγκ τον δεχόταν μόνη της, όπως απαιτούσε η θέση της. Η Λάο Σου
κινούνταν διακριτικά στον χώρο, δήθεν για εποπτεία, κρατώντας τα πάντα σε
ισορροπία. Ο Γκούο Ρεν έλειπε στα χωράφια. Η Ρουό-Σι είχε βρει πρόφαση για τις
αποθήκες. Το αρχοντικό έμοιαζε άδειο από ανθρώπους, αλλά γεμάτο από αόρατες
γραμμές που δεν έπρεπε να σπάσουν.
Και τότε ο απεσταλμένος μίλησε. Μετέφερε την πρόθεση του νεαρού γιου του
Σου Γιουέ-Λιν. Μια πρόταση που δεν ζητούσε άμεση απάντηση, αλλά χώρο στον χρόνο
της. Ο νεαρός, όπως ειπώθηκε, δεν απαιτούσε τίποτα που να συγκρούεται με το
πένθος της. Θα περίμενε. Ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των τριών χρόνων
πένθους, ακόμη και μετά την τακτοποίηση της κόρης της. Και αν τότε εκείνη το
επέλεγε, ο δρόμος θα ήταν ανοιχτός.
Ώσπου ένα όνομα ξεχώρισε από τα υπόλοιπα. Ήταν ο Λιου Γκουανγκ-Χε, Άρχοντας και μεγάλος γαιοκτήμονας από τη μακρινή
πόλη Τανγκτζόου, μια περιοχή
τόσο μακριά ώστε το όνομα του Λο Τζιάνγκ εκεί ακουγόταν σαν ξένος ψίθυρος χωρίς
βάρος. Δεν είχε δεσμούς εκεί, ούτε παρελθόν που θα την ακολουθούσε. Εκεί, θα
μπορούσε να γίνει απλώς “η σύζυγος του Λιου Γκουανγκ-Χε” — χωρίς σκιές, χωρίς
σχόλια.
Ο Λιου δεν έστειλε απλώς απεσταλμένους. Έστειλε επιστολή με σφραγίδα από
κόκκινο κερί και μεταξωτό χαρτί, γραμμένη με λόγια που δύσκολα μπορούσε να
αγνοήσει μια γυναίκα σαν τη Γιάο Γκουάνγκ:
«Δεν ζητώ να σβήσεις το παρελθόν σου.
Ζητώ να σου δώσω έναν τόπο όπου κανείς δεν θα τολμήσει να το αγγίξει.
Θα αναλάβω εγώ όλα τα έξοδα του οίκου
σου, και θα μείνει άθικτη η περιουσία σου για τα παιδιά σου.
Δεν σε πιέζω. Θα σε περιμένω μέχρι να αποκαταστήσεις πλήρως την κόρη σου,
και να τη δεις να μπαίνει στον δικό της δρόμο.
Κι αν μετά τα τρία χρόνια πένθους, θελήσεις να επιλέξεις ξανά ζωή δίπλα μου,
θα σε δεχτώ όπως είσαι — χωρίς όρους, χωρίς απαιτήσεις, μόνο με σεβασμό.»
Ήταν μια πρόταση που, για τον κόσμο των προξενιών, έμοιαζε σχεδόν
αδιανόητη. Δεν ζητούσε άμεση απάντηση, δεν απαιτούσε μετακίνηση, δεν
διεκδικούσε τα παιδιά της, δεν άγγιζε την περιουσία της. Υποσχόταν χρόνο,
σεβασμό, και έναν δεύτερο δρόμο που θα την περίμενε ανοιχτός.
Η Γιάο Γκουάνγκ την διάβασε πολλές φορές. Και την ίδια στιγμή που
αναγνώριζε τη σπάνια γενναιοδωρία της, κάτι μέσα της έμεινε ακίνητο.
Όλους τους σύγκρινε σιωπηλά με τον Τσενγκ-Γουέι. Κανείς δεν στεκόταν
δίπλα του. Όχι στη δύναμη, όχι στην παρουσία, όχι στο άρρητο βάρος που άφηνε
πίσω του. Και πάντα, στο τέλος, η σκέψη της γύριζε στον ίδιο άνθρωπο. Στον
Τσενγκ-Γουέι. Κανείς δεν είχε εκείνη τη σταθερότητα που δεν χρειαζόταν
μεσολαβητές. Κανείς δεν είχε εκείνη τη σιωπηλή παρουσία που γέμιζε έναν χώρο
χωρίς να μιλήσει.
Και ύστερα γύριζε στο παρόν. Στον Γκούο Ρεν, που μόλις είχε αρχίσει να
μαθαίνει τι σημαίνει να κρατάς έναν οίκο όρθιο. Στη Ρουό-Σι, που είχε γίνει το
αόρατο στήριγμα όλων. Στο σπίτι που δεν μπορούσε να εγκαταλείψει χωρίς να
διαλυθεί. Πώς να φύγει; Πώς να αφήσει δύο παιδιά στην αρχή της δικής τους
πορείας; Πώς να “κλείσει” τον δρόμο τους πριν καν ανοίξει; Και πώς να ξεκινήσει
κάτι καινούργιο, αφήνοντας πίσω της το όνομα του Τσενγκ-Γουέι, καθαρό, άθικτο,
όπως του άξιζε;
Κι έτσι, ακόμη κι όταν οι προτάσεις συνέχιζαν να έρχονται με ευγένεια
και υπομονή, η Γιάο Γκουάνγκ παρέμενε ακίνητη μέσα στη δική της απόφαση που δεν
είχε ακόμη ειπωθεί αλλά είχε ήδη ληφθεί μέσα της. Η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ με
λόγια. Μόνο με σιωπή. Και η σιωπή, στο Λο Τζιάνγκ, είχε πάντα την πιο οριστική
μορφή από όλες.
Αυτή η σκέψη και μόνο της προκάλεσε απέχθεια. Έκλεισε την πόρτα σε
προξενητάδες και προτάσεις, και κάθε επίσκεψη την έκανε πιο ψυχρή, πιο
απόμακρη. Μέσα της μεγάλωνε κάτι σαν φόβος, σαν να την ακολουθούσε μια αόρατη
κατάρα, η κατάρα της ομορφιάς που από παιδί την είχε ξεχωρίσει και τώρα, αντί
να τη σώσει, την παγίδευε.
Η Γιάο Γκουάνγκ είχε φυτέψει κάτι βαθιά μέσα στα παιδιά της, όχι απλώς με
λόγια, αλλά με μια βεβαιότητα που ρίζωνε και μεγάλωνε μαζί τους. Τους έλεγε
ξανά και ξανά πως δεν ήταν σαν τους άλλους χωρικούς. Πως η οικογένειά τους δεν
ήταν μία ανάμεσα σε πολλές, αλλά η μία που ξεχώριζε. «Οι άλλοι ζουν από τη γη»,
τους έλεγε, «εσείς την κρατάτε». Τους μάθαινε να στέκονται όρθιοι, να μη
χαμηλώνουν το βλέμμα, να μη μιλούν όπως μιλούν οι πολλοί. «Το αίμα σας δεν
είναι για να σκορπίζεται», ψιθύριζε τις νύχτες, όταν ο άνεμος περνούσε μέσα από
τις χαραμάδες. «Είναι για να κρατά ενωμένο ό,τι σας ανήκει».
Επέμενε πως η γη δεν έπρεπε να μοιραστεί, ούτε όταν θα έρχονταν οι καιροί να παντρευτούν,
ούτε όταν θα μεγάλωναν οι οικογένειές τους. «Αν τη χωρίσετε», τους έλεγε, «θα
μικρύνετε κι εσείς μαζί της». Και υπήρχε μια ένταση στη φωνή της όταν μιλούσε
για τους άλλους: «Μην εμπιστεύεστε τα χαμόγελα των γειτόνων. Όλοι βλέπουν τι
έχετε. Όλοι περιμένουν να αδυνατίσετε για να πάρουν ένα κομμάτι».
Στη Ρουό-Σι μιλούσε πιο απαλά, αλλά όχι λιγότερο αποφασιστικά. «Δεν
χρειάζεται να μοιάζεις σε καμία», της έλεγε, αγγίζοντας τα μαλλιά της. «Η αξία
σου δεν είναι στο πρόσωπο, αλλά στο πώς στέκεσαι. Να θυμάσαι ποια είσαι, ακόμη
κι όταν οι άλλοι προσπαθούν να σε μικρύνουν». Και η κόρη της τη ρωτούσε γιατί
την κοιτούν τόσο, εκείνη απαντούσε χαμηλόφωνα: «Γιατί δεν είναι σαν εμάς. Και
το ξέρουν».
Στον Γκούο Ρεν, όμως, τα λόγια της είχαν βάρος διαφορετικό. Δεν του
μιλούσε μόνο ως μητέρα, αλλά σαν να του παρέδιδε κάτι που δεν μπορούσε να
χαθεί. «Εσύ θα κρατήσεις το σπίτι», του έλεγε. «Ό,τι ήταν του πατέρα σου, τώρα
περνά σε σένα. Δεν έχεις το δικαίωμα να λυγίσεις». Του μάθαινε να παρατηρεί, να
υπολογίζει, να μην εμπιστεύεται εύκολα. «Οι δυνατοί δεν είναι αυτοί που
φωνάζουν», του έλεγε, «είναι αυτοί που δεν αφήνουν τίποτα να τους ξεφύγει».
η
αρρώστεια
Η υγεία της Γιάο Γκουάνγκ άρχισε να φθίνει, σχεδόν ανεπαίσθητα στην
αρχή, το σπίτι άλλαξε ρυθμό. Κρατούσε ακόμη το ανάστημά της όταν υπήρχαν μάτια
να τη βλέπουν, μα μέσα στο σπίτι η δύναμή της λιγόστευε. Η Γιάο Γκουάνγκ
αποδυναμωνόταν, μέρα με τη μέρα. Οι
μέρες δεν οργανώνονταν πια γύρω από τη φωνή της, αλλά γύρω από τη σιωπή της.
Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, η Ρουό-Σι βρέθηκε να γεμίζει τα κενά, ένα ένα. .
η απότομη ανάληψη των ευθυνών
Και τότε, χωρίς να ειπωθεί λέξη, η Ρουό-Σι πήρε τη θέση της. Στα
δεκαεπτά της, έγινε εκείνη που φρόντιζε τα πάντα. Το σπίτι, τη μητέρα της, τις
λεπτομέρειες που δεν έπρεπε να ξεφύγουν. Κρατούσε την τάξη, επέβλεπε τους
ανθρώπους, πρόσεχε ώστε τίποτα να μη δώσει αφορμή για σχόλια. Έμαθε να κινείται
αθόρυβα, να διορθώνει πριν φανεί το λάθος, να καλύπτει πριν δημιουργηθεί
υποψία.
Ο Γκούο Ρεν, είκοσι τότε, στάθηκε στη θέση που του αναλογούσε. Δεχόταν
τον Τσεν Μπινγκ, άκουγε τις αναφορές, υπέγραφε, αποφάσιζε. Ήταν το πρόσωπο της
οικογένειας προς τα έξω. Μα μέσα στο σπίτι, πολλές φορές, ήταν η Ρουό-Σι εκείνη
που κρατούσε τα πράγματα ενωμένα. Δεν το έλεγαν. Δεν το συζητούσαν. Αλλά το
ήξεραν και οι δύο.
Εκείνος ένιωθε το βάρος να τον πιέζει από παντού, το όνομα, οι
προσδοκίες, η ανάγκη να μην φανεί καμία αδυναμία. Και κάθε φορά που γύριζε, το
σπίτι στεκόταν όπως έπρεπε. Χωρίς ρωγμές. Χάρη σε εκείνη.
Κι εκείνη, όσο κι αν έδειχνε σταθερή, είχε στραφεί προς αυτόν με έναν
τρόπο που δεν μπορούσε εύκολα να εξηγήσει. Δεν ήταν μόνο ότι ήταν ο μεγαλύτερος
αδελφός της. Ήταν πως, μέσα σε όλα όσα άλλαζαν και χάνονταν, εκείνος ήταν το
μόνο που έμενε σταθερό. Το μόνο πρόσωπο που κουβαλούσε ακόμη κάτι από τον κόσμο
όπως ήταν πριν.
Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να στέκεται πάντα λίγο πιο κοντά
του. Να τον αναζητά με το βλέμμα. Να βρίσκει σε εκείνον ένα στήριγμα, όχι γιατί δεν μπορούσε να σταθεί μόνη της,
αλλά γιατί μαζί του ο κόσμος έμοιαζε λιγότερο ξένος.
στην αρχή ήταν μικρά πράγματα…
Στην αρχή ήταν μικρά πράγματα. Να ανάψει τη φωτιά πριν ξημερώσει. Να
μετρήσει το ρύζι, να κρατήσει λίγο «για όταν χρειαστεί». Να φέρει νερό, να
καθαρίσει, να προσέξει τη μητέρα τους όταν ο βήχας γινόταν πιο βαρύς. Μα
σύντομα τα μικρά έγιναν όλα.
Ο Γκούο Ρεν έλειπε όλο και περισσότερο. Στα χωράφια, να ελέγχει εργάτες
που δεν ήταν πια τόσο υπάκουοι. Στα γύρω υψώματα, με το τόξο στον ώμο,
κυνηγώντας. Επέστρεφε κουρασμένος, με τη μυρωδιά του ιδρώτα και της γης πάνω
του, και έβρισκε πάντα το φαγητό έτοιμο, το νερό ζεστό, τα ρούχα του καθαρά.
το
βράδυ που εκείνος άργησε
Ένα βράδυ εκείνος άργησε. Η φωτιά είχε σχεδόν σβήσει όταν φάνηκε στην
πόρτα. Η Ρουό-Σι στεκόταν όρθια, ακίνητη, σαν να τον περίμενε από ώρα.
«Άργησες», του είπε.
Δεν ήταν κατηγορία. Ούτε απλή διαπίστωση. Ο Γκούο Ρεν άφησε το τόξο του
δίπλα στον τοίχο και την κοίταξε για μια στιγμή παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν.
«Είχα δουλειά».
«Η δουλειά δεν κρατά μέχρι να πέσει το σκοτάδι», απάντησε εκείνη
χαμηλόφωνα. «Εκτός αν κάποιος δεν θέλει να γυρίσει νωρίτερα».
Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Πλησίασε, έπλυνε τα χέρια του, κάθισε.
Εκείνη του έφερε το φαγητό χωρίς άλλη λέξη.
«Με περίμενες», είπε τελικά.
Η Ρουό-Σι δεν τον κοίταξε. «Το φαγητό δεν τρώγεται κρύο». Ένα ίχνος
χαμόγελου φάνηκε για μια στιγμή στο πρόσωπό του, μα χάθηκε γρήγορα.
«Θα μπορούσες να είχες φάει» της
απάντησε ο Γκούο Ρεν.
«Θα μπορούσες να είχες γυρίσει νωρίτερα» ανταπάντησε εκείνη.
η
αναμονή που έγινε συνήθεια
Τις επόμενες μέρες, εκείνη άρχισε να τον περιμένει όλο και πιο φανερά.
Στεκόταν στην αυλή όταν έπεφτε ο ήλιος, με το βλέμμα στραμμένο προς το
μονοπάτι. Αν αργούσε, έβγαινε λίγο πιο πέρα, σαν να είχε κάποια δουλειά, μα τα
βήματά της πρόδιδαν την ανησυχία. Όταν επέστρεφε, εκείνη ήταν πάντα εκεί.
«Δεν χρειάζεται να βγαίνεις έξω», της είπε μια φορά. «Ξέρεις ότι θα
γυρίσω».
«Ξέρω», απάντησε. «Αλλά δεν ξέρω
πότε».
Εκείνος την πλησίασε λίγο περισσότερο απ’ όσο συνήθιζε. «Ανησυχείς χωρίς
λόγο».
Η Ρουό-Σι σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε ευθεία. «Αν υπήρχε λόγος,
θα ήταν ήδη αργά».
Ο Γκούο Ρεν δεν είπε τίποτα. Για μια στιγμή, έμοιαζε να θέλει να αγγίξει
το πρόσωπό της, να πει κάτι που δεν έβρισκε λέξεις. Μα τελικά γύρισε αλλού.
μέσα
στο σπίτι
Μέσα στο σπίτι, η αλλαγή ήταν ακόμη πιο εμφανής. Η Ρουό-Σι φρόντιζε τη
μητέρα τους με μια αφοσίωση που δεν είχε τίποτα παιδικό. Της έδινε να πιει, τη
στήριζε όταν δεν μπορούσε να σηκωθεί, της μιλούσε χαμηλόφωνα όταν οι νύχτες
γίνονταν βαριές.
Και όταν ο Γκούο Ρεν επέστρεφε, η φροντίδα αυτή απλωνόταν και σε
εκείνον, χωρίς διαχωρισμό.
«Κάθισε», του έλεγε. «Θα κρυώσεις».
«Δεν είμαι παιδί», απαντούσε εκείνος.
«Όχι», έλεγε εκείνη ήρεμα. «Αλλά
πεισμώνεις σαν να είσαι».
Μια άλλη φορά, του καθάριζε μια μικρή πληγή στο χέρι. Εκείνος τράβηξε το
χέρι του.
«Δεν είναι τίποτα».
Η Ρουό-Σι το κράτησε σταθερά. «Αν δεν ήταν τίποτα, δεν θα αιμορραγούσε».
Εκείνος την κοίταξε. Πολύ κοντά. «Και πότε έμαθες να δίνεις διαταγές;»
«Όταν κανείς άλλος δεν το κάνει»,
απάντησε.
Οι ρόλοι άλλαζαν χωρίς να ειπωθεί τίποτα καθαρά. Εκείνη είχε αρχίσει να
στέκεται στη θέση της μητέρας τους και κάπου, σχεδόν ανεπαίσθητα, και σε μια
άλλη θέση που κανείς δεν θα ονόμαζε. Κι εκείνος, παρότι αντιστεκόταν, άφηνε τον
εαυτό του να επιστρέφει κάθε φορά στο ίδιο σημείο: στο σπίτι, στο φως, σε
εκείνη.
Ένα βράδυ, καθώς η μητέρα τους κοιμόταν ανήσυχα, η Ρουό-Σι έμεινε
καθισμένη δίπλα στη φωτιά. Ο Γκούο Ρεν στάθηκε στην πόρτα, χωρίς να μπει
αμέσως.
«Δεν κοιμάσαι;» τη ρώτησε.
«Κάποιος πρέπει να μένει ξύπνιος»,
απάντησε.
«Γιατί;»
Η Ρουό-Σι σήκωσε το βλέμμα της προς το
μέρος του.
«Για να είναι σίγουρος ότι όλα είναι στη θέση τους όταν ξημερώσει».
Εκείνος έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Κι
αν δεν είναι;»
Ένα αδιόρατο χαμόγελο πέρασε από τα
χείλη της. «Τότε θα τα βάλουμε εμείς».
Και για πρώτη φορά, δεν ήταν ξεκάθαρο
ποιος από τους δύο μιλούσε ως αδελφός —και ποιος ως κάτι περισσότερο.
Οι μέρες που ακολούθησαν δεν έφεραν κάποια ρήξη, αλλά μια αργή
μετατόπιση, σαν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους να άλλαζε θέση χωρίς να το
καταλαβαίνουν. Η Γιάο Γκουάνγκ κοιμόταν όλο και περισσότερο, και κάθε φορά που
ξυπνούσε, ζητούσε λιγότερα. Η Ρουό-Σι είχε γίνει η πρώτη φωνή που άκουγε το
σπίτι το πρωί και η τελευταία πριν σβήσει η φωτιά τη νύχτα.
Ο Γκούο Ρεν, από την άλλη, έμενε όλο και πιο συχνά μέσα στο σπίτι όταν
επέστρεφε. Δεν έφευγε αμέσως, όπως παλιά. Έβρισκε αφορμές να διορθώσει μια
πόρτα, να ελέγξει την αποθήκη, να καθίσει λίγο ακόμη. Και σχεδόν πάντα, η
Ρουό-Σι ήταν εκεί. Όχι τυχαία. Ποτέ δεν φαινόταν τυχαίο.
οι
συζητήσεις για ένα γάμο…
Ένα απόγευμα, καθώς ο άνεμος κατέβαινε από τα βουνά φέρνοντας τη μυρωδιά
της υγρασίας, εκείνος καθόταν στο κατώφλι καθαρίζοντας το τόξο του. Εκείνη
έραβε σιωπηλά δίπλα του.
«Σκέφτομαι τον άνδρα σου», είπε
ξαφνικά ο Γκούο Ρεν χωρίς να την κοιτάξει. «Το τι έχει να περάσει».
Η βελόνα της σταμάτησε για μια στιγμή, αλλά συνέχισε αμέσως.
«Δεν τον έχω γνωρίσει ακόμη», απάντησε ήρεμα. «Οπότε δεν υπάρχει κάτι να
περάσει».
Η Ρουό-Σι άφησε τη βελόνα της και τον κοίταξε για πρώτη φορά απευθείας. «Σημαίνει
πως αν κάποτε υπάρξει, θέλω να είναι κάποιος που δεν θα με βλέπει σαν κτήμα.
Αλλά ούτε σαν κάτι που μπορεί να χαθεί εύκολα».
Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
«Και πώς τον φαντάζεσαι;»
Εκείνη σκέφτηκε λίγο, σαν να έβλεπε κάτι μακρινό. «Ήσυχο», είπε τελικά.
«Όχι από αδυναμία, αλλά από έλεγχο. Να μην χρειάζεται να αποδεικνύει τίποτα
κάθε μέρα. Να μπορεί να επιστρέφει στο σπίτι και να μην είναι άλλος άνθρωπος
από εκείνον που έφυγε. Και μια γυναίκα…» σταμάτησε για λίγο, «μια γυναίκα που
να μην χρειάζεται να διεκδικεί θέση δίπλα του, γιατί θα είναι ήδη εκεί».
Ο Γκούο Ρεν την παρακολουθούσε χωρίς να διακόψει. Δεν ήταν ξεκάθαρο αν
άκουγε ή αν μετρούσε κάτι μέσα στα λόγια της.
«Η γυναίκα η δική σου;» ρώτησε εκείνη ξαφνικά, κλείνοντας το ύφασμα στα
χέρια της. «Πώς τη φαντάζεσαι;»
Η ερώτηση έμεινε στον αέρα περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Εκείνος δεν
απάντησε αμέσως. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο στο τόξο του, σαν να έψαχνε τις
λέξεις μέσα στο ξύλο και τη χορδή.
«Δεν θα ήταν εύκολη», είπε τελικά.
Η Ρουό-Σι σήκωσε το κεφάι της και τον
κοίταξε.
«Δεν θέλω εύκολη», συνέχισε εκείνος. «Θέλω να καταλαβαίνει πότε δεν
χρειάζεται να μιλάει. Να μην φεύγει από δίπλα μου όταν τα πράγματα δυσκολεύουν.
Να μην κοιτάει αλλού όταν γυρίζω σπίτι». Έκανε μια παύση. «Και να ξέρει πως ό,τι
είναι δικό μου… δεν το αφήνω».
Η τελευταία φράση ειπώθηκε χαμηλά, σχεδόν αδιάφορα. Αλλά δεν ήταν. Η
Ρουό-Σι τον κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει. Ύστερα γύρισε το βλέμμα της στο
ύφασμα. «Ακούγεται περισσότερο σαν περιγραφή της κατοχής ενός χωραφιού παρά
γάμου», είπε ήρεμα.
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε ελάχιστα. «Ίσως να είναι το ίδιο, αν το
σκεφτείς».
Για μια στιγμή, δεν ειπώθηκε τίποτα. Μόνο ο άνεμος έξω και το ξύλο που έτριζε
μέσα στο σπίτι.
Η Ρουό-Σι έσφιξε λίγο το ύφασμα στα
χέρια της.
«Κι αν εκείνη δεν θέλει να την αγοράσεις λες και είναι κάποιο χωράφι; Κι αν
εκείνη θέλει να αγαπήσει για να διαλέξει;»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για λίγο χωρίς να απαντήσει αμέσως. Το βλέμμα
του έμεινε πάνω της, σταθερό, σαν να ζύγιζε όχι τις λέξεις αλλά κάτι βαθύτερο
πίσω τους.
«Η αγάπη δεν είναι επιλογή χωρίς όρια», είπε τελικά. «Είναι κάτι που σε
οδηγεί εκεί όπου ήδη ανήκεις». Έκανε μια μικρή παύση και έγειρε ελαφρά προς τα μπροστά.
«Εγώ δεν μιλώ για αγορά. Μιλώ για αναγνώριση. Όταν κάτι είναι δικό σου… δεν
χρειάζεται να το διεκδικήσεις. Το ξέρει ήδη».
Η Ρουό-Σι σήκωσε το βλέμμα της αργά.
«Κι αν εκείνο δεν το ξέρει;»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα.
«Τότε απλώς δεν έχει βρει ακόμη πού ανήκει». Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το βλέμμα και
την κοίταξε ευθεία. «Τότε δεν θα ήταν η
γυναίκα που θα διάλεγα».
Η απάντηση ήρθε ήρεμα, χωρίς ένταση. Και ακριβώς γι’ αυτό έμεινε βαριά. Η
Ρουό-Σι χαμήλωσε τα μάτια, αλλά η φωνή της όταν μίλησε είχε μια ανεπαίσθητη
αιχμή.
«Πολύ συγκεκριμένος είσαι».
«Πρέπει να είμαι», είπε εκείνος.
Δεν συνέχισαν. Αλλά κάτι είχε
μετακινηθεί.
η
σιωπηλή οικειότητα
Τις επόμενες μέρες, η οικειότητα τους έγινε πιο σιωπηλή, πιο πυκνή.
Εκείνη δεν του έκανε ερωτήσεις όταν αργούσε αλλά τον κοίταζε λίγο περισσότερο
όταν επέστρεφε. Εκείνος δεν της έλεγε πού πήγε αλλά έβρισκε πάντα τρόπο να
καθίσει κοντά της.
Μια νύχτα, όταν η Γιάο Γκουάνγκ είχε δύσπνοια και η Ρουό-Σι την κρατούσε
όρθια, ο Γκούο Ρεν στάθηκε πίσω της χωρίς να μιλήσει. Έβαλε απλώς το χέρι του
πάνω στο δικό της για μια στιγμή, για να τη βοηθήσει να στηρίξει τη μητέρα. Δεν
το τράβηξε αμέσως. Ούτε εκείνη. Και αυτό ήταν αρκετό για να γίνει αισθητό ότι
κάτι ανάμεσά τους δεν ήταν πια μόνο συνήθεια.
Από
εκεί και πέρα, η απόσταση μεταξύ τους άρχισε να μικραίνει χωρίς να το
αποφασίσουν. Όταν περνούσε πίσω της μέσα στο στενό δωμάτιο, το χέρι του άγγιζε
ελαφρά τη μέση της για να την προσπεράσει, και εκείνη δεν έκανε ποτέ βήμα να
τον αποφύγει. Όταν του έδινε το πήλινο πιάτο με το φαγητό, τα δάχτυλά τους
ακουμπούσαν για λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν, σαν κανείς από τους δύο να
μην βιαζόταν να τελειώσει την κίνηση.
Η Ρουό-Σι, με τη σειρά της, όταν τον έβλεπε κουρασμένο να κάθεται στο
κατώφλι, περνούσε πίσω του και άγγιζε στιγμιαία τον αυχένα του για να του δώσει
να καταλάβει ότι το νερό ήταν έτοιμο. Δεν μιλούσε. Εκείνος δεν γύριζε να την
κοιτάξει. Μόνο έγερνε ελαφρά το κεφάλι, αναγνωρίζοντας την παρουσία της.
Μια φορά, καθώς εκείνος έβγαζε το μανίκι του για να πλύνει τα χέρια του,
εκείνη του το κράτησε χωρίς να το σκεφτεί. Τα βλέμματά τους δεν συναντήθηκαν.
Όταν τελείωσε, εκείνος δεν το τράβηξε αμέσως. Κι εκείνη δεν το άφησε βιαστικά.
Κάθε τέτοια μικρή κίνηση δεν έμοιαζε
τυχαία πια. Δεν ήταν ούτε απόφαση ούτε συνειδητή πράξη. Ήταν κάτι που απλώς
συνέβαινε και κανείς από τους δύο δεν το διόρθωνε.
Από εκεί και πέρα, οι μικρές αυτές επαφές άρχισαν να πυκνώνουν, σαν να
τις επέτρεπε πλέον το ίδιο το σπίτι, σαν μια σιωπηλή συνήθεια που έβρισκε
συνεχώς νέες αφορμές να υπάρξει.
οι επαφές στους εξωτερικούς χώρους
Στις αποθήκες, ανάμεσα σε σακιά με σιτάρι και βαριά ξύλινα κιβώτια, όταν
ο Γκούο Ρεν σήκωνε έναν σάκο για να τον μετακινήσει, η Ρουό-Σι περνούσε πίσω
του για να τον στηρίξει από την άλλη πλευρά. Ο ώμος της ακουμπούσε στιγμιαία
στην πλάτη του, το χέρι του έβρισκε το μπράτσο της για να συντονίσουν την
κίνηση. Το βάρος του σάκου έσβηνε τη λέξη «άγγιγμα», αλλά δεν έσβηνε την
αίσθησή του. Κι όταν τελείωνε η δουλειά, κανείς δεν έκανε πίσω βιαστικά. Σαν να
άφηναν για λίγο τη στιγμή να ξεθυμάνει μόνη της.
Στους εξωτερικούς βοηθητικούς χώρους,
εκεί όπου έβραζε νερό και καθάριζαν εργαλεία, η ζέστη έκανε τον αέρα πιο πυκνό.
Εκεί εκείνος της έδινε ένα δοχείο χωρίς να την κοιτάξει, και τα δάχτυλά τους συναντιούνταν
για λίγο περισσότερο από το αναγκαίο. Όταν εκείνη έσκυβε να σηκώσει κάτι από το
έδαφος, εκείνος έτεινε το χέρι του πίσω της, όχι για να την κρατήσει, αλλά για
να περάσει κι όμως το χέρι του έμενε για μια στιγμή πάνω στη μέση της, σαν να
ξεχνούσε τον δρόμο του.
οι
επαφές στο εσωτερικό του σπιτιού…
Μέσα στο σπίτι, δίπλα στη φωτιά, οι κινήσεις τους είχαν γίνει σχεδόν
τελετουργικές. Εκείνη έραβε, εκείνος καθόταν κοντά, και κάποιες φορές τα γόνατά
τους ακουμπούσαν χωρίς να μετακινηθούν. Όταν ο Γκούο Ρεν άπλωνε το χέρι να
πάρει νερό, η Ρουό-Σι τοποθετούσε το κύπελλο λίγο πιο κοντά του απ’ όσο
χρειαζόταν, και τα δάχτυλά τους συναντιούνταν ξανά, χωρίς να αλλάξει τίποτα στο
πρόσωπό τους.
Και μέσα σε αυτή τη σταδιακή επανάληψη, η Ρουό-Σι άρχισε να
αντιλαμβάνεται κάτι που δεν είχε όνομα. Δεν ήταν επιθυμία όπως την είχαν
περιγράψει οι άλλοι, ούτε απόφαση. Ήταν περισσότερο μια θερμότητα που
εμφανιζόταν όταν εκείνος ήταν κοντά, σαν η παρουσία του να άλλαζε τον αέρα του
δωματίου. Τον περίμενε χωρίς να το παραδέχεται. Όχι με ανυπομονησία, αλλά με
εκείνη τη σιωπηλή βεβαιότητα ότι η στιγμή που θα εμφανιστεί θα φέρει ξανά αυτή
τη μικρή αναταραχή.
Όταν αργούσε, το σπίτι της φαινόταν πιο ψυχρό. Όταν επέστρεφε, δεν ήταν
η χαρά που ένιωθε ήταν κάτι πιο αθόρυβο η ανακούφιση της επαναφοράς του άνδρα
που λείπει.
Οι επαφές τους έμοιαζαν με σπίθες που πετιούνται από ξύλα που καίνε. Δεν
άναβαν φλόγα, δεν έφτιαχναν πυρκαγιά. Μόνο έσκαγαν για μια στιγμή στον αέρα και
χάνονταν, αφήνοντας πίσω τους μια μικρή, επίμονη ζέστη. Κι εκείνη είχε αρχίσει
να τις περιμένει. Όχι γιατί οδηγούσαν κάπου, αλλά γιατί η επόμενη σπίθα ήταν
πάντα πιθανή και αυτό αρκούσε για να αλλάζει ο ρυθμός της αναπνοής της όταν τον
έβλεπε να πλησιάζει.
η
καταιγίδα στις αποθήκες
Καθώς ο ήλιος είχε ήδη χαθεί πίσω από τις κορυφές και το φως έσβηνε
γρήγορα, ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι βρέθηκαν στις αποθήκες για τον συνηθισμένο
έλεγχο των σάκων. Ο αέρας ήταν βαρύς, προμήνυμα καταιγίδας, μα κανείς δεν έδωσε
σημασία. Στα χρόνια εκείνα, η γη μιλούσε πιο καθαρά από τους ανθρώπους.
Η πρώτη ριπή ήρθε απότομα. Ο άνεμος χτύπησε τις ξύλινες πόρτες, και μέσα
σε λίγες στιγμές ο ουρανός άνοιξε. Η βροχή δεν έπεφτε απλώς· κατέρρεε. Το χώμα
έξω έγινε λάσπη που κατάπινε κάθε βήμα.
«Πρέπει να βγούμε να δέσουμε τα καλύμματα», είπε ο Γκούο Ρεν, σηκώνοντας
τη φωνή του μέσα στον θόρυβο. Η Ρουό-Σι τον ακολούθησε έξω. Μα η γη είχε ήδη
γίνει ασταθής. Γλίστρησε απότομα και πριν προλάβει να πέσει, ο Γκούο Ρεν την
έπιασε από τον καρπό και την τράβηξε κοντά του. Για μια στιγμή βρέθηκε
στηριγμένη πάνω του, αρκετά κοντά ώστε να νιώσει τη σταθερότητά του μέσα στο
χάος της βροχής. Δεν μίλησαν.
Εκείνος κράτησε το χέρι της μέχρι να ξαναβρεί την ισορροπία της και, με
δυσκολία λόγω του ανέμου, άνοιξε την πόρτα της αποθήκης. Την οδήγησε πάλι μέσα
προσεκτικά, προσπαθώντας να τη στηρίξει καθώς η λάσπη έκανε το έδαφος ασταθές. Μόλις μπήκαν, έκλεισε την πόρτα πίσω τους για
να μη χτυπάει από τον άνεμο και να μη μπαίνει η καταρρακτώδης βροχή μέσα. Η
αποθήκη έμεινε για μια στιγμή γεμάτη μόνο από τον ήχο της καταιγίδας απ’ έξω
και την ανάσα τους μέσα, σε έναν κλειστό, προστατευμένο χώρο όπου έμειναν οι
δυο τους.
Τα ρούχα τους είχαν ήδη βαραίνει από το νερό και τη λάσπη, κολλώντας
πάνω τους και δυσκολεύοντας την κίνηση. Η Ρουό-Σι προσπάθησε να τα
τακτοποιήσει, αλλά ένα μέρος του υφάσματος σκίστηκε.
«Δεν μπορείς να μείνεις έτσι», είπε ο
Γκούο Ρεν χαμηλά.
Την οδήγησε πιο μέσα, σε έναν στεγνότερο χώρο πίσω από κιβώτια,
προστατευμένο. «Θα χρειαστείς καθαρά ρούχα», είπε.
Εκείνος πήγε προς το βάθος της αποθήκης, όπου κρατούσαν εφεδρικά ρούχα
για εργάτες. Λίγο αργότερα επέστρεψε με στεγνά ρούχα, τυλιγμένα πρόχειρα σε
ύφασμα. Στάθηκε διακριτικά λίγο πιο πέρα, αφήνοντάς της χώρο. Η βροχή συνέχιζε
να ακούγεται δυνατά έξω.
Η καταιγίδα είχε αρχίσει να κοπάζει, αλλά η υγρασία είχε μείνει
κολλημένη πάνω τους σαν δεύτερο δέρμα. Στο μικρό προστατευμένο χώρο πίσω από τα
κιβώτια, η Ρουό-Σι πήρε τα στεγνά ρούχα χωρίς να μιλήσει. Ο Γκούο Ρεν δεν
απομακρύνθηκε αμέσως. Απλώς γύρισε ελαφρά το σώμα του προς την έξοδο, σαν να
της έδινε χώρο, μα χωρίς να φύγει πραγματικά.
Η Ρουό-Σι το αντιλήφθηκε. Και για μια στιγμή δεν κινήθηκε. Η σιωπή
ανάμεσά τους δεν ήταν αμηχανία· ήταν κάτι πιο λεπτό, σαν να δοκιμαζόταν ένα
όριο που κανείς δεν είχε ονομάσει. Εκείνη άρχισε να αλλάζει ρούχα αργά, χωρίς
βιασύνη, σα να ήθελε να αποκαλύψει όλο το σώμα της.
Ο Γκούο Ρεν στεκόταν ακίνητος, το βλέμμα του στραμμένο λίγο πιο πέρα από
εκείνη, προς τη βροχή που έπεφτε έξω. Κι όμως, η αναπνοή του δεν απομακρυνόταν
πραγματικά από τον χώρο· έμενε εκεί, σαν να είχε ριζώσει στο ίδιο σημείο μαζί
της.
Η Ρουό-Σι δεν τον κοίταξε. Δεν χρειαζόταν. Ήξερε πως ήταν εκεί. Εκείνη
ήξερε πως τα δύο μάτια που την έβλεπαν να αλλάζει ήταν μόνο τα δικά του, και
ίσως αυτό της χάριζε μια επιβεβαίωση, μια αίσθηση ότι αυτό που συνέβαινε είχε
σταλεί σα δώρο ανάμεσά τους, σα δοκιμασία των αντοχών και των επιθυμιών τους. Και
το ότι εκείνος είχε επιλέξει να μείνει σε εκείνη την αδιόρατη απόσταση, της
έδινε μια παράξενη, σιωπηλή επιβεβαίωση, σαν να μην ήταν απλώς μια τυχαία
στιγμή, αλλά κάτι που και οι δύο άφηναν να υπάρξει χωρίς να το αγγίξουν.
Όταν φόρεσε τα στεγνά ρούχα η Ρουό-Σι δεν υπήρχε αμηχανία στο βλέμμα τους,
ούτε αποφυγή. Μόνο η σιωπηλή βεβαιότητα ότι είχαν περάσει μια δύσκολη στιγμή, χωρίς
λέξεις που δεν χρειάζονταν. Η απόσταση ανάμεσά τους φαινόταν ξανά κανονική, αλλά
όχι ίδια. Ο Γκούο Ρεν έγνεψε ελαφρά. «Πάμε πίσω.» Και επέστρεψαν μαζί στο σπίτι, σαν να μην είχε
μεσολαβήσει τίποτα περισσότερο από μια καταιγίδα.
τα
τελευταία λόγια της Γιάο Γκουάνγκ…
Όταν η σκιά του θανάτου άρχισε να απλώνεται πάνω στη Γιάο Γκουάνγκ, τα
λόγια της έγιναν πιο επίμονα, σχεδόν ανήσυχα. «Να μείνετε μαζί», επαναλάμβανε.
«Ό,τι κι αν συμβεί. Μην αφήσετε κανέναν να μπει ανάμεσά σας. Αν μείνετε
ενωμένοι, δεν θα σας αγγίξει κανείς».
Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του άνδρα της, έσβησε και εκείνη στα σαράντα
της χρόνια. Σαν να ήθελε να τον ακολουθήσει, σαν να μην μπορούσε να ζήσει μόνη
της, σαν η ομορφιά της πλέον να μην είχε αντίκρυσμα, αφού εκείνος που είχε το
δικαίωμα να την απολαμβάνει είχε φύγει, σαν τα ενωμένα ζευγάρια, που όταν χαθεί
ο ένας από τους δύο, χάνεται η δομή, η έννοια, χάνεται η δύναμη της συνοχής,
χάνεται αυτό που συμπλήρωνε το ένα το άλλο, και αυτό που μένει μόνο του, δεν
μπορεί πλέον να αντέξει να μένει έτσι, γιατι είχε μάθει να συμπληρώνεται. Όχι
από αρρώστια που να μπορεί να εξηγηθεί, ούτε από ατύχημα που να μπορεί να
περιγραφεί. Άλλοι είπαν πως ήταν εξάντληση, άλλοι πως ήταν κακό πνεύμα, άλλοι
πως η ίδια η ομορφιά της, που τόσοι είχαν ποθήσει, την είχε καταραστεί. Το
τέλος ήρθε ήσυχα, σχεδόν ανεξήγητα, σαν να μην ήθελε να ενοχλήσει κανένα, σα να
μην ήθελε να ταλαιπωρήσει τα παιδιά της, αφήνοντας πίσω περισσότερα ερωτήματα
παρά απαντήσεις. Έφυγε ήσυχη γνωρίζοντας ότι είχε αφήσει την παρακαταθήκη της,
τις άτεγκτες οδηγίες και συμβουλές της. Δεν είχε εξηγήσει το γιατί έπρεπε να
τις ακολουθήσουν. Μόνο να τις εφαρμόσουν. Δεν είχε αναλύσει τις εμπειρίες που
είχαν προέλθει αυτά τα αποστάγματά της. Δεν ήθελε να τα φορτώσει με τους
λόγους, τις λεπτομέρειες, τις μικρότητες των συγγενών της και των γνωστών της.
Με τις αντιπάθειές τους, με τη ζηλόφθονη ματιά τους, ακόμη και όταν αυτοί
υποκρίνονταν ότι έλεγαν τον καλό λόγο ή τον έπαινο, ή όταν αναγκάζονταν να
εκθειάσουν είτε εκείνη είτε τον άντρα της.
Το πρόσωπό της ήταν το ίδιο όμορφο, λες και οι πόνοι των δύο τελευταίων
χρόνων που την βασάνιζαν εκείνη την στιγμή της τελευταίας της αναπνοής να είχαν
παραμερίσει εσκεμμένα, να είχαν σεβαστεί το πρόσωπό της και να μην το χάραξαν,
να το είχαν αφήσει να το θαυμάζουν έτσι όπως το θυμούνταν όλοι. Μια ήρεμη
γαλήνη αναδυόταν από την έκφρασή της. Λες και μειδιούσε από ψηλά.
η
κηδεία της Γιάο Γκουάνγκ
Η μέρα της κηδείας ξημέρωσε βαριά, σαν να είχε κατέβει ο ουρανός
χαμηλότερα πάνω από το Λο Τζιάνγκ. Η υγρασία από το ποτάμι απλωνόταν σαν πέπλο,
κολλούσε στα ρούχα, στα μαλλιά, στις σκέψεις. Το σπίτι των Ντου, που άλλοτε
στεκόταν ήσυχο και επιβλητικό μέσα στην έκτασή του, είχε γεμίσει από κόσμο πριν
ακόμη ανατείλει ο ήλιος. Η σορός της Γιάο Γκουάνγκ είχε τοποθετηθεί σύμφωνα με
το τελετουργικό, μέσα σε φέρετρο από σκούρο, βαρύ ξύλο, στολισμένο με
διακριτικά σκαλίσματα. Φορούσε τα νεκρικά της ενδύματα, μεταξωτά, επιλεγμένα με
προσοχή, όχι κραυγαλέα, αλλά αντάξια της θέσης της.
Το πρόσωπό της έμενε ακάλυπτο. Και πράγματι, ήταν όπως τη θυμόντουσαν
όλοι. Ήρεμο. Απρόσβλητο. Σχεδόν απρόσιτο ακόμη και στον θάνατο. Οι γυναίκες που
περνούσαν από μπροστά της χαμήλωναν τα βλέμματα, όχι από σεβασμό μόνο, αλλά και
από κάτι πιο βαθύ, μια αίσθηση ότι δεν έπρεπε να την κοιτάζουν πολύ ώρα, σαν να
παρέμενε ακόμη ανώτερη, ακόμη απρόσιτη.
Το τελετουργικό ξεκίνησε με τους μοναχούς να ψέλνουν χαμηλόφωνα,
ρυθμικά. Ο καπνός από τα θυμιάματα ανέβαινε σε λεπτές γραμμές προς τα πάνω,
σβήνοντας μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα. Προσφορές τοποθετούνταν μπροστά της:
φρούτα, ρύζι, τσάι, μικρά αντικείμενα που θα τη συνόδευαν στον άλλο κόσμο.
Χαρτονένια ομοιώματα, σύμβολα πλούτου και άνεσης, περίμεναν να καούν αργότερα,
για να μεταφερθούν, όπως έλεγαν, στον κόσμο των πνευμάτων.
Από τα γύρω χωριά, το Σιαοχέ, το Μπαϊλίν, το Νανγκού, αλλά και από το
ίδιο το Λο Τζιάνγκ, κατέφθαναν άνθρωποι ασταμάτητα. Εργάτες των χωραφιών,
επιστάτες, οικογένειες ολόκληρες. Κάποιοι είχαν περπατήσει ώρες για να έρθουν.
Άλλοι είχαν έρθει από υποχρέωση. Άλλοι από περιέργεια. Και άλλοι… από κάτι
λιγότερο καθαρό.
Οι συγγενείς κατέφθασαν νωρίς. Ο πατέρας της, ο Γιν Τσεν-Λου μπήκε στην
αυλή χωρίς να μιλήσει. Είχε γεράσει. Το βλέμμα του στάθηκε στο φέρετρο, και για
μια στιγμή φάνηκε σαν να λύγισε, όχι στο σώμα, αλλά κάπου βαθύτερα. Πλησίασε
αργά, στάθηκε μπροστά στη νεκρή κόρη του και δεν είπε τίποτα. Δεν έκλαψε. Μόνο
έμεινε εκεί. Σαν να είχε απομείνει χωρίς λέξεις.
Πίσω του, οι δύο μικρότερες κόρες του έφτασαν με τις οικογένειές τους. Η
Ρου-Λίν και η Σιάο-Μέι. Ντυμένες πένθιμα, με πρόσωπα σκυθρωπά. Τα μάτια τους κινούνταν διαρκώς. Παρατηρούσαν,
υπολόγιζαν, σχολίαζαν σιωπηλά.
«Να βοηθήσουμε, φυσικά να βοηθήσουμε»,
έλεγαν από την πρώτη στιγμή.
Και προχωρούσαν μέσα στο σπίτι
δίνοντας οδηγίες που κανείς δεν είχε ζητήσει.
«Αυτό εδώ πρέπει να μετακινηθεί.»
«Όχι έτσι τα θυμιάματα.»
«Πού είναι οι υπηρέτριες;»
Οι υπηρέτριες ήδη έτρεχαν. Εκείνες απλώς… επέβλεπαν.
Τα παιδιά της νεκρής, ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι, στέκονταν λίγο πιο
πίσω. Ντυμένοι στα λευκά του πένθους, ακίνητοι. Ο Γκούο Ρεν είχε σκληρύνει μέσα
σε μία νύχτα. Το πρόσωπό του δεν πρόδιδε τίποτα, αλλά τα μάτια του ήταν καρφωμένα
στο έδαφος, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει κάτι μέσα του. Η Ρουό-Σι στεκόταν
δίπλα του. Ήσυχη. Πολύ ήσυχη. Και αυτό ήταν που τραβούσε τα βλέμματα.
Οι γυναίκες άρχισαν να την πλησιάζουν.
«Καημένο παιδί…»
«Τώρα έμεινες μόνη σου…»
«Πρέπει να σκεφτείς το μέλλον σου…»
Η Ρουό-Σι δεν απαντούσε. Μόνο έγνεφε ελαφρά.
«Ένα καλό παιδί… να σε φροντίσει…»
«Η ζωή δεν σταματά…»
Τα λόγια έπεφταν πάνω της σαν ψιλόβροχο. Συνεχές. Ενοχλητικό.
Οι θείες της δεν άργησαν να πλησιάσουν. «Θα σε φροντίσουμε εμείς», είπε
η Ρου-Λίν, αγγίζοντάς της το χέρι με μια επιτηδευμένη τρυφερότητα. «Μόλις
περάσει ο καιρός… θα έρθεις στο Μπαϊλίν», πρόσθεσε η Σιάο-Μέι. «Να δεις τα
κτήματα… να μείνεις μαζί μας λίγο…» «Και ποιός ξέρει…» Ένα χαμόγελο. «Ίσως εκεί
η τύχη να σου χαμογελάσει.»
Η Ρουό-Σι σήκωσε το βλέμμα της για πρώτη φορά. Και για μια στιγμή, κάτι
από τη μητέρα της φάνηκε καθαρά. Όχι στα χαρακτηριστικά. Στην απόσταση. Δεν
απάντησε. Γύρισε απλώς το κεφάλι της αλλού.
Στο μεταξύ, ανάμεσα στο πλήθος, υπήρχαν και άλλοι. Άνδρες που είχαν
έρθει με διαφορετικές προθέσεις. Ένας από αυτούς, μεγαλύτερος, χήρος, με βλέμμα
βαρύ και μετρημένο, στεκόταν κοντά στους αξιωματούχους. Είχε έρθει τότε, μετά
τον θάνατο του Ντου Τσενγκ-Γουέι, με πρόταση. Είχε απορριφθεί χωρίς δεύτερη
σκέψη. Τώρα κοιτούσε τη νεκρή γυναίκα. Και μετά… τη γη γύρω.
Ένας άλλος, νεότερος, γύρω στα τριάντα πέντε, γιος ανερχόμενου εμπόρου,
στεκόταν πιο πίσω. Τα ρούχα του ήταν προσεγμένα, όχι υπερβολικά. Το βλέμμα του,
όμως, δεν έκρυβε την περιέργεια. Εκείνος δεν κοιτούσε μόνο τη νεκρή. Κοιτούσε και
προς τη Ρουό-Σι.
Είχε μάθει να παρατηρεί, να σταθμίζει, να συγκρίνει. Όχι από
ντροπαλότητα, αλλά από συνήθεια. Ο πατέρας του τον είχε μάθει ότι τα καλύτερα
πράγματα δεν τα αποκτάς με βιασύνη, αλλά με υπομονή. Και εκείνος είχε υπάρξει
υπομονετικός. Στεκόταν ακόμη στην άκρη
της αυλής, μα το βλέμμα του δεν ήταν πια στο παρόν. Είχε γυρίσει πίσω. Εκεί
όπου όλα είχαν αρχίσει.
Τον έλεγαν Σου Γουέν-Χάο. Και την πρώτη φορά που την είδε, δεν ήξερε
ακόμη ότι αυτό που ένιωθε δεν θα έσβηνε. Ήταν η νύχτα των φαναριών, λίγα χρόνια πριν, ίσως πέντε, ίσως έξι, η γιορτή που έκλεινε τις ημέρες της
Πρωτοχρονιάς και άνοιγε την πόλη στο φως και στο πλήθος, όταν τα σπίτια
άδειαζαν και οι δρόμοι γέμιζαν, όταν φανάρια ζωγραφισμένα με πουλιά και άνθη
κρέμονταν σε σειρές και οι άνθρωποι περιδιάβαιναν ως αργά, ανάμεσα σε πάγκους
με γλυκίσματα και ζεστό κρασί ρυζιού, σε γρίφους γραμμένους πάνω στο χαρτί και
γέλια που υψώνονταν πάνω από τον βόμβο της αγοράς.
Στο Λο Τζιάνγκ είχαν στηθεί πολύχρωμα
υφάσματα και πρόχειρες εξέδρες· ο κόσμος κυλούσε αδιάκοπα, σαν ρεύμα που δεν
γνώριζε στάση, έβλεπε και τον έβλεπαν. Κι εκεί, μέσα στο φως των φαναριών, την
είδε για πρώτη φορά, να στέκει δίπλα στον σύζυγό της· και ήταν σαν το φως να
συγκεντρωνόταν επάνω της, σαν να την ξεχώριζε από το πλήθος και να την κρατούσε
ελαφρά υψωμένη από αυτό, μορφή λεπτή και άφθαστη, με μια ομορφιά που δεν
ζητούσε βλέμματα κι όμως τα τραβούσε όλα, ήσυχη και απόμακρη, σαν να μην ανήκε
ολότελα στον κόσμο γύρω της.
Ο Σου Γουέν-Χάο στεκόταν δίπλα στον πατέρα του. Παρατηρούσε. Πάντα
παρατηρούσε. Αυτό του είχε μάθει ο πατέρας του, όχι να σπεύδει, αλλά να
περιμένει τη σωστή στιγμή. Να διακρίνει πότε ο άλλος στέκεται γερά… και πότε
λυγίζει. Γιατί εκεί, στη ρωγμή, κρύβεται η ευκαιρία. «Τίποτα δεν ανήκει
πραγματικά σε κανέναν», του είχε πει κάποτε. «Απλώς περιμένει τον επόμενο που
θα το διεκδικήσει σωστά.» Και εκείνος το είχε πιστέψει. Όχι σαν ιδέα. Σαν
κανόνα.
Μέχρι που… ο θόρυβος άλλαξε. Τα βλέμματα άρχισαν να στρέφονται προς μία
κατεύθυνση, σαν κύμα που βρίσκει κέντρο. Και τότε την είδε. Η Γιάο Γκουάνγκ. Δίπλα
στον Ντου Τσενγκ-Γουέι. Δεν φορούσε κάτι υπερβολικό. Τίποτα που να ζητά
προσοχή. Και όμως, την είχε όλη. Δεν κοίταζε κανέναν. Δεν ανταποκρινόταν. Στεκόταν
σαν άγαλμα που κοιτάζει κάτι αόρατο, και όλοι οι άλλοι στρέφονται προς αυτό
χωρίς να ξέρουν γιατί. Τα βλέμματα έπεφταν πάνω της με ένταση. Σαν πύρινες
γλώσσες. Σαν άγρια ζώα που πλησιάζουν κάτι που δεν μπορούν να αγγίξουν. Εκείνη παρέμενε
αμετακίνητη.
Ο Σου Γουέν-Χάο ένιωσε κάτι να
σταματά μέσα του. Και μετά… να καρφώνεται. Σαν βέλος. Δεν ήταν απλώς επιθυμία. Ήταν
αναγνώριση. Σαν να είχε βρει κάτι που δεν ήξερε ότι έψαχνε και από εκείνη τη
στιγμή δεν μπορούσε να το αφήσει. Και εκεί, μέσα στον θόρυβο, χωρίς να το
καταλάβει, πήρε μια απόφαση. Όχι συνειδητή. Αλλά βαθιά. Ότι αυτό, αυτή, κάποτε θα
γινόταν δική του. Δεν είχε σημασία πώς. Δεν είχε σημασία πότε. Ο χρόνος δεν
ήταν εμπόδιο. Για αυτά που αξίζουν μπορεί να περιμένει κανείς.
Λίγο καιρό μετά, ούτε ένα χρόνο αργότερα, είχε σταθεί μπροστά στην
άρνησή της. Δύο φορές. Δύο επιστροφές. Δύο σιωπές. Και όμως, δεν είχε δει ήττα.
Είχε δει… καθυστέρηση. Γιατί ήξερε κάτι που οι άλλοι δεν καταλάβαιναν. Ότι οι
άνθρωποι δεν μένουν πάντα ίδιοι. Ότι έρχονται στιγμές που λυγίζουν. Στιγμές που
κουράζονται. Στιγμές που χρειάζονται κάτι ή κάποιον. Και τότε… είναι η στιγμή
της προσφοράς. Όχι της ικεσίας. Της απόκτησης.
Αυτό έκανε ο πατέρας του. Έτσι είχε μεγαλώσει η περιουσία τους. Δεν
άρπαζε. Περίμενε. Και όταν έβλεπε τον άλλον αδύναμο, τότε πλησίαζε με πρόταση
που φαινόταν δίκαιη, σχεδόν γενναιόδωρη. Και πάντα έπαιρνε αυτό που ήθελε. Ο
Σου Γουέν-Χάο είχε μάθει καλά το μάθημα. Και η Γιάο Γκουάνγκ ήταν το μόνο
πράγμα που δεν είχε ακόμη αποκτήσει. Αλλά όχι για πάντα. Έτσι πίστευε.
Δύο χρόνια πριν, όταν η Γιάο Γκουάνγκ είχε μείνει χήρα, εκείνος ήταν
τριάντα τριών. Εκείνη πριν τα σαράντα. Με δύο παιδιά. Με ένα όνομα ήδη βαρύ. Δεν
τον είχε απασχολήσει τίποτα από αυτά. Δεν τον είχαν απασχολήσει ούτε τα
κτήματα, ούτε η περιουσία, ούτε το τι θα έλεγαν οι άλλοι. Ήθελε εκείνη.
Την πρώτη φορά δεν εμφανίστηκε ο ίδιος. Έστειλε ανθρώπους, όπως όριζε το
έθιμο. Μαζί τους έστειλε και το δώρο. Όχι απλώς ακριβό. Σπάνιο. Ένα ζευγάρι
σκουλαρίκια από νεφρίτη, βαθύ πράσινο, σχεδόν διαφανές, σκαλισμένο σε μορφή
λεπτών σταγόνων, δεμένων με χρυσό τόσο λεπτό που έμοιαζε με κλωστή. Είχαν
κατασκευαστεί κατόπιν παραγγελίας σε εργαστήριο του Τσενγκντού, από τεχνίτες
που δούλευαν μόνο για μεγάλους οίκους. Ο πατέρας του είχε πληρώσει χωρίς να
ρωτήσει το ποσό. Δεν ήταν θέμα χρημάτων. Ήταν θέμα εντύπωσης.
Τα σκουλαρίκια έφτασαν στο σπίτι των Ντου. Και επέστρεψαν. Χωρίς μήνυμα.
Χωρίς εξήγηση. Μόνο με τη σιωπή της. Εκείνος δεν θύμωσε. Μόνο κατάλαβε. Δεν
ήταν άρνηση. Ήταν… απόσταση.
Τη δεύτερη φορά, δεν άφησε τίποτα στην τύχη. Διάλεξε άλλον προξενητή,
πιο έμπειρο, πιο προσεκτικό. Και το δώρο… ήταν ακόμη μεγαλύτερο. Ένα σύνολο από
τελετουργικά ενδύματα, υφασμένα με μετάξι από τα καλύτερα εργαστήρια της
Σουτσόου, κεντημένα με χρυσές και ασημένιες κλωστές σε σχέδια που συμβόλιζαν
ένωση και μακροζωία. Μαζί τους, ένα περιδέραιο από λευκό νεφρίτη, από εκείνον
που έλεγαν πως «αναπνέει» στο φως. Είχε φροντίσει να είναι κάτι παραπάνω από
πολυτέλεια. Ήταν πρόθεση. Και πάλι όμως επέστρεψαν. Αυτή τη φορά, ούτε καν
αγγιγμένα.
Τότε είχε στείλει μήνυμα. Όχι παράπονο. Όχι πίεση. Μόνο μια δήλωση: ότι
θα περίμενε. Ότι όταν θα περνούσαν τα τρία χρόνια του πένθους της, θα
ξαναπροσπαθούσε. Ότι δεν τον ενδιέφερε η περιουσία της. Ας την έγραφε όλη στα
παιδιά της. Εκείνος ήθελε εκείνη. Είχε ήδη αρχίσει να χτίζει σπίτι. Όχι το
πατρικό. Ένα καινούργιο. Με αυλή μεγάλη, με δωμάτια φωτεινά, με χώρο που θα
μπορούσε να την χωρέσει όπως της άξιζε. Πίστευε στον χρόνο. Αλλά ο χρόνος δεν
τον περίμενε.
Τώρα στεκόταν στην αυλή του σπιτιού της. Και εκείνη ήταν μέσα σε ένα
φέρετρο. Το βλέμμα του μετακινήθηκε αργά. Από το πρόσωπό της, που έμενε
ανέγγιχτο ακόμη και στον θάνατο στη Ρουό-Σι. Έμεινε εκεί. Προσπαθούσε να δει. Να
βρει. Τι είχε η μία που δεν είχε η άλλη.
Η Γιάο Γκουάνγκ ήταν σαν κάτι ολοκληρωμένο. Σαν έργο που δεν μπορείς να
αγγίξεις χωρίς να το χαλάσεις. Η ομορφιά της δεν ζητούσε τίποτα. Δεν άφηνε
χώρο. Η Ρουό-Σι ήταν διαφορετική. Όχι τόσο τέλεια. Μια χάρη που δεν είχε ακόμη
σκληρύνει. Μια σιωπή που δεν ήταν τοίχος, αλλά κάτι που μπορούσε να
διαπεραστεί.
Και όμως, το πρωτότυπο ήταν αναντικατάστατο,
μοναδικό, όπως εκείνα τα σπάνια έργα που
περνούν από χέρι σε χέρι και κανείς δεν τα κατέχει πραγματικά. Κι εκείνος, όπως
κάθε συλλέκτης, δεν επιθυμούσε ένα αντίγραφο, αλλά το ένα και μόνο καλούπι, το
πρόσωπο που δεν επαναλαμβάνεται, το σώμα που δεν διδάσκεται, εκείνες τις
λεπτές, σχεδόν αδιόρατες κινήσεις που είχε διακρίνει τότε, μέσα στη νύχτα των
φαναριών.
Γεννήθηκε μέσα του μια σκέψη πιο ψυχρή, πιο
επίμονη. Αν δεν μπορούσε να έχει το πρωτότυπο, θα μπορούσε ίσως να περισώσει τη
μορφή. Να καλέσει τεχνίτες από μακριά, από εργαστήρια φημισμένα για την τέχνη τους,
ανθρώπους που ήξεραν να αποδίδουν το δέρμα στο κερί, την πτύχωση του υφάσματος
στην πέτρα, το βλέμμα σε μια ελάχιστη κλίση του προσώπου. Να τους περιγράψει με
ακρίβεια ό,τι είχε δει, να τους αναγκάσει σχεδόν να το αναστήσουν.
Ίσως σε κερί, για να κρατήσει τη ζεστασιά
της επιφάνειας· ίσως σε λευκό αλάβαστρο, για να διατηρηθεί άφθαρτη, έξω από τον
χρόνο. Και τότε, στο νέο του μεγάλο σπίτι, ανάμεσα σε αυλές και σκιερούς
διαδρόμους, να στεκόταν εκεί όχι βέβαια ζωντανή, αλλά σε πραγματικές
διαστάσεις, σιωπηλή και ακίνητη, ένα ομοίωμα πιστό όσο επιτρέπει η τέχνη.
Μα ακόμη κι αυτή η σκέψη δεν τον
ικανοποιούσε πλήρως. Γιατί ήξερε ή τουλάχιστον το υποψιαζόταν πως ό,τι κι αν
έπλαθαν τα χέρια των τεχνιτών, θα έλειπε πάντοτε εκείνο το ανεπαίσθητο, η
κίνηση, η ανάσα, η ζωή πριν από την έκφραση. Αν
δεν μπορούσε να αγγίξει την ίδια ίσως μπορούσε να πλησιάσει. Δεν θα ήταν η ίδια
αξία. Όχι. Αλλά δεν θα ήταν και λίγη. Το βλέμμα του σκοτείνιασε ελαφρά, όχι από
λύπη, αλλά από σκέψη.
Οι ευκαιρίες δεν χάνονται. Μεταμορφώνονται. Και εκείνος είχε μάθει να
τις αναγνωρίζει, ακόμη κι όταν εμφανίζονταν μέσα σε πένθος. Και αν δεν μπορούσε
να την έχει ζωντανή, μπορούσε να μεταμορφώσει τη ζωή σε ομοίωμα, σε
υποκατάστατό της.
Η Ρουό-Σι ένιωσε το βλέμμα. Για μια στιγμή γύρισε. Τα μάτια τους
συναντήθηκαν. Δεν ήταν η μητέρα της. Είχε επιθετικότητα στο βλέμμα. Βλέμμα που
έβαζε όρια, και όχι σαν το αόριστο κοίταγμα της Γιάο Γκουάνγκ προς το βάθος του
ορίζοντα που επέτρεπε στους άλλους να την θαυμάσουν.
Οι ψίθυροι άρχισαν να κυκλοφορούν.
«Όμορφη… αλλά όχι σαν τη μάνα της…»
«Έχει χάρη όμως…»
«Και προίκα…»
Οι αξιωματούχοι των Μινγκ στάθηκαν με την απόσταση που επέβαλλε η θέση
τους. Παρουσία τυπική, σχεδόν ψυχρή. Ένα νεύμα, λίγες λέξεις, τίποτα
περισσότερο. Η παρουσία τους, όμως, αρκούσε για να δώσει βάρος στην τελετή.
Η πομπή προς τον τόπο ταφής έγινε με τάξη. Τύμπανα χαμηλά. Ψαλμοί. Βήματα
συγχρονισμένα. Το φέρετρο μεταφέρθηκε αργά, ενώ οι συγγενείς ακολουθούσαν. Ο
πατέρας της Γιάο Γκουάνγκ, βάδιζε κοντά, σταθερά, σαν να κρατιόταν μόνο από το
καθήκον. Τα δύο παιδιά πίσω. Αμίλητα. Όταν το σώμα κατέβηκε στη γη, για μια
στιγμή όλα σώπασαν. Σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος. Και μετά… ξανάρχισαν οι
φωνές. Χαμηλές. Συγκρατημένες. Αλλά παρούσες.
Το ίδιο βράδυ, το μεγάλο αγρόκτημα των Ντου γέμισε. Δεν υπήρχε χώρος. Άνθρωποι
κοιμόντουσαν σε αποθήκες, σε διαδρόμους, στην αυλή. Φωτιές άναψαν. Φωνές
υψώθηκαν. Το πένθος άρχισε να μετατρέπεται σε κοινωνική υποχρέωση.
Ο Γκούο Ρεν δεν ήθελε τίποτα από αυτά. Η Ρουό-Σι ακόμη λιγότερο. Αλλά οι
θείες είχαν αποφασίσει. «Πρέπει να δοθεί δείπνο.»
«Τι θα πει ο κόσμος;»
«Έτσι είναι το πρέπον.»
«Θα το αναλάβουμε εμείς.»
Δεν το ανέλαβαν. Η Λάο Σου ήταν εκείνη που επιστατούσε και εκείνες
έμπαιναν στη μέση για να διακόψουν ή να ακυρώσουν τις οδηγίες της. Οι εργάτριες
των χωραφιών έτρεχαν ασταμάτητα. Έκοβαν, μαγείρευαν, μετέφεραν. Ιδρωμένες,
σιωπηλές. Οι θείες… συντόνιζαν. Και σχολίαζαν.
«Δεν έχει την τάξη που είχε παλιά το
σπίτι…»
«Χωρίς γυναίκα… φαίνεται…»
«Η καημένη… μεγάλη ομορφιά… αλλά…»
Μια παύση.
«Δεν της βγήκε σε καλό.»
Οι συγγενείς συμφωνούσαν.
«Τέτοια ομορφιά… δεν είναι για καλό.»
«Πάντα κάτι παίρνει πίσω.»
Και τα βλέμματα πήγαιναν ξανά στη Ρουό-Σι. Με μέτρο τώρα. Με υπολογισμό.
Στη μέση όλου αυτού, ο Γιν Τσεν-Λου καθόταν μόνος. Δεν έτρωγε. Δεν μιλούσε. Είχε
χάσει τη γυναίκα του. Τώρα και την κόρη του. Και για πρώτη φορά, φαινόταν
μικρός μέσα στον κόσμο.
Λίγο πιο πέρα, τα δύο παιδιά της Γιάο Γκουάνγκ κάθονταν μαζί. Χωρίς να
αγγίζονται. Χωρίς να μιλούν. Αλλά ενωμένα μέσα σε κάτι που κανείς άλλος εκεί
δεν μπορούσε να καταλάβει. Μέσα στον θόρυβο, στα σχόλια, στα βλέμματα, στις
προτάσεις που ήδη άρχιζαν να γεννιούνται ξανά, εκείνοι έμεναν ακίνητοι. Σαν να
είχαν ήδη απομακρυνθεί. Σαν να είχαν ήδη καταλάβει αυτό που η μητέρα τους είχε υποδείξει
χωρίς ποτέ να το εξηγήσει: ότι ο κόσμος δεν πλησιάζει από αγάπη. Αλλά από
ανάγκη. Και πως από εκείνη τη μέρα και μετά θα έπρεπε να σταθούν μόνοι τους.
το
μυστικό του τάφου
Η μέρα ήταν βαριά με υγρασία και θλίψη. Το πλήθος είχε αποσυρθεί
σιωπηλά, αφήνοντας πίσω του μόνο τα θρόισματα των φύλλων που έσκιζαν οι αέρηδες
γύρω από τον μικρό, προσεκτικά σκαμμένο τάφο. Η Γιάο Γκουάνγκ, η ξακουστή για
την ομορφιά της, τώρα δεν ήταν παρά σώμα κάτω από το χώμα. Ομορφιά αθάνατη,
αλλά κλειδωμένη στην αιώνια σιωπή. Το μυστικό που κουβαλούσε τόσα χρόνια είχε θαπτεί
μαζί της, εκεί, ανάμεσα στις ρίζες και τη γη, αθόρυβο και σιωπηλό. Κανείς δεν
γνώριζε τίποτα, εκτός από εκείνες που το μοιράζονταν μαζί της με τυφλή πίστη
και αφοσίωση: τη Λάο Νινγκ, τη γριά με τα βότανα, και τη γυναίκα που
περιφερόταν στα χωριά, φέρνοντας τα παιδιά που άλλες δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν
να κρατήσουν – την Χούι Τσενγκ.
Η ζωή της Γιάο Γκουάνγκ είχε πάντα μια φαινομενική τελειότητα. Ο γάμος
της με τον Γουέι-Τσενγκ, τον ισχυρό μεγαλοκτηματία, ήταν για τα μάτια όλων μια
ιστορία επιτυχίας και κύρους. Και όμως, κάτω από την επιφάνεια, υπήρχε μια
ρωγμή, αόρατη αλλά σταθερή, που απειλούσε να καταστρέψει την εικόνα της
ευτυχίας. Οι προσπάθειες να αποκτήσει παιδί της είχαν αποτύχει επανειλημμένα. Κάθε εγκυμοσύνη της
διακόπτονταν πριν την ώρα της, συνήθως γύρω στον έβδομο ή όγδοο μήνα, με το
παιδί να χάνεται αθόρυβα, αφήνοντας πίσω της πόνο και κενό. Ήταν πρόωρη
αποβολή, μια αίσθηση απώλειας που ένιωθε βαθιά και σιωπηλά, καθώς η ελπίδα της
για τη συνέχεια της οικογένειας διαλύονταν ξανά και ξανά. Τα γιατροσόφια της
Λάο Νινγκ, οι συμβουλές και τα μυστικά των βοτάνων, δεν είχαν αποτέλεσμα.
Τότε εμφανίστηκε η λύση του δανεισμού: παιδιά από τις φτωχές κοπέλες των
γύρω χωριών, νεογέννητα που οι μητέρες τους δεν μπορούσαν να κρατήσουν – παιδιά
από απαγορευμένες ενώσεις, από σχέσεις που η κοινωνία δεν θα συγχωρούσε. Η Χούι
Τσενγκ ήταν η γυρολόγος που με ακρίβεια και μυστικότητα τα εύρισκε, τα
φρόντιζε, και τα παρέδιδε στις εύπορες άτεκντες γυναίκες που τα ζητούσαν. Το
πρώτο σχέδιο πέτυχε. Ένα αγόρι, το οποίο η Γιάο Γκουάνγκ ονόμασε Γκούο Ρεν, ο «άνθρωπος
που διασφαλίζει την συνέχεια και την τιμή της οικογένειας», δηλαδή «ο άνδρας
που φέρει το όνομα και την κληρονομιά», ήρθε στην αγκαλιά της σαν θαύμα, χωρίς
ενοχή και χωρίς ίχνος παρελθόντος. Τρία χρόνια αργότερα, ένα κορίτσι βρέθηκε με
τον ίδιο τρόπο, παιδί μιας παλλακίδας και ενός πλούσιου άνδρα. Η Γιάο Γκουάνγκ
το ονόμασε Ρουό-Σι, όνομα που αντιπροσώπευε τη ροή της ζωής, την ευαισθησία και
την κληρονομιά της οικογένειας που θα συνεχιζόταν μέσα από αυτήν, δηλαδή η
«γυναίκα που ενσαρκώνει την κληρονομιά και τη συνέχιση της οικογένειας», απαλή
αλλά σταθερή, όπως το ρέμα που διαπερνά τη γη αλλά φέρνει ζωή.
Οι μανάδες και η προέλευση των παιδιών παρέμεναν μυστικά, μυστικά που
μόνο η Λάο Νινγκ και η Χούι Τσενγκ γνώριζαν.
Τα ταξίδια του Γουέι-Τσενγκ ήταν η τέλεια κάλυψη. Όταν εκείνος έφευγε
για το Σιαοχέ, το Μπαϊλίν ή το μακρινό Νανγκού, οι γέννες της Γιάο Γκουάνγκ
συνέπιπταν με την απουσία του, αφήνοντας τον χρόνο και τον χώρο να παίξουν τον
ρόλο τους. Η διαγραφή και συγκάλυψη της πραγματικότητας ήταν άψογη. Ο
μηχανισμός της μυστικής τροφοδοσίας λειτουργούσε χωρίς σφάλμα, χωρίς κανένα
ίχνος ανακάλυψης της αλήθειας να παραμένει στον ορίζοντα.
Με τον τρόπο αυτό η Γιάο Γκουάνγκ διατήρησε την ασφάλεια και την
κοινωνική της θέση. Ο σύζυγός της, ο
Τσενγκ-Γουέι, δεν μπορούσε να ισχυρισθεί ότι δεν του πρόσφερε απογόνους και να
να την διώξει ή να στραφεί σε κάποια άλλη γυναίκα για να καλύψει αυτό το κενό.
Κανείς στο Λο Τζιανγκ ή στο Μπαϊλίν δεν θα μπορούσε να την κατηγορήσει για
στειρότητα.
Η κηδεία είχε τελειώσει, και η σιωπή ήταν βαριά σαν πέτρα. Οι δικοί της
άνθρωποι είχαν φύγει, αφήνοντας πίσω το μυστικό της, το οποίο θα παρέμενε
θαμμένο μαζί της. Η Χούι Τσενγκ είχε πεθάνει σε κάποια από τις περιπλανήσεις
της, αφήνοντας πίσω μόνο σκιές αναμνήσεων. Εκείνες που είχαν κρατήσει τα παιδιά
στην αγκαλιά τους, τα παιδιά που τις είχε μυστικά προμηθεύσει, ένιωσαν ένα περίεργο μίγμα λύπης και
ανακούφισης: η μάρτυρας είχε φύγει, και το μυστικό δεν κινδύνευε πλέον να
αποκαλυφθεί.
Η Γιάο Γκουάνγκ είχε πάρει μαζί της το μυστικό του ευτυχισμένου γάμου
της – μια ευτυχία χτισμένη αθόρυβα πάνω σε δανεισμένα παιδιά, σιωπηλά και
σταθερά προστατευμένα από τα βλέμματα των άλλων. Ο τάφος της, μικρός και
ήσυχος, έκρυβε όχι μόνο το σώμα της αλλά και την ιστορία μιας γυναίκας που
κατάφερε να συνδέσει την κοινωνική επιτυχία με τα αθέατα μυστικά της
μητρότητας. Το μυστικό έμενε εκεί, ακέραιο, θαμμένο κάτω από το χώμα, αθόρυβο,
όπως η ζωή της η ίδια.
Και καθώς η νύχτα έπεφτε πάνω στο χωριό, τα άστρα έλαμπαν σιωπηλά, σαν
να γνώριζαν κάτι που οι ζωντανοί δεν μπορούσαν να δουν. Η Γιάο Γκουάνγκ,
πανέμορφη και πια αιώνια, κρατούσε μέσα της το μυστικό της – το μυστικό του
τάφου της. Είχε κληροδοτήσει τη συνέχεια της, στον γιο της, τον Γκούο Ρεν και
στην κόρη της, την Ρουό-Σι. Και ας μην ήταν καρποί που είχαν βγει από την κοιλιά της, εκείνη τα είχε αναθρέψει,
τα είχε φροντίσει και τα είχε μάθει να σκέπτονται και να συμπεριφέρονται με τον
τρόπο της, σαν παιδιά αρχόντων. Για τη Γιάο Γκουάνγκ, όμως, τα παιδιά δεν ήταν
απλώς μέσα συγκάλυψης ενός γάμου. Ήταν η καρδιά της οικογένειας, τα στηρίγματα
του γάμου της. Στα μάτια της, ο Γκούο Ρεν και η μικρή Ρουό-Σι ήταν η συνέχεια
της ίδιας και του Τσενγκ-Γουέι, η διασφάλιση του ονόματος της οικογένειας, η
εγγύηση ότι η ιστορία τους δεν θα χαθεί. Κάθε χάδι, κάθε φροντίδα, κάθε αγκαλιά
που τους έδινε, ήταν μια σιωπηλή ομολογία της αγάπης της και της αφοσίωσής της
σε αυτά. Με τα παιδιά, ο γάμος της αποκτούσε ουσία, και η ίδια ένιωθε ασφαλής,
όχι ως γυναίκα μόνο, αλλά ως μητέρα που δημιούργησε μια οικογένεια, έστω με
τρόπο κρυφό και μυστικό.
Μόνο μια γυναίκα έμενε που ήξερε το μυστικό, η γυναίκα με τα βότανα, η
Λάο Νινγκ, κανείς άλλος.
η
τυμβωρυχία
Οι φήμες για τυμβωρύχους του έδωσαν μορφή σε κάτι που ήδη είχε αρχίσει
να σκέφτεται. Ο Σου Γουέν-Χάο έστειλε ανθρώπους στις μεγάλες πόλεις της
ενδοχώρας, στην Τσενγκντού, στην Τσονγκτσίνγκ, ακόμη και ως το Σουτσόου, και
κάλεσε τεχνίτες. Τεχνίτες του κεριού, του αλάβαστρου και του μαρμάρου, άνδρες
που ήξεραν να δίνουν στο άψυχο μια πνοή σχεδόν πειστική. Τους υποσχέθηκε πολλά·
και αν η τέχνη τους στεκόταν αντάξια αυτού που ζητούσε, ακόμη περισσότερα. Δεν
τους είπε από την αρχή τι ακριβώς θα έπρεπε να αντικρίσουν.
Το ίδιο βράδυ, δίχως θόρυβο, κάλεσε στο σπίτι του δύο άνδρες που γνώριζε
από σκοτεινές υποθέσεις του πατέρα του, ανθρώπους που εμφανίζονταν μόνο όταν
κάτι έπρεπε να γίνει χωρίς ερωτήσεις. Μαζί τους ήρθαν κι άλλοι, σιωπηλοί, με
πρόσωπα που δεν κρατούσες εύκολα στη μνήμη. Τους μίλησε χαμηλόφωνα. Τους είπε
τι να κάνουν. Να πάνε νύχτα. Να σκάψουν προσεκτικά. Να μην σπάσουν τίποτα. Να
μην πάρουν τίποτε άλλο. Και, πάνω απ’ όλα, να ξαναβάλουν τα πράγματα όπως τα
βρήκαν το χώμα, τις πέτρες, τα υφάσματα. Κανείς δεν έπρεπε να καταλάβει.
Κανείς. Να τη μεταφέρουν στο σπίτι του. Και έτσι έγινε.
Το σώμα της Γιάο Γκουάνγκ, ήρεμο,
σχεδόν αδιάφορο προς ό,τι είχε ήδη αρχίσει να διαπράττεται γύρω του, έφθασε
μέσα στη νύχτα στο νέο του σπίτι. Την μετέφεραν τυλιγμένη, με προσοχή σχεδόν
ευλαβική. Για μια στιγμή, καθώς την τοποθετούσαν στο εσωτερικό δωμάτιο, έμοιαζε
σαν να κοιμόταν. Οι πόρτες έκλεισαν.
Δύο άνθρωποι ανέλαβαν αμέσως το έργο της διατήρησης: ένας βοτανολόγος,
γνώστης παλαιών μειγμάτων και ρητινών, και ένας θεραπευτής που είχε υπηρετήσει
κάποτε σε οικογένειες αξιωματούχων και ήξερε πώς να καθυστερεί την αποσύνθεση,
έστω για λίγο. Έφεραν βότανα, έλαια, σκόνες. Ο αέρας στο δωμάτιο άλλαξε, έγινε βαρύς, σχεδόν γλυκός. Δούλευαν σιωπηλά.
Μέχρι που άρχισαν να φτάνουν οι τεχνίτες. Έρχονταν ένας-ένας ή ανά δύο,
σε διαφορετικές ώρες, από διαφορετικές κατευθύνσεις, για να μη δώσουν στόχο.
Τους οδηγούσαν μέσα χωρίς εξηγήσεις. Και όταν έβλεπαν, καταλάβαιναν. Τα χρήματα
ήταν πράγματι πολλά. Αλλά η σιωπή άξιζε περισσότερο.
Το έργο τους δεν θα το θαύμαζε κανείς. Δεν θα έφερε όνομα, δεν θα
εκτεθεί σε αίθουσα ή αυλή. Θα έμενε κρυμμένο, σαν κάτι που δεν έπρεπε να
υπάρξει και ακριβώς γι’ αυτό είχε υπάρξει. Κανείς τους δεν μιλούσε. Ούτε μεταξύ
τους. Γιατί ήξεραν πως, αν η τέχνη τους αποτύγχανε, θα είχαν απέναντί τους τον
Σου Γουέν-Χάο. Και αν μιλούσαν, θα είχαν απέναντί τους τον νόμο.
Τα ομοιώματα αργά γεννιούνταν μέσα από τη σιωπή του σπιτιού. Πρώτο
ολοκληρώθηκε το κερί. Το σώμα της, γυμνό, αποδόθηκε με μια απαλή, σχεδόν
ζωντανή υφή· το φως γλιστρούσε επάνω του και για μια στιγμή έδινε την
ψευδαίσθηση θερμότητας. Ο τεχνίτης δούλευε με τα δάχτυλα περισσότερο παρά με
εργαλεία, σαν να φοβόταν μήπως την ξυπνήσει. Όταν τελείωσε, στάθηκε πίσω, δεν
μίλησε. Ο Σου Γουέν-Χάο πλησίασε, κοίταξε, αλλά δεν άγγιξε.
Ύστερα ήρθε το αλάβαστρο. Η μορφή της αυτή τη φορά ημίγυμνη, με το
ύφασμα να υποχωρεί απαλά από τον ώμο, σαν να είχε μόλις στραφεί. Η λαμπρότητα
του αλάβαστρου απέδιδε την καθαρότητα της μορφής της, αλλά αφαιρούσε τη
ζεστασιά· την έκανε πιο απόμακρη, σχεδόν άφθαρτη. Ο τεχνίτης επέμενε στο
πρόσωπο, ξανά και ξανά, μέχρι που τα μάτια έμοιαζαν να κοιτούν χωρίς να
βλέπουν.
Το μάρμαρο καθυστέρησε περισσότερο. Ήταν
σκληρότερο, απαιτούσε επιμονή και απόλυτη ακρίβεια· κάθε χτύπημα μπορούσε να
χαράξει ανεπανόρθωτα ό,τι είχε ήδη κερδηθεί. Ο μαρμαρογλύπτης δούλευε ημέρες
πολλές, σχεδόν απομονωμένος, με τα χέρια βαριά από την κόπωση και το βλέμμα
καρφωμένο στη λευκή μάζα που αργά αποκάλυπτε τη μορφή της. Και όταν τελικά αυτή
φανερώθηκε, γυμνή και ακίνητη, έμοιαζε σαν να μην ανήκε πια σε άνθρωπο, αλλά σε
ιδέα. Κάτι οριστικό.
Ο μαρμαρογλύπτης είχε παραδώσει τρεις
εκδοχές του ίδιου προσώπου. Δεν του το είχε ζητήσει ο Σου Γουέν-Χάο. Ίσως όμως η
ίδια η ακατάλυτη ομορφιά της Γιάο Γκουάνγκ να τον είχε ωθήσει σε αυτή την
πολλαπλή απόπειρα· ίσως και εκείνος, στη σιωπή της τέχνης, να είχε παραδοθεί σε
μιαν επικίνδυνη προσήλωση προς το “πρότυπό” του, ίσως και εκείνος να είχε
ερωτευθεί την Γιάο Γκουάνγκ έτσι όπως τον κοίταζε γλυκά και γαλήνια.
Και όταν τελικά αποκαλύφθηκαν και οι τρεις
μαρμάρινες μορφές, η Γιάο Γκουάνγκ δεν ήταν πια πρόσωπο, αλλά παρουσία
παγιωμένη σε αιώνια ακινησία.
Στο πρώτο άγαλμα είχε αποδοθεί γυμνή, σε
μετωπική όρθια στάση, με ελαφρά πρόταξη του ενός γονάτου, σαν να προχωρεί μόλις
ένα ανεπαίσθητο βήμα πριν σταθεί ξανά· το σώμα έγερνε ελάχιστα μέσα στη δική
του ισορροπία, σαν να αιωρούνταν μέσα στη βαρύτητα.
Στο δεύτερο, η μορφή είχε συλληφθεί σε
πλάγια στροφή του κορμού, μια στιγμή μετάβασης που δεν ολοκληρώνεται ποτέ· σαν
να είχε στραφεί προς κάτι αθέατο και να είχε παγώσει ακριβώς πριν την
ανταπόκριση της κίνησης. Εκεί δεν υπήρχε πια στάση, αλλά το ίχνος της στάσης.
Στο τρίτο, η ίδια μορφή είχε μεταφερθεί σε
οριζόντια ανάκλιση, σαν να κειτόταν ήδη έξω από τον χρόνο· ιδεατό ανάγλυφο που
θα μπορούσε να ανήκει σε ταφικό μνημείο ή σε επιτύμβια σύνθεση αρχαίου τάφου.
Εκεί η ύπαρξη δεν στεκόταν ούτε κινούνταν· απλώς είχε καταλήξει.
Και τα τρία μαζί δεν ήταν εκδοχές του ίδιου
σώματος, αλλά τρεις διαφορετικοί τρόποι να ειπωθεί το αναπόφευκτο. Όχι απλώς
μορφή· αλλά απόφαση, απόφαση να αποτυπωθεί κάτι σε πείσμα της φθοράς και του
θανάτου.
Ένας-ένας πληρώνονταν και έφευγαν. Με ένα χαμόγελο συγκρατημένο, για την
αμοιβή, που ήταν πράγματι γενναία, αλλά και με μια σκιά απογοήτευσης που δεν
μπορούσαν να κρύψουν εντελώς. Το έργο τους, το δικό τους έργο, δεν θα αποκτούσε
ποτέ μάτια να το θαυμάσουν, στόματα να το επαινέσουν. Δεν θα υπήρχε αφήγηση. Θα
έμενε κλεισμένο, όπως ένα μυστικό που δεν ειπώθηκε ποτέ. Τι αξία έχει ένα
δημιούργημα όταν δεν μπορεί να το δει ο κόσμος, όταν δεν μπορούν να το δουν οι
άλλοι;
τα
ομοιώματα που μιλούν
Ο Σου Γουέν-Χάο έμενε μόνος. Καθόταν στην αίθουσα για ώρες, καθώς το φως
άλλαζε και οι σκιές μετακινούνταν επάνω στα σώματα. Στην αρχή τα κοιτούσε σαν
να τα αξιολογούσε ποιο είχε πλησιάσει περισσότερο, ποιο είχε αποτύχει. Έπειτα
άρχισε να τους μιλά. Αλλά όλα του φαίνονταν σαν εκείνη.
Στο κερί, χαμηλόφωνα, σχεδόν τρυφερά. Στο αλάβαστρο, με κάποια επιμονή,
σαν να ζητούσε απάντηση. Στο μάρμαρο, με μεγαλύτερες παύσεις, σαν να περίμενε. Και
μέσα σε αυτές τις παύσεις, κάτι άλλαξε. Άρχισε να νομίζει πως εκείνη του
απαντούσε. Όχι με λόγια καθαρά, αλλά με μικρές μετατοπίσεις του βλέμματος, με
μια σκιά που έπεφτε διαφορετικά, με την αίσθηση πως το κερί κρατούσε ακόμη λίγη
θερμότητα. Μιλούσε περισσότερο. Σταματούσε, άκουγε. Έγνεφε ελαφρά, σαν να
συμφωνούσε με κάτι που είχε μόλις ειπωθεί.
Και κάθε μορφή της Γιάο Γκουάνγκ του
απαντούσε διαφορετικά σαν να υπήρχε μέσα στα αντίγραφά της όχι μία ψυχή, αλλά διαφορετικές
εκδοχές της ίδιας.
Η μορφή στο κερί ήταν η πιο θερμή. Έγερνε
ελαφρά το κεφάλι, σαν να τον λυπόταν.
— «Θα έπρεπε να περιμένεις,» του έλεγε.
«Τα τρία χρόνια της χηρείας μου δεν έχουν ακόμη συμπληρωθεί. Η ζωή των άλλων
προχωρά· η δική μου οφείλει να μείνει πίσω της.»
Και ύστερα, πιο χαμηλά, σαν ανάσα που
λιώνει:
— «Τα παιδιά μου μεγαλώνουν. Σε λίγο
θα παντρευτούν και θα φύγουν. Και τότε… εγώ θα περισσεύω ακόμη και μέσα στο
ίδιο μου το σπίτι.»
Το αλάβαστρο μιλούσε πιο ψυχρά. Δεν τον
κοίταζε σχεδόν ποτέ. Η φωνή δεν είχε τρυφερότητα, αλλά καθαρότητα απόφασης.
— «Ήμουν υποχρεωμένη να απορρίψω τις
πρώτες σου προτάσεις,» του έλεγε. «Όχι από περιφρόνηση, αλλά από τάξη. Από
εκείνη την αόρατη ευπρέπεια που κυβερνά τις ζωές μας.»
Και μετά, μια παύση που έμοιαζε με το ίδιο
το υλικό:
— «Φοβήθηκα πως είσαι μικρότερός μου.
Πως κάποτε, χωρίς να το θελήσεις, θα με προδώσεις — όχι από κακία, αλλά από
νεότητα.»
Το μάρμαρο, όμως, δεν μιλούσε σαν άνθρωπος.
Η φωνή του ερχόταν σαν από μακρινό τόπο, σαν να μην περνούσε από στόμα αλλά από
άνοιγμα τάφου.
Η μετωπική μορφή στεκόταν απέναντί του.
Ακίνητη. Απόλυτη.
— «Δεν μπορώ να σου χαρίσω αυτό που ζητάς,»
έλεγε. «Ούτε τώρα ούτε αργότερα. Και ίσως γι’ αυτό να είμαι πιο αληθινή από τις
άλλες.»
Η πλάγια μορφή, μισοστραμμένη, έμοιαζε να
τον αποφεύγει ακόμη και όταν τον απαντούσε.
— «Αν με περιμένεις,» ψιθύριζε, «θα με
χάσεις έτσι κι αλλιώς. Ό,τι δεν ολοκληρώνεται, δεν ανήκει ποτέ σε κανέναν. Ούτε
σε σένα, ούτε σε μένα.»
Και η τρίτη, η οριζόντια ανάκλιση, δεν τον
κοίταζε καθόλου. Μιλούσε σαν να είχε ήδη αποσπαστεί από τον κόσμο.
— «Ίσως να έπρεπε να είχα μείνει εκεί
που ήμουν,» έλεγε. «Γιατί τώρα δεν είμαι ούτε ζωή ούτε μνήμη. Είμαι μόνο αυτό
που έμεινε όταν όλα ειπώθηκαν.»
Και όμως, δεν ήταν μόνο οι αρνήσεις που του
μιλούσαν. Υπήρχαν νύχτες που η σιωπή του σπιτιού γινόταν πιο εύπλαστη, σαν να
έλιωνε μαζί με το φως των λυχναριών, και τότε οι μορφές της Γιάο Γκουάνγκ δεν
τον απέρριπταν, τον καλούσαν.
Πρώτα μιλούσε το κερί. Η πιο ζωντανή από
όλες. Το φως έτρεμε επάνω του και για μια στιγμή του φαινόταν πως ανασαίνει.
— «Δεν χρειάζεται να περιμένεις άλλο,»
του έλεγε. «Ο χρόνος δεν είναι ποτέ ευγενικός με εκείνους που διστάζουν.»
Και ύστερα,
πιο κοντά, σαν να γλιστρούσε προς το μέρος του:
— «Θα έπρεπε να με κλέψεις. Όχι να
ζητήσεις. Ό,τι αξίζει δεν δίνεται. Αφαιρείται από τον κόσμο.»
Το αλάβαστρο μιλούσε διαφορετικά· πιο ήσυχα,
πιο επικίνδυνα. Δεν υπήρχε ένταση, μόνο βεβαιότητα.
— «Θα έπρεπε να επιμείνεις λίγο
ακόμη,» του έλεγε. «Να μην υποχωρήσεις στην πρώτη σιωπή μου.»
Και μετά,
σαν να του άνοιγε ένα παράθυρο που δεν είχε δει ποτέ:
— «Έλα το βράδυ. Θα έχω διώξει τα
παιδιά μου· θα τα έχω στείλει να ελέγξουν τα χωράφια. Θα είμαστε μόνοι. Θα
μπορούσαμε να συναντηθούμε στο Μπαϊλίν, στο πατρικό μου σπίτι. Και κανείς δεν
θα μάθει τίποτα.»
Ο Σου Γουέν-Χάο ένιωθε τότε πως ο αέρας
άλλαζε μέσα στο δωμάτιο. Δεν έβλεπε πια ομοιώματα, αλλά δυνατότητες.
Το πρώτο μαρμάρινο σώμα, σε μετωπική στάση,
δεν του μιλούσε με λόγια αλλά με υπόσχεση. Στεκόταν απέναντί του σαν κάτι που
ήδη είχε αποφασίσει.
— «Δεν υπάρχει εμπόδιο που να αντέχει
σε εκείνον που δεν σταματά,» έμοιαζε να του λέει. «Αν με θέλεις, θα με έχεις.»
Η πλάγια μορφή ήταν πιο ύπουλη. Γυρισμένη
ελαφρά, σαν να τον κοιτά από τη γωνία του ματιού της.
— «Αν είχες έρθει νωρίτερα,» ψιθύριζε,
«τίποτα δεν θα ήταν αδύνατο. Αλλά ακόμη δεν είναι αργά.»
Και το τρίτο άγαλμα, η οριζόντια ανάκλιση,
δεν είχε βιασύνη. Μιλούσε σαν να γνώριζε ήδη το τέλος.
— «Ό,τι φαίνεται χαμένο,» έλεγε,
«είναι απλώς κάτι που δεν έχει ακόμη διεκδικηθεί σωστά.»
Και μέσα σε αυτές τις φωνές, άλλοτε
προσκλήσεις, άλλοτε υποσχέσεις, ο Σου Γουέν-Χάο ένιωθε όχι απόσταση, αλλά πιθανότητα.
Όχι απώλεια, αλλά έκβαση που μπορούσε ακόμη να αλλάξει. Και αυτό ήταν ίσως πιο
επικίνδυνο από κάθε απόρριψη: ότι τώρα, η Γιάο Γκουάνγκ δεν τον απέρριπτε. Τον
περίμενε.
Κι εκείνος άκουγε και απαντούσε. Στην αρχή
με λόγια. Ύστερα με σιωπή. Και στο τέλος δεν ήξερε πια αν μιλούσε εκείνος σε
εκείνη — ή αν, μέσα στη νύχτα, είχε αρχίσει να ζει ανάμεσα σε διαφορετικές
εκδοχές μιας γυναίκας που δεν υπήρξε ποτέ ολόκληρη, παρά μόνο στο βλέμμα του.
Μα όσο περνούσαν οι μέρες, η ψευδαίσθηση δεν τον γαλήνευε τον έσφιγγε. Κάλεσε
ξανά τους ίδιους σκοτεινούς ανθρώπους. Ήρθαν όπως πριν, χωρίς ερωτήσεις. Το
σώμα της Γιάο Γκουάνγκ, που είχε διατηρηθεί όσο ήταν δυνατόν, τυλίχθηκε ξανά.
Δεν την κοίταξε αυτή τη φορά για πολύ. Την μετέφεραν πίσω. Η νύχτα τους σκέπασε
όπως και την πρώτη φορά. Το χώμα άνοιξε, δέχτηκε και έκλεισε πάλι. Οι πέτρες
τοποθετήθηκαν μία προς μία, με προσοχή σχεδόν τελετουργική. Κανένα ίχνος δεν
έμεινε. Εκεί όπου πραγματικά πλέον ανήκε.
Όταν επέστρεψαν, ο Σου Γουέν-Χάο στάθηκε για λίγο στην άδεια αίθουσα. Τα
ομοιώματα έμεναν στη θέση τους, φωτισμένα αμυδρά. Τα κοίταξε ένα-ένα. Δεν τους
μίλησε. Και για πρώτη φορά, δεν περίμενε απάντηση.
η
αυτόκλητη εποπτεία
Μετά το τέλος της κηδείας, το σπίτι των Ντου δεν άδειασε όπως θα
περίμενε κανείς. Αντί για ησυχία, έμεινε μέσα του μια παράταση παρουσίας, σαν
να μην είχε αποφασιστεί ακόμη ποιος πραγματικά έφυγε και ποιος απλώς παρέμενε.
Οι δύο θείες, η Ρου-Λιν και η Σιάο-Μέι, είχαν ήδη απομακρύνει τα παιδιά
τους, τους άντρες τους και ακόμη και τον γέροντα Γιν Τσεν-Λου πίσω στο Μπαϊλίν,
τάχα για να «τακτοποιηθούν οι υποθέσεις». Στην πραγματικότητα, είχαν μείνει οι
ίδιες στο σπίτι των Ντου για λίγες ακόμη ημέρες, σαν φύλακες ενός πένθους που
δεν εμπιστεύονταν σε κανέναν άλλον.
Κι εκεί, μέσα σε αυτή τη βαρειά ενδιάμεση κατάσταση, ο Γκούο Ρεν και η
Ρουό-Σι άρχισαν να νιώθουν κάτι παράξενο. Χωρίς να το πουν, χωρίς να το
αποφασίσουν, τους έπιανε συχνά η ίδια ανάγκη: να βρεθούν ο ένας κοντά στον
άλλον. Να αγκαλιαστούν, όχι από επιθυμία που μπορούσαν να ονομάσουν, αλλά σαν
να προσπαθούσε το σώμα τους να στηρίξει κάτι που το μυαλό δεν άντεχε ακόμη.
Όταν συναντιόνταν στους διαδρόμους, τα βλέμματά τους έμεναν λίγο περισσότερο
απ’ όσο επέτρεπε η ευπρέπεια. Κι ύστερα αποτραβιούνταν, σαν να είχαν πιαστεί σε
κάτι εύθραυστο.
Η Ρου-Λιν ήταν η πρώτη που το διέκοψε. Δεν έμπαινε απλώς σε δωμάτια,
έμπαινε σε καταστάσεις. Ήταν σαν να άλλαζε η θερμοκρασία μαζί της. Όταν
πλησίαζε, οι κινήσεις των άλλων γίνονταν πιο προσεκτικές, οι φωνές πιο χαμηλές.
Κάποιες φορές, αρκούσε να σταθεί στην πόρτα για να σβήσει κάθε πρόθεση που
μόλις είχε αρχίσει να σχηματίζεται.
Η Σιάο-Μέι ήταν διαφορετική, πιο ήσυχη, αλλά όχι λιγότερο παρούσα. Δεν
διέκοπτε, παρατηρούσε. Κι αυτή η
παρατήρηση ήταν χειρότερη, γιατί δεν άφηνε διαφυγή. Ήταν σαν να ήξερες ότι κάθε
σου κίνηση είχε ήδη καταγραφεί χωρίς να έχει ειπωθεί λέξη.
Κάποτε, ενώ ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι είχαν καταφέρει να βρεθούν μόνοι
στην παλιά αποθήκη, εκεί που τα αντικείμενα του σπιτιού στοιβάζονταν σαν
ξεχασμένες ζωές, ένιωσαν και οι δύο την ίδια στιγμή ότι δεν ήταν πραγματικά
μόνοι. Η Ρου-Λιν εμφανίστηκε στην είσοδο χωρίς θόρυβο.
— «Τι κάνετε εδώ;» ρώτησε απλά.
Δεν υπήρχε κατηγορία στη φωνή της. Υπήρχε μόνο μια τάξη που επανερχόταν
στη θέση της. Ο Γκούο Ρεν άνοιξε το στόμα να απαντήσει, αλλά δεν βρήκε λέξη που
να αντέχει.
Λίγο αργότερα, σε μια άλλη γωνιά του σπιτιού, η Σιάο-Μέι εμφανίστηκε
ξανά, αυτή τη φορά στον διάδρομο έξω από το δωμάτιο της Ρουό-Σι. Δεν μπήκε.
Στάθηκε μόνο, σαν σκιά που είχε επιλέξει να γίνει ορατή.
Τα αδέλφια άρχισαν να αισθάνονται ότι το σπίτι δεν είχε πλέον εσωτερικό
χώρο. Ό,τι κι αν έκαναν, όποιο δωμάτιο κι αν επέλεγαν, υπήρχε πάντα μια
πιθανότητα παρουσίας. Μια πόρτα που δεν είχε ακόμη ανοίξει αλλά ήδη περίμενε
κάποιον να τη διασχίσει. Και τότε, χωρίς να το πουν, θυμήθηκαν τα λόγια της
μητέρας τους. Όχι σαν συμβουλή. Αλλά σαν προειδοποίηση που δεν είχε καταλάβει
κανείς τότε το βάρος της. «Σε ένα σπίτι, δεν είναι οι νεκροί που μένουν
περισσότερο,» είχε πει κάποτε. «Αλλά εκείνοι που δεν μπορούν να φύγουν από πάνω
τους.» Και τώρα, μέσα στο σπίτι των Ντου, κανείς δεν ήξερε πια ποιος από όλους
ήταν πραγματικά παρών και ποιος απλώς δεν είχε ακόμη αποχωρήσει.
Οι δύο θείες είχαν πει πως θα έμεναν λίγες ακόμη ημέρες στο σπίτι των
Ντου, «να ηρεμήσει το πένθος, να τακτοποιηθούν τα πράγματα». Όμως ένα πρωί κάτι
άλλαξε. Ένας υπηρέτης ήρθε λαχανιασμένος από την πίσω αυλή: οι αποθήκες του
σπιτιού στο ανατολικό κτήμα είχαν παρουσιάσει ζημιά μετά τη νυχτερινή βροχή,
και οι εργάτες δεν τολμούσαν να πάρουν αποφάσεις χωρίς την παρουσία τους. Ήταν
αρκετό. Η Ρου-Λιν αντάλλαξε ένα βλέμμα με τη Σιάο-Μέι. Δεν χρειάστηκαν
περισσότερα. Το σπίτι μπορούσε να περιμένει· τα κτήματα όχι.
«Θα επιστρέψουμε σύντομα,» είπαν πριν φύγουν. Η φράση ειπώθηκε με
ευγένεια, σχεδόν τρυφερότητα. Αλλά στο στόμα τους δεν ακουγόταν σαν υπόσχεση.
Ακουγόταν σαν εφιάλτης που απλώς είχε αναβληθεί.
Όταν το κάρο τους απομακρύνθηκε από την αυλή, ο αέρας άλλαξε, σαν να
άνοιξε ένα παράθυρο σε χώρο που είχε μείνει για μέρες κλειστός.
Μέσα στο όχημα, οι δύο αδελφές της Γιάο Γκουάνγκ κάθονταν αντικριστά. Για
λίγο δεν μίλησαν. Ύστερα η Ρου-Λιν είπε χαμηλά:
— «Παρατήρησες κάτι;»
Η Σιάο-Μέι δεν γύρισε αμέσως το
κεφάλι.
— «Αν μιλάς για τα παιδιά… ναι.»
— «Όλο μαζί τους έβλεπα,» συνέχισε η
άλλη. «Σαν να μην ήθελαν να ξεκολλήσουν ο ένας από την άλλη.»
Η Σιάο-Μέι έβγαλε έναν σύντομο, σχεδόν
κοφτό αναστεναγμό.
— «Υπερβολές. Αδέλφια είναι. Έμειναν
μόνα. Μέσα σε δύο χρόνια έχασαν και μητέρα και πατέρα.»
Έκανε παύση.
Η Ρου-Λιν ξαναπήρε το λόγο. «Μπορεί να ακούγονται υπερβολές. Είναι όμως
και κάτι άλλο…»
«Τι θές να πεις με αυτό;» τη ρώτησε η Σιάο-Μέι.
«Τα αδέλφια μοιάζουν μεταξύ τους, ίσως όχι πολύ, αλλά κάπου ένα έμπειρο
μάτι μπορεί να αναγνωρίσει κάποια ομοιότητα.
Αυτά δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Ούτε μοιάζουν στη Γιάο Γκουάνγκ, ούτε στον
Τσενγκ-Γουέι…»
«Ο Γκούο Ρεν του μοιάζει κάπως…» απάντησε η Σιάο-Μέι.
«Πώς μπορεί από ένα ψηλό άνδρα
και μια ψηλή γυναίκα σαν την αδελφή μας, να μην γεννηθεί ψηλό παιδί;» αναρωτήθηκε
η Ρου-Λιν.
«Απλά δεν είναι τόσο ψηλός σαν τον πατέρα του.» της αντέτεινε η Σιάο-Μέι.
«Και η Ρουό-Σι. Αυτά τα γαλάζια μάτια… Κανείς από μας δεν έχει τέτοια.
Ούτε και ο Τσενγκ-Γουέι.»
«Μπορεί κάποιος πρόγονός του…» απάντησε η Σιάο-Μέι.
«Πάντως εγώ, ότι και να λες, τα βλέπω ψυχρά απέναντί μας. Είμαστε οι
μόνες τους συγγενείς, οι αδελφές της μητέρας τους. Αν εμείς είχαμε βρεθεί στη
θέση τους, δεν θα αγκαλιάζαμε τις θείες μας;»
«Μπορεί να μην φταίνε τα παιδιά. Μπορεί να φταίει η Γιάο Γκουάνγκ. Από
μικρή ήταν απόμακρη.» συμπλήρωσε η Σιάο-Μέι.
«Και έγινε ακόμη περισσότερο από τότε που παντρεύτηκε.» επαύξησε η Ρου-Λιν.
— «Και τόσο ευτυχισμένη που ήταν
κάποτε αυτή η οικογένεια του Ντου…» παίρνοντας μια βαθειά ανάσα είπε η
Σιάο-Μέι.
Η Ρου-Λιν χαμήλωσε το βλέμμα προς τα χέρια της.
— «Ποιός του είπε να φύγει με τέτοια
κακοκαιρία να προφυλάξει τις αποθήκες και τα χωράφια; Αν τον ενδιέφεραν λίγο
λιγότερο τα χρήματα, τώρα θα ζούσε.»
Η Σιάο-Μέι δεν απάντησε αμέσως. Κοίταζε έξω από το παράθυρο.
— «Και εκείνη… η αδελφή μας… δεν τον
σταμάτησε;»
— «Πώς να σταματήσεις κάποιον όταν
ξέρεις ότι σου φέρνει χρήματα στο σπίτι; Και τα χρήματα ποτέ δεν φτάνουν.»
Σιωπή.
Ύστερα, σχεδόν σαν σκέψη που ξέφυγε
από τα χείλη:
— «Λες… από τις ενοχές της να αρρώστησε;»
Η Ρου-Λιν έστρεψε το βλέμμα της προς
εκείνη.
— «Αυτό δεν μπορεί να το ξέρει κανείς.
Μόνο εκείνη.»
Το κάρο συνέχισε τον δρόμο του, και οι δύο γυναίκες δεν ξαναμίλησαν.
μόνοι
με κάτι περίεργο ανάμεσά τους…
Στο σπίτι των Ντου, η σιωπή που άφησαν πίσω τους δεν ήταν ηρεμία. Ήταν
απότομη αποσυμπίεση. Όταν έκλεισε η εξώπορτα, ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι έμειναν
για μια στιγμή ακίνητοι, σαν να μην ήξεραν τι έπρεπε να κάνει ένα σώμα όταν δεν
παρακολουθείται πια. Και τότε η Ρουό-Σι κατέρρευσε. Έπεσε στην αγκαλιά του και
ξέσπασε σε δάκρυα που δεν έμοιαζαν μόνο με θλίψη, αλλά με μακρόχρονη συγκράτηση
που επιτέλους βρήκε διέξοδο.
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο άκαμπτος. Ύστερα σήκωσε τα χέρια του και την
κράτησε. Εκείνη έτρεμε.
— «Τώρα… τώρα εσύ μου έμεινες,» είπε
μέσα από λυγμούς. «Εσύ είσαι ο πατέρας μου και αδελφός μου, ο προστάτης μου.»
Έσφιξε τα δάχτυλά της πάνω του.
— «Θα πρέπει να μείνεις γερός. Να με
προσέχεις. Να με προστατεύεις.»
Ο Γκούο Ρεν έκανε ένα βήμα πίσω, αργά, σχεδόν ασυναίσθητα. Εκείνη το
πρόσεξε αμέσως. Το σώμα της άλλαξε.
— «Με αποφεύγεις;» είπε απότομα.
Η φωνή της δεν ήταν πια μόνο θρήνος. Ήταν φόβος.
— «Θα φύγεις κι εσύ; Τώρα που έφυγε η
μητέρα δεν σκέφτεσαι τα λόγια της; Να μην χωρίσουμε. Να μείνουμε ενωμένοι.
Αγαπημένοι. Να μην διασπαστεί η γη.»
Ο Γκούο Ρεν κατέβασε το κεφάλι.
— «Και όμως η ζωή θα μας χωρίσει,»
είπε ήρεμα. «Κάποια στιγμή θα τραβήξουμε τους δικούς μας δρόμους. Θα
παντρευτούμε.»
Η Ρουό-Σι σήκωσε απότομα το πρόσωπό της.
— «Εγώ δεν θέλω κανέναν τους. Τους έχεις
δει τους περισσότερους. Αξίζει κανείς για την αδελφή σου;»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Μόνο χαμήλωσε το βλέμμα.
— «Ίσως έρθει κάποιος από μακριά,»
είπε τελικά.
Εκείνη γέλασε σύντομα, χωρίς χαρά.
— «Εγώ δεν φεύγω από το Λο Τζιάνγκ. Αν
θες, εσύ είσαι ελεύθερος.»
Ο Γκούο Ρεν έκανε να αποτραβηχθεί κι
άλλο.
— «Τα κτήματα περιμένουν.»
Η Ρουό-Σι τον σταμάτησε με μια φράση
κοφτή:
— «Στα κτήματα είναι ο Τσεν Μπινγκ.»
— «Αυτός τα κρατά χρόνια τώρα. Τα
κρατούσε κι όταν ο πατέρας έκανε τη ζωή του, πριν παντρευτεί.»
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το κεφάλι.
— «Και συ… πού τα ξέρεις όλα αυτά;»
Η Ρουό-Σι τον κοίταξε σταθερά.
— «Μου τα έχει πει όλα η Λάο Σου, η
παλιά υπηρέτρια.»
Έκανε παύση.
— «Μόνο σε εκείνη και στον Τσεν Μπινγκ
είχε εμπιστοσύνη η μητέρα μας. Σε κανέναν άλλον. Δεν τα είπε ποτέ σε εκείνη για
να μην τη στεναχωρήσει. Σε μένα τα είπε όταν είχε ήδη αρχίσει να αρρωσταίνει.»
Σιωπή. Ο Γκούο Ρεν έμεινε ακίνητος. Και τότε, για πρώτη φορά μετά την
αναχώρηση των θειών, το σπίτι δεν έμοιαζε απλώς άδειο. Έμοιαζε εκτεθειμένο. Η
Ρουό-Σι πλησίασε ξανά. Αυτή τη φορά όχι για να ζητήσει. Αλλά για να κρατηθεί. Και
εκείνος δεν ήξερε αν έπρεπε να την αγκαλιάσει ή να φύγει πιο μακριά.
Η Ρουό-Σι δεν έκανε άλλο βήμα. Έμεινε κοντά του, αρκετά ώστε να νιώθει
τη ζεστασιά του, αλλά χωρίς να τον αγγίζει πια. Σαν να είχε καταλάβει πως η
απόσταση αυτή ήταν πιο ισχυρή από κάθε αγκάλιασμα.
η αλλαγή της στάσης της Ρουό-Σι τις επόμενες
μέρες
Τις επόμενες ημέρες, όμως, η στάση της άλλαξε. Όχι απότομα· σχεδόν
ανεπαίσθητα, σαν νερό που βρίσκει νέα πορεία χωρίς να ακούγεται. Όταν ο Γκούο
Ρεν γύριζε από τα χωράφια, με τους ώμους βαρείς και το βλέμμα σκονισμένο από
τον ήλιο, εκείνη τον περίμενε ήδη. Δεν έλεγε πολλά. Στεκόταν πίσω του και
ακουμπούσε τα χέρια της πάνω του, τρίβοντας απαλά τους ώμους του, με αργές,
κυκλικές κινήσεις. Στην αρχή εκείνος σφιγγόταν, σαν να μην ήξερε αν έπρεπε να
το δεχτεί. Ύστερα, χωρίς να το καταλάβει, άφηνε λίγο το βάρος του πάνω της. Δεν
τον κοιτούσε στο πρόσωπο εκείνες τις στιγμές. Κοιτούσε τα χέρια της, σαν να
ήταν αυτά που έπαιρναν τις αποφάσεις.
η σκηνή της ζήλειας
Μια μέρα, ενώ εκείνος έτρωγε σιωπηλά, η Ρουό-Σι παραμέρισε το πήλινο
σκεύος της και τον κοίταξε με μια ελαφριά, σχεδόν ειρωνική καμπύλη στα χείλη. “Αυτές
οι κοπέλες του χωριού…” είπε χαμηλά. “Η Λιν Μέι όλο γελάει χωρίς λόγο. Σαν να
θέλει να δείχνει τα δόντια της. Και η Σου Γινγκ; Δεν σηκώνει ποτέ τα μάτια της,
αλλά τα αυτιά της είναι πάντα τεντωμένα. Τα μαθαίνει όλα.”
Ο Γκούο Ρεν δεν σήκωσε το βλέμμα από το φαγητό του. “Είναι άνθρωποι του
χωριού”, της απάντησε απλά.
Η Ρουό-Σι έγειρε λίγο προς το μέρος του. «Και εκείνη από το Μπαϊλίν; Η
ψηλή… με το ανοιχτό δέρμα. Η Ζι-Λαν.» Μια μικρή παύση. «Αυτή ήταν πιο…
επικίνδυνη.»
Τότε εκείνος σταμάτησε για μια στιγμή.
«Επικίνδυνη;» επανέλαβε τα λόγια της, χωρίς κάποια ανάμνηση να του περνά
από το μυαλό για το ποιά ήταν εκείνη η κοπέλλα.
«Ήρθε με τις θείες μας», συνέχισε η Ρουό-Σι, σαν να ζύγιζε κάθε λέξη. «Τι
δουλειά είχε να έρθει και αυτή στην κηδεία; Μας ήξερε;»
Ο Γκούο Ρεν απάντησε «Οι θείες είπαν ότι ήταν κόρη μιας φίλης της
μητέρας μας.»
Η Ρουό-Σι συνοφρυώθηκε αμέσως. «Η μητέρα μας δεν είχε φίλες στο Μπαϊλίν.»
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε επιτέλους το βλέμμα. «Μπορεί και να μην ήθελε πλέον
να διατηρήσει τις φιλίες της από εκεί όταν ήρθε εδώ. Μπορεί να μην την
αντιπροσώπευαν πλέον. Όταν αλλάζει η θέση, η ζωή, οι παλιές φιλίες δεν χωρούν.»
Η Ρουό-Σι τον κοίταξε πιο προσεκτικά τώρα. Όχι σαν αδελφό, αλλά σαν
κάποιον που της ξέφευγε. «Δεν λέω… όμορφη ήταν, αλλά…»
«Μην με σκοτίζεις με τέτοια θέματα», την έκοψε. «Δεν είναι η ώρα.» Η
φωνή του δεν ήταν θυμωμένη. Ήταν κλειστή. Εκείνη σώπασε.
ανακαλύπτοντας νέους τρόπους
Την επόμενη φορά δεν του μίλησε για άλλες γυναίκες. Αντί γι’ αυτό, βρήκε
άλλους τρόπους. Του έφερνε νερό πριν το ζητήσει. Έστρωνε τα ρούχα του πιο
προσεκτικά απ’ όσο χρειαζόταν. Καθόταν κοντά του τα βράδια, όχι αντικριστά,
αλλά πλάι, ώστε οι αγκώνες τους να ακουμπούν τυχαία. Κάποιες φορές γελούσε
χαμηλά με πράγματα που δεν ήταν αστεία, μόνο και μόνο για να σπάσει τη σιωπή
του. Κι όταν εκείνος σηκωνόταν να φύγει, πάντα έβρισκε μια μικρή αφορμή να τον
κρατήσει για λίγο παραπάνω.
Ξέχασες αυτό.
Περίμενε.
Άκου.
Δεν ήταν τίποτα σημαντικό. Ποτέ δεν ήταν. Αλλά τον κρατούσε ακόμη για
λίγο κοντά της.
Ο Γκούο Ρεν άρχισε να το καταλαβαίνει. Όχι καθαρά, όχι με λόγια. Σαν
βάρος που αλλάζει θέση μέσα στο στήθος χωρίς να ξέρεις γιατί. Κάποιες φορές την
απέφευγε περισσότερο. Έβγαινε νωρίτερα για τα χωράφια. Γυρνούσε αργότερα. Όμως
εκείνη ήταν πάντα εκεί. Σταθερή. Ήσυχη. Και όλο και πιο κοντά.
Και όσο εκείνος προσπαθούσε να κρατήσει μια γραμμή ανάμεσά τους, τόσο
εκείνη την έσβηνε, όχι με δύναμη, αλλά
με επιμονή που δεν φαινόταν. Σαν να μην ήξερε τι ακριβώς ήθελε. Σαν να το ήξερε
ήδη.
η παρουσία που απλώνεται τη νύχτα
Σιγά σιγά, η παρουσία της άρχισε να απλώνεται μέσα στο σπίτι με τρόπους
που δεν ζητούσαν άδεια. Το βράδυ δεν έκλεινε πια την πόρτα του δωματίου της.
Την άφηνε μισάνοιχτη, σαν να περίμενε έναν αέρα που δεν ερχόταν ποτέ ή ένα βήμα
που δεν τολμούσε να ακουστεί. Το φως του λυχναριού της έσβηνε αργά, πάντα
τελευταίο. Κάποιες νύχτες σηκωνόταν χωρίς θόρυβο. Περνούσε από την κουζίνα,
ανακάτευε τα σκεύη όσο χρειαζόταν για να μπορεί να πει, αν την ρωτούσε κανείς,
πως κάτι έλεγχε. Έπειτα στεκόταν για λίγο ακίνητη, ακούγοντας.
Το σπίτι τη νύχτα είχε άλλους ήχους. Την ανάσα του ξύλου, το τρίξιμο των
δοκαριών, και, αν στεκόσουν αρκετά, την αναπνοή ενός άλλου ανθρώπου. Πλησίαζε
την πόρτα του δωματίου του. Δεν χτυπούσε. Έσπρωχνε ελαφρά.
Αν τον έβρισκε κοιμισμένο, στεκόταν στο κατώφλι. Το βλέμμα της μαλάκωνε,
σαν να έβλεπε κάτι που δεν της ανήκε, αλλά της είχε δοθεί για λίγο. Παρατηρούσε
το πρόσωπό του, τη χαλάρωση που δεν της έδειχνε ποτέ όταν ήταν ξύπνιος. Τότε
τολμούσε ένα βήμα μέσα. Μόνο ένα. Και έμενε. Όχι πολύ. Όσο χρειαζόταν για να
νιώσει πως υπήρχε εκεί.
Αν όμως εκείνος ήταν ξύπνιος, όλα άλλαζαν αμέσως. Το σώμα της έπαιρνε
έναν σκοπό. Δεν κοιμήθηκες ακόμα; έλεγε χαμηλόφωνα. Να σου φέρω κάτι ζεστό; Ένα
ρόφημα; Δεν περίμενε πάντα απάντηση. Ήδη είχε στραφεί μισή προς την πόρτα, σαν
να είχε έρθει μόνο γι’ αυτό. Και εκείνος, κάποιες φορές, δεχόταν. Άλλες φορές
όχι. Μα εκείνη ερχόταν ξανά την επόμενη νύχτα.
οι ερωτήσεις που δεν ειπώθηκαν
Όσο περνούσε ο καιρός, η Ρουό-Σι δεν μπορούσε πια να κρυφτεί από τον
εαυτό της. Δεν ήταν απλώς φόβος μοναξιάς, ούτε ανάγκη προστασίας. Ήταν κάτι πιο
πυκνό, πιο ήσυχο και πιο επίμονο. Δεν σκεφτόταν άλλους δρόμους. Δεν φανταζόταν
άλλους ανθρώπους. Μόνο εκείνον.
Και τότε άρχισαν οι ερωτήσεις που δεν μπορούσε να πει δυνατά. Πώς να το
δείξει; Πώς να το πει; Πώς να τον κάνει να το καταλάβει χωρίς να τον τρομάξει,
χωρίς να τον χάσει;
Τον παρατηρούσε περισσότερο τώρα. Στις κινήσεις, στις σιωπές του, στο
πώς απέφευγε κάποιες στιγμές να τη δει ευθεία. Προσπαθούσε να διαβάσει κάτι που
ίσως δεν υπήρχε. Και όμως…
Υπήρχαν στιγμές. Μικρές. Σχεδόν
ανύπαρκτες. Ένα βλέμμα που κρατούσε λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Μια σιωπή που
γινόταν βαριά, όχι άδεια. Ένα άγγιγμα που καθυστερούσε να φύγει.
Και τότε η σκέψη ερχόταν, καθαρή και τρομακτική. Θα την ήθελε; Όχι σαν
αδελφή. Αλλιώς. Θα την ήθελε σαν σώμα; Σαν γυναίκα; Σαν κάποιον που δεν θα
έφευγε ποτέ από δίπλα του; Θα μπορούσε να τη δει έτσι, χωρίς να γκρεμιστεί κάτι
μέσα του; Και αν μπορούσε… θα το τολμούσε; Γιατί αυτό που ζητούσε η Ρουό-Σι δεν
είχε όνομα που να μπορεί να ειπωθεί. Δεν είχε θέση στον κόσμο έξω από το σπίτι
τους. Ήταν μια ζωή που θα έπρεπε να μείνει κρυφή, σιωπηλή, χωρίς μάρτυρες. Ήταν
έτοιμος για κάτι τέτοιο; Ήταν έτοιμη εκείνη;
Τις νύχτες, όταν γύριζε στο δωμάτιό της και άφηνε πάλι την πόρτα
μισάνοιχτη, δεν ήξερε αν περίμενε να έρθει εκείνος… ή να βρει το θάρρος να
περάσει η ίδια το κατώφλι χωρίς πρόφαση. Και κάθε φορά που άκουγε έναν ήχο από
το διπλανό δωμάτιο, η καρδιά της αντιδρούσε πριν από τη σκέψη. Σαν να είχε ήδη
διαλέξει. Πριν ακόμα τολμήσει να το παραδεχτεί.
Οι μέρες δεν άλλαζαν στην όψη τους· άλλαζαν όμως στο βάθος τους. Η
Ρουό-Σι άρχισε να κινείται με μεγαλύτερη ακρίβεια, σαν να είχε χαράξει μέσα της
μια αόρατη στρατηγική. Δεν ήταν πια μόνο τα βλέμματα ή οι σιωπές. Ήταν μικρές
δοκιμασίες, σχεδόν αθώες στην επιφάνεια, αλλά δεμένες έτσι ώστε να τον κρατούν
κοντά της, να στρέφουν την προσοχή του πάνω της.
τα σκηνοθετημένα μικρά ατυχήματα
Ένα απόγευμα, τον φώναξε στα πίσω χωράφια. Είχε δήθεν μπλεχτεί το πόδι της
σε ένα χαμηλό σκοινί περίφραξης. Όταν εκείνος έσκυψε να το λύσει, εκείνη έγειρε
ελαφρά πάνω του, περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Δεν τραβήχτηκε αμέσως όταν την
ελευθέρωσε. Έμεινε για λίγες στιγμές, το σώμα της στηριγμένο στο δικό του, σαν
να δοκίμαζε αν θα την απομακρύνει. Δεν το έκανε.
Το ίδιο βράδυ, άφησε ένα βαρύ δοχείο νερού κοντά στην είσοδο. Περίμενε
μέχρι να επιστρέψει κουρασμένος. Όταν εκείνος μπήκε, το σήκωσε μηχανικά. Εκείνη
τον πλησίασε γρήγορα. Άστο, είναι πολύ βαρύ για σένα σήμερα, είπε. Και πριν
προλάβει να αντιδράσει, έβαλε τα χέρια της πάνω στα δικά του. Όχι για να τον
βοηθήσει πραγματικά, αλλά για να τα
κρατήσει εκεί. Για να τον αναγκάσει να μείνει. Εκείνος δεν τραβήχτηκε αμέσως.
Αλλά ούτε και ανταπέδωσε. Αυτό ήταν αρκετό για να συνεχίσει.
Άλλες φορές, τον καλούσε να της δείξει κάτι απλό, πώς να δέσει σωστά ένα
σκοινί, πώς να ελέγξει τα εργαλεία, πώς να λογαριάσει τη γη. Στεκόταν πολύ
κοντά του. Πιο κοντά απ’ όσο απαιτούσε η ανάγκη. Έσκυβε δίπλα του, ώστε οι ώμοι
τους να ακουμπούν, η ανάσα της να φτάνει στο πρόσωπό του. Και πάντα υπήρχε
εκείνη η ανεπαίσθητη καθυστέρηση όταν τελείωνε. Σαν να περίμενε κάτι.
Η Ρουό-Σι δεν βιαζόταν. Είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πως ό,τι γινόταν
απότομα μπορούσε να σπάσει· ό,τι όμως επαναλαμβανόταν αθόρυβα, ρίζωνε. Έτσι, οι
δοκιμασίες της έγιναν πιο λεπτές. Πιο δύσκολες να απορριφθούν.
Μια μέρα, καθώς εκείνος ετοίμαζε τα εργαλεία πριν φύγει, εκείνη
εμφανίστηκε μπροστά του κρατώντας ένα παλιό ύφασμα. Δεν μπορώ να δέσω σωστά τη
ζώνη μου, του είπε. Γλιστράει. Στάθηκε μπροστά του, με την πλάτη μισογυρισμένη.
Το ύφασμα στη μέση της ήταν όντως χαλαρό. Όταν εκείνος πλησίασε για να
βοηθήσει, τα δάχτυλά του άγγιξαν το ύφασμα και για μια στιγμή, το ύφασμα
υποχώρησε λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Μια λωρίδα από το δέρμα της φάνηκε,
ζεστή, ζωντανή μέσα στο πρωινό φως. Η Ρουό-Σι δεν αντέδρασε αμέσως. Σαν να μην
το είχε προσέξει. Μόνο όταν εκείνος τελείωσε και αποτραβήχτηκε, έσφιξε αργά τη
ζώνη, με μια κίνηση που έκλεινε αυτό που είχε για μια στιγμή φανεί. Τον κοίταξε
φευγαλέα. Έπειτα έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Άλλη φορά, καθώς καθάριζε νερό στην αυλή, άφησε επίτηδες το μανίκι της
να τραβηχτεί πιο πάνω. Όταν σήκωσε το δοχείο, το ύφασμα γλίστρησε λίγο ακόμα,
αποκαλύπτοντας τον καρπό και το εσωτερικό του χεριού της. Δεν ήταν κάτι τολμηρό
μα για εκείνον, μέσα στη λιτότητα της καθημερινότητας, ήταν αρκετό για να τον
κάνει να σταματήσει για ένα κλάσμα του χρόνου. Εκείνη το πρόσεξε. Δεν
χαμογέλασε. Απλώς συνέχισε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
οι καταστάσεις εγκλωβισμού εντείνονται
Οι καταστάσεις εγκλωβισμού έγιναν και πιο πρακτικές. Μια μέρα του ζήτησε
να τη συνοδεύσει μέχρι την αποθήκη στο πίσω μέρος του σπιτιού. Όταν μπήκαν
μέσα, εκείνη στάθηκε για λίγο ακίνητη. Δεν βρίσκω το μικρό δοχείο με το λάδι,
είπε. Εκείνος προχώρησε πιο μέσα, ψάχνοντας. Τότε η πόρτα, που είχε μείνει
μισάνοιχτη, έκλεισε από έναν ελαφρύ άνεμο. Ο χώρος σκοτείνιασε. Η Ρουό-Σι δεν
κινήθηκε να την ανοίξει. Πλησίασε. Δεν βλέπω καλά, είπε χαμηλά. Η φωνή της ήταν
πιο κοντά απ’ όσο περίμενε. Όταν γύρισε, ήταν σχεδόν μπροστά του. Το σκοτάδι
έκανε τις αποστάσεις μικρότερες. Η παρουσία της μεγαλύτερη. Έμειναν έτσι για
λίγο. Μέχρι που εκείνος έκανε ένα βήμα στο πλάι και άνοιξε την πόρτα ξανά. Το
φως έκοψε τη στιγμή. Μα όχι εντελώς.
Άλλη φορά, προσποιήθηκε έναν ελαφρύ πόνο στο πόδι. Όχι αρκετό για να
φαίνεται ψεύτικος αρκετό όμως για να τον αναγκάσει να μείνει κοντά της. Κάθισε
και του ζήτησε να δει αν είχε πρηστεί. Σήκωσε ελαφρά το ύφασμα μέχρι τον
αστράγαλο. Το δέρμα της ήταν καθαρό, σχεδόν άθικτο. Δεν είναι τίποτα, είπε
εκείνος γρήγορα. Ίσως… είπε εκείνη. Αλλά πονάει όταν περπατάω. Έμεινε εκεί,
χωρίς να κατεβάσει αμέσως το ύφασμα. Σαν να περίμενε να το αγγίξει ξανά, να
επιβεβαιώσει. Εκείνος δεν το έκανε. Και όμως δεν έφυγε αμέσως.
Αυτό ήταν το παιχνίδι της: όχι να τον αναγκάσει, αλλά να τον κρατήσει
μέσα σε στιγμές που δεν έκλειναν. Και κάθε τέτοια στιγμή έμενε μαζί του
περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.
η κατάληψη της κρεβατοκάμαρας των γονέων
Κάποιο απόγευμα, όταν είχε μόλις μπει στο σπίτι ο Γκούο Ρεν από τη
δουλειά στα χωράφια, η Ρουό-Σι στεκόταν ήδη απέναντί του. Στεκόταν ίσια, σαν να
είχε πάρει απόφαση που δεν σήκωνε αναβολή.
«Θα κοιμάμαι πλέον στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μας,» του είπε.
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το βλέμμα αργά. Την κοίταξε, σαν να προσπαθούσε να
καταλάβει αν είχε ακούσει σωστά. «Γιατί;» τη ρώτησε.
Η Ρουό-Σι πήρε μια μικρή ανάσα, αλλά δεν απέφυγε το βλέμμα του. «Δεν
μπορώ να τη βλέπω κλειστή.»
Μια σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους. Το δωμάτιο όπως το είχαν αφήσει μετά
τον θάνατο της μητέρας τους. Τα αντικείμενα στη θέση τους. Το κρεβάτι στρωμένο
σαν να περίμενε.
Είναι «σαν…» συνέχισε πιο χαμηλά, ψάχνοντας τις λέξεις, «σαν να τους
κλείνουμε μέσα. Σαν να αφήνουμε το δωμάτιο να γίνει βαρύ, να μην αναπνέει.»
Έκανε ένα βήμα πιο κοντά του. «Αν το ανοίξουμε… αν μένει κάποιος εκεί…
είναι σαν να τους δίνουμε λίγο αέρα. Να βλέπουν το σπίτι. Να μην μένουν
ξεχασμένοι.»
Η φωνή της δεν ήταν δραματική. Ήταν ήρεμη, σχεδόν πρακτική. Σαν φροντίδα
προς τους νεκρούς.
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα του έμεινε πάνω της, πιο
επίμονο απ’ ό,τι συνήθως. Υπήρχε κάτι στη σκέψη της που δεν μπορούσε να το απορρίψει
εύκολα. Οι νεκροί δεν εγκαταλείπονταν έτσι απλά. Το σπίτι ήταν ακόμη και δικό
τους. Και όμως… Κάτι μέσα του αντέδρασε διαφορετικά. Όχι στη λογική της, αλλά
σε αυτό που σήμαινε πρακτικά. Στην εγγύτητα που θα έφερνε. Στη μετατόπιση που
ήδη ένιωθε να συντελείται. Μια αδιόρατη ενοχή πέρασε από μέσα του. Σαν να είχε
ήδη δεχτεί πριν το σκεφτεί.
«Αν νιώθεις εκεί πιο ασφαλής…» της είπε.
Η φράση έμεινε μετέωρη, μισή δικαιολογία, μισή αποδοχή. Η Ρουό-Σι τον
κοίταξε για λίγες αναπνοές, όσο κρατά ένα αργό πέρασμα του θυμιάματος.
«Αν συμβεί κάτι… αν έρθει κάποιος… από εδώ μπορώ να σε φωνάξω πιο
γρήγορα.» Σήκωσε τότε το βλέμμα της. «Ή εσύ να έρθεις. Θα είσαι πιο κοντά μου,
αν σε χρειαστώ», πρόσθεσε εκείνη.
Η απλότητα της πρότασης έκανε το βάρος της μεγαλύτερο. Ο Γκούο Ρεν
έγνεψε ελαφρά. Δεν είπε όχι. Και αυτό ήταν αρκετό.
«Έλα να με βοηθήσεις», είπε εκείνη. Γύρισε ήδη προς τον διάδρομο, σαν να
ήταν αποφασισμένο. Και εκείνος, ακόμη με τη σκόνη των χωραφιών πάνω του, την
ακολούθησε. Το δωμάτιό της ήταν ακόμη όπως το είχε αφήσει. Τα πράγματα της
λίγα, μα τακτοποιημένα. Δεν χρειαζόταν πραγματικά βοήθεια, αλλά δεν ήταν αυτό
το ζητούμενο. Του έδειξε ένα ξύλινο κουτί. «Αυτό πρώτα.» Ο Γκούο Ρεν το σήκωσε.
Εκείνη πλησίασε αμέσως, για να κρατήσει την άλλη πλευρά, παρόλο που δεν ήταν
απαραίτητο. Τα χέρια τους βρέθηκαν στο ίδιο σημείο για μια στιγμή. Δεν τα
τράβηξε. Ούτε εκείνος. Πέρασαν μαζί τον διάδρομο. Η απόσταση ανάμεσά τους
μικρή, σχεδόν ανύπαρκτη μέσα στο στενό πέρασμα.
Στην κρεβατοκάμαρα των γονιών, το φως έμπαινε διαφορετικά. Πιο ανοιχτά.
Πιο εκτεθειμένα. Η Ρουό-Σι άφησε το κουτί κοντά στο κρεβάτι. «Εδώ,» είπε απλά. Γύρισε
προς το μέρος του. Έχει περισσότερο φως. Ο Γκούο Ρεν κοίταξε γύρω. Ήταν
αλήθεια. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Δεν είπε τίποτα. Επέστρεψαν για τα υπόλοιπα.
Ένα ύφασμα, λίγα προσωπικά αντικείμενα, ένα μικρό λυχνάρι. Κάθε φορά η ίδια
διαδρομή. Κάθε φορά η ίδια εγγύτητα. Όταν τελείωσαν, η Ρουό-Σι στάθηκε στην
πόρτα του νέου της δωματίου. Δεν την έκλεισε. Έμεινε με το χέρι στο ξύλο,
αφήνοντάς την ελαφρά ανοιχτή, όσο χρειαζόταν για να μην είναι ποτέ πραγματικά
κλειστή. «Είναι καλύτερα έτσι,» είπε χωρίς να τον κοιτάξει.
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε. «Ναι.» απάντησε. Αλλά αυτή τη φορά, η λέξη δεν
ακούστηκε απλώς σαν συμφωνία. Ακούστηκε σαν παραχώρηση. Και καθώς γύριζε να
φύγει, ένιωσε καθαρά πως κάτι είχε αλλάξει στον χώρο του σπιτιού, όχι στους
τοίχους, αλλά στη μεταξύ τους απόσταση. Η Ρουό-Σι δεν ήταν πια στο βάθος. Ήταν
κοντά. Πολύ κοντά. Και δεν υπήρχε πια κανένα όριο που να μπορεί να οριστεί
χωρίς να ειπωθεί φωναχτά.
Τη νύχτα, από το δωμάτιο των γονιών τους, η πόρτα της παρέμενε
μισάνοιχτη. Κάποιες φορές, καθώς ξάπλωνε, το ύφασμα του νυχτερινού της χαλάρωνε
ελαφρά στον ώμο. Δεν το διόρθωνε αμέσως. Όχι επειδή περίμενε να τη δει, αλλά
επειδή ήξερε πως θα μπορούσε. Και αυτή η πιθανότητα αρκούσε.
Ο Γκούο Ρεν ζούσε πλέον μέσα σε μια συνεχή εγρήγορση. Δεν υπήρχε πια
καθαρή γραμμή ανάμεσα στο τυχαίο και στο σκόπιμο. Κάθε μικρή λεπτομέρεια
μπορούσε να είναι απλώς σύμπτωση ή κάτι
που είχε τοποθετηθεί προσεκτικά.Και αυτό τον κρατούσε. Όχι δεμένο με δύναμη. Αλλά
μπλεγμένο. Και όσο προσπαθούσε να διατηρήσει την απόσταση, τόσο περισσότερο
ένιωθε πως η απόσταση αυτή είχε ήδη γεμίσει. Με πράγματα που δεν είχαν ειπωθεί.
Και ίσως δεν μπορούσαν πια να ειπωθούν χωρίς να αλλάξουν τα πάντα.
Ο Γκούο Ρεν άρχισε να νιώθει το πλέγμα να σφίγγει, χωρίς να μπορεί να
πει πότε ακριβώς είχε αρχίσει. Δεν ήταν κάτι που μπορούσε να απορρίψει εύκολα.
Δεν υπήρχε καμία ξεκάθαρη υπέρβαση, καμία λέξη που να μπορεί να αντικρούσει. Μόνο
μια συνεχής παρουσία. Και μια εγγύτητα που δεν έσπαγε.
Κάποιες φορές έκανε να απομακρυνθεί, να βρει αφορμές να φύγει πιο νωρίς,
να καθυστερήσει περισσότερο έξω. Όμως κάθε επιστροφή τον έφερνε πάλι μέσα στον
ίδιο κύκλο. Και εκείνη ήταν πάντα εκεί. Ήρεμη. Σαν να ήξερε ότι ο χρόνος
δούλευε υπέρ της.
τα ξεχασμένα παραθυρόφυλλα
Ύστερα, μια νύχτα, άλλαξε κάτι. Ο αέρας κατέβαινε από τα χωράφια και
χτυπούσε τους τοίχους με διαστήματα, σαν να δοκίμαζε τις αντοχές τους. Στην
κρεβατοκάμαρα των γονιών, τα ξύλινα παραθυρόφυλλα είχαν μείνει κλειστά, αλλά όχι σφιχτά. Ίσως το κούμπωμα να μην είχε
πιάσει καλά. Ίσως να είχε μείνει σκόπιμα μια χαραμάδα που δεν φαινόταν την
ημέρα. Ίσως.
Μια δυνατή ριπή τα βρήκε απότομα. Τα παράθυρα άνοιξαν με θόρυβο,
χτυπώντας πάνω στους τοίχους. Το ξύλο αντήχησε μέσα στο δωμάτιο, και η πόρτα,
που είχε μείνει μισάνοιχτη, άρχισε να ανοιγοκλείνει ρυθμικά, χτυπώντας το
πλαίσιο της.
Η Ρουό-Σι πετάχτηκε από τον ύπνο. Φορούσε το νυχτερινό της ένδυμα δεμένο
χαλαρά στο πλάι. Τα μαλλιά της λυμένα, σκορπισμένα στους ώμους. Για μια στιγμή
δεν κατάλαβε πού βρισκόταν. Ο αέρας μπήκε μέσα, σήκωσε το ύφασμα, έκανε το
δωμάτιο να μοιάζει ξένο. Ο θόρυβος δυνάμωσε.
Στο διπλανό δωμάτιο, ο Γκούο Ρεν ξύπνησε απότομα. Δεν χρειάστηκε να
σκεφτεί πολύ. Ο ήχος της πόρτας, τα παραθυρόφυλλα που χτυπούσαν και το ότι
εκείνη ήταν μόνη εκεί μέσα. Σηκώθηκε αμέσως. Φορούσε μόνο το ελαφρύ εσωτερικό
του ένδυμα, ένα απλό λινό πανωφόρι ριγμένο πρόχειρα πάνω του, μισά δεμένο. Τα
πόδια του γυμνά στο κρύο δάπεδο. Βγήκε χωρίς να σταματήσει.
Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας χτυπούσε ξανά και ξανά. Την έσπρωξε και μπήκε
μέσα. Ο αέρας όρμησε πάνω του μαζί με τον θόρυβο. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά
διάπλατα. Οι κουρτίνες χτυπούσαν άτακτα. Η Ρουό-Σι είχε σηκωθεί μισή από το
κρεβάτι, το ύφασμα της νυχτικιάς της ανακατεμένο, τα μάτια της γεμάτα τρόμο ή
κάτι που έμοιαζε με τρόμο.
Ο Γκούο Ρεν δεν είπε τίποτα. Πέρασε δίπλα της και έφτασε στα παράθυρα.
Τα άρπαξε ένα ένα, τα έκλεισε με δύναμη, πάλεψε για λίγο με το ξύλο που
αντιστεκόταν στον αέρα. Το κούμπωμα βρήκε θέση τελικά. Ο θόρυβος κόπηκε
απότομα. Μόνο η ανάσα τους έμεινε. Γύρισε προς το μέρος της.
Η Ρουό-Σι είχε ήδη σηκωθεί. Στεκόταν κοντά του τώρα, πιο κοντά απ’ όσο
απαιτούσε ο φόβος. Το στήθος της ανέβαινε και κατέβαινε γρήγορα. «Φοβήθηκα»…
είπε χαμηλόφωνα. Η φωνή της έτρεμε αλλά όχι εντελώς ανεξέλεγκτα.
Ο Γκούο Ρεν έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Σήκωσε τα χέρια του σχεδόν
αυθόρμητα και την κράτησε από τους ώμους, έπειτα την τράβηξε πιο κοντά. «Είναι
ο αέρας», της είπε. Τίποτα άλλο. Εκείνη δεν απάντησε. Ακούμπησε πάνω του. Για
μια στιγμή έμειναν έτσι. Το σώμα της ζεστό, σχεδόν κολλημένο πάνω στο δικό του.
Η ανάσα της άρχισε να ηρεμεί ή να αλλάζει. Και τότε, χωρίς να απομακρυνθεί,
γύρισε ελαφρά το πρόσωπό της προς τον λαιμό του. Σαν να δίστασε. Σαν να
δοκίμαζε. Τα χείλη της άγγιξαν το δέρμα του. Μια στιγμή μόνο. Ύστερα τον
φίλησε.
Ο Γκούο Ρεν πάγωσε. Από το ότι δεν μπορούσε πια να το μεταφράσει ως κάτι
άλλο. Η Ρουό-Σι δεν αποτραβήχτηκε αμέσως.
«Θα με προστατεύεις… ό,τι κι αν γίνει;» ψιθύρισε.
Η φωνή της ήταν χαμηλή, κοντά στο αυτί του. Ο Γκούο Ρεν πήρε μια ανάσα.
«Ναι,» είπε.
«Ακόμη κι αν παντρευτείς;»
Η ερώτηση έμεινε ανάμεσά τους σαν κάτι που δεν έπρεπε να ειπωθεί και
όμως ειπώθηκε. Σιώπησε για μια αναπνοή. «Ναι», επανέλαβε εκείνος.
«Κι αν είσαι μακριά;»
Τότε εκείνος αντέδρασε πιο γρήγορα. «Δεν φεύγω από το Λο Τζιάνγκ.»
Η απάντηση βγήκε σταθερή. Σαν να την είχε ήδη αποφασίσει, χωρίς να το
ξέρει. Η Ρουό-Σι έμεινε κοντά του. Δεν είπε τίποτα άλλο. Μόνο έκλεισε για λίγο
τα μάτια. Και πίσω από το κλειστό παράθυρο, ο αέρας συνέχιζε να φυσά αλλά τώρα
δεν έμπαινε μέσα. Ή ίσως… δεν τον άφηναν να μπει.
το
σπίτι τη νύχτα και η μεταμόρφωσή του
Τη νύχτα, το σπίτι δεν ήταν πια χωρισμένο σε δωμάτια. Ήταν ένας ενιαίος
χώρος αναμονής. Ο Γκούο Ρεν ξάπλωνε, αλλά δεν κοιμόταν εύκολα. Κάθε μικρός ήχος
από το διπλανό δωμάτιο έφτανε καθαρά. Το τρίξιμο του στρώματος. Η κίνηση του
υφάσματος. Μια ανάσα που άλλαζε ρυθμό. Και ήξερε ότι και εκείνη άκουγε. Ότι
περίμενε. Όχι απαραίτητα να συμβεί κάτι. Αλλά να μην συμβεί τίποτα χωρίς
εκείνον. Και αυτό ήταν ίσως το πιο ισχυρό από όλα όσα είχε κάνει. Δεν τον
κρατούσε με λόγια. Τον κρατούσε με την αίσθηση ότι, αν απομακρυνόταν, θα την
άφηνε εκτεθειμένη. Και εκείνος δεν ήξερε αν αυτό που ένιωθε ήταν ευθύνη… ή κάτι
που άρχιζε να μοιάζει επικίνδυνα με επιθυμία.
το
δάκρυ του ονείρου
Στα χωράφια των Ντου, εκεί όπου το νερό λιμνάζει ανάμεσα στις ρίζες και
η γη κρατά μια μόνιμη υγρασία, η Ρουό-Σι περπατούσε αργά, σχεδόν μηχανικά. Τα
βήματά της δεν άφηναν έντονα ίχνη, σαν να μην ήθελε να ανήκει σε εκείνο τον
τόπο.
Από τότε που πέθανε η μητέρα της, η Γιάο Γκουάνγκ, και ακόμη νωρίτερα ο
πατέρας της, το σπίτι είχε αδειάσει. Δεν ήταν μόνο η απουσία των φωνών τους·
είχε αποσυρθεί η ίδια η πρόθεση για ζωή από τους τοίχους, από τα έπιπλα, από
τον αέρα. Τώρα η σιωπή είχε απλωθεί παντού
Στάθηκε κοντά σε ένα χαμηλό σημείο, όπου το νερό καθρέφτιζε τον ουρανό.
Έσκυψε ελαφρά, σαν να ήθελε να δει το πρόσωπό της. Και μέσα στη ροή έβλεπε ένα
πρόσωπο να διπλώνεται άλλοτε σαν σιντόνι, άλλοτε να εκτείνεται και να μεγαλώνει
τόσο που να αλλάζουν τα χαρακτηριστικά του, άλλοτε με δυσκολία να της μοιάζει. Για
μια στιγμή σκέφτηκε πως αυτό το πρόσωπο δεν της ανήκε πια· πως αν άπλωνε το
χέρι της, ίσως να το διέλυε οριστικά.
Καλύτερα, σκέφτηκε, να ήταν μια απλή κόρη αγροτών. Να είχε μια ζωή προβλέψιμη
στην πορεία της, χωρίς τα αόρατα βάρη της καταγωγής. Ακόμη και μια ταπεινή
ευτυχία θα της ήταν τότε αρκετή, ένας γάμος χωρίς πολλές προσδοκίες, με ένα
σύντροφο της τάξης της, και ίσως την πιθανότητα να την ζητήσει κάποιος
πλουσιότερος. Έτσι δεν είχε γίνει με την μητέρα της όταν τη ζήτησε ο πατέρας
της, ο Τσενγκ-Γουέι;
Εκείνη όμως δεν μπορούσε να έχει τίποτε από αυτά. Η ζωή της είχε
στενέψει γύρω από έναν κύκλο αόρατων κανόνων. Δεν μπορούσε να κοιτάξει τους
άνδρες των χωραφιών· δεν επιτρεπόταν ούτε καν να φανταστεί κάτι τέτοιο χωρίς να
νιώσει ντροπή. Και εκείνοι, ακόμη κι αν τολμούσαν να σηκώσουν το βλέμμα τους,
το κατέβαζαν αμέσως, σαν να έκαιγε. Οι ίσοι της ήταν ελάχιστοι, σχεδόν
ανύπαρκτοι σε εκείνη την γη του Λο Τζιάνγκ, όπου ο χρόνος κυλούσε χωρίς να
φέρνει νέους ανθρώπους, χωρίς να ανοίγει δρόμους. Δεν υπήρχαν αφίξεις, δεν
υπήρχαν ευκαιρίες· μόνο η στασιμότητα μιας ζωής που είχε ήδη αποφασιστεί γι’
αυτήν.
Και ίσως το κυριότερο, αυτός που εκείνη ήθελε, ή είχε οδηγηθεί να θέλει
μέσα σε αυτές τις στενές περιορισμένες επιλογές, ήταν κάποιος που δεν γινόταν
να τον έχει και να την έχει. Ο μόνος άνδρας που στεκόταν αντάξιος της θέσης
της, του ονόματός της, του κόσμου που την περιέκλειε, ήταν και ο μόνος που δεν
μπορούσε ποτέ να γίνει δικός της. Η ίδια η σκέψη την έκανε να σφίγγει τα
δάχτυλά της μέσα στα μανίκια της, σαν να προσπαθούσε να κρύψει κάτι που δεν
έπρεπε ούτε να υπάρχει.
Σήκωσε το βλέμμα της από το νερό. Ο ουρανός πάνω της ήταν αδιάφορος,
απλωμένος, χωρίς καμία υπόσχεση. Για μια στιγμή ένιωσε πως η ζωή της δεν ήταν
παρά μια επιφάνεια σαν κι αυτή μπροστά της, ήρεμη, ακίνητη, και βαθιά, χωρίς
καμία διέξοδο. Και καθώς ο άνεμος πέρασε ελαφρά και τάραξε το είδωλό της, η
μορφή της χάθηκε ξανά, όπως όλα όσα είχε αρχίσει να χάνει.
«Το νερό εδώ δεν ξεχνά εύκολα.» Η φωνή ήρθε πίσω της, ήσυχη, σαν να
υπήρχε ήδη εκεί πριν φτάσει. Η Ρουό-Σι γύρισε. Η γριά στεκόταν λίγα βήματα πιο
πέρα, σκυμμένη πάνω από τα φυτά. Τα δάχτυλά της κινούνταν αργά, με ακρίβεια,
κόβοντας μόνο ό,τι χρειαζόταν. Ήταν γνώριμη μορφή. Πολλές φορές, όταν ήταν
παιδί, είχε δει τη μητέρα της να της μιλά χαμηλόφωνα, σχεδόν εμπιστευτικά. Μα
ποτέ δεν κρατούσαν πολύ αυτές οι συναντήσεις. Πάντα κάτι τις διέκοπτε.
Η γριά σήκωσε το κεφάλι της. «Έμαθα για τη μητέρα σου… τη Γιάο Γκουάνγκ.»
Έκανε μια μικρή, σταθερή υπόκλιση. «Ας είναι ελαφρύ το πέρασμά της.»
Η Ρουό-Σι χαμήλωσε το βλέμμα. «Σε ευχαριστώ.»
Η γριά την παρατήρησε για λίγο, χωρίς να μιλά. Ύστερα έκανε δυο βήματα
πιο κοντά.
«Ήσουν μικρούλα όταν αρρώστησες…» της είπε ανοίγοντας μια συζήτηση από
το παρελθόν. Η Ρουό-Σι συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Δεν θυμάμαι πολλά.»
Η γριά έσκυψε και έκοψε ένα μικρό φύλλο, το έφερε στη μύτη της, σαν να
επιβεβαίωνε κάτι. «Τότε με κάλεσε η μάνα σου. Είχε χάσει κάθε ελπίδα. Ο πυρετός
δεν έπεφτε, και οι γιατροί είχαν χάσει κάθε ελπίδα.»
Η φωνή της είχε μια ήρεμη βεβαιότητα.
«Χρησιμοποιήσαμε επικίνδυνα βότανα.
Όχι για παιδί. Μα δεν υπήρχε άλλη επιλογή.»
Η Ρουό-Σι ένιωσε έναν ανεπαίσθητο
κόμπο στον λαιμό της.
«Τελικά τα καταφέραμε,» συνέχισε η γριά, «και τώρα…» την κοίταξε
προσεκτικά, «έγινες ολόκληρη γυναίκα.»
Η φράση έμεινε να αιωρείται ανάμεσά τους.Για λίγο, η Ρουό-Σι δεν ήξερε
τι να πει.
Ένα μέρος της ένιωθε ευγνωμοσύνη. Ένα άλλο, σαν να είχε μόλις μάθει κάτι που
δεν της ανήκε, δεν ήξερε τι να αισθανθεί.
Η γριά γύρισε πάλι προς τα φυτά. «Μαζεύω βότανα εδώ και χρόνια. Η μητέρα
σου… με άφηνε να έρχομαι στα χωράφια σας. Ήξερε.»
Η γριά έκανε να απομακρυνθεί να χαθεί ξανά ανάμεσα στα φυτά. .
«Περίμενε,» της είπε η Ρουό-Σι.
Η γριά
σταμάτησε, χωρίς να γυρίσει αμέσως.
Η Ρουό-Σι έκανε δυο βήματα προς το μέρος της. «Μπορείς να έρχεσαι εδώ… Να
μαζεύεις ό,τι θέλεις.»
Η γριά γύρισε αργά.
«Η μητέρα μου στο επέτρεπε,» συνέχισε η Ρουό-Σι. «Και…» μια μικρή παύση,
«είναι επιθυμία της να συνεχίσεις.»
Η γριά την κοίταξε για λίγο χωρίς έκφραση. Ύστερα τα μάτια της χαμήλωσαν
σαν να κοίταζε κάτι πολύ παλιό, πολύ μακρινό.
«Η μητέρα σου…» είπε τελικά, «ήξερε να ξεχωρίζει τους ανθρώπους.»
Σήκωσε το καλάθι της λίγο πιο ψηλά, σαν να ένιωθε ξαφνικά το βάρος του. «Δεν
ήταν πολλοί αυτοί που με άφηναν να μπαίνω στα χωράφια τους χωρίς να με ρωτούν
γιατί.»
Η Ρουό-Σι την παρατηρούσε σιωπηλή.
Η γριά έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, μα δεν πλησίασε πολύ.
«Ξέρεις τί είμαι για τους περισσότερους;»
ρώτησε ήρεμα. «Μια γριά που μαζεύει ρίζες. Μια σκιά που περνά από τα χωράφια
και χάνεται.»
Ένα αχνό, σχεδόν πικρό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της. «Με φωνάζουν όταν
πονάνε. Όταν φοβούνται. Όταν οι άλλοι δεν μπορούν να τους βοηθήσουν. Τότε
ψάχνουν όλοι τη »
Η φωνή της δεν είχε θυμό, μόνο μια κουρασμένη διαπίστωση. «Και όταν ο
πόνος φεύγει…» Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε τη Ρουό-Σι κατευθείαν. «Οι
άνθρωποι σε ξεχνάνε όταν πια δεν σε χρειάζονται.»
Η φράση έπεσε ήσυχα, σαν κάτι που είχε αντηχήσει πολλές φορές μέσα της
πριν ειπωθεί δυνατά. «Η μητέρα σου δεν
με ξέχασε,» πρόσθεσε η γριά, πιο χαμηλά. «Ούτε όταν δεν με χρειαζόταν.»
Για μια στιγμή, κάτι άλλαξε στο βλέμμα
της—σαν να μαλάκωσε.
«Γι’ αυτό ερχόμουν,» είπε. «Όχι μόνο
για τα βότανα.»
Η Ρουό-Σι κατέβασε το κεφάλι της.
«Τότε… έλα όσο θέλεις,» είπε σιγανά.
«Όχι μόνο για εκείνη.»
Η γριά την κοίταξε προσεκτικά. Ύστερα
έγνεψε ελαφρά.
«Τα χωράφια θυμούνται καλύτερα από
τους ανθρώπους,» είπε. «Αν με δεχτούν, θα έρθω.»
Έκοψε ένα φυτό που φύτρωνε χαμηλά, κοντά στο νερό. «Αυτό, για
παράδειγμα. Οι περισσότεροι το πατούν χωρίς να το βλέπουν.»
Η Ρουό-Σι έσκυψε ελαφρά. Το αναγνώρισε, ένα ταπεινό φυτό που μεγάλωνε
στις πιο σκιερές άκρες των κτημάτων τους. Το έλεγαν καμιά φορά «ζιζάνιο»,
τίποτα παραπάνω.
Η γριά το κράτησε για λίγο στο φως. «Δεν είναι όλα όσα φαίνονται
άχρηστα… άχρηστα.»
Το άφησε στο καλάθι της.
Η γριά σηκώθηκε αργά.
«Δεν ήρθες εδώ μόνο για να
περπατήσεις,» είπε ήρεμα.
Η Ρουό-Σι δεν απάντησε.
«Ούτε για να θυμηθείς τη μητέρα σου.»
Μια μικρή παύση.
«Αλλά κάτι σε βασανίζει.»
Η Ρουό-Σι ένιωσε το στήθος της να σφίγγεται. Ήθελε να αρνηθεί. Να
χαμογελάσει, να πει πως όλα ήταν όπως έπρεπε. Μα δεν το έκανε. Αντί γι’ αυτό,
κάθισε σε μια πέτρα δίπλα στο νερό.
«Υπάρχουν πράγματα…» άρχισε, μα
σταμάτησε.
Η γριά δεν τη διέκοψε. Περίμενε.
«Υπάρχουν πράγματα που δεν αλλάζουν,»
συνέχισε η Ρουό-Σι πιο σιγά. «Ό,τι κι αν κάνεις.»
Τα δάχτυλά της έσφιξαν το ύφασμα του
φορέματός της.
«Και όσο κι αν προσπαθείς να τα
αγνοήσεις…»
σήκωσε το βλέμμα της, «μένουν.»
Η γριά την κοίταξε προσεκτικά. «Άνθρωπος είναι;» ρώτησε απλά.
Η Ρουό-Σι δεν απάντησε αμέσως. Έπειτα, σχεδόν ψιθυριστά: «Δεν μπορώ να
έχω εκείνον που θέλω.»
Τα μάτια της γέμισαν ξαφνικά. Προσπάθησε
να το κρατήσει, να σταθεί όπως της είχαν μάθει—σιωπηλή, συγκρατημένη—μα το
δάκρυ κύλησε πριν προλάβει. Έπειτα κι άλλο.
Η γριά δεν αιφνιδιάστηκε. Άφησε αργά το καλάθι της στο έδαφος και
πλησίασε, χωρίς βιασύνη, σαν να ήξερε πως κάποια πράγματα δεν πρέπει να τα
αγγίζεις απότομα.
«Δεν μπορώ να βλέπω θλιμμένους
ανθρώπους σε τόσο νεαρή ηλικία,» είπε ήσυχα.
Σήκωσε το χέρι της και, χωρίς να την
αγγίξει, στάθηκε κοντά της.
«Άσε τα βάσανα να έρθουν αργότερα.
Αρκετά έχεις περάσει τα τελευταία χρόνια.»
Η Ρουό-Σι κάλυψε το πρόσωπό της με τα
χέρια της.
«Δεν ξέρω τι να κάνω…» ψιθύρισε.
Η Ρουό-Σι δεν είχε πια δύναμη να
κρατήσει μέσα της ό,τι τη βάραινε.
Στεκόταν ακόμη στα χωράφια των Ντου,
εκεί όπου το νερό έγλειφε τις ρίζες και ο αέρας μύριζε υγρό χώμα και πράσινη
σιωπή. Η γριά βρισκόταν λίγα βήματα πιο πέρα, μαζεύοντας αργά τα βότανά της,
σαν να της έδινε χώρο χωρίς να την εγκαταλείπει.
«Τον αγαπώ…» είπε η Ρουό-Σι ξαφνικά.
Η φωνή της έσπασε στη μέση της
πρότασης.
Γύρισε προς τη γριά με μάτια γεμάτα
δάκρυα.
«Και εκείνος δεν το καταλαβαίνει. Δεν
με προσέχει καν…» πήρε μια ανάσα που δεν της έφτανε. «Περνάω δίπλα του και
εκείνος κοιτάζει αλλού.»
Η γριά άπλωσε το χέρι της και
ακούμπησε ελαφρά το χώμα, σαν να το ηρεμούσε.
«Άκουσέ με,» είπε πιο απαλά. «Οι
σκέψεις δεν είναι πέτρα. Αλλάζουν. Και όταν αλλάζουν οι σκέψεις… αλλάζουν και
οι ματιές.»
Έσκυψε λίγο μπροστά παρατηρώντας την
με προσοχή.
«Οι άνθρωποι δεν βλέπουν πάντα αργά,» συνέχισε
η γριά. «Μερικές φορές βλέπουν ξαφνικά. Σαν να ανοίγει ένα παράθυρο που δεν
ήξεραν ότι υπήρχε.»
Η γριά έμεινε για λίγο σιωπηλή. Κοίταξε το πρόσωπο της Ρουό-Σι, σαν να
αναγνώριζε κάτι μέσα του.
«Έχεις το ίδιο βλέμμα,» είπε τελικά
χαμηλά. «Όταν ανησυχούσε… έτσι κοίταζε κι εκείνη.»
Η Ρουό-Σι δεν απάντησε. Η γριά έσκυψε, πήρε λίγο νερό με τα δάχτυλά της
και το άφησε να κυλήσει πίσω στο χώμα.
«Τότε σε κρατούσα στα χέρια μου και δεν ήξερα αν θα ξημερώσεις,»
συνέχισε, σχεδόν σαν να μιλούσε στον εαυτό της. «Το σώμα σου καιγόταν, μα η
καρδιά σου…» σταμάτησε για μια στιγμή, «η καρδιά σου δεν είχε μάθει ακόμη να
πονά.» Σήκωσε το βλέμμα της προς τη Ρουό-Σι. «Τώρα έμαθε.»
Η Ρουό-Σι κατέβασε αργά τα χέρια της. Η γριά την κοίταξε και έγνεψε
αργά, σαν να επιβεβαίωνε κάτι που ήδη γνώριζε. Δεν μίλησε αμέσως. Περπάτησε
λίγα βήματα, κοίταξε τα φυτά, το νερό, τον ουρανό.
«Υπάρχουν αρρώστιες που τις πολεμάς με ρίζες και φύλλα,» είπε τελικά.
«Και άλλες… που φυτρώνουν μέσα σου χωρίς να τις καλέσεις.» Γύρισε προς τη
Ρουό-Σι. «Αν τις αφήσεις, σε λυγίζουν σιγά-σιγά. Όχι το σώμα — τη ζωή.»
Η φωνή της μαλάκωσε.
«Η μάνα σου θα στεκόταν τώρα εδώ και
θα ήξερε τι να σου πει.» Μια μικρή παύση. «Κάποιος πρέπει να στο πει.»
Η Ρουό-Σι την κοίταξε.
«Υπάρχουν δρόμοι που δεν φαίνονται όταν τους κοιτάς ευθεία,» είπε η γριά.
«Μόνο όταν αφήσεις το βλέμμα σου να θολώσει λίγο.»
Η Ρουό-Σι κατέβασε αργά τα χέρια της.
Η γριά την κοίταξε. Η γριά έγνεψε αργά, σαν να το περίμενε. Δεν μίλησε
αμέσως. Περπάτησε λίγα βήματα, κοίταξε τα φυτά, το νερό, τον ουρανό.
«Υπάρχουν πράγματα,» είπε τελικά, «που δεν αλλάζουν τη μοίρα.» Γύρισε προς
τη Ρουό-Σι. «Αλλά αλλάζουν το πώς τη ζεις.»
Η Ρουό-Σι την κοίταξε. Η γριά την παρατήρησε για λίγο ακόμη, πιο επίμονα
αυτή τη φορά.
«Αν σου δείξω έναν τέτοιο δρόμο,» συνέχισε, «δεν θα είναι για να
περπατήσει αντί για σένα.»
Μια μικρή παύση.
«Ό,τι κερδίζεται με βοήθεια… δεν ανήκει ολόκληρο σε εκείνον που το
κρατά.»
Η Ρουό-Σι στράφηκε και κοίταξε με
μεγαλύτερη προσοχή τώρα τη γριά.
«Μπορεί να σου ανοίξει μια πόρτα,» είπε η γριά, «αλλά δεν μπορεί να σε
κρατήσει μέσα της. Ούτε να κάνει την άλλη καρδιά να νιώσει αυτό που δεν
γεννήθηκε μόνη της.»
Πλησίασε ένα βήμα.
«Αν στηριχθείς μόνο σε αυτό, θα
μείνεις με κάτι που δεν θα ξέρεις αν είναι αληθινό. Και αυτό…» χαμήλωσε τη φωνή
της, «είναι πιο τραγικό από την απουσία.»
Η Ρουό-Σι κατέβασε για λίγο το βλέμμα
της.
«Θα χρειαστεί να σταθείς κι εσύ,»
πρόσθεσε η γριά. «Να μιλήσεις, να αντέξεις, να φανείς. Αλλιώς, ό,τι κι αν σου
δοθεί, θα γλιστρήσει.»
Σιωπή απλώθηκε για μια στιγμή ανάμεσά
τους.
Η γριά δίστασε — για πρώτη φορά.
«Αυτό που θα σου πω…» είπε σχεδόν ψιθυριστά,
«δεν πρέπει να το πεις πουθενά.»
Ένα βήμα πιο κοντά.
Η φωνή της έγινε σχεδόν ψίθυρος.
«Υπάρχει κάτι που το λένε… Δάκρυ του Ονείρου.»
Η Ρουό-Σι ένιωσε την αναπνοή της να βαραίνει.
«Δεν είναι φάρμακο όπως τα άλλα,» συνέχισε η γριά. «Δεν γιατρεύει το
σώμα.»
Έκανε μια μικρή κίνηση προς τα φυτά.
«Φτιάχνεται από ρίζες που δυναμώνουν το αίμα… από φύλλα που ζεσταίνουν
το σώμα…»
έριξε μια ματιά στο καλάθι της,
«και από άλλα… που θολώνουν τα όρια.»
Η φωνή της χαμήλωσε.
«Ένα από αυτά είναι η ντατούρα. Μα τόσο λίγη… που σχεδόν δεν υπάρχει.»
Η Ρουό-Σι κράτησε την ανάσα της.
«Όταν το πιεις…» συνέχισε η γριά, «δεν χάνεις τον εαυτό σου. Αλλά δεν
τον κρατάς και όπως πριν.»
Το βλέμμα της έγινε πιο βαθύ.
«Οι αναστολές χαλαρώνουν. Οι σκέψεις δεν βαραίνουν το ίδιο. Και ό,τι
φοβάσαι να κάνεις… παύει να φαίνεται αδύνατο.»
Η Ρουό-Σι ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά της.
«Και αυτό που ζεις…» πρόσθεσε η γριά, «μοιάζει σαν όνειρο. Ή σαν κάτι
ανάμεσα.»
«Ανάμεσα…» επανέλαβε η Ρουό-Σι.
Η γριά έγνεψε.
«Ανάμεσα στο να θέλεις… και στο να τολμάς.»
«Το πρωί το μυαλό θα αμφιβάλλει.»
Μια ανάσα.
«Μα το σώμα… θα θυμάται.»
Ο άνεμος ανακάτεψε ελαφρά τα φυτά.
Η γριά πήρε το καλάθι της.
«Αν ποτέ το χρησιμοποιήσεις,» είπε
χωρίς να την κοιτάξει, «να θυμάσαι — δεν δημιουργεί επιθυμία.»
Έκανε ένα βήμα να φύγει.
«Απλώς… αφαιρεί ό,τι την κρατά
δεμένη.»
Σταμάτησε για μια στιγμή.
«Και κάποια δεσίματα… υπάρχουν για
λόγο.»
Η Ρουό-Σι έμεινε ακίνητη. Σαν να είχε ανοίξει ένα πέρασμα. Και δεν ήταν
πια σίγουρη αν ήθελε να το διασχίσει… ή αν είχε ήδη αρχίσει.
«Αυτό που σου είπα πριν… για το Δάκρυ του Ονείρου…» έκανε μια μικρή
παύση, «δεν είναι παιχνίδι.»
Στάθηκε πιο κοντά.
«Θα σου πω πώς λειτουργεί. Και πώς να
το χρησιμοποιήσεις. Μα θα ακούσεις μέχρι το τέλος.»
Η Ρουό-Σι έγνεψε σιωπηλά.
Η γριά πήρε μια αργή ανάσα.
«Δεν το πίνεις μόνη σου,» είπε. «Ποτέ έτσι.»
Έδειξε ελαφρά προς το χωριό, σαν να
υπονοούσε έναν άλλον άνθρωπο, απόντα.
«Διαλύεις μία μόνο σταγόνα σε ζεστό κρασί ρυζιού. Η θερμότητα το ξυπνά.
Το κάνει να απλωθεί στο σώμα χωρίς να το καταλάβεις.»
Η φωνή της ήταν χαμηλή, σταθερή.
«Το πίνετε και οι δύο. Όχι πολύ. Όχι βιαστικά.»
Η Ρουό-Σι την άκουγε χωρίς να
κουνιέται.
«Στην αρχή… δεν αλλάζει τίποτα. Μόνο μια ζεστασιά. Σαν να πλησιάζετε ο
ένας τον άλλον χωρίς να το επιδιώκετε.»
Η γριά έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι της, σαν να έφερνε δύο σημεία
πιο κοντά.
«Ύστερα… οι σκέψεις βαραίνουν λιγότερο. Ό,τι σε κρατούσε πίσω αρχίζει να
χαλαρώνει.»
Μια παύση.
«Δεν θα νιώσεις ότι σε σπρώχνει κάτι. Θα νιώσεις ότι… δεν χρειάζεται πια
να αντιστέκεσαι.»
Η Ρουό-Σι ένιωσε την καρδιά της να χτυπά πιο δυνατά. «Και εκείνος;»
ρώτησε χαμηλά.
«Το ίδιο,» απάντησε η γριά. «Αν το πιει.»
Τα μάτια της στένεψαν ελαφρά.
«Το Δάκρυ δεν ξεχωρίζει. Δεν διαλέγει πλευρά.»
Ο άνεμος πέρασε ανάμεσά τους.
«Θα βρεθείτε κοντά…» συνέχισε, «και δεν θα μοιάζει ξένο. Ούτε
απαγορευμένο. Θα μοιάζει… σωστό.»
Η λέξη έμεινε να αιωρείται.
«Σαν να το έχετε ήδη ζήσει. Σαν να το θυμάστε.»
Η Ρουό-Σι ένιωσε ένα ρίγος.
«Και μετά;» ψιθύρισε.
Η γριά την κοίταξε βαθιά.
«Μετά… έρχεται το πρωί.»
Μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη σκιά
πέρασε από το πρόσωπό της.
«Το μυαλό θα ψάχνει βεβαιότητα και δεν
θα τη βρίσκει. Θα μοιάζει με όνειρο που ξεθωριάζει.»
Έσκυψε ελαφρά προς τη Ρουό-Σι.
«Μα το σώμα δεν ξεχνά.»
Σιωπή.
Η γριά ίσιωσε ξανά.
«Γι’ αυτό σου λέω—δεν είναι για
παιχνίδι.»
Σήκωσε το καλάθι της.
«Δεν δημιουργεί αυτό που δεν υπάρχει.
Αν δεν υπάρχει επιθυμία… δεν θα γεννηθεί.»
Και ύστερα, πιο χαμηλά:
«Αλλά αν υπάρχει… θα την αφήσει ελεύθερη.»
Η Ρουό-Σι έμεινε ακίνητη, με τα δάκρυα
ακόμη νωπά στα μάγουλά της.
Η γριά έμεινε για λίγο σιωπηλή, σαν να
ζύγιζε αν όσα είχε ήδη πει είχαν περάσει αρκετά βαθιά μέσα στη Ρουό-Σι.
Το νερό στα χωράφια των Ντου συνέχιζε να κυλά αργά, αδιάφορο για τις
ανθρώπινες σκέψεις.
«Υπάρχει κάτι ακόμα που πρέπει να
καταλάβεις,» είπε τελικά.
Η φωνή της είχε χάσει την απαλότητά της. Δεν έγινε σκληρή, αλλά απέκτησε
εκείνη τη σοβαρότητα που έχουν τα πράγματα που δεν επιτρέπουν παρερμηνεία. Η
Ρουό-Σι σήκωσε το βλέμμα της.
«Αυτό που σου είπα… το Δάκρυ του Ονείρου… δεν είναι κάτι που μπορεί να χρησιμοποιείται
συνέχεια.»
Μια παύση.
«Δεν είναι σαν βότανο για τον πυρετό.»
Έσκυψε ελαφρά μπροστά.
«Το μυαλό είναι εύθραυστο όταν αρχίσει
να μην ξεχωρίζει καθαρά τα όρια.»
Η Ρουό-Σι ένιωσε μια μικρή ανατριχίλα.
Η γριά συνέχισε: «Αν το χρησιμοποιήσεις πολλές φορές… το όνειρο αρχίζει
να μοιάζει πιο σταθερό από την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα… πιο
αμφίβολη από το όνειρο.»
Η λέξη «αμφίβολη» έμεινε στον αέρα σαν λεπτή ομίχλη.
«Υπάρχουν άνθρωποι που μετά δεν ξεχωρίζουν πια τη μνήμη από την
επιθυμία.» Έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι της. «Και αυτό δεν είναι το
χειρότερο.»
Η Ρουό-Σι κράτησε την ανάσα της. «Τι είναι το χειρότερο;» ρώτησε.
Η γριά την κοίταξε σταθερά. «Ότι αρχίζεις να εμπιστεύεσαι περισσότερο
αυτό που ένιωσες μέσα στο όνειρο… από αυτό που υπάρχει όταν ξυπνάς.»
Μια παύση.
«Και τότε οι αποφάσεις σου δεν ανήκουν
πια ολοκληρωτικά σε σένα.»
Ο αέρας ψυχράθηκε ελαφρά.
Η γριά ίσιωσε το σώμα της. «Και υπάρχει κι άλλο.»
Η Ρουό-Σι δεν μίλησε.
«Το σώμα θυμάται.»
Έδειξε διακριτικά προς τη Ρουό-Σι και
μετά προς τον εαυτό της.
«Μπορεί να μείνει πάνω σας ένα ίχνος. Μια μυρωδιά. Όχι δυνατή. Αλλά
αρκετή για όποιον ξέρει τι ψάχνει.»
Η Ρουό-Σι συνοφρυώθηκε. «Μυρωδιά;»
Η γριά δεν απάντησε αμέσως. Τελικά έσκυψε λίγο, πήρε μια ανάσα από τον
αέρα των χωραφιών και είπε χαμηλά: «Αφήνει κάτι πάνω στα σώματα.»
Η Ρουό-Σι την κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
Η γριά συνέχισε, πιο αργά τώρα, σαν να
περιέγραφε κάτι που δεν φαίνεται αλλά αναγνωρίζεται πάντα:
«Δεν είναι έντονο. Δεν είναι σαν άρωμα που φοράς. Είναι πιο βαθύ.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Σαν ζεστό δέρμα μετά από ύπνο… όταν
ακόμα δεν έχει φύγει τελείως το όνειρο.»
Η Ρουό-Σι ένιωσε ένα ανεπαίσθητο ρίγος.
«Όσοι το έχουν χρησιμοποιήσει,» είπε η γριά, «κουβαλούν μια μυρωδιά που
δεν ανήκει ούτε στο σώμα ούτε στα ρούχα.»
Σήκωσε το χέρι της και το πέρασε αργά
στον αέρα, σαν να προσπαθούσε να δείξει κάτι αόρατο.
«Μερικοί λένε πως θυμίζει λουλούδια που ανοίγουν τη νύχτα. Άλλοι πως
μοιάζει με ζεστό κρασί που έχει μείνει για ώρα σε ξύλινο δοχείο.»
Η Ρουό-Σι έσφιξε τα δάχτυλά της. «Και αυτό… το καταλαβαίνουν οι άλλοι;»
ρώτησε χαμηλά.
Η γριά την κοίταξε για λίγο. «Όχι πάντα. Αλλά όσοι ξέρουν… το
αναγνωρίζουν.»
Έκανε ένα βήμα προς τα φυτά, σαν να απομακρυνόταν από τη συζήτηση. «Και
το χειρότερο δεν είναι η μυρωδιά.» Σταμάτησε. «Είναι ότι αρχίζει να σε
ακολουθεί.»
Η Ρουό-Σι δεν μίλησε.
Η γριά συνέχισε ήρεμα, χωρίς να γυρίσει: «Μένει για λίγο στο δέρμα. Μετά
στα μαλλιά. Και καμιά φορά… στον τρόπο που σε κοιτάζουν οι άλλοι.»
Μια σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους.
«Γι’ αυτό πρέπει να αφαιρείται.» Γύρισε αργά προς τη Ρουό-Σι. «Με νερό.
Με χρόνο. Και με απόσταση. «Αλλιώς μένει. Και μπορεί να σε προδώσει χωρίς να το
θέλεις.»
Η φωνή της μαλάκωσε λίγο.
«Γιατί ό,τι μπερδεύει το όνειρο με την
πραγματικότητα… αφήνει πάντα πίσω του ίχνη.»
Η Ρουό-Σι κοίταξε τα χέρια της, σαν να προσπαθούσε να δει κάτι που δεν
ήταν ορατό.
Η γριά συνέχισε, πιο ήρεμα τώρα: «Κάποιοι χάνουν την αίσθηση του “πριν”. Σαν να
μην υπήρχε σαφής αρχή στα πράγματα.»
«Άλλοι γίνονται ανυπόμονοι με την πραγματικότητα. Θέλουν να τη
“διορθώσουν” όπως θα διόρθωναν ένα όνειρο.»
«Και μερικοί…» έκανε μια μικρή παύση, «δεν θέλουν πια να ξυπνούν από
αυτό που ένιωσαν.»
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν βαριά. Ήταν προειδοποιητική. Η γριά
άπλωσε το χέρι της και έκλεισε απαλά το καλάθι της.
«Γι’ αυτό σου είπα από την αρχή—δεν είναι παιχνίδι.»
Σήκωσε το βλέμμα της προς τη Ρουό-Σι. «Δεν δημιουργεί αγάπη. Δεν
δημιουργεί μοίρα.»
Μια μικρή παύση.
«Απλώς αφαιρεί τον φόβο από αυτό που ήδη υπάρχει.»
Η Ρουό-Σι έμεινε για λίγο σιωπηλή, κοιτάζοντας το νερό που κυλούσε αργά
ανάμεσα στις ρίζες. Οι λέξεις της γριάς είχαν ανοίξει μέσα της ένα παράξενο
μισό φως—ούτε φόβο ούτε βεβαιότητα, αλλά κάτι ενδιάμεσο, όπως και το ίδιο το
όνομα του ελιξιρίου. Τελικά ρώτησε, χαμηλόφωνα: «Και… κάθε πότε μπορεί να
χρησιμοποιείται;»
Η γριά δεν απάντησε αμέσως. Έσκυψε, πήρε λίγα φύλλα από το καλάθι της
και τα έτριψε αργά ανάμεσα στα δάχτυλά της, σαν να καθάριζε τις σκέψεις της
πριν τις πει.
«Δεν είναι κάτι που επαναλαμβάνεται εύκολα,» είπε τελικά.
Σήκωσε το βλέμμα της.
«Πρέπει να αφήνεις τρεις βδομάδες πριν το ξαναπροσπαθήσεις.»
Η Ρουό-Σι συνοφρυώθηκε ελαφρά.
«Τρεις βδομάδες;»
Η γριά έγνεψε.
«Και όσο πιο αραιά, τόσο καλύτερα.»
Ένα μικρό φύσημα αέρα πέρασε ανάμεσά
τους, μετακινώντας τα ψηλά χόρτα.
«Το σώμα δεν είναι δοχείο που αδειάζεις και γεμίζεις όπως θέλεις,»
συνέχισε ήρεμα. «Χρειάζεται να ξεχωρίζει τι ήταν πραγματικό και τι όχι.»
Έκανε μια μικρή παύση, πιο βαριά αυτή τη φορά.
«Αν το χρησιμοποιείς πολύ συχνά, αρχίζει να μην σε ακούει.»
Η Ρουό-Σι την κοίταξε προσεκτικά. «Και τότε;» ρώτησε.
Η γριά δεν χαμογέλασε. «Τότε δεν είσαι εσύ που το χρησιμοποιείς.»
Η φράση έμεινε στον αέρα για λίγο. Η Ρουό-Σι κατέβασε το βλέμμα της,
σκεπτόμενη όσα είχε ακούσει—τη ζεστασιά, την ασάφεια, το όνειρο που έμοιαζε πιο
αληθινό από την πραγματικότητα.
Η γριά μάζεψε αργά το καλάθι της. «Δεν σου το λέω για να σε φοβίσω,»
πρόσθεσε πιο ήρεμα. «Σου το λέω για να θυμάσαι ότι κάθε τι που αγγίζει το
μυαλό… αφήνει πίσω του ίχνος.»
Κοίταξε τη Ρουό-Σι με μια απρόσμενη τρυφερότητα. «Κι αυτό το ίχνος…
χρειάζεται χρόνο για να φύγει.»
Η Ρουό-Σι δεν απάντησε. Μόνο έγνεψε
αργά.
Η γριά έμεινε για λίγο σιωπηλή, σαν να
αποφάσιζε αν έπρεπε να πει αυτό που ερχόταν.
«Δεν
σου είπα όλα τα προηγούμενα για να σου δείξω μόνο πώς λειτουργεί,» είπε ήρεμα.
«Πρέπει να ξέρεις και τι έγινε σε όσους δεν το σεβάστηκαν.»
Η Ρουό-Σι σήκωσε το βλέμμα της. Η γριά δεν την κοίταζε απευθείας. Τα
μάτια της είχαν στραφεί κάπου πιο μακριά, σαν να έβλεπαν κάτι που είχε ήδη
συμβεί.
«Υπήρξαν παλλακίδες σε μεγάλα σπίτια,» συνέχισε. «Γυναίκες που είχαν
πρόσβαση σε τέτοιες συνταγές. Άλλες τις έμαθαν από παλιές μαμές, άλλες από
κρυφές παραδόσεις που περνούσαν από στόμα σε στόμα.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Και το χρησιμοποίησαν χωρίς μέτρο.»
Η λέξη “χωρίς μέτρο” έμεινε να αιωρείται.
«Κάθε φορά,» είπε πιο χαμηλά, «έσβηναν τα όρια λίγο περισσότερο. Στην
αρχή έμοιαζε σαν παρηγοριά. Μετά σαν συνήθεια. Και στο τέλος… σαν ανάγκη.»
Η Ρουό-Σι ένιωσε ένα ρίγος, χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί.
Η γριά συνέχισε: «Υπήρξε και μια περίπτωση σε σπίτι πλούσιου εμπόρου. Η
γυναίκα του και ένας από τους υπηρέτες.»
Σταμάτησε ελάχιστα, σαν να ζύγιζε τις
λέξεις.
«Το χρησιμοποιούσαν κάθε νύχτα. Ώσπου
δεν μπορούσαν πια να ξεχωρίσουν αν ζούσαν τη μέρα ή αν απλώς συνέχιζαν ένα
όνειρο που δεν τελείωνε ποτέ.»
Η Ρουό-Σι δεν μιλούσε.
Η γριά χαμήλωσε το βλέμμα.
«Έχαναν τα όρια του χρόνου. Δεν ήξεραν
αν κάτι είχε γίνει χθες, σήμερα ή ποτέ.»
Μια μικρή σιωπή.
«Και όταν το σώμα δεν βρίσκει πια
σταθερότητα… αρχίζει να καταρρέει.»
Η φωνή της δεν είχε ένταση. Είχε
βαρύτητα.
«Και δεν επηρεάστηκαν μόνο αυτοί.»
Σήκωσε αργά το βλέμμα της προς τη
Ρουό-Σι. Η γριά έκανε ένα βήμα πίσω και έσφιξε το καλάθι της.
«Γι’ αυτό σου είπα: δεν είναι για
χρήση χωρίς όριο.»
Κοίταξε για λίγο τα χωράφια, σαν να
επέστρεφε στον παρόντα κόσμο.
«Το Δάκρυ δεν καταστρέφει μόνο αυτόν
που το πίνει.»
«Μπορεί να παρασύρει και ό,τι βρίσκεται πολύ κοντά του.»
Η Ρουό-Σι έμεινε ακίνητη. Ο αέρας πέρασε ανάμεσά τους πιο ψυχρός τώρα. Και
για πρώτη φορά, η εικόνα που είχε αρχίσει να σχηματίζεται μέσα της —εκείνη η
λεπτή γραμμή ανάμεσα στο όνειρο και την επιθυμία— δεν της φάνηκε πια μόνο
δελεαστική. Της φάνηκε επικίνδυνα εύθραυστη, σαν να περπατάς σε νερό που δεν
ξέρεις αν σε κρατά ή σε καταπίνει.
«Αύριο θα περάσω πάλι. Θα σου έχω ένα φιαλίδιο» της είπε η γριά και
αθόρυβα χάθηκε μέσα στα κτήματα.
ΜΕΡΟΣ Β
η
πρόταση για την εξαγορά
Ο άνθρωπος ήρθε ένα πρωινό που ο ήλιος δεν είχε ακόμη σηκωθεί ψηλά, μα
αρκετά ώστε να φωτίζει καθαρά την αυλή. Δεν ήταν χωρικός. Φαινόταν από τον
τρόπο που στεκόταν, από το πώς κρατούσε τα χέρια του μέσα στα μανίκια του, από
την ηρεμία με την οποία περίμενε να τον δεχτούν.
Συστήθηκε ως Λι Τζενγκ. Απεσταλμένος του
Χουάνγκ Σι-Ντε, ενός ανθρώπου με γη και επιρροή προς την πλευρά του
Νανγκού. Έσκυψε ελαφρά, όπως όριζε η
ευγένεια. Μίλησε πρώτα για όσα έπρεπε να ειπωθούν. Για τη μοίρα των ανθρώπων,
που αλλάζει σαν τον άνεμο και δεν ρωτά. Για τον πατέρα τους, που τον ανέφερε με
σεβασμό άνθρωπος σταθερός, είπε, άνθρωπος που ήξερε να κρατά τη γη και να
κρατιέται από αυτήν. Για τη μητέρα τους, με λόγια πιο ήσυχα, σχεδόν τυπικά, μα
αρκετά ώστε να μη φανεί ψυχρός.
Ύστερα, μόνο αφού άφησε μια μικρή σιωπή να σταθεί ανάμεσά τους, πέρασε
στο θέμα του. «Τώρα που έμειναν μόνο οι δυο τους,» είπε, «η ευθύνη είναι
μεγάλη. Και η γη… δεν είναι ελαφρύ πράγμα.» Σήκωσε το βλέμμα του προς τον Γκούο
Ρεν, μα δεν άφησε τη Ρουό-Σι έξω από τη σκέψη του. «Ιδίως όταν είναι
σκορπισμένη.» Έκανε μια μικρή παύση. «Το Νανγκού είναι μακριά.»
Η φράση έπεσε απλά, σαν γεγονός που δεν χρειαζόταν απόδειξη.
«Η εποπτεία είναι δύσκολη. Οι άνθρωποι… όταν δεν υπάρχει μάτι να τους
βλέπει, δεν δουλεύουν το ίδιο. Φεύγουν. Ή μένουν και κάνουν τη μισή δουλειά.
Και η μισή δουλειά είναι σαν να μην έγινε ποτέ.»
Άφησε τα λόγια να κατακαθίσουν.
«Οι αποθήκες μένουν αφύλαχτες,»
συνέχισε. «Τα σιτηρά πρέπει να μεταφερθούν. Το ρύζι δεν περπατά μόνο του μέχρι
το Λο Τζιάνγκ. Χρειάζονται άνθρωποι. Ζώα. Χρόνος. Κόστος.»
Έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Και πάντα υπάρχει ο κίνδυνος.» Δεν τον όρισε
αμέσως. Τον άφησε να αιωρηθεί. «Μια κακή σοδειά. Ένας άκαιρος άνεμος. Βροχές
που δεν έρχονται ή που έρχονται όλες μαζί. Ληστές στον δρόμο. Μια αποθήκη που
ανοίγει τη νύχτα.»
Σήκωσε τα χέρια του ελαφρά, σαν να ζύγιζε αόρατα βάρη. «Η γη δίνει, αλλά
και ζητά.» Ύστερα μαλάκωσε τον τόνο του. «Ο κύριός μου, ο Χουάνγκ Σι-Ντε,
γνωρίζει την αξία αυτής της γης. Και είναι πρόθυμος να την αγοράσει.»
Δεν είπε ποσό. Δεν χρειαζόταν ακόμη. «Τώρα που έχει αξία,» πρόσθεσε
σχεδόν συμβουλευτικά. «Όχι όταν μείνει ακαλλιέργητη και τη χάσει.»
Το βλέμμα του πέρασε από τον έναν στον άλλον.
«Είστε νέοι. Θα παντρευτείτε. Θα
ανοίξετε σπίτια. Αυτά έχουν κόστος.»
Η λέξη έμεινε λίγο περισσότερο.
«Με τα χρήματα… θα έχετε επιλογές. Να αγοράσετε γη πιο κοντά. Σε τόπο
που μπορείτε να ελέγχετε. Να μειώσετε το βάρος.»
Έσκυψε ελαφρά μπροστά. «Η γη πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο. Όχι να τον
βαραίνει.»
Σώπασε. Δεν πίεσε άλλο. «Σας τα λέω αυτά, όχι για να σας πείσω», είπε
ήρεμα, «αλλά για να τα σκεφτείτε. Σηκώθηκε αργά. «Θα επιστρέψω όταν η σελήνη
γεμίσει ξανά και αδειάσει».
Έσκυψε πάλι με τον ίδιο μετρημένο σεβασμό. «Μέχρι τότε… ζυγίστε τα.»
Και έφυγε όπως είχε έρθει, χωρίς βιασύνη, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο
μια πρόταση, αλλά ένα σύνολο φόβων που τώρα είχαν πάρει σχήμα και λόγια. Το
αρχοντικό στο Λο Τζιάνγκ είχε βυθιστεί στη βαριά σιωπή, της ευθύνης που έμενε
ακάλυπτη. Στο εσωτερικό δωμάτιο του οίκου, όπου άλλοτε γίνονταν οι
οικογενειακές αποφάσεις, ο Γκούο Ρεν στεκόταν μπροστά σε έναν χάρτη των
κτημάτων τους στο Νανγκού. Δίπλα του η Ρουό-Σι, με το βλέμμα σταθερό, έμοιαζε
περισσότερο με σιωπηρή φρουρό παρά με νεαρή γυναίκα. Η πρόταση είχε έρθει
ξαφνικά.
Εξαγορά. Καλή τιμή. Άμεση πληρωμή.
Χωρίς διαπραγμάτευση που θα κρατούσε μήνες.
Ο Γκούο Ρεν έσπασε πρώτος τη σιωπή. «Ίσως… αν η τιμή είναι σωστή, να τα
πουλήσουμε.»
Η Ρουό-Σι γύρισε αργά προς το μέρος του. «Να τα πουλήσουμε;»
Η φωνή της δεν ανέβηκε. Αλλά πάγωσε τον χώρο. «Αυτά τα κτήματα ο πατέρας
μας τα δούλεψε με τα χέρια του, με κόπο και επιμονή. Και εμείς θα τα
ξεπουλήσουμε επειδή δυσκολευόμαστε για λίγο;»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. «Δεν είναι τόσο απλό. Τα
προβλήματα υπάρχουν. Οι εργάτες δεν επαρκούν, η μεταφορά είναι δύσκολη, η
αποθήκευση κοστίζει. Το Νανγκού δεν είναι κοντά στο Λο Τζιάνγκ. Είναι μακριά,
και η διαχείριση γίνεται όλο και πιο δύσκολη.»
Η Ρουό-Σι δεν υποχώρησε. «Τότε θα τα οργανώσουμε καλύτερα. Δεν πουλάμε.»
«Και αν χάνουμε περισσότερα κρατώντας τα;» της αντέτεινε εκείνος.
Εκείνη τον κοίταξε ευθεία. «Τότε θα δουλέψουμε. Αλλά δεν θα τα
παραδώσουμε σε ξένους.»
Η ένταση έμεινε ανάμεσά τους, βαριά και άλυτη. Τελικά, η Ρουό-Σι
πρόσθεσε πιο χαμηλά: «Σκέψου τί θα πουν. Σκέψου πώς θα μας βλέπουν οι άλλοι αν
αρχίσουμε να πουλάμε ό,τι μας άφησαν οι γονείς μας.»
το
συμβούλιο
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Και τότε αποφάσισαν να καλέσουν τον
Τσεν Μπινγκ. Ο επιστάτης έφτασε την επόμενη μέρα. Ο Τσεν Μπινγκ άκουσε και τους
δύο χωρίς να διακόψει, με το βλέμμα χαμηλό, σαν να ζύγιζε όχι μόνο τα λόγια
αλλά και τις σιωπές ανάμεσά τους. Όταν τελείωσαν, μίλησε.
«Αυτός που ενδιαφέρεται να αγοράσει τα κτήματα του Νανγκού… δεν είναι
τυχαίος.»
Σήκωσε το βλέμμα. «Είναι ο γιος του κτηματία από τον οποίο τα είχε
αγοράσει κάποτε ο πατέρας σας. Είχα πάει και εγώ μαζί του τότε στο Νανγκού. Η συναλλαγή είχε γίνει δίκαια, όχι φθηνά, αλλά
ούτε και παραπάνω από την αξία τους.»
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε. «Θέλει να τα πάρει πίσω;»
Ο Τσεν Μπινγκ έγνεψε ελαφρά. «Έτσι φαίνεται.»
Η Ρουό-Σι έσφιξε τα δάχτυλά της μέσα στο μανίκι της. «Και το Νανγκού; Τι
αξία έχει πραγματικά;»
Ο Τσεν Μπινγκ άπλωσε τον χάρτη. «Μεγάλη. Είναι εύφορη γη. Κοντά στον
ποταμό που τροφοδοτείται από παραπόταμους του μεγάλου συστήματος του βορρά. Το
έδαφος είναι υγρό, πλούσιο. Ιδανικό για ρύζι στις χαμηλές εκτάσεις και για
καλλιέργεια μουριών στα πιο ψηλά σημεία. Εκεί μπορούμε να παράγουμε μετάξι και
σιτηρά μαζί.»
Έδειξε μια διαδρομή.
«Το πρόβλημα είναι η απόσταση από το Λο Τζιάνγκ. Δυό μέρες με άλογο. Η
μεταφορά είναι δύσκολη και ακριβή. Οι δρόμοι περνούν από περιοχές με κακή φήμη,
ληστές, καθυστερήσεις, απώλειες.»
Ο Γκούο Ρεν έσφιξε το σαγόνι. «Αν όμως στήσουμε αποθήκες εκεί;»
Ο Τσεν Μπινγκ κούνησε το κεφάλι. «Θα μειωθεί το κόστος μεταφοράς, ναι.
Αλλά τότε χρειάζεστε άνθρωπο εκεί. Κάποιον να εποπτεύει συνεχώς. Οι ντόπιοι δεν
είναι αξιόπιστοι για τέτοια ευθύνη. Αλλά δεν μπορείς να αφήνεις μια τέτοια
επένδυση χωρίς μάτι.»
Ο Γκούο Ρεν πήρε βαθιά ανάσα. «Θα πηγαίνω εγώ.»
Η Ρουό-Σι τον κοίταξε απότομα. Ο Τσεν Μπινγκ σήκωσε το χέρι του ήρεμα. «Όχι
μόνος σου.»
Σιώπησε για λίγο, σαν να ζύγιζε κάτι που δεν έλεγε εύκολα. «Έχω ακούσει
για έναν άνθρωπο…»
«Ποιον;» ρώτησε η Ρουό-Σι.
«Έναν αναχωρητή. Μοναχικού τύπου. Δεν ανήκει σε κανένα μοναστήρι, αλλά
ζει σαν να ανήκει σε όλα. Λένε πως δεν κοιμάται σχεδόν ποτέ, πως δεν αγγίζει
χρήματα ή αγαθά. Είναι απόλυτα δίκαιος σε σημείο που κάποιοι τον θεωρούν
παράξενο.»
Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε το φρύδι. «Και θα δεχτεί να δουλέψει για εμάς;»
Ο Τσεν Μπινγκ τον κοίταξε. «Δεν δουλεύει για κανέναν. Αλλά ίσως πειστεί
να παρατηρεί. Και να κρίνει. Αν τον πείσουμε ότι είναι θέμα δικαιοσύνης και όχι
συμφέροντος… μπορεί να έρθει.»
Η Ρουό-Σι έμεινε σιωπηλή. Ο κόσμος γύρω τους δεν ήταν πλέον απλός. Δεν
ήταν μόνο γη και αριθμοί. Ήταν αποφάσεις που έδεναν το παρελθόν με το μέλλον
και ανθρώπους που έπρεπε να σταθούν όρθιοι μέσα σε αυτό.
ο
δρόμος για το Νανγκού
Την επόμενη αυγή, πριν ακόμη ανοίξει πλήρως η αγορά του Λο Τζιάνγκ, ο
Γκούο Ρεν είχε ήδη ετοιμαστεί. Μαζί του ο Τσεν Μπινγκ. Μόνο δύο άλογα, ελαφριά
φορτωμένα, με τα απολύτως απαραίτητα. Ο δρόμος έξω από την πόλη ήταν ακόμα
υγρός από τη νυχτερινή δροσιά, και η ομίχλη έσπαγε χαμηλά πάνω από τα χωράφια.
Το πρώτο τμήμα της διαδρομής ήταν ήπιο. Καλλιεργημένες εκτάσεις, μικροί
οικισμοί, αγροτικοί δρόμοι που ακολουθούσαν τη φυσική ροή του νερού. Πέρασαν δίπλα
από αρδευτικά κανάλια και αποθήκες σιτηρών που ανήκαν σε μικρότερους
γαιοκτήμονες.
Σταμάτησαν για λίγο σε έναν σταθμό αλλαγής αλόγων, όχι μεγάλο, αλλά
αρκετό για νερό και σύντομη ξεκούραση. Ο Τσεν Μπινγκ δεν κατέβηκε πολύ ώρα·
έλεγχε τον χρόνο με ακρίβεια, σαν να τον μετρούσε ήδη από την εκκίνηση.
Το μεσημέρι η γη άρχισε να αλλάζει. Το έδαφος έγινε πιο υγρό, τα χωράφια
πιο εκτεταμένα και λιγότερο οργανωμένα. Ο ποταμός, που μέχρι τότε ακουγόταν
μακριά, άρχισε να πλησιάζει.
Το απόγευμα πέρασαν μια μικρή ξύλινη γέφυρα. Κάτω της το νερό ήταν πιο
βαρύ, πιο αργό. Εκεί έκαναν τη δεύτερη στάση τους. Ένας μικρός ξενώνας για
ταξιδιώτες και αγγελιοφόρους, με δύο στάβλους και μια αυλή γεμάτη λάσπη. Δεν
έμειναν παρά όσο χρειάστηκε να ξεκουραστούν τα άλογα.
Όταν ξαναξεκίνησαν, ο ήλιος έγερνε ήδη. Η ορατότητα έπεφτε, και ο δρόμος
άδειαζε από ανθρώπους. Σε εκείνο το τμήμα, ο Τσεν Μπινγκ έγινε πιο σιωπηλός. «Εδώ
αρχίζουν οι πιο δύσκολες περιοχές,» είπε μόνο. Και δεν είπε τίποτα άλλο.
Τη νύχτα στάθμευσαν σε μικρό φυλάκιο δρόμου, ένα από εκείνα τα πρόχειρα
σημεία που δεν ανήκαν σε καμία πόλη αλλά χρησιμοποιούνταν από όλους. Κοιμήθηκαν
ελαφρά. Ο Γκούο Ρεν όχι καλά· ο Τσεν Μπινγκ σχεδόν καθόλου.
Με το πρώτο φως ξεκίνησαν ξανά. Το πρωινό της δεύτερης ημέρας ήταν πιο
σκληρό. Ο δρόμος γινόταν στενός, με χαμηλούς λόφους και περάσματα που έκρυβαν
την ορατότητα. Εκεί ο Τσεν Μπινγκ δεν άφηνε το βλέμμα του να χαλαρώσει. Πέρασαν
από ένα σημείο όπου ο δρόμος έδειχνε πατημένος πρόσφατα από καραβάνι.
Ο Τσεν Μπινγκ σταμάτησε για λίγο, κατέβηκε, άγγιξε το έδαφος. «Δεν είναι
ασφαλές πάντα εδώ,» είπε.
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε, αλλά συγκράτησε τη σημείωση.
Το μεσημέρι άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια του Νανγκού: χαμηλές
εκτάσεις γεμάτες νερό, αναχώματα, και στο βάθος γραμμές από μουριές που έσπαγαν
το τοπίο σαν σκοτεινές κλωστές πάνω στο πράσινο.
Η ατμόσφαιρα άλλαξε αμέσως. Από μετακίνηση, έγινε έλεγχος. Όταν τελικά
έφτασαν στο κεντρικό σημείο των κτημάτων, ο Τσεν Μπινγκ δεν κατέβηκε αμέσως. Κοίταξε
πρώτα τη γη. Και μετά είπε ήρεμα: «Εδώ είναι που θα κριθούν όλα. Όχι στο Λο
Τζιάνγκ.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε. Απλώς κοίταξε την έκταση που απλωνόταν μπροστά
τους, γη εύφορη, βαριά, και ταυτόχρονα απαιτητική, σαν να περίμενε να δει ποιος
θα αντέξει να τη διαχειριστεί.
Στην είσοδο των κτημάτων υπήρχε ένα μεγάλο πέτρινο σπίτι, χτισμένο παλιά
από τον ίδιο τον Ντου Τσενγκ-Γουέι όταν πρωτοαγόρασε τη γη. Δεν ήταν πολυτελές·
ήταν πρακτικό, με αποθήκες στο πίσω μέρος, στάβλους χαμηλά και ένα μεγάλο
δωμάτιο στο κέντρο που λειτουργούσε σαν χώρος διαμονής για τον άρχοντα και τους
επισκέπτες.
Εκεί έμεναν ο Τσεν Μπινγκ, και ο ίδιος ο Ντου Τσενγκ-Γουέι στις
επισκέψεις του. Και τώρα, μετά από χρόνια, οι τοίχοι έμοιαζαν να θυμούνται
ακόμη τα βήματά τους. Το σπίτι τους υποδέχτηκε χωρίς θόρυβο. Μόνο ένας έμπιστος
χωρικός τους περίμενε ήδη στην αυλή, ο
Λι Σαν, άνθρωπος που δούλευε στα κτήματα από την εποχή του Ντου Τσενγκ-Γουέι.
Τα χέρια του ήταν τραχιά, αλλά το βλέμμα καθαρό.
«Επιστρέψατε τελικά,» είπε, υποκλινόμενος.
Ο Τσεν Μπινγκ έγνεψε. «Αυτός είναι ο Γκούο Ρεν, ο γιος του αφέντη μας.»
Ο Λι Σαν υποκλίθηκε βαθύτερα αυτή τη φορά. «Τότε τα κτήματα έχουν ξανά
τον κύριό τους.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε αμέσως. Ένιωθε το βάρος της φράσης περισσότερο
απ’ όσο περίμενε.
Μπήκαν στο εσωτερικό δωμάτιο. Ένα
μικρό λυχνάρι άναψε. Η νύχτα είχε ήδη πέσει πάνω από το Νανγκού.
Ο Τσεν Μπινγκ δεν έχασε χρόνο. «Πες μας…» είπε στον Λι Σαν.
Ο χωρικός έσφιξε τα χέρια του. «Ήρθαν άνθρωποι του Χουάνγκ Σι-Ντε.»
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το βλέμμα. «Ποιος είναι;»
Ο Λι Σαν απάντησε προσεκτικά. «Έμπορος μεγάλου πλούτου από τον νότο. Δεν
φαίνεται μόνο για γη. Θέλει τον ποταμό. Θέλει να χτίσει μεγάλα αποθηκευτικά
κέντρα εδώ, και να κάνει το Νανγκού ενδιάμεσο σταθμό για το μετάξι που περνά
προς τις παράκτιες πόλεις.»
«Είναι ο γιος εκείνου που αγοράσαμε τη γη τους;» τον ρώτησε ο Τσεν
Μπινγκ.
«Όχι απάντησε» ο Λι Σαν. «Ίσως έχουν κάποια
μακρυνή συγγένεια».
Σταμάτησε λίγο.
«Αν το καταφέρει, θα κερδίζει περισσότερο από το ίδιο το εμπόριο των
προϊόντων. Θα ελέγχει τη ροή.»
Ο Τσεν Μπινγκ έγνεψε αργά. «Δηλαδή δεν θέλει τη γη για καλλιέργεια.»
«Όχι,» είπε ο Λι Σαν. «Τη θέλει για κίνηση.»
Ο Τσεν Μπινγκ συνέχισε. «Και ο αναχωρητής; Ο άνθρωπος που λέγεται ότι
ζει εδώ;»
Ο Λι Σαν χαμήλωσε λίγο το βλέμμα. «Ήταν εδώ. Μέχρι πριν λίγο καιρό.»
«Τι σημαίνει “ήταν”;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
Ο χωρικός δίστασε. «Τον έδιωξαν.»
Ο Τσεν Μπινγκ στένεψε τα μάτια. «Ποιος;»
«Οι άνθρωποι του Χουάνγκ Σι-Ντε. Ήρθαν πριν λίγες εβδομάδες. Του είπαν
ότι τα κτήματα έχουν νέο αφέντη. Ότι δεν έχει δικαίωμα να μένει εδώ ούτε να
μαζεύει τίποτα.»
Σιώπησε για λίγο και μετά συνέχισε κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του: «Ο
παλιός αφέντης, ο Ντου Τσενγκ-Γουέι, του είχε δώσει ελευθερία. Έμενε στα όρια
των χωραφιών, μάζευε ό,τι χρειαζόταν. Και όταν κάποια οικογένεια δεν είχε να
φάει… τους έδινε.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε ακίνητος.
Ο Τσεν Μπινγκ δεν σχολίασε. Απλώς ρώτησε: «Πού πήγε;»
Ο Λι Σαν κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρει κανείς.»
Τότε ο Τσεν Μπινγκ σηκώθηκε. «Αύριο θα μαζευτούν όλοι οι εργάτες.»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε. «Γιατί;»
Ο Τσεν Μπινγκ απάντησε ήρεμα: «Γιατί τώρα πρέπει να ξέρουν ποιος κρατά
πραγματικά τη γη.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Και γιατί ο Γκούο Ρεν έχει κάτι να τους
ανακοινώσει.»
Το πέτρινο σπίτι στο Νανγκού είχε βυθιστεί σε εκείνη τη βαριά νυχτερινή
ησυχία που δεν ανήκει ούτε στην πόλη ούτε στην ύπαιθρο. Το λυχνάρι έκαιγε
χαμηλά στο κεντρικό δωμάτιο, ρίχνοντας σκιές πάνω στους τοίχους που είχαν δει
παλιές αποφάσεις του Ντου Τσενγκ-Γουέι και τώρα φιλοξενούσαν ξανά τους ίδιους
διαδρόμους σκέψης.
Ο Γκούο Ρεν καθόταν μπροστά στον χάρτη. Ο Τσεν Μπινγκ όρθιος, ελαφρώς
σκυμμένος πάνω από το ξύλο.
«Υπάρχει ένα πρόβλημα στη διαδρομή,» είπε ο Τσεν Μπινγκ χωρίς προοίμιο.
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το βλέμμα. «Ποιο;»
Ο Τσεν Μπινγκ άπλωσε το χέρι του και χάραξε με το δάχτυλο τη γραμμή
ανάμεσα στο Λο Τζιάνγκ και το Νανγκού. «Εδώ. Η απόσταση είναι πάνω από διακόσια
λι, μπορεί και διακόσια είκοσι (120 χιλιόμετρα). Δεν είναι μεγάλη, αλλά ούτε
και μικρή για εμπορεύματα που πρέπει να κινούνται σταθερά. Κάθε καθυστέρηση
εδώ, γίνεται ζημία εκεί.»
Ο Γκούο Ρεν έγειρε πίσω. «Το ξέρουμε ήδη ότι είναι δύσκολο. Γι’ αυτό
ήρθαμε να δούμε τι θα κρατήσουμε και τι όχι.»
Ο Τσεν Μπινγκ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι. Δεν είναι θέμα να
κόψουμε. Είναι θέμα να ελέγξουμε τη διαδρομή.»
Σιώπησε μια στιγμή και μετά συνέχισε πιο σταθερά: «Υπάρχουν άγονα
χωράφια ανάμεσα.»
Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε το φρύδι. «Άγονα;»
«Δεν δίνουν τίποτα ως καλλιέργεια,» απάντησε ο Τσεν Μπινγκ. «Αλλά για
εμάς μπορούν να δώσουν κάτι άλλο.»
Ο Γκούο Ρεν έγειρε μπροστά. «Μίλα καθαρά.»
Ο Τσεν Μπινγκ έδειξε δύο σημεία στον χάρτη. «Εδώ και εδώ. Αν στήσουμε
μικρές αποθήκες, δεν χρειάζεται τίποτα μεγάλο. Μόνο χώρος για εμπορεύματα που
θα μένουν λίγες ημέρες. Μοιράζουμε την απόσταση. Το ταξίδι δεν είναι πια ένα
ενιαίο ρίσκο.»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε προσεκτικά. «Αποθήκες… σε άγονα χωράφια;»
«Ακριβώς εκεί,» είπε ο Τσεν Μπινγκ. «Όπου κανείς άλλος δεν βλέπει αξία,
εμείς βλέπουμε έλεγχο.»
Έκανε μια παύση. «Από το Λο Τζιάνγκ μπορούμε να στέλνουμε μικρότερες
ομάδες. Δεν χρειάζεται να διασχίζουν όλη τη διαδρομή. Σταματούν εδώ, φορτώνουν,
και επιστρέφουν.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σκεπτικός.
«Και ποιος θα τις φυλάει; Δεν μπορούμε να χτίσουμε αποθήκες χωρίς
ανθρώπους.»
Ο Τσεν Μπινγκ δεν δίστασε.
«Δεν χρειάζονται πολλοί φρουροί. Ούτε στρατός. Μικρές ομάδες. Αλλά
σταθερές. Και άνθρωποι που γνωρίζουν τη διαδρομή.»
Ο Γκούο Ρεν έσφιξε τα χείλη. «Και αν χαθούν πράγματα; Αν γίνει επίθεση;»
«Τότε θα ξέρουμε πού έγινε,» απάντησε ψυχρά ο Τσεν Μπινγκ. «Τώρα δεν
ξέρουμε καν πού χάνεται το κέρδος.»
Ο ήχος από το λυχνάρι ήταν το μόνο που ακουγόταν. Ο Τσεν Μπινγκ συνέχισε
πιο ήρεμα: «Και όταν αδειάζουν οι ενδιάμεσες αποθήκες, θα τις ξαναγεμίζουν οι
άνθρωποί μας από το Νανγκού. Έτσι το σύστημα μένει ζωντανό. Δεν εξαρτάται από
μία μόνο διαδρομή.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο ακίνητος. «Δηλαδή… κάνουμε τη γη να δουλεύει
όχι μόνο με καλλιέργεια, αλλά και με κίνηση.»
Ο Τσεν Μπινγκ έγνεψε. «Ακριβώς. Η γη εδώ δεν είναι μόνο αυτό που
παράγει. Είναι και αυτό που συνδέει.»
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε ξανά τον χάρτη, σαν να έβλεπε τώρα για πρώτη φορά
όχι απλώς κτήματα, αλλά μια γραμμή που μπορούσε να γίνει δίκτυο. «Και αν
πετύχει;»
Ο Τσεν Μπινγκ δεν χαμογέλασε. «Τότε το Νανγκού δεν θα είναι περιουσία.» Έσκυψε
ελαφρά προς τα εμπρός. «Θα είναι κόμβος.»
Και μέσα στη σιωπή που ακολούθησε, το πέτρινο σπίτι στο Νανγκού έμοιαζε
για πρώτη φορά να μην είναι απλώς τόπος διαμονής αλλά η αρχή ενός συστήματος
που μόλις άρχιζε να γεννιέται.
Οι
προγραμματικές δηλώσεις του νέου άρχοντα
Το επόμενο πρωί στο Νανγκού είχε μια καθαρότητα σχεδόν τελετουργική. Οι
εργάτες συγκεντρώθηκαν μπροστά στο μεγάλο πέτρινο σπίτι, εκεί όπου άλλοτε
στεκόταν ο Ντου Τσενγκ-Γουέι για να δώσει εντολές ή να ακούσει αναφορές. Τώρα ο
χώρος έμοιαζε διαφορετικός: πιο σιωπηλός, αλλά και πιο αυστηρός, σαν να είχε
επιστρέψει η πειθαρχία χωρίς ακόμη να έχει αποκτήσει φωνή. Δεν υπήρχε φωνή
πλήθους. Μόνο η διάταξη. Σειρές ανθρώπων, σχεδόν όπως στρατιωτική αναφορά, όχι
από φόβο, αλλά από συνήθεια που είχε μείνει από παλαιότερες εποχές του οίκου.
Ο Τσεν Μπινγκ στάθηκε πρώτος μπροστά τους. Το βλέμμα του πέρασε αργά
πάνω από τα πρόσωπα. «Το Νανγκού δεν αλλάζει αφέντη σήμερα,» είπε ήρεμα. «Απλώς
γίνεται ξανά ορατό σε αυτούς που το δουλεύουν.»
Δεν ύψωσε τη φωνή του. Δεν χρειάστηκε.
«Από σήμερα, οι αναφορές δεν θα
χάνονται στη μέση της διαδρομής. Θα ξέρετε πού πηγαίνει ό,τι παράγετε και
γιατί.»
Μια μικρή παύση.
«Και θα ξέρετε επίσης ότι για αυτό που
χάνεται, θα λογοδοτεί αυτός που ευθύνεται.»
Δεν ήταν απειλή. Ήταν διαπίστωση.
Ο Γκούο Ρεν στάθηκε δίπλα του. Για μια στιγμή δεν μίλησε. Ήταν η πρώτη
φορά που στεκόταν έτσι μπροστά σε τόσους ανθρώπους όχι ως γιος, αλλά ως υπεύθυνος.
«Δεν θα σας υποσχεθώ εύκολη δουλειά,» είπε στους εργάτες της γης.
Το πλήθος παρέμεινε ήσυχο. «Αλλά θα σας υποσχεθώ δίκαιη ανταμοιβή.»
Έκανε ένα βήμα μπροστά. «Από σήμερα, η αμοιβή δεν θα δίνεται μόνο με
βάση τη θέση ή την παλιά συνήθεια. Θα δίνεται με βάση την προσφορά του καθενός.
Όσο περισσότερο στηρίζεις τη γη, τόσο περισσότερο θα σε στηρίζει κι εκείνη.»
Κάποιοι εργάτες αντάλλαξαν βλέμματα. Δεν ήταν όλοι συνηθισμένοι σε
τέτοια λόγια. Άλλοι έγνεψαν αργά, σαν να αναγνώριζαν κάτι που έπρεπε να είχε
ειπωθεί εδώ και χρόνια.
Η φράση «δικαιοσύνη» δεν ειπώθηκε, αλλά φαινόταν να αιωρείται ήδη πάνω
από το πλήθος. Στο βάθος, ένας μικρός αναβρασμός κινήθηκε ανάμεσα στις σειρές. Ένας
άνδρας προχώρησε διστακτικά. Φορούσε απλά ρούχα, φθαρμένα αλλά καθαρά. Τα
μαλλιά του ήταν δεμένα πρόχειρα, και το βλέμμα του δεν κοιτούσε κανέναν ευθέως
σαν να είχε μάθει για χρόνια να κοιτάζει πάντα λίγο πιο πέρα από τους
ανθρώπους.
Κάποιοι εργάτες γύρισαν και τον κοίταξαν με προσοχή. Ένας ψίθυρος
απλώθηκε, όχι δυνατός, αλλά αρκετός για να σπάσει τη
συμμετρία της αναφοράς. Ο Τσεν Μπινγκ έκανε ένα διακριτικό νεύμα προς το
πλήθος. Η κίνηση ήταν ελάχιστη, αλλά αρκετή για να τους καθησυχάσει. Ο άνδρας
δεν πλησίασε άλλο.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε ευθέως. «Ποιος είσαι;» ρώτησε.
Για μια στιγμή ο άγνωστος έμεινε ακίνητος, σαν να ζύγιζε αν η ερώτηση
άξιζε απάντηση. «Κάποτε με άφησαν να μένω εδώ,» είπε τελικά. «Ο Ντου
Τσενγκ-Γουέι δεν με έδιωξε ποτέ.»
Μικρή παύση.
«Μου επέτρεπε να κινούμαι στα όρια των χωραφιών. Να μαζεύω ό,τι δεν
χρειαζόταν κανείς. Και όταν κάποια οικογένεια δεν είχε να φάει… τους το έδινα.»
Το πλήθος έμεινε σιωπηλό. Δεν ήταν έκπληξη. Ήταν μνήμη. Ο Γκούο Ρεν τον
παρατήρησε πιο προσεκτικά τώρα, σαν να προσπαθούσε να τον τοποθετήσει σε έναν
παλιό χάρτη που δεν είχε ποτέ ολοκληρωθεί.
Ο Τσεν Μπινγκ έκανε ένα βήμα μπροστά. «Και τώρα;» ρώτησε ήρεμα.
Ο άνδρας χαμήλωσε το βλέμμα. «Οι άνθρωποι του Χουάνγκ Σι-Ντε μου είπαν
ότι δεν έχω θέση εδώ πια.»
«Θέση εδώ έχουν όσοι είχαν και στο παρελθόν» είπε δυνατά ο Γκούο Ρεν.
Η φράση αντήχησε σαν τετελεσμένο γεγονός.
Ο Τσεν Μπινγκ δεν μίλησε αμέσως. Μετά κοίταξε τον αναχωρητή «Κανείς δεν
σε ενημέρωσε,» είπε «ότι η γη αλλάζει τρόπο, όχι ψυχή. Ότι αφέντες της είναι
εκείνοι που ήταν; Οι Ντου. Η γενηά μπορεί να αλλάζει. Η ψυχή μένει η ίδια.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πυκνή. Και μέσα της, μερικά πρόσωπα άλλαξαν
έκφραση όχι χαράς, αλλά ανακούφισης. Σαν κάτι που είχε στραβώσει καιρό και σα να
έβρισκε για πρώτη φορά μια πιθανή διόρθωση.
Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς το σύνολο των εργατών. Η φωνή του δεν ήταν
υψηλή, αλλά καθαρή. «Οι συμφωνίες του πατέρα μου παραμένουν ως έχουν.» Σταμάτησε
για μια στιγμή. «Είμαι εδώ για να τις συνεχίσω.»
Ένα κύμα προσοχής πέρασε από το πλήθος.
«Η γη δεν πουλιέται. Οι άνθρωποί της
δεν πουλιούνται.»
Η παύση αυτή τη φορά ήταν πιο σταθερή. «Η γη αυτή είναι δική σας πρώτα
και μετά δική μου.»
Μερικοί εργάτες αντάλλαξαν βλέμματα, σαν να μην είχαν συνηθίσει ποτέ
αυτή τη σειρά των λέξεων.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε: «Οι φτωχοί θα έχουν δικαίωμα να δανείζονται από το
περίσσευμά μας. Όχι ως χάρη. Ως τάξη.»
Για πρώτη φορά, η αυλή δεν έμοιαζε απλώς με χώρο εργασίας. Έμοιαζε με
τόπο όπου κάτι είχε αρχίσει να επαναορίζεται όχι μόνο η ιδιοκτησία της γης,
αλλά και η σχέση της με τους ανθρώπους που τη ζούσαν.
ο
δρόμος για την επιστροφή στο Λο Τζιάνγκ
Η αναζήτηση των άγονων χωραφιών δεν έγινε με χάρτες με την ίδια διαδρομή
πάνω στον ίδιο δρόμο που ένωνε το Λο Τζιάνγκ με το Νανγκού.
Ο Τσεν Μπινγκ και ο Γκούο Ρεν ξεκίνησαν νωρίς, αυτή τη φορά χωρίς
βιασύνη. Δεν έψαχναν γη καλλιεργήσιμη· έψαχναν γη “ξεχασμένη”. Τμήματα που δεν
είχαν νερό για καλλιέργεια, που δεν ανήκαν σε ισχυρές οικογένειες, που οι
τοπικοί χωρικοί άφηναν στην άκρη γιατί δεν απέδιδαν τίποτα.
Ήταν ο Τσεν Μπινγκ που αναγνώριζε τα σημάδια πρώτος: το χώμα που δεν
κρατούσε υγρασία, τα πετρώδη σημεία κοντά σε μικρές ανυψώσεις, τις λωρίδες γης
που κανείς δεν έσπερνε ούτε καν για ζωοτροφή. Δεν είχαν αξία για τους αγρότες, αλλά
είχαν θέση για τον δρόμο.
«Εδώ,» είπε μια φορά, σταματώντας το άλογό του. «Δεν θα το διεκδικήσει
κανείς εύκολα.»
Σε μία από αυτές τις διαδρομές, καθώς το μονοπάτι άνοιγε κοντά σε μια
μικρή φυσική πηγή, είδαν έναν ηλικιωμένο άνδρα καθισμένο στο πλάι του δρόμου.
Ήταν μόνος. Δίπλα του ένα καλάθι, σχεδόν άδειο. Ένα ραβδί ακουμπισμένο
στο χώμα. Δεν ζητούσε τίποτα απλώς έμοιαζε να βρίσκεται εκεί γιατί δεν είχε
ακόμη αποφασίσει αν μπορεί να συνεχίσει πιο πέρα.
Ο Τσεν Μπινγκ σταμάτησε πρώτος. Κατέβηκε από το άλογο και πλησίασε χωρίς
βιασύνη.
«Πόσο καιρό είσαι εδώ;» ρώτησε.
Ο γέροντας σήκωσε αργά το κεφάλι.
«Αρκετό για να ξεχάσω πότε έφυγα από
το χωριό,» απάντησε.
Ο Γκούο Ρεν κατέβηκε κι εκείνος. Δεν είπε τίποτα στην αρχή. Κοίταξε την
πηγή, καθαρό νερό που έτρεχε αδιάκοπα, σαν να μην ενδιαφερόταν για τίποτα γύρω
της.
Ο Τσεν Μπινγκ έβγαλε λίγο φαγητό από το σακίδιο του και το άφησε δίπλα
στον άνδρα. «Φάε,» είπε απλά.
Ο γέροντας δίστασε, αλλά τελικά το πήρε με τα χέρια που έτρεμαν. Καθώς
έτρωγε, ο Τσεν Μπινγκ έδειξε τη γη γύρω τους.
«Αυτό το μέρος,» είπε χαμηλά, «ποιος το κατέχει;»
Ο γέροντας γέλασε ελαφρά, χωρίς χαρά. «Κανείς και όλοι. Όπως πάντα.»
Ο Γκούο Ρεν αντάλλαξε βλέμμα με τον Τσεν Μπινγκ.
Ήταν ακριβώς αυτό που έψαχναν.
Ο Τσεν Μπινγκ έσκυψε λίγο πιο κοντά στο γέροντα. «Αν κάποιος το αγόραζε…
θα υπήρχε αντίρρηση;»
Ο γέροντας σήκωσε τους ώμους. «Αν πληρώσεις τους σωστούς ανθρώπους, όλα
ανήκουν σε κάποιον. Κάπου εκεί κάτω είναι μια οικογένεια. Αυτοί κάτι θα ξέρουν.»
«Δεν χρειάζονται συμβόλαια μεγάλα,» είπε ο Τσεν Μπινγκ καθώς προχωρούσαν
για το σπίτι που φαινόταν στο βάθος.
«Χρειάζονται συμφωνίες με αυτούς που ζουν δίπλα στον δρόμο. Μικρές, σταθερές,
επαναλαμβανόμενες.»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε. «Και αν κάποιος αρνηθεί;»
Ο Τσεν Μπινγκ δεν απάντησε αμέσως. «Τότε απλώς προχωράμε στο επόμενο
σημείο.»
η
αποθήκη κοντά στο Νανγκού
Βρίσκονταν ήδη στο πρώτο πραγματικά κατάλληλο σημείο, μια επίπεδη λωρίδα
γης λίγο πιο πέρα από την πηγή. Κοντά τους υψωνόταν το μικρό σπίτι μιας αγροτικής
οικογένειας, με την πλίνθινη σκεπή και τον καπνό που ανέβαινε αργά από το
τζάκι. Η γη ήταν χέρσα. Οριακά άχρηστη για καλλιέργεια, αλλά ιδανική για στάση
καραβανιών.
Ο Τσεν Μπινγκ προχώρησε πρώτος προς την οικογένεια, που στεκόταν έξω από
το σπίτι: ο πατέρας Μάο Τζουν, η μητέρα Α-Μέι και ο μεγαλύτερος γιος τους, Μάο
Γινγκ. Η αυλή ήταν μικρή και φτωχική, με λίγα καλάθια γεμάτα σιτάρι και μια
κατσίκα που βοσκούσε ατάραχη δίπλα στο φράχτη.
«Αυτό το κομμάτι,» είπε ο Τσεν Μπινγκ δείχνοντας τη γη, «το
χρησιμοποιείτε;»
Ο Μάο Τζουν κούνησε το κεφάλι. «Μόνο για ζώα, όταν δεν βρίσκουν αλλού.»
Ο Γκούο Ρεν μπήκε στη συζήτηση. «Αν σας το αγοράζαμε;»
Ο άνδρας τον κοίταξε προσεκτικά. «Για ποιο λόγο; Δεν δίνει τίποτα.»
«Για να γίνει σταθμός του δρόμου,» απάντησε ο Τσεν Μπινγκ. «Μικρή
αποθήκη. Για εμπορεύματα.»
Η οικογένεια αντάλλαξε βλέμματα. Δεν υπήρχε αμφιβολία, μόνο απορία για
το γιατί κάποιος θα πλήρωνε για κάτι που δεν αποδίδει.
Η συμφωνία έγινε γρήγορα. Χωρίς παζάρια. Χωρίς πίεση. Μικρό ποσό, άμεση πληρωμή.
Όπως έπρεπε.
Όταν ο Γκούο Ρεν έδωσε τα χρήματα, ο Μάο Τζουν τα κοίταξε σαν να μην
ήταν το βάρος τους οικονομικό, αλλά συμβολικό.
Τότε ο Τσεν Μπινγκ πρόσθεσε: «Και θα το φυλάτε για εμάς.»
Ο άνδρας συνοφρυώθηκε. «Να το φυλάμε;»
«Ναι,» είπε ο Τσεν Μπινγκ. «Αν κάποιος πλησιάσει, αν κάτι συμβεί, θα μας
ειδοποιείτε.»
Η Α-Μέι γέλασε αχνά. «Εδώ δεν έρχεται κανείς. Ποιος να το πειράξει;»
Αυτό ήταν ακριβώς το επιχείρημα που το έκανε χρήσιμο. Δεν είχαν τίποτα
να χάσουν, άρα είχαν κάτι να προστατεύσουν χωρίς κόστος.
«Και θα έχετε και όφελος,» είπε ο Γκούο Ρεν. «Όταν περνάνε τα καραβάνια,
θα μπορείτε να πουλάτε νερό, τροφή, ό,τι μπορείτε να προσφέρετε.»
Η ιδέα αυτή άλλαξε ελαφρά το βλέμμα του γιου της οικογένειας. Όχι πλούτο,
αλλά κίνηση. Όχι γη, αλλά ροή ανθρώπων.
Η πρώτη αποθήκη θα χτιζόταν εκεί. Αλλά το πρόβλημα δεν ήταν η γη. Ήταν
οι εργάτες.
Ο Τσεν Μπινγκ το είπε ανοιχτά καθώς έφευγαν: «Η γη είναι εύκολη. Οι
άνθρωποι είναι δύσκολοι.»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε. «Θα βρούμε από το Νανγκού.»
Ο Τσεν Μπινγκ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν χρειάζεται.» Και τελικά
αποδείχθηκε ότι είχε δίκιο. Η ίδια η οικογένεια πρόσφερε βοήθεια. Ο Γινγκ έφερε
δύο ξαδέλφια του, και ο Μάο Τζουν οργάνωσε τα πρώτα πρόχειρα υλικά – σανίδες,
καλάμια και λίθους. Η Α-Μέι υποδείκνυε πού “κάθεται” καλύτερα η κατασκευή, δείχνοντας
μικρές γωνίες που θα την προστάτευαν από τον αέρα και τη βροχή. Δεν ήταν
εργάτες με την κλασική έννοια. Ήταν συμμετέχοντες, μέρος ενός νέου σχεδίου που σιγά-σιγά
αποκτούσε σχήμα, ενός σχεδίου που έσπαζε την ηρεμία και τη μοναξιά των αγρών
τους και γι’ αυτό όλοι εργάζονταν με
ενθουσιασμό.
Μέχρι να τελειώσουν την πρώτη πρόχειρη βάση, είχαν ήδη εντοπίσει το
επόμενο σημείο. Ένα ακόμη κομμάτι γης. Λίγο πιο πέρα. Και ο δρόμος, που μέχρι
πριν δύο ημέρες ήταν απλώς απόσταση, είχε αρχίσει να αποκτά δομή.
Όταν επέστρεψαν στο Λο Τζιάνγκ, δεν γύριζαν απλώς από μια επιθεώρηση. Γύριζαν
με έναν σχεδιασμό που είχε αρχίσει ήδη να στέκεται πάνω στο χώμα.
Η
κοπέλλα με τα γαλάζια μάτια
Ο ψυχρός
αέρας περνούσε μέσα από τα στενά του Λο Τζιανγκ και σήκωνε τη μυρωδιά της
βρεγμένης γης και του καμένου ξύλου. Η Ρουό-Σι στεκόταν κάτω από το ξύλινο
υπόστεγο του σπιτιού των Ντου και κοίταζε τον δρόμο προς το Νανγκού. Περίμενε
τον αδελφό της, τον Γκούο Ρεν. Το φως της αυγής άγγιζε τα μάτια της και τα
έκανε να μοιάζουν σχεδόν διάφανα.
Στο Λο Τζιανγκ οι άνθρωποι απέστρεφαν συχνά το βλέμμα όταν την
συναντούσαν. Άλλοι ψιθύριζαν πως είχε αίμα δαιμόνων των βουνών. Η Ρουό-Σι είχε δέρμα πιο ανοιχτό από των
γυναικών της πόλης, λεπτή μύτη και μάτια γαλανά σαν παγωμένο νερό. Ακόμη και τα
μαλλιά της, κατάμαυρα όπως όλων, έφεγγαν καστανά κάτω από τον ήλιο.
Μόνο ο Γκούο Ρεν δεν την κοιτούσε ποτέ σαν ξένη. Κι όμως, ξένη ήταν. Πολύ
πριν βρεθεί στο σπίτι των Ντου, πριν της δώσουν το όνομα Ρουό-Σι, γεννήθηκε στα
ψυχρά βουνά του Σονγκπάν. Το Σονγκπάν ήταν πόλη από πέτρα και άνεμο. Ψηλά τείχη
προστάτευαν τους δρόμους όπου περνούσαν καραβάνια φορτωμένα τσάι, αλάτι,
δέρματα και άλογα. Θιβετιανοί με κόκκινες πλεξούδες, μουσουλμάνοι Χούι, έμποροι
από τη δύση και στρατιώτες της αυτοκρατορίας ανακατεύονταν καθημερινά στις
αγορές. Εκεί ζούσε η μητέρα της. Την έλεγαν Σαϊρίν.
Ήταν παλλακίδα σ’ ένα σπίτι πλούσιου εμπόρου αλόγων, του Σεν Γιουτάι. Η
Σαϊρίν είχε μάτια γαλάζια σαν ουρανός μετά από χιόνι, και ο Σεν Γιουτάι την
είχε αγοράσει επειδή η ομορφιά της έκανε τους άντρες να σωπαίνουν. Στην αρχή
την ήθελε μόνο για στολίδι στα συμπόσιά του. Ύστερα την αγάπησε όσο μπορούσε να
αγαπήσει ένας άνθρωπος που μετρούσε τα πάντα σε ασήμι. Τα βράδια εκείνη
τραγουδούσε παλιά τραγούδια των βουνών, κι εκείνος ξεχνούσε για λίγο τις
συμφωνίες και τα καραβάνια του.
Όταν όμως γεννήθηκε το παιδί, ο φόβος μπήκε στο σπίτι. Το νεογέννητο
είχε τα ίδια γαλάζια μάτια με τη Σαϊρίν. Η πρώτη σύζυγος του Σεν Γιουτάι
απαίτησε να φύγει το παιδί. Οι υπηρέτες ήδη ψιθύριζαν πως δεν έμοιαζε κινέζικο,
πως θα έφερνε κακή τύχη, πως οι πρόγονοι δεν θα το δέχονταν ποτέ στο
οικογενειακό ιερό.
Ο Σεν Γιουτάι δεν ήταν σκληρός άνθρωπος. Ήταν όμως δειλός. Έμπορος
αλόγων από γενιά σε γενιά, καραβάνια φορτωμένα με τα πιο δυνατά και όμορφα ζώα
του περνούσαν τα βουνά του Σονγκπάν υπό την επίβλεψή του. Δεν ήθελε ποτέ να
αμφισβητείται· οι συμφωνίες του ήταν νόμος και η λέξη του σεβαστή όσο και τα
χιλιόμετρα που είχε διανύσει με τα μουλάρια του. Παρά τον πλούτο και τη δύναμη,
γνώριζε την αξία της ομορφιάς, της αφοσίωσης και της σιωπηλής θυσίας, κι έτσι
επέτρεψε στη Σαϊρίν να αποφασίσει για το παιδί της, παρά το βάρος των
κοινωνικών πιέσεων.
Έτσι κάλεσαν τη Χούι Τσενγκ. Η Χούι Τσενγκ ήταν γνωστή σ’ όλη τη δυτική Σετσουάν.
Γυρολόγα, πραματεύτρα, μεσίτρια βρεφών. Τα μουλάρια της κουβαλούσαν μεταξωτά,
βότανα, χτένες, αλλά και μυστικά οικογενειών που δεν έπρεπε να μαθευτούν ποτέ.
Πήρε το μωρό μέσα στη νύχτα. Η Σαϊρίν φίλησε το μέτωπο της κόρης της
μόνο μία φορά. Δεν έκλαψε όσο η Χούι Τσενγκ απομακρυνόταν μέσα στο χιόνι.
Έμεινε ακίνητη, σαν γυναίκα που είχε ήδη πεθάνει.
Μία εβδομάδα αργότερα, η Χούι Τσενγκ έφτασε στο Λο Τζιανγκ. Εκεί
συνάντησε τη Λάο Νινγκ, μια ηλικιωμένη μαμή που ήξερε όλες τις γεννήσεις, όλες
τις αποβολές και όλα τα μυστικά της περιοχής. Η Γιάο Γκουάνγκ, γυναίκα του
εμπόρου Τσενγκ-Τουέι, είχε χάσει το παιδί της λίγο πριν γεννήσει. Ο άντρας της
έλειπε μήνες στο ταξίδι προς τον νότο και κανείς δεν ήθελε να επιστρέψει
εκείνος και να βρει άδειο σπίτι.
Η Λάο Νινγκ πήρε το βρέφος στην αγκαλιά της και το κοίταξε προσεκτικά. «Τα
μάτια θα αλλάξουν όταν μεγαλώσει», είπε ψέματα. Έτσι έδωσαν το κορίτσι στη Γιάο
Γκουάνγκ.
Όταν ο Τσενγκ-Γουέι επέστρεψε, κουρασμένος από τον δρόμο και τις βροχές,
βρήκε μια γυναίκα αδύναμη στο κρεβάτι και ένα νεογέννητο κορίτσι τυλιγμένο σε
βαμβακερές κουβέρτες.
«Γεννήθηκε πρόωρα,» του είπαν. «Επτά μηνών. Οι πρόγονοι μάς λυπήθηκαν.»
Ο Τσενγκ-Τουέι δεν αμφισβήτησε τίποτα. Πήρε το παιδί στην αγκαλιά του
και το ονόμασε Ρουό-Σι.
Τώρα, δεκαεννέα χρόνια αργότερα, η Ρουό-Σι στεκόταν ακόμη στον ίδιο
δρόμο του Λο Τζιανγκ. Ο άνεμος ανακάτευε τα μαλλιά της. Οι περαστικοί
εξακολουθούσαν να την κοιτούν σαν να είχε έρθει από κάποιο μακρινό βασίλειο
πέρα από τα βουνά.
Μα εκείνη περίμενε μόνο τον Γκούο Ρεν.
Τον μόνο άνθρωπο που, όταν κοίταζε τα γαλάζια μάτια της, έβλεπε το σπίτι του.
μετά
το πρώτο ταξίδι στο Νανγκού
Ο ήλιος είχε ήδη χαμηλώσει πίσω από τα βουνά όταν ακούστηκε ο καλπασμός
στην αυλή. Η Ρουό-Σι πετάχτηκε από το κατώφλι, σαν να την τραβούσε αόρατο νήμα.
Πέντε μέρες περίμενε αυτόν τον ήχο, πέντε μέρες που της φάνηκαν σαν μήνες.
Η πύλη άνοιξε με τριγμό και ο Γκούο Ρεν εμφανίστηκε πάνω στο άλογο, σκονισμένος,
με τα ρούχα του να φέρουν τα σημάδια του δρόμου. Δίπλα του ο Τσεν Μπινγκ, πιο
ήρεμος, μα εξίσου κουρασμένος. Μα εκείνο που πρόσεξε πρώτη η Ρουό-Σι δεν ήταν η
κούραση· ήταν το βλέμμα του αδελφού της. Ένα βλέμμα γεμάτο φως.
«Ρουό-Σι…» πρόλαβε να πει εκείνος, πριν εκείνη τρέξει προς το μέρος του.
Στάθηκε μπροστά του, με τα μάτια της να ψάχνουν το πρόσωπό του. Δεν τον
άγγιξε αμέσως. Σαν να ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί πως ήταν αληθινός, πως είχε
επιστρέψει, πως δεν θα χανόταν ξανά στον δρόμο.
«Τα καταφέραμε,» της είπε χαμηλά. Και τότε της χαμογέλασε.
Το χαμόγελο αυτό της έκοψε την ανάσα. Ήταν το πρώτο χαμόγελο που έμοιαζε
να ανήκει σε άντρα και όχι σε αγόρι. Τον βοήθησε να κατέβει από το άλογο. Τα
χέρια της στάθηκαν λίγο παραπάνω πάνω στους ώμους του απ’ όσο χρειαζόταν.
Ένιωσε το βάρος του, την εξάντλησή του και κάτι άλλο, πιο βαθύ, που την έκανε
να σφίξει τα δάχτυλά της για μια στιγμή.
«Ήξερα πως δεν έπρεπε να πουλήσουμε,» είπε, προσπαθώντας να κρατήσει τη
φωνή της σταθερή. «Ήξερα πως θα βρεις τρόπο.»
Εκείνος γέλασε αδύναμα. «Δεν ήμουν μόνος. Ο Τσεν Μπινγκ…»
«Ήσουν εσύ,» τον διέκοψε απαλά. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Και για μια
στιγμή, ο κόσμος γύρω τους, η αυλή, οι υπηρέτες, ο επιστάτης, χάθηκε.
Αργότερα, μέσα στο σπίτι, ο Γκούο Ρεν δεν άντεξε πολύ. Το σώμα του
λύγισε από την κούραση. Έγειρε στο στρώμα, ακόμα με τα μισά ρούχα του, και
σχεδόν αμέσως αποκοιμήθηκε.
Η Ρουό-Σι κάθισε δίπλα του. Στην αρχή απλώς τον κοιτούσε. Σαν να
προσπαθούσε να απομνημονεύσει κάθε λεπτομέρεια: τη γραμμή του προσώπου του, τη
σκιά από τη σκόνη στα μάγουλά του, τον τρόπο που η ανάσα του βαθαίνει όταν
κοιμάται. Άπλωσε το χέρι της και απομάκρυνε απαλά μια τούφα από το μέτωπό του.
«Τα κατάφερες…» ψιθύρισε. Δεν περίμενε απάντηση. Ίσως δεν ήθελε κιόλας. Το
χέρι της έμεινε εκεί για λίγο. Μετά κατέβηκε αργά, σχεδόν διστακτικά, στον ώμο
του. Ένιωσε τη ζεστασιά του μέσα από το ύφασμα. Μια παράξενη αίσθηση την
τύλιξε. Δεν ήταν καινούρια, μα τώρα είχε γίνει καθαρή, αναπόφευκτη. Δεν ήταν
πια μόνο ο αδελφός της. Ήταν ο άνθρωπος που στάθηκε όρθιος όταν όλα κινδύνευαν
να καταρρεύσουν. Ο άνθρωπος που άκουσε τη δική της επιμονή και την έκανε πράξη.
Ο άνθρωπος που γύρισε πίσω με νίκη. Ο άνθρωπός της.
Η σκέψη αυτή δεν την τρόμαξε όσο θα έπρεπε. Αντίθετα, την έκανε να
σκύψει λίγο πιο κοντά. «Στο Νανγκού…» ψιθύρισε. «Εκεί δεν μας ξέρει κανείς…»
Τα μάτια της περιπλανήθηκαν στο κενό, σαν να έβλεπαν κάτι που δεν υπήρχε
ακόμα. Την αποθήκη πάνω στον δρόμο. Τη χέρσα γη γύρω της. Την απόσταση από το
Λο Τζιάνγκ, από τα βλέμματα, τους κανόνες, τα όρια. Ένα μέρος όπου τίποτα δεν
θα τους όριζε. Όπου ίσως…
Σταμάτησε τη σκέψη πριν ολοκληρωθεί. Όχι γιατί δεν μπορούσε, αλλά γιατί
ήθελε να την κρατήσει εκεί, μισοσχηματισμένη, σαν μυστικό. Χαμογέλασε ελαφρά.
«Θα σε βοηθήσω,» του είπε, αν και εκείνος κοιμόταν. «Σε όλα.»
Τα δάχτυλά της χάιδεψαν ξανά το μέτωπό του, πιο απαλά αυτή τη φορά. Έμεινε
έτσι για ώρα, ακούγοντας την ανάσα του, αφήνοντας το σκοτάδι να γεμίσει το
δωμάτιο. Τα όνειρα ήρθαν σιγά, χωρίς να το καταλάβει, όχι ύπνου, αλλά ξύπνια
όνειρα, που ρίζωναν μέσα της. Και κάπου, ανάμεσα σε αυτά, άρχισε ήδη να
σχεδιάζει.
…άρχισε να σχεδιάζει. Στην αρχή δειλά, σαν να φοβόταν ακόμη και η ίδια
τις σκέψεις της. Μα όσο τον κοιτούσε να κοιμάται, όσο άκουγε την ανάσα του να
βαθαίνει και να βαραίνει από την εξάντληση, τόσο οι σκέψεις της γίνονταν πιο
καθαρές, πιο τολμηρές.
Θα πήγαινε μαζί του. Όχι ως η Ρουό-Σι του Λο Τζιάνγκ. Όχι ως η κόρη του Τσενγκ-Γουέι
και της Γιάο Γκουάνγκ. Ως κάποια άλλη. Μια γυναίκα χωρίς όνομα, ή με ένα όνομα
που θα μπορούσε να φορέσει και να το αφήσει πίσω της. Μια εργάτρια, μια
μαγείρισσα, μια γυναίκα που ανήκε στο σπίτι του, όχι ως αδελφή, αλλά ως
παρουσία που κανείς δεν θα αμφισβητούσε. Εκεί, στο Νανγκού…
Τα μάτια της σκοτείνιασαν από τη σκέψη. Εκεί δεν θα υπήρχαν τα βλέμματα
του Λο Τζιάνγκ. Ούτε οι ψίθυροι, ούτε οι άγραφοι νόμοι που τους κρατούσαν
δεμένους σε ρόλους που δεν διάλεξαν.
Στο Μπαϊλίν; Αδύνατο. Οι θείες της θα
έβλεπαν τα πάντα, θα καταλάβαιναν πριν καν εκείνη τολμήσει να ανασάνει
διαφορετικά. Στο Σιαοχέ; Πολύ κοντά. Πολύ γνώριμο. Μόνο το Νανγκού. Ή, ακόμη
καλύτερα, η αποθήκη.
Εκείνη η χέρσα γη στη μέση της διαδρομής. Ένας τόπος που δεν ανήκε
πουθενά και σε κανέναν. Ένας τόπος χωρίς μνήμη, χωρίς ανθρώπους που να
θυμούνται ποιοι ήταν. Ένας τόπος όπου θα μπορούσαν να είναι… κάτι άλλο.
Τα δάχτυλά της έσφιξαν ελαφρά το ύφασμα στο στήθος του. Θα έπρεπε να
γίνει απαραίτητη. Να του δείξει πως τη χρειαζόταν εκεί. Πως οι υποθέσεις στο
Νανγκού δεν μπορούσαν να προχωρήσουν χωρίς εκείνη. Περισσότερα κτήματα.
Περισσότερες αποθήκες. Περισσότερα ταξίδια. Να υπάρχει λόγος. Να υπάρχει
ανάγκη. Να υπάρχει νύχτα.
Έσκυψε λίγο πιο κοντά του. «Θα σε φέρω εκεί…» ψιθύρισε σχεδόν άηχα.
«Χωρίς να το καταλάβεις.»
Σαν να άκουσε τη φωνή της μέσα από τον
ύπνο, ο Γκούο Ρεν αναστέναξε και μετακινήθηκε ελαφρά. Τα βλέφαρά του άνοιξαν
για μια στιγμή, βαριά, μισόκλειστα. «Ρουό-Σι… γύρισα…» μουρμούρισε.
Η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά. Χαμήλωσε αμέσως τον τόνο της,
γλυκαίνοντας τη φωνή της. «Ναι… γύρισες,» του είπε απαλά. «Και τα κατάφερες.»
Εκείνος χαμογέλασε αχνά, σαν παιδί που ακούει κάτι γνώριμο. «Θα πάμε…
ξανά…» εκείνος ψέλλισε. Η ανάσα της κόπηκε για μια στιγμή. «Ναι,» εκείνη του απάντησε,
σκύβοντας πιο κοντά του. «Θα πάμε μαζί την επόμενη φορά.»
Δεν ήξερε αν την άκουσε. Ίσως τα λόγια της να χάθηκαν κάπου ανάμεσα στον
ύπνο και στην εξάντληση. Εκείνος ήδη βυθιζόταν ξανά στο σκοτάδι.
Η Ρουό-Σι έμεινε για λίγο ακίνητη, κοιτώντας το πρόσωπό του. Ύστερα, σαν
να πήρε μια σιωπηλή απόφαση, άφησε το χέρι της να ανέβει στο λαιμό του. Τα
δάχτυλά της χάιδεψαν απαλά το δέρμα του. Έσκυψε και άφησε ένα ελαφρύ φιλί στο
μέτωπό του. Στάθηκε. Κοίταξε γύρω της, σαν να φοβόταν ότι κάποιος θα μπορούσε
να τη δει, αν και ήξερε πως δεν υπήρχε κανείς. Μετά, πιο αργά, πιο διστακτικά,
κατέβηκε προς τον λαιμό του. Τα χείλη της άγγιξαν το δέρμα του για μια στιγμή
μόνο. Ένα άγγιγμα τόσο ελαφρύ που σχεδόν δεν υπήρξε. Ανασηκώθηκε αμέσως. Η
ανάσα της είχε γίνει πιο βαριά.
«Εκεί…» ψιθύρισε. «Κανείς δεν θα ρωτήσει.»
Τα μάτια της χάθηκαν ξανά στο κενό, μα αυτή τη φορά δεν ονειρευόταν
απλώς. Οργάνωνε. Ταξίδια που θα γίνονταν πιο συχνά. Στάσεις που θα κρατούσαν
περισσότερο. Δικαιολογίες που θα έμοιαζαν φυσικές. Ανάγκες που θα έπρεπε να
καλυφθούν. Και μέσα σε όλα αυτά — στιγμές. Μικρές, κρυφές, αόρατες. Μέχρι να
μην είναι πια μόνο στιγμές.
Το χέρι της έμεινε πάνω του, προστατευτικό σχεδόν, μα και διεκδικητικό
με έναν τρόπο που δεν θα τολμούσε ποτέ στο φως της ημέρας. Ο Γκούο Ρεν κοιμόταν
βαθιά. Και από πάνω του, μέσα στη σιωπή της νύχτας, η Ρουό-Σι δεν φανταζόταν
πια απλώς. Είχε ήδη αρχίσει να βρίσκει τον δρόμο.
Η νύχτα είχε προχωρήσει όταν, χωρίς να το καταλάβει, η Ρουό-Σι αφέθηκε
σιγά-σιγά πάνω του. Στην αρχή απλώς έγειρε, ακουμπώντας το κεφάλι της κοντά
στον ώμο του, προσεκτικά, σαν να φοβόταν μήπως τον ξυπνήσει. Μα εκείνος,
βυθισμένος στον βαρύ ύπνο της κούρασης, δεν αντέδρασε. Η ανάσα του συνέχισε τον
ίδιο ήρεμο ρυθμό.
Το σώμα της χαλάρωσε. Το ένα της χέρι γλίστρησε ασυναίσθητα πάνω στο
στήθος του, και έμεινε εκεί, νιώθοντας την άνοδο και την πτώση της αναπνοής
του. Τα πόδια της βρήκαν θέση κοντά στα δικά του. Η ζεστασιά του την τύλιξε. Και
έτσι, χωρίς αντίσταση πια, αποκοιμήθηκε.
στο όνειρο της Ρουό-Σι
Στο όνειρό της, δεν υπήρχε σκοτάδι. Υπήρχε μόνο εκείνος. Ο Γκούο Ρεν
στεκόταν μπροστά της, καθαρός, άθικτος από σκόνη και κόπωση, με το βλέμμα του
στραμμένο πάνω της όπως ποτέ δεν τον είχε δει ξύπνιο. Την πλησίασε.
Τα χέρια του βρήκαν τα δικά της χωρίς δισταγμό.
«Ρουό-Σι…» της είπε, και η φωνή του
ήταν χαμηλή, ζεστή, διαφορετική. «Είσαι δική μου.» Η καρδιά της πλημμύρισε.
Στο όνειρο δεν υπήρχαν ερωτήσεις. Δεν υπήρχαν όρια. Τα χείλη του άγγιξαν
τα δικά της, κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ στην πραγματικότητα, και όμως της
φάνηκε φυσικό, αναπόφευκτο, σαν να το περίμενε πάντα. Την αγκάλιασε σφιχτά.
«Κανείς δεν θα σε πάρει από μένα,» της ψιθύρισε. «Σε κρατώ. Για πάντα.»
Και τότε οι σκιές ήρθαν. Πρώτα οι θείες της, με τα αυστηρά τους πρόσωπα,
τα μάτια γεμάτα κρίση, τα χέρια απλωμένα να την τραβήξουν μακριά. Έπειτα οι
νεαρές κοπέλες από την κηδεία, ψιθυρίζοντας, χαμογελώντας με τρόπο που την
έκανε να σφίγγεται. Ανάμεσά τους ξεχώρισε εκείνη, η ψηλή, η όμορφη από το
Μπαϊλίν, η Ζι- Λαν, με βλέμμα που δεν έκρυβε την επιθυμία της να σταθεί στη
θέση της. Ύστερα άνδρες. Σκιές αντρών, βαριές, επιβλητικές, που έμοιαζαν να
διεκδικούν, να επιβάλλονται. Και τέλος… ο πατέρας τους. Ο Τσενγκ-Γουέι στεκόταν
μπροστά τους, ακίνητος, με εκείνο το γνώριμο, αυστηρό βλέμμα που δεν άφηνε
περιθώριο για εξηγήσεις. Η παρουσία του πάγωσε τον αέρα.
Η Ρουό-Σι ένιωσε τα χέρια να την τραβούν από παντού. Μα ο Γκούο Ρεν δεν
την άφησε. Η αγκαλιά του σφίχτηκε γύρω της, σταθερή, αμετακίνητη. «Όχι,» είπε. Μία
μόνο λέξη. Και όλες οι μορφές δίστασαν. Την κράτησε πιο κοντά. «Είναι δική
μου,» επανέλαβε, πιο ήρεμα αυτή τη φορά.
Οι σκιές άρχισαν να υποχωρούν. Μία-μία, έσβηναν. Μέχρι που έμεινε μόνο
μία μορφή. Η μητέρα της. Η Γιάο Γκουάνγκ στεκόταν λίγο πιο μακριά, μέσα σε ένα
απαλό φως. Δεν υπήρχε αυστηρότητα στο πρόσωπό της. Μόνο ηρεμία. Και κάτι που
έμοιαζε… με αποδοχή. Η Ρουό-Σι κράτησε την ανάσα της. Η μητέρα της δεν μίλησε.
Δεν κινήθηκε. Μόνο τους κοίταξε. Και έπειτα, σχεδόν ανεπαίσθητα, έγνεψε.
Η καρδιά της Ρουό-Σι πλημμύρισε από μια βαθιά, γλυκιά βεβαιότητα. Κανείς
δεν την τραβούσε πια. Ο Γκούο Ρεν την κρατούσε ακόμα. Και μέσα σε εκείνη την
αγκαλιά, το όνειρο και η πραγματικότητα μπλέχτηκαν. Ένιωθε το σώμα του, τη
ζεστασιά του, την επαφή, τη μικρή κίνηση της αναπνοής του κάτω από το χέρι της.
Σαν να την κρατούσε αληθινά. Σαν να μην την είχε αφήσει ποτέ, σαν ίχνος
επιθυμίας που δεν χρειαζόταν λέξεις.
το μυστικό σχέδιο της Ρουό-Σι
Το πρωί ήρθε αργά. Η Ρουό-Σι άνοιξε τα μάτια της πρώτη. Για μια στιγμή
δεν κατάλαβε πού βρισκόταν. Έπειτα ένιωσε τη ζεστασιά γύρω της και θυμήθηκε. Βρισκόταν ακόμη στην αγκαλιά
του. Το κεφάλι της ακουμπισμένο κοντά του, το χέρι της πάνω του, τα σώματά τους
μπλεγμένα σε μια στάση που θα φαινόταν αθώα σε όποιον έβλεπε μα για εκείνη είχε
ήδη αποκτήσει άλλο νόημα.
Σήκωσε ελαφρά το βλέμμα της. Ο Γκούο Ρεν κοιμόταν ακόμη, ήρεμος,
ανυποψίαστος. Τον κοίταξε για ώρα. Το όνειρο δεν είχε φύγει τελείως. Είχε
αφήσει πίσω του ένα ίχνος, μια αίσθηση βεβαιότητας που δεν μπορούσε πια να
αγνοήσει. Χαμογέλασε πολύ ελαφρά.
«Θα πάμε,» ψιθύρισε σχεδόν άηχα. «Αυτή τη φορά… μαζί.» Ανασηκώθηκε
προσεκτικά, χωρίς να τον ξυπνήσει. Το βλέμμα της άλλαξε. Δεν ήταν πια μόνο
γεμάτο συναίσθημα. Ήταν αποφασισμένο. Έπρεπε να βρει τον τρόπο. Να γίνει
αναγκαία στο ταξίδι. Να του δώσει λόγους που δεν θα μπορούσε να αρνηθεί. Να
επεκτείνουν τα κτήματα, να αναζητήσουν νέα γη, νέες αποθήκες στον δρόμο για το
Νανγκού. Να υπάρξει ανάγκη για παρουσία. Και εκείνη… να είναι αυτή η παρουσία. Και
όταν θα ερχόταν η στιγμή… Δεν θα ήταν η αδελφή του. Έσφιξε ελαφρά τα χείλη της.
Θα ήταν κάποια άλλη. Μια γυναίκα του σπιτιού του. Ασήμαντη στα μάτια των άλλων.
Αόρατη. Μα κοντά του. Πάντα κοντά του.
Τον κοίταξε άλλη μια φορά, πριν σηκωθεί εντελώς. «Δεν θα με αρνηθείς,»
είπε χαμηλά, με μια σιγουριά που δεν είχε ξανανιώσει. Έξω, το φως της μέρας άρχιζε
να απλώνεται. Και μαζί του, άρχιζε και το σχέδιό της.
η απόφαση για επέκταση προς το Νανγκού
Η Ρουό-Σι δεν άφησε τη μέρα να χαθεί. Πριν ακόμη ο ήλιος ανέβει ψηλά,
είχε ήδη δώσει εντολή να καλέσουν τον Τσεν Μπινγκ στο σπίτι. Δεν υπήρχε χρόνος
για αργοπορίες· η σκέψη της δούλευε γρήγορα, πιο γρήγορα απ’ όσο είχε συνηθίσει
η ίδια.
Ο επιστάτης έφτασε λίγο πριν το μεσημέρι. Στάθηκε μπροστά τους με τον
γνώριμο, ήρεμο τρόπο του, μα τα μάτια του πρόδιδαν εγρήγορση.
Η αναφορά του ήταν σύντομη. «Η τάξη έχει αποκατασταθεί στο Νανγκού,»
είπε. «Οι άνθρωποι δουλεύουν. Η αποθήκη στον δρόμο είναι σχεδόν έτοιμη, θα βοηθήσει, μειώνει το βάρος
της μεταφοράς. Όμως…»
Σταμάτησε για μια στιγμή. «Υπάρχει ακόμη ένα σημείο. Αν θέλουμε να
σταθεροποιήσουμε τη ροή, θα χρειαστεί και δεύτερη αποθήκη. Πιο κοντά στο μέσο
της διαδρομής.»
Η Ρουό-Σι αντάλλαξε μια ματιά με τον Γκούο Ρεν. Ένα ακόμη βήμα. Ένα
ακόμη δέσιμο του δρόμου με τα δικά τους σημάδια.
Ο αδελφός της πήρε τον λόγο, πιο ζωντανός τώρα, καθώς μιλούσε για το
ταξίδι. «Συναντήσαμε κι έναν περίεργο άνθρωπο,» είπε. «Έναν αναχωρητή. Ζει
μόνος του, κοντά στα όρια των κτημάτων. Δεν μοιάζει με τους άλλους.»
Η Ρουό-Σι δεν μίλησε αμέσως. Τα δάχτυλά της ενώθηκαν απαλά μπροστά της,
καθώς σκεφτόταν. Στα όρια των κτημάτων. Εκεί που αρχίζει η αμφισβήτηση. Εκεί
που οι άλλοι δοκιμάζουν τα σύνορα. Σήκωσε το βλέμμα της. «Τότε πρέπει να του
δώσουμε τόπο,» είπε ήρεμα.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε, ξαφνιασμένος. «Τόπο;»
«Ένα μικρό οίκημα. Μια καλύβα, στην άκρη των κτημάτων μας. Να
εγκατασταθεί εκεί.»
Ο Τσεν Μπινγκ έγειρε ελαφρά το κεφάλι, σαν να ζύγιζε τη σκέψη.
Η Ρουό-Σι συνέχισε: «Αν του δώσουμε σπίτι, δεν θα φυλάει μόνο για εμάς.
Θα φυλάει το ίδιο του το σπίτι. Θα είναι σαν να προστατεύει κάτι δικό του.»
Ο επιστάτης χαμογέλασε ανεπαίσθητα. «Έξυπνο,» είπε.
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε αργά. «Και δεν θα κοστίσει πολύ…»
«Τίποτα δεν κοστίζει όσο η απώλεια της γης,» απάντησε εκείνη ήρεμα. Τώρα
με πιο αποφασιστικό τόνο συνέχισε: «Πρέπει να κινηθούμε γρήγορα. Να πάμε ξανά
στο Νανγκού. Πριν καταλάβουν οι άλλοι τι κάνουμε. Πριν ακριβύνει η γη.»
Η φωνή της είχε αλλάξει. Δεν ήταν απλώς σκέψη πια. Ήταν απόφαση.
Ο Γκούο Ρεν δίστασε. «Έχουμε… κάποια χρήματα ακόμη,» είπε. «Αλλά δεν
ξέρω αν φτάνουν για όλα αυτά.»
Η Ρουό-Σι δεν δίστασε ούτε στιγμή. «Αν χρειαστεί,» είπε, «θα πουλήσουμε
τα κοσμήματα της μητέρας.»
Η φράση έπεσε βαριά στο δωμάτιο.
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε. «Σου τα είχε αφήσει για τον γάμο σου.»
Η Ρουό-Σι χαμήλωσε για μια στιγμή το βλέμμα, όχι από αμφιβολία, αλλά σαν να αποχαιρετούσε
σιωπηλά κάτι. Ύστερα τον κοίταξε ξανά. «Δεν είναι καιρός για γάμους τώρα.»
Η απάντησή της ήταν ήρεμη. Σχεδόν αδιάφορη.
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός για λίγο. «Και ποιός θα τα αγοράσει;» ρώτησε
τελικά.
Ο Τσεν Μπινγκ μίλησε πριν προλάβει εκείνη. «Ξέρω κάποιον που ίσως
ενδιαφέρεται.» Ο τόνος του ήταν προσεκτικός, μα η σημασία ξεκάθαρη. Ο νεαρός
γιος του μεγαλεμπόρου. Αυτόν είχε υπόψη του, αυτός ήξερε ότι είχε κάνει
προτάσεις στη Γιάο Γκουάνγκ μόλις εκείνη είχε μείνει χήρα. Μπορεί τα παιδιά να
μην γνώριζαν τίποτε, αλλά κάποια σχόλια είχαν κυκλοφορήσει στο χωριό, είχαν
φτάσει στα αυτιά του Τσεν Μπινγκ.
Όταν ο νεαρός γιος του Σου Γιουέ-Λιν, είχε κάνει τα παράπονά του που η
χήρα είχε επιστρέψει τα δώρα του χωρίς να δώσει καμμία απάντηση. Το είχε
μονολογήσει μεθυσμένος, χωρίς να πει το όνομά της. «Ποιά νομίζει ότι είναι… Και
επειδή είναι όμορφη… Μα έχει μεγαλώσει… Σε λίγα χρόνια η ομορφιά της θα
ξεφτίσει… Και έχει και παιδιά… Πού θα βρει καλύτερη ευκαιρία…» Αυτά του έφευγαν
πάνω στη ζάλη του μεθυσιού, και κάποιοι τον άκουγαν, άλλοι δεν έδιναν σημασία
γιατι το περνούσαν ότι ήταν μονόλογος ενός μεθυσμένου, μια παραζάλη, μια
φαντασίωση, αλλά ένας φίλος του Τσεν Μπινγκ, το είχε καταλάβει και του το είχε
πει. «Για την αρχόντισσά σου» έκανε τα δώρα ο νεαρός. «Έχει πέραση ακόμη… Ακόμη
και χήρα».
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε κοφτά. «Δεν πρέπει να φανεί ότι είναι δικά μας.»
Μια μικρή παύση. Και τότε η λύση ήρθε σχεδόν μόνη της.
«Θα πούμε ότι χάθηκαν,» είπε ο Τσεν Μπινγκ. «Τη μέρα της κηδείας. Υπήρχε
κόσμος στο σπίτι. Κανείς δεν θα απορήσει.»
Η Ρουό-Σι δεν αντέδρασε. Μόνο τον κοίταξε. Ύστερα έγνεψε ελαφρά.
«Και η τιμή;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν. «Θα πιάσουμε αυτό που αξίζουν;»
Ο Τσεν Μπινγκ χαμογέλασε ξανά, αυτή τη φορά λίγο πιο έντονα. «Αν δεν τα
δώσουμε όλα μαζί.»
Οι δυο τους τον κοίταξαν.
«Ένα τη φορά,» συνέχισε. «Δοκιμάζουμε την αγορά. Βλέπουμε μέχρι πού
φτάνει.»
Η Ρουό-Σι έγειρε σκεπτική.
«Όχι το καλύτερο πρώτο,» συμπλήρωσε ο Τσεν Μπινγκ ήρεμα. «Κάτι καλό, αλλά
όχι το καλύτερο.»
Τα μάτια της σκοτείνιασαν ελαφρά.
«Το καλύτερο… στο τέλος. Αν βρούμε τιμή που να του αξίζει.» Έκλεισε τις
οδηγίες του ο Τσεν Μπινγκ.
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε και τους δύο. Κάτι είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια μόνος
που έπαιρνε αποφάσεις. Και, ίσως για πρώτη φορά, δεν τον ενοχλούσε.
Η Ρουό-Σι σηκώθηκε. «Ετοιμαστείτε,» είπε. «Δεν έχουμε χρόνο.»
Στάθηκε για μια στιγμή, κοιτώντας προς την κατεύθυνση του δρόμου που
οδηγούσε στο Νανγκού, σαν να τον έβλεπε ήδη μπροστά της. Δύο μέρες δρόμος. Αποθήκες.
Γη. Και κάτι ακόμη, που δεν ειπώθηκε. Κάτι που μόνο εκείνη κουβαλούσε μέσα της.
Και προς τα εκεί, ήξερε πια, θα έστρεφε τα πάντα.
ο
αγοραστής
Η Ρουό-Σι στάθηκε μπροστά στο χαμηλό κιβώτιο, εκεί όπου είχαν φυλάξει τα
πράγματα της μητέρας τους. Για λίγο δεν άπλωσε το χέρι της. Το καπάκι άνοιξε
αργά. Μέσα, τα κοσμήματα ήταν τακτοποιημένα με φροντίδα, σαν να περίμεναν ακόμη
τα χέρια που τα φορούσαν. Η Ρουό-Σι τα κοίταξε ένα-ένα, χωρίς να τα αγγίζει.
Δεν έψαχνε το πιο όμορφο. Έψαχνε το σωστό. Στο τέλος, στάθηκε.
Ένα λεπτό περιδέραιο, με μικρές χρυσές καμπύλες που ενώνονταν γύρω από
ένα κεντρικό πετράδι, βαθύ κόκκινο, σχεδόν σαν αποξηραμένο αίμα στο φως. Δεν
ήταν το πιο εντυπωσιακό. Αλλά είχε κάτι ήσυχο, διακριτικό.
Το πήρε. Για μια στιγμή δίστασε.
Ύστερα το σήκωσε και το έφερε στον λαιμό της. Το μέταλλο ακούμπησε το δέρμα
της, κρύο στην αρχή. Στάθηκε μπροστά στο μικρό γυαλισμένο μέταλλο που χρησίμευε
ως καθρέφτης. Έγειρε ελαφρά το κεφάλι της, δοκιμάζοντας πώς έπεφτε. Δεν
χαμογέλασε. Δεν ένιωσε αυτό που περίμενε ίσως κάποτε να νιώσει. Το άγγιξε
ελαφρά.
«Δεν είναι για μένα…» ψιθύρισε. Και ήξερε πως δεν ήταν. Δεν θα ήταν
ποτέ. Αυτό ανήκε στη μητέρα της. Και ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Τα δάχτυλά της
έμειναν για λίγο πάνω στο κόσμημα.
«Συγχώρεσέ με,» είπε χαμηλά. «Αλλά είναι για τη γη. Για αυτό που
ήθελες.»
Το έβγαλε προσεκτικά. Το ακούμπησε σε ένα ξεχωριστό ύφασμα.
Όταν βγήκε από το δωμάτιο ο Τσεν Μπινγκ περίμενε. Του το έδωσε χωρίς
πολλά λόγια.
«Θα τα καταφέρεις;» τον ρώτησε με αγωνία, ίσως και με ενοχή.
«Η αξία εκείνης που το φόρεσε το κάνει πιο λαμπερό από ότι είναι. Για
αυτούς που γνωρίζουν... Μόνο εκείνοι μπορεί να το εκτιμήσουν…»
Το πήρε με σεβασμό, σαν να καταλάβαινε πως δεν κρατούσε απλώς ένα
αντικείμενο. Το ίδιο βράδυ, σε ένα καπηλειό γεμάτο χαμηλές φωνές και μυρωδιά
από κρασί, ο Τσεν Μπινγκ κάθισε σε μια γωνία. Ήταν το ίδιο μέρος. Εκεί όπου
κάποτε, ο Σου Γουέν-Χάο είχε καθίσει μόνος, μεθυσμένος, μιλώντας στον εαυτό του
για μια γυναίκα που δεν μπορούσε να ξεχάσει.
Δεν άργησε να βρει άνθρωπο δικό του. Λίγες κουβέντες. Μισόλογα. Ένα
βλέμμα που έλεγε περισσότερα από όσα έπρεπε. Η συνάντηση κανονίστηκε. Κρυφά.
Ο Σου Γουέν-Χάο δεν άργησε να εμφανιστεί. Καθώς κάθισε απέναντι από τον
Τσεν Μπινγκ, τα μάτια του είχαν ήδη αρχίσει να ψάχνουν. «Τί είναι;» ρώτησε
χαμηλά. Ο επιστάτης δεν βιάστηκε. Έβγαλε προσεκτικά το ύφασμα. Το άνοιξε. Το
κόκκινο πετράδι έπιασε το φως και έγινε
πιο φωτεινό και αστραφτερό. Ο Σου
Γουέν-Χάο πάγωσε. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει. Το ήξερε. Το θυμόταν.
«Βρέθηκε στα χέρια μου,» είπε ο Τσεν Μπινγκ ήρεμα. «Κάποιοι συγγενείς…
άπλωσαν χέρι τη μέρα της κηδείας. Μια κασσετίνα χάθηκε.»
Σιωπή.
«Αν σε ενδιαφέρει… μπορείς να το αποκτήσεις. Αλλά πρέπει να μείνει
μεταξύ μας.»
Έσκυψε ελαφρά σχεδόν συνωμοτικά προς το μέρος του. «Αλλιώς… θα ταξιδέψει
μακριά.»
Ο Σου Γουέν-Χάο δεν άκουγε πια τα λόγια. Το βλέμμα του είχε κολλήσει στο
κόσμημα. Το έβλεπε ήδη αλλού. Σε ένα από τα ομοιώματα. Στο σπίτι του. Στο
δωμάτιο που δεν άνοιγε κανείς.
Η φωνή του βγήκε πιο ήσυχη απ’ όσο περίμενε. «Πόσο;» Δεν παζάρεψε πολύ.
Το ποσό που έδωσε ήταν βαρύ. Ο Τσεν Μπινγκ δεν έδειξε έκπληξη. Όταν η
ανταλλαγή τελείωσε, ο Σου Γουέν-Χάο κράτησε το κόσμημα για λίγο στα χέρια του.
«Υπάρχουν κι άλλα;» ρώτησε.
«Δεν είναι σίγουρο,» απάντησε ο Τσεν Μπινγκ. «Αν μείνουν ικανοποιημένοι…
ίσως.»
Μια μικρή παύση.
«Τα υπόλοιπα… αξίζουν περισσότερο.»
Ο Σου Γουέν-Χάο σήκωσε το βλέμμα του. «Τα έχεις δει;»
«Όχι.»
Ο νεαρός χαμογέλασε αχνά. «Θα περιμένω.»
στη
σκοτεινή αίθουσα με τα ομοιώματα
Όταν γύρισε ο αγοραστής στο σπίτι του, δεν μίλησε σε κανέναν. Πήγε
κατευθείαν στη σκοτεινή αίθουσα. Άνοιξε την πόρτα. Τα ομοιώματα στέκονταν εκεί,
σιωπηλά. Ένα από κερί, σχεδόν ζωντανό στο απαλό φως. Ένα από αλάβαστρο, λείο
και ψυχρό. Και τα μαρμάρινα τρία, σε διαφορετικές στάσεις, σαν να αιχμαλώτιζαν
στιγμές που δεν υπήρξαν ποτέ.
Στάθηκε μπροστά στο κερένιο. Ήταν το πιο κοντινό. Το πιο επικίνδυνο. Σήκωσε
το κόσμημα. Με προσοχή, σχεδόν τελετουργικά, το πέρασε γύρω από τον λαιμό της
μορφής. Τα δάχτυλά του έμειναν για λίγο εκεί.
«Το θυμάσαι…» ψιθύρισε.
Και τότε, μέσα στη σιωπή, η μνήμη άρχισε να ζωντανεύει. Η γιορτή των
Φαναριών. Το φως. Ο κόσμος. Και εκείνη… δίπλα στον άντρα της. Το φορούσε τότε. Το
ίδιο αυτό κόσμημα.
Η φωνή της ήρθε απαλά. Όχι από τον χώρο. Από μέσα του.
«Σε είδα τότε…»
Η ανάσα του κόπηκε.
«Με κοίταζες,» συνέχισε η φωνή. «Ήσουν
νέος… και δεν το έκρυβες καλά.»
Έκλεισε τα μάτια του.
«Σε ήθελα,» του είπε.
Τα δάχτυλά του έσφιξαν ελαφρά τον
αέρα.
«Έπρεπε να με πλησιάσεις… όχι να
στέκεσαι απέναντί μου.»
Έκανε ένα βήμα πιο κοντά στο ομοίωμα.
«Θα βρίσκαμε χρόνο,» συνέχισε εκείνη. «Πάντα υπάρχει τρόπος…»
Η φωνή έγινε πιο χαμηλή.
«Ο άντρας μου… θα έφευγε. Θα πήγαινε
στα κτήματα στο Σιαοχέ.»
Ο Σου Γουέν-Χάο σχεδόν χαμογέλασε.
«Θα μπορούσαμε να συναντηθούμε…»
Σιωπή.
«Αρκεί να ήσουν προσεκτικός.»
Τα μάτια του άνοιξαν αργά. Κοίταξε τη μορφή μπροστά του.
«Να μην μιλήσεις σε κανέναν,» ψιθύρισε εκείνη.
Έσκυψε ελαφρά.
«Και θα είχαμε… πολλές ευκαιρίες.»
Η αίθουσα έμεινε σιωπηλή. Μα εκείνος δεν ήταν πια μόνος. Και το κόσμημα,
πάνω στο άψυχο σώμα, έλαμπε περισσότερο απ’ όσο είχε λάμψει ποτέ. Ακόμη και
όταν εκείνη ζούσε.
ΜΕΡΟΣ Γ
με
τα αργύρια της εκποίησης
Το πουγγί με τα αργυρά νομίσματα έμεινε για ώρα στο τραπέζι. Ο ήχος
τους, όταν τα άφησε ο Τσεν Μπινγκ, ήταν βαρύς. Οριστικός. Η Ρουό-Σι δεν τα
άγγιξε αμέσως. Τα κοίταξε μόνο, σαν να προσπαθούσε να δει μέσα τους κάτι πέρα
από την αξία τους.
«Σχεδόν φτάνουν,» είπε ο Γκούο Ρεν χαμηλά.
«Όχι σχεδόν,» απάντησε εκείνη. «Φτάνουν. Αν κινηθούμε τώρα.»
Σήκωσε το βλέμμα της. Εκεί ήταν η στιγμή. «Θα έρθω μαζί σας.»
Η φράση έπεσε ήρεμα, αλλά δεν άφηνε περιθώριο. Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε
αμέσως. «Δεν γίνεται.»
Ο Τσεν Μπινγκ δεν μίλησε. Περίμενε.
Η Ρουό-Σι δεν αντέδρασε στην άρνηση. Ήταν σαν να την περίμενε. «Δεν θα
έρθω σαν αυτή που είμαι, η κόρη του Τσενγκ-Γουέι,» είπε. «Κανείς δεν χρειάζεται
να ξέρει.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε πιο προσεκτικά τώρα. «Τί εννοείς;»
«Θα είμαι η μαγείρισσά σας,» απάντησε απλά. «Ή μια παραδουλεύτρα του
σπιτιού. Μια φτωχή κοπέλα που ταξιδεύει μαζί σας για να φροντίζει τα πράγματα,
να μαγειρεύει, να κρατά το κατάλυμα.»
Μια μικρή παύση.
«Οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται εύκολα τους αφέντες,» συνέχισε. «Αλλά
μιλούν στους δικούς τους.»
Ο Τσεν Μπινγκ έγειρε ελαφρά το κεφάλι σαν να συμφωνούσε.
«Στους ίδιους με αυτούς,» είπε η Ρουό-Σι. «Αν ανήκεις στους απλούς
ανθρώπους, σου ανοίγονται. Σου λένε τον πόνο τους, τα παράπονά τους. Δεν σε
φοβούνται.»
Κοίταξε τον αδελφό της σταθερά. «Θέλουμε πληροφορίες. Για τη γη. Για τις
τιμές. Για τους άλλους που αγοράζουν.»
Ο Γκούο Ρεν δίστασε. «Και αν σε αναγνωρίσουν;»
«Δεν θα με αναγνωρίσουν.» Η σιγουριά της ήταν απόλυτη.
«Δεν με κοιτάζουν έτσι κι αλλιώς,» πρόσθεσε πιο ήρεμα. «Όχι όπως
νομίζεις.»
Η φράση έμεινε να αιωρείται.
Ο Τσεν Μπινγκ μίλησε πρώτος αυτή τη φορά. «Έχει δίκιο.»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε απότομα.
«Θα είναι πιο χρήσιμη έτσι,» συνέχισε ο επιστάτης. «Και πιο ασφαλής… »
Σιωπή. Ο Γκούο Ρεν πέρασε το χέρι του από το μέτωπό του. «Θα χρειαστούμε
άμαξα,» είπε. «Μικρή. Δεν μπορεί να ταξιδεύει έτσι.»
Η Ρουό-Σι χαμογέλασε ελαφρά. «Καλύτερα,» είπε. «Θα καθυστερήσουμε λίγο.
Θα δούμε τον δρόμο πιο προσεκτικά.»
Πλησίασε το τραπέζι. «Κάθε στάση θα είναι ευκαιρία.»
Στάθηκε για μια στιγμή. Ύστερα, πιο χαμηλά: «Και στο γυρισμό…»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε.
«Αν όλα πάνε καλά… μπορεί να επιστρέψει πρώτος ο Τσεν Μπινγκ.»
Ο επιστάτης δεν αντέδρασε, αλλά τα μάτια του κινήθηκαν ελαφρά.
«Θα ξέρουμε πια τον δρόμο,» συνέχισε εκείνη. «Δεν θα χαθούμε.»
Η φράση είχε διπλή σημασία. Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως.
«Το σημαντικό,» είπε η Ρουό-Σι, επιστρέφοντας στον αρχικό τόνο της,
«είναι να βρούμε γη. Είτε στον δρόμο για εκεί, είτε στο Νανγκού. Να
προλάβουμε.»
Έδειξε τα νομίσματα. «Αυτό δεν πρέπει να χαθεί.» Η φωνή της σκλήρυνε
ελαφρά. «Δεν πουλήσαμε απλώς ένα κόσμημα.» Μια μικρή παύση. «Κάναμε θυσία.» Τα
μάτια της χαμήλωσαν για μια στιγμή. «Και μια θυσία… πρέπει να γίνει για κάτι
μεγαλύτερο.» Σήκωσε ξανά το βλέμμα της. «Για κάτι που αξίζει περισσότερο.»
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν αμφιβολία πια. Ήταν συμφωνία. Ο Τσεν
Μπινγκ έγνεψε πρώτος.
Ο Γκούο Ρεν τον ακολούθησε, πιο αργά. «Καλά,» είπε τελικά. «Θα έρθεις.» Την
κοίταξε πιο έντονα. «Αλλά θα είσαι αυτό που είπες.»
Η Ρουό-Σι έγνεψε. «Θα είμαι αυτό που χρειάζεται.»
Έξω, ο δρόμος προς το Νανγκού απλωνόταν ξανά μπροστά τους. Και αυτή τη
φορά, δεν θα τον διέσχιζαν όπως πριν. Αυτή τη φορά, θα τον έκαναν δικό τους.
Η αναχώρηση έγινε νωρίς, πριν ακόμη ζεστάνει ο ήλιος τη γη. Ο Γκούο Ρεν
και ο Τσεν Μπινγκ προπορεύονταν έφιπποι, ενώ πίσω τους ακολουθούσε η μικρή
άμαξα. Η Ρουό-Σι, με απλά ρούχα και τα μαλλιά δεμένα χωρίς στολίδια, κρατούσε
χαμηλά το βλέμμα. Κανείς που θα την έβλεπε δεν θα τη συνέδεε με το αρχοντικό
των Ντου. Ήταν πια μια ήσυχη, σχεδόν αόρατη κοπέλα του δρόμου.
Τα πρώτα λι κύλησαν αργά, όπως τα είχε υπολογίσει. Η άμαξα επέβαλλε
ρυθμό πιο ανθρώπινο. Σταματούσαν συχνά για νερό, για σκιά, για λίγη κουβέντα με
περαστικούς.
Η Ρουό-Σι μιλούσε. Όχι πολύ. Όσο χρειαζόταν. Άκουγε περισσότερο. Στο
δρόμο χαιρετούσε κάποιους περαστικούς. Και οι άνθρωποι της μιλούσαν εύκολα.
η
«πέτρινη γυναίκα»
Γύρω στα ογδόντα με ενενήντα λι (σαράντα με σαρανταπέντε χιλιόμετρα) από
το Λο Τζιάνγκ, ο δρόμος άνοιγε σε μια ήπια πλαγιά. Εκεί, λίγο πιο πέρα από το
μονοπάτι, υπήρχε γη χέρσα, ξεχασμένη,
μα όχι άχρηστη.
Η Ρουό-Σι σταμάτησε την άμαξα. «Εδώ,» είπε ήρεμα.
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε γύρω του. Ο Τσεν Μπινγκ κατέβηκε από το άλογο και
περπάτησε λίγο την περιοχή. Σκύβοντας, άγγιξε το χώμα. Κοίταξε πιο πέρα.
«Υπάρχει νερό κοντά,» είπε. «Δεν φαίνεται αμέσως, αλλά είναι εκεί.»
Η Ρουό-Σι έγνεψε. «Και ο δρόμος περνά καθαρά. Όποιος ταξιδεύει, θα
σταματήσει εδώ.»
Ο Γκούο Ρεν έκανε τους υπολογισμούς του. «Η άλλη αποθήκη… είναι περίπου εκατό
λι (πενήντα χιλιόμετρα) από το Νανγκού.»
«Κι εδώ… περίπου ογδόντα λι (σαράντα χιλιόμετρα) από το Λο Τζιάνγκ,»
συμπλήρωσε ο Τσεν Μπινγκ.
Μια μικρή παύση.
«Άρα μεταξύ τους… περίπου εξήντα λι (τριάντα
χιλιόμετρα),» είπε ο Γκούο Ρεν.
Δεν ήταν τέλειο. Αλλά ήταν αρκετά καλό.
Η Ρουό-Σι χαμογέλασε ελαφρά. «Αρκετά για να μην κουράζονται τα ζώα.
Αρκετά για να μην χάνεται χρόνος.»
Τότε η Ρουό-Σι σήκωσε το βλέμμα της πιο πέρα, προς την άκρη της πλαγιάς.
«Και αυτό… τι είναι;» ρώτησε.
Ο Γκούο Ρεν γύρισε, αλλά δεν φάνηκε να δίνει σημασία. Το βλέμμα του
έμενε στα πρακτικά σημεία του χώρου, στις αποστάσεις, στη ροή του δρόμου.
Ήταν ένας βράχος, λίγο πιο πάνω από το μονοπάτι. Από μακριά δεν ξεχώριζε
αμέσως από το υπόλοιπο κοίλωμα της πλαγιάς. Μα όσο τον κοιτούσε κανείς, έπαιρνε
σχήμα. Μια ανθρώπινη μορφή. Μια γυναίκα καθισμένη. Ελαφρά σκυμμένη προς τα
εμπρός, με το πρόσωπο στραμμένο στον δρόμο, σαν να περίμενε.
Ο Τσεν Μπινγκ όμως ακολούθησε τη
ματιά της. «Οι ντόπιοι το λένε “Πέτρινη Γυναίκα”,» είπε χαμηλά.
Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Ιστορίες του δρόμου.»
Ο Τσεν Μπινγκ δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα του έμεινε στον βράχο λίγο
περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται κανείς για κάτι απλό.
«Ίσως,» είπε τελικά. «Αλλά κάθε ιστορία κάπως ξεκινά.» Και τότε, σαν να
μιλούσε περισσότερο για τον τόπο παρά για τον μύθο, πρόσθεσε:
«Λένε πως ήταν γυναίκα που περίμενε κάποιον και δεν έφυγε ποτέ. Άλλοι
λένε πως είχε την ευκαιρία να φύγει και δεν την πήρε. Κανείς δεν συμφωνεί στο
γιατί.» Σιώπησε για λίγο. «Συμφωνούν μόνο στο τέλος. Πως έμεινε… μέχρι
που έγινε πέτρα. Γι’ αυτό κάποιοι αποφεύγουν το μέρος,» συνέχισε. «Λένε πως αν
μείνεις πολύ, αρχίζεις να σκέφτεσαι πράγματα που δεν ήθελες. Και πως οι
αποφάσεις που παίρνονται εδώ… δεν αλλάζουν εύκολα.»
Η Ρουό-Σι δεν μίλησε. Κρατούσε ακόμη το βλέμμα της στον βράχο.
Ο Γκούο Ρεν είχε ήδη στραφεί αλλού. Άκουγε τη φωνή του Τσεν Μπινγκ, αλλά
όχι πραγματικά τα λόγια της. Το βλέμμα του είχε πέσει ξανά στην πλαγιά, στη ροή
του δρόμου και στις φυσικές γραμμές του εδάφους, σαν να μετρούσε ήδη
αποστάσεις, χωρητικότητες και δυνατότητες αξιοποίησης.
«Ή απλώς είναι ένα κομμάτι γης που περιμένει να δουλευτεί,» είπε τελικά
χαμηλά, σχεδόν στον εαυτό του, αδιάφορος απέναντι στην ιστορία και στην πέτρινη
μορφή που στεκόταν στο βάθος σαν σιωπηλός μάρτυρας.
Ο ιδιοκτήτης δεν άργησε να βρεθεί. Τον εντόπισαν σε ένα φτωχό καπηλειό
λίγο πιο κάτω στον δρόμο, εκεί όπου μαζεύονταν όσοι είχαν χάσει ήδη περισσότερα
απ’ όσα μπορούσαν να ομολογήσουν. Καθόταν μόνος, με τα μάτια βαριά από αϋπνία
και το βλέμμα που έτρεχε νευρικά από το ένα τραπέζι στο άλλο, χωρίς πραγματικά
να σταματά πουθενά. Τα χέρια του δεν έμεναν ακίνητα· έσφιγγαν και άνοιγαν το
ξύλινο ποτήρι, σαν να μετρούσαν μέσα του ακόμη και τα τελευταία ίχνη τύχης.
Δεν ήταν απλώς φτώχεια. Ήταν αποσύνθεση από επιλογές που είχαν γίνει
λάθος ξανά και ξανά στα ζάρια, στα τραπέζια με νομίσματα, στα απλά τυχερά
παιχνίδια των καπηλειών, όπου οι άντρες πίστευαν πως μπορούσαν να νικήσουν την
τύχη με πείσμα. Τώρα όμως η τύχη είχε τελειώσει. Και μαζί της και τα περιθώρια.
Η συζήτηση δεν κράτησε πολύ.
«Δεν με νοιάζει αυτή η γη,» τους είπε αδιάφορα. «Έχω κι άλλες.
Καλύτερες.»
Η φωνή του δεν είχε πεποίθηση. Είχε άμυνα. Η τιμή που ζήτησε ήταν
χαμηλή. Σχεδόν πρόχειρη, σαν να ήθελε απλώς να φύγει το βάρος από πάνω του. Και
έγινε ακόμη χαμηλότερη όταν ο Τσεν Μπινγκ πρότεινε να εξοφλήσουν επί τόπου τα
χρέη του, αυτά που τον έδεναν ακόμη σε τραπέζια, σε καπηλειά, σε ανθρώπους που
δεν συγχωρούσαν εύκολα.
Για μια στιγμή, ο άντρας δεν μίλησε. Τα μάτια του άναψαν απότομα. Όχι
από χαρά. Από ανακούφιση. Η συμφωνία έκλεισε γρήγορα. Σχεδόν απελπισμένα, σαν
να ήθελε να προλάβει να μη μετανιώσει κανείς.
«Θα τη δουλέψετε;» ρώτησε εκείνος, λίγο πριν τελειώσει η κουβέντα.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε σταθερά. «Θα τη μετατρέψουμε.» Δεν είπε τίποτα
άλλο. Δεν χρειαζόταν.
Ο άντρας δίστασε για μια στιγμή. Ύστερα, σαν να θυμήθηκε κάτι, έκανε ένα
μικρό βήμα πιο κοντά. «Αν θέλετε… έχω κι άλλη γη,» είπε πιο χαμηλά. «Καλύτερη
από αυτή.»
Ο Τσεν Μπινγκ σήκωσε το βλέμμα του. «Μεγάλη;»
«Όση θέλετε,» απάντησε γρήγορα ο ιδιοκτήτης. «Εύφορη. Κοντά σε ποτάμι.
Καλή για καλλιέργεια. Αλλά… θα κοστίσει περισσότερο.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα του έμεινε για λίγο πάνω στον
άντρα, σαν να ζύγιζε όχι τη γη, αλλά την προτεραιότητα. Έπειτα είπε ήρεμα: «Την
επόμενη φορά. Όταν θα έχουμε χρόνο.»
Και γύρισε ελαφρά το σώμα του, δίνοντας τέλος στη συζήτηση. Δεν έφυγαν
απλώς από το καπηλειό. Έφυγαν έχοντας κάνει ένα βήμα περισσότερο στο δικό τους
σχέδιο.
Καθώς έφευγαν, η Ρουό-Σι γύρισε και κοίταξε τον χώρο και την μορφή της
πέτρινης γυναίκας.
«Θα φέρουμε τεχνίτες από το Λο Τζιάνγκ,» είπε ο Γκούο Ρεν. «Να γίνει
σωστά.»
Ο Τσεν Μπινγκ έγνεψε. «Θα γίνει.»
στην
αποθήκη της Α-Μέι
Το απόγευμα της επόμενης μέρας έφτασαν στην πρώτη αποθήκη. Ήταν σχεδόν
έτοιμη. Η οικογένεια που τους είχε πουλήσει τη γη τους υποδέχτηκε με χαμόγελα.
Φτωχοί άνθρωποι, μα με καθαρά πρόσωπα και ζεστά μάτια.
Η Ρουό-Σι δεν μπήκε αμέσως μαζί τους. Στάθηκε για λίγο έξω, σαν να άφηνε
τον δρόμο πίσω της να σβήσει πριν περάσει το κατώφλι. Μόνο όταν ο Γκούο Ρεν της
έγνεψε διακριτικά, προχώρησε και χάθηκε μέσα στο χαμηλό σπίτι.
Οι δύο άντρες έμειναν στην αποθήκη. Ο Γκούο Ρεν και ο Τσεν Μπινγκ
περπατούσαν ανάμεσα στα ξύλινα δοκάρια και τα ημιτελή ράφια, μετρώντας τον
χώρο, χτυπώντας το έδαφος, υπολογίζοντας βάρος και όγκο.
«Καλή είναι,» είπε ο Τσεν Μπινγκ τελικά. «Μας φτάνει. Ένα φορτίο ρυζιού
θα το πάρει άνετα, ίσως και λίγο περισσότερο αν στοιβάξουμε σωστά.»
Πέρασε το χέρι του πάνω από τον τοίχο. «Για αρχή είναι ικανοποιητική.
Αλλά αργότερα ίσως χρειαστεί μικρή επέκταση. Να ξεχωρίσουμε τις σοδειές, ρύζι,
σιτηρά, και τα υπόλοιπα. Δεν πρέπει να ανακατεύονται.»
Ο Τσεν Μπινγκ δεν δίστασε.
« Κοντά στο Λο Τζιάνγκ θα πρέπει να
στηθούν από την αρχή δύο αποθήκες. Όχι μία. Ο δρόμος θα μεγαλώσει γρήγορα.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός για λίγο, κοιτάζοντας τον άδειο χώρο σαν να
τον έβλεπε ήδη ολοκληρωμένο.
Η μάνα του σπιτιού πλησίασε πρώτη. Το βλέμμα της στάθηκε στη Ρουό-Σι.
«Κουράστηκες, παιδί μου,» της είπε.
Η Ρουό-Σι χαμήλωσε το κεφάλι. «Λίγο.»
«Έλα μέσα.»
Δεν την ρώτησε πολλά. Δεν χρειαζόταν.
Το βράδυ, γύρω από το φαγητό, η κουβέντα άνοιξε. «Από πού είσαι;» τη
ρώτησε η γυναίκα.
Η Ρουό-Σι δίστασε, μόνο όσο έπρεπε. «Από ένα χωριό… πιο μακριά,» είπε.
«Ο πατέρας μου πέθανε νωρίς. Η μάνα μου… δεν άντεξε πολύ μετά.»
Σταμάτησε. Κατέβασε το βλέμμα. «Με πήραν στο σπίτι των Ντου. Για
δουλειά.»
Η φωνή της έσπασε ελαφρά, όσο χρειαζόταν. «Καλοί είναι…» πρόσθεσε. «Δεν
με πειράζουν.»
Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της και της το ακούμπησε. «Είσαι τυχερή τότε,»
είπε.
Η Ρουό-Σι έγνεψε σιωπηλά. Η συμπάθεια είχε ήδη κερδηθεί.
Η γυναίκα που τους φιλοξενούσε την παρατηρούσε διακριτικά όσο εκείνη
βοηθούσε στο απλό μαγείρεμα. Τα χέρια της δούλευαν ήσυχα, χωρίς επιτήδευση,
χωρίς βιασύνη.
Κάποια στιγμή, η γυναίκα πλησίασε πιο κοντά και χαμήλωσε τη φωνή της.
«Μήπως…
έχει απλώσει χέρι πάνω σου κανείς από αυτούς;» ρώτησε ξαφνικά.
Η Ρουό-Σι πάγωσε για μια στιγμή, όχι εξωτερικά, αλλά μέσα της.
«Είσαι όμορφη,» συνέχισε η γυναίκα. «Και οι όμορφες δεν είναι ποτέ ήσυχες
δίπλα σε αφέντες.»
Η Ρουό-Σι χαμογέλασε ήρεμα.
«Όχι,» απάντησε απλά. «Ο αφέντης είναι αρραβωνιασμένος. Τον έχουν τάξει
από την οικογένειά του σε μια πλούσια κόρη από το Μπαϊλίν. Εκεί πηγαίνει. Εδώ
με πήραν μαζί τους γιατί στο Νανγκού δεν έχουν δικούς τους ανθρώπους.»
Η γυναίκα έγνεψε, σαν να ηρέμησε.
«Τότε καλά,» είπε. «Αλλά να προσέχεις. Δεν τους ξέρεις καλά αυτούς.
Πάντα θέλουν κάτι περισσότερο από αυτό που έχουν.»
Η Ρουό-Σι έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.
«Θα προσέχω.»
Αργότερα, καθώς ετοίμαζαν τα στρώματα για τη νύχτα, η γυναίκα την
πλησίασε ξανά, πιο φιλικά τώρα, σχεδόν σαν να της άνοιγε δρόμο μέσα στην
οικογένεια.
«Όταν φτάσετε στο Νανγκού,» της είπε, «να ζητήσεις τον Χου Σι.»
Η Ρουό-Σι την κοίταξε προσεκτικά.
«Πες του ότι είσαι από μένα, την Α-Μέι. Κάποτε με είχε ζητήσει, πριν
παντρευτώ αυτόν εδώ και προκόψω… Αλλά εκείνος είχε έρθει από άλλο τόπο. Δεν
είχε σταθεί ακόμη στα πόδια του. Προτίμησα κάτι σίγουρο. Αλλά με το σίγουρο δεν
ευτυχείς.»
«Ούτε όμως και καταστρέφεσαι» της ανταπάντησε η Ρουό-Σι.
Η Α-Μέι χαμογέλασε ελαφρά, με μια ανάμνηση που δεν πονούσε πια.
«Τώρα κι εκείνος είναι παντρεμένος. Τον πρόλαβε κάποια Μπάο Τζεν. Και
δεν ήταν όμορφη. Υπήρχαν άλλες καλύτερες που τον ήθελαν. Έχει και μια κόρη,
στην ηλικία σου. Θα σε βοηθήσει σε ό,τι χρειαστείς.»
Η Ρουό-Σι έγνεψε αργά.
«Θα το θυμηθώ.»
Οι άντρες είχαν τελειώσει τη μέτρηση της αποθήκης και είχαν απομακρυνθεί
λίγο πιο έξω, συζητώντας ήδη τα επόμενα βήματα.
Η Ρουό-Σι, μέσα στο σπίτι, έμεινε για λίγο σιωπηλή. Καθώς η νύχτα έπεφτε
και οι φωνές χαμήλωναν, η Ρουό-Σι κάθισε λίγο πιο πέρα. Άκουγε. Και μάθαινε. Ο
κόσμος δεν ήταν μόνο δρόμοι και αποστάσεις. Ήταν και άνθρωποι που μιλούσαν
εύκολα, όταν πίστευαν πως μιλούν σε έναν από τους δικούς τους.
Έγειρε ελαφρά το κεφάλι της και σκεφτόταν. Η πρώτη αποθήκη στεκόταν ήδη.
Η δεύτερη είχε βρεθεί. Και το σχέδιο… προχωρούσε, βήμα-βήμα, όπως το είχε
φανταστεί.
Η Ρουό-Σι έμεινε ξύπνια περισσότερο απ’ όλους εκείνο το βράδυ. Το φτωχικό
σπίτι είχε βυθιστεί σε ησυχία, οι φωνές είχαν σβήσει και μόνο το τρίξιμο του
ξύλου από το πάτωμα ακουγόταν πότε-πότε, σαν ανάσα του ίδιου του χώρου.
Εκείνη όμως δεν κοιμόταν. Καθόταν λίγο πιο πέρα, με τα χέρια
ακουμπισμένα στα γόνατα, το βλέμμα χαμηλωμένο, αλλά το μυαλό καθαρό και
κοφτερό. Υπολόγιζε.
Εδώ, σε αυτή την αποθήκη, δεν υπήρχε περιθώριο για τίποτα άλλο. Η
παρουσία της Α-Μέι στο κοντινό σπίτι δεν ήταν απλώς βοήθεια, ήταν ασπίδα. Μια αυτόκλητη
ασπίδα που θα στεκόταν ανάμεσα σε μια φτωχή χωριατοπούλα και στις σιωπηλές,
επικίνδυνες διαθέσεις ενός άρχοντα, όχι με λόγια ή αντιπαράθεση, αλλά με την
ίδια της την απλή, καθημερινή παρουσία. Δεν θα υπήρχαν περιθώρια για σιωπηλές
στιγμές που θα μπορούσαν να ξεφύγουν από τον έλεγχο· ούτε απομόνωση, ούτε
αφορμή για να μείνουν οι δυο τους μόνοι μέσα στην αποθήκη. Η Α-Μέι θα την καλούσε
πάντα στο σπίτι, θα φρόντιζε να βρίσκεται κοντά, να κοιμάται εκεί, να κινείται
ανάμεσά τους ώστε κάθε πιθανή ένταση να διαλύεται πριν προλάβει να σχηματιστεί.
Η αποθήκη ήταν πέρασμα, όχι προορισμός. Ένα σημείο στον δρόμο, όχι τόπος για να
χαθείς μέσα του.
Στο Νανγκού, όμως… Το βλέμμα της σκλήρυνε ελαφρά. Εκεί θα υπήρχε χώρος. Χώρος
να κινηθεί. Χώρος να σταθεί πιο κοντά. Χώρος να δημιουργηθούν συνθήκες που δεν
θα ήταν αναγκαστικά ορατές στους άλλους. Εκεί θα μπορούσε να γίνει αυτό που
σχεδίαζε χωρίς να φαίνεται πως το σχεδιάζει. Μια θέση, μια ανάγκη, μια φυσική
παρουσία που θα δικαιολογούσε τη συνεχή της εγγύτητα μαζί του. Όχι… στο Νανγκού
δεν θα έπρεπε να την ήξερε κανείς. Δεν θα πήγαινε να γνωρίσει τον Χου Σι, ούτε
την κόρη του, κι ας ήταν συνομήλική της. Εκεί δεν χρειαζόταν γνωριμίες. Ούτε
προστασία. Εκεί θα ήταν η παραδουλεύτρα του σπιτιού του Γκούο Ρεν και ας
φαντάζονταν ότι συνέβαινε κάτι παραπάνω μεταξύ τους. Παραδουλεύτρα ήταν, και ό,τι κι αν συνέβαινε, θα μπορούσε πάντα
να ειπωθεί πως έγινε χωρίς τη θέλησή της. Ποιά φτωχή και απροστάτευτη κοπέλλα
θα μπορούσε να κατηγορηθεί ότι υπέκυψε στη διάθεση του άρχοντά της. Θα μπορούσε
να κατηγορηθεί;
Και αν όχι εκεί… Τότε υπήρχε και η άλλη πιθανότητα. Η γη του
χαρτοπαίκτη. Η χέρσα έκταση που είχαν αγοράσει βιαστικά, σχεδόν χωρίς να τη
ζυγίσουν πλήρως. Εκεί δεν υπήρχε σπίτι κοντά. Δεν υπήρχε οικογένεια να
παρακολουθεί. Δεν υπήρχε σταθερή δομή. Μόνο έργο. Και στο έργο… οι άνθρωποι
πλησιάζουν.
Η Ρουό-Σι άφησε μια αργή ανάσα να βγει από μέσα της. Εκεί ίσως να
γεννιόταν κάτι πιο εύκολα. Κάτι που δεν θα φαινόταν σαν επιλογή, αλλά σαν
ανάγκη. Σήκωσε το βλέμμα της προς το σκοτάδι του δωματίου. Οι διαδρομές είχαν
ήδη αρχίσει να χαράζονται μέσα της, σαν αόρατος χάρτης. Άνθρωποι, τόποι,
στάσεις. Και ανάμεσά τους, κενά που μπορούσαν να γεμίσουν. Ή να
χρησιμοποιηθούν.
Δεν σκεφτόταν τι είχε γίνει
εκείνη τη μέρα. Σκέφτηκε τι μπορούσε να γίνει. Και αυτό ήταν πιο επικίνδυνο. Μα
έλειπε κάτι ακόμη. Ίσως αν ψέλιζε το όνομά της, κάποιος μπορεί να συνδύαζε, κάποιος
μπορεί να είχε ακούσει. Ίσως, αν έφτανε
σε λάθος αυτιά, να μπορούσε να γίνει μια αναγνώριση που δεν έπρεπε να υπάρξει.
Το όνομά της ήταν ακόμη δεμένο με τον παλιό της κόσμο, με όσα έπρεπε να μείνουν
πίσω.
Έπρεπε να το αλλάξει, να πάρει άλλο όνομα. Δεν μπορεί να έχει κανείς
άλλη ταυτότητα και να κουβαλά το σημάδι της παλιάς του. Αν θα υποδυόταν την
φτωχή και βασανισμένη κοπέλλα, την υπηρέτρια του αφέντη της, τότε ένα πιο γήινο
όνομα, ένα πιο απλό, ένα όνομα που να μη γεννά υποψίες, να μη θυμίζει τίποτα
από όσα ήταν, ένα όνομα που έμοιαζε να ανήκει σε κάποιον που δεν θα τον
πρόσεχες ποτέ δεύτερη φορά. Και το βρήκε. Σου-Σι. Έτσι με αυτό το όνομα
αποχαιρέτησε την Α-Μέι το πρωί της άλλης μέρας καθώς ετοιμάζονταν να φύγουν για
το Νανγκού.
Ο Γκούο Ρεν και ο Τσεν Μπινγκ άκουσαν το όνομα χωρίς να ρωτήσουν
περισσότερα. Για μια στιγμή μόνο αντάλλαξαν ένα βλέμμα, σύντομο και σχεδόν
ανεπαίσθητο, σαν να ζύγιζαν όχι το νόημα αλλά τη χρησιμότητα της αλλαγής. Έπειτα
χαμογέλασαν. Αν ήθελε να λέγεται Σου-Σι, τότε Σου-Σι θα την έλεγαν κι εκείνοι. Δεν
υπήρχε λόγος για ερωτήσεις. Δεν υπήρχε λόγος για αντιρρήσεις.
Στον δρόμο, τα ονόματα ήταν τόσο
ευέλικτα όσο και οι ρόλοι.
Ο Τσεν Μπινγκ έγνεψε ελαφρά, σαν να το κατέγραψε ήδη μέσα του, και ο
Γκούο Ρεν έσκυψε για να τη βοηθήσει να ανέβει στη μικρή άμαξα.
«Σου-Σι,» είπε απλά, δοκιμάζοντας τη λέξη.
Ο τόνος του δεν είχε απορία. Είχε αποδοχή. Ο Τσεν Μπινγκ χαμογέλασε κι
εκείνος, πιο ανοιχτά αυτή τη φορά. «Σου-Σι τότε,» επανέλαβε, σαν να επιβεβαίωνε
μια συμφωνία που είχε ήδη κλείσει.
Και καθώς η άμαξα άρχισε να κινείται ξανά στον δρόμο προς το Νανγκού, το
νέο όνομα έμεινε πίσω της για μια στιγμή, να αιωρείται στον αέρα, πριν
ενσωματωθεί πλήρως στη σιωπή του ταξιδιού.
οι
Επιστρέφοντες: η φράξια της «οδού της Μεγάλης Ειρήνης»
Φθάνοντας στα κτήματα των Ντου, οι τρεις τους, ο Γκούο Ρεν, ο Τσεν
Μπινγκ, και η γυναίκα που θα παρουσιαζόταν ως υπηρέτριά τους, η Σου-Σι, βρήκαν
έναν τόπο που έμοιαζε ήσυχος μόνο στην επιφάνεια. Τα χωράφια απλώνονταν
κανονικά, οι εργάτες σκυμμένοι στη γη, οι επιστάτες σιωπηλοί. Μα κάτω από αυτή
την τάξη υπέβοσκε μια ανησυχία, σαν να περίμενε ο τόπος κάτι που δεν είχε ακόμη
ειπωθεί.
Ήταν χρόνια αναταραχής, λίγο πριν υψωθούν τα λάβαρα του Ζανγκ Σιαζόνγκ,
και πολλοί είχαν αρχίσει να κινούνται στις σκιές, άλλοι για να σωθούν, άλλοι
για να προετοιμάσουν ό,τι ερχόταν.
Στο Νανγκού, ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους, ψιθυριζόταν το όνομα της
αναβίωσης μιας παλιάς διδασκαλίας: της «Οδού της Μεγάλης Ειρήνης». Όμως αυτό
που επιβίωνε εκεί δεν ήταν η ίδια η διδασκαλία, αλλά ένα παρακλάδι της, μια
εκφυλισμένη φράξια, που είχε αποσχιστεί σιωπηλά. Λέγονταν μεταξύ τους «οι
Επιστρέφοντες».
Η ομάδα αυτή γεννήθηκε μέσα από φόβο και λιμό. Καθώς η τάξη του κόσμου
φαινόταν να καταρρέει, κάποιοι πιστοί άρχισαν να υποστηρίζουν πως η Μεγάλη
Ειρήνη δεν θα ερχόταν με την αποκατάσταση της τάξης, αλλά με την πλήρη κατάλυσή
της. Ισχυρίζονταν ότι ο κόσμος είχε ήδη διαφθαρεί ανεπανόρθωτα, οι νόμοι των
ανθρώπων, ακόμη και της οικογένειας, ήταν μέρος αυτής της διαφθοράς, και μόνο
όσοι τολμούσαν να τους υπερβούν μπορούσαν να σωθούν.
Η επίσημη διδασκαλία τούς απέρριψε. Εκείνοι όμως δεν εξαφανίστηκαν, απλώς
κρύφτηκαν. Κάποιοι βρήκαν καταφύγιο μέσα στα επαναστατικά δίκτυα που άρχιζαν να
σχηματίζονται γύρω από τον Ζανγκ Σιαζόνγκ. Άλλοι διασκορπίστηκαν σε απομονωμένα
μέρη. Ένα από αυτά, ήταν και τα κτήματα των Ντου στο Νανγκού. Εκεί δεν υπήρχε
εποπτεία. Οι αφέντες των κτημάτων ήταν μακρυά, σπάνια έρχονταν. Δεν
ρωτούσαν ποιοί ήταν. Αρκεί μόνο να
δούλευαν.
Στον πυρήνα της πίστης τους υπήρχε μια διαστρεβλωμένη ιδέα επιστροφής
στην αρχή. Επικαλέστηκαν παλιούς μύθους, όπως της Νύουα και του Φουσί, όχι ως
κοσμογονική ανάγκη, αλλά ως πρότυπο. Έλεγαν «Πριν τους νόμους, πριν τα ονόματα,
πριν τις συγγένειες, υπήρχε μόνο η ενότητα.»
Και έτσι πίστευαν πως οι δεσμοί αίματος δεν ήταν ιεροί, αλλά δεσμά. Η
υπέρβασή τους ήταν πράξη λύτρωσης. Μόνο οι «εκλεκτοί» μπορούσαν να αντέξουν
αυτή τη γνώση. Όχι οι πολλοί.
Τίποτα από αυτά δεν λεγόταν ανοιχτά. Οι περισσότεροι πιστοί δεν γνώριζαν
παρά ψήγματα. Η «πλήρης διδασκαλία» αποκαλυπτόταν μόνο σε λίγους, μέσα από
τελετές που γίνονταν νύχτα, σε αποθήκες ή εγκαταλειμμένα σπίτια ή σε σπηλιές.
Και το Νανγκού είχε αρκετά από όλα αυτά, από όλες αυτές τις κρυψώνες. Ήταν μυστικές,
περιορισμένες και περιβαλλόμενες από φόβο. Ακόμη και μέσα στη φράξια, πολλοί
δίσταζαν. Άλλοι υπάκουαν χωρίς να κατανοούν. Άλλοι έπειθαν τον εαυτό τους πως
επρόκειτο για αναγκαίο κακό, ένα πέρασμα προς κάτι ανώτερο.
Ο αναχωρητής του Νανγκού ήταν ένας από αυτούς. Σιωπηλός, σχεδόν αόρατος,
κρατούσε επαφή με τους λίγους μυημένους χωρίς ποτέ να εκτεθεί. Ανάμεσα στους
εργάτες των Ντου υπήρχαν κι άλλοι.
Ο Χου Σι, εκείνος που είχε προτείνει η Α-Μέι στη Σου-Σι για να του
ζητήσει βοήθεια αν χρειαστεί, ήταν ένας από τους σιωπηλούς πιστούς. Δεν μιλούσε
ποτέ ανοιχτά, αλλά η πίστη του φαινόταν στις μικρές του πράξεις, στις σιωπές
του. Η κόρη του, η Λου Λαν,
συνομήλικη σχεδόν με τη Σου-Σι, βρισκόταν στο όριο. Αρκετά κοντά για να βλέπει,
όχι αρκετά μέσα για να κατανοεί. Στα μάτια της υπήρχε συχνά κάτι ανήσυχο.
Συνόδευε τον χήρο πατέρα της στις μυστικές συγκεντρώσεις της σέκτας.
Στα πιο απόμερα κομμάτια των κτημάτων των Ντου, εκεί όπου τα σπίτια αραίωναν
και οι φωνές έσβηναν πριν φτάσουν σε άλλο αυτί, στα μέρη που ανηφόριζαν προς
τους λόφους, και πέρα από αυτούς κυκλοφορούσαν ελεύθερα άγρια ζώα, λύκοι,
ύαινες, ασιατικές αρκούδες, και κανείς δεν πλησίαζε εύκολα λόγω του φόβου, ζούσαν
εκείνοι που ανήκαν στον κλειστό κύκλο των «Επιστρεφόντων», άνδρες και γυναίκες
που είχαν ριζώσει στο Νανγκού όχι από ανάγκη, αλλά από επιλογή· ο Γκενγκ Ντο με
τις δύο κόρες του, η Γου Σία με τον ανιψιό της τον Ζανγκ Κιν, ο Πενγκ Λου με
την πρόγονή του, τη Γου Ζιάν, η Χου Λαν με τον μικρότερο αδελφό του άντρα της,
τον Φενγκ-Ρεν, ακόμη και ο σιωπηλός Τζάο Γιν, όλοι τους εργάτες της γης την
ημέρα, μα φορείς ενός άλλου όρκου τη νύχτα. Είχαν βρει σε εκείνον τον
αραιοκατοικημένο τόπο κάτι που δεν υπήρχε αλλού: την απουσία βλέμματος, την
ελευθερία από την επιτήρηση, το περιθώριο να σβήσουν σιγά σιγά όσα τους όριζαν.
Στις κλειστές συνεδρίες δεν έμπαινε κανείς εύκολα· μόνο όταν είχε αποδείξει πως
μπορούσε να αποκοπεί — όχι μόνο από την οικογένεια, αλλά από την ίδια την
έννοια της συγγένειας, της υποχρέωσης, του «ανήκειν». Εκεί, μέσα σε σιωπηλά
δωμάτια φωτισμένα με λιγοστό φως, τους ζητούνταν να διαβούν το φράγμα: να
απαρνηθούν το αίμα, να αρνηθούν τα ονόματα που τους είχαν δοθεί, να αποδεχθούν
πως η λύτρωση βρισκόταν πέρα από κάθε δεσμό. Και κάποιοι, με μάτια σταθερά και
φωνές που δεν έτρεμαν πια, το έκαναν.
ο
Γκένγκ Ντο, η Σιαογιού και η Λιάν
Ο Γκενγκ Ντο ζούσε σε ένα
από τα πιο απομακρυσμένα κομμάτια των κτημάτων των Ντου, με τις δύο κόρες του,
τη Γκενγκ Σιαογιού και την Γκενγκ Λιάν. Από τότε που η νεαρή και
όμορφη γυναίκα του, η Ναν Φενγκ, τον είχε εγκαταλείψει για να ακολουθήσει έναν
άλλο δρόμο έφυγε και εκείνος από το μικρό χωριό του έξω από το Λουσάνγκ.
Οι πρώτες αναφορές για τους “ανθρώπους της επιστροφής” έφτασαν σε αυτόν
όχι ως διδασκαλία αλλά ως κουβέντες της αγοράς. Έμποροι που περνούσαν από το
Λουσάνγκ μιλούσαν για ανθρώπους που εγκατέλειπαν τα σπίτια τους χωρίς
καταναγκασμό, σαν να ακολουθούσαν μια εσωτερική κλήση που δεν εξηγούσαν σε
κανέναν.
Δεν έδωσε σημασία στην αρχή. Λίγο
αργότερα, ένας παλιός εργάτης των κτημάτων των Ντου εμφανίστηκε ξανά στο χωριό.
Ο Γκενγκ Ντο τον αναγνώρισε μόνο από το βλέμμα. Είχε αλλάξει ελάχιστα στην όψη,
αλλά δεν ανήκε πια πουθενά. Δεν ζητούσε εργασία, δεν ζητούσε τόπο. Μιλούσε για
την “επιστροφή” σαν να ήταν κάτι που είχε ήδη συμβεί μέσα του.
Ο Γκενγκ Ντο τον άκουσε χωρίς ερωτήσεις. Μόνο μία λέξη έμεινε από εκείνη
τη συνάντηση, επαναλαμβανόμενη στις επόμενες μέρες σαν εμμονή: επιστροφή. Δεν
την καταλάβαινε. Αλλά άρχισε να παρατηρεί κάτι που μέχρι τότε αγνοούσε:
άνθρωποι που εγκατέλειπαν ρόλους χωρίς να καταρρέουν, σαν να υπήρχε ένας άλλος
τρόπος να σταθεί κανείς μέσα στον κόσμο χωρίς να ανήκει ολοκληρωτικά πουθενά. Κάποιο
βράδυ, σε μια κουβέντα στο καπηλειό του Λουσάνγκ, άκουσε για πρώτη φορά το
όνομα του τόπου. Το Νανγκού. Και μαζί του, την αναφορά στους “ανθρώπους της
επιστροφής” σαν να ήταν κάτι υπαρκτό, οργανωμένο, αλλά χωρίς σαφή όρια. Δεν
ρώτησε περισσότερα εκείνη τη στιγμή.
Ο Γκενγκ Ντο είχε βρει το άλλοθι για τη ζωή του μέσα στις διδασκαλίες
της φράξιας. Στα σιωπηλά δωμάτια που συγκεντρώνονταν τη νύχτα, οι οπαδοί της
Μεγάλης Ειρήνης τον είχαν απελευθερώσει από την αίσθηση της ενοχής και του
αμαρτήματος, τον είχαν καθαγιάσει μέσα στην ψευδαίσθηση της λύτρωσης. Το δόγμα
τους τον είχε διδάξει πως οι δεσμοί του αίματος ήταν μόνο φράγματα, κλειδιά που
δεν άνοιγαν τις πραγματικές πόρτες της ελευθερίας.
Ο Γκενγκ Ντο, αν και ήταν σκληρός και αυστηρός με τις κόρες του, τούς
είχε χαρίσει μια ζωή γεμάτη από το είδος της σιωπηλής συνείδησης που απορρέει
από την πειθαρχία του αγρότη. Στην καθημερινότητά τους, το μόνο που τους ένωνε
ήταν η σκληρή δουλειά στα χωράφια.
Η Γκενγκ Σιαογιού, η
μεγαλύτερη από τις δύο, ήταν γεμάτη φιλοδοξία και ταπεινή υπερηφάνεια, με
μακριά μαλλιά που πάντα τις ημέρες του θερισμού έδενε σφιχτά και το πρόσωπό της
σκληραγωγημένο από την καθημερινή εργασία. Ήταν το στήριγμα του πατέρα της, και
συχνά αναλάμβανε τη φροντίδα της αδελφής της, της Γκενγκ Λιάν, που ήταν πέντε χρόνια μικρότερή της. Η Γκενγκ Λιαν ήταν
πιο ευαίσθητη και ονειροπόλα, με τα μάτια της γεμάτα ερωτήματα για τον κόσμο
που τη γύριζε. Και οι δύο τους έμοιαζαν στην μητέρα τους, αλλά η πρωτότοκη είχε
πάρει τον αυστηρό χαρακτήρα του πατέρα της και η μικρότερη εκείνον της Ναν
Φενγκ.
Από τότε που η Ναν Φενγκ τους εγκατέλειψε για να ακολουθήσει έναν
περιπλανώμενο τεχνίτη, έναν άντρα που περνούσε από τα χωριά επισκευάζοντας
εργαλεία και έφευγε πριν ριζώσει οπουδήποτε, ίσως υποκινημένη από την έλξη μιας
ζωής χωρίς σταθερότητα και υποχρεώσεις, οι δύο κόρες ζούσαν κάτω από τον ίδιο
αυστηρό κανόνα του πατέρα τους, που παρόλο που ήταν αφοσιωμένος στην
εκμετάλλευση της γης, έκρυβε ένα βάρος στην καρδιά του που ούτε οι κόρες του
μπορούσαν να κατανοήσουν πλήρως. Η απουσία της μητέρας είχε αφήσει μια βαθιά
σιωπή στο σπίτι, αλλά και μια πιο σκοτεινή σφαίρα που δεν αποκαλυπτόταν εύκολα.
Τα δειλινά, όταν η σιγή του κάμπου ήταν πλήρης και η νύχτα έδινε
καταφύγιο στους κρυφούς θρύλους και τις απαγορευμένες σκέψεις, ο Γκενγκ Ντο
αναπαυόταν στην ιδέα ότι η κανονικότητα του κόσμου ήταν πλέον παρελθόν.
Μια νύχτα, μετά από μια σιωπηλή προσευχή για την αποδοχή του κόσμου που
είχε δημιουργήσει γύρω του, ανακάθισε στο μικρό τραπέζι της κουζίνας και κάλεσε
τις κόρες του. Ήξερε πως το αποδεκτό και το μη αποδεκτό είχαν ξεθωριάσει εδώ
και καιρό, πως η ζωή τους ήταν δική του να τη διαμορφώσει όπως ήθελε. Και οι
δύο κόρες του — η Γκενγκ Σιαογιού
και η Γκενγκ Λιάν — γνώριζαν τον
νόμο της οικογένειας. Από μικρές είχαν μάθει πως η υπακοή και η υπηρεσία στον
πατέρα τους ήταν ο μόνος δρόμος για την επιβίωση, και το να τον υπηρετούν δεν
ήταν μόνο καθήκον, αλλά και τρόπος για να αποδεχτούν την αλήθεια της ύπαρξής
τους. Τους ανακοίνωσε την απόφασή του να πάνε στο Νανγκού.
Η Γκενγκ Σιαογιού, η
μεγαλύτερη, πιο αποφασιστική και πιο σιωπηλή από τις δύο, ήταν εκείνη που το
είχε καταλάβει πρώτη. Ήξερε πως το μέλλον τους εξαρτιόταν από τον πατέρα τους
και τις επιλογές του. Ήταν εκείνη που καθόταν δίπλα του τα βράδια, όταν η
μικρότερη Γκενγκ Λιαν κοιμόταν, ανακουφίζοντας την κούρασή και τη μοναξιά του.
Ήταν ένας χρόνος που είχαν εγκατασταθεί στο Νανγκού. Τότε ο Γκενγκ Ντο
ήρθε αντιμέτωπος με αυτό που αργότερα θα αποκαλούσε μέσα του “μοίρα”, αν και
εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε καμία λέξη που να χωρά αυτό που συνέβαινε.
Η Γκενγκ Σιαογιού είχε μόλις περάσει τα δεκαεπτά της. Είχαν μείνει πίσω
στα χωράφια περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, και το φως είχε αρχίσει να χαμηλώνει,
σβήνοντας τις γραμμές ανάμεσα στα σώματα και το τοπίο. Η μικρότερη, η Γκενγκ
Λιαν, είχε μείνει πίσω στο σπίτι για να
το φροντίζει. Δούλευαν σιωπηλά, όπως πάντα, με εκείνη την πειθαρχία που δεν
χρειαζόταν εντολές.
Κάποια στιγμή ο Γκενγκ Ντο σταμάτησε. Όχι από κούραση. Η κίνηση του
χεριού του έμεινε μετέωρη, σαν να είχε διακοπεί κάτι που δεν φαινόταν στους
άλλους. Η Σιαογιού γύρισε προς το μέρος του και περίμενε, χωρίς να ρωτήσει. Δεν
ήταν κάτι ασυνήθιστο. Είχε μάθει να διαβάζει τη σιωπή του. Αλλά εκείνη τη
στιγμή η σιωπή δεν ήταν απλή. Ο Γκενγκ Ντο την κοίταξε για λίγο περισσότερο απ’
όσο έπρεπε. Και για μια στιγμή το βλέμμα του δεν έμενε στο παρόν. Έμοιαζε να
περνά μέσα από αυτό. Η Σιαογιού δεν κινήθηκε. Ο χρόνος απλώθηκε ανάμεσά τους
χωρίς λέξεις.
Κουλουριάστηκε δίπλα του και αφέθηκε στην αγκαλιά του. Αθόρυβα, με μια
αίσθηση συνενοχής, έσπασε το όριο που τους κρατούσε δεμένους. Ο ομφάλιος λώρος
κόπηκε για πάντα και τη θέση του πήρε μια περικοκλάδα που τους κρατούσε
αλυσοδεμένους γύρω της.
Ο άνεμος πέρασε μέσα από τα ξερά στάχυα και τα έκανε να θροΐσουν σαν
ψίθυροι ανθρώπων που παρακολουθούσαν από μακριά. Κανείς όμως δεν βρισκόταν
εκεί. Μονάχα η γη, η υγρασία του δειλινού και εκείνη η αδιόρατη μετατόπιση που
είχε ήδη αλλάξει τα πάντα πριν ακόμη αγγίξουν ο ένας τον άλλον πραγματικά.
Ο Γκενγκ Ντο χαμήλωσε αργά το βλέμμα, σαν να φοβόταν ότι ακόμη και η
παραμικρή κίνηση θα έδινε μορφή σε κάτι που έπρεπε να μείνει άμορφο. Για χρόνια
είχε μάθει να ζει μέσα στην τάξη των πραγμάτων· κάθε σχέση είχε όνομα, κάθε
υποχρέωση όριο, κάθε συναίσθημα θέση. Όμως τώρα ένιωθε το εσωτερικό εκείνης της
τάξης να υποχωρεί αθόρυβα, όπως υποχωρεί το χώμα κάτω από τα πόδια λίγο πριν
από την κατολίσθηση.
Η Σιαογιού άκουγε την ανάσα του. Αυτό ήταν που την τάραζε περισσότερο. Όχι
η εγγύτητα. Όχι η ζεστασιά του σώματός του. Αλλά το γεγονός ότι για πρώτη φορά
η ανάσα του δεν είχε τη σταθερότητα που τη συνόδευε από παιδί. Υπήρχε μέσα της
δισταγμός. Μια ανθρώπινη αδυναμία που μέχρι τότε πίστευε πως δεν του ανήκε. Σήκωσε
αργά το χέρι της και άγγιξε το ύφασμα στο στήθος του. Δεν ήταν χάδι·
περισσότερο έμοιαζε με επιβεβαίωση ότι ήταν ακόμη εκεί, ότι δεν θα χανόταν αν
τον άγγιζε.
Ο Γκενγκ Ντο έκλεισε τα μάτια. Και τότε κατάλαβε. Όχι τι αισθανόταν —
αυτό θα χρειάζονταν χρόνια για να τολμήσει να το ονομάσει. Κατάλαβε όμως πως
από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν υπήρχε επιστροφή. Ορισμένες πράξεις δεν
συμβαίνουν όταν αγγίζουν τα σώματα· συμβαίνουν νωρίτερα, στη στιγμή που δύο
άνθρωποι παύουν να ανήκουν στον κόσμο όπως τον ήξεραν.
Το σκοτάδι κατέβαινε αργά πάνω στα χωράφια. Κανείς δεν μίλησε. Κι όμως,
μέσα σε εκείνη τη σιωπή είχαν ειπωθεί περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν ποτέ να
αντέξουν οι λέξεις. Όταν τελικά σηκώθηκαν, η γη κάτω από τα πόδια τους ήταν η
ίδια. Τα μονοπάτια οδηγούσαν ακόμη προς το σπίτι. Τα εργαλεία βρίσκονταν εκεί
που τα είχαν αφήσει. Μόνο που τίποτε πια δεν είχε το ίδιο νόημα.
Η Σιαογιού περπάτησε δίπλα του χωρίς να τον κοιτάζει. Αν κάποιος τους
έβλεπε από μακριά, δεν θα παρατηρούσε τίποτε ασυνήθιστο· δυο σκιές που
επέστρεφαν μαζί πριν πέσει εντελώς η νύχτα.
Αλλά ανάμεσά τους είχε γεννηθεί κάτι
που δεν έμοιαζε ούτε με επιθυμία ούτε με αγάπη όπως τη διηγούνται οι άνθρωποι.
Ήταν κάτι πιο αρχαίο, πιο επικίνδυνο. Σαν ρίζα που βρίσκει νερό βαθιά κάτω από
πέτρα και συνεχίζει να μεγαλώνει στο σκοτάδι, αθόρυβα, μέχρι να ραγίσει
ολόκληρο το βουνό.
Ύστερα εκείνος έκανε ένα μικρό βήμα πίσω, σαν να είχε συνειδητοποιήσει
κάτι που δεν έπρεπε να έχει φτάσει ως εκεί. Δεν είπε τίποτα. Γύρισε και
συνέχισε προς τον δρόμο του χωριού.
Η Σιαογιού έμεινε για λίγο ακόμη στα χωράφια, όπως της είχε μείνει η
συνήθεια. Κι όταν τελικά ακολούθησε, δεν υπήρχε τίποτα εμφανές που να έχει
αλλάξει. Μόνο ο τρόπος που η σιωπή ανάμεσά τους είχε γίνει πιο πυκνή.
Το επόμενο βράδυ είχε πέσει νωρίς πάνω στο Νανγκού, σαν να έκλεινε ο
κόσμος τις πόρτες του χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Ο Γκενγκ Ντο δεν είχε σκοπό να
πάει εκεί. Η Σιαογιού τον περίμενε ήδη στο πίσω δωμάτιο σε ένα από τα πιο παλιά
κτίσματα των κτημάτων, κοντά στα όρια των αποθηκών. Τώρα ήταν έρημο,
ακατοίκητο. Δεν υπήρχε φως παρά μόνο μια χαμηλή λυχνία που έτρεμε κάθε τόσο,
σαν να μην ήταν βέβαιη ότι έπρεπε να μένει αναμμένη. Δεν μίλησαν όταν μπήκε. Η
παρουσία του ήταν αρκετή για να αλλάξει τον αέρα μέσα στο δωμάτιο.
Η Σιαογιού δεν τον ρώτησε τίποτα. Δεν είχε μάθει ποτέ να ρωτά όταν εκείνος
αποφάσιζε να σιωπά. Τον κοίταξε μόνο, με εκείνη τη γνώριμη ήρεμη προσοχή που
είχε γίνει πια τρόπος επιβίωσης.
Ο Γκενγκ Ντο στάθηκε για λίγο στην είσοδο, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να
προχωρήσει ή να γυρίσει πίσω. Αλλά δεν γύρισε. Όταν τελικά έκλεισε η πόρτα πίσω
του, ο ήχος δεν ήταν δυνατός. Κι όμως έμεινε στο δωμάτιο περισσότερο απ’ όσο θα
έπρεπε. Η Σιαογιού σηκώθηκε αργά. Δεν υπήρχε βιασύνη στις κινήσεις της. Στάθηκε
κοντά του χωρίς να τον αγγίξει αμέσως. Για λίγο, κανείς από τους δύο δεν
μίλησε. Η σιωπή δεν ήταν άδεια. Ήταν γεμάτη από πράγματα που δεν είχαν ειπωθεί
ποτέ σωστά. Ο Γκενγκ Ντο χαμήλωσε το βλέμμα. Δεν έμοιαζε με την αυστηρότητα που
είχε στο χωράφι ή στις αποφάσεις. Είχε κάτι πιο ασταθές, σαν να είχε
μετακινηθεί μέσα του ένα όριο που δεν μπορούσε πια να ξαναμπεί στη θέση του.
Η Σιαγιού άπλωσε το χέρι της και τον άγγιξε πρώτα εκείνη, με τρόπο
σχεδόν δοκιμαστικό. Και εκείνος δεν απομακρύνθηκε. Η στιγμή που ακολούθησε δεν
είχε βιασύνη ούτε καθαρή αρχή. Ήταν περισσότερο σαν κάτι που είχε ήδη ξεκινήσει
και απλώς τώρα έβρισκε διέξοδο. Η λυχνία έτρεμε ξανά. Και για ώρα, το δωμάτιο
έμεινε κλειστό μέσα σε αυτό που κανείς από τους δύο δεν ονόμασε. Αυτό που
εκείνος είχε στερηθεί θα του χάριζε πλέον αυτή. Αυτή που έμοιαζε στη μητέρα
της, την Ναν Φενγκ. Αυτή που είχε διαφορετικό χαρακτήρα από την Ναν Φενγκ. Αυτή
που μπορούσε να δηλώσει πίστη, υποταγή και αφοσίωση.
Αυτά τα απόβραδα στο σκοτάδι του ακατοίκητου κτίσματος η Σιαογιού του
πρόσφερε την αφοσίωσή της και το σφριγηλό σώμα της. Τον υπηρετούσε όπως εκείνος
απαιτούσε, δίνοντάς του ό,τι ήθελε χωρίς αντιρρήσεις. Σιγά σιγά αποφάσισαν να
μην συνεχίσουν τις συναντήσεις τους εκεί. Υπήρχε ο κίνδυνος να αποκαλυφθούν.
Έτσι το σπίτι έγινε ο χώρος τους. Το βράδυ ζούσαν σαν κανονικά ζευγάρι στο ίδιο
κρεβάτι. Περίμεναν απλά να αποκοιμηθεί η μικρή Γκενγκ Λιαν. Έτσι, περνούσαν οι ώρες
της νύχτας, προσφέροντας στον πατέρα της τις θωπευτικές υπηρεσίες της, εκεί που
η σιωπή ήταν το μόνο που είχε σημασία.
Ο Γκενγκ Ντο, κάθε φορά που την καλούσε κοντά του, έβρισκε μια
ανακούφιση στην επίγνωση ότι αυτή η ζωή ήταν η μοναδική του επιλογή, και η
πίστη στην ιδέα της απόλυτης ελευθερίας που τους είχε δώσει η φράξια του έδινε
τη δύναμη να προχωρήσει. Έτσι συνέχιζαν να ζουν, οι τρεις τους, σε μια ζωή που
τα πάντα γύρω τους ήταν αμφίβολα και αόριστα, αλλά μέσα στο σκοτάδι, υπήρχε μια
αίσθηση τάξης, έστω και αν αυτή η τάξη ήταν ταυτόχρονα και το βάρος που τους
κρατούσε δεμένους. Είχε δημιουργηθεί μια παράξενη κανονικότητα. Η πρωτότοκη κόρη είχε πάρει σιωπηλά το ρόλο της
μητέρας της. Η μικρότερη κόρη παρέμενε ακόμη παιδί, αδύναμη να κατανοήσει
πραγματικά γιατι η μεγάλη της αδελφή δεν κοιμόταν πια στο κρεβάτι απέναντί της.
Και όταν καμιά φορά ρωτούσε, οι απαντήσεις έρχονταν έτοιμες, ειπωμένες με
εκείνη τη φυσικότητα που κάνει το ψέμα να μοιάζει καθημερινό. «Ο πατέρας
χρειάζεται βοήθεια. Κουράζεται. Πρέπει να τον προσέχω.»
η
Γου Σία και ο Ζανγκ Κιν
Η Γου Σία και ο γιος της
αδελφής της, ο Ζανγκ Κιν, ήταν από τους πρώτους που ήρθαν στο Νανγκού, έτοιμοι
να αφήσουν πίσω τους όσα είχαν γνωρίσει μέχρι τότε. Είχαν φύγει σιωπηλά από τη Χανγκζού, τη μεγάλη πόλη που τους είχε
προσφέρει όλα όσα θα μπορούσαν να επιθυμήσουν: πλούτο, κοινωνική θέση, και ένα
μέλλον γεμάτο από τις ανέσεις που μόνο μια εύπορη ζωή μπορούσε να εξασφαλίσει.
Μα ήταν ακριβώς αυτή η ζωή που τους είχε σπρώξει στην αίσθηση του κενού. Η Γου
Σία, με τα όμορφα χαρακτηριστικά της και τον αέρα της αστικής καλλιέργειας, δεν
μπορούσε πια να αντέξει τις μικρότητες της κοινωνίας που τη μεγάλωσε. Όλα είχαν
φανεί γεμάτα υποκρισία, ψευδαίσθηση, και άδειες προσδοκίες. Ο γιος της αδελφής
της, ο Ζανγκ Κιν, είχε μεγαλώσει με την ίδια αίσθηση της καταπίεσης, σαν να
βρισκόταν πάντα σε μια φυλακή πολυτελείας. Την ίδια στιγμή, η σχέση τους, που
είχε ήδη υπάρξει παράξενη και ασαφής στα μάτια των άλλων, είχε καταλάβει μια
νέα μορφή. Οι διδασκαλίες της φράξιας τους είχαν προσφέρει την απαραίτητη δικαιολογία
για όλα όσα είχαν συμβεί.
Η Γου Σία δεν είχε νιώσει ποτέ ένοχη για τη σύνδεση που είχε με τον Ζανγκ
Κιν ούτε πριν, ούτε τώρα. Στη φράξια των "Επιστρεφόντων" βρήκε την
απόλυτη δικαίωση για τις πράξεις της, ακόμα και για τα πράγματα που πίστευαν
πως η κοινωνία θα καταδίκαζε. Δεν υπήρχαν πλέον τα παλιά όρια, δεν υπήρχαν οι
παλιοί φόβοι, ούτε οι φραγμοί που τους έβαζε η παραδοσιακή ηθική. Η φράξια τους
είχε προσφέρει τη λύτρωση: για τη ζωή που είχαν αφήσει πίσω τους, για τις
επιλογές που είχαν κάνει και τις σχέσεις που είχαν οικοδομήσει. Όλα τα όρια
είχαν γκρεμιστεί, οι κοινωνικοί κανόνες και οι νόμοι της οικογένειας είχαν
χαθεί μέσα στις διδασκαλίες της ελευθερίας και της υπέρβασης.
Ήρθαν στο Νανγκού με την ελπίδα να βρουν το νέο τους καταφύγιο. Στη γη,
μακριά από τα μάτια της πόλης και την αδιάκριτη κριτική της κοινωνίας, βρήκαν
την ανωνυμία που επιθυμούσαν. Γίνανε εργάτες της γης, απλοί και σιωπηλοί,
ζώντας την καθημερινότητά τους χωρίς να προκαλούν την προσοχή των άλλων. Ο
κόσμος γύρω τους δεν ήξερε τίποτα για τη σχέση τους, και αυτό τους έδινε τη
μοναδική αίσθηση της ελευθερίας που είχαν αναζητήσει από την πρώτη στιγμή που
άφησαν πίσω τους τον κόσμο της Χανγκζού. Κανείς δεν γνώριζε ποιοι ήταν
πραγματικά και για αυτούς αυτό ήταν η απόλυτη ηρεμία.
Τα βράδια, μετά τη σκληρή δουλειά
στα χωράφια, ο Ζανγκ Κιν και η Γου Σία συχνά συζητούσαν για τα παλιά, για το
πως είχαν καταφέρει να ξεφύγουν από την παλιά τους ζωή. Είχαν βρει στην φράξια
ένα καταφύγιο, όχι μόνο σωματικό αλλά και ψυχικό. Ήταν πλέον ελεύθεροι από την
αίσθηση της ντροπής, ελεύθεροι από τις ενοχές που το κοινωνικό σύστημα είχε
προσδώσει στις πράξεις τους. Είχαν αναγεννηθεί, αν όχι σωματικά, σίγουρα
πνευματικά, όπως τουλάχιστον οι ίδιοι πίστευαν, κάτω από την καθοδήγηση των
διδασκαλιών της φράξιας. Αυτή η νέα ζωή ήταν για αυτούς η μόνη αλήθεια.
Η σκιά του παρελθόντος είχε υποχωρήσει, και ο κόσμος που είχαν αφήσει
πίσω τους φαινόταν πλέον τόσο μακρινός και ανούσιος, όσο και οι ανέσεις που
κάποτε είχαν θεωρήσει δεδομένες. Στο Νανγκού, ανακάλυπταν κάθε μέρα τη γεύση
της αληθινής ελευθερίας, ένα δώρο που μόνο οι «Επιστρέφοντες» μπορούσαν να
καταλάβουν.
ο
Πενγκ Λου και η Γου Ζιάν
Ο Πενγκ Λου ζούσε ήσυχα
στο Νανγκού μαζί με την Γου Ζιάν, την
κόρη της γυναίκας του από τον πρώτο της γάμο, μια νεαρή και όμορφη κοπέλλα που
είχε έρθει μαζί του από ένα μακρινό χωριό, την Ντονγκτζιάνγκ, όταν οι συνθήκες εκεί έγιναν αφόρητες για αυτούς. Η
γυναίκα του Πενγκ Λου είχε ανακαλύψει την απαγορευμένη σχέση τους στο ποτάμι, όταν
τους είχε δει τους δύο να αγκαλιάζονται, ακόμη χωρίς να έχουν βαδίσει σε κάτι
περισσότερο, και για να αποφύγουν την
κοινωνική κατακραυγή που θα ακολουθούσε. Το γεγονός ήταν αρκετό για να
τους οδηγήσει σε φυγή. Δεν υπήρχε επιστροφή πια για αυτούς, και η νέα τους ζωή
ξεκινούσε από την απόφαση να αφήσουν πίσω τους τον κόσμο της παλιάς κοινωνίας.
Στο Νανγκού, βρήκαν την ηρεμία τους, αλλά και μέσα από τις μυστικές
διδασκαλίες της φράξιας των «Επιστρεφόντων» τη
δύναμη να προχωρήσουν βαθειά αδιαφορώντας για την αόρατη καταδίκη του
κόσμου. Κάθε βράδυ, η ερωτική τους συνομιλία ήταν μια κρυφή ανταλλαγή επιθυμίας
που πλέον δεν είχε ανάγκη τις κρίσεις των άλλων. Το βλέμμα τους, απαθές και
σχεδόν παθητικό, αποτύπωνε τα σημάδια μιας έντονης ερωτικής επαφής που είχε αποσβέσει
τα παράπονα και τις αντιφάσεις. Δεν υπήρχε πλέον χώρος για θυμό ή για σκληρές
εκφράσεις. Τα πρόσωπά τους φαινόταν πάντα ήρεμα, σχεδόν μειλίχια, σαν να είχαν
καταφέρει να υπερβούν τη σύγκρουση και να δεχτούν την ειρήνη της υποταγής σε
κάτι μεγαλύτερο, πιο απόλυτο.
Οι δύο τους δούλευαν στα χωράφια αθόρυβα, κρυμμένοι μέσα στην ανωνυμία
του Νανγκού, μακριά από τον κόσμο που τους είχε κρίνει και τους είχε
εγκαταλείψει. Κάθε τους κίνηση ήταν άψογη, όσο το δυνατόν πιο διακριτική, σαν
να ήξεραν πως το μόνο που τους απομένει είναι να αφανιστούν από τη μνήμη των
άλλων και να βρουν τη σωτηρία τους στην πορεία για την ένωσή τους με τις
δυνάμεις της φύσης και της ζωής. Είχαν γίνει μέρος του τοπίου, τόσο αόρατοι και
συγχρόνως τόσο αναπόσπαστοι από αυτό. Ο χρόνος κυλούσε αργά, κι όμως τίποτα από
τον κόσμο γύρω τους δεν τους απασχολούσε πια. Η αποδοχή της ζωής τους στην
απόλυτη σιωπή του Νανγκού τους έδινε μια παράξενη γαλήνη, τη γαλήνη της απολίθωσης.
η
Χου Λαν και ο Φενγκ-Ρεν
Η Χου Λαν ήταν μόλις 27
ετών όταν έμεινε χήρα. Ο σύζυγός της, ο Χου
Γιάνγκ, ένας έμπορος από τη μακρινή πόλη της Τσανγκτσένγκ, είχε πεθάνει ξαφνικά σε μια ασθένεια που σάρωσε την
πόλη. Η Χου Λαν βρέθηκε μόνη, χωρίς παιδιά, με την οικογενειακή επιχείρηση να
κρέμεται από τις πλάτες της, και χωρίς κανέναν να μπορεί να την καταλάβει
πλήρως. Κι ενώ οι μέρες της περνούσαν στο μαγαζί, μια θλίψη την κατέκλυζε, σαν
σκιά που δεν την άφηνε στιγμή. Κανείς δεν μπορούσε να τη γεμίσει με χαρά,
τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που ο μικρότερος αδελφός του άντρα της, ο Φενγκ-Ρεν,
ανέλαβε τη θέση του αδελφού του στην εμπορική επιχείρηση.
Ο Φενγκ-Ρεν, που ήταν πέντε χρόνια μικρότερος από τη Χου Λαν, είχε
περάσει την παιδική του ηλικία χωρίς ιδιαίτερα όνειρα ή φιλοδοξίες. Όμως, από
την πρώτη στιγμή που άρχισε να τη βοηθάει στο μαγαζί, παρατήρησε τη θλίψη στα
μάτια της. Δεν μπορούσε να την αφήσει έτσι, να μαραζώνει στον πόνο της, και
άρχισε να την περιποιείται με μικρές, στοχαστικές χειρονομίες. Δώρα,
γλυκίσματα, άνθη, τα πιο απλά πράγματα, αλλά γεμάτα από την ειλικρίνεια του
ενδιαφέροντός του. Στην αρχή δεν περίμενε τίποτα, παρά μόνο να την κάνει να
χαμογελάσει, να ανακουφιστεί λίγο από το βάρος της απώλειας.
Η Χου Λαν, παρά την αρχική της αμηχανία, άρχισε να αισθάνεται ένα
παράξενο τράνταγμα στην καρδιά της. Ήταν σαν να αναδύθηκε κάτι που είχε
κρυμμένο για πολύ καιρό, κάτι που ποτέ δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό της να
νιώσει μετά τον θάνατο του άνδρα της, αλλά και πριν ακόμη το θάνατό του.
Κάποιος την πρόσεχε, κάποιος την καταλάβαινε, κάποιος ήταν εκεί για να την
ακούσει και να τη φροντίσει. Τακτικά του υπενθύμιζε «Νεότερε αδελφέ, ο οίκος
Χου δεν πρέπει να δώσει αφορμές για σχόλια.» Άλλοτε χαμήλωνε το βλέμμα της και
σαν προειδοποίηση ίσως για την κοινωνική
κριτική ίσως για τον εαυτό της που έγερνε πριν αφεθεί σε κάτι ασυγχώρητο έλεγε «Νεότερε
αδελφέ… δεν είναι σωστό να μένεις τόσο αργά εδώ.»
Με το πέρασμα των ημερών, άρχισε να τον κοιτάζει με άλλα μάτια, και
χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να του φέρεται πιο τρυφερά, πιο γλυκά. Σιγά-σιγά,
οι εσωτερικές αντιφάσεις της άρχισαν να φανερώνονται και στα λόγια, και σε μια
τρυφερή κίνηση, έφθασε τόσο κοντά αλλά σταμάτησε πριν τον φιλήσει, ξεχνώντας
για λίγο τις κοινωνικές επιταγές.
Η ηλικία της Χου Λαν δεν ήταν μεγάλη, αλλά η ζωή της φαινόταν σαν να
είχε σταματήσει, κλεισμένη στον κύκλο της χηρείας της. Εκείνος, από την άλλη,
ήταν στα εικοσιδύο του χρόνια, με τα δικά του παράπονα για την κοινωνία και τις
γυναίκες που δεν τον υπολόγιζαν. Ούτε την ηλικία διέθετε, ούτε την οικονομική
δύναμη για να φαίνεται ωριμότερος. Άρχισαν να συζητούν τα παράπονά τους, τις
ανεκπλήρωτες επιθυμίες τους, και μέσα σε αυτές τις συζητήσεις, οι ψυχές τους
άρχισαν να δένουν. Κάποια στιγμή, άκουσαν για τα κηρύγματα της «Οδού της Μεγάλης Ειρήνης» και, με την αβεβαιότητα
της εποχής και των ζωών τους, οι διδασκαλίες τους γοήτευσαν. Βρήκαν εκεί την
ελπίδα που αναζητούσαν, μια φιλοσοφία που έδινε δικαιολογία για όσα μπορούσαν
να συμβούν μεταξύ τους.
Η ιδέα της "απόρριψης των εγκόσμιων δεσμών" τους προσέλκυσε, ειδικά
όταν τους διαβεβαίωσαν ότι, για να φτάσουν στην αλήθεια, έπρεπε να αφήσουν πίσω
τους τα πάντα, τη συγγένεια, τους κοινωνικούς δεσμούς, τις παραδοσιακές αξίες.
Αυτή η ελευθερία από τα περιοριστικά καθήκοντα που είχαν φέρει, τους έδωσε την
ώθηση να αποδεχτούν κάποια αισθήματα κρυμμένα, κάποια αισθήματα που είχαν ο
ένας για τον άλλον, αλλά δεν μπορούσαν να τα εκφράσουν φανερά. Στη συνέχεια, ο
οδηγός τους, ο καθοδηγητής της φράξιας, υπέδειξε ότι μόνο σε ήσυχα μέρη, και
όχι στα περιβάλλοντα της πόλης, θα μπορούσαν να αναζητήσουν τον εαυτό τους, και
το τι πραγματικά εκείνος ζητούσε. Ένας από τους τόπους που ανέφερε στα λόγια
του, ένα από τους πολλούς ήταν και το Νανγκού.
Η Χου Λαν πήρε την μεγάλη απόφαση. Θα πούλαγε την επιχείρηση του συζύγου
της και θα πήγαινε εκεί. Στην Τσανγκτσένγκ
δεν είχε μέλλον ούτε παρόν. Αλλά και το παρελθόν της δεν την άγγιζε τόσο για να
την υποχρεώσει να μείνει. Μπορεί στα επτά χρόνια του γάμου της να είχε κάποια
οικονομική άνεση, αλλά ποτέ δεν είχε γνωρίσει τον έρωτα, τον αληθινό έρωτα, και
την επικοινωνία με τον άνδρα της, τον Χου Γιάνγκ, αφού οι προσπάθειές του να
μεγαλώσουν την επιχείρησή του, ο φόβος του μήπως κάποιος από τους ανταγωνιστές
του, πάρει από αυτόν κάποιους από τους πελάτες του, τον κρατούσαν πάντοτε σε
μόνιμο άγχος, σε διαρκή ανησυχία. Περισσότερο νοιαζόταν για την επιχείρησή του
παρά για τη νεαρή γυναίκα του. Έτσι
έδειχνε τουλάχιστον. Αλλά είτε ναι είτε όχι, αυτή ήταν η καθημερινή
πραγματικότητα για τη Χου Λαν μετά το πρώτο έτος του γάμου της.
Ανακοίνωσε την απόφασή της, στον μικρότερο
αδελφό του άντρα της, τον Φενγκ-Ρεν. Εκείνος ήξερε ότι εργασία μόνιμη δεν είχε,
ότι στη μεγάλη πόλη, είχε μόνο ματαιώσεις, ότι δίπλα στη χήρα του αδελφού του
αισθανόταν μια παράξενη οικειότητα, τις ίδιες σκέψεις, την κατανόηση που
πουθενά αλλού δεν μπορούσε να βρει.
— «Μεγάλη Αδελφή», είπε με χαμηλή φωνή, προσπαθώντας να κρύψει την αμηχανία του, «θα
ακολουθήσω όπου αποφασίσεις».
Δεν ήταν απλώς υπακοή ή τυπική ευγένεια. Ο
Φενγκ-Ρεν ήξερε ότι δίπλα στη Χου Λαν αισθανόταν μια σπάνια σύνδεση: η ευγένειά
της δεν ήταν κενή, τα λόγια της δεν ήταν διακοσμητικά, και η παρουσία της του
έδινε μια αίσθηση ότι ανήκε κάπου, ότι είχε νόημα να κινηθεί, να αγωνιστεί.
Κι έπειτα, υπήρχε κάτι άλλο, πιο
ανεπαίσθητο, αλλά ακατανίκητο: κάθε φορά που τα βλέμματά τους συναντιούνταν,
κάθε μικρή χειρονομία, κάθε σιωπή που μοιράζονταν, άναβε μέσα του μια ασαφή
επιθυμία, μια ανάγκη να βρίσκεται κοντά της, να την προστατεύσει, να νιώσει την
πληρότητα που έλειπε από την ζωή του αλλού.
Ίσως, σκέφτηκε, σε έναν μακρυνό τόπο,
μακριά από την οικογένεια, τις παραδόσεις, τα βλέμματα που θα κρίνουν, να μην
υπήρχε η αίσθηση ενοχής απέναντι στον νεκρό αδελφό. Εκεί, μόνο ο χρόνος, η
μοναξιά και η σιωπή θα καθόριζαν τις πράξεις τους. Στην πόλη αυτή, κάθε βήμα
ήταν ακόμα δεσμευμένο από την κοινωνική ευγένεια, από τους κανόνες που τους
υπαγόρευε η οικογένεια, η μνήμη του αδελφού που είχε φύγει. Αλλά η καρδιά του
ήξερε πως η επιθυμία, όσο ανεπαίσθητη και διστακτική κι αν ήταν, δεν είχε ποινή
ούτε όρια.
Αυτός ήταν ο λόγος που αποφάσισε να την
ακολουθήσει. Δεν ήξερε ακόμα πού θα τους οδηγούσε αυτή η πορεία, ούτε πόσο θα
τολμούσε να πλησιάσει την αίσθηση που είχε για εκείνη, αλλά η επιλογή του ήταν
ξεκάθαρη. Μαζί της, ακόμη και στο αβέβαιο μέλλον, θα ένιωθε ζωντανός.
Με αυτά τα λόγια, το βλέμμα του παρέμεινε
καρφωμένο στο πρόσωπό της, ήσυχο αλλά γεμάτο αποφασιστικότητα, και η Χου Λαν
ένιωσε, για πρώτη φορά μετά από καιρό, ότι δεν ήταν μόνη στην αβεβαιότητά της.
Η Χου Λαν ένιωσε ένα κύμα σιγουριάς να την
διαπερνά. Στην απάντησή του υπήρχε μια υποσυνείδητη βεβαιότητα ότι θα ήταν
εκεί, ότι θα την στήριζε, ότι θα την ακολουθούσε ακόμα και σε τόπους μακρινούς,
όπου κανένας κανόνας, καμία ματιά, καμία κοινωνική επιταγή δεν θα μπορούσε να
τους περιορίσει. Εκεί, σκέφτηκε, θα μπορούσαν να είναι απλά άνθρωποι, χωρίς τον
τίτλο «μικρότερος αδελφός» και «χήρα του αδελφού». Εκεί θα μπορούσαν να
αγγίξουν ο ένας τον άλλον, να νιώσουν τη ζεστασιά του σώματος και την
τρυφερότητα που μέχρι τώρα είχαν αναγκαστεί να κρατούν κρυφή.
Και καθώς η σκέψη αυτή γέμιζε το μυαλό της,
ένιωσε ότι η ανάγκη για επαφή δεν ήταν απλώς επιθυμία, αλλά αναπόφευκτη ανάγκη.
Η καρδιά της ήξερε ότι κάθε χάδι, κάθε διστακτική κίνηση, κάθε σιωπηλή
χειρονομία που μοιράζονταν είχε μέσα της υπόσχεση για κάτι βαθύτερο — κάτι που
κάποτε έπρεπε να ολοκληρωθεί, να καταλήξει σε ένα σημείο όπου η τρυφερότητα και
η ανάγκη για επαφή θα μπορούσαν να εκφραστούν χωρίς ενοχές, χωρίς περιορισμούς.
Και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό,
ένιωσε ότι η στιγμή αυτή δεν ήταν απλώς φευγαλέα επιθυμία. Ήταν η αρχή ενός
δρόμου που έπρεπε να ακολουθήσουν μαζί, ένας δρόμος που, όσο αβέβαιος και αν
ήταν, υποσχόταν ζεστασιά, συντροφικότητα και την αίσθηση ότι ο ένας ανήκε στον
άλλο.
Το βλέμμα τους συναντήθηκε ξανά. Δεν χρειάζονταν
λόγια. Η σιωπή ήταν πιο δυνατή από οποιαδήποτε ομολογία. Κι ενώ κανείς δεν
τολμούσε να σπάσει ακόμα τους κανόνες, η υπόσχεση ότι κάπου, κάποτε, θα
μπορούσαν να αφήσουν τα σώματά τους να μιλήσουν ήταν ήδη εκεί, αιωρούμενη σαν
ανεπαίσθητο φως ανάμεσα στην κοινωνική τάξη και την ανθρώπινη ανάγκη.
Όταν η Χου Λαν βρήκε τον κατάλληλο αγοραστή της επιχείρησης, όταν
εξασφαλίστηκε οικονομικά για την υπόλοιπη ζωή της, έψαξε το δρόμο για το
Νανγκού. Δεν πήγε ως εργάτρια της γης. Δεν είχε δουλέψει ποτέ μέχρι τότε στη
ζωή της σε χωράφια. Πήγε και αγόρασε ένα μικρό κτήμα δίπλα στα κτήματα των
Ντου. Την ακολούθησε μαζί και ο «μικρότερος αδελφός», ο Φενγκ-Ρεν.
Εκεί, στο Νανγκού, στο απομακρυσμένο αυτό μέρος, εντάχθηκαν στη μυστική
φράξια των "Επιστρεφόντων",
ομάδα που ζούσε εκτός των περιορισμών της κοινωνίας και της αυστηρής ιεραρχίας.
Εκεί, μέσα στις σπηλιές, πέρασαν τις πρώτες νύχτες μαζί. Εκεί ενώθηκαν, εκεί
βρήκαν αυτό που δεν μπορούσαν να βρουν στην Τσανγκτσένγκ
Η σχέση τους, που φαινόταν κατακριτέα για τον υπόλοιπο κόσμο της
Τσανγκτσένγκ, στο Νανγκού έγινε η μοναδική τους αλήθεια, η μόνη που μπορούσαν
να βιώσουν χωρίς τύψεις. Κάθε βράδυ ενώνονταν, και η ένταση της σχέσης τους
κορυφωνόταν, όσο η εσωτερική τους επανάσταση άνοιγε νέους δρόμους στην καρδιά
τους. Χωρίς να χρειάζονται τίποτα άλλο, χωρίς να θέλουν τίποτα άλλο, ήταν πλέον
ελεύθεροι, και τους ένωναν πλέον μόνο τα κηρύγματα της φράξιας και οι επιθυμίες
τους για το μέλλον. Εκεί ήταν ελεύθεροι να αποκτήσουν τη δική τους οικογένεια.
Εκεί τους κάλυπταν οι κρυμμένοι «Επιστρέφοντες».
Αλλά η ζωή σα να ήθελε να τους τιμωρήσει για αυτή την απόφασή τους, στερούσε στη «μεγάλη αδελφή» ένα παιδί από
τον «μικρότερο αδελφό», λες και ο νεκρός σύζυγος της Χου Λαν, ο Χου Γιανγκ,
στεκόταν ανάμεσά τους φρουρός που απέκοπτε τη ροή της σύλληψης.
ο
Τζάο Γιν και η Σι-Λιν
Ο Τζάο Γιν είχε γεννηθεί στον κόσμο των σκιών, χωρίς ποτέ να γνωρίσει τον
πατέρα του. Ήταν ο πρώτος γιος μιας όμορφης παλλακίδας, που είχε γεννηθεί από
τη σχέση της με τον δεύτερο εραστή που είχε γνωρίσει στη ζωή της, έναν
ευκατάστατο έμπορο. Στην ηλικία των δεκαπέντε ετών, η νεαρή παλλακίδα είχε ήδη
γνωρίσει τις σκοτεινές πλευρές της ζωής και τις απαιτήσεις των αντρών που την
περιέθαλπαν. Η μητέρα του, σχεδόν αμέσως
μετά τη γέννησή του, τον έδωσε σε μια πλούσια γυναίκα, χωρίς παιδί, που τον
μεγάλωσε ως θετό γιο της. Αυτή η γυναίκα, με τα μαλακά λόγια της και την
υπομονή της, έκανε ό,τι μπορούσε για να του προσφέρει τα πάντα στον κόσμο. Όμως
ο Τζάο Γιν δεν ήταν το παιδί που θα μπορούσε να συμμαχήσει με τη γαλήνη. Ήταν
ατίθασος και γεμάτος οργή, και εκείνη η σπίθα που έκαιγε μέσα του ήταν αδύνατο
να κατασταλεί.
Από μικρός, έσπαγε παιχνίδια και έφευγε μακριά, οδηγούμενος από μια
καταναγκαστική ανάγκη να καταστρέφει. Ό,τι περνούσε από τα χέρια του, διαλυόταν
ή αχρηστευόταν. Ήταν σαν να είχε κληρονομήσει έναν κόσμο σπασμένο, έναν κόσμο
χωρίς καμία πραγματική ευτυχία, και έμοιαζε να επιθυμεί να σπάσει και αυτόν τον
κόσμο για να τον κάνει πιο κοντά στον πόνο που ένιωθε.
Οι θετοί γονείς του τον έδιωξαν, όταν πλέον η κατάστασή του είχε γίνει
αφόρητη. Δεν του είχαν πει ποτέ ότι ήταν υιοθετημένος. Η αίσθηση ότι δεν ανήκε
πουθενά, ότι ήταν ένα κομμάτι του κόσμου που δεν είχε ποτέ θέση σε αυτόν, τον
έκανε να μισεί ακόμα περισσότερο τη ζωή και να αναζητά λύσεις στους σκοτεινούς
δρόμους του υποκόσμου.
Η ληστεία ήταν ο μόνος τρόπος για να αισθανθεί ισχυρός, για να πάρει
κάτι από έναν κόσμο που του είχε αρνηθεί κάθε δικαίωμα. Οι ληστείες του
ξεκίνησαν μικρές, σε καταστήματα, σε απομακρυσμένα σπίτια. Όμως πολύ γρήγορα,
έγινε γνωστός και η φήμη του μεγάλωσε. Λέγεται ότι έκλεψε τον ίδιο τον άρχοντα
Λι Σεν, αφαιρώντας του ένα ποσό που θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει ολόκληρη
πόλη. Αλλά τα χρήματα, όπως πάντα, γρήγορα έφευγαν, και με την πρώτη ευκαιρία
επέστρεφε στον σκοτεινό κόσμο, εκτελώντας δουλειές για τα μεγάλα αφεντικά του
υπόκοσμου. Δρομολόγια, μυστικά, παράνομες συμφωνίες. Ένα κομμάτι του είχε
αναγνωρίσει την καταστροφή του, αλλά παράλληλα τον τράβαγε και η γοητεία της
απελευθέρωσης από τα δεσμά του κοινωνικού νόμου.
Εκείνη η περίεργη έλξη για τις ώριμες γυναίκες ήταν μια άλλη πτυχή της
ζωής του. Όταν βρισκόταν στους οίκους της χαράς, πάντα προτιμούσε εκείνες που
είχαν περάσει την πρώτη νιότη τους, τις γυναίκες που ήξεραν την ζωή, που είχαν
ζήσει και υποφέρει, και είχαν πλέον αυτή την αίσθηση της υπομονής και της
σοφίας. Και ήταν μέσα σε αυτούς τους οίκους που γνώρισε τη Σι-Λίν, μια πρώην
ξακουστή παλλακίδα που είχε περάσει την κορύφωση της ομορφιάς της. Τώρα ήταν
μια γυναίκα που είχε υποστεί τις φθορές του χρόνου και του επαγγέλματός της,
αλλά για τον Τζάο Γιν, ήταν η μόνη που κατάφερνε να τον ηρεμήσει. Εκείνη δεν
τον έκρινε, δεν τον φοβόταν, δεν τον έβλεπε ως το τέρας που είχε γίνει στα
μάτια των άλλων. Αυτή ήταν η μόνη που τον άφηνε να εκτονώσει τις εσωτερικές του
δονήσεις, η μόνη που μπορούσε να απορροφήσει τη σκοτεινιά της ψυχής του μέσα
της.
Αλλά όσο και να την αγαπούσε, ήξερε ότι η ζωή του ήταν μια ατέρμονη
φθορά. Η ληστεία, η παρανομία, ο υπόκοσμος, όλα τον είχαν εξαντλήσει. Κάποια
μέρα άκουσε για τη φράξια των "Επιστρεφόντων", μια μυστική ομάδα που
φαινόταν να προσφέρει τη λύτρωση σε ανθρώπους σαν αυτόν: ανθρώπους που είχαν χάσει
τον εαυτό τους και ήθελαν να αλλάξουν. Πίστευαν ότι η αληθινή αλλαγή μπορούσε
να έρθει μόνο αν απαρνηθούν τον παλιό εαυτό τους και ακολουθήσουν έναν δρόμο
χωρίς την αμαρτία του κόσμου. Σκέφτηκε
ότι ήταν η ευκαιρία του να αναγεννηθεί, να ξεφύγει από την καταδίκη του και να
αφήσει πίσω τη ζωή του στα σοκάκια της νύχτας.
Έτσι, πήρε την τελευταία του ανάθεση, την πιο επικίνδυνη, και κέρδισε
ένα ποσό που θα του επέτρεπε να εξαγοράσει τη Σι-Λίν. Οι άνθρωποι της φράξιας
των «Επιστρεφόντων» τον βοήθησαν. Το ίδιο βράδυ είχαν έτοιμα τα άλογα, τα
σπίτια που θα κρύβονταν μέχρι να φτάσουν εκεί, τα συνθηματικά με τους ανθρώπους
που θα μιλούσαν.
Την πήρε και την πήγε στο Νανγκού, μακριά από τα βλέμματα, μακριά από
τον κόσμο που τον είχε γεννήσει και τον είχε καταστρέψει. Στο Νανγκού, βρήκε
στέγη στους «Επιστρέφοντες». Κρυφά. Αλλά παρά την εξιλέωση που υπόσχονταν οι
διδασκαλίες τους, οι ενοχές του δεν εξαφανίστηκαν ποτέ. Το τελευταίο σπίτι που
του είχαν βρει ήταν απομονωμένο στους λόφους, εκεί που οι άνθρωποι της
κοινότητας δεν τον έβλεπαν. Ο Τζάο Γιν δεν μιλούσε ποτέ. Δούλευε σιωπηλός, και
έπειτα κλεινόταν μέσα στο σπίτι του, μακριά από όλους και από όλα. Οι
διδασκαλίες των "ανθρώπων της επιστροφής" είχαν απαλύνει τις ενοχές
του, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να απελευθερωθεί από αυτές ολοκληρωτικά.
Στη γυναίκα που είχε πάρει μαζί του δεν είχε πει τίποτα. Ποτέ δεν της
είπε την αλήθεια για το παρελθόν του, για τις ληστείες και την παρανομία του.
Την είχε πάρει μακριά από την παρακμή της ζωής της, και την είχε φέρει στη
σιωπή και στη λήθη του Νανγκού. Κανείς δεν γνώριζε το παρελθόν τους και ούτε
ήθελε να το μάθει.
Αλλά ο Τζάο Γιν γνώριζε ότι η ζωή του δεν είχε ακόμα τελειώσει. Το βάρος
της αμαρτίας δεν φεύγει ποτέ εντελώς. Και εκεί, στο τελευταίο του καταφύγιο,
μακριά από τα βλέμματα, η εσωτερική του μάχη συνεχιζόταν. Νόμιζε ότι η Σι-Λιν
ήταν η γυναίκα που τον είχε φέρει στον κόσμο. Το έμαθε αφού την εξαγόρασε από
τον ιδιοκτήτη του οίκου της χαράς. Το έμαθε με μισόλογα, με μισόλογα όμως που
μπήγονταν μέσα του σαν σκουριασμένα καρφιά.
Ο ιδιοκτήτης του οίκου, ο Γουάνγκ Τσου-Λι, ένας ευτραφής άνδρας γύρω στα
πενήντα, με βαριά βλέφαρα, χοντρά δάχτυλα φορτωμένα δαχτυλίδια και ένα μόνιμο
σαρδόνιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, γνώριζε πολύ καλά τη δύναμη των
μυστικών. Ο Τζάο Γιν ήξερε πως άνθρωποι σαν εκείνον κρατούσαν στα χέρια τους
όχι μόνο τις ζωές των γυναικών του οίκου, αλλά και τις ιστορίες τους, τα
τραύματά τους και τις αδυναμίες όσων τις πλησίαζαν. Αυτές οι πληροφορίες
μπορούσαν πάντοτε να φανούν χρήσιμες· σε έναν εκβιασμό, σε μια εκδίκηση ή σε
μια προσπάθεια να εμποδιστεί κάποια γυναίκα να δραπετεύσει και να αποκτήσει την
ελευθερία.
Ο Γουάνγκ Τσου-Λι είχε δεχτεί τα χρήματα που του πρόσφερε ο Τζάο Γιν για
τη Σι-Λιν, όμως μέσα του δεν θεωρούσε πως το χρέος είχε εξοφληθεί. Το ποσό ήταν
μεγάλο, αλλά όχι αρκετό για να καταπιεί την ταπείνωση ότι μια γυναίκα ξέφυγε
από τον έλεγχό του. Έτσι φρόντισε να αφήσει πίσω του ένα δηλητήριο πιο
επικίνδυνο από κάθε απειλή. Με προσεκτικά μισόλογα και ψεύτικες συμπτώσεις,
οδήγησε τον Τζάο Γιν να πιστέψει πως η Σι-Λιν ίσως ήταν η βιολογική του μητέρα.
Και η αλήθεια δεν βρισκόταν πολύ μακριά από αυτό το ψέμα. Η πραγματική
μητέρα του Τζάο Γιν ήταν μια άλλη παλλακίδα του οίκου, η Μέι-Χουά, γυναίκα λίγο
μεγαλύτερη από τη Σι-Λιν, γνωστή κάποτε για την ήρεμη ομορφιά και τη σιωπηλή
της αξιοπρέπεια. Όμως η τύχη της χάθηκε μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια των οίκων
της χαράς, όπως συνέβαινε με αμέτρητες γυναίκες που περνούσαν τη ζωή τους
φυλακισμένες πίσω από μεταξωτές κουρτίνες και κλειστές πόρτες. Κανείς δεν
γνώριζε αν είχε πεθάνει, αν είχε πουληθεί αλλού ή αν είχε απλώς εξαφανιστεί
μέσα στην απέραντη λήθη που κατάπινε τις γυναίκες εκείνου του κόσμου.
Αυτό το μυστικό κατάτρωγε τη συνείδηση του Τζάο Γιν όπως τα σκουλήκια
σαπίζουν αργά τον κορμό ενός δέντρου από μέσα. Η σκέψη δεν τον εγκατέλειπε
ποτέ· ακόμη και στις πιο ήσυχες στιγμές, ένιωθε μέσα του εκείνη τη σκοτεινή
αμφιβολία να επιστρέφει ξανά και ξανά. Η Σι-Λιν δεν υποπτευόταν τίποτα. Και
εκείνος δεν έβρισκε τη δύναμη να ταράξει την ηρεμία της ούτε να την αναγκάσει
να ανασκαλίσει ένα παρελθόν που είχε θαφτεί βαθιά μέσα στη σιωπή και τη λήθη.
Δεν τολμούσε καν να της κάνει την πιο απλή ερώτηση: τι είχε απογίνει το
παιδί που ίσως είχε φέρει κάποτε στον κόσμο. Αν ξεστόμιζε αυτές τις λέξεις, η
παρερμηνεία θα κατέρρεε αμέσως. Η Σι-Λιν δεν είχε γεννήσει ποτέ. Είχε υποστεί
αποβολές περισσότερες από μία φορές, όμως παιδί δεν είχε φέρει στον κόσμο. Ίσως
να είχε ακούσει το όνομα της Μέι-Χουά. Ίσως να γνώριζε κάτι για τη μοίρα της
γυναίκας που είχε γεννήσει τον Τζάο Γιν. Όμως όταν η ίδια είχε εισέλθει στον
οίκο της χαράς, η Μέι-Χουά είχε ήδη εξαφανιστεί από εκείνον τον κόσμο.
Εκείνο που αυτός μπορούσε τώρα να
προσφέρει στη Σι-Λιν ήταν η ηρεμία της και η αίσθηση ότι ένας νεότερος
άνδρας την πρόσεχε, την φρόντιζε και την αγαπούσε, ένας άνδρας που την ήθελε
παθιασμένα και ας μην ήταν αυτή στην πρώτη της νιότη. ‘Ενας άνδρας που ήθελε να
ξεριζώσει από μέσα της όλους του άλλους άνδρες που εκείνη είχε υποδεχθεί στην
αγκαλιά της.
Όταν την κρατούσε στην αγκαλιά του, ένιωθε πως πολεμούσε φαντάσματα.
Ζήλευε ακόμη και τους νεκρούς ή τους λησμονημένους πελάτες του οίκου της χαράς,
άνδρες που ίσως δεν θυμούνταν πια ούτε το πρόσωπό της, αλλά που εκείνος τους
αισθανόταν ακόμη παρόντες επάνω στο κορμί και στη μνήμη της. Ήθελε να την κάνει
να ξεχάσει ότι υπήρξε ποτέ αντικείμενο επιθυμίας άλλων ανθρώπων. Ήθελε να γίνει
ο τελευταίος άνδρας της ζωής της, ο μόνος που θα έμενε μέσα της όταν όλα τα
υπόλοιπα θα είχαν σβήσει. Το πάθος του είχε μέσα του και λατρεία και δαιμονιώδη
οργή· μια ανάγκη να την προστατεύσει, αλλά και να την κρατήσει μόνο για τον
εαυτό του, σαν να μπορούσε έτσι να γιατρέψει κάτι βαθιά τραυματισμένο μέσα του.
Η Σι-Λιν, όμως, δεν μπορούσε να φανταστεί πως πίσω από αυτή την παράφορη
αγάπη κρυβόταν και μια τόσο σκοτεινή σύγχυση. Δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό της
ότι ένας νεότερος άνδρας θα μπορούσε ίσως να συνδέεται μαζί της με δεσμούς
βαθύτερους από τον έρωτα. Άλλωστε, στη ζωή της είχαν υπάρξει και άλλοι νεότεροι
άνδρες. Κανείς όμως δεν είχε σταθεί απέναντί της όπως ο Τζάο Γιν. Εκείνος δεν
ήθελε απλώς να την αποκτήσει. Ήθελε να την λυτρώσει, να τη σώσει από το
παρελθόν της και, μαζί με εκείνη, να σωθεί κι ο ίδιος. Και γι’ αυτό έγινε ο
τελευταίος άνδρας της ζωής της, ο καταληκτικός.
οι
αγρότισσες με τα περιδέραια
Ο αέρας φυσούσε ήρεμα εκείνο το απόγευμα
σέρνοντας μαζί του τη μυρωδιά της υγρής γης και των φρεσκοσκαμμένων
αυλακιών. Στα κτήματα του αείμνηστου Ντου Τσενγκ-Γουέι, η ζωή συνέχιζε με έναν
ρυθμό σχεδόν τελετουργικό, σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα τα τελευταία δύο
χρόνια από τον θάνατό του. Κι όμως, όλα είχαν αλλάξει.
Η Σου-Σι στεκόταν λίγο πιο πίσω από τις άλλες εργάτριες, προσπαθώντας
ακόμη να συνηθίσει τον νέο της κόσμο. Τα χέρια της δεν είχαν ακόμη σκληρύνει
από τη δουλειά, και το βλέμμα της περιπλανιόταν ανήσυχα, σαν να αναζητούσε κάτι
που δεν μπορούσε να ονομάσει.
Μια γυναίκα, η Χε Τζι, έτσι είπε ότι τη λέγανε, με πρόσωπο κουρασμένο από
τον χρόνο αλλά μάτια ζωηρά, την πλησίασε αθόρυβα. «Είσαι κι εσύ δική μας…» της
είπε χαμηλόφωνα. Η Σου-Σι γύρισε το κεφάλι της απότομα. Υπήρχε κάτι στον τόνο
της φωνής που δεν της άρεσε.
«Μια κοπέλα τόσο ωραία δεν τη χαραμίζει κανείς για υπηρέτρια…» συνέχισε
η γυναίκα, με ένα αχνό χαμόγελο που έμοιαζε περισσότερο με γνώση παρά με
καλοσύνη.
Η Σου-Σι χαμογέλασε αμήχανα, χωρίς να καταλαβαίνει.
«Πρόλαβε;… ή σε άφησε για τον γιο του;»
Η ερώτηση έπεσε βαριά ανάμεσά τους.
«Ποιος να πρόλαβε;» ρώτησε διστακτικά η Σου-Σι.
«Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι.»
Η Σου-Σι κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν τον γνώρισα… Με πήραν στο
σπίτι τους όταν είχε ήδη πεθάνει.»
Η γυναίκα την κοίταξε για λίγο σιωπηλή, σαν να ζύγιζε κάτι. «Τότε θα σε
προορίζουν για τον γιο του… τον Γκούο Ρεν.»
Η Σου-Σι ένιωσε ένα ανεπαίσθητο ρίγος.
«Έτσι κάνουν αυτοί», συνέχισε η αγρότισσα. «Όταν τους αρέσει ένα κορίτσι
από τα κτήματα, το πλησιάζουν… και το κάνουν δικό τους. Χωρίς πολλά λόγια. Το
καταλαβαίνεις μετά… από τα δώρα.»
«Τι δώρα;» ρώτησε η Σου-Σι, σχεδόν ψιθυριστά.
Η γυναίκα έγνεψε προς το βάθος των χωραφιών. «Τις βλέπεις εκείνες;»
Η Σου-Σι κοίταξε. «Την κοκκινομάλλα και τη μελαχρινή; Και… ναι, πίσω
τους άλλη μία… μικρούλα.»
«Δεν είναι τόσο μικρή όσο φαίνεται», είπε η γυναίκα. « Πρόσεξέ τες καλύτερα.»
Η Σου-Σι έστρεψε το βλέμμα της πιο προσεκτικά αυτή τη φορά.
«Δεν βλέπεις κάτι παράξενο;»
«Όχι…»
Η γυναίκα χαμογέλασε πικρά. «Κοπέλες του αγρού… και φορούν τέτοια
κοσμήματα; Και δεν τα βγάζουν ούτε όταν δουλεύουν;»
Η Σου-Σι συνοφρυώθηκε. Πράγματι… κάτι δεν ταίριαζε.
«Κοίτα της πώς στέκονται», συνέχισε η γυναίκα. «Σαν να είναι…
αρχόντισσες.»
Η Σου-Σι παρατήρησε ξανά. Οι τρεις κοπέλες δεν είχαν το σκυμμένο κεφάλι
των υπόλοιπων. Οι κινήσεις τους ήταν ήρεμες, σχεδόν αργές, σαν να μην υπάκουαν
στον ίδιο ρυθμό. Υπήρχε μια παράξενη περηφάνια στον τρόπο που κρατούσαν το σώμα
τους.
«Ήταν του άρχοντα», απάντησε η γυναίκα. «Όταν ερχόταν εδώ… διάλεγε. Μία
κάθε φορά. Για τα βράδια του.»
Η Σου-Σι ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Την επόμενη μέρα αυτές δεν δούλευαν. Τις ήθελε να είναι ξεκούραστες. Και
όταν έφευγε… κανείς δεν τις πλησίαζε. Ούτε ο Λι Σαν δεν τους μιλούσε.»
«Είσαι σίγουρη;»
Η γυναίκα γύρισε και κοίταξε την Σου-Σι ευθεία στα μάτια. «Ήμουν κάποτε μία
από αυτές.»
Η σιωπή που ακολούθησε έμοιαζε να ανοίγει τον δρόμο για την εξομολόγησή
της. Χωρίς να της ζητήσει κανείς τίποτε, ήθελε να ξεφορτωθεί από πάνω της όσα
κουβαλούσε τόσα χρόνια· λες και, μοιράζοντας κανείς τις ενοχές του ή τα βάσανά
του, ελαφραίνει για λίγο, μόνο για λίγο, πριν το φορτίο γυρίσει πάλι εκεί που
ανήκει.
«Με διάλεξε», συνέχισε ήρεμα. «Με πήγαν νύχτα μπροστά του. ‘Ημουν δεν
ήμουν δεκαοκτώ ετών. Δεν μου είπε πολλά. Το βλέμμα του με περιεργάστηκε. Σαν να
διαπερνούσε τα ρούχα μου, σαν να μετρούσε την αναπνοή μου. Δεν με άγγιξε
αμέσως. Την επόμενη μέρα, καθώς δούλευα, ήρθε ο τότε επιστάτης, ο Γουάνγκ Λιου,
και μου είπε να αφήσω τη δουλειά, να ρίξω λίγο νερό πάνω μου και να πάω στο
πέτρινο σπίτι.
Μπήκα διστακτικά. Ο άρχοντας Ντου με περίμενε. “Δεν είναι σωστό τα
όμορφα κορίτσια να εργάζονται στη γη. Η φύση δεν τις γέννησε για αγρότισσες. Αν
το θελήσουν, μπορούν να υπηρετήσουν αυτούς που τις ξεχώρισαν. Αυτούς που
αναγνωρίζουν την ομορφιά τους. Όταν βγεις από εδώ έχεις δύο δρόμους. Να
ξαναγυρίσεις στα χωράφια ή να σε συνοδεύσει ο Γουάνγκ Λιου μέχρι το μικρό κτήμα.
Εκεί υπάρχει μια πέτρινη καλύβα. Εκεί θα με περιμένεις να έρχομαι τα
βράδια. Κανείς δεν πρέπει να μάθει τίποτα. Κατάλαβες;”
Εγώ έσκυψα το κεφάλι. Βγαίνοντας είχα να διαλέξω τη σκληρή δουλειά στα
χωράφια ή να γίνω ευνοούμενη του άρχοντα. Διάλεξα το δεύτερο. Ο Γουάνγκ Λιου με
ρώτησε: “Πού πάμε;” Και εγώ του απάντησα: “Στην πέτρινη καλύβα.”
Μετά από τέσσερις ώρες δρόμο φτάσαμε σε ένα απόμερο σημείο, στον δρόμο
που έρχεσαι για το Νανγκού. Δεν φαίνεται αμέσως. Δεν το βρίσκεις άμα δεν το
ξέρεις. Ξεφόρτωσε από το κάρο σκεπάσματα, στρωσίδια, αντικείμενα, τα έβαλε μέσα
στην πέτρινη καλύβα και μου είπε: “Ο άρχοντας θα έρχεται τα βράδια. Θα τον
περιμένεις εδώ. Νερό έχει ακριβώς πίσω.”
Σταμάτησε για λίγο, σαν να άκουγε κάτι που ερχόταν από πολύ μακριά.
«Την πρώτη νύχτα…» είπε πιο χαμηλά. «Θυμάμαι τον ήχο του αέρα έξω. Η
καλύβα μύριζε πέτρα και υγρασία. Είχα ανάψει μια μικρή φωτιά, μα τα χέρια μου
έτρεμαν τόσο που δυσκολευόμουν να τη κρατήσω ζωντανή. Όταν άνοιξε η πόρτα, δεν
γύρισα αμέσως. Άκουσα μόνο τα βήματά του πίσω μου. Ήρεμα. Σίγουρα. Στάθηκε
κοντά μου για ώρα χωρίς να μιλά. Ένιωθα την παρουσία του πριν ακόμη με αγγίξει.
Όταν το έκανε…» σταμάτησε για μια στιγμή, «…δεν ήταν όπως φοβόμουν. Ήταν σαν να
είχε ήδη αποφασίσει για μένα πριν εγώ προλάβω να σκεφτώ οτιδήποτε. Κι εγώ…
απλώς ακολούθησα.»
Η φωνή της έσβησε για λίγο, πριν συνεχίσει.
«Το πρωί ξύπνησα πριν από εκείνον. Το φως έμπαινε από μια χαραμάδα και
για μια στιγμή νόμιζα πως όλα ήταν όνειρο. Μετά τον είδα… και κατάλαβα πως
τίποτα δεν θα ήταν ξανά όπως πριν.»
Την κοίταξε για μια στιγμή ακόμη κι ύστερα μίλησε ξανά: «Μετά την πρώτη
νύχτα δεν έφυγε αμέσως για το Νανγκού. Έμεινε. Κάθισε μαζί μου στην πέτρινη
καλύβα — αυτός, ένας άρχοντας, κι εγώ μια απλή αγρότισσα. “Από σήμερα δεν είσαι
πια αγρότισσα. Είσαι η ‘ευνοούμενή’ μου”, είπε, και ήρθε πάλι κοντά μου. Και
εκείνη τη μέρα… πήρε περισσότερα από μένα απ’ όσα νόμιζα πως μπορούσα να δώσω.»
Η Σου-Σι την κοίταζε κάπως αμήχανα, χωρίς να έχει αποφασίσει αν θα
έπρεπε να την αντιμετωπίσει με οίκτο ή με κάποια επιφύλαξη. Η γυναίκα το
κατάλαβε. Για μια στιγμή τα δάχτυλά της σταμάτησαν, σαν να κόπηκε ο ρυθμός της
δουλειάς μαζί με την αναπνοή της. Ύστερα γύρισε ελάχιστα προς τη Σου-Σι, όχι
ολόκληρη, μόνο τον κορμό της, σαν να μην τολμούσε να στραφεί πλήρως προς το
μέρος της, σα να απέφευγε να την δει κατάματα. Συνέχισε να δουλεύει, αλλά πιο
αργά. Τα μάτια της έμειναν χαμηλά, καρφωμένα στο χώμα.
«Θα σου ακούγονται παράξενα…» είπε, και η φωνή της είχε μια μικρή,
σχεδόν ανεπαίσθητη τραχύτητα, σαν να είχε περάσει από πολλά που την είχαν
γδάρει πριν φτάσει ως εκεί.
Η Σου-Σι δεν απάντησε. Ένιωσε το κεφάλι της να γέρνει μόνο του σε μια
συγκατάβαση που δεν ήξερε αν ήταν συμπόνια ή αμηχανία.
«Με λένε Χε Τζι», επανέλαβε πιο καθαρά τώρα η γυναίκα των αγρών. Ίσως
μετά από την εξομολόγηση της ιστορίας της να ήθελε να επανασυστηθεί. Τα δάχτυλά
της έσφιξαν για μια στιγμή τη λαβή του εργαλείου, πιο δυνατά απ’ όσο
χρειαζόταν, σαν να κρατιόταν από αυτό για να μη χαθεί αλλού. «Κι εγώ είχα έρθει
σαν κι εσένα από μακριά… από το Μπαϊσούι, στο Ντονγκσάν. Τρεις μέρες δρόμο. Είχαμε
αναγκαστεί τότε εγώ και η μητέρα μου να φύγουμε από το Μπαϊσούι. Ο πατέρας μου
είχε πεθάνει. Η πρώτη του γυναίκα είχε ήδη φύγει από τη ζωή χρόνια πριν, και
μετά τον θάνατό της είχε παντρευτεί τη μητέρα μου. Όμως τα παιδιά της πρώτης
του οικογένειας και οι συγγενείς της διεκδικούσαν τη γη και τα δικαιώματα, σαν
να μην υπήρχε πια θέση για εμάς εκεί. Πήραμε τον δρόμο για το Νανγκού. Κάποιος
μακρινός συγγενής μας είχε πει πως υπήρχαν δουλειές εκεί.»
Για μια στιγμή σώπασε. Το βλέμμα της έμεινε χαμηλά και το χέρι της
συνέχισε τη δουλειά μηχανικά, πιο αργά τώρα, σαν η μνήμη να της βάραινε την
κίνηση. Η Σου-Σι δεν μιλούσε· την άκουγε σιωπηλή, και μέσα στην αμηχανία της
ένιωσε να γεννιέται μια απρόσμενη συμπάθεια για τη γυναίκα που της μιλούσε.
Η Χε Τζι πήρε μια μικρή ανάσα και συνέχισε, πιο χαμηλόφωνα τώρα, σαν να
μην μιλούσε πια μόνο στη Σου-Σι αλλά και στον εαυτό της:
«Και όμως… μια απλή κοπέλα σαν κι εμένα γοητεύεται εύκολα. Κολακεύεται
όταν ένας άρχοντας της μιλά με ήρεμη φωνή, σχεδόν τρυφερά, όταν της δίνει
υποσχέσεις που δεν ξέρει αν θα κρατηθούν ποτέ. Κάπως σε ζαλίζει όλο αυτό, να
νιώθεις πως σε διάλεξαν, πως ξεχώρισες από όλες τις άλλες. Ακόμη και το ότι
μπορούσα να του μιλώ στον ενικό… σαν ίση προς ίσο, έστω μόνο μέσα σε εκείνους
τους κρυμμένους τοίχους… με έκανε να ξεχνώ ποια ήμουν.»
Χαμήλωσε λίγο τη φωνή της και συνέχισε: «Όταν τον έβλεπα μετά, ήσυχο, γεμάτο, σαν να
είχε αφήσει πάνω μου όλο του το βάρος και να είχε αδειάσει, ένιωθα πως… είχα
κάνει κάτι σωστά. Πως τον είχα ευχαριστήσει. Πως του είχα δώσει αυτό που
ζητούσε. Κι αυτό… όσο κι αν δεν τολμούσα να το πω τότε, μου έδινε μια παράξενη
ικανοποίηση.»
Σταμάτησε για λίγο.
«Μα έξω από εκεί… όλα επέστρεφαν στη θέση τους. Όταν υπήρχαν άλλοι γύρω
μας, δεν τολμούσα ούτε να σηκώσω το βλέμμα μου. Εκείνος γινόταν πάλι ο άρχοντας
κι εγώ κάτι που ούτε καν φαινόταν. Η απόσταση ανάμεσά μας φούσκωνε ξανά, σαν να
μην είχε μικρύνει ποτέ.»
Η Σου-Σι την κοιτούσε χωρίς να μιλά. Ο άρχοντας που της περιέγραφε η
άγνωστη αυτή γυναίκα, που δούλευε τώρα δίπλα της στα χωράφια, ήταν ο πατέρας
της.
«Έμεινα έτσι… δύο χρόνια. Την πρώτη χρονιά ήρθε πέντε φορές. Τα
περισσότερα ταξίδια που είχε κάνει μέχρι τότε. Τη δεύτερη χρονιά ήρθε τέσσερις,
μα το τελευταίο κράτησε λίγες μέρες παραπάνω, σαν να μην ήθελε να φύγει
γρήγορα. Όταν ερχόταν ο Τσενγκ-Γουέι στο Νανγκού, εξαφανιζόμουν στην πέτρινη
καλύβα στο απόμερο κτήμα. Μόλις έφευγε, ξαναγύριζα στα χωράφια. Ο επιστάτης με
έβαζε πάντα σε πιο εύκολες δουλειές και, όταν οι μέρες είχαν φόρτο, με καλούσε
στο πέτρινο σπίτι, δήθεν πως με χρειάζονταν εκεί. Δεν έπρεπε να κουράζομαι. Αυτή
ήταν η εντολή του άρχοντα.
Πέρασα καλά… δεν μπορώ να πω ψέματα. Ήταν σαν να ζούσα δυο ζωές μαζί, τη
μία μέσα στον ήλιο και τη σκόνη, και την άλλη κρυμμένη, ήσυχη, όπου όλα
έμοιαζαν πιο μαλακά, πιο εύκολα. Σαν να βρίσκεις για λίγο σκιά και δροσιά
ύστερα από πολλές ώρες στον καύσωνα… και να ξεχνάς πόσο σε έκαιγε πριν.
Μετά βρήκε άλλη. Έτσι γίνεται πάντα. Πριν με αφήσει, μου χάρισε ένα
κόκκινο περιδέραιο, σαν κι αυτά που φορούν εκείνες που βλέπεις.»
Σήκωσε το βλέμμα της προς τη Σου-Σι, σαν να προσπαθούσε να διακρίνει
κάτι πίσω από τα μάτια της.
«Ο Γουάνγκ Λιου πέθανε. Θα είναι τώρα επτά χρόνια… ίσως και λίγα
περισσότερα», πρόσθεσε ήρεμα. «Τη θέση του πήρε ο ανιψιός του, ο γιος της
αδελφής του… ο Λι Σαν. Είναι ο σημερινός επιστάτης. Δεν ρωτά πολλά. Δεν θέλει
να ξέρει περισσότερα απ’ όσα πρέπει.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή, τρίβοντας αφηρημένα τα χέρια της, σαν να ένιωθε
ακόμη τη σκόνη των χρόνων πάνω τους. «Όλα αλλάζουν εδώ», είπε τελικά. «Οι
άνθρωποι φεύγουν… αλλά οι τρόποι μένουν ίδιοι.»
Η φωνή της δεν είχε θυμό. Μόνο μια κουρασμένη αποδοχή.
«Και μετά;»
«Μετά ήρθε ο αναχωρητής. Μας μίλησε. Μας έδωσε πίστη… στον εαυτό μας. Σε
όσα μας είχαν στερήσει.»
Η Σου-Σι κοίταξε ξανά τις τρεις κοπέλες. Τώρα έβλεπε κάτι διαφορετικό.
Όχι μόνο τα κοσμήματα… αλλά τον τρόπο που τα προστάτευαν. Σαν να ήταν κάτι
ιερό. Σαν να ήταν το μόνο που τους είχε απομείνει.
«Και τώρα;» ρώτησε.
«Περιμένουν», απάντησε η γυναίκα. «Τον νέο άρχοντα.»
Η Σου-Σι ένιωσε ένα βάρος στο στήθος. «Δεν είμαστε δούλοι…» ψιθύρισε.
Η γυναίκα χαμογέλασε, αυτή τη φορά σχεδόν τρυφερά. «Εσύ ίσως όχι… ίσως όχι
ακόμη.»
Ο άνεμος δυνάμωσε για λίγο, σηκώνοντας σκόνη. «Σκέψου», συνέχισε. «Αν σε
διαλέξει… μπορείς να αρνηθείς; Και αν αρνηθείς… πού θα πας;»
Η Σου-Σι δεν απάντησε. Τα μάτια της, σχεδόν χωρίς να το θέλει, γύρισαν
προς τις τρεις κοπέλες. Και τότε πρόσεξε κάτι ακόμη. Παρά τη σιωπή γύρω τους…
κανείς δεν τις διέταζε. Κανείς δεν τις πίεζε. Δούλευαν ήρεμα, με έναν δικό τους
ρυθμό. Σαν να είχαν ξεφύγει από κάτι που οι άλλοι δεν μπορούσαν.
Η γυναίκα έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της. «Σήκωσε λίγο το βλέμμα σου…
και γύρισε δεξιά, αργά όχι γρήγορα.»
Η Σου-Σι υπάκουσε διακριτικά.
«Βλέπεις εκεί; Δύο ανοίγματα στον λόφο… σαν δίδυμες τρύπες;»
«Ναι…»
«Εκεί. Μια μικρή σπηλιά. Με δύο εξόδους. Μέσα… υπάρχει ένα λαξευμένο πέτρινο
κρεβάτι.»
Η Σου-Σι ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά.
«Κανείς δεν πηγαίνει εκεί», συνέχισε η γυναίκα. «Στους λόφους αριστερά.
Εκεί μας μιλά ο αναχωρητής.»
Η Σου-Σι κράτησε το βλέμμα της χαμηλά αυτή τη φορά. Όμως η εικόνα είχε
ήδη χαραχτεί μέσα της. Οι τρεις κοπέλες. Τα κοσμήματα. Η σπηλιά. Και το αόρατο
νήμα που ένωνε όλα αυτά… με το δικό της μέλλον.
Η Ρουό-Σι, που είχε παρουσιαστεί στο Νανγκού ως Σου-Σι, έμεινε για ώρα
σιωπηλή, καθώς τα λόγια της αγρότισσας απλώνονταν μέσα της σαν ομίχλη που πύκνωνε
αργά. Ο κόσμος που γνώριζε μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζε να ξεθωριάζει, όχι απότομα,
αλλά με εκείνο το ανεπαίσθητο ράγισμα που γίνεται πρώτα μέσα στην ψυχή.
Ο πατέρας της. Ο άρχοντας Ντου Τσενγκ-Γουέι. Στο μυαλό της υπήρχε πάντα
ως ένας άνδρας ακέραιος. Σοβαρός, συγκρατημένος, με μια αξιοπρέπεια που δεν
σήκωνε αμφισβήτηση. Ήταν ο άνδρας που είχε παντρευτεί τη μητέρα της, τη Γιάο
Γκουάνγκ, μια γυναίκα που όλοι έλεγαν πως δεν είχε όμοιά της σε ομορφιά και
χάρη. Και όχι μόνο αυτό. Ήταν αφοσιωμένος. Τουλάχιστον… έτσι πίστευε.
Και τώρα; Η σκέψη της λύγισε. Εδώ, στο Νανγκού, δύο μέρες δρόμο μακριά
από το Λο Τζιανγκ, υπήρχε μια άλλη ζωή. Μια ζωή που δεν είχε ποτέ φανταστεί.
Νύχτες κρυμμένες μέσα σε μια σπηλιά. Κοπέλες που περίμεναν ένα βλέμμα, ένα
νεύμα. Δώρα που σήμαιναν υποταγή. Σιωπές που σκέπαζαν τα πάντα.
Έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή. Και τότε θυμήθηκε. Τη μητέρα της. Τη
Γιάο Γκουάνγκ, όρθια στην αυλή, κάθε φορά που ο πατέρας της ετοιμαζόταν να
φύγει για το Νανγκού. Το βλέμμα της δεν ήταν ποτέ ήρεμο. Υπήρχε πάντα μια
ανησυχία, ένα βάρος που δεν εξηγούνταν με λόγια.
«Είναι μακριά ο δρόμος…» έλεγε συχνά.
Η Ρουό-Σι τότε πίστευε πως φοβόταν για ληστές, για κακοτοπιές, για την
απόσταση. Τώρα όμως… η σκέψη της πήρε άλλη τροπή. Ήταν μόνο αυτό; Ή μήπως η
μητέρα της ένιωθε κάτι που δεν μπορούσε να ονομάσει;
Θυμήθηκε και κάτι ακόμη. Τις φορές που ο πατέρας της έφευγε χωρίς τον
Τσεν Μπινγκ για το Νανγκού. Αυτό ήταν που ανησυχούσε την Γιάο Γκουάνγκ
περισσότερο απ’ όλα. Το είχε πει, του το είχε επαναλάβει. Τον ρωτούσε γιατί δεν
τον έπαιρνε μαζί του κι εκείνος της απαντούσε πως ο Τσεν Μπινγκ έπρεπε να
ελέγξει το Μπαϊλίν και το Σιαοχέ.
Τότε η Ρουό-Σι δεν καταλάβαινε γιατί. Τώρα όμως, όλα έμοιαζαν να
ενώνονται. Όχι σαν απαντήσεις… αλλά σαν κομμάτια από παλιά ζωγραφιά σε μετάξι,
φθαρμένα και ασύνδετα που δεν ήθελε να ολοκληρωθεί.
Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε ξανά προς το βάθος των χωραφιών. Οι
τρεις κοπέλες ήταν ακόμη εκεί. Ήσυχες. Σταθερές. Σαν να μην τις άγγιζε τίποτα. Όμως
τώρα δεν έβλεπε μόνο αυτό που φαινόταν. Έβλεπε αυτό που υπήρχε από κάτω. Την
αναμονή. Τη σιωπηλή προσδοκία. Εκείνο το αόρατο νήμα που τις κρατούσε δεμένες
με κάτι που δεν φαινόταν, αλλά υπήρχε.
Τα λόγια της αγρότισσας αντήχησαν ξανά μέσα της «Περιμένουν τον νέο
άρχοντα…» Τον Γκούο Ρεν. Αυτός ήταν ο διάδοχος. Ο νέος άρχοντας. Ο άνθρωπος που
θα έπαιρνε τη θέση του πατέρα της. Αλλά τί άλλο θα έπαιρνε μαζί με αυτή τη
θέση; Η Ρουό-Σι ένιωσε μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα. Τί θα γινόταν αν εκείνος τις
καλούσε; Αν συνέχιζε ό,τι είχε αρχίσει ο πατέρας της; Τί θα γινόταν αν μάθαινε;
Αν ανακάλυπτε τα μυστικά του Νανγκού; Οι νύχτες. Οι κοπέλες. Οι σιωπές.
Η Ρουό-Σι κατέβασε απότομα το βλέμμα της, σαν να φοβόταν πως ακόμη και
οι σκέψεις της μπορούσαν να την προδώσουν. Γιατί αν εκείνος μάθαινε… τίποτα δεν
θα έμενε ανέγγιχτο. Ούτε οι τρεις κοπέλες που περίμεναν. Ούτε… η ίδια.
Και τότε μια σκέψη, σχεδόν ανεπίτρεπτη, πέρασε από μέσα της — πως ίσως τον
έχανε. Όχι όπως χάνεται ένας άρχοντας… αλλά όπως χάνεται κάτι που ήταν δικό
της, χωρίς ποτέ της να έχει τολμήσει ούτε να το ομολογήσει ούτε να του το
φανερώσει ανοιχτά.
Τώρα που είχε καταφέρει να στρέψει την προσοχή του πάνω της, τώρα που τα
σχέδιά τους για την επέκταση στο Νανγκού
τον έδεναν όλο και περισσότερο μαζί της, ένιωθε πως ανάμεσά τους διαμορφωνόταν
κάτι κοινό, ένας στόχος που τους έφερνε πιο κοντά, που τους έκανε να βαδίζουν,
έστω και σιωπηλά, προς την ίδια κατεύθυνση. Κι όμως, ακριβώς αυτός ο δεσμός
μπορούσε να χαθεί τόσο εύκολα.
η
δοκιμασία της σπηλιάς
Το βράδυ, καθώς η μέρα έσβηνε πάνω από τα χωράφια του Νανγκού, την
πλησίασε ξανά η γυναίκα που πρώτη της είχε μιλήσει — η Χε Τζι, η αγρότισσα με
τα ήρεμα μάτια και τη σταθερή φωνή. Μαζί της βρίσκονταν άλλες δύο γυναίκες,
εξίσου σιωπηλές, σαν να είχαν ήδη συμφωνήσει σε κάτι που δεν χρειαζόταν λόγια.
«Έλα μαζί μας», της είπε απλά η Ντουάν Χου, η μία από τις δύο γυναίκες που είχαν έρθει μαζί με τη
Χε Τζι.
Η Σου-Σι τις κοίταξε με απορία.
«Πού;»
«Στη συνάντηση των Επιστρεφόντων», απάντησε η Ντουάν Χου.
Το όνομα έμεινε για μια στιγμή στον αέρα, σαν κάτι που δεν είχε ακόμη
αποκτήσει πλήρες νόημα.
«Εκεί θα μιλήσει ο αναχωρητής»,
συνέχισε η Χε Τζι. «Θα μάθεις τους εργάτες και τις εργάτριες των κτημάτων… όπως
πραγματικά είναι.»
Η Σου-Σι δεν απάντησε αμέσως. Κάτι μέσα της, κουρασμένο από τις
αποκαλύψεις της ημέρας, ένιωσε μια ανεπαίσθητη χαλάρωση. Ίσως το κάλεσμα της
ίδιας της μοίρας.
«Έλα», είπε ξανά η Χε Τζι, πιο ήπια αυτή τη φορά.
Της έδωσαν ένα μικρό φανάρι. Η φλόγα του τρεμόπαιζε, ζεστή και σταθερή μέσα
στο σκοτάδι που ήδη κατέβαινε. Οι άλλες άναψαν τα δικά τους. Και έτσι
ξεκίνησαν. Αθόρυβα, σχεδόν σαν να μην πατούσαν στο χώμα αλλά να αιωρούνταν πάνω
του, πήραν τον δρόμο προς τους λόφους. Οι σπηλιές δεν ήταν μακριά, λίγη
απόσταση μόνο, αρκετή όμως για να χαθεί ο κόσμος που γνώριζε η Σου-Σι.
Το φως των φαναριών τους έσπαγε το σκοτάδι σε μικρές, χρυσές νησίδες.
Κάθε βήμα τους έμοιαζε να απομακρύνει κάτι παλιό και να φέρνει κάτι άγνωστο πιο
κοντά.
Και η Σου-Σι, χωρίς να ξέρει ακόμη γιατί, ένιωθε πως δεν ακολουθούσε
απλώς μια ομάδα γυναικών. Αλλά ένα πέρασμα. Προς κάτι που την περίμενε από πριν
ακόμη το καταλάβει.
Η Σου-Σι έφτασε μαζί με τις άλλες γυναίκες στους πρόποδες των λόφων. Οι
σπηλιές άνοιγαν μπροστά τους σαν σκοτεινά στόματα στη γη, και το φως από τα
φαναράκια έμοιαζε ανεπαρκές μπροστά στο βάθος τους.
Η Χε Τζι στάθηκε δίπλα της. «Σήμερα θα ακούσεις την αλήθεια», της είπε
χαμηλά.
Στην αρχή ήταν απλώς προσευχές, ψίθυροι για έναν κόσμο που τελειώνει.
Ύστερα όμως, κάτι άλλαξε. Άρχισε να νιώθει ότι κάτι αποκρυπτόταν, ότι οι λέξεις
δεν ταίριαζαν με τα βλέμματα, ότι πίσω από την υπόσχεση της «Ειρήνης» υπήρχε
κάτι σκοτεινότερο. Μάτια που κοιτάζονταν με νόημα, χέρια που ακουμπούσαν δειλά
το ένα το άλλο, σαν να αντλούσαν δύναμη και πίστη μέσα από την επαφή, πρόσωπα
βυθισμένα σε χαμόγελα ονειροπόλησης, αναπνοές που συντονίζονταν, ψαλμοί στη
φύση, στη ζωή, που έμοιαζαν με χαμηλό μουρμουρητό· ένας ιδιότυπος ρυθμός, μια
παράξενη αγαλλίαση.
Και τότε, για πρώτη φορά, ένιωσε όχι φόβο αλλά μια παράξενη έλξη, σαν να
την καλούσε κάτι που δεν μπορούσε να ονομάσει. Σε εκείνον τον τόπο, τίποτα δεν
ήταν όπως φαινόταν. Και η «Μεγάλη Ειρήνη» που ψιθυριζόταν τη νύχτα… δεν ήταν η
ίδια για όλους.
Και τότε, μέσα στο πλήθος των συγκεντρωμένων, η φωνή του αναχωρητή
άρχισε να απλώνεται, ήρεμη αλλά απόλυτη, σαν να μην ανήκε σε άνθρωπο αλλά στον
ίδιο τον χώρο.
«Ξεχάστε ποιοι ήσασταν», έλεγε. «Δώστε χώρο στην επιθυμία σας.
Επιστρέψτε στη μητέρα Φύση, στη μητέρα Γη. Αυτή δεν κοιτάζει συγγένειες, πλούτη
ή αξιώματα. Κοιτάζει μόνο ανθρώπους.»
Η Σου-Σι άκουγε χωρίς να ανασαίνει βαθιά.
«Απογυμνωθείτε από τα υλικά αγαθά», συνέχιζε η φωνή, «από τις κακίες και
τον φθόνο που αυτά γεννούν. Κανείς δεν σας ρώτησε όταν γεννηθήκατε. Όμως εσείς
πρέπει να ανακαλύψετε γιατί ήρθατε εδώ και ποιος είναι ο πραγματικός σας
σκοπός.»
Γύρω της, οι άνθρωποι είχαν σκύψει ελαφρά το κεφάλι, σαν να άκουγαν κάτι
που ήδη γνώριζαν αλλά είχαν ξεχάσει.
«Όχι αυτός που σας υπέδειξαν οι άλλοι. Όχι των κυρίων σας. Βρείτε τη
δική σας αλήθεια. Όχι αυτή που σας έμαθαν να πιστεύετε ως αλήθεια. Όχι αυτή που
σας ανάγκασαν να δεχτείτε.»
Η Σου-Σι ένιωσε κάτι παράξενο μέσα της. Όχι αντίσταση… αλλά έλξη. Σαν να
υπήρχε μια ρωγμή σε ό,τι θεωρούσε δεδομένο, και μέσα από αυτήν να έμπαινε φως.
«Στη σπηλιά», είπε ο αναχωρητής, «και στη δοκιμασία της, εκεί θα
αναγνωρίσετε ποιοι είστε. Εκεί μόνοι με τον εαυτό σας θα ξεπεράσετε τους φόβους
και τα όρια που σας έχουν επιβληθεί. Αλλά η ψυχή πρέπει να είναι καθαρή πριν
μπείτε.»
Το βλέμμα της Σου-Σι κινήθηκε αργά προς το άνοιγμα της σπηλιάς.
«Αν βγείτε ίδιοι όπως μπήκατε, η προετοιμασία σας θα έχει αποτύχει. Αν
όμως βγείτε άλλοι… ξαναγεννημένοι… τότε θα βλέπετε τον κόσμο χωρίς κακίες,
χωρίς ενοχές, όπως όταν πρωτογεννηθήκατε.»
Μια σιωπή απλώθηκε. Και τότε η φωνή άλλαξε τόνο.
«Σήμερα, η δοκιμασία αφορά δύο δόκιμα μέλη μας. Τον αδελφό μας Χου Σι
και την αδελφή μας Λου Λαν. Ας τους ευλογήσουμε για το ταξίδι της γνώσης τους.»
Ένας ψαλμός ξεκίνησε από το πλήθος, χαμηλός στην αρχή, και ύστερα όλο
και πιο σταθερός, σαν κύμα που ανεβαίνει.
Μέσα από τις σκιές, η Σου-Σι τους είδε. Έναν άνδρα και μια νεαρή κοπέλα.
Ο Χου Σι κρατούσε ένα φανάρι στο χέρι. Η Λου Λαν, δίπλα του. Δεν υπήρχε φόβος
στα πρόσωπά τους. Μόνο μια παράξενη προσήλωση, σαν να βάδιζαν προς κάτι
αναπόφευκτο. Και μαζί, προχώρησαν προς το βάθος της σπηλιάς. Το φως τους χάθηκε
λίγο λίγο, μέχρι που έμεινε μόνο το σκοτάδι να τους καταπίνει.
Ο ψαλμός δυνάμωσε. Η Σου-Σι ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Δεν ήταν
φόβος μόνο. Ήταν κάτι πιο περίπλοκο, ένα μείγμα δέους, ανησυχίας και μιας
ανεξήγητης έλξης, σαν να παρακολουθούσε κάτι ιερό και ταυτόχρονα ανησυχητικό. Ένας
άνδρας και μια νεαρή κοπέλα. Μαζί στο ίδιο πέρασμα. Κάτι μέσα της αρνήθηκε να
το ονομάσει. Και όμως, η εικόνα έμεινε καρφωμένη στο μυαλό της, σαν να της
έδειχνε κάτι που δεν ήθελε ακόμη να δει καθαρά.
«Αν αυτό είναι η δοκιμασία…» σκέφτηκε σχεδόν ασυνείδητα, «τότε τι
σημαίνει να μπεις μαζί με κάποιον… που είναι… αίμα σου;» Το πρόσωπο του Γκούο
Ρεν πέρασε από τη σκέψη της. Σαν σκιά που δεν είχε ακόμη μορφή. Αλλά που ήδη
της μιλούσε. Και τότε το ερώτημα γεννήθηκε μέσα της, χωρίς να το θέλει: Αν
εκείνη στεκόταν εκεί… δίπλα του… Αν κατέβαιναν μαζί στη σπηλιά… Θα ήταν αυτό
λύτρωση; Ή κάτι άλλο, που δεν είχε ακόμη τολμήσει να καταλάβει;
Ο ψαλμός συνεχιζόταν. Και η σπηλιά, ανοιχτή και σκοτεινή, περίμενε τον
επόμενο που θα τολμούσε να περάσει το όριο του φωτός.
Η Σου-Σι περπατούσε δίπλα στη Χε Τζι καθώς κατέβαιναν αργά από τον λόφο.
Το φως των φαναριών τους έσβηνε και δυνάμωνε με τον άνεμο, σαν να ανέπνεε μαζί
τους. Πίσω τους, οι ψαλμοί των «ανθρώπων της επιστροφής» είχαν αρχίσει να
χάνουν τη δύναμή τους, μα η αντήχησή τους έμενε ακόμη μέσα της.
Δεν άντεξε τη σιωπή. «Αυτοί… ποιοι ήταν που μπήκαν στη σπηλιά;» ρώτησε
τελικά.
Η Χε Τζι δεν γύρισε αμέσως. Κρατούσε το βλέμμα μπροστά, σαν να ζύγιζε
ήδη την απάντηση. «Ήταν ένας πατέρας, χήρος… ο Χου Σι. Και η κόρη του, η Λου
Λαν.»
Η λέξη “κόρη” έμεινε για λίγο ανάμεσά τους, πιο βαριά απ’ όσο θα έπρεπε.
«Και εκεί… τι θα κάνουν;» επέμεινε η Σου-Σι.
Η Χε Τζι πήρε μια μικρή ανάσα. «Αυτό μόνοι εκείνοι θα το αποφασίσουν.
Μόνοι εκείνοι θα το μάθουν. Δεν επιτρέπεται να το πουν σε κανέναν άλλον. Τί
όνειρα θα δουν, ποιούς φόβους θα περάσουν, ποιές επιθυμίες θα εμφανιστούν, ποιές
ενοχές θα ξεπεράσουν… μόνο εκείνοι το γνωρίζουν.»
Η Σου-Σι συνοφρυώθηκε. «Μα είναι συγγενείς…»
Η Χε Τζι σταμάτησε για μια στιγμή. «Για τους ‘Επιστρέφοντες’, τα μέλη
δεν έχουν συγγένεια όπως την εννοούν οι άλλοι άνθρωποι. Όλοι είμαστε αδέλφια.
Παιδιά της ίδιας Γης.»
Συνέχισαν να περπατούν.
«Και μπαίνουν πάντα συγγενείς;» ρώτησε η Σου-Σι.
«Όχι απαραίτητα.» Η φωνή της Χε Τζι ήταν σταθερή, σχεδόν τελετουργική.
«Μπαίνουν μόνο όσοι έχουν προετοιμαστεί. Όσοι το έχουν ζητήσει οι ίδιοι.
Δεν μπαίνει κανείς με εκβιασμό, ούτε με κλήρο. Είναι πάντα δική τους απόφαση.»
Η Σου-Σι σκέφτηκε για λίγο. «Και μπορεί να μπει κάποιος μόνος του;»
Η Χε Τζι έγνεψε αρνητικά. «Όχι.»
«Γιατί;»
«Τα δύο στοιχεία πρέπει να είναι παρόντα. Το αρσενικό και το θηλυκό.»
Η Σου-Σι την κοίταξε απορημένη.
«Το Γιν και το Γιάνγκ», πρόσθεσε η Χε Τζι ήρεμα. «Η ισορροπία. Η ενότητα
είναι αυτή που φέρνει τη φώτιση. Η μοναδικότητα είναι αντίθετη με τη φύση. Δεν
πρέπει κανείς να “φωτιστεί” μόνος του. Μπορεί να γίνει επικίνδυνος. Μπορεί να
μην μάθει ποτέ να στηρίζεται στη συνύπαρξη.»
Ο αέρας πέρασε ανάμεσά τους, κρύος.
«Εσύ έχεις μπει;» τη ρώτησε ξαφνικά η Σου-Σι.
Η Χε Τζι χαμογέλασε αχνά. «Ναι. Πριν καιρό. Όταν με άφησε ο άρχοντας.
Τότε περίμενα τη σειρά μου… υπομονετικά.»
Η Σου-Σι δίστασε λίγο. «Και με ποιον μπήκες μαζί;»
Η Χε Τζι την κοίταξε μετωπικά. Για μια
στιγμή, το βλέμμα της έμοιαζε να εξετάζει αν μπορούσε να εμπιστευτεί την
ερώτηση. «Με τον γιο του πατέρα μου από τον πρώτο του γάμο.»
Η Σου-Σι ένιωσε την έκπληξη να ανεβαίνει αργά, σαν κάτι που δεν χωρούσε
εύκολα μέσα στη λογική της στιγμής. «Δεν είπες πως σας ανάγκασαν να φύγετε από
το Μπαϊσούι; Πώς βρέθηκε εδώ μαζί σου;» ρώτησε, προσπαθώντας να συνδέσει τα
κομμάτια.
Η Χε Τζι χαμήλωσε το βλέμμα. Για μια στιγμή δεν απάντησε, σαν να αναρωτιόταν
αν άξιζε να ξανανοίξει εκείνο το παλιό ίχνος. Ύστερα μίλησε πιο ήσυχα: «Ο Λιν
Τάο είχε μάθει πού είχαμε πάει. Ήρθε στο Νανγκού για να με βρει… να μου ζητήσει
συγγνώμη. Είχε μετανιώσει. Ένιωθε τύψεις. Δεν γύρισε ποτέ του στο Μπαϊσούι.
Άφησε τη λίγη γη που του ανήκε στα αδέρφια του. Ζήτησε τη βοήθειά μας, εμένα
και της μάνας μου. Η μάνα μου τότε τον συγχώρησε. Εγώ, όχι.» Η τελευταία λέξη
βγήκε πιο βαριά απ’ όσο περίμενε, σαν να μην ήταν εύκολο ούτε για την ίδια να
την πιστέψει ολοκληρωτικά.
«Η μάνα μου μίλησε στον Γουάνγκ Λιού. Εκείνος στην αρχή του έδωσε τις
πιο δύσκολες εργασίες. Σπάνια τον βλέπαμε. Μετά από δύο τρία χρόνια τον έφερε
πιο κοντά. Τα απογεύματα ερχόταν και κρατούσε συντροφιά στη μάνα μου. Εγώ τότε
έφευγα. Δεν ήθελα ακόμη να τον συναντώ.»
Σταμάτησε για λίγο και χαμογέλασε αμυδρά «Θα σε κούρασα…» είπε η Χε Τζι
στην Σου-Σι. Εκείνη όμως έδειχνε ενδιαφέρον να την ακούσει. Δεν μπορούσε να
καταλάβει πως εκείνη η αποστροφή είχε
μετατραπεί σε κάτι διαφορετικό.
«Κάποτε με ακολούθησε, χωρίς να το θέλω, στα κηρύγματα των ανθρώπων της
επιστροφής. Δεν με πλησίασε. Άκουγε χωρίς να μιλά. Αυτό επαναλήφθηκε πολλές
φορές. Σαν να ακολουθούσε αυτό που εγώ είχα επιλέξει. Σαν να ήθελε να μου δείξει ότι ζητούσε
πραγματικά τη συγγνώμη μου. Σαν να μου έλεγε ότι, προκειμένου να τον συγχωρήσω,
θα ήταν έτοιμος να περάσει από όποιο μονοπάτι
του έδειχνα.»
«Και μετά;» ρώτησε η Σου-Σι.
«Αρρώστησε η μάνα μου. Βαρύς χειμώνας. Μας έφερνε μέσα στο χιόνι ξύλα να
πυρωθούμε. Κάποιες φορές και κυνήγι, αγριόπαπιες ή φασιανούς. Η μάνα μου όμως
δεν άντεξε.»
Η Σου-Σι δίστασε λίγο πριν ρωτήσει: «Και πώς φθάσατε κοντά;»
Η Χε Τζι πήρε μια βαθειά ανάσα.
«Δεν είχε πεθάνει ούτε δύο μήνες η μάνα μου, όταν ένας εργάτης, ο Τσάο
Γεν, με βρήκε στο δρόμο και με πείραξε. «Έχουμε
μάθει για σένα…» είπε δυνατά, υπονοώντας ότι η σχέση μου με τον άρχοντα
είχε γίνει γνωστή.»
Το βλέμμα της Χε Τζι σκοτείνιασε λίγο.
«Ο Λιν Τάο τον άκουσε. Ήρθαν στα χέρια. Τον χτύπησε. άσχημα. Από τότε ο
Τσάο Γεν δεν μου ξαναμίλησε ποτέ, δεν με ξαναενόχλησε. Όταν με έβλεπε,
απομαρκυνόταν.. Και όταν αργότερα επισκέφθηκε το Νανγκού ο άρχοντας
Τσενγκ-Γουέι, φαίνεται πως έμαθε τι είχε
συμβεί και έδιωξε τον Τσάο Γεν από τα χωράφια.»
Η Χε Τζι έμεινε για λίγο σιωπηλή
πριν συνεχίσει.
«Πέρασαν σχεδόν πέντε χρόνια. Μια μέρα,
στο κυνήγι, τραυματίστηκε ο Λιν
Τάο. Ένα αγριογούρουνο του όρμησε και του άνοιξε βαθιά τον ώμο με τον
χαυλιόδοντά του. Τότε αποφάσισα να τον βοηθήσω. Του πήγαινα φαγητό και του
άλλαζα τα επιθέματα. Η πληγή μύριζε άσχημα στην αρχή. Είχε πυρετό, πόναγε αλλά
προσπαθούσε να μην το δείχνει. Του βάλαμε πολτό από αλεσμένη αψιθιά, μέλι και
ζεστό κρασί για να τραβήξει τη μόλυνση. Αργότερα η πληγή έκλεισε. Ο ώμος του
όμως δεν έγινε ποτέ όπως πριν. Παρ’ όλα αυτά μπορούσε να δουλεύει.»
«Και πως αποφασίσατε να περάσετε από τη δοκιμασία της σπηλιάς;» τη
ρώτησε η Σου-Σι.
«Δεν ήταν εύκολη απόφαση. Έστειλα τον Λιν Τάο στον αναχωρητή. Του είπε
όλη την ιστορία. Παραδέχτηκε όσα είχε κάνει και
του είπε ότι είχε μετανοιώσει. Ο αναχωρητής του έδειξε ότι, αν
ξεπερνούσαμε τη συγγένειά μας, αν επιστρέφαμε άγνωστοι και αμόλυντοι, τότε μόνο
θα μπορούσε να υπάρξει διαγραφή του παρελθόντος. Αν μέναμε οι ίδιοι άνθρωποι,
τα σφάλματα δεν θα διαγράφονταν, με κάποιο τρόπο θα γύριζαν να μας βασανίζουν. Για
να αφήσουμε πίσω ό,τι ήμασταν, έπρεπε να δοκιμαστούμε στη σπηλιά. Αλλά μόνο αν
το θέλαμε και οι δύο.»
«Εσύ;» τη ρώτησε η Σου-Σι.
«Εγώ ήθελα να διαγράψω όλο το παρελθόν μου και αυτό στο Μπαϊσούι, και
αυτό στο Νανγκού. Δεν μπορούσα να συνεχίσω να ζω με τη ρετσινιά της
«ευνοούμενης» παλλακίδας. Συμφώνησα.»
«Και;» είπε με αγωνία η Σου-Σι.
«Προετοιμαστήκαμε έναν ολόκληρο χρόνο. Και στο τέλος του έκτου χρόνου
μπήκαμε μαζί στη σπηλιά».
«Σμίξατε εκεί μέσα;» ρώτησε με έντονη αγωνία η Σου-Σι.
Η Χε Τζι κούνησε αργά το κεφάλι.
«Δεν μπήκαμε για να ενωθούμε. Πολλοί το καταλαβαίνουν λάθος αυτό.
Μπήκαμε για να καθαρθούμε.»
Η Σου-Σι δεν μίλησε αμέσως. Μόνο συνέχισε να περπατά, νιώθοντας το νόημα
της φράσης να βαραίνει σιγά-σιγά μέσα της. «Μετά;» ψιθύρισε τελικά.
Η Χε Τζι έστρεψε το βλέμμα μπροστά. «Δεν ήμουν σίγουρη τί ήθελα. Δεν
ήθελα κάποιον άνδρα από τους ανθρώπους της επιστροφής. Τους άλλους που ήταν
αμύητοι τους έβλεπα σαν ξένους. Ένα βράδυ σε μια τελετή ανθοφορίας τον κάλεσα
στο σπίτι μου. Όλο το κτήμα γιόρταζε εκείνη τη νύχτα. Εκεί έγιναν όλα.»
Σταμάτησε για λίγο. «Μετά ζήσαμε
μαζί για χρόνια. Χωρίς να ονομάζουμε αυτό που υπήρχε ανάμεσά μας. Μέχρι που
πέθανε πριν δύο χρόνια.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν γεμάτη εικόνες που η Σου-Σι δεν είχε δει,
αλλά ένιωθε ότι θα μπορούσε να φανταστεί.
«Είδα πολλά σήμερα… σε μια νύχτα», είπε χαμηλά.
«Ήσουν τυχερή», απάντησε η Χε Τζι. «Δεν βλέπει κανείς εύκολα τη
δοκιμασία της σπηλιάς. Δεν συμβαίνει συχνά. Θέλει χρόνο η προετοιμασία των δύο που
μπαίνουν μέσα. Αν δεν είναι και οι δύο έτοιμοι, η δοκιμασία καταρρέει.»
Η Σου-Σι έγειρε ελαφρά προς το μέρος της.
«Και πώς το ξέρουν ότι είναι έτοιμοι;»
«Τους ελέγχει πρώτα ένας πρόδρομος αντιπρόσωπος των Επιστρεφόντων. Και
μετά ο αναχωρητής. Ο πρόδρομος τους προετοιμάζει. Ο αναχωρητής κρίνει το τελικό
στάδιο.»
Η φωνή της Χε Τζι χαμήλωσε ακόμη περισσότερο. «Αν καταλάβει ότι δεν
είναι έτοιμοι, τους δίνει διορία δώδεκα φεγγαριών. Αν ούτε τότε είναι έτοιμοι…
δεν δοκιμάζουν ποτέ ξανά.»
Η Σου-Σι κατάπιε αργά.
«Και υπάρχουν… αποτυχίες;»
Η Χε Τζι σταμάτησε. Για πρώτη φορά δεν απάντησε αμέσως.
«Ναι», είπε τελικά. «Μία. Κάποτε βγήκε μια γυναίκα… και ούρλιαζε. Μετά
από εκείνη τη νύχτα μονολογεί συνέχεια.»
Η Σου-Σι ένιωσε ένα ρίγος.
«Και ο άλλος; Ποιος ήταν;»
Η Χε Τζι την κοίταξε. Το βλέμμα της έμεινε λίγο παραπάνω απ’ όσο
χρειαζόταν. «Ο πατέρας της». Και ο αέρας, εκείνη τη στιγμή, έμοιαζε να σταματά
ανάμεσά τους.
η
ανταλλαγή
Η Σου-Σι είχε αρχίσει να αναθεωρεί τα σχέδια για την επέκταση προς το
Νανγκού από τη στιγμή που είχε δει όσα είχε δει με τα ίδια της τα μάτια. Δεν
ήταν πια ζήτημα αριθμών ή εμπορίου. Κι όμως, δεν ήταν διατεθειμένη να αφήσει
την απόφαση να παρασυρθεί από μια αίσθηση φόβου που δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Δεν θα έβγαζε σε πλειστηριασμό άλλο κόσμημα της μητέρας της. Όχι για το
Νανγκού. Οι δύο ενδιάμεσες αποθήκες είχαν ήδη βρεθεί. Αρκετά είχαν ξοδέψει. Και
θα ξόδευαν κι άλλα, μέχρι να ανεγερθεί η καινούρια.
Αλλά κάτι μέσα της είχε αλλάξει. Δεν
θα έκανε, σκέφτηκε, το ίδιο λάθος με τη μητέρα της. Δεν θα άφηνε τον Γκούο Ρεν
να ταξιδεύει μόνος στο Νανγκού. Εκεί, κάπου στο βάθος, υπήρχαν ήδη οι τρεις
κοπέλες με τα περιδέραια και περίμεναν. Όταν θα ταξίδευε αυτός εκεί, θα πήγαινε
κι εκείνη μαζί του. Η περιουσία τους δεν ήταν κοινή;
Την επόμενη μέρα εμφανίστηκε στο πέτρινο σπίτι όπου διέμεναν, μαζί με
τον Λιν Σαν, ένας κτηματίας από τα όρια του Νανγκού, ονόματι Τζου Μιν. Τα
κτήματά του είχαν κάποια απόσταση από εκείνα των Ντου. Είχε πληροφορηθεί για
την άφιξη του Γκούο Ρεν και ζήτησε να τον δει προσωπικά.
Ο Γκούο Ρεν τον δέχθηκε με τον Τσεν Μπινγκ στο πλευρό του. Η Σου-Σι
βρισκόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού, μαγειρεύοντας, παρακολουθώντας σιωπηλά
χωρίς να φαίνεται.
Ο Τζου Μιν σύμφωνα με την εθιμοτυπία
έκανε μια χαμηλή υπόκλιση, σφιγμένα χέρια μπροστά στο στήθος, και καθιερωμένη ευχή
για μακροημέρευση και ευημερία του οίκου.
«Καλώς ήρθατε στον τόπο μας. Είθε η γη να σας είναι ευνοϊκή και οι
σοδειές σας πλούσιες», είπε.
Αλλά η ευγένεια δεν κράτησε πολύ. Ο πραγματικός λόγος της επίσκεψης ήταν
διαφορετικός.
«Ο γιος μου», είπε τελικά, «συχνάζει στις συναντήσεις των ανθρώπων της
επιστροφής.»
Ο Γκούο Ρεν δεν αντέδρασε.
«Μου μιλά για πράγματα… ανησυχητικά. Ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τα
κτήματά μας. Ότι πρέπει να ζήσουμε όπως οι απλοί αγρότες των Ντου.»
Έκανε μια παύση. «Σκέφτηκα λοιπόν… να πουλήσω τη γη μου. Ή να την
ανταλλάξω. Αρκεί να φύγω από το Νανγκού.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Θα το συζητήσουμε. Θα έρθει και ο Τσεν
Μπινγκ μαζί σας για μια πρόχειρη εκτίμηση.
Ο κτηματαίας Τζου Μιν χαιρέτησε και αποχώρησε συνοδευόμενος από τον Τσεν
Μπινγκ.
Ο Τσεν Μπινγκ επέστρεψε αργότερα.
«Είναι καλά», είπε. «Αποδίδουν.
Ο Λιν Σαν το επιβεβαίωσε. Αλλά πρόσθεσε: «Ο Τζου Μιν δεν έχει τρόπο να μεταφέρει τη σοδειά του. Η
περισσότερη του μένει εκεί αδιάθετη.»
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε. Το πρόβλημα δεν ήταν η γη. Ήταν η ροή της. Και η ροή
σήμαινε έλεγχο. Τότε ξαφνικά θυμήθηκε τον χαρτοπαίκτη. Είχε πει ότι είχε κι
άλλη γη. Εύφορη.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο Τζου Μιν επέστρεψε. Ο Γκούο Ρεν τον
παρατήρησε λίγο περισσότερο αυτή τη φορά. Δεν ήταν άνθρωπος που είχε
αποφασίσει. Ήταν άνθρωπος που προσπαθούσε να ξεφύγει.
«Για αγορά δεν είναι κατάλληλη η εποχή», είπε ο Γκούο Ρεν ήρεμα. «Πρέπει
να δούμε την απόδοση της σοδειάς.»
«Μα είναι καλά κτήματα», επέμεινε εκείνος.
«Δεν αμφιβάλλω. Αλλά θέλουμε να το διαπιστώσουμε.»
Ο άνδρας έδειξε απογοήτευση.
«Υπάρχει όμως και η ανταλλαγή», του είπε ξαφνικά ο Γκούο Ρεν. «Έχουμε γη
προς το δρόμο του Λο Τζιάνγκ, μιάμιση μέρα δρόμο. Εκεί δεν υπάρχουν οι «Επιστρέφοντες».
Μόνο χωράφια και λίγα σπίτια.»
«Η γη είναι καλή;» ρώτησε ο Τζου Μιν.
«Είναι καλή» απάντησε κοφτά ο Γκούο Ρεν.
«Και αποθήκες;»
«Υπάρχουν κοντά. Δεν θα τις στήναμε τυχαία», είπε ο Γκούο Ρεν ψυχρά.
Η συμφωνία άρχισε να διαμορφώνεται. Σε τρεις μέρες θα ήταν έτοιμοι.
Με την αποχώρηση του Τζου Μιν, ο Γκούο Ρεν έκανε νόημα στον Τσεν Μπινγκ.
«Ετοιμάσου. Τα χαράματα φεύγουμε.»
«Και η Σου-Σι;»
«Θα μείνει εδώ.» Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς τον Λιν Σαν. «Να την προσέχεις.
Ήταν η αγαπημένη υπηρέτρια της μητέρας μου.»
στη
γη του χαρτοπαίκτη
Πριν χαράξει έφυγαν αμέσως για το δρόμο προς το Λο Τζιάνγκ. Ελάχιστες
στάσεις. Έπρεπε να βιαστούν. Στο καπηλειό όπου είχαν πρωτοσυναντήσει τον χαρτοπαίκτη,
τον βρήκαν στην ίδια θέση.
«Καλώς τους», είπε εκείνος με ένα χαμόγελο που δεν άλλαζε ποτέ.
«Έλεγες ότι έχεις κι άλλα κτήματα», είπε ο Τσεν Μπινγκ.
«Έχω ακόμα αρκετά.»
«Η γη που μας έδωσες είναι χέρσα.»
«Τα χρήματα δεν επιστρέφονται», απάντησε εκείνος αδιάφορα.
Η ένταση ανέβηκε.
«Πάμε να φύγουμε», είπε ο Γκούο Ρεν.
Ο Τσεν Μπινγκ κινήθηκε προς την έξοδο.
«Σταθείτε», είπε ο χαρτοπαίκτης.
«Έχει νερό. Είναι εύφορα. Θα σας κάνω καλή τιμή.»
Η συζήτηση άρχισε να μετατρέπεται σε
παζάρι.
Η τιμή έπεσε, ανέβηκε, ξανά έπεσε.
«Τα μισά τώρα, τα υπόλοιπα σε δύο
μήνες», είπε ο Γκούο Ρεν.
«Σε έναν μήνα» απάντησε ο χαρτοπαίκτης
«Σε ένα μήνα και μία εβδομάδα»,
αντέτεινε ο Γκούο Ρεν.
Τελικά συμφώνησαν στον τρόπο της πληρωμής.
"Πάμε να τα δείτε", τους είπε ο χαρτοπαίκτης.
"Πάμε", είπε ο Γκούο Ρεν αυτή τη φορά με πιο αποφασιστικό
τόνο. Τώρα ήταν η στιγμή να δουν αν άξιζαν την αγορά ή αν έπρεπε να κάνουν
πίσω.
Τα κτήματα ήταν αρκετά εύφορα, όπως είχε πει ο χαρτοπαίκτης, και ο κάμπος
που τους παρουσίαζε ήταν απλός αλλά πλούσιος, γεμάτος από καλλιέργειες που
φαινόταν να ευδοκιμούν. «Αυτός ο κάμπος είναι όλος δικός μου», είπε ο
χαρτοπαίκτης, δείχνοντας μια εκτεταμένη περιοχή με χωράφια που απλώνονταν μέχρι
τον ορίζοντα.
Ο Τσεν Μπινγκ υπολόγισε γρήγορα την έκταση των κτημάτων και, αφού έκανε
τους απαραίτητους υπολογισμούς, γύρισε προς τον Γκούο Ρεν. Σήκωσε το χέρι του
και έδειξε ένα μεγάλο δέντρο που υπήρχε σε απόσταση, κάπου στο κέντρο της
έκτασης. "Μέχρι εκεί μας φτάνει", είπε χαμηλόφωνα στο Γκούο Ρεν, ενώ
τα μάτια του ήταν στραμμένα στον ορίζοντα.
"Και πόσο είπαμε για όλα αυτά;", ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
"Δεν είπαμε;" ανταπάντησε ο χαρτοπαίκτης. "Είπαμε εκεί.
Δεν είπαμε εδώ" του ανταπάντησε ο Γκούο Ρεν.
Ο χαρτοπαίκτης έπιασε το βλέμμα του και άρχισε να σκέφτεται τις επόμενες
κινήσεις του. "Και πώς είπατε ότι θα πληρώσετε;", ρώτησε με
αινιγματικό τόνο ο χαρτοπαίκτης, παρατηρώντας τη σιωπή που τους περιέβαλλε.
"Τα μισά τώρα και τα υπόλοιπα σε ένα μήνα και μία εβδομάδα από τη
στιγμή που θα συμφωνήσουμε", απάντησε ο Γκούο Ρεν με ηρεμία, ενώ τα μάτια
του δεν έφυγαν από το πρόσωπο του χαρτοπαίκτη.
Ο χαρτοπαίκτης τους κοίταζε, εξετάζοντας την προσφορά και την εκτίμηση
των Ντου. Δεν φαινόταν να τους πιστεύει πλήρως. Το σκεφτόταν. Τους επανέλαβε
την αρχική τιμή που τους είχε δώσει στο καπηλειό.
«Μ’ αυτό το ποσόν βρίσκουμε γη και στο Λο Τζιανγκ».
Προκειμένου ο χαρτοπαίκτης να χάσει την ευκαιρία της πώλησης, εδώ και
χρόνια ήταν οι μόνοι που υποψήφιοι αγοραστές που είχαν ενδιαφερθεί για τη γη
του, κατέβασε το ποσόν, αρκετά για να είναι ικανοποιητικό για εκείνους, και
αρκετό για να μείνει και εκείνος. Ήταν αμφίβολο αν θα ξανάβρισκε αγοραστές στην
ερημιά.
«Έχω κι άλλα», είπε ο χαρτοπαίκτης. «Αλλά τα κρατάω για τον εαυτό μου.
Δεν τα πουλάω», συμπλήρωσε, ανασηκώνοντας τα φρύδια του.
«Συμφωνούμε», απάντησε ο Γκούο Ρεν, δίνοντας τελικά το πράσινο φως για
να προχωρήσουν στη συμφωνία. «Σε λίγες ημέρες θα έρθει άνθρωπός μας να αρχίσει
να τα καλλιεργεί» του είπε μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας ο Γκούο Ρεν.
Το απόγευμα, ο Γκούο Ρεν και ο Τσεν Μπινγκ επέστρεψαν στο Νανγκού όσο
πιο γρήγορα μπορούσαν. Ο δρόμος ήταν μακρύς, αλλά ήταν η επιτυχία της συμφωνίας
που τους ενθουσίαζε. Είχαν κερδίσει έναν αξιόλογο κομμάτι γης, όλα τα κτήματα,
τον κάμπο ολόκληρο, ενώ στην ουσία ήθελαν μόνο μια μικρή μερίδα από αυτά. Η
απόκτηση αυτού του εδάφους σήμαινε μεγαλύτερη εξουσία, μεγαλύτερη ευχέρεια,
αλλά και την προοπτική να επενδύσουν πιο σταθερά στην εξάπλωση τους.
Καθώς έφταναν στο πέτρινο σπίτι στο Νανγκού, ο Γκούο Ρεν αναστέναξε με
ανακούφιση, αλλά και με την αναγνώριση ότι αυτή η απόφαση θα άλλαζε τα πάντα.
Τώρα είχαν έναν περισσότερο έλεγχο στις αποθήκες και στους πόρους που
χρειαζόταν η οικογένειά τους, και, ταυτόχρονα, είχαν πετύχει τη συμφωνία με
τίμημα που ήταν αρκετά χαμηλότερο από ό,τι είχαν αρχικά υπολογίσει.
"Αν το εκμεταλλευτούμε σωστά", είπε στον Τσεν Μπινγκ καθώς
άνοιγε την πόρτα του σπιτιού. "Αυτός ο κάμπος μπορεί να είναι θεμέλιο και για
τα επόμενα χρόνια. Είμαστε σε καλό δρόμο."
η
τελική συμφωνία
Η επόμενη ημέρα ξημέρωσε με μια αίσθηση βαρύτητας στον αέρα. Το απόγευμα
είχε φέρει μαζί του και τον κτηματία Τζου Μιν, που ήρθε για να ολοκληρώσει τη
συμφωνία. Ο Γκούο Ρεν τον υποδέχθηκε στην αυλή του πέτρινου σπιτιού με ένα
συγκρατημένο χαμόγελο.
"Λοιπόν;", ρώτησε ο Γκούο Ρεν, ενώ το βλέμμα του έμενε
καρφωμένο στον Τζου Μιν, περιμένοντας την απάντηση του. "Σκέφτηκες την
ανταλλαγή;"
Ο Τζου Μιν ένευσε καταφατικά, δείχνοντας ότι είχε σκεφτεί τα πάντα.
"Η γη είναι ακριβώς ίδια σε έκταση με τη δική σας", είπε με ήρεμο
τόνο. "Αν χρειαστείτε λίγη παραπάνω, μπορούμε να σας επιτρέψουμε να
καλλιεργείτε χωρίς υπενοικίαση, αρκεί να μας δίνετε το ισχύον ποσό της σοδειάς.
Καλά… αυτά, τα βρίσκουμε."
Ο Γκούο Ρεν έκανε μία ελαφριά κίνηση του κεφαλιού, ως ένδειξη συμφωνίας,
αλλά το μυαλό του παρέμεινε συγκεντρωμένο στο επόμενο βήμα. Η ανταλλαγή της γης
ήταν μόνο το πρώτο κομμάτι της συμφωνίας. Το δύσκολο κομμάτι ήταν το υπόλοιπο.
"Κοντά σας θα στηθούν οι αποθήκες μας", συνέχισε ο Γκούο Ρεν.
"Το ζήτημα είναι το σπίτι. Δεν υπάρχει σπίτι για να μείνετε."
Ο Τζου Μιν άρχισε τώρα να διστάζει, να βρίσκεται μπροστά σε έναν όρο που
δεν είχε τεθεί στην αρχική διαπραγμάτευσή τους.
"Ναι..." είπε «αλλά χωρίς σπίτι;»
Ο Γκούο Ρεν με μια ελαφριά κλίση του κεφαλιού απάντησε "Εμείς
συμφωνήσαμε για τη γη και όχι για οικήματα." Το ύφος του ήταν σοβαρό. Μετά
από λίγο έθεσε το ερώτημα "Είναι μεγάλη η οικογένειά σας;"
Ο Τζου Μιν απάντησε με μια σύντομη κίνηση του κεφαλιού. "Μόνο εγώ
και ο γιος μου", είπε, κάνοντάς τους να καταλάβουν ότι η κατάσταση δεν
ήταν τόσο πολύπλοκη.
"Θα δω αν μπορώ να στείλω κάποια από τις γυναίκες που δουλεύουν στα
χωράφια μας να σας βοηθήσει τις πρώτες μέρες", πρόσθεσε ο Γκούο Ρεν.
"Ο πρώτος καιρός θα είναι δύσκολος. Αλλά έχουμε καλές εργάτριες. Μπορούν
να βοηθήσουν."
"Πότε θα είστε έτοιμοι να ξεκινήσετε;", ρώτησε τελικά, με τόνο
αυστηρό αλλά και ελαφρώς υπομονετικό.
"Από αύριο", απάντησε ο Τζου Μιν χωρίς δισταγμό. "Αύριο
θα είμαστε έτοιμοι να φύγουμε."
Ο Γκούο Ρεν του έριξε μια γρήγορη ματιά και έγειρε το κεφάλι του Λιν
Σαν", είπε ήρεμα. "Κάλεσε κάποια έμπιστη από τις γυναίκες που
εργάζονται για εμάς. Μία που να μην έχει οικογένεια. Θα πάει για λίγο καιρό
κοντά στον άρχοντα Τζου Μιν για να βοηθήσει στην εγκατάσταση."
Ο Λιν Σαν σηκώθηκε αμέσως και βγήκε έξω για να βρει την κατάλληλη
γυναίκα. Ο Γκούο Ρεν έριξε μια τελευταία ματιά στον Τζου Μιν. "Θα τα πούμε
αύριο", είπε, κλείνοντας τη συζήτηση με τον τρόπο του. Δεν ήταν ώρα για
άλλες λεπτομέρειες. Το βασικό ήταν να οργανωθούν σωστά οι επόμενοι μήνες. Η
δουλειά τους στο Νανγκού ήταν τώρα πιο απαιτητική από ποτέ.
Η συμφωνία ήταν κλεισμένη. Αλλά ο Γκούο Ρεν ήξερε πως η αληθινή πρόκληση
ξεκινούσε τώρα. Ήταν αποφασισμένος να μην επιτρέψει σε τίποτα να τους
εκτροχιάσει. Όλα θα εξαρτιόνταν από την ικανότητά τους να προσαρμοστούν και να
δουλέψουν σφιχτά, σαν οικογένεια, στον νέο αυτό τόπο. Η γη ήταν πλούσια και
γεμάτη υποσχέσεις. Οι αποθήκες θα ήταν χρήσιμες για την εξάπλωσή τους. Στη
συνέχεια, όλα τα υπόλοιπα θα ακολουθούσαν.
η
πρώτη συνάντηση του Γκούο Ρεν με την Χε Τζι
Ο Τζου Μιν αποχώρησε από το πέτρινο σπίτι, αφήνοντας πίσω του μια
αίσθηση αναμονής και προετοιμασίας.
Σύντομα, ο Λιν Σαν επέστρεψε συνοδευόμενος από μια γυναίκα, τη Χε Τζι. Εκεί
που ο Γκούο Ρεν περίμενε να δει μια απλή αγρότισσα, εμφανίστηκε μπροστά του μια
γυναίκα που μόνο δύο λεπτές ρυτίδες στο πρόσωπό της μαρτυρούσαν την ηλικία της·
η υπόλοιπη εμφάνισή της ακτινοβολούσε ώριμη ομορφιά και αυτοπεποίθηση. Η
κορμοστασιά της ήταν εντυπωσιακή: γερή, με στρογγυλεμένους ώμους, γεμάτη δύναμη
και σταθερότητα, και το πλούσιο στήθος της, φυσικά αρμονικό, συμπλήρωνε την
εικόνα μιας γυναίκας που είχε ζήσει και άντεξε. Τα λίγα παραπάνω κιλά της δεν
της αφαιρούσαν τίποτα· αντιθέτως, προσέθεταν μια ώριμη γοητεία που για πρώτη
φορά έκανε τον Γκούο Ρεν να νιώσει μια ανεπαίσθητη, αλλά βαθιά έλξη.
Η γυναίκα αυτή, με την ήρεμη παρουσία και τα λαμπερά μάτια που
αποκάλυπταν κάτι παραπάνω από μια απλή δουλεύτρα γης, μπήκε στο δωμάτιο. Αμέσως
το βλέμμα του Γκούο Ρεν την παρακολούθησε προσεκτικά. Η ίδια η Χε Τζι, με την
αυτοκυριαρχία της, διέγειρε την προσοχή του νεαρού άνδρα με τρόπους που
υπερβαίνουν την απλή σωματική έλξη. Η σιωπηλή της βεβαιότητα και η ανεπιτήδευτη
γαλήνη της δημιουργούσαν ένα ψυχολογικό πεδίο όπου η νεότητα και η εμπειρία
συνυπήρχαν, προσφέροντας στον Γκούο Ρεν τη δυνατότητα να αφήσει τον εαυτό του,
να χαλαρώσει τις κοινωνικές μάσκες και τις εγγενείς του αναστολές. Μετά
από ένα έντονο εξιχνιαστικό βλέμμα στην
κορμοστασιά της, και στην στάση της ο Γκούο Ρεν τη ρώτησε χωρίς
περιστροφές: «Δουλεύεις καιρό σε
εμάς;» Στην ερώτησή του υπήρχε και μια υποσυνείδητη
παρατήρηση της παρουσίας της.
Η Χε Τζι τον κοίταξε στα μάτια και απάντησε με ήρεμο τόνο: «Περίπου είκοσι χρόνια.»
«Και δεν έχεις οικογένεια;» Η ερώτηση βγήκε αυθόρμητα, αλλά ταυτόχρονα
υπήρχε στο βλέμμα του μια αδιόρατη προσμονή, μια ανάγκη να κατανοήσει, να
προσεγγίσει, ίσως και να πλησιάσει πιο προσωπικά.
«Όχι,» απάντησε η Χε Τζι με την ίδια
αμεσότητα που χαρακτήριζε τη γαλήνη της.
«Περίεργο,» είπε ο Γκούο Ρεν, τα μάτια του να μένουν ακίνητα πάνω της. «Ούτε
στη νεότητά σου; Ακόμη διατηρείς στοιχεία ομορφιάς πάνω σου.» Στην παρατήρηση
αυτή, η φωνή του δεν έκρυβε μόνο αναγνώριση, αλλά και μια αργή, υπόγεια
προσέγγιση, μια διακριτική επιθυμία να τη δει όχι μόνο ως εργάτρια, αλλά ως
πρόσωπο.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για μια στιγμή, η φωνή του ήρεμη αλλά γεμάτη
περιέργεια:
«Σίγουρα θα υπήρξαν αρκετοί που να σε διεκδίκησαν.»
Η Χε Τζι τον κοίταξε σταθερά, με εκείνη την ήρεμη αυτοκυριαρχία που τη
χαρακτήριζε. Για μια στιγμή, σηκώθηκε ελαφρά στο κορμί της, ευθυγραμμίζοντας τη
στάση της, και το φως του δωματίου έπαιξε στις καμπύλες της γεμάτης
κορμοστασιάς της, δίνοντας στον Γκούο Ρεν μια αχνή, αλλά ακαταμάχητη εικόνα της
δύναμης και της αρμονίας του σώματός της.
«Η ομορφιά δεν είναι πάντα σίγουρο εχέγγυο,» είπε με ήρεμο τόνο,
αφήνοντας να εννοηθεί η σοφία της εμπειρίας της. «Χρειάζεται και η τύχη.»
Η μικρή κίνηση, απλή αλλά γεμάτη
αυτοπεποίθηση, έκανε τον Γκούο Ρεν να νιώσει μια ανεπαίσθητη, αλλά ξεκάθαρη
έλξη, σαν να ανακάλυπτε για πρώτη φορά τη γοητεία μιας γυναίκας ώριμης, που δεν
χρειαζόταν να προσπαθήσει για να εντυπωσιάσει.
Η Χε Τζι άφησε μια απαλή ανάσα πριν συνεχίσει: «Όταν μια γυναίκα ανήκει
σε κάποιον, δεν μπορεί να ανήκει σε άλλους.» Η δήλωση ήταν σταθερή, αλλά
ταυτόχρονα υπήρχε μια λεπτή διάσταση προσοχής στον νεαρό άνδρα, έστω και
υποσυνείδητα.
Ο Γκούο Ρεν, ακούγοντας τη φωνή της να έχει εκείνη την ήρεμη βαρύτητα
που συνήθως συνοδευόταν από χρόνια εμπειρίας, αναρωτήθηκε: «Και αυτός ο κάποιος
δεν σε παντρεύτηκε;»
«Δεν γινόταν,» απάντησε η Χε Τζι χωρίς να διστάσει.
«Και γιατί; Ήταν παντρεμένος;»
«Όχι» απάντησε η Χε Τζι. «Κάποιες σχέσεις δεν
μπορούν να καταλήξουν κάπου.»
«Θα πρέπει να προσέχουμε, όμως, πριν ξεκινήσουμε αυτές τις σχέσεις»
παρατήρησε ο Γκούο Ρεν.
«Δεν αποφασίζουμε πάντα εμείς για ό,τι μας τυχαίνει. Κάποιες φορές
αποφασίζει μια ανώτερη δύναμη.»
«Εμείς όμως έχουμε τη δυνατότητα αυτή τη
δύναμη να την παραμερίζουμε» είπε ο Γκούο Ρεν.
«Όχι πάντα. Όχι όλοι.»
«Καλά,» συνέχισε ο Γκούο Ρεν, μετατοπίζοντας τη συζήτηση, χωρίς να
γνωρίζει ότι την έφερνε και πάλι στο ίδιο ζήτημα. «Ποια είναι η γνώμη σου για
τον πατέρα μου;» Η ερώτηση ήταν προσωπική, αλλά η πραγματική της χροιά έδειχνε
την ανάγκη του να διερευνήσει την ψυχολογία και την αίσθηση πίστης της Χε Τζι –
και ίσως, υπόγεια, να δοκιμάσει αν υπήρχε κάποια δυνατότητα για οικειότητα.
Η Χε Τζι δίστασε για μια στιγμή, το βλέμμα της περιπλανήθηκε σαν να
έψαχνε τα σωστά λόγια. «Πάντα ήξερε να ξεχωρίζει τις εργάτριες που πρόσφεραν,»
απάντησε με σοβαρό τόνο.
«Ναι,» είπε ο Γκούο Ρεν με μια ελαφριά συγκατάνευση. «Οι εργάτες και οι
εργάτριες που πρόσφεραν είχαν ιδιαίτερη αντιμετώπιση.»
«Και κάποιες φορές ακριβά δώρα,» συμπλήρωσε η Χε Τζι, κάνοντάς τον να
την κοιτάξει, το βλέμμα του να μαλακώνει, να διαπερνά την επιφάνεια και να
αναζητά τα ίχνη γοητείας και προσωπικού ενδιαφέροντος.
«Θα το έχω υπόψη μου,» είπε, απορροφημένος, αλλά ταυτόχρονα με μια
ανεπαίσθητη ένταση, μια ανάγκη να την κατανοήσει πέρα από τις κοινωνικές της
μάσκες. «Σε σένα είχε κάνει ποτέ δώρο;»
Η Χε Τζι τον κοίταξε σταθερά. «Ναι.»
«Και ήταν αντάξιο ή κατώτερο της προσφοράς σου;»
«Ελπίζω αντάξιο,» απάντησε, αφήνοντας μια μικρή ανασφάλεια στον τόνο
της, την οποία ο νεαρός άνδρας αντιλήφθηκε υποσυνείδητα ως πρόσκληση για πιο
στενή παρατήρηση, για πιο προσωπική σχέση.
«Δεν βλέπω όμως το δώρο του. Φαίνεται ότι δεν το εκτίμησες τόσο…»
«Όταν έχουν πάψει οι λόγοι που
μας προσφέρθηκε ένα δώρο, τότε δεν έχει
αξία να το φέρει κάποιος πάνω του.»
«Αν ανταποκριθείς στα καθήκοντά σου, μπορεί να λάβεις δώρο και από μένα…
Τι λές;»
«Ελπίζω να ανταποκριθώ.»
«Μπορεί όχι εδώ, μπορεί σε άλλα κτήματα…»
«Η υπηρεσία δεν σχετίζεται με τον τόπο. Όποιος
ξέρει να προσφέρει, μπορεί να προσφέρει παντού.»
«Και όποιος ξέρει να γίνεται αναντικατάστατος;» τη ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
«Αυτό δεν εξαρτάται μόνο από εκείνον, εξαρτάται και από το πόσο ανάγκη
τον έχει ο άλλος που τον θεωρεί αναντικατάστατο. Ποιες ανάγκες του καλύπτει μια
εργάτρια, μια υπηρέτρια, και αν στα καθήκοντά της είναι πάντα ευσυνείδητη και
πειθαρχημένη.»
«Λοιπόν,» συνέχισε, ο τόνος του έγινε σοβαρός αλλά οι σκέψεις του
γλιστρούσαν σε μια περιοχή ανεξερεύνητης επιθυμίας, «σε κάλεσα εδώ… για να σου
αναθέσω κάποια υπηρεσία εκτός του Νανγκού. Μήπως υπάρχει κάτι που σε αναγκάζει να μείνεις
εδώ;»
Η Χε Τζι κοίταξε γύρω της. «Όχι.»
«Μήπως προσπαθείς να ξεφύγεις από κάτι;»
«Όχι. Εδώ και δύο χρόνια δεν υπάρχει κανένας λόγος που να με δεσμεύει να μείνω εδώ.»
«Και είσαι σίγουρη ότι δεν θα λείψεις σε κανέναν;»
«Είμαι» ήταν η απάντηση της Γκούο
Ρεν γεμάτη βεβαιότητα και ως επισφράγισμα της απάντησή της τον κοίταξε βαθιά
στα μάτια, σαν να του δήλωνε ότι η ζωή της και η ταυτότητά της ήταν χωρίς βάρη
από το παρελθόν.
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε καταφατικά και εξήγησε την κατάσταση. «Αύριο ο
άρχοντας Τζου Μιν θα μετακομίσει… Θα πρέπει να μείνεις μαζί τους, τουλάχιστον
τον πρώτο καιρό. Αν κουραστείς, θα στείλω άλλη… Θα υπάρξει αποζημίωση. Ίσως…
και να σου αρέσει καλύτερα εκεί ο τόπος. ’Ισως να συναντηθούμε και εκεί. »
Η Χε Τζι υποκλίθηκε χωρίς να μιλήσει και έφυγε από το σπίτι. Καθώς τα
βήματά της απομακρύνονταν, οι σκέψεις της πλανήθηκαν σε μια αθέατη γωνιά του
μυαλού της. Ίσως υπήρχε ένα ερωτικό ενδιαφέρον απέναντί της, κάτι που την έκανε
να αποπροσανατολιστεί στιγμιαία. Η ήρεμη αυτοκυριαρχία της είχε αντιμετωπίσει
πολλές δοκιμασίες, αλλά το βλέμμα του Γκούο Ρεν, η ελαφριά ένταση στις κινήσεις
του, άφηνε να εννοηθεί μια βαθύτερη προσωπική επιθυμία, μια δυνατότητα που η
ίδια δεν είχε συναντήσει εδώ και χρόνια.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν, ματιές που άφηναν ίσως το ενδεχόμενο κάποτε
να μπορέσουν να συναντηθούν, όταν οι συνθήκες θα ήταν πιο ανοιχτές και όχι τόσο
αυστηρές όπως τώρα μέσα στο πέτρινο διοικητήριο.
Ο Γκούο Ρεν δεν μπορούσε να αποφύγει να παρατηρεί κάθε κίνηση, κάθε
βλέμμα της, σαν να αποκαλύπτονταν μπροστά του μικρές, ανεξερεύνητες περιοχές
της προσωπικότητάς της. Κάθε της λέξη, κάθε ανάσα, φανέρωνε μια γοητεία που
συνδύαζε τη σιγουριά με την ευαισθησία, το σώμα με την ψυχή.
Όταν η Χε Τζι απομακρύνθηκε, ο Γκούο Ρεν έμεινε με τη σκέψη πως η
συνάντηση αυτή είχε ξυπνήσει κάτι που δεν είχε νιώσει ποτέ: η ώριμη παρουσία
μιας γυναίκας, γεμάτης δύναμη και αινιγματική τρυφερότητα, είχε καταφέρει να
τον καθηλώσει, να τον προκαλέσει να δει πέρα από τις κοινωνικές μάσκες και να
αφήσει την καρδιά του να παρατηρήσει, να νιώσει, να επιθυμήσει ένα ώριμο
φρούτο, έναν ώριμο και ολοκληρωμένο καρπό.
Η ζωή της, μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε περάσει μέσα σε μια
επαναλαμβανόμενη ρουτίνα, αλλά αυτή η νέα αρχή στον μακρινό τόπο που της
προτεινόταν, συνδυασμένη με την ανεπαίσθητη, σχεδόν απαγορευμένη ένταση μεταξύ
τους, ήταν ίσως ακριβώς αυτό που χρειαζόταν για να αναζωογονηθεί και να αφεθεί
σε σκέψεις που υπερβαίνουν τη μονοτονία της καθημερινότητας.
η
υπόσχεση και η στήριξη
Το επόμενο πρωί, δύο άμαξες ήταν έτοιμες και όλοι τους ετοιμάζονταν για
την εγκατάσταση. Ο Τζου Μιν, ο γιος του, ο Τζου Γιέν, η Χε Τζι, και ο Τσεν
Μπινγκ έβαλαν τα πάντα στη θέση τους, έτοιμοι για το επόμενο βήμα.
Η Χε Τζι, με μια ήρεμη έκφραση στο πρόσωπό της, κοιτούσε τον νεαρό Τζου
Γιέν. Στο βλέμμα τους υπήρχε ένα σιωπηλό χαμόγελο, ένα χαμόγελο που φανέρωνε
υπόσχεση και στήριξη. Ήξεραν και οι δύο ότι αυτός ο νέος τόπος θα τους
προσέφερε κάτι παραπάνω από αυτό που ήθελαν, κάτι που θα καθόριζε το μέλλον
τους. Στη σιωπή τους υπήρχε η διαγραφή της υπόσχεσης, της αμοιβαίας
στήριξης.
Ο Γκούο Ρεν κοντοστάθηκε πριν τους αποχαιρετήσει. Έβλεπε ότι κάποιος ξεριζωνόταν
από τον τόπο του αλλά πήγαινε σε έναν άγνωστο τόπο, στη γη της «πέτρινης
γυναίκας», χωρίς να έχει όλα τα υπάρχοντά του, μέσα στην ερημιά χωρίς εκεί να
τον περιμένει σπίτι. Φώναξε στον Λι Σαν. «Θέλω δύο άντρες που να ξέρουν να
δουλεύουν το ξύλο. Φέρε τους τώρα.»
Ύστερα από λίγο, ο Λι Σαν επέστρεψε φέρνοντας δύο άντρες από τα χωράφια.
«Θα πάτε μαζί τους,» είπε ο Γκούο Ρεν. «Θα στήσετε το σπίτι. Δεν
χρειάζεται να είναι μεγάλο. Μόνο γερό. Και με ξύλο καλό, να αντέχει.»
Σταμάτησε για λίγο.
«Το πόσο θα μείνετε εκεί… θα φανεί από
εσάς.»
Ο Γκούο Ρεν στάθηκε στην άκρη της αυλής, με το βλέμμα του ήρεμο και
μετρημένο. Σήκωσε τα χέρια του και χαιρέτησε τον Τζου Μιν με τον τυπικό,
κινέζικο χαιρετισμό, μια υπόκλιση που έκρυβε μέσα της σεβασμό, αλλά και μια
σιωπηλή υπόσχεση.
«Ευημερία στη νέα σου γη», του είπε χαμηλόφωνα. «Μπορεί τώρα να σου
φαίνεται άγρια και έρημη… όμως ο χρόνος αλλάζει τα πάντα. Σε λίγο καιρό, εκεί
που πας, θα υψωθούν δύο μεγάλες αποθήκες. Και…» έκανε μια μικρή παύση, «θα στείλω
από το Λο Τζιάνγκ εργάτες. Η γη πίσω από τα χωράφια σας θα καλλιεργηθεί. Δεν θα
είστε μόνοι.»
Ο Τζου Μιν δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια του περιπλανήθηκαν στον γνώριμο
χώρο. Ένα δάκρυ κύλησε αργά, σχεδόν ντροπαλά, και χάθηκε μέσα στις ρυτίδες του
προσώπου του. Δεν του έμεναν πολλά χρόνια ζωής. Το ήξερε. Το ένιωθε σε κάθε του
ανάσα, σε κάθε κόκαλο που πονούσε τα βράδια. Μα αυτό δεν είχε σημασία. Αν
υπήρχε τρόπος να σωθεί ο γιος του, τότε άξιζε κάθε τίμημα. Ακόμα κι αυτό. Ακόμα
κι αν έπρεπε να ξεριζωθεί από τη γη του. Ακόμα κι αν έπρεπε να ανταλλάξει το
παρελθόν του με κάτι άγνωστο και σκοτεινό. Με τη γη της «πέτρινης γυναίκας».
Οι άμαξες περίμεναν ήδη. Τρεις στον αριθμό. Στην πρώτη ανέβηκε ο ίδιος,
αργά, με κινήσεις που πρόδιδαν την ηλικία του αλλά και την αξιοπρέπειά του. Στη
δεύτερη κάθισαν ο Τζου Γιέν και η Χε Τζι, εκείνη σιωπηλή, με το βλέμμα της
χαμηλωμένο, μα γεμάτο σκέψεις που δεν ειπώθηκαν. Στην τρίτη είχαν φορτωθεί τα
εργαλεία και οι δύο εργάτες, άνθρωποι που δεν ανήκαν σε κανέναν τόπο, παρά μόνο
στη δουλειά τους.
Μπροστά απ’ όλους, έφιππος, ο Τσεν Μπινγκ κρατούσε τα ηνία της πορείας.
Η στάση του ήταν ευθυτενής, σχεδόν άκαμπτη, σαν να οδηγούσε όχι ανθρώπους, αλλά
μια αποστολή που δεν χωρούσε αμφιβολίες.
Στην αυλή, ο Λι Σαν στεκόταν ακίνητος, με τα χέρια πίσω από την πλάτη,
παρατηρώντας. Δίπλα του, η Σου-Σι.
Όταν η δεύτερη άμαξα πέρασε μπροστά τους, η Σου-Σι σήκωσε ελαφρά το
βλέμμα και αντάλλαξε ένα σχεδόν ανεπαίσθητο νεύμα με τη Χε Τζι. Ήταν ένα
ευχαριστώ χωρίς λόγια για όσα είχαν ειπωθεί μέσα σε λίγες στιγμές, για όσα
είχαν κατανοηθεί χωρίς να χρειαστεί εξήγηση. Η Χε Τζι ανταπέδωσε με μια μικρή
κίνηση του κεφαλιού.
Και ύστερα, οι άμαξες ξεκίνησαν. Οι τροχοί κύλησαν πάνω στο χώμα,
σηκώνοντας μια λεπτή σκόνη που για λίγο σκέπασε τα πάντα, πρόσωπα, σκέψεις,
αναμνήσεις. Ο ήχος από τις οπλές των αλόγων και τα καδρόνια που μετακινούνταν
στην τελευταία άμαξα απομακρυνόταν σιγά σιγά, σαν να έσβηνε μια ζωή ολόκληρη.
Ο Τζου Μιν γύρισε για τελευταία φορά το κεφάλι του. Στο βάθος μόλις που
διακρινόταν η σκεπή του σπιτιού του. Όλα όσα υπήρξαν δικά του. Τα κοίταξε σαν
να τα αποχαιρετούσε όχι μόνο για το ταξίδι, αλλά για πάντα. Και μέσα του, χωρίς
να μιλήσει, αποδέχτηκε την αλήθεια. Δεν έφευγε απλώς. Θυσιαζόταν. Για τον γιο
του. Για το μέλλον που εκείνος ίσως προλάβαινε να δει, όταν ο ίδιος θα είχε ήδη
γίνει κομμάτι μιας άλλης γης, ίσως ακόμα πιο σκληρής, ίσως πιο άγνωστης. Της
γης της «πέτρινης γυναίκας». Και καθώς η πομπή χανόταν στον δρόμο, ο άνεμος
πήρε μαζί του το τελευταίο ίχνος του παρελθόντος.
στα
νεοαποκτηθέντα νότια κτήματα του Νανγκού
Ο Γκούο Ρεν έκανε ένα μικρό νεύμα στον Λι Σαν, απομακρύνοντάς τον
διακριτικά από τους υπόλοιπους. Η αυλή είχε ήδη αδειάσει από την ένταση του
αποχαιρετισμού, μα ο αέρας κρατούσε ακόμη κάτι από τη σιωπηλή θλίψη που είχε
αφήσει πίσω του ο Τζου Μιν.
«Πάμε να δούμε τι αγοράσαμε», του είπε ήρεμα. «Και πες στους εργάτες πως
σήμερα δεν θα δουλέψει κανείς. Είναι δώρο από μένα. Τιμή για τον άνθρωπο που
φεύγει.»
Ο Λι Σαν έσκυψε το κεφάλι καταφατικά. Δεν άργησαν να ανέβουν στα άλογά
τους. Με σταθερό ρυθμό πέρασαν πρώτα από τη γη των Ντου, όπου οι καλλιέργειες
απλώνονταν τακτοποιημένες, σαν να υπάκουαν σε κάποιον αόρατο κανόνα. Έπειτα
διέσχισαν τα κτήματα της Λου Χαν, πιο περιποιημένα απ’ όσο θα περίμενε κανείς
για ανθρώπους της πόλης, μα με εκείνη τη λεπτή αίσθηση ότι η φροντίδα ερχόταν
απ’ αλλού, όχι από τα ίδια τα χέρια των ιδιοκτητών.
Ένα ρηχό ρυάκι κύλησε κάτω από τα πόδια των αλόγων τους, και καθώς το
πέρασαν, το τοπίο άλλαξε ανεπαίσθητα. Η γη άνοιξε, πιο βαθιά, πιο πλούσια, σαν
να κρατούσε μέσα της μνήμες παλιών καλλιεργειών.
«Εδώ αρχίζουν τα κτήματα του Τζου Μιν», είπε ο Λι Σαν.
Το σπίτι φάνηκε στο βάθος. Ήταν γερό, χτισμένο πάνω σε ελαφρώς
υπερυψωμένη βάση, με ξύλινη βεράντα που απλωνόταν μπροστά και σκεπή που
προεξείχε κυκλικά, προστατεύοντας το κτίσμα από τη βροχή και τον ήλιο. Ήταν πρακτικό,
προσαρμοσμένο στο υγρό κλίμα, με την ανύψωση να προστατεύει από την υγρασία του
εδάφους και τις πλημμύρες, και τη φαρδιά στέγη να λειτουργεί σαν ασπίδα ενάντια
στα στοιχεία της φύσης.
Ο Γκούο Ρεν το παρατήρησε χωρίς να μιλήσει, καταγράφοντας κάθε
λεπτομέρεια. Καθώς προχωρούσαν ανάμεσα στα χωράφια, ο Λι Σαν άρχισε να εξηγεί: «Εδώ
καλλιεργούν ρύζι. Το έδαφος κρατά καλά το νερό. Δίνει πλούσια σοδειά κάθε
χρόνο.»
Λίγο πιο πέρα έδειξε μια άλλη έκταση.
«Εκεί έχουν κεχρί και σόγια. Τα εναλλάσσουν για να μην εξαντλείται η
γη.»
Προχώρησαν ακόμα πιο μέσα, και ο Λι Σαν έδειξε προς μια πιο απομονωμένη
περιοχή, σχεδόν κρυμμένη πίσω από χαμηλούς λόφους.
«Εδώ… καλλιεργούσαν παλιά φαρμακευτικά βότανα. Ρίζες και βλαστούς που
έστελναν κυρίως στην αγορά του Λο Τζιάνγκ και μια μικρή παρτίδα στη Νάμπου.»
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε ελαφρά, μα το βλέμμα του είχε ήδη πέσει πιο μακριά. Στο
βάθος, μια έκταση έδειχνε εγκαταλελειμμένη. Το χώμα ήταν σκούρο και πλούσιο, μα
αφημένο στην τύχη του. Ζιζάνια είχαν απλωθεί άναρχα, σαν να είχαν πάρει πίσω
ό,τι τους ανήκε.
«Γιατί είναι έτσι απεριποίητο εκεί;» ρώτησε.
Ο Λι Σαν δίστασε για μια στιγμή. «Εκεί… κάποτε καλλιεργούσαν παπαρούνες
μύκωνες. Όπιο.»
Μια μικρή σιωπή έπεσε ανάμεσά τους.
«Ο Τζου Μιν τις ξερίζωσε όλες», συνέχισε. «Δεν ήθελε πια τέτοια
καλλιέργεια. Από τότε… έμεινε η γη έτσι.»
Ο Γκούο Ρεν κατέβασε ελαφρά το βλέμμα του στο χώμα, σαν να μπορούσε να
δει κάτω από την επιφάνεια. «Και είναι εύφορο;»
«Πολύ.»
Ο Λι Σαν δίστασε ξανά, μα αυτή τη φορά μίλησε πιο προσεκτικά. «Εκεί… θα
μπορούσαμε να καλλιεργήσουμε κάτι πιο σπάνιο. Σαφράν. Δεν είναι συνηθισμένο
εδώ, αλλά το χώμα… ίσως το δεχτεί. Και η τιμή του… είναι σαν χρυσάφι.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Σκεφτόταν. Υπολόγιζε. Τα μάτια του
περιπλανήθηκαν ξανά στον χώρο, χαρτογραφώντας αποστάσεις, σύνορα, δυνατότητες.
«Τα κτήματα αυτά δεν είναι όμορα με τα δικά μας», είπε τελικά με κάποια
μικρή απογοήτευση. «Ανάμεσα είναι της Χου Λαν.»
«Δεν υπάρχει πρόβλημα», απάντησε ήρεμα ο Λι Σαν. «Τα κτήματα της Χου Λαν
τα καλλιεργούν δικοί μας εργάτες. Ο «μικρότερος αδελφός» της, ο Φενγκ-Ρεν, δεν
δουλεύει. Κι εκείνη… για να μην τον ταλαιπωρεί, ζητά τη βοήθειά μας. Είναι
άνθρωποι της πόλης. Δεν αντέχουν τη γη.»
ο
κληρονόμος
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε. Οι σκέψεις του άρχισαν να δένουν μεταξύ τους. Σύντομα
βρέθηκαν μπροστά στο σπίτι. Μπήκαν μέσα. Το εσωτερικό ήταν λιτό, μα προσεγμένο.
Τα έπιπλα γερά, καλοφτιαγμένα, με εκείνη τη σιωπηλή αξιοπρέπεια που αποκτούν τα
πράγματα που έχουν χρησιμοποιηθεί για χρόνια με φροντίδα.
Ο Γκούο Ρεν πέρασε το χέρι του πάνω από ένα ξύλινο τραπέζι. «Όταν
φτιαχτεί το δικό τους σπίτι… θα τους τα στείλουμε», είπε.
Ο Λι Σαν δεν απάντησε αμέσως. Έδειχνε σκεπτικός.
«Ξέρεις, αφέντη… υπάρχει ένα ζήτημα ακόμη.»
Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς το μέρος του.
«Ποιο;»
«Δεν είναι εύκολο να μιλήσω ελεύθερα.»
«Μίλα. Ό,τι αφορά τη γη μου, αφορά πρώτα εμένα.»
Ο Λι Σαν κατέβασε ελαφρά το βλέμμα.
«Δεν είναι ζήτημα με τη γη… είναι με τους ανθρώπους της.»
Μια μικρή παύση.
«Ο παλαιός άρχοντας… ο Τσενγκ-Γουέι… είχε κάποιες προτιμήσεις. Κάποιες
εργάτριες… τις ξεχώριζε.»
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Και;»
«Δεν τις βάζαμε σε βαριά δουλειά. Τις προσέχαμε.»
«Το ίδιο θα συνεχιστεί», είπε απλά ο Γκούο Ρεν.
Ο Λι Σαν σήκωσε το βλέμμα, πιο διστακτικά αυτή τη φορά.
«Αυτές οι εργάτριες… ανήκαν μόνο σε εκείνον. Του ήταν πιστές. Τον
ξεκούραζαν… τα βράδια.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. «Ήταν… και η Χε Τζι ανάμεσά
τους;»
«Ναι. Αλλά παλιά. Μετά… είχε άλλες. νεότερες.»
Ο Γκούο Ρεν έστρεψε το βλέμμα του αλλού. «Και τώρα;»
«Είναι τρεις. Και περιμένουν. Μετά τον θάνατό του… περιμένουν τον νέο
άρχοντα.»
«Εμένα.»
«Ναι.»
Μια μακρά σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο.
«Και δεν μάθαινε κανείς τίποτα;» τον ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
«Αυτά δεν φαίνονται. Τη νύχτα, οι εργάτες κοιμούνται. Είναι κουρασμένοι.
Οι περισσότερες συναντήσεις γίνονταν στο
απόμακρο μικρό κτήμα.»
Ο Λι Σαν δίστασε ξανά. «Γι’ αυτό… σκεφτόμουν… ίσως να μην πειράξουμε
τίποτα από το σπίτι. Είναι απόμερα.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός. Το βλέμμα του είχε σκοτεινιάσει,
όχι από θυμό, αλλά από σκέψη. Ύστερα πήρε μια απόφαση.
«Πήγαινε», είπε τελικά. «Φέρε τες. Φέρε τες μία μία. Θα περιμένω εδώ.»
Ο Λι Σαν έσκυψε το κεφάλι. «Δεν θα αργήσω» είπε και βγήκε.
Ο Γκούο Ρεν έμεινε μόνος μέσα στο σπίτι που δεν ήταν ακόμη δικό του μα
ήδη άρχιζε να αισθάνεται μέσα σε αυτό σαν άρχοντας. Μόλις είχε τελειώσει την
πρώτη δική του, προσωπική του, μεγάλη επιτυχία. Μπορεί η γη να ήταν ευθύνη αλλά
κάποιες φορές μπορούσε να έχει και ανταμοιβές. Και τί αξία θα είχαν οι νίκες,
οι επιτυχίες αν δεν συνοδεύονταν από έπαθλα;
Ο χρόνος κύλησε αργά μέσα στο σπίτι. Ο Γκούο Ρεν στεκόταν κοντά στο
παράθυρο, κοιτάζοντας έξω τα χωράφια που απλώνονταν μέχρι εκεί που έφτανε το
βλέμμα. Δεν τα έβλεπε όμως πραγματικά· τα μετρούσε, τα ζύγιζε, τα φανταζόταν
αλλιώς.
η ευνοούμενη Χονγκ-Χουά.
Βήματα ακούστηκαν στην αυλή. Σταθερά. Μετρημένα. Η πόρτα άνοιξε και ο Λι
Σαν μπήκε πρώτος, με το γνώριμο, συγκρατημένο του ύφος. Πίσω του ακολούθησε μια
γυναίκα. Τα μαλλιά της ήταν πυρόξανθα, σπάνιο χρώμα, σχεδόν ξένο για εκείνον
τον τόπο, και έπεφταν ελεύθερα στους ώμους της, πιάνοντας το φως με τρόπο που
τα έκανε να μοιάζουν σαν να έκαιγαν σιωπηλά. Το όνομά της, όπως είπε ο Λι Σαν
χαμηλόφωνα, ήταν Χονγκ-Χουό, «Κόκκινη Φλόγα». Ο Λι Σαν έκλεισε την πόρτα και
βγήκε έξω στη βεράντα του σπιτιού.
Ήταν περίπου στην ηλικία της αδελφής του, της Ρουό-Σι. Ίσως λίγο
μεγαλύτερη. Μα υπήρχε πάνω της μια σιγουριά που δεν είχε σχέση με τα χρόνια,
αλλά με την επίγνωση του εαυτού της. Η Χονγκ-Χουό δεν έσκυψε αμέσως το βλέμμα. Τον
κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. Όχι προκλητικά, αλλά χωρίς φόβο. Έκανε ένα βήμα
μπροστά, και οι κινήσεις της είχαν μια ανεπαίσθητη ρευστότητα, σαν να γνώριζε ακριβώς πώς να σταθεί, πώς να γείρει
το σώμα της, πώς να αφήσει το ύφασμα να πέσει ώστε να υπονοεί χωρίς να
αποκαλύπτει.
Το χέρι της ανέβηκε αργά στον λαιμό της. Άγγιξε το περιδέραιό της, άλικο,
από μικρές πέτρες που έμοιαζαν με σταγόνες αίματος παγωμένες στον χρόνο. Το
έδειξε με τρόπο φυσικό, σχεδόν αθώο, κι όμως η κίνηση είχε πρόθεση.
«Αφέντη», είπε με ήρεμη φωνή, «είμαι στη διάθεσή σας. Όποτε με
καλέσετε.»
Ο Γκούο Ρεν την παρατηρούσε σιωπηλός. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της. Ήταν
η επίγνωση της ομορφιάς της. Η χρήση της.
«Και είσαι σίγουρη», είπε τελικά, «ότι μπορείς να υπηρετήσεις όπως
πρέπει έναν νέο άρχοντα;»
Η Χονγκ-Χουό χαμογέλασε ελαφρά. Όχι με θράσος. Με βεβαιότητα. «Αυτό… θα
το αποφασίσετε εσείς.»
Έκανε ένα ακόμη βήμα, τόσο μικρό που σχεδόν δεν φαινόταν, μα αρκετό για
να μικρύνει την απόσταση ανάμεσά τους.
«Για να είναι εύφορη η γη», συνέχισε ήρεμα, «για να δίνει καλές σοδειές…
πρέπει κι εκείνος που του ανήκει να είναι αναζωογονημένος.»
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν αμήχανη. Ήταν γεμάτη νόημα.
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα του έμεινε πάνω της,
διαπεραστικό, σαν να προσπαθούσε να δει πέρα από την επιφάνεια, πέρα από την εκπαίδευση, πέρα από τον ρόλο που
είχε μάθει να παίζει.
«Το βράδυ θα έρθεις εδώ. Θα περιμένεις. Κάποια στιγμή θα έρθω και γω»
είπε ο Γκούο Ρεν και η Χονγκ-Χουά υποκλίθηκε και πριν φύγει έστειλε ένα
χαμόγελο υπόσχεσης στον νέο αφέντη της.
«Λι Σαν» φώναξε ο Γκούο Ρεν τον Λι Σαν που καθόταν αμίλητος και παράμερα
στη βεράντα. «Αύριο η Χονγκ-Χουά δεν θα δουλέψει. Μετά θα μπει στον τομέα με το
σαφράν.»
Ο Λι Σαν την συνόδευσε εκτός του σπιτιού.
Ο χώρος έμεινε και πάλι βυθισμένος σε μια σιωπή που δεν ήταν άδεια, αλλά
γεμάτη προσμονή για την επόμενη συνάντηση. Ο Γκούο Ρεν, ο νεαρός πλέον άρχοντας
των κτημάτων, καθόταν στην αίθουσα υποδοχής, εκεί όπου πριν λίγο είχε δεχτεί
την πρώτη ‘προστατευόμενη’ κοπέλα των κτημάτων και τώρα περίμενε τη δεύτερη.
η ευνοούμενη Λινγκ-Λου
Ίσως τελικά ο Λι Σαν να είχε δίκιο. Το σπίτι ήταν έτοιμο. Δεν χρειαζόταν
καμία μεταβολή, καμία παρέμβαση. Η βαριά ξύλινη επίπλωση, τα προσεκτικά
τοποθετημένα παραβάν και η διακριτική μυρωδιά του ξύλου με λιβάνι δημιουργούσαν
μια αίσθηση τάξης, σαν όλα να είχαν ήδη βρει τη θέση τους.
Και, κυρίως, ήταν η τοποθεσία. Η οικία βρισκόταν στο βάθος των κτημάτων,
απομονωμένη, σχεδόν αποκομμένη από τον υπόλοιπο οικισμό του Νανγκού. Ο δρόμος
που οδηγούσε εκεί στένευε όσο πλησίαζε, σαν να αποθάρρυνε τους περαστικούς. Κανείς
δεν θα ερχόταν εύκολα χωρίς λόγο. Το επόμενο σπίτι απείχε αρκετά, εκείνο της
Λου Χουάν, και ακόμη κι από εκεί, καμία ματιά δεν μπορούσε να φτάσει μέχρι την
αυλή του.
Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά στην καρέκλα του. Η απομόνωση αυτή δεν ήταν
τυχαία. Τώρα το καταλάβαινε καλύτερα. Δεν ήταν απλώς ένα σπίτι. Ήταν ένας χώρος
όπου ό,τι συνέβαινε, έμενε εκεί. Ο νεαρός άρχοντας άφησε μια αργή ανάσα.
Ο επιστάτης του, ο Λι Σαν, στάθηκε μπροστά του και με μια ελαφριά
υπόκλιση παρουσίασε την κοπέλα. «Άρχοντά μου, αυτή είναι η Λινγκ-Λου», είπε.
«Υπηρετούσε τον άρχοντα Τσενγκ-Γουέι».
Η Λινγκ-Λου προχώρησε ένα βήμα μπροστά. Τα μαύρα της μαλλιά έπεφταν
βαριά στους ώμους της και το σώμα της, λεπτό και ευλύγιστο, είχε μια σιωπηλή,
σχεδόν υπνωτική χάρη. Τα μάτια της, ένα απροσδόκητο, βαθύ πράσινο, ξεχώριζαν
στο πρόσωπό της σαν πολύτιμος λίθος. Κρατούσε το βλέμμα της χαμηλά στην αρχή.
Υπήρχε μια συστολή στη στάση της, μια συγκρατημένη ευγένεια που πρόδιδε
συνήθεια υποταγής, όχι όμως και αδυναμία.
Ο Λι Σαν υποκλίθηκε ξανά και αποσύρθηκε διακριτικά, βγαίνοντας προς την
υπερυψωμένη ξύλινη στοά με τη σκεπαστή στέγη, την παραδοσιακή λάνγκ-τάι, όπου
στάθηκε σιωπηλός, εκτός αλλά αρκετά κοντά για να κληθεί αν χρειαζόταν.
Η σιωπή απλώθηκε για μια στιγμή. Ο Γκούο Ρεν παρατηρούσε τη Λινγκ-Λου
χωρίς να μιλά. Εκείνη ένιωθε το βλέμμα του, και όταν τελικά σήκωσε τα μάτια
της, τον κοίταξε κατευθείαν. Η φωνή της, όταν μίλησε, είχε μια απαλή, ζεστή
χροιά, σχεδόν ερωτική χωρίς να γίνεται προκλητική.
«Άρχοντά μου.»
Ο Γκούο Ρεν τη ρώτησε: «Πόσο χρόνο ήσουν στην υπηρεσία του άρχοντα
Τσενγκ-Γουέι;»
«Δύο χρόνια», απάντησε η Λινγκ-Λου.
Ο νεαρός άρχοντας έκανε έναν γρήγορο υπολογισμό. Δύο χρόνια… και κάτι
περισσότερο από τόσο είχε περάσει από τον θάνατο του πατέρα του. Τα μάτια του
χαμήλωσαν για μια στιγμή, ύστερα επανήλθαν πάνω της.
«Δεν βλέπω το δώρο του», είπε.
Η Λινγκ-Λου δεν δίστασε. Με αργές, ελεγχόμενες κινήσεις, άνοιξε τον
χιτώνα της. Τα δάχτυλά της ξεκούμπωσαν το ύφασμα στο στήθος της, ίσως λίγο
περισσότερο από όσο χρειαζόταν, και αποκάλυψε το περιδέραιο. Ένα λεπτό κόσμημα,
γνώριμο. Ήταν ίδιο με εκείνο που φορούσε η Χονγκ-Χουά.
Ο Γκούο Ρεν το παρατήρησε προσεκτικά. «Και από τότε;»
Η Λινγκ-Λου έκλεισε αργά τον χιτώνα της. «Περιμένω», απάντησε.
«Ο άρχοντας άλλαξε», είπε εκείνος.
Εκείνη τον κοίταξε ξανά, αυτή τη φορά πιο σταθερά.
«Είσαι έτοιμη να συνεχίσεις τις
υπηρεσίες σου;»
«Αν με θέλει ο άρχοντας…»
«Και δεν σκέφτεσαι να παντρευτείς;»
Ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. «Όσο υπηρετώ
τον άρχοντα, όχι. Μετά… αν εκείνος με αποδεσμεύσει από την υπηρεσία του…»
Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε ελαφρά το φρύδι.
«Και έμεινες μόνη δύο χρόνια;»
«Έτσι γίνεται», είπε ήρεμα. «Όταν μια γυναίκα ανήκει σε κάποιον, δεν
αποφασίζει μόνη της.»
Η απάντησή της δεν είχε ίχνος πικρίας. Ή, αν υπήρχε, ήταν καλά κρυμμένο.
Ο Γκούο Ρεν σηκώθηκε.
«Θα σε καλέσω όταν σε χρειαστώ. Μπορεί να λείψω για λίγο.»
«Θα περιμένω. Ο Λι Σαν γνωρίζει πού θα με βρει», απάντησε η Λινγκ-Λου.
Ο άρχοντας έκανε μερικά βήματα προς το άνοιγμα της αίθουσας. «Από αύριο
θα δουλεύεις στα νέα μας κτήματα. Σε αυτά εδώ. Ο Λι Σαν θα σου δώσει οδηγίες.»
Για πρώτη φορά, η ένταση στο βλέμμα της έγινε εμφανής. Τα πράσινα μάτια
της καρφώθηκαν πάνω του, όχι με θράσος, αλλά με μια σιωπηλή, διεκδικητική
παρουσία. Σαν να ήθελε να μείνει στη μνήμη του. Ο Γκούο Ρεν το πρόσεξε.
«Μπορείς να αποχωρήσεις.»
Η Λινγκ-Λου υποκλίθηκε βαθιά. Έπειτα
στράφηκε και βγήκε από την αίθουσα, περνώντας από τη σκιερή στοά και
κατεβαίνοντας στον περίβολο. Ο Λι Σαν την ακολούθησε με το βλέμμα.
Πίσω στην αίθουσα, ο νέος άρχοντας έμεινε για λίγο ακίνητος. Σαν να είχε
μόλις αρχίσει να καταλαβαίνει τι ακριβώς είχε κληρονομήσει. Ως τότε, η θέση του
άρχοντα τού φαινόταν απλή. Υποκλίσεις,
βλέμματα γεμάτα προσοχή, μια φυσική απόσταση που τον χώριζε από τους
υπόλοιπους. Ο αέρας της ανωτερότητας, ένας καλός γάμος που θα στερέωνε τη θέση
του, η αναγνώριση του ονόματός του.
Όμως τώρα, καθισμένος μόνος μέσα στη σιωπή, άρχισε να βλέπει πιο καθαρά.
Ο ρόλος του άρχοντα δεν ήταν μόνο αυτός που φαινόταν προς τα έξω. Ήταν και το
προνόμιο να ικανοποιεί ανάγκες που δεν ονομάζονταν εύκολα. Ανάγκες που οι απλοί
άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα ούτε να σκεφτούν, πόσο μάλλον να υλοποιήσουν.
Και όμως, για εκείνον, όλα αυτά μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς κόστος. Χωρίς
ερωτήσεις. Χωρίς κρίση. Με γυναίκες που δεν αντιστέκονταν. Με γυναίκες που
περίμεναν.
Η σκέψη αυτή δεν τον τάραξε όσο ίσως θα έπρεπε. Αντίθετα, τον βύθισε σε
μια πιο ήσυχη, σχεδόν ψυχρή κατανόηση. Και το πιο σημαντικό. Όλα αυτά
συνέβαιναν μακριά. Μακριά από τα βλέμματα, από τις φωνές, από κάθε πιθανή
αμφισβήτηση.
Το Νανγκού ήταν ήδη ένας ξεχασμένος τόπος. Αλλά τα νέα του κτήματα
βρίσκονταν ακόμη πιο πέρα, πιο βαθιά στην απομόνωση. Εκεί όπου η γη απλωνόταν χωρίς
όρια και οι άνθρωποι μιλούσαν χαμηλά. Εκεί δεν υπήρχαν μάρτυρες. Εκεί δεν
υπήρχαν όρια, παρά μόνο όσα όριζε ο ίδιος.
Ο Γκούο Ρεν άφησε το βλέμμα του να χαθεί προς την έξοδο της αίθουσας,
προς τη σκιερή στοά και τον περίβολο που απλωνόταν πέρα. Εκεί θα γιόρταζε τη
νίκη του. Όχι με θορύβους και τελετές, αλλά με έναν τρόπο πιο ιδιωτικό, πιο
προσωπικό. Εκεί θα συναντούσε τις «προστατευόμενες» κοπέλες των κτημάτων του. Και
εκεί, μακριά από όλους, θα δοκίμαζε για πρώτη φορά τι σήμαινε πραγματικά να
είναι άρχοντας.
η ευνοούμενη Τσινγκ-Γιά
Η τρίτη «ευνοούμενη» κοπέλα των κτημάτων που του παρουσίασε ο Λι Σαν
ήταν η Τσινγκ-Γιά. Ήταν μικρόσωμη, με ένα σώμα που δεν εντυπωσίαζε με τον όγκο
του αλλά με τη λεπτή, σφιχτή του αρμονία. Οι κινήσεις της είχαν μια φυσική
ελαστικότητα, σχεδόν χορευτική, και η μέση της ήταν τόσο στενή που έκανε κάθε
της στροφή να μοιάζει πιο έντονη, πιο σκόπιμη. Το πρόσωπό της ήταν εξαιρετικά
όμορφο, σχεδόν άψογο, σαν πορσελάνινη κούκλα, με απαλά χαρακτηριστικά που
έκρυβαν, ωστόσο, μια ζωντανή εγρήγορση.
Τα μαλλιά της, μαύρα με μια βαθιά καστανή λάμψη στο φως, έπεφταν ίσια
μέχρι τη μέση της, δεμένα χαλαρά πίσω, αφήνοντας μερικές τούφες να πλαισιώνουν
το πρόσωπό της.
Στάθηκε μπροστά στον Γκούο Ρεν με ίσια πλάτη. Δεν είχε τη συστολή της
Λινγκ-Λου. Υπήρχε μια συγκρατημένη αυτοπεποίθηση στη στάση της, σαν να γνώριζε
ήδη τη θέση της ή τουλάχιστον την αξία της μέσα σε αυτή.
Ο Γκούο Ρεν την παρατήρησε για λίγο πριν μιλήσει.
«Πόσα χρόνια υπηρετούσες τον Τσενγκ-Γουέι;»
«Τέσσερα», απάντησε η Τσινγκ-Για.
Εκείνος την κοίταξε πιο προσεκτικά. Έδειχνε αρκετά μικρή για να έχουν
περάσει τόσα χρόνια.
«Από ποια ηλικία τον υπηρετούσες;»
«Από τα δεκαέξι μου», είπε ήρεμα.
«Και είσαι από εδώ;»
Η Τσινγκ-Για κούνησε ελαφρά το κεφάλι. «Όχι. Με έστειλαν οι δικοί μου
από το χωριό Σιάο-Λιν, πιο πέρα από το Νανγκού. Κάποιος τους είπε πως εδώ οι
κοπέλες είχαν καλές τύχες. Στο χωριό μας δεν υπήρχαν ευκαιρίες για μια νέα
κοπέλα. Μόνο γέροι και μεγάλοι. Εδώ… ίσως να βρισκόταν κάποιος νέος που να με
ήθελε.»
Η φωνή της είχε μια καθαρότητα, χωρίς παράπονο, μόνο διαπίστωση.
«Και δεν γνώρισες εδώ κάποιον νέο;» τη ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της. «Όχι. Με το που ήρθα… δεν
είχα φτάσει καλά καλά ένα μήνα, με διάλεξε ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι.»
Σήκωσε ελαφρά το πηγούνι της. «Ήμουν για δύο χρόνια η μοναδική ‘προστατευόμενή’
του.» Και το είπε σαν να επρόκειτο για κάποιο κατόρθωμα, για κάτι που
αποδείκνυε την αξία της.
Ο Γκούο Ρεν έγειρε λίγο μπροστά. «Και αυτό είναι μεγάλο διάστημα;»
«Μάλλον», απάντησε η Τσινγκ-Γιά, και για πρώτη φορά μια νότα περηφάνειας
ακούστηκε καθαρά στη φωνή της.
«Μετά ήρθαν η Χονγκ-Χουά και η Λινγκ-Λου;» τη ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
«Ναι. Μετά από εμένα. Και μετά καμία άλλη.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. «Μέχρι που πέθανε ο άρχοντας
Τσενγκ-Γουέι…» συμπλήρωσε.
«Ναι», απάντησε κοφτά η νεαρή κοπέλα.
«Τώρα;»
Η Τσινγκ-Γιά δεν δίστασε. «Αυτό εξαρτάται από εσάς.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Μόνο από μένα;»
«Μόνο», απάντησε εκείνη, με την ίδια καθαρή βεβαιότητα.
Για μια στιγμή, το βλέμμα τους έμεινε ενωμένο. Έπειτα εκείνος είπε ήρεμα: «Ναι… αλλά θα
πρέπει να αλλάξεις χρώμα στο περιδέραιό σου.»
Η Τσινγκ-Γιά χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα της προς το στήθος της και μετά
τον κοίταξε ξανά. «Το χρώμα και το δώρο το ορίζει ο άρχοντας. Όχι εγώ.»
Ο Γκούο Ρεν άφησε ένα ελαφρύ χαμόγελο να περάσει από τα χείλη του. «Μετά
την πρώτη μας συνάντηση… θα δούμε.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Μπορεί να αργήσει λίγο. Αλλά αυτό μη σε
ανησυχεί. Θα συνεχίσεις να ανήκεις στις προστατευόμενές μου. Από αύριο, ο Λι
Σαν θα σε οδηγήσει στο νέο τομέα των κτημάτων μας. Θα δουλεύεις εδώ. Είναι πιο
ήπια η δουλειά.»
Η Τσινγκ-Γιά έσκυψε σε μια βαθιά, κομψή υπόκλιση. «Ευχαριστώ», είπε.
Ο Γκούο Ρεν έκανε ένα νεύμα. «Είσαι ελεύθερη.»
Φώναξε τον Λι Σαν, αλλά πριν ακόμη εκείνος φανεί στην είσοδο, η
Τσινγκ-Για είχε ήδη στραφεί.
Η αποχώρησή της δεν ήταν βιαστική.
Προχώρησε με μικρά, μετρημένα βήματα, αφήνοντας το σώμα της να κινηθεί με μια
ανεπαίσθητη λικνιστική χάρη. Γύρισε για μια στιγμή ελαφρά το κεφάλι της, όχι
αρκετά για να θεωρηθεί απρέπεια, αλλά αρκετά ώστε το βλέμμα της να τον αγγίξει
ξανά. Σαν υπόσχεση. Ύστερα σιωπηλά αποσύρθηκε στο φως του περιβόλου.
οι αποφάσεις στο ξύλινο σπίτι των νότιων
κτημάτων
Ο νέος άρχοντας, ο Γκούο Ρεν, έκανε νευρικές βόλτες μέσα στο σπίτι του
Τζου Μιν, στο σπίτι που από εκείνο το πρωί και έπειτα πλέον του ανήκε. Τα
βήματά του αντηχούσαν στο ξύλινο πάτωμα, κοφτά και ανυπόμονα. Εκεί μέσα θα
συναντούσε τις ‘προστατευόμενες’ του πατέρα του, και τώρα πλέον δικές του. Ήταν
και αυτό ένα είδος συνέχειας, όχι επίσημης, αλλά υπόγειας.
Στάθηκε για λίγο ακίνητος, έπειτα τίναξε ελαφρά τα μανίκια του, σαν να
ήθελε να διώξει κάτι από πάνω του, και βγήκε έξω στον στεγασμένο, ανυψωμένο
περίβολο που αγκάλιαζε το σπίτι. Ο αέρας τον χτύπησε ελαφρά στο πρόσωπο. Πήρε
μια βαθιά ανάσα.
Ακούμπησε τα χέρια του στο ξύλινο κιγκλίδωμα και κοίταξε τη νέα έκταση.
Με το βλέμμα του χάραζε νοερά αυλάκια, χώριζε τη γη σε κομμάτια, υπολόγιζε
αποδόσεις. Το σαφράν… Ναι, αυτό είχε ενδιαφέρον. Ένα προϊόν που δεν είχαν. Ένα
ρίσκο, μα και μια ευκαιρία.
Τα δάχτυλά του χτύπησαν νευρικά το ξύλο. Γνώριζε όμως λίγα. Πολύ λίγα.
Οι άνθρωποί του δεν ήταν ακόμα δικοί του. Και αυτές τις μέρες οι εκπλήξεις
διαδέχονταν η μία την άλλη, πρώτα οι ‘Επιστρέφοντες’, έπειτα οι ‘προστατευόμενες’.
Βήματα ακούστηκαν πίσω του. Ο Λι Σαν πλησίασε σιωπηλά και στάθηκε λίγα
βήματα με τα χέρια ενωμένα μπροστά του.
Ο Γκούο Ρεν δεν γύρισε αμέσως. Μίλησε κοιτάζοντας ακόμα τα χωράφια. «Λι
Σαν… αυτοί οι “Επιστρέφοντες”… τι πιστεύουν;» Γύρισε ελαφρά το κεφάλι, αρκετά
ώστε να τον βλέπει με την άκρη του ματιού του.
Ο Λι Σαν χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα, σαν να ζύγιζε τις λέξεις. «Κανείς
δεν γνωρίζει επακριβώς, άρχοντά μου», είπε ήρεμα. «Άλλοτε μιλούν για αληθινή
γνώση…» — σήκωσε ελαφρά το βλέμμα — «άλλοτε λένε πως η φιλία και η επιλογή
είναι ανώτερη από τη συγγένεια. Άλλοτε πως πρέπει να απαρνηθεί κανείς τον
πλούτο και την πολυτέλεια… και άλλοτε πως οι θεοί ευλογούν μόνο τους
φωτισμένους.»
Ο Γκούο Ρεν στράφηκε τώρα πλήρως προς το μέρος του, σταυρώνοντας τα
χέρια.
«Είναι επικίνδυνοι;» ρώτησε, στενεύοντας ελαφρά τα μάτια.
Ο Λι Σαν κούνησε αργά το κεφάλι. «Όχι. Είναι φιλήσυχοι.»
Ο Γκούο Ρεν έκανε δύο βήματα προς το μέρος του. «Μήπως είναι
ανατρεπτικοί;» επέμεινε.
Ο Λι Σαν έμεινε ακίνητος, τα μάτια του σταθερά. «Όχι. Είναι εργατικοί
και υπάκουοι. Το μόνο που ζητούν είναι να ζουν αγαπημένοι μεταξύ τους. Να μην
έχουν έχθρες και μίση.»
Ο άρχοντας έστρεψε το βλέμμα του αλλού για μια στιγμή, σκεπτικός. «Και
δουλεύουν πολλοί από αυτούς στα κτήματά μας;» ρώτησε, χωρίς να τον κοιτά.
Ο Λι Σαν δίστασε. Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν ελαφρά. «Τώρα όχι πολλοί.
Παλαιότερα ήταν περισσότεροι.»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε απότομα. «Δηλαδή πόσοι; Οι μισοί από τους
εργάτες μας;»
Ο Λι Σαν έγνεψε ελαφρά. «Οι μισοί από τους μισούς.»
Ο Γκούο Ρεν άφησε μια κοφτή εκπνοή. Περπάτησε λίγα βήματα, έπειτα
στάθηκε πάλι. «Αυτές οι ‘προστατευόμενες’… μήπως ανήκουν σε αυτούς;» ρώτησε,
γυρίζοντας ξανά προς το μέρος του.
Ο Λι Σαν σήκωσε το βλέμμα του λίγο περισσότερο αυτή τη φορά. «Όχι. Δεν
θα τους το επέτρεπαν.» Έκανε μια μικρή παύση. «Το πρώτο που θα έπρεπε να
αποτάξουν είναι το περιδέραιό τους. Και αυτό δεν πρόκειται να το κάνουν.»
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε. «Περιδέραιο;»
«Είναι το σημάδι τους», είπε ο Λι Σαν. «Η διαφορά τους από τις άλλες
γυναίκες.»
Ο άρχοντας έγειρε ελαφρά προς τα πίσω. «Και αυτοί; Δεν ανήκουν σε
κανέναν κύριο; Δεν μας ανήκουν; Σε μας που τους δίνουμε εργασία; »
Ο Λι Σαν πήρε μια ανάσα. «Ανήκουν… αλλά πιστεύουν πως, αν το θελήσουν,
μπορούν να φύγουν.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε ακίνητος για λίγο. «Και κάποιοι έφυγαν…» είπε χαμηλά.
Ο Λι Σαν έγνεψε. «Ναι. Έφυγαν.»
«Γιατί;» ρώτησε ο άρχοντας, κάνοντας ένα βήμα πιο κοντά. «Δεν ήταν
ικανοποιημένοι;»
Ο Λι Σαν κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν ήταν θέμα εργασίας. Έφυγαν και
έφτιαξαν αλλού κοινότητες. Δεν θέλουν μεγάλες ομάδες. Προτιμούν μικρές…
διασκορπισμένες.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός. Έπειτα ανασήκωσε ελαφρά το
πηγούνι. «Και πώς τους αναγνωρίζει κανείς;»
Ο Λι Σαν χαμήλωσε ξανά το βλέμμα, σαν να έμπαινε σε πιο προσεκτικό
έδαφος. «Δεν τους καταλαβαίνει εύκολα κανείς… αν δεν ξέρει.»
Σήκωσε το δεξί του χέρι και, διστακτικά, έφερε δύο δάχτυλα στο στήθος
του, στο ύψος της καρδιάς. Έπειτα τα κατέβασε αργά, σχεδιάζοντας μια μικρή,
ανεπαίσθητη καμπύλη στον αέρα.
«Χαιρετιούνται έτσι», είπε χαμηλά. «Σαν να θυμίζουν ο ένας στον άλλον
κάτι που κρύβεται μέσα τους.»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε προσεκτικά. «Και;»
«Και μιλούν μεταξύ τους αποκαλώντας ο ένας τον άλλον “αδελφέ”.» Ο Λι Σαν
σήκωσε το βλέμμα. «Αν ο άλλος δεν απαντήσει με τον ίδιο τρόπο… καταλαβαίνουν.»
Ο άρχοντας έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Και οι υπόλοιποι εργάτες;» ρώτησε
τελικά. «Πώς τους βλέπουν;»
Ο Λι Σαν ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους. «Δεν έχω δει διαφορά.»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε αμυδρά, χωρίς χαρά. «Ίσως δεν καταλαβαίνουν ότι
είναι διαφορετικοί…»
«Ίσως», απάντησε ο Λι Σαν. «Στη δουλειά πάντως βοηθούν ο ένας τον άλλον
περισσότερο από τους υπόλοιπους.»
Ο άρχοντας έγειρε ελαφρά προς τα εμπρός. «Αυτός ο αναχωρητής; Ανήκει σε
αυτούς;»
Ο Λι Σαν έγνεψε. «Ναι. Είναι ο οδηγός τους. Κάποια βράδια τους μαζεύει
στους πρόποδες των λόφων.»
Ο Γκούο Ρεν ίσιωσε το σώμα του, σαν να αποτίναζε τη συζήτηση. «Καλά.»
Έκανε μια κοφτή κίνηση με το χέρι. «Αρκετά με αυτά.»
Περπάτησε πάλι προς το κιγκλίδωμα. «Στο νέο τομέα… θα καλλιεργήσουμε
σαφράν. Αυτή η ιδέα μου άρεσε.» Γύρισε απότομα. «Θα τα καταφέρεις;»
Ο Λι Σαν έσκυψε ελαφρά. «Θα τα καταφέρω.»
«Χρειαζόμαστε κάτι;» ρώτησε ο άρχοντας, πλησιάζοντάς τον. «Μια νέα
καλλιέργεια δεν στεριώνει εύκολα.»
Ο Λι Σαν δίστασε για μια στιγμή, έπειτα μίλησε πιο προσεκτικά. «Θα
χρειαστούμε ελαφρύ, καλά στραγγιζόμενο χώμα. Όχι πολύ νερό. Το σαφράν σαπίζει
εύκολα. Θα πρέπει να διαλέξουμε σωστά τους βολβούς… και να τους φυτέψουμε σε
βάθος που να προστατεύονται από το κρύο, αλλά να μην πνίγονται.» Σήκωσε ελαφρά
το βλέμμα. «Και… χέρια προσεκτικά. Η συγκομιδή γίνεται νωρίς, πριν ανοίξει
πλήρως το άνθος.»
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε αργά. «Στο νέο τομέα», είπε πιο χαμηλά τώρα, «δεν θα
εργάζεται κανένας από τους ‘Επιστρέφοντες’.»
Στάθηκε μπροστά στον Λι Σαν. «Λίγοι. Και έμπιστοι. Κανείς δεν πρέπει να μιλήσει
για τη νέα καλλιέργεια. Το κατάλαβες;»
Ο Λι Σαν έσκυψε το κεφάλι. «Το κατάλαβα.»
«Θα τους πηγαίνεις εσύ το πρωί», συνέχισε ο άρχοντας, σηκώνοντας το
δάχτυλο. «Και θα τους φέρνεις πίσω το απόγευμα. Κανείς δεν μένει εκεί.»
Πήρε μια ανάσα, και ο τόνος του μαλάκωσε ελαφρά. «Οι κοπέλες… οι
ευνοούμενες του πατέρα μου… θα δουλεύουν εκεί.» Τα μάτια του χαμήλωσαν για μια
στιγμή. «Θα κρατήσεις την ίδια στάση. Τίποτα δεν αλλάζει. Φανερά.»
Ο Λι Σαν έσκυψε ξανά, χωρίς να μιλήσει.
Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς το σπίτι. «Τώρα επιστρέφουμε», είπε. «Το βράδυ
θα ξανάρθουμε μαζί εδώ. Μετά θα φύγεις… και θα γυρίσεις πριν τα χαράματα. Θα
επιστρέψουμε μαζί.»
Ο άρχοντας έγνεψε. Έπειτα έκανε ένα τελευταίο βήμα προς το μέρος του και
χαμήλωσε τη φωνή του. «Θα πούμε πως τη νύχτα φυλάμε τα χωράφια… για άγρια ζώα.»
Έγειρε ελαφρά προς τα εμπρός. «Εσύ θα το κάνεις πιστευτό.»
Ο Λι Σαν σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα του και τον κοίταξε ευθεία. «Θα
γίνει, άρχοντά μου», είπε.
η
αγωνία μιας μεταμφιεσμένης υπηρέτριας
Στο πέτρινο σπίτι, η Σου-Σι τους περίμενε. Είχε ανάψει από νωρίς τη
μικρή εστία, και τώρα ο χώρος μύριζε ζεστό ρύζι, βραστά λαχανικά και
σιγομαγειρεμένο χοιρινό με τζίντζερ και σόγια. Δίπλα, σε ένα μικρό πήλινο
σκεύος, αχνόβραζε μια αραιή σούπα με φύλλα λάχανου και άγρια χόρτα από τους
λόφους.
Δύο εργάτριες κινούνταν αθόρυβα κοντά της, η μία ανακάτευε, η άλλη
τακτοποιούσε τα πήλινα σκεύη. Είχαν έρθει μόνες τους; Ήταν εκείνο το
ανεπαίσθητο νεύμα του Λι Σαν πριν φύγει;
Ή μήπως η περιέργεια να μάθουν πώς ζούσε ο άρχοντάς τους, μακριά από το
μεγάλο σπίτι στο Λο Τζιάνγκ; Όπως και να είχε, η παρουσία τους είχε σπάσει τη
σιωπή της ημέρας. Είχαν μιλήσει, είχαν γελάσει χαμηλόφωνα, είχαν ανταλλάξει
ιστορίες. Ο νέος άρχοντας τους είχε χαρίσει εκείνη τη μέρα και τέτοιες μέρες
δεν πήγαιναν χαμένες.
Η πόρτα άνοιξε. Ο Γκούο Ρεν μπήκε πρώτος, σκουπίζοντας ασυναίσθητα τα
χέρια του στο μανίκι του. Ο Λι Σαν ακολούθησε, πιο ήσυχος. Η Σου-Σι γύρισε
απότομα προς το μέρος τους και για μια στιγμή, η ένταση στο πρόσωπό της έσπασε.
«Αργήσατε», είπε, σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά της και κάνοντας
ένα βήμα μπροστά.
Ο Λι Σαν έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. «Αργήσαμε», απάντησε ήρεμα.
Ο Γκούο Ρεν έβγαλε μια μικρή ανάσα και προχώρησε μέσα. «Είχαμε πολλά να
δούμε», πρόσθεσε, ρίχνοντας μια ματιά γύρω του.
Η Σου-Σι έγνεψε, σαν να δεχόταν την εξήγηση χωρίς να την εξετάζει. «Το
φαγητό σας περιμένει», είπε, και με μια κίνηση του χεριού κάλεσε τις εργάτριες.
Εκείνες πλησίασαν και άρχισαν να σερβίρουν στα πήλινα σκεύη — ρύζι
αχνιστό, κομμάτια χοιρινού γυαλισμένα από τη σάλτσα, λίγα τουρσί λαχανικά και
τη ζεστή σούπα.
Ο Γκούο Ρεν κάθισε, ακουμπώντας τους αγκώνες του στα γόνατά του πριν
πάρει το μπολ. Ο Λι Σαν στάθηκε για μια στιγμή όρθιος, σαν να περίμενε κάτι.
«Κάθισε» του μίλησε ο Γκούο Ρεν. ,
‘Επειτα κάθισε κι εκείνος. Για λίγο ακούγονταν μόνο τα ξυλάκια που
χτυπούσαν απαλά. Ξαφνικά, ο Λι Σαν σήκωσε το βλέμμα του προς τον άρχοντα.
«Άρχοντα», είπε, με τόνο σχεδόν
αδιάφορο, «φάε καλά. Το βράδυ θα χρειαστεί να ξενυχτήσουμε.»
Η Σου-Σι σταμάτησε την κίνησή της. Το βλέμμα της πήγε από τον έναν στον
άλλον. «Γιατί;» ρώτησε γρήγορα, κάνοντας ένα βήμα πιο κοντά.
Ο Γκούο Ρεν γύρισε ελαφρά προς το μέρος της, με ένα τόνο αυστηρότητας. «Μη
τα λες αυτά μπροστά σε γυναίκες», είπε στο Λι Σαν. «Τρομάζουν.»
Η Σου-Σι ίσιωσε την πλάτη της. «Γιατί; Τι συμβαίνει;» επέμεινε, αυτή τη
φορά πιο ήρεμα, αλλά χωρίς να υποχωρεί.
Ο Λι Σαν πήρε μια μικρή ανάσα και άφησε τα ξυλάκια του δίπλα στο σκεύος
του φαγητού. «Βρήκαμε ίχνη», είπε. «Στους πρόποδες των λόφων. Μάλλον αλεπούδες…
ίσως και κάτι μεγαλύτερο.» Σήκωσε το βλέμμα του. «Αν κατεβαίνουν στα χωράφια,
θα χαλάσουν τις σοδειές. Πρέπει να παραφυλάξουμε.»
Η μία από τις εργάτριες αντάλλαξε ένα γρήγορο βλέμμα με την άλλη. Η Σου-Σι
έσφιξε τα χέρια της.
«Και δεν υπάρχει κανείς άλλος να πάει;» ρώτησε.
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το κεφάλι του αργά και την κοίταξε. «Στη δική μου γη
θα πάει άλλος;» είπε ξερά.
Η Σου-Σι χαμήλωσε το βλέμμα της.
Ο Λι Σαν σηκώθηκε, σκουπίζοντας τα χέρια του.
«Ξεκουράσου, άρχοντα», είπε,
στρεφόμενος προς τον Γκούο Ρεν. «Όταν πέσει ο ήλιος, θα έρθω να ξεκινήσουμε.»
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε, χωρίς να τον κοιτάξει. «Εντάξει, Λι Σαν.»
Ο επιστάτης υποκλίθηκε ελαφρά και απομακρύνθηκε. Οι δύο εργάτριες τον ακολούθησαν
σιωπηλά, ρίχνοντας πίσω τους μια τελευταία, γεμάτη περιέργεια ματιά. Η πόρτα
έκλεισε.
Στο δωμάτιο έμειναν μόνο ο Γκούο Ρεν και η Σου-Σι. Για λίγες στιγμές δεν
μίλησε κανείς. Η Σου-Σι πλησίασε αργά και κάθισε απέναντί του. «Μα πού θα πάτε
μέσα στη νύχτα;» ρώτησε χαμηλά.
Ο Γκούο Ρεν άφησε το μπολ του και
έτριψε για λίγο τους κροτάφους του.
«Πρέπει να δούμε», είπε. «Αν είναι ζώα… ή κάτι άλλο.»
Η Σου-Σι τον κοίταξε στα μάτια. «Φοβάμαι», είπε απλά.
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το βλέμμα του προς εκείνη. Για μια στιγμή η ένταση
έφυγε από το πρόσωπό του. «Μη φοβάσαι», είπε πιο ήπια. «Θα είναι και άνθρωποι
του Λι Σαν μαζί μας. Έμπιστοι.»
Η Σου-Σι δεν απάντησε. Μόνο έγνεψε αργά.
Ο Γκούο Ρεν σηκώθηκε. «Θα ξαπλώσω λίγο», είπε. «Η νύχτα θα είναι μεγάλη.»
Πέρασε δίπλα της και στάθηκε για μια στιγμή, σαν να ήθελε να πει κάτι
ακόμη — μα δεν το έκανε. Ξάπλωσε σε ένα χαμηλό στρώμα στο διπλανό δωμάτιο.
Έκλεισε τα μάτια του, αλλά ο ύπνος δεν ήρθε αμέσως. Η σκέψη της νύχτας
απλωνόταν μπροστά του. Όχι μόνο για τα ίχνη στους λόφους. Αλλά για κάτι άλλο. Για
την πρώτη του συνάντηση. Με την προστατευόμενη. Τη δική του προστατευόμενη. Τη
Χονγκ-Χουά.
η
νύχτα με την Χονγκ-Χουά.
Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω από το απομονωμένο σπίτι του Τζου Μιν στα
νότια κτήματα. Ο αέρας είχε κοπάσει, και μόνο κάπου μακριά ακουγόταν το τρίξιμο
από τα δέντρα στους λόφους. Μέσα, το σπίτι ήταν σχεδόν άδειο από ήχους. Για
χρόνια δεν είχε γνωρίσει ερωτικούς ψιθύρους. Τα ξύλα του πατώματος είχαν
συνηθίσει μόνο το βάρος των βημάτων, όχι τον ρυθμό των σωμάτων.
Ένα μικρό λυχνάρι έκαιγε χαμηλά. Η Χονγκ-Χουά στεκόταν όρθια κοντά στο
παράθυρο. Τα δάχτυλά της ακουμπούσαν ελαφρά το ξύλινο πλαίσιο, μα δεν κοιτούσε
έξω. Περίμενε. Τρία χρόνια. Τρία χρόνια χωρίς να αγγίξει, χωρίς να αγγιχτεί. Ο
παλαιός άρχοντας, ο Τσενγκ-Γουέι, είχε αποβιώσει
και μαζί του είχε παγώσει κι εκείνη σε έναν ρόλο χωρίς σώμα. Περιμένοντας. Τώρα
όμως όλα άρχιζαν ξανά. Σαν να στεκόταν στην αρχή. Σαν να έδινε εξετάσεις. Έκλεισε
για λίγο τα μάτια της και πήρε μια ανάσα. Όχι από φόβο — όχι μόνο από φόβο. Από
εκείνη τη γνώριμη ένταση πριν από κάτι που μπορεί να σε ανεβάσει… ή να σε
αφήσει πίσω. Η θέση της δεν ήταν δεδομένη.
Η πόρτα άνοιξε αργά. Ο Γκούο Ρεν στάθηκε για μια στιγμή στο κατώφλι. Το
βλέμμα του προσαρμόστηκε στο χαμηλό φως. Την είδε. Η Χονγκ-Χουά γύρισε προς το
μέρος του. Για λίγες στιγμές δεν μίλησε κανείς. Ο Γκούο Ρεν έκανε ένα βήμα
μέσα. Το πάτωμα έτριξε κάτω από το βάρος του, ένας ήχος ξένος μέσα σε αυτή τη
σιωπή.
«Περίμενες;» ρώτησε χαμηλά.
Η Χονγκ-Χουά έγνεψε ελαφρά. «Ναι,
άρχοντά μου.» Η φωνή της ήταν ήρεμη, μα όχι ψυχρή.
Ο Γκούο Ρεν προχώρησε λίγο ακόμη, χωρίς να βιάζεται. Την κοίταζε σαν να
προσπαθούσε να διαβάσει κάτι που δεν του είχαν διδάξει.
Ήταν κοντά στην ηλικία της. Αυτό φαινόταν — όχι μόνο στο πρόσωπο, αλλά
στον τρόπο που στεκόταν. Δεν είχε ακόμη τη βαρύτητα του πατέρα του. Δεν είχε
μάθει να κρύβει την αμηχανία. Η Χονγκ-Χουά το είδε. Και κάτι μέσα της χαλάρωσε.
Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Ο Γκού
Ρεν χαμογέλασε αμυδρά. Η Χονγκ-Χουά σήκωσε το χέρι της και, με μια αργή κίνηση,
άγγιξε το μανίκι του. Το άγγιγμά της δεν ήταν βιαστικό. Ήταν σταθερό, σαν να
ήξερε ήδη τον ρυθμό που ήθελε να δώσει. Ο Γκούο Ρεν δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα,
την κοίταξε πιο προσεκτικά. Η Χονγκ-Χουά άφησε ένα πολύ μικρό χαμόγελο να
φανεί. Έφερε το άλλο της χέρι στο στήθος του, νιώθοντας την αναπνοή του. Ήταν
πιο γρήγορη από τη δική της. Νέος. Αυτό ήταν καλό. Αυτό σήμαινε ότι μπορούσε να
τον οδηγήσει. Αλλά έπρεπε να το κάνει σωστά. Όχι σαν υποχρέωση. Όχι σαν
εργασία. Αυτό θα φαινόταν.
Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος του. «Δεν χρειάζεται να βιαστούμε», του είπε
χαμηλά. Ο Γκούο Ρεν πήρε μια βαθιά ανάσα.Η Χονγκ-Χουά τον κοίταξε στα μάτια. Έκανε
ένα μικρό βήμα πιο κοντά του. Τώρα τα σώματά τους σχεδόν ακουμπούσαν. Το πάτωμα
έτριξε ξανά, πιο απαλά αυτή τη φορά, σαν να προσαρμοζόταν.
Τα δάχτυλά της γλίστρησαν αργά από το στήθος του προς τον ώμο του. Τον
καθοδηγούσε χωρίς να τον σπρώχνει. Εκείνος σήκωσε το χέρι του διστακτικά και
άγγιξε τη μέση της. Σταμάτησε για μια στιγμή. Η Χονγκ-Χουά δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα,
έγειρε ελαφρά προς το άγγιγμά του. Επιβεβαίωση. Ο Γκούο Ρεν χαλάρωσε. Η
απόσταση ανάμεσά τους έκλεισε. Το λυχνάρι τρεμόπαιξε.
Η Χονγκ-Χουά ένιωσε το σώμα της να ξυπνά. Όχι από υποχρέωση. Όχι από
μνήμη. Από επιθυμία. Αυτό ήταν που έπρεπε να του δείξει. Τα ξύλα του πατώματος
άρχισαν να τρίζουν ξανά, αυτή τη φορά σε ρυθμό. Το σπίτι, που για χρόνια είχε
μείνει σιωπηλό, άρχισε να θυμάται κι αυτό.
Ο Γκούο Ρεν άφησε την αμηχανία του να φύγει σιγά σιγά. Η Χονγκ-Χουά τον
καθοδηγούσε — με μικρές κινήσεις, με ανάσες, με παύσεις. Δεν του δίδασκε μόνο
το σώμα της. Του δίδασκε την προσοχή. Δεν ήταν πια μόνο μια «ευνοούμενη» που
έπρεπε να διατηρήσει τη θέση της. Ήταν μια γυναίκα που ξαναέβρισκε τον εαυτό
της. Και ένας άρχοντας που μάθαινε, για πρώτη φορά, ότι η εξουσία δεν φτάνει
μέσα σε ένα δωμάτιο όπου τα σώματα μιλούν.
Έξω, η νύχτα συνέχιζε σιωπηλή. Μα μέσα στο παλιό σπίτι του Τζου Μιν,
κάτι είχε αρχίσει ξανά να ζει. Και με τη ζωή το σπίτι τώρα γινόταν του Γκούο
Ρεν του νέου του ιδιοκτήτη. Το ίδιο και η ευνοούμενη Χονγκ-Χουά άρχισε να
αισθάνεται ότι ο νέος άρχοντάς της ήταν πλέον ο Γκούο Ρεν.
Η ανάσα τους βρήκε κοινό ρυθμό σχεδόν ανεπαίσθητα. Στην αρχή, όλα έμειναν
ήρεμα. Η Χονγκ-Χουά τον οδήγησε με μικρές, μετρημένες κινήσεις, ένα βήμα πίσω,
ένα άγγιγμα πιο σταθερό, μια παύση τη σωστή στιγμή. Δεν υπήρχε βιασύνη. Το σώμα
της άνοιγε σιγά, σαν να τον καλούσε να καταλάβει, όχι να κατακτήσει.
Ο Γκούο Ρεν την ακολούθησε διστακτικά στην αρχή, σαν να δοκίμαζε το
έδαφος κάτω από τα πόδια του. Τα χέρια του μάθαιναν, όχι με τόλμη, αλλά με
προσοχή. Κάθε του κίνηση ζητούσε σιωπηρή επιβεβαίωση. Και εκείνη του την έδινε.
Με μια ανάσα που βάθαινε. Με ένα ελαφρύ λύγισμα του σώματος. Με το βλέμμα που
δεν απομακρυνόταν.
Το πάτωμα έτριζε χαμηλά, σχεδόν ντροπαλά ακόμη. Ο χρόνος κυλούσε χωρίς
να βιάζεται. Η πρώτη ένταση έσπασε απαλά, σαν νερό που βρίσκει δρόμο ανάμεσα σε
πέτρες. Και τότε, κάτι άλλαξε. Ο Γκούο Ρεν άρχισε να αφήνεται. Η προσοχή του
δεν χάθηκε, μα έγινε πιο τολμηρή. Τα χέρια του δεν δίσταζαν πια τόσο. Η αναπνοή
του βάρυνε. Η Χονγκ-Χουά το ένιωσε. Και τον άφησε. Δεν ανέκοψε το ρυθμό του. Αντίθετα,
ανταποκρίθηκε. Το σώμα της, που στην αρχή οδηγούσε, τώρα άρχισε να απαντά. Ο
ρυθμός ανέβηκε, όχι απότομα, αλλά σαν φωτιά που βρίσκει περισσότερο ξύλο. Τα
ξύλα του πατώματος άρχισαν να τρίζουν πιο έντονα. Το σπίτι δεν αντιστεκόταν πια,
συμμετείχε.
Ο Γκούο Ρεν ξέχασε για λίγο τον εαυτό του. Δεν υπήρχε πια αμηχανία. Μόνο
ένστικτο, δύναμη, νεότητα. Η Χονγκ-Χουά τον ακολούθησε και τον προκάλεσε. Κάθε
φορά που εκείνος ανέβαινε, εκείνη τον ανέβαζε λίγο ακόμη. Κάθε φορά που πίστευε
ότι κρατούσε τον ρυθμό, εκείνη τον άλλαζε ανεπαίσθητα, αλλά αρκετά ώστε να τον
κρατά μέσα του.
Η νύχτα προχώρησε έτσι. Άγρια. Όχι χαοτικά, αλλά με εκείνη την ένταση
που γεννιέται όταν δύο σώματα παύουν να συγκρατούνται. Ο ιδρώτας, η ανάσα, ο
ήχος του ξύλου, όλα μπλέχτηκαν. Το σπίτι που για χρόνια είχε μείνει ακίνητο,
τώρα έτριζε σαν να ζούσε ξανά τη νιότη του. Και μέσα σε αυτόν τον ρυθμό, ο
Γκούο Ρεν έφτασε στα όριά του. Η ένταση κορυφώθηκε και έσπασε.
Για λίγο, όλα ηρέμησαν. Η αναπνοή του βαριά. Το σώμα του χαλάρωσε.
Έμεινε ακίνητος, σαν να είχε αδειάσει από δύναμη. Η Χονγκ-Χουά δεν
απομακρύνθηκε. Έμεινε κοντά του. Τον άφησε να πέσει σε αυτή τη σιωπή. Αλλά δεν
άφησε τη νύχτα να τελειώσει εκεί. Τα δάχτυλά της κινήθηκαν ξανά, πιο απαλά
τώρα. Όχι απαιτητικά. Υπομονετικά. Η «Κόκκινη Φλόγα» μέσα της — αυτό που την
είχε κρατήσει ζωντανή τόσα χρόνια, ακόμη και μέσα στην ακινησία δεν είχε
σβήσει. Περίμενε. Έσκυψε κοντά του, η ανάσα της σταθερή. «Μην αφήνεσαι ακόμη»,
του ψιθύρισε. Δεν ήταν διαταγή. Ήταν πρόσκληση.
Ο Γκούο Ρεν άνοιξε τα μάτια του αργά. Την κοίταξε και αυτή τη φορά δεν
υπήρχε αμηχανία στο βλέμμα του. Μόνο επιθυμία που δεν είχε σβήσει. Η Χονγκ-Χουά
χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Τον τράβηξε πίσω στον ρυθμό πιο αργά στην αρχή, σαν να
ξαναχτίζει κάτι που είχε μόλις καταρρεύσει. Και εκείνος ακολούθησε.
Η νύχτα δεν είχε τελειώσει. Κύλησε ξανά. Αυτή τη φορά με γνώση. Όχι μόνο
ένστικτο. Όχι μόνο ανάγκη. Αλλά παιχνίδι. Ρυθμός που ανέβαινε και έπεφτε.
Ηρεμία που γινόταν ένταση και ξανά πίσω. Σώματα που μάθαιναν το ένα το άλλο,
όχι πια σαν ξένα αλλά σαν κάτι που μπορούσε να επαναληφθεί. Και όταν τελικά ο ρυθμός
έπεσε για τελευταία φορά, δεν υπήρχε βιασύνη. Μόνο ησυχία.
Η Χονγκ-Χουά έμεινε δίπλα του, το σώμα της ακόμη ζεστό. Δεν σκέφτηκε τον
παλαιό άρχοντα. Δεν σκέφτηκε το παρελθόν. Μόνο αυτό που είχε συμβεί. Και αυτό
που θα ακολουθούσε. Είχε δώσει τις εξετάσεις της. Και αυτή τη φορά… δεν είχε
απλώς ανταποκριθεί. Είχε ανάψει τη φωτιά.
Ο Γκούο Ρεν γύρισε ελαφρά προς το μέρος της. Δεν είπε τίποτα. Αλλά το
βλέμμα του έμεινε πάνω της λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Και αυτό… ήταν
αρκετό.
Το πρωί ήρθε αργά, σχεδόν διστακτικά. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου
ξεπρόβαλαν πίσω από τους λόφους, απλώνοντας ένα απαλό φως πάνω στο παλιό σπίτι.
Η σιωπή της νύχτας δεν είχε σπάσει εντελώς ακόμη· έμοιαζε να υποχωρεί
βήμα-βήμα.
Η Χονγκ-Χουά είχε ήδη σηκωθεί. Κινιόταν ήσυχα μέσα στον χώρο, μαζεύοντας
τα ίχνη της νύχτας, ένα ύφασμα εδώ, ένα
αναποδογυρισμένο σκεύος εκεί. Οι κινήσεις της ήταν αργές, σχεδόν τελετουργικές,
σαν να έβαζε σε τάξη όχι μόνο το δωμάτιο, αλλά και ό,τι είχε συμβεί μέσα σε
αυτό.
Για μια στιγμή στάθηκε δίπλα του. Ο Γκούο Ρεν κοιμόταν ακόμη, το πρόσωπό
του πιο ήρεμο απ’ ό,τι το είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Η ένταση είχε φύγει.
Είχε μείνει μόνο η κούραση και κάτι πιο βαθύ. Η Χονγκ-Χουά έσκυψε ελαφρά και,
με τα δάχτυλά της, χάιδεψε απαλά τον ώμο του. Εκείνος αναστέναξε και άνοιξε τα
μάτια του. Για μια στιγμή δεν κατάλαβε πού βρισκόταν. Ύστερα τη θυμήθηκε. Και
τη νύχτα.
Η Χονγκ-Χουά τον κοίταξε ήρεμα. «Σε περιμένει ο Λι Σαν», είπε χαμηλά. Ο
Γκούο Ρεν σηκώθηκε απότομα, σαν να τον τράβηξε κάτι πίσω στην πραγματικότητα.
«Ήρθε;» ρώτησε, περνώντας το χέρι του από τα μαλλιά του.
«Περιμένει έξω», απάντησε εκείνη.
Ο Γκούο Ρεν κατέβασε τα πόδια του στο πάτωμα. Το ξύλο έτριξε ξανά, αυτή
τη φορά πιο γνώριμα. Είχε αργήσει. Ντύθηκε βιαστικά, μα οι κινήσεις του δεν
είχαν την ίδια αμηχανία με το προηγούμενο βράδυ. Ήταν πιο κοφτές τώρα, πιο
αποφασιστικές.
Η Χονγκ-Χουά τον παρακολουθούσε σιωπηλά. «Να ξεκουραστείς», του είπε
τελικά, με ήπια φωνή.
Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς το μέρος της. «Και εσύ;» τη ρώτησε.
Η Χονγκ-Χουά χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα. «Θα μείνω να τακτοποιήσω… και
μετά θα φύγω.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για μια στιγμή παραπάνω. «Σήμερα δεν θα
δουλέψεις», της είπε. Η φωνή του ήταν απλή, σχεδόν αυτονόητη. Χωρίς να το
γνωρίζει, είχε επαναλάβει έναν άτυπο κανόνα του πατέρα του. Άλλος άρχοντας. Ίδιες
συνήθειες.
Η Χονγκ-Χουά σήκωσε το βλέμμα της και τον πλησίασε. Έγειρε ελαφρά προς
το μέρος του και τον φίλησε, απαλά, χωρίς βιασύνη. Ο Γκούο Ρεν δεν αντέδρασε
αμέσως. Έπειτα, απομακρύνθηκε ένα βήμα. Το πρόσωπό του άλλαξε. Η ηρεμία της
νύχτας έσβησε από τα χαρακτηριστικά του, και στη θέση της ήρθε εκείνη η γνώριμη
έκφραση — του άρχοντα. Χωρίς άλλη λέξη, γύρισε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Την άνοιξε. Το φως του πρωινού μπήκε μέσα.
Ο Λι Σαν στεκόταν λίγο πιο πέρα,
ακίνητος, περιμένοντας. Ο Γκούο Ρεν έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ανέβηκε στο
άλογό του με μια γρήγορη κίνηση. Ο Λι Σαν έκανε ένα μικρό νεύμα και πήρε τη
θέση του δίπλα του. Χωρίς να πουν πολλά, ξεκίνησαν. Ο δρόμος προς το πέτρινο
σπίτι άνοιγε μπροστά τους και μαζί του, η μέρα που ερχόταν.
Το part i. περιλαμβάνει τα μέρη της νουβέλας
Α-Δ