το δάκρυ του ονείρου 4
το δάκρυ του ονείρου
σκηνογραφημένη νουβέλα 2026
part iv.
τεχνητή Πεζογραφία
ΜΕΡΟΣ Η
η
πρόσληψη της νεαρής χήρας Σιανγκλίν
Στην αυλή του πέτρινου διοικητηρίου, ο Γκούο Ρεν έμεινε ακίνητος μέχρι
που η πομπή χάθηκε από το βλέμμα. Δίπλα του, ο Λι Σαν δεν μίλησε. Μόνο όταν η
σκόνη του δρόμου κατακάθισε εντελώς, ο Γκούο Ρεν έκανε ένα μικρό βήμα μπροστά.
Έπειτα άλλο ένα. Στάθηκε πλάι στον Λι Σαν, σχεδόν στην ίδια ευθεία, χωρίς να
τον κοιτάξει. Η πλάτη του ήταν στραμμένη προς το πέτρινο σπίτι· σαν να μην
ήθελε κανείς να διαβάσει τα χείλη του και τα λόγια του. Κοίταζε τον ορίζοντα. Όταν
μίλησε, η φωνή του ήταν χαμηλή.
«Θα πας να βρεις την Σιανγκλίν.»
Ο Λι Σαν έγνεψε αμέσως, χωρίς να στρέψει το κεφάλι.
«Θα της παραγγείλεις πως…» έκανε μια μικρή παύση, «θα είναι υπό την
προσωπική μο φροντίδα όταν θα έρχομαι μόνος μου στο Νανγκού.»
Η λέξη έμεινε για μια στιγμή στον αέρα. Δεν χρειάστηκε εξήγηση.
«Αυτό…» πρόσθεσε ο Γκούο Ρεν, «ελπίζω να ξέρει τι σημαίνει.»
Ο Λι Σαν έγνεψε ξανά.
«Θα της εξηγήσεις», είπε χωρίς να τον κοιτάξει. «Δεν θα μιλά με
κανέναν.» Μικρή παύση. «Θα συνεχίσει να είναι χήρα. Έτσι θα δείχνει σε όλους
τους άλλους. Εσύ θα επιβλέπεις μήπως την πλησιάσει κανείς.»
«Αν συμφωνήσει», συνέχισε ο Γκούο Ρεν, «θα την βάλεις να δουλεύει στα
νότια κτήματα.»
Ο τόνος του παρέμενε ίδιος. Σαν να μιλούσε για μετακίνηση εργαλείων, όχι
ανθρώπων.
«Μόλις γίνει ο γάμος του Γκάο Πινγκ με την Χονγκ-Χουά…» είπε, «και
ετοιμαστεί το νέο τους σπίτι στα κτήματά τους… τότε εκείνη θα φροντίζει το
ξύλινο σπίτι.»
Μια μικρή παύση.
«Το σπίτι θα είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή.»
Ο Λι Σαν σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα προς τον ορίζοντα, ακολουθώντας
τη γραμμή που κοιτούσε και ο κύριός του.
«Αν συμφωνήσει…» επανέλαβε ο Γκούο Ρεν, πιο ήσυχα τώρα, «θα έρθεις και
θα μου κάνεις νόημα.»
Ο Λι Σαν έγνεψε αυτή τη φορά πιο αργά. Δεν υπήρχε τίποτα να ρωτήσει. Μόνο
όταν ο Γκούο Ρεν έμεινε εντελώς ακίνητος, σαν να είχε ήδη τελειώσει, ο Λι Σαν
τόλμησε να πει χαμηλά:
«Και… αν δεν συμφωνήσει;»
Ο Γκούο Ρεν δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Έμεινε για λίγο σιωπηλός, με το
βλέμμα σταθερό μπροστά. «Τότε…» είπε τελικά, «θα συνεχίσει όπως είναι.» Μια μικρή
παύση. «Αλλά δεν νομίζω ότι θα αρνηθεί.» Η βεβαιότητα δεν ήταν απόλυτη· ήταν
υπολογισμένη.
Ο Λι Σαν χαμήλωσε το κεφάλι. «Θα πάω αμέσως», είπε.
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε. Μόνο έγνεψε ελάχιστα. Ο Λι Σαν έκανε πίσω ένα
βήμα, έπειτα γύρισε και άρχισε να απομακρύνεται με σταθερό βήμα. Ο Γκούο Ρεν
έμεινε μόνος. Για λίγο ακόμη κοίταξε τον ορίζοντα.
Ο Γκούο Ρεν κάθισε τελικά στην άκρη της αυλής, σε ένα χαμηλό πέτρινο
σκαλοπάτι, εκεί όπου ο ήλιος έπεφτε χωρίς εμπόδιο. Δεν είχε τίποτα να κάνει·
και όμως, δεν ήταν αδράνεια. Ήταν αναμονή. Το βλέμμα του έμενε χαμηλά, μα το
μυαλό του κινείτο σταθερά. Για πρώτη φορά, δεν ακολουθούσε μια διάταξη που είχε
οριστεί πριν από εκείνον. Τώρα, θα υπήρχε μια γυναίκα που θα είχε επιλέξει ο
ίδιος. Όχι κάποια που είχε παραχωρηθεί, ούτε κάποια που είχε τοποθετηθεί για
λόγους τάξης. Δική του επιλογή. Δική του ευθύνη. Αυτό, περισσότερο από κάθε τι
άλλο, τον έκανε προσεκτικό. Η μορφή της Σιανγκλίν πέρασε για λίγο από τη σκέψη
του, όχι ως πρόσωπο, αλλά ως κατάσταση. Άκουσε βήματα πίσω του. Δεν γύρισε
αμέσως. Περίμενε.
Ο Λι Σαν στάθηκε λίγο πιο πίσω και έκανε ένα μικρό, καθαρό νεύμα.
«Συμφωνεί». Ύστερα, πολύ αργά, γύρισε το
κεφάλι του προς το πέτρινο σπίτι.
Μέσα στο σπίτι, η Σου-Σι δεν είχε μετακινηθεί. Και πάνω από τα κτήματα
του Νανγκού, το φως έμενε το ίδιο καθαρό, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα ή σαν
όλα να είχαν μόλις αρχίσει.
Ο Γκούο Ρεν ανασηκώθηκε. Τα λόγια ήρθαν πριν ακόμη απομακρυνθούν από την
αυλή.
«Τα χωράφια πρέπει να ελεγχθούν από την αρχή», είπε ο Γκούο Ρεν, αρκετά
δυνατά ώστε η φωνή του να περάσει μέσα από τους τοίχους. «Δεν θέλω παραφωνίες.
Ό,τι έχει μείνει ατελές, θα διορθωθεί.»
Προχώρησε λίγα βήματα ακόμη.
«Οι σπηλιές», συνέχισε, «θα σφραγιστούν όλες. Δεν θα μείνει τίποτα
ανοιχτό. Δεν θέλω απρόβλεπτα.»
Ο τόνος του ήταν καθαρός, διοικητικός· δεν άφηνε περιθώριο για
ερμηνείες. Μαζί με τον Λι Σαν άρχισαν να περπατούν προς τον έλεγχο των
κτημάτων. Μόνο όταν πέρασαν το χαμηλό πέτρινο περίβολο και το σπίτι έμεινε πίσω
τους, η φωνή του χαμήλωσε.
«Θα με πας εκεί που δουλεύει.»
Ο Λι Σαν έγνεψε. Περπάτησαν για λίγο μέσα από τα χωράφια. Ο αέρας ήταν
ήσυχος, σχεδόν ακίνητος. Από μακριά φαίνονταν οι μορφές των εργατών,
σκορπισμένες.
«Όταν φτάσουμε», είπε ο Γκούο Ρεν χωρίς να τον κοιτάξει, «θα φύγεις.»
Ο Λι Σαν δεν αντέδρασε.
«Θα περιμένεις πιο πέρα. Να μη φαίνεσαι.»
Δεν ειπώθηκε τίποτα άλλο. Λίγο αργότερα τη διέκριναν. Η Σιανγκλίν ήταν
σκυμμένη. Τα χέρια της κινούνταν με τον ίδιο σταθερό ρυθμό, σαν να μην υπήρχε
τίποτε άλλο πέρα από το χώμα μπροστά της.
Ο Λι Σαν σταμάτησε πρώτος. Ο Γκούο Ρεν έκανε ακόμη δύο βήματα. «Εδώ»,
είπε χαμηλά. Ο Λι Σαν υποχώρησε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Σε λίγες στιγμές είχε
χαθεί ανάμεσα στις γραμμές των καλλιεργειών. Ο Γκούο Ρεν έμεινε όρθιος. Η Σιανγκλίν
δεν σήκωσε το κεφάλι. Μόνο όταν η σκιά του έπεσε πιο καθαρά δίπλα της, τα χέρια
της επιβράδυναν ανεπαίσθητα. Δεν σταμάτησαν.
«Δουλεύεις σταθερά», είπε εκείνος.
Η φωνή του δεν είχε την προηγούμενη ένταση· ήταν χαμηλή, συγκρατημένη.
«Ναι, άρχοντα», απάντησε εκείνη. Δεν τον κοίταξε. Μια μικρή παύση
στάθηκε ανάμεσά τους.
«Σου μετέφεραν τα λόγια μου;»
Η Σιανγλίν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της χωρίς να μιλήσει. Τα χέρια
της συνέχισαν για λίγο ακόμη. Ύστερα σταμάτησαν για μια στιγμή, μόνο για να
αλλάξουν θέση στο χώμα. Δεν σηκώθηκε.
Ο Γκούο Ρεν την παρατηρούσε από πάνω. Όσο έμενε σκυφτή, η μορφή της
έμοιαζε πάλι δεμένη με τη γη, σχεδόν αδιάκριτη μέσα στη δουλειά της.
«Και συμφώνησες.»
«Ναι.»
Η απάντηση ήρθε ήρεμα, χωρίς δισταγμό, χωρίς έμφαση.
Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Ξέρεις τι σημαίνει.»
Μια ανεπαίσθητη παύση.
«Ξέρω», είπε η Σιανγκλίν.
Ο τόνος της δεν είχε υποταγή, αλλά ούτε και αντίσταση. Ήταν σαν να
δήλωνε κάτι που είχε ήδη αποδεχθεί μέσα της πριν ειπωθεί.
Ο αέρας κινήθηκε ελαφρά πάνω από τα
χωράφια.
«Δεν θα αλλάξει τίποτα για τους άλλους», συνέχισε εκείνος. «Θα
παραμείνεις όπως είσαι.»
«Ναι.»
«Κανείς δεν θα σε πλησιάζει.»
Τα δάχτυλά της έκλεισαν για μια στιγμή γύρω από το χώμα.
«Όπως ορίσετε.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός για λίγο. Το βλέμμα του στάθηκε πάνω της,
όχι επιθετικά, αλλά επίμονα, σαν να προσπαθούσε να διακρίνει κάτι που δεν
φαινόταν.
«Και εσύ;» είπε τελικά. «Έχεις κάτι να ζητήσεις;»
Η Σιανγκλίν δεν απάντησε αμέσως.
Τα χέρια της έμειναν ακίνητα αυτή τη φορά.
«Όχι», είπε.
Ύστερα, πιο χαμηλά:
«Μόνο να υπάρχει τάξη.»
Η λέξη έμεινε για λίγο στον αέρα.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε.
«Τάξη;»
«Να ξέρω πού ανήκω», πρόσθεσε εκείνη,
ακόμη χωρίς να τον κοιτάξει. «Και τι πρέπει να κάνω.»
Δεν υπήρχε φόβος στη φωνή της. Υπήρχε
κάτι πιο σταθερό· μια ανάγκη να τοποθετηθεί μέσα σε ένα πλαίσιο που να μην
αλλάζει.
Ο Γκούο Ρεν ίσιωσε ελαφρά.
«Αυτό θα το έχεις.»
Η Σιανγκλίν έγνεψε ανεπαίσθητα.
Μια σιωπή απλώθηκε ξανά. Εκείνος έκανε ένα μικρό βήμα πίσω. Για μια
στιγμή φάνηκε σαν να περίμενε ότι εκείνη θα σηκωθεί. Δεν το έκανε. Έμεινε
σκυφτή. Ο ρυθμός των χεριών της Σιανγκλίν επανήλθε, σαν να μην είχε διακοπεί
ποτέ. Ο Γκούο Ρεν δεν άλλαξε στάση. Η
φωνή του παρέμεινε χαμηλή, αλλά τώρα είχε μια καθαρή, σχεδόν τελετουργική
ακρίβεια, σαν να όριζε όρους που δεν θα επαναλαμβάνονταν.
«Θα πρέπει να υπάρχει εχεμύθεια. Κανείς δεν θα πρέπει να ξέρει τίποτε.»
Η Σιανγκλίν κούνησε ελαφρά το κεφάλι της. Η κίνηση ήταν μικρή, σχεδόν
αόρατη, μα απόλυτη. Δεν σταμάτησε τη δουλειά της.
«Όταν θα έρχομαι», συνέχισε εκείνος, «θα έχεις ετοιμάσει το ξύλινο σπίτι
στα νότια κτήματα. Εκεί θα με περιμένεις.»
Η Σιανγκλίν έγνευσε ξανά καταφατικά. Τα δάχτυλά της κινήθηκαν λίγο πιο
βαθιά στο χώμα, σαν να χάραζαν μια γραμμή που δεν θα φαινόταν στην επιφάνεια.
«Θα παραμείνεις όπως είσαι στα μάτια όλων», είπε. «Μόνη. Χωρίς άλλον.»
Η φράση έμεινε για λίγο στον αέρα. Η Σιανγκλίν δεν αντέδρασε αμέσως. Τα
χέρια της συνέχισαν, αλλά ο ρυθμός άλλαξε ανεπαίσθητα.
«Εκτός αν θέλεις να παντρευτείς γρήγορα…»
Τότε μίλησε. «Δεν θέλω», είπε. Η απάντηση ήταν καθαρή, χωρίς σκιά
δισταγμού. Δεν είχε άρνηση· είχε επιλογή.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε πιο σταθερά.
«Τότε θα είσαι σαν μόνιμη χήρα μου», επανέλαβε. «Θα αντέξεις;»
Για πρώτη φορά, τα χέρια της σταμάτησαν εντελώς. Μια ανάσα πέρασε από
μέσα της, αργή, μετρημένη. «Έχω μάθει να αντέχω…» του απάντησε. Δεν υπήρχε
πικρία στη φωνή της. Ούτε επίδειξη δύναμης. Ήταν μια απλή διαπίστωση, σχεδόν
ουδέτερη, σαν κάτι που δεν χρειαζόταν απόδειξη.
Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι, σαν να αποδέχτηκε την απάντηση όχι
ως λόγια αλλά ως δεδομένο.
«Ο Λι Σαν σε λίγες μέρες θα σε μετακινήσει στα νότια κτήματα», συνέχισε.
«Θα δουλεύεις κοντά στο ξύλινο σπίτι. Πρέπει να φαίνεται φυσικό ότι περιφέρεσαι
εκεί κοντά.»
Η Σιανγκλίν έγνεψε.
«Για λίγο καιρό θα μείνουν εκεί ο Γκάο Πινγκ με την Χονγκ-Χουά. Μόλις
φύγουν, θα αναλάβεις την υπηρεσία σου.»
Τα δάχτυλά της έκλεισαν απαλά γύρω από το χώμα, σαν να κρατούσαν κάτι
που δεν έπρεπε να χαθεί.
«Θα φροντίζεις το σπίτι», είπε εκείνος. «Αυτό θα γίνει το σπίτι σου για
όσο θα με υπηρετείς.»
Η λέξη σπίτι έμεινε για λίγο περισσότερο από τις άλλες.
Η Σιανγκλίν δεν μίλησε αμέσως. Το κεφάλι της έγειρε ελάχιστα προς τα κάτω.
«Θα είναι έτοιμο.» του απάντησε.
Ο Γκούο Ρεν έκανε μισό βήμα πίσω. Η σκιά του τραβήχτηκε από πάνω της. «Όταν
θα σε καλώ…» ξεκίνησε, αλλά σταμάτησε. Δεν ολοκλήρωσε τη φράση. Δεν χρειαζόταν.
Η Σιανγκλίν έμεινε ακίνητη για μια στιγμή. «Θα είμαι εκεί», είπε. Τώρα
τα χέρια της ξανάρχισαν να κινούνται με τον παλιό, σταθερό ρυθμό. Σαν να είχε
ήδη ενσωματωθεί η συμφωνία στη ζωή της.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για λίγο ακόμη. Έμεινε εκεί, σαν να υπήρχε ακόμη
κάτι που έπρεπε να ειπωθεί πριν κλείσει οριστικά η συμφωνία. «Θα αργήσουμε να
συναντηθούμε. Πρέπει να φύγω. Αλλά θα γυρίσω.»
Μικρή παύση.
«Θα έχεις τον χρόνο να καθαρίσεις με το παρελθόν σου. Δεν θέλω ανθρώπους
με αναμνήσεις.»
Η φωνή του δεν σκλήρυνε· έγινε πιο καθαρή, πιο απαιτητική.
«Είσαι έτοιμη για κάτι τέτοιο;»
Η Σιανγκλίν δεν απάντησε αμέσως. Τα χέρια της έμειναν ακίνητα μέσα στο
χώμα, σαν να κρατούσαν ακόμη κάτι που δεν φαινόταν.
«Έχει περάσει καιρός από τότε που
έχασα εκείνον με τον οποίο μοιραζόμουν τη ζωή μου», του απάντησε.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε χωρίς να μετακινηθεί. «Μπορεί ο καιρός να έχει
περάσει», είπε, «αλλά μπορεί να σκέφτεσαι ακόμη το παρελθόν σου…»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε
τη φράση πριν την ολοκληρώσει.
«Δεν θέλω η γυναίκα που μου ανήκει να ανήκει και σε κάποιον άλλον, έστω
και με τη σκέψη…»
Η Σιανγκλίν χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα.
«Ο γάμος δεν ήταν ιστορία που διάλεξα με την καρδιά», είπε ήρεμα. «Ήταν η στέγη
που μου δόθηκε. Οι γυναίκες του χωριού δεν μεγαλώνουν διαλέγοντας ανάμεσα σε
πολλούς δρόμους, άρχοντά μου. Μαθαίνουν μόνο να μένουν όρθιες μέσα σ’ εκείνον
που άνοιξε μπροστά τους.»
Τα τελευταία της λόγια βγήκαν χαμηλόφωνα, σχεδόν άτονα. «Αυτό που έμεινε
πίσω μου ήταν μια ζωή· όχι δεσμός της καρδιάς.»
Τότε η Σιανγκλίν σήκωσε το βλέμμα της. Τον κοίταξε σταθερά. Δεν υπήρχε
πρόκληση σε αυτό το βλέμμα· ούτε υποχώρηση. Ήταν κάτι πιο καθαρό, σαν να δήλωνε
πως δεν υπήρχε πλέον τίποτα πίσω της που να μπορεί να τον ανταγωνιστεί. Τα
χέρια της χαλάρωσαν ελαφρά μέσα στο χώμα.
Ο Γκούο Ρεν κράτησε το βλέμμα του πάνω της για μια στιγμή ακόμη κι
έπειτα μίλησε ξανά.
“Θα είναι δύσκολο”, είπε. “Θα έρχομαι και θα ξαναφεύγω. Και θα είσαι για καιρό
μόνη…”
Την περιεργάστηκε σιωπηλά, ενώ εκείνη δεν χαμήλωνε τα μάτια. “Θα το αντέξεις;”»
Η Σιανγκλίν κατέβασε ξανά το βλέμμα της. Τα δάχτυλά της άρχισαν πάλι να
κινούνται, πιο αργά αυτή τη φορά. «Θα προσπαθήσω», του απάντησε.
Ύστερα, μετά από μια ανεπαίσθητη
παύση, πρόσθεσε: «Χήρα δεν είμαι; Έχω μάθει να ζω με αυτόν τον τρόπο.»
Ο αέρας κινήθηκε ανάμεσά τους. Και τότε, σχεδόν χωρίς να αλλάξει ο τόνος
της, είπε: «Καλύτερα χήρα ενός ζωντανού… παρά χήρα ενός νεκρού.»
Η φράση έμεινε στον αέρα. Δεν είχε δραματικότητα. Είχε κάτι πιο ψυχρό, μια
ήσυχη, και αμείλικτη λογική που δεν ζητούσε κατανόηση.
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Για πρώτη φορά, το βλέμμα του
μετακινήθηκε ελαφρά, σαν να αναζητούσε σημείο έξω από εκείνη για να σταθεί.
Όταν επέστρεψε πάνω της, ήταν διαφορετικό, όχι πιο μαλακό, αλλά πιο εσωτερικό. Σαν
να είχε συνειδητοποιήσει πως η συμφωνία που είχε επιβάλει… δεν έπεφτε σε κενό. Δεν
χρειαζόταν.
Ο Γκούο Ρεν στάθηκε για μια στιγμή σιωπηλός.
«Αν τηρηθούν όσα ειπώθηκαν», είπε τελικά, «δεν θα χρειαστεί να αλλάξει τίποτα.»
Η Σιανγκλίν χαμήλωσε ελαφρά το βλέμμα. Τα δάχτυλά της ακούμπησαν ξανά το
χώμα, χωρίς να αρχίσουν ακόμη να κινούνται. Δεν τον κοίταξε. Ο ρυθμός των
χεριών της επανήλθε. «Είθε να μην υπάρξει λόγος να αλλάξει...»
Ο Γκούο Ρεν στάθηκε για μια στιγμή ακόμη, σαν να υπήρχε κάτι που δεν
είχε ολοκληρωθεί. Το χέρι του γλίστρησε αργά μέσα στο μανίκι του. Από εκεί
έβγαλε ένα μικρό άνθος δαμασκηνιάς, ακόμη δεμένο πάνω σε λεπτό, σκούρο κλωνάρι.
Τα πέταλά του ήταν λευκά, τόσο ανοιχτά που στις άκρες έπαιρναν μια σχεδόν
αόρατη ρόδινη σκιά. Οι εργάτριες στο βάθος συνέχιζαν τη δουλειά τους. Κανείς
δεν κοιτούσε προς το μέρος τους. Ο Γκούο Ρεν έσκυψε ελάχιστα και άφησε το μικρό
άνθος κοντά στο χέρι της, πάνω στο αναποδογυρισμένο χώμα. Τα δάχτυλα της
Σιανγκλίν ακινητοποιήθηκαν.
«Για να θυμάσαι», της είπε χαμηλά, «πως ό,τι συμφωνείται σιωπηλά… κρατά
περισσότερο.»
Για πρώτη φορά μετά από ώρα, η Σιανγκλίν δεν άγγιξε αμέσως το χώμα. Πήρε
αργά το μικρό κλωνάρι ανάμεσα στα δάχτυλά της. Το κράτησε για μια στιγμή
ακίνητο. Ύστερα το έφερε κοντά στο πρόσωπό της. Η μυρωδιά ήταν αχνή· καθαρή, ψυχρή,
σχεδόν λεπτή σαν τον αέρα πριν από βροχή. Τα μάτια της έκλεισαν μόνο για μια
ανάσα. Όταν τα άνοιξε ξανά, γύρισε και τον κοίταξε. Κάτι είχε αλλάξει στο
βλέμμα της. Υπήρχε μέσα του κάτι που έμοιαζε ταυτόχρονα με πρόκληση και με
υπόσχεση. Σαν να άνοιγε μια πόρτα που την απελευθέρωνε πλέον από την χηρεία της.
«Θα το φυλάξω…» είπε χαμηλά.
Μικρή παύση.
«Μέχρι να επιστρέψεις.»
Ο Γκούο Ρεν δεν κινήθηκε αμέσως. Έμεινε από πάνω της, σιωπηλός,
κοιτάζοντάς την καθώς εκείνη χαμήλωνε ξανά αργά το βλέμμα. Τα δάχτυλά της
επέστρεψαν στο χώμα με τον ίδιο ήρεμο, σταθερό ρυθμό, σαν να χάιδευαν τη γη
αντί να τη σκάβουν. Η κίνησή της είχε κάτι νωχελικό τώρα· όχι από κούραση, αλλά
από μια βαθιά, σχεδόν κρυφή χαλάρωση που δεν υπήρχε πριν. Καθώς ήταν σκυμμένη,
το λεπτό ύφασμα τραβιόταν πάνω στη μέση και στους γοφούς της κάθε φορά που
μετακινούσε το βάρος του σώματός της. Υπήρχε δύναμη στη γραμμή της πλάτης της,
αλλά και μια αργή θηλυκότητα που δεν προσπαθούσε να φανεί κι ίσως γι’ αυτό
γινόταν πιο αισθητή.
Ο Γκούο Ρεν την παρατηρούσε χωρίς να μιλά. Το μικρό άνθος είχε μείνει
ακόμη μέσα στο χέρι της. Πήρε αργά μια βαθειά ανάσα και απομακρύνθηκε χωρίς
βιασύνη. Πίσω του ακουγόταν μόνο ο απαλός ήχος του χώματος που μετακινούνταν
κάτω από τα χέρια της, σαν να του μετέδιδε τις κινήσεις των χεριών της πάνω στο
σώμα του.
Πίσω του, δεν υπήρχε τίποτα που να δείχνει ότι είχε προηγηθεί κάτι άλλο
πέρα από εργασία. Καθώς απομακρυνόταν, δεν άκουσε τίποτα πίσω του πέρα από τον
ήχο του χώματος που μετακινούνταν ρυθμικά. Μόνο μία φορά, για μια ανεπαίσθητη
στιγμή, η Σιανγκλίν πίεσε το χώμα πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν, σαν να
δοκίμαζε την αντοχή του. Σαν να ήθελε να σφραγίσει για πάντα τη θέλησή της με
την δική του. Ύστερα όλα επανήλθαν. Σταθερά.
Σιωπηλά.
η μυστική συνάντηση του Γκούο Ρεν με τον
Μινγκ Ζενγκ
Το πέτρινο σπίτι ήταν πιο σκοτεινό απ’ ό,τι συνήθως. Έξω, οι τελευταίοι
εργάτες είχαν αποσυρθεί. Οι φωνές είχαν σβήσει. Μόνο τα κανάλια άρδευσης
κρατούσαν έναν σταθερό, σχεδόν μηχανικό ήχο νερού.
Ο Γκούο Ρεν δεν είχε ανάψει περισσότερα φώτα από το απαραίτητο. Ένα μόνο
λυχνάρι πάνω στο τραπέζι. Όχι για άνεση. Για όριο.
Ο Μινγκ Ζενγκ στεκόταν όρθιος.
Όχι απέναντι από τον Γκούο Ρεν — λίγο
πλάγια, εκεί όπου το φως δεν έπεφτε καθαρά στο πρόσωπό του. Σαν να είχε
επιλέξει ο ίδιος τη σκιά.
Ο αναχωρητής δεν έκανε κινήσεις. Μόνο
άκουγε.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε για μια στιγμή ακόμη, έπειτα μίλησε σταθερά,
χωρίς καμία χαλάρωση στη φωνή.
«Η ελευθερία που είχατε με τον πατέρα
μου τελείωσε. Μπορεί τότε να σας χρειαζόταν. Μπορεί να μην ήθελε να
ανακατεύεται. Μπορεί να χρειαζόταν εργάτες για να δουλέψουν στα κτήματά του.
Μπορεί να ήταν μακριά για να ελέγχει. Μπορεί κανείς να μην τον ενοχλούσε και να
ρωτούσε για εσάς.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Τώρα αυτά δεν μπορούν πλέον να
επαναληφθούν.»
Το φως της λυχνίας τρεμόπαιξε, και για μια στιγμή η σκιά του Γκούο Ρεν
απλώθηκε στο πάτωμα σαν κάτι μεγαλύτερο από το σώμα του.
«Ο πρώτος που ελέγχομαι είμαι εγώ.»
Η φωνή του δεν είχε ούτε ένταση ούτε
υπεράσπιση. Ήταν διαπίστωση.
«Αν φανεί ότι επιτρέπω τέτοιες καταστάσεις, οι συνέπειες θα είναι πρώτα
επάνω μου… και μετά σε σας.»
Ο Μινγκ Ζενγκ τον κοίταξε τώρα πιο προσεκτικά. Όχι με αντίδραση. Με
κατανόηση του μηχανισμού.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε αμέσως, χωρίς να αφήσει χώρο για παρερμηνείες:
«Δεν υπάρχει πλέον ανοχή από πάνω. Ούτε απόσταση. Ούτε “τυχαίες”
ελευθερίες. Αν υπάρχει κάτι υπόγειο που κινείται στους εργάτες, θα σταματήσει.»
Η φωνή του δεν είχε ένταση. Είχε βάρος.
«Κάθε μυστική συγκέντρωση βαραίνει
εμένα. Και τα κτήματα.»
Μικρή παύση.
«Δεν υπάρχει περιθώριο.»
Ο άνεμος έξω χτύπησε ξανά το ξύλο. Ένα λεπτό τρίξιμο πέρασε μέσα στο
δωμάτιο.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε, πιο κοφτά τώρα:
«Όλα τα κτήματα είναι υπό επιτήρηση. Όποιος θέλει να ακολουθήσει άλλο
τρόπο ζωής, θα εγκαταλείψει αυτή τη γη.»
Το βλέμμα του ανέβηκε.
«Εδώ δεν θα ξαναγίνουν μυστικές συγκεντρώσεις.»
Έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
«Αν υπάρξει κίνηση, θα φαίνεται.»
Μια μικρή παύση.
«Αν υπάρξει συγκέντρωση, θα θεωρηθεί πρόθεση.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια του έμειναν χαμηλά, πάνω στο
ξύλινο πάτωμα, εκεί όπου το φως της λυχνίας έσβηνε πριν φτάσει στα πόδια του.
«Ή θα παραμείνετε άπρακτοι, με ασφάλεια και θέση… ή θα πρέπει να
φύγετε.»
Ο Γκούο Ρεν πλησίασε ελάχιστα το τραπέζι.
«Ή θα είσαι ο άνθρωπος με τα κατάστιχα», είπε ήρεμα, «ή θα καθοδηγείς
ανθρώπους.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Δεν μπορείς εδώ να είσαι και τα δύο.»
Ο Μινγκ Ζενγκ σήκωσε το βλέμμα. Για πρώτη φορά δεν είχε εκείνη την
απόσταση του παρατηρητή. Ήταν πιο παρών. Πιο βαρύς. «Και αν δεν επιλέξω;»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε χωρίς να αλλάξει έκφραση.
«Τότε θα επιλέξει η κατάσταση για σένα.»
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε, χαμηλότερα:
«Έχεις μεγαλώσει για περιπέτειες και μετακινήσεις», είπε πιο ήρεμα τώρα.
Η φωνή του δεν πίεζε πια. Διαπίστωνε.
«Ρίζωσες εδώ τόσα χρόνια.»
Μικρή παύση.
«Πίσω δεν μπορείς να πας.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν απάντησε. Ούτε κούνησε το κεφάλι.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε σταθερά. «Διάλεξε» του είπε.
Η λέξη έπεσε χωρίς δραματικότητα. Αλλά έκλεισε τον χώρο.
«Δεν έχεις κουραστεί τόσα χρόνια να δείχνεις στους πιστούς σας τον
δρόμο; Είσαι σίγουρος ότι όλοι όσοι σε άκουσαν κατάλαβαν αυτό που εννοούσες; Ή το ερμήνευσαν όπως τους βόλευε;
Δεν υπάρχει ευθύνη όταν μια διδασκαλία αλλάζει μορφή από αυτούς που την ακολουθούν;
Δεν φέρεις κι εσύ ευθύνη για όσα έχουν διαστρεβλωθεί από όσα δίδαξες;»
Ο Γκούο Ρεν σταμάτησε για λίγο. «Όλοι αλλάζουμε. Εδώ κάποτε ήταν ο
πατέρας μου, τώρα είμαι εγώ. Εδώ κάποτε είχες έρθει νέος, τώρα έχεις μεγαλώσει.
Η ζωή είναι μια διαδοχή. Κάποια στιγμή αναγκαζόμαστε να παραχωρούμε τη σκυτάλη
στους επόμενους, να τους αφήνουμε να περπατούν μόνοι τους. Δεν μπορεί ένας να
έχει το προνόμιο της ‘αλήθειας’ μόνιμα, έστω της δικής σας αλήθειας.»
Ο αναχωρητής έμεινε ακίνητος, μέσα στο μισοσκόταδο, σαν να είχε ήδη
ξεκινήσει η απόφαση πριν ακόμη ειπωθεί.
Ο Γκούο Ρεν τον παρατηρούσε χωρίς βιασύνη. Ύστερα μίλησε ξανά, και αυτή
τη φορά η φωνή του ήταν ακόμη πιο ήρεμη, όχι γιατί είχε μαλακώσει, αλλά γιατί
είχε σταθεροποιηθεί.
«Ο επιθεωρητής γνώριζε για τον καθένα από εσάς.»
Μικρή παύση.
«Κάποιοι είχαν δώσει πληροφορίες. Και δεν ήταν ένας μόνο. Ήταν αρκετοί.»
Το βλέμμα του δεν μετακινήθηκε.
«Όποιοι δικοί σας ήδη έχουν φύγει, εδώ δεν θα ξαναεπιστρέψουν. Το ίδιο
και όσοι φύγουν τώρα.»
Η λυχνία τρεμόπαιξε ξανά, ρίχνοντας το φως πάνω στο τραπέζι σαν ασταθή
κρίση.
«Αύριο είναι η απόφαση για όλους.»
Η φωνή του δεν άφηνε περιθώριο.
«Μένετε, εργάζεστε, αμείβεστε… ή φεύγετε για να βρείτε αλλού φιλόξενο
τόπο.»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να έδινε χρόνο στις λέξεις να κατακαθίσουν.
«Οι φιλοξενούμενοι και οι ευνοούμενοι έχουν πλέον τελειώσει για το
Νανγκού.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν απόλυτη.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε πιο χαμηλά, αλλά με την ίδια καθαρότητα: «Μέχρι αύριο
το πρωί θα περιμένω.»
Το βλέμμα του έμεινε πάνω στον αναχωρητή. «Φρόντισε να έχουν ειδοποιηθεί
όλοι. Πρέπει αύριο να μάθω τί θα αποφασίσουν.»
Μια παύση, πιο μικρή τώρα. «Δεν θα κρατήσω κακία σε κανέναν.»
Η τελευταία φράση δεν είχε απειλή. Ούτε υπόσχεση. Είχε μόνο τελεσίδικη
απόφαση.
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν μίλησε αμέσως. Έγνεψε απλά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Γύρισε
ελαφρά το σώμα του προς την πόρτα. Η λυχνία έριξε τη σκιά του στο πάτωμα,
μακριά και καθαρή. Για μια στιγμή, πριν βγει, το σπίτι έμεινε πίσω του σαν
κλειστή απόφαση. Ο αναχωρητής έμεινε μόνος μέσα στο φως που έσβηνε αργά,
ακούγοντας τα δικά του βήματα να χάνονται στη νύχτα του Νανγκού.
Η ειδοποίηση του Γκενγκ Ντο
Ο Μινγκ Ζενγκ έφτασε στο σπίτι του Γκενγκ Ντο. Επέλεξε αυτόν να
ενημερώσει πρώτο. Ο δρόμος που οδηγούσε εκεί περνούσε ανάμεσα από ξερούς
αναβαθμούς και παλιά χωράφια που είχαν μείνει αθέριστα. Το σπίτι στεκόταν μόνο
του στην άκρη της γης των Ντου, απομονωμένο από τα υπόλοιπα κτίσματα, σαν να
είχε μετακινηθεί αργά προς τα όρια του κόσμου χωρίς να το αντιληφθούν όσοι
ζούσαν μέσα του.
Η Σιαογιού άνοιξε την πόρτα όταν τον είδε να πλησιάζει. Ήταν είκοσι δύο
ετών πια. Το πρόσωπό της είχε χάσει τη νεανική τρυφερότητα των προηγούμενων
χρόνων· υπήρχε επάνω του εκείνη η ήρεμη ακαμψία ανθρώπων που έχουν μάθει να
ζουν περισσότερο μέσα στη σιωπή παρά μέσα στις λέξεις. Πίσω της στεκόταν η
Λιάν, δεκαεπτά χρονών πλέον, ψηλότερη και διαφορετική από όσο τη θυμόταν ο
Μινγκ Ζενγκ την τελευταία φορά. Τα μάτια της παρατηρούσαν περισσότερο τώρα.
Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεξε.
Ο Γκενγκ Ντο βγήκε τελευταίος από το πίσω δωμάτιο. Για μια στιγμή κανείς
δεν μίλησε. Ο άνεμος περνούσε μέσα από τις ξύλινες σανίδες της στέγης και
ακουγόταν σαν χαμηλό τρίξιμο από μακριά.
Ο Μινγκ Ζενγκ τούς ανήγγειλε την απόφαση του Γκούο Ρεν χωρίς
περιστροφές. Κανείς δεν μπορούσε πλέον να παραμείνει στα κτήματα του Νανγκού
και να συμμετέχει στις συγκεντρώσεις. Οι άνθρωποι της επιστροφής έπρεπε να
φύγουν. Όσοι συνέχιζαν να ακολουθούν τις διδασκαλίες δεν θα προστατεύονταν πια
από τον άρχοντα.
Η Λιάν χαμήλωσε αμέσως το βλέμμα. Η Σιαογιού δεν κινήθηκε. Μονάχα ο
Γκενγκ Ντο έμεινε να κοιτάζει τον Μινγκ Ζενγκ με εκείνη τη σιωπηλή προσήλωση
ανθρώπου που είχε ήδη καταλάβει ότι η ζωή του άλλαζε ξανά προτού καν ακούσει
τις λεπτομέρειες.
οι
εικόνες στο μυαλό του Γκενγκ Ντο
Και τότε, μέσα σε εκείνη τη βαριά σιωπή του σπιτιού, πέρασαν από το
μυαλό του εικόνες των τελευταίων δύο χρόνων· όχι σαν καθαρές αναμνήσεις αλλά
σαν θραύσματα από νύχτες που είχαν αρχίσει να μοιάζουν μεταξύ τους.
Όταν η Λιάν μεγάλωσε αρκετά ώστε να αντιλαμβάνεται τις κινήσεις μέσα στο
σπίτι, η παλιά τους συνήθεια έπαψε να είναι ασφαλής. Στην αρχή ήταν μικρά
πράγματα. Η Λιάν ξυπνούσε κάποιες νύχτες και έβρισκε το κρεβάτι της αδελφής της
άδειο. Άλλες φορές στεκόταν σιωπηλή στην αυλή όταν η Σιαογιού επέστρεφε λίγο
πριν χαράξει, με τα ρούχα μυρωμένα από υγρασία και χώμα. Δεν ρωτούσε συχνά.
Αλλά όταν ρωτούσε, οι απαντήσεις έρχονταν υπερβολικά γρήγορα.
Έτσι σταμάτησαν να μένουν μαζί μέσα στο σπίτι. Στην αρχή επέστρεψαν στις
παλιές αποθήκες κοντά στα εγκαταλειμμένα όρια των κτημάτων. Το ίδιο ακατοίκητο
δωμάτιο στεκόταν ακόμη εκεί, ξεχασμένο πίσω από σωρούς παλιών εργαλείων και
σαπισμένων σακιών σιτηρών. Η λυχνία δεν υπήρχε πια· χρησιμοποιούσαν μόνο μια
μικρή λάμπα λαδιού που η Σιαογιού άναβε πριν φτάσει εκείνος. Τον περίμενε πάντα
πρώτη. Καθόταν κοντά στον τοίχο, ακούγοντας τον άνεμο να περνά μέσα από τις
χαραμάδες του ξύλου, μέχρι να ακούσει τα βήματά του έξω.
Όμως με τον καιρό ούτε οι αποθήκες τους αρκούσαν. Εργάτες περνούσαν πότε
πότε από εκεί. Κάποιοι νέοι άνθρωποι των κτημάτων άρχισαν να χρησιμοποιούν ξανά
τα παλιά μονοπάτια. Το Νανγκού δεν ήταν πια τόσο έρημο όσο όταν είχαν
πρωτοφτάσει. Μια φορά άκουσαν φωνές απ’ έξω ενώ βρίσκονταν ακόμη μέσα στο
δωμάτιο. Δεν μίλησαν ούτε κινήθηκαν για πολλή ώρα.
Τότε βρήκαν το παλιό σπίτι των επιστατών βαθιά μέσα στα βόρεια χωράφια. Ήταν
ένα μικρό πέτρινο οίκημα που κάποτε χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι των Ντου κατά
την εποχή του θερισμού. Είχε εγκαταλειφθεί χρόνια πριν, όταν άλλαξαν οι
διαδρομές των εργατών και ξεράθηκαν τα κοντινά πηγάδια. Η στέγη είχε αρχίσει να
λυγίζει στη μία πλευρά και οι τοίχοι μύριζαν υγρασία και παλιό ξύλο. Κανείς δεν
πήγαινε πια εκεί. Η Σιαογιού το καθάρισε μόνη της τις πρώτες μέρες χωρίς να του
το πει. Πήγε νερό, παλιά υφάσματα, μια κουβέρτα και λίγα σκεύη. Όταν ο Γκενγκ
Ντο μπήκε πρώτη φορά μέσα, ένιωσε κάτι που δεν μπόρεσε να ονομάσει. Δεν έμοιαζε
με κρυφό καταφύγιο πια. Έμοιαζε περισσότερο με δεύτερο σπίτι.
Από τότε άρχισαν να συναντιούνται εκεί. Τις νύχτες η Σιαογιού έφευγε
πρώτη από το κανονικό σπίτι, συνήθως όταν η Λιάν κοιμόταν. Ακολουθούσε τα στενά
μονοπάτια ανάμεσα στα χωράφια χωρίς φως, σαν να τα ήξερε το σώμα της καλύτερα
κι από τη μέρα. Ο Γκενγκ Ντο έφευγε αργότερα, πάντοτε μόνος, περιμένοντας να
βυθιστεί εντελώς η περιοχή στη σιωπή.
Κάποτε συναντιόντουσαν και αλλού. Σε έναν παλιό αχυρώνα κοντά στις
ξεραμένες καλλιέργειες του νότιου τομέα. Σε μικρές καλύβες εργαλείων που είχαν
απομείνει άδειες μετά τις τελευταίες μετακινήσεις εργατών. Ακόμη και στις άκρες
των χωραφιών, εκεί όπου οι πέτρες και τα άγρια χόρτα σκέπαζαν τα παλιά όρια της
γης. Η νύχτα γύρω τους έμοιαζε ανοιχτή και απέραντη, αλλά ακριβώς γι’ αυτό πιο
επικίνδυνη. Κάθε μακρινή σκιά μπορούσε να είναι άνθρωπος. Κάθε φως μπορούσε να
πλησιάζει προς το μέρος τους.
Με τον καιρό η σχέση τους άρχισε να αλλάζει κάτω από αυτή τη συνεχή
πίεση. Δεν είχε πια την αργή σιωπή των πρώτων χρόνων. Δεν υπήρχε χρόνος για να
μείνουν ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον ακούγοντας τον άνεμο ή τη βροχή στις
στέγες. Η επιθυμία τους είχε γίνει απότομη, κοφτή, σχεδόν βίαια σύντομη. Σαν
κάτι που άνοιγε ξαφνικά μέσα στο σκοτάδι και έκλεινε αμέσως μόλις εμφανιζόταν ο
φόβος του κόσμου γύρω τους.
Ο Γκενγκ Ντο πολλές φορές έφτανε ήδη ταραγμένος από την αγωνία μήπως
κάποιος τον είχε δει να φεύγει από το σπίτι ή να περνά μέσα από τα κτήματα. Η
Σιαογιού τον περίμενε ακίνητη μέσα στο σκοτάδι και μόλις άκουγε τα βήματά του,
ένιωθε το σώμα της να σφίγγεται πριν ακόμη την αγγίξει.
Οι συναντήσεις τους έγιναν πιο παθιασμένες ακριβώς επειδή ήταν διαρκώς
διακοπτόμενες. Δεν υπήρχε πια η πολυτέλεια της αργής προσέγγισης. Τα χέρια τους
έβρισκαν γρήγορα το ένα το άλλο, σαν να συνέχιζαν κάτι που είχε κοπεί απότομα
την προηγούμενη νύχτα. Συχνά σταματούσαν πριν ολοκληρωθούν πραγματικά, είτε
γιατί άκουγαν κάποιον να περνά μακριά είτε γιατί ο χρόνος πίεζε και έπρεπε να
επιστρέψουν πριν χαράξει.
Έτσι η επιθυμία τους έμενε μόνιμα ανολοκλήρωτη. Κουβαλούσαν από τη μία
συνάντηση στην άλλη ένα πάθος που ποτέ δεν προλάβαινε να εκτονωθεί πλήρως. Κάθε
νύχτα έμοιαζε συνέχεια της προηγούμενης. Σαν να ζούσαν μέσα σε μια διαρκή
αναβολή. Αυτό που άρχιζε απότομα μέσα στο σκοτάδι έκλεινε το ίδιο απότομα,
αφήνοντας πάντοτε κάτι μισό, κάτι που θα έπρεπε να συνεχιστεί την επόμενη φορά.
Και ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσαν να σταματήσουν. Το ίδιο το ανεκπλήρωτο είχε
γίνει μέρος της σχέσης τους.
Ζούσαν σαν φυγάδες μέσα στην ίδια τη γη όπου εργάζονταν. Τα κτήματα του
Νανγκού είχαν μετατραπεί σε έναν μυστικό χάρτη από περάσματα, σκιές και
εγκαταλειμμένα καταφύγια που μόνο εκείνοι γνώριζαν. Και κάθε φορά που
χωρίζονταν πριν ξημερώσει, υπήρχε ανάμεσά τους εκείνη η αίσθηση πως τίποτε δεν
είχε τελειώσει πραγματικά· πως η επιθυμία τους απλώς έκλεινε προσωρινά, σαν
πληγή που δεν προλάβαινε ποτέ να επουλωθεί πριν ανοίξει ξανά.
Και όσο περισσότερο εξαπλωνόταν αυτή η μυστική ζωή μέσα στα κτήματα,
τόσο περισσότερο το ίδιο τους το σπίτι άρχισε να μοιάζει ξένο. Η Λιάν το
αισθανόταν χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει. Υπήρχαν νύχτες που ξυπνούσε και
ένιωθε πως η σιωπή μέσα στο σπίτι ήταν διαφορετική από παλιά, σαν να έλειπε
κάτι αόρατο από τη θέση του.
το
δίλημμα που χωρίζει μια οικογένεια
Ο Μινγκ Ζενγκ τους κοίταξε έναν έναν. Η νύχτα είχε πέσει πια εντελώς
πάνω στο Νανγκού. Και ο Γκενγκ Ντο κατάλαβε, χωρίς να το πει δυνατά, ότι
σύντομα ακόμη και εκείνα τα ξεχασμένα μέρη όπου είχαν κρύψει τη ζωή τους δεν θα
τους ανήκαν πια.
Η σιωπή μέσα στο σπίτι έμεινε βαριά για αρκετή ώρα μετά την αναγγελία
του Μινγκ Ζενγκ. Ο Γκενγκ Ντο στεκόταν ακίνητος κοντά στο τραπέζι. Η Σιαογιού
βρισκόταν λίγο πιο πίσω του, σχεδόν στην ίδια ευθεία με τη σκιά του, όπως
συνήθιζε πάντα χωρίς να το σκέφτεται. Η Λιάν είχε μείνει κοντά στην πόρτα, σαν
να κρατούσε ασυνείδητα μια απόσταση από τους άλλους δύο.
«Πρέπει να φύγουμε τότε», είπε τελικά ο Γκενγκ Ντο χαμηλόφωνα.
Η Σιαογιού δεν μίλησε. Μονάχα έγνεψε αργά καταφατικά.
Η Λιάν σήκωσε το βλέμμα της πρώτη φορά από όταν είχε φτάσει ο Μινγκ
Ζενγκ.
«Εγώ δεν θέλω να φύγω.»
Τα λόγια της έμειναν για λίγο μετέωρα μέσα στο δωμάτιο, σαν να μην τα
είχε περιμένει κανείς πραγματικά.
Ο Γκενγκ Ντο γύρισε αργά προς το μέρος της. «Τι είπες;»
Η Λιάν ένιωσε την καρδιά της να χτυπά γρήγορα, αλλά αυτή τη φορά δεν
χαμήλωσε τα μάτια. «Δεν θέλω να φύγω από το Νανγκού.»
Η Σιαογιού την κοίταξε χωρίς έκφραση. Κάτι σχεδόν ανεπαίσθητο σκλήρυνε στο
πρόσωπό της, αλλά δεν μίλησε ούτε εκείνη.
Για χρόνια η Λιάν είχε μάθει να σωπαίνει. Από παιδί ακόμη ένιωθε πως
υπήρχε κάτι μέσα στο σπίτι που δεν της ανήκε πραγματικά, κάτι που κυκλοφορούσε
ανάμεσα στον πατέρα της και τη μεγάλη της αδελφή χωρίς ποτέ να φτάνει ως
εκείνη. Στην αρχή δεν το καταλάβαινε· μόνο το αισθανόταν σαν κρύο μέσα στα
δωμάτια. Ύστερα άρχισε να παρατηρεί τις νυχτερινές απουσίες, τις ματιές που
σταματούσαν απότομα όταν πλησίαζε, τις σιωπές που βάραιναν ξαφνικά όταν έμπαινε
στο δωμάτιο. Δεν είχε δει ποτέ τίποτε καθαρά. Όμως η αίσθηση είχε ριζώσει μέσα
της με τα χρόνια. Ήταν σαν να ζούσε ανάμεσα σε δύο ανθρώπους δεμένους με τρόπο
που δεν άφηνε χώρο για εκείνη. Και περισσότερο από τις διδασκαλίες της
επιστροφής ή τις συγκεντρώσεις της φράξιας, εκείνο που είχε κουραστεί να
αντέχει ήταν αυτό: να υπάρχει μέσα στο ίδιο σπίτι και ταυτόχρονα να αισθάνεται
ξένο σώμα.
Δεν την ενδιέφεραν οι θεωρίες για την ελευθερία από τους δεσμούς ούτε οι
λόγοι των ανθρώπων της επιστροφής. Από μικρή ηλικία είχε δει τι απέμενε όταν οι
οικογενειακοί δεσμοί διαλύονταν αθόρυβα. Η μητέρα της είχε φύγει. Ο πατέρας της
είχε απομακρυνθεί μέσα σε μια σιωπή που δεν μπορούσε ποτέ να σπάσει. Και η
Σιαογιού… η Σιαογιού είχε πάψει εδώ και χρόνια να είναι μόνο αδελφή της.
Καμιά φορά η Λιάν σκεφτόταν πως το μόνο που ήθελε ήταν κάτι απλό και
σχεδόν παιδικό: ένα σπίτι όπου οι άνθρωποι θα ανήκαν καθαρά ο ένας στον άλλον
χωρίς μυστικά. Μια οικογένεια που δεν θα την ανάγκαζε να κάνει πως δεν
καταλαβαίνει.
Ο Γκενγκ Ντο κοίταζε τώρα τη μικρότερη κόρη του σαν να τη έβλεπε πρώτη
φορά πραγματικά. «Και τι θα κάνεις εδώ μόνη σου;»
Η Λιάν δίστασε λίγο πριν απαντήσει. «Θα δουλέψω. Όπως όλοι.»
Η φωνή της ήταν πιο σταθερή απ’ όσο ένιωθε.
Ο Γκενγκ Ντο στράφηκε τότε προς τον
Μινγκ Ζενγκ.
«Εσύ θα φύγεις;»
Ο ηλικιωμένος αναχωρητής χαμογέλασε αμυδρά. Για πρώτη φορά έδειχνε
κουρασμένος με τρόπο που δεν μπορούσε να κρύψει.
«Όχι. Κουράστηκα. Έχω πια μεγαλώσει. Δεν αντέχω άλλες πορείες. Θα
παραμείνω εδώ.»
Ο Γκενγκ Ντο έμεινε σιωπηλός για λίγο.
«Και εμείς; Πού θα πάμε;»
Ο Μινγκ Ζενγκ ακούμπησε αργά τα χέρια του πάνω στο τραπέζι πριν
απαντήσει.
«Υπάρχουν ακόμη αδελφοί της επιστροφής σε άλλα μέρη.»
Σήκωσε το βλέμμα του προς το σκοτάδι έξω από το παράθυρο, σαν να έβλεπε
ήδη τους δρόμους να ανοίγονται μακριά από το Νανγκού.
«Στα βορειοανατολικά, προς τα ορεινά περάσματα του Τονγκτσουάν. Είναι
περίπου διακόσια χιλιόμετρα από εδώ. Μικρή κοινότητα, λίγοι άνθρωποι, αλλά
σταθεροί.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Νοτιοδυτικά υπάρχει το Σουϊνίνγκ, κοντά στα παλιά χωριά των αλατωρύχων.
Κι εκεί υπάρχουν άνθρωποι της επιστροφής.»
Ύστερα έγειρε λίγο το κεφάλι.
«Και ανατολικά, πέρα από τα χαμηλά περάσματα του ποταμού, προς το
Φουλίνγκ. Οι αδελφοί εκεί είναι περισσότεροι.»
Η Σιαογιού άκουγε ακίνητη. Σαν να
είχε ήδη αρχίσει μέσα της να απομακρύνεται από το Νανγκού.
Ο Γκενγκ Ντο όμως κοίταξε ξανά τη Λιάν.
«Και τι θα γίνει με εκείνη;»
Ο Μινγκ Ζενγκ γύρισε προς τη μικρότερη κόρη του Γκενγκ Ντο. «Θα την
προσέχω εγώ. Θα μιλήσω στον άρχοντα να τη βάλει σε κάποια καλή δουλειά.»
Ο Μινγκ Ζενγκ την κοίταξε ήρεμα. «Είσαι σίγουρη για την απόφασή σου;»
Η Λιάν έγνεψε καταφατικά στην αρχή. Ύστερα βρήκε τη δύναμη να μιλήσει. «Σίγουρη.»
Και μέσα της κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνο το Νανγκού που ήθελε να
κρατήσει. Ήταν η δυνατότητα να υπάρξει επιτέλους κάπου χωρίς να χρειάζεται να
σωπαίνει μπροστά σε κάτι που ποτέ δεν είχε όνομα, αλλά γέμιζε το σπίτι
περισσότερο κι από τους ανθρώπους που ζούσαν μέσα του.
η ειδοποίηση του Ταν Ζονγκλί
Αφού έφυγε από το σπίτι του Γκενγκ Ντο, ο Μινγκ Ζενγκ συνέχισε τις
επισκέψεις του μέσα στη νύχτα. Τα κτήματα των Ντου απλώνονταν σκοτεινά γύρω από
το Νανγκού, γεμάτα διάσπαρτες κατοικίες εργατών, παλιές αποθήκες, στάβλους και
στενά μονοπάτια που χάνονταν μέσα στις καλλιέργειες. Οι άνθρωποι της επιστροφής
δεν ζούσαν συγκεντρωμένοι· βρίσκονταν παντού, ανακατεμένοι με τους υπόλοιπους
εργάτες, σαν να είχαν μάθει να κρύβουν τη διαφορετικότητά τους μέσα στην
καθημερινότητα των χωραφιών.
Πέρασε από τον Ταν Ζονγκλί. Ο Ταν Ζονγκλί εργαζόταν στις αποθήκες σιτηρών των Ντου, εκεί
όπου οι άντρες περνούσαν ολόκληρες μέρες κουβαλώντας σακιά ρυζιού και κεχριού
μέσα στη σκόνη και στη μυρωδιά του ξερού καρπού. Ήταν περίπου πενήντα ετών,
λεπτός, με βαθιές ρυτίδες γύρω από το στόμα και χέρια μονίμως πληγωμένα από τα
σκοινιά και το βάρος των φορτίων. Η γυναίκα του είχε πεθάνει χρόνια πριν από
αρρώστια και από τότε ζούσε μόνος σε ένα μικρό σπίτι κοντά στους αχυρώνες. Παιδιά
δεν είχαν κάνει. Τα πρώτα χρόνια πίστευε πως ο χρόνος θα τους λυπόταν και θα
τους χάριζε ένα παιδί αργότερα· ύστερα συνήθισε τη σιωπή του σπιτιού τους, τα
άδεια βράδια και την αίσθηση πως τίποτε δεν θα συνέχιζε τη ζωή τους όταν
εκείνοι θα έφευγαν. Με τον καιρό, η ατεκνία δεν έμοιαζε μόνο με έλλειψη αλλά με
μια αργή εξάντληση κάθε προοπτικής. Οι μέρες περνούσαν ίδιες, χωρίς την
προσμονή κάποιου μέλλοντος, χωρίς την ιδέα ότι κάτι δικό του θα επιβίωνε μέσα
στον κόσμο. Ίσως γι’ αυτό, μετά τον θάνατο της γυναίκας του, ο Ταν Ζονγκλί είχε
πάψει να δένεται βαθιά με οτιδήποτε· ούτε με τον τόπο, ούτε με τους ανθρώπους,
ούτε με την ίδια τη ζωή.
Οι περισσότεροι εργάτες τον θεωρούσαν άνθρωπο σχεδόν αόρατο· δούλευε
αθόρυβα, μιλούσε λίγο και δεν έδειχνε ποτέ να περιμένει τίποτε από τη ζωή. Ο Ταν
Ζονγκλί είχε στραφεί στους ανθρώπους της επιστροφής όχι επειδή πίστευε σε
κάποιο μεγάλο όραμα αλλά επειδή είχε κουραστεί να αισθάνεται δεμένος με έναν
κόσμο που του έπαιρνε συνεχώς ανθρώπους και δεν του επέστρεφε τίποτε. Όταν ο
Μινγκ Ζενγκ του είπε ότι έπρεπε να φύγουν από το Νανγκού, ο Ταν Ζονγκλί έμεινε
για λίγο σιωπηλός και ύστερα είπε:
«Ίσως ο άνθρωπος δεν ανήκει πουθενά όσο νομίζει.»
«Θα μείνεις ή θα φύγεις; Θέλω καθαρή απάντηση» του είπε ο Μινγκ Ζενγκ.
Ο Ταν Ζονγκλί κοίταξε για λίγο πίσω του, σαν να μετρούσε τα χρόνια του.
«Έμαθα να ζω χωρίς να περιμένω τίποτα από τον τόπο που βρίσκομαι.» Μια
παύση. «Θα φύγω.»
η ειδοποίηση των αδελφών Φανγκ
Αργότερα εκείνη τη νύχτα, ο Μινγκ Ζενγκ πήγε προς τα δυτικά χωράφια,
εκεί όπου έμεναν οι αδελφοί Φανγκ. Ο Φανγκ Γιτιάν και ο μικρότερος αδελφός του,
ο Φανγκ Σεν, εργάζονταν μεταφέροντας ξυλεία και πέτρες από τις πλαγιές προς τα
κτίσματα των Ντου. Από παιδιά είχαν μεγαλώσει μέσα στη σκληρότητα των επιστατών
και στις ατέλειωτες εποχές δουλειάς. Η φράξια της επιστροφής ήταν για εκείνους
περισσότερο μια υπόσχεση αποδέσμευσης παρά πνευματική αναζήτηση.
Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Γιτιάν, πίστευε βαθιά στον λόγο του Μινγκ
Ζενγκ· συχνά μιλούσε για μια ζωή χωρίς άρχοντες, χωρίς αφέντες και χωρίς τις
αλυσίδες της γης. Έδινε την αίσθηση ενός
νέου άνδρα που είχε όνειρα, φαντασία και
σοβαρότητα. Δεν φοβόταν τη ζωή, ούτε τη δουλειά ούτε και τον κίνδυνο.
Πριν περίπου από ένα χρόνο, είχε αντιμετωπίσει μόνος του μεγαλόσωμο
αγριόγατο που είχε κατέβει στους λόφους των κτημάτων. Το ζώο ήταν σχεδόν στο
μέγεθος ενός μεγάλου σκύλου, με πυκνό σκούρο καφετί τρίχωμα, δυνατά μπροστινά
πόδια και αιχμηρά νύχια, και τα μάτια του έλαμπαν με άγρια αποφασιστικότητα. Ο
Γιτιάν, οπλισμένος μόνο με ένα ξύλινο ραβδί και την ψυχραιμία του, κατάφερε
στην αρχή να τραυματίσει το ζώο, στέλνοντάς το προσωρινά μακριά. Αλλά ο
αγριόγατος, εξοργισμένος, γύρισε γρήγορα για να επιτεθεί ξανά. Χωρίς να διστάσει,
ο Γιτιάν κατάφερε τελικά να το σκοτώσει, προστατεύοντας έτσι τα ζώα και τους
εργάτες. Από τότε η πράξη του περνούσε από στόμα σε στόμα ανάμεσα στους εργάτες.
Όταν ήθελαν να φέρουν κάποιο παράδειγμα για θαρραλέο άνθρωπο, εκείνον ανέφεραν
πρώτα.
Ο
μικρότερος όμως παρέμενε ασταθής. Ακολουθούσε περισσότερο τον αδελφό του παρά
την ίδια τη διδασκαλία των ανθρώπων της επιστροφής. Ο Σεν ήταν πάντα εκείνος
που μέτραγε τα βήματα πριν προχωρήσει. Παρατηρούσε προσεκτικά κάθε κίνηση δική
του και των άλλων, αξιολογούσε τους
κινδύνους και σπάνια έπαιρνε αποφάσεις παρορμητικά. Η λογική του και η πρακτική
του φύση τον έκαναν πολύτιμο σύντροφο στα καθημερινά έργα, ακόμη κι αν δεν
συμμεριζόταν πάντα το όνειρο του μεγαλύτερου αδελφού για μια ζωή χωρίς αφέντες.
Όταν έμαθαν ότι οι συγκεντρώσεις
τελείωσαν και πως έπρεπε να φύγουν, ο Γιτιάν συμφώνησε αμέσως. Ο Σεν όμως
ρώτησε: «Και αν φύγουμε… πού θα σταματήσει αυτό;»
Ο Μινγκ Ζενγκ τον κοίταξε χωρίς να απαντήσει αμέσως. Στο πρόσωπό του
υπήρχε εκείνη η κουρασμένη ηρεμία ανθρώπου που είχε περάσει τόσα χρόνια στον
δρόμο ώστε είχε πάψει να πιστεύει ότι υπάρχει τελικός προορισμός. Ο Μινγκ Ζενγκ
στράφηκε στον Φανγκ Γιτιάν.
«Θα μείνεις ή θα φύγεις; Ο άρχοντας πρέπει να ενημερωθεί αύριο.»
Ο Γιτιάν απάντησε: «Δεν έχω καμία πρόθεση να τελειώσω τη ζωή μου εκεί
όπου με έβαλαν να τη ξεκινήσω. Θα φύγω.»
Μετά έκανε την ίδια ερώτηση στον Φανγκ Σεν. Ο Φανγκ Σεν έμεινε για λίγο
σιωπηλός, κοιτώντας τα σκοτεινά χωράφια. «Δεν υπάρχει δρόμος που δεν είναι
ίδιος με όλους τους άλλους… Θα μείνω.»
Τα δύο αδέλφια αγκαλιάστηκαν σαν να αποχαιρετιόνταν.
η ειδοποίηση της Γου Μέι
Μετά πέρασε από το σπίτι της Γου Μέι. Η Γου Μέι εργαζόταν στις αυλές
αποξήρανσης των σιτηρών. Ήταν περίπου σαράντα ετών, με πρόσωπο σκληραγωγημένο από
τον ήλιο και βλέμμα που σπάνια στεκόταν πολλή ώρα πάνω σε άλλον άνθρωπο. Είχε
χάσει δύο παιδιά σε λιμό στα βόρεια χρόνια πριν έρθει στο Νανγκού και από τότε
ζούσε μόνη της. Για τους περισσότερους εργάτες ήταν μια γυναίκα ψυχρή και
απόμακρη. Όμως στις συγκεντρώσεις της επιστροφής μιλούσε καμιά φορά με παράξενη
ένταση, σαν να είχε ήδη αποδεχτεί ότι ο κόσμος δεν μπορούσε να διορθωθεί.
Πίστευε πως οι άνθρωποι συνέχιζαν να ζουν μόνο από συνήθεια και φόβο. Όταν ο
Μινγκ Ζενγκ της ανήγγειλε ότι οι αδελφοί έπρεπε να διασκορπιστούν, εκείνη
χαμογέλασε αχνά.
«Η επιστροφή δεν χρειαζόταν ποτέ τόπο», εκείνη του απάντησε. Ήταν ίσως η
μόνη που δεν έδειχνε να φοβάται πραγματικά το άγνωστο.
«Τελικά ποια είναι η απόφασή σου;» τη ρώτησε καθαρά ο Μινγκ Ζενγκ.
Η Γου Μέι δεν σηκώθηκε.
«Δεν έχω άλλο τόπο εκτός από αυτόν που
πάτησα με τα χέρια μου και το σώμα μου. Θα μείνω.»
η
ειδοποίηση του Σουν Σεν
Ο Μινγκ Ζενγκ πλησίασε το σπίτι του Σουν Σεν. Το σπίτι του Σουν Σεν ήταν φιλόξενο, αν και
η νύχτα του έδινε μια σκιά σοβαρότητας. Εκεί ήταν η γυναίκα του, Ζόου-Σιάν, οι
δύο μεγαλύτεροι γιοι και η μικρή κόρη τους.
Τους ενημέρωσε ότι ο νέος
άρχοντας, Ντου Γκούο Ρεν, τον είχε στείλει για να συναντήσει ένα-ένα τα μέλη
της φράξιας των "Ανθρώπων της Επιστροφής" και να τους δηλώσει ότι
έπρεπε να αποφασίσουν: είτε θα παρέμεναν στα κτήματα χωρίς τις μυστικές
συγκεντρώσεις τους, είτε θα έφευγαν, ακολουθώντας την πίστη και την ιδεολογία
τους.
Ο Σουν Σεν μόλις άκουσε το δίλημμα που τους έθεταν με αυστηρό βλέμμα:
"Τί νομίζει αυτός ο νέος άρχοντας; Ποιός μπορεί να μας απαγορεύσει την
πίστη μας;" Ο Μινγκ Ζενγκ τον άφησε να ηρεμήσει. "Τα κτήματα είναι
δικά του," είπε.
Η Ζόου-Σιάν διαμαρτυρήθηκε, "Είμαστε τόσα χρόνια εδώ..." Ο
Μινγκ Ζενγκ απάντησε σοβαρά: "Αν δεν αποφασίσετε, θα βρεθείτε στον έλεγχο
των αρχών. Ευκαιρία ζητούν να μας φυλακίσουν."
Ο Σουν Σεν τον ρώτησε: "Εσύ τι θα κάνεις;"
Ο Μινγκ Ζενγκ απάντησε ήρεμα, "Θα μείνω. Δεν ξέρω για πόσο. Μετά θα
αποφασίσω."
Η Ζόου-Σιάν χαμογέλασε ειρωνικά: "Υπέκυψες και συ;"
"Ίσως," παραδέχτηκε ο Μινγκ Ζενγκ. "Έχω ευθύνη για όσους
παραμείνουν. Κάποιος πρέπει να μεσολαβεί στον άρχοντα Γκούο Ρεν."
Ο Σουν Σεν αντέτεινε, "Δεν χρειαζόμαστε πατέρα."
"Το ξέρω," του απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ. "Ίσως έχω
κουραστεί να περιφέρομαι. Έχω μεγαλώσει πια.»
Η Ζόου-Σιάν, με έντονο ύφος, τον υπενθύμισε ειρωνικά: «Εσύ δεν έλεγες
πως η πίστη είναι εκείνη που μας κρατά
πάντα νέους;»
Ο Μινγκ Ζενγκ σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι απάντησε «Κρατά νέα τη σκέψη
μας. Το σώμα όμως έχει τα δικά του όρια."
Η Ζόου-Σιαν με θυμό στα μάτια της ξέσπασε σε έντονη διαμαρτυρία: «Είδες
τώρα που οι θεωρίες αποδείχθηκαν στην πράξη λανθασμένες. Να μην ενδιαφερόμαστε
για τον πλούτο, να μην δενόμαστε με τα υλικά αγαθά… Αν είχαμε τώρα δική μας γη,
κανείς δεν θα μας έδιωχνε».
«Το προσπαθήσαμε στην αρχή» απολογήθηκε ο Μινγκ Ζενγκ. «Πριν έρθουμε εδώ
με ένα κομμάτι της περιουσίας μου μαζί με χρήματα άλλων αγοράσαμε ένα κτήμα έξω
από το τη Τσενγκντού. Ήταν κοινό για όλους μας εκεί. Γρήγορα όμως άρχισαν οι
διαπληκτισμοί. Όταν μπαίνει στη μέση η
ιδιοκτησία γεννιούνται προβλήματα που δεν μπορεί να τα προβλέψει κανείς. Οι άνθρωποι μικραίνουν, ακόμη και
αυτοί που δεν περίμενες. Σε ποιο τόπο θα εγκατασταθεί ο ένας, πόσες φορές θα
μαζεύει νερό ο άλλος, κάποιος που δεν θέλει να δουλεύει για την κοινότητα. Στην
αρχή όλα δείχνουν όμορφα. Μετά γίνεται κανείς δούλος του τόπου, σαν φυλακισμένος
μέσα στην κοινή γη. Δεν μπορεί να μετακινηθεί, σταματά να έχει την ελευθερία να
φύγει.»
Ο Σουν Σεν, ύστερα από μια στιγμή
σιωπής, αποφάσισε: "Θα
φύγουμε."
Ο Μινγκ Ζενγκ τους κοίταξε έναν-έναν. Οι γιοι κούνησαν το κεφάλι τους
συμφωνώντας. Η Ζόου-Σιάν μίλησε δυνατά: "Η οικογένεια είναι που μας δίνει
δύναμη να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες. Τώρα θα φανεί η αξία της… Θα
φύγουμε."
Ο Μινγκ Ζενγκ κατάλαβε ότι τα κηρύγματα της φράξιας δεν γίνονταν
κατανοητά από όλους το ίδιο. Εδώ, οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν σταθεροί, και
κανείς δεν ένιωθε την ανάγκη να ελευθερωθεί από αυτούς. Για την οικογένεια του
Σουν Σεν, η πίστη των "Ανθρώπων της Επιστροφής" σήμαινε δρόμους για
κοινωνική απελευθέρωση, όχι ακραία απελευθέρωση από κάθε ανθρώπινο κανόνα. Ο
Μινγκ Ζενγκ έφυγε ήσυχα, αφήνοντας την οικογένεια να προετοιμαστεί για το
ταξίδι τους, καθώς η νύχτα απλωνόταν βαρύθυμα πάνω στα κτήματα του Νανγκού.
η ειδοποίηση του Λιου Κάι
Μετά ο Μινγκ Ζενγκ ανέβηκε προς τα απομακρυσμένα χωράφια όπου έμενε ο
νεαρός Λιου Κάι. Ο Λιου Κάι ήταν μόλις είκοσι τριών ετών και εργαζόταν ως
αγωγιάτης, μεταφέροντας σιτηρά και εργαλεία ανάμεσα στα διάσπαρτα τμήματα των
κτημάτων των Ντου. Είχε μεγαλώσει χωρίς πατέρα και περνούσε περισσότερο χρόνο
στους δρόμους παρά μέσα σε σπίτι. Για εκείνον, οι άνθρωποι της επιστροφής είχαν
γίνει κάτι σαν οικογένεια. Θαύμαζε τον Μινγκ Ζενγκ σχεδόν με παιδική αφοσίωση
και άκουγε τις διδασκαλίες περισσότερο με την καρδιά παρά με τη σκέψη. Όταν
έμαθε ότι έπρεπε να εγκαταλείψουν το Νανγκού, χλώμιασε.
«Και πού θα πάμε τώρα;»
Η ερώτησή του ακουγόταν περισσότερο φοβισμένη παρά πρακτική.
Ο Μινγκ Ζενγκ ακούμπησε αργά το χέρι στον ώμο του νεαρού. «Όπου υπάρχουν
ακόμη άνθρωποι που θυμούνται τον δρόμο.»
«Εσύ θα έρθεις;» τον ρώτησε με αγωνία ο Λιου Κάι.
«Αυτό το δρόμο πρέπει να τον κάνεις μόνος σου. Δεν χρειάζεσαι πια
καθοδηγητές.» του απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ.
Ο Λιου Κάικ δεν ήταν όμως έτοιμος να πάει κάπου που δεν θα είχε έναν
οδηγό, μια πατρική φιγούρα να ακούει.
«Θα μείνω. Αφού θα μείνεις και εσύ» απάντησε σκύβοντας το κεφάλι του.
η ειδοποίηση του Πενγκ Λου
Ο Μινγκ Ζενγκ κατέβηκε από τον λόφο αργά, ακολουθώντας το στενό μονοπάτι
που οδηγούσε προς τα χαμηλότερα σπίτια των εργατών. Το σπίτι του Πενγκ Λου
βρισκόταν κοντά στα χωράφια του ρυζιού, σχεδόν κρυμμένο πίσω από έναν φράχτη
από μπαμπού. Από μέσα ακουγόταν χαμηλή κουβέντα και ο ήχος νερού που έβραζε.
Χτύπησε την πόρτα μία φορά. Ο Πενγκ Λου άνοιξε σχεδόν αμέσως. Το πρόσωπό
του διατηρούσε εκείνη τη συνηθισμένη του ηρεμία, την απαλή έκφραση ανθρώπου που
είχε μάθει να αποφεύγει κάθε ένταση. Πίσω του, η Γου Ζιάν καθόταν στο πάτωμα
καθαρίζοντας ρίζες από ένα καλάθι.
Ο Πενγκ Λου χαμογέλασε ελαφρά. Παραμέρισε χωρίς να ρωτήσει. Ο Μινγκ
Ζενγκ μπήκε μέσα. Το σπίτι τους ήταν πιο ζωντανό από των υπολοίπων. Υπήρχαν
διπλωμένα υφάσματα στη γωνία, αποξηραμένα βότανα κρεμασμένα από τις δοκούς,
ακόμη και μια μικρή πήλινη γλάστρα κοντά στο παράθυρο. Δεν έμοιαζε με κατοικία
ανθρώπων που περίμεναν την εξιλέωση· περισσότερο με σπίτι ανθρώπων που είχαν
αποφασίσει να συνεχίσουν να ζουν. Η Γου Ζιάν σήκωσε τα μάτια της προς τον
επισκέπτη και έγνεψε ευγενικά.
Ο Μινγκ Ζενγκ κάθισε απέναντί τους. «Ο Ντου Γκούο Ρεν έδωσε την απόφασή
του. Δεν θα υπάρξουν άλλες συγκεντρώσεις των Επιστρεφόντων. Όποιος μείνει στα
κτήματα θα παραμείνει μόνο ως εργάτης. Χωρίς τελετές, χωρίς διδασκαλίες και
χωρίς μυστικές συναθροίσεις.»
Ο Πενγκ Λου άκουσε χωρίς να αλλάξει έκφραση. «Και όσοι δεν δεχτούν;»
«Θα πρέπει να φύγουν πριν αρχίσει η νέα καταγραφή των εργατών.»
Ο Πενγκ Λου έμεινε για λίγο σιωπηλός. Έπειτα κοίταξε τη Γου Ζιάν. Εκείνη
συνέχισε να καθαρίζει τις ρίζες αργά, σαν να περίμενε ήδη την απάντησή του. Ο
Πενγκ Λου χαμήλωσε το βλέμμα προς τα χέρια του. «Θα μείνουμε» είπε.
Η Γου Ζιάν δεν έδειξε καμία έκπληξη. Μονάχα άφησε τις ρίζες στην άκρη
και ακούμπησε τα χέρια της στα γόνατά της.
Ο Πενγκ Λου συνέχισε ήρεμα: «Όταν φύγαμε από τη Ντονγκτζιάνγκ, φύγαμε
γιατί δεν μπορούσαμε να ζήσουμε εκεί. Οι Επιστρέφοντες μάς έκρυψαν, μας έδωσαν
δουλειά και σιωπή. Για αυτό τους είμαι ευγνώμων.» Σήκωσε αργά τους ώμους. «Αλλά
δεν έγινα ποτέ άνθρωπος των μεγάλων ιδεών.»
Ο Μινγκ Ζενγκ τον παρατηρούσε προσεκτικά τώρα. Ο Πενγκ Λου γύρισε και
κοίταξε τη Γου Ζιάν. Το βλέμμα του είχε μια ήσυχη οικειότητα, βαθιά ριζωμένη
στη συνήθεια της κοινής ζωής. «Αν φύγουμε ξανά, τι θα βρούμε; Άλλο χωριό; Άλλη
καχυποψία; Άλλους ανθρώπους να μας κοιτούν σαν αμαρτία;»
Η Γου Ζιάν χαμήλωσε τα μάτια της με ένα σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο. «Εδώ
έχουμε γη. Έχουμε στέγη. Κανείς δεν μας ρωτά πια ποιοι ήμασταν.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έμεινε σιωπηλός.
Ο Πενγκ Λου έγειρε λίγο προς το μέρος του. «Οι διδασκαλίες της
Επιστροφής μιλούσαν για αποκοπή από τον παλιό κόσμο. Εγώ αυτό το έκανα ήδη από
τη μέρα που έφυγα από το χωριό μου. Δεν χρειάζομαι πια τις συγκεντρώσεις για να
θυμάμαι ότι δεν μπορώ να επιστρέψω.» Τα λόγια του δεν είχαν ειρωνεία ούτε
περιφρόνηση. Ήταν απλώς πρακτικά.
«Και αν κάποτε ο νέος άρχοντας αρχίσει να ψάχνει ποιοι ήσασταν;» τον ρώτησε
ο Μινγκ Ζενγκ.
Ο Πενγκ Λου χαμογέλασε αμυδρά. «Τότε θα είμαστε ήδη δύο απλοί εργάτες
ανάμεσα σε πολλούς άλλους. Οι άνθρωποι ξεχνούν εύκολα όσους σκύβουν το κεφάλι
και δουλεύουν σιωπηλά.»
Η Γου Ζιάν σηκώθηκε αργά και άρχισε να γεμίζει τα μικρά κύπελλα με ζεστό
νερό. «Κουραστήκαμε να φεύγουμε,» είπε χαμηλόφωνα.
Ο Πενγκ Λου πήρε το κύπελλο από τα χέρια της. «Ναι,» αποκρίθηκε. «Και η
φυγή δεν κάνει τους ανθρώπους πιο καθαρούς. Μονάχα πιο φτωχούς.»
Ο Μινγκ Ζενγκ κατέβασε το βλέμμα για λίγο. Για πρώτη φορά εκείνη τη
νύχτα ένιωσε πως άκουγε όχι έναν οπαδό της αδελφότητας, αλλά έναν άνθρωπο που
είχε ήδη επιλέξει τη ζωή του χωρίς ανάγκη πίστης.
Όταν σηκώθηκε να φύγει, ο Πενγκ Λου τον συνόδευσε μέχρι την πόρτα. «Αν
μείνεις κι εσύ,» του είπε ήρεμα, «θα είναι καλύτερα. Οι άνθρωποι εδώ σε
εμπιστεύονται ακόμη.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν αποκρίθηκε αμέσως. Κοίταξε για λίγο το μικρό σπίτι, τη
χαμηλή φλόγα του λυχναριού και τη Γου Ζιάν που είχε ξανακαθίσει ήσυχα στο
πάτωμα. Έπειτα έγνεψε αργά και βγήκε ξανά στη σιωπή του Νανγκού.
η ειδοποίηση της Λιν Σου
Στο μικρό σπίτι κοντά στις αποθήκες βρήκε τη Λιν Σου, μια γυναίκα γύρω
στα τριάντα πέντε, χήρα εργάτη, χωρίς παιδιά. Είχε έρθει στα κτήματα πριν
χρόνια, ακολουθώντας τον άντρα της, και έμεινε όταν εκείνος πέθανε σε ατύχημα
στα χωράφια. Από τότε δούλευε στα πλυσίματα ρούχων των εργατών.
Δεν είχε ακολουθήσει τους ανθρώπους της επιστροφής από ιδεολογική πίστη.
Δεν ήταν από εκείνους που μπορούσαν να σταθούν στα νοήματα των λόγων ή στις
αφαιρέσεις της διδασκαλίας. Αυτό που την είχε κρατήσει κοντά τους ήταν κάτι πιο
άρρητο: η παρουσία του Μινγκ Ζενγκ. Ο τρόπος που στεκόταν όταν μιλούσε, σαν να
μην τον άγγιζε η ίδια η σύγχυση του κόσμου γύρω του. Υπήρχε μέσα του μια ηρεμία
σαν να είχε ήδη διαβεί κάτι που οι άλλοι ακόμη πάλευαν να καταλάβουν.
Τον άκουγε στις συγκεντρώσεις χωρίς να τον αναλύει. Περισσότερο τον
παρατηρούσε. Και με τον καιρό, η παρατήρηση αυτή είχε γίνει κάτι σταθερό,
σχεδόν προσωπικό, χωρίς ποτέ να αποκτήσει όνομα μέσα της.
«Θα μείνεις ή θα φύγεις;» τη ρώτησε ο Μινγκ Ζενγκ.
«Εσύ τί αποφάσισες;» τον ρώτησε εκείνη.
«Θα μείνω» της είπε.
«Αν φύγω, δεν θα έχω πού να επιστρέψω. Αν
μείνω, τουλάχιστον ξέρω πού κοιμάμαι. Θα μείνω.»
Δεν το είπε σαν δήλωση προς τον κόσμο, αλλά σαν επιλογή που είχε ήδη
ριζώσει μέσα της τη στιγμή που άκουσε ότι εκείνος δεν θα έφευγε. Μέσα σε αυτή την ήρεμη απόφαση υπήρχε κάτι
ακόμη, πιο σιωπηλό. Γεννιόταν ελπίδα ότι
θα μπορούσε να πάψει να την βλέπει απλώς σαν μία από εκείνους που τον
ακολουθούσαν — και να γίνει κάποια που θα την έβλεπε, επιτέλους, όχι μόνο ως
μέρος του πλήθους των Επιστρεφόντων, αλλά ως πρόσωπο που στεκόταν απέναντί του.
η ειδοποίηση της Ταν Τσουνχουά, της γυναίκας
των χωραφιών
Στην άκρη των χωραφιών συνάντησε την Ταν Τσουνχουά, νεότερη, γύρω στα
είκοσι οκτώ, γυναίκα που είχε έρθει μόνη της στα κτήματα πριν χρόνια και ποτέ
δεν είχε μιλήσει για οικογένεια. Τη φώναζαν «γυναίκα των χωραφιών», γιατί
περνούσε τις μέρες της σχεδόν μόνιμα ανάμεσα στις καλλιέργειες, σαν να ζούσε
περισσότερο μέσα στη γη παρά σε σπίτι. Εκεί την βρήκε ο αναχωρητής και ας ήταν
βράδυ.
Η Ταν Τσουνχουά («Ανοιξιάτικο Άνθος»), γεννημένη σε χωριό έξω από
το Νανγκού. Είχε φαρδιές παλάμες, δυνατούς ώμους και πρόσωπο θερμό από τον ήλιο και τη λάσπη των ορυζώνων. Δεν
τη θεωρούσαν όμορφη· οι άντρες όμως θυμούνταν το βλέμμα της περισσότερο απ’ το
πρόσωπό της.
Δούλευε ασταμάτητα — κουβαλούσε νερό, έσκαβε, θέριζε, επιδιόρθωνε
εργαλεία — σαν να προσπαθούσε να εξαντλήσει το ίδιο της το σώμα. Όταν όμως
έπεφτε η νύχτα, η ένταση μέσα της άλλαζε μορφή. Στο χωριό ψιθύριζαν ότι «η
Τσουνχουά είχε φωτιά στο αίμα». Άλλοι τη φοβούνταν, άλλοι την αναζητούσαν
κρυφά. Εκείνη δεν απολογούνταν ποτέ για την πείνα της, ούτε για τη δουλειά ούτε
για τον έρωτα. Κάποιοι εργάτες σα δραπέτες απομακρύνονταν σιωπηλά από το σπίτι τους το βράδυ και αν ήταν
τυχεροί την συναντούσαν στα χωράφια. Εκεί χωρίς πολλά λόγια, χωρίς πολλές
συστάσεις, η Ταν Τσουνχουά τους έδινε αυτό που χρειάζονταν. Λίγη θέρμη από το
σώμα της. Αλλά κανείς από αυτούς δεν μπορούσε να κατασβέσει την
ηφαιστειακότητά της, τον κοχλασμό της
λάβας της.
Δούλευε πάντα περισσότερο από όσο χρειαζόταν. Όχι από πείσμα ούτε από
τάξη. Υπήρχαν μέρες που το σώμα της δεν μπορούσε να ησυχάσει. Τα χέρια της
έτρεμαν ελαφρά όταν σταματούσε, και τότε καταλάβαινε. Δεν το έλεγε ποτέ έτσι,
αλλά ήξερε: εκείνες τις στιγμές χρειαζόταν την παρουσία ενός άντρα δίπλα της,
μια σταθερή σωματική εγγύτητα που να την κρατήσει στη θέση της, να σβήσει αυτή
την υπερένταση που ανέβαινε μέσα της χωρίς προειδοποίηση.
Όταν δεν υπήρχε κανείς, δεν καθόταν. Συνέχιζε να δουλεύει, πιο γρήγορα,
πιο έντονα, σαν να προσπαθούσε να εξαντλήσει αυτό που έπιαναν και έστιβαν τα
χέρια της. Δεν ήταν αυτοτιμωρία. Ήταν περισσότερο ένας τρόπος να αποδιώξει από πάνω της αυτό το ατέλειωτο
περίσσεμα ενέργειας που ξεχείλιζε από μέσα της.
Γι’ αυτό και τη φώναζαν «γυναίκα των χωραφιών». Γιατί μόνο εκεί, μέσα
στη συνεχή κίνηση της γης και της δουλειάς, έμοιαζε να ηρεμεί.
Οι συγκεντρώσεις των Επιστρεφόντων είχαν γίνει για εκείνη ένας άλλος
σταθμός. Δεν ήταν θέμα πίστης με τον τρόπο που το έλεγαν οι άλλοι.
Η Ταν Τσουνχουά είχε γνωρίσει αρκετούς
από τους εργάτες. Κάποιες φορές είχε βρεθεί κοντά τους, γρήγορα, χωρίς σχέδιο,
όπως έρχονται και φεύγουν οι στιγμές στο σώμα. Μετά όμως πάντα έμενε εκείνο το
ίδιο κενό, και η ίδια υπερένταση που την έσπρωχνε ξανά στη δουλειά, μέχρι να
εξαντληθεί.
Κι έτσι, ανάμεσα στη γη και στους ανθρώπους, έμαθε να ζει μέσα σε μια
διαρκή κίνηση. Μόνο όταν βρισκόταν στις συναντήσεις των «ανθρώπων της
επιστροφής» ηρεμούσε. Σαν να έβρισκε για λίγο μια εξωτερική τάξη που κρατούσε
το σώμα της στη θέση του, πριν επιστρέψει ξανά στα χωράφια.
«Θα μείνεις ή θα φύγεις;» τη ρώτησε ο Μινγκ Ζενγκ μόλις της εξήγησε
σύντομα τα νέα δεδομένα.
Η Ταν Τσουνχουά χαμογέλασε αχνά, χωρίς να τον κοιτάξει. «Εγώ δεν έφυγα
ποτέ. Αυτά τα χωράφια με χρειάζονται. Εδώ είναι η γη μου. Θα μείνω.»
η ειδοποίηση της Ντουάν Χου και της Γκου
Μεϊγιού
Ο Μινγκ Ζενγκ ακολούθησε το στενό μονοπάτι προς τα χαμηλά σπίτια κοντά
στις αποθήκες των κτημάτων. Το σπίτι της Ντουάν Χου βρισκόταν στην άκρη του
μικρού συνοικισμού, σχεδόν κολλημένο πάνω στον φράχτη από μπαμπού που χώριζε τα
σπίτια από τα χωράφια.
Πριν ακόμη φτάσει στην πόρτα, σταμάτησε. Από μέσα ακούγονταν πνιχτοί
γυναικείοι ήχοι. Το ξύλινο κρεβάτι έτριζε ρυθμικά πάνω στο πάτωμα. Οι ανάσες
έβγαιναν βαριές, άγριες σχεδόν, σαν να πάλευαν δύο ζώα μέσα στο σκοτάδι.
Κάποιες στιγμές οι φωνές έμοιαζαν με γουργουρητό γάτας· άλλες αποκτούσαν έναν
κοφτό, λαχανιασμένο ήχο, σχεδόν ύαινας.
Ο Μινγκ Ζενγκ έμεινε ακίνητος έξω από την πόρτα. Δεν έδειξε έκπληξη. Εδώ
και χρόνια γνώριζε πως οι άνθρωποι έφερναν μέσα στις διδασκαλίες των
Επιστρεφόντων όσα δεν μπορούσαν να ζήσουν στον έξω κόσμο. Ενοχές, επιθυμίες,
φόβους, μυστικά. Η αδελφότητα γινόταν συχνά λιγότερο πίστη και περισσότερο
καταφύγιο.
Το κρεβάτι σταμάτησε να τρίζει. Ακούστηκε ψίθυρος, ένα χαμηλό γέλιο,
ύστερα βήματα. Ο Μινγκ Ζενγκ χτύπησε την πόρτα. Άργησαν λίγο να ανοίξουν.
Η Ντουάν Χου εμφανίστηκε πρώτη. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, το
πρόσωπό της ζεστό ακόμη από την ένταση. Ήταν γυναίκα γύρω στα πενήντα, με
βαθιές γραμμές γύρω από το στόμα και βλέμμα σκληρό, σχεδόν επιβλητικό. Πίσω της
στεκόταν η άλλη γυναίκα, η νεότερη συγκάτοικός της, η Γκου Μεϊγιού.
Η Μεϊγιού δεν πρέπει να είχε περάσει τα είκοσι πέντε. Ψηλή και λεπτή, με
ήρεμα χαρακτηριστικά και μεγάλα σκοτεινά μάτια που απέφευγαν συχνά το επίμονο
βλέμμα των άλλων. Εκείνη τη στιγμή κούμπωνε βιαστικά τη νυχτικιά της χωρίς να
σηκώσει το κεφάλι της.
Ο Μινγκ Ζενγκ μπήκε μέσα αργά. Το σπίτι μύριζε ιδρώτα, λάδι από λυχνάρι
και βότανα. Τα στρώματα πάνω στο κρεβάτι ήταν ακόμη ανακατεμένα.
Οι δύο γυναίκες στάθηκαν απέναντί του χωρίς αμηχανία. Είχαν περάσει
πολλά χρόνια μαθαίνοντας να κρύβονται. Τώρα δεν προλάβαιναν να κρύψουν τίποτα.
Ο Μινγκ Ζενγκ μίλησε ήρεμα.
«Ο Ντου Γκούο Ρεν έδωσε την απόφασή
του. Δεν θα υπάρξουν άλλες συγκεντρώσεις των Επιστρεφόντων. Όποιος παραμείνει
στα κτήματα θα παραμείνει μόνο ως εργάτης. Χωρίς διδασκαλίες. Χωρίς μυστικές
συναθροίσεις.»
Η Ντουάν Χου δεν χρειάστηκε ούτε
στιγμή να σκεφτεί.
«Τότε θα φύγουμε.»
Η φωνή της ήταν σταθερή, σχεδόν
απόλυτη.
«Δεν θα ζήσω ξανά σε έναν κόσμο που
απαιτεί από τους ανθρώπους να θάβουν τον εαυτό τους για να γίνουν αποδεκτοί.»
Ο Μινγκ Ζενγκ την κοίταξε προσεκτικά.
«Δεν ρώτησα τι θα κάνετε μαζί. Ρώτησα
τι θα κάνει η καθεμία σας ξεχωριστά.»
Η Ντουάν Χου συνοφρυώθηκε ελαφρά,
σαν να την ενόχλησε η διάκριση. Η Γκου Μεϊγιού κατέβασε για λίγο το βλέμμα. Τα
δάχτυλά της έμειναν σφιγμένα πάνω στο ύφασμα της νυχτικιάς της.
Ο Μινγκ Ζενγκ στράφηκε προς εκείνη. «Και εσύ;»
Η νεότερη γυναίκα άργησε να μιλήσει. «Θα φύγω κι εγώ», είπε τελικά
χαμηλόφωνα.
Η Ντουάν Χου γύρισε προς το μέρος της. Για μια στιγμή το σκληρό της
βλέμμα μαλάκωσε.
από
την τρυφερότητα στην ασίγαστη επιθυμία
Οκτώ χρόνια είχαν περάσει από τότε που η Ντουάν Χου και η Γκου Μεϊγιού
άρχισαν να επιστρέφουν τελευταίες από το ποτάμι όπου οι γυναίκες των κτημάτων
έπλεναν τα ρούχα. Η Μεϊγιού ήταν τότε μόλις δεκαεπτά χρονών, ένα αδύνατο και
σιωπηλό κορίτσι που είχε έρθει από φτωχό χωριό για να δουλέψει στα χωράφια των
Ντου. Η Ντουάν Χου πλησίαζε ήδη τα σαράντα. Δούλευε σκυφτή, αμίλητη, με εκείνη
τη βαριά ηρεμία ανθρώπου που είχε μάθει να ζει χωρίς να περιμένει τίποτε από
τους άλλους.
Στην αρχή η Μεϊγιού τη βοηθούσε μόνο να κουβαλά τους κουβάδες με το
νερό. Ύστερα άρχισαν να καθυστερούν όλο και περισσότερο κοντά στο ποτάμι,
μιλώντας χαμηλόφωνα όταν οι υπόλοιπες γυναίκες είχαν ήδη φύγει. Επέστρεφαν
μόνες τους στο χωριό μέσα στο μισοσκόταδο, χωρίς βιασύνη.
Το χωριό δεν υποψιάστηκε τίποτε. Στην αρχή έμοιαζε απλώς με σχέση
προστασίας και κηδεμονίας. Η μεγαλύτερη γυναίκα βοηθούσε τη νεότερη να
προσαρμοστεί και η νεότερη ανταπέδιδε με δουλειές και φροντίδα.
Η πρώτη φορά που η σχέση τους άλλαξε έγινε ένα βράδυ του τέλους του
καλοκαιριού. Είχαν αργήσει περισσότερο από κάθε άλλη φορά στο ποτάμι. Η Ντουάν
Χου είχε κουραστεί και τα χέρια της έτρεμαν ελαφρά από τη δουλειά. Η Γκου Μεϊγιού
επέμενε να κουβαλήσει εκείνη τα βρεγμένα ρούχα μέχρι το σπίτι της. Όταν
έφτασαν, η Ντουάν Χου άφησε τους κουβάδες κάτω με δυσκολία και κάθισε σιωπηλή
δίπλα στον τοίχο. Η Μεϊγιού άρχισε να απλώνει τα ρούχα μέσα στο σπίτι για να
στεγνώσουν. Η ατμόσφαιρα μύριζε νερό ποταμίσιο και υγρό ύφασμα.
Η Ντουάν Χου παρακολουθούσε τη νεαρή κοπέλα χωρίς να μιλά. Υπήρχε κάτι
στη σιωπηλή φροντίδα της που την αναστάτωνε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να
παραδεχτεί. Είχε περάσει χρόνια χωρίς να την αγγίζει άνθρωπος με τρυφερότητα. Όταν
η Γκου Μεϊγιού γονάτισε μπροστά της για να σκουπίσει με πανί λίγη λάσπη από το
πόδι της, η Ντουάν Χου ακούμπησε σχεδόν ασυναίσθητα το χέρι πάνω στα μαλλιά
της. Η νεαρή σήκωσε αργά το βλέμμα.
Καμία από τις δύο δεν μίλησε. Η Μεϊγιού έμεινε ακίνητη για λίγες
στιγμές, σαν να περίμενε να απομακρυνθεί το χέρι της μεγαλύτερης γυναίκας. Όμως
το χέρι έμεινε εκεί, βαρύ και αβέβαιο, με μια τρυφερότητα που έμοιαζε σχεδόν
φοβισμένη.
Ύστερα η Μεϊγιού ακούμπησε το πρόσωπό
της στον μηρό της Ντουάν Χου.
Η ανάσα της μεγαλύτερης γυναίκας κόπηκε. Για πρώτη φορά έπειτα από πολλά
χρόνια ένιωσε κάποιον να την πλησιάζει όχι από ανάγκη, ούτε από υποχρέωση, αλλά
από επιθυμία. Η Ντουάν Χου έσκυψε αργά προς το μέρος της και τη φίλησε στα
μαλλιά, ύστερα στο μάγουλο, σχεδόν διστακτικά στην αρχή, σαν να φοβόταν ακόμη
τον ίδιο της τον εαυτό. Η Μεϊγιού δεν τραβήχτηκε. Εκείνο το βράδυ η νεαρή δεν
επέστρεψε στο μικρό σπίτι όπου έμεναν οι ανύπαντρες εργάτριες των κτημάτων. Και
από εκείνη τη νύχτα άρχισαν να κοιμούνται μαζί.
Στους άλλους είπαν αργότερα πως η Μεϊγιού μετακόμισε για να βοηθά τη Ντουάν
Χου στις δουλειές και στη μοναξιά της ηλικίας της. Και πράγματι τη βοηθούσε.
Της κουβαλούσε νερό, της έπλενε τα ρούχα, της άλειφε τα κουρασμένα χέρια με
βότανα ύστερα από τις μέρες στα χωράφια.
Κανείς δεν είχε υποπτευθεί τίποτε περισσότερο. Ποτέ δεν αντάλλασσαν
βλέμματα που κρατούσαν παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Ποτέ δεν άγγιζε η μία την άλλη
δημόσια, εκτός από τις συγκεντρώσεις των Επιστρεφόντων, όπου μέσα στη
συγκινημένη ατμόσφαιρα της τελετής δεν φαινόταν παράξενο δύο γυναίκες να
ακουμπούν για λίγο τα χέρια τους.
Μόνο τα σώματά τους γνώριζαν την αλήθεια. Κρυμμένα πάντοτε κάτω από
βαριά ρούχα, γεμάτα μικρές δαγκωματιές και σκοτεινά μελανιάσματα στα στήθη,
στους μηρούς, στους γλουτούς, αποτυπώματα μιας επιθυμίας που έβγαινε ελεύθερη
μόνο μέσα στη νύχτα.
Η Ντουάν Χου σήκωσε αργά το κεφάλι προς τον Μινγκ Ζενγκ.
«Οι άνθρωποι πρέπει να είναι
ελεύθεροι», είπε.
Η φωνή της τώρα είχε κάτι σχεδόν
ιεροκηρυκτικό.
«Ελεύθεροι από όλα. Ελεύθεροι στις
επιλογές και στις επιθυμίες τους.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν αποκρίθηκε. Σηκώθηκε αργά και κατευθύνθηκε προς την
πόρτα. Πίσω του άκουσε τη Μεϊγιού να πλησιάζει ξανά τη Ντουάν Χου, το απαλό
άγγιγμα δύο ανθρώπων που είχαν ήδη αποφασίσει πως προτιμούσαν την αβεβαιότητα
της φυγής από τη σιωπηλή επιτήρηση της παραμονής.
Βγαίνοντας στη νυχτερινή σιωπή του Νανγκού, ο Μινγκ Ζενγκ αναρωτήθηκε αν
πράγματι αυτά δίδασκαν οι υποσχέσεις των Επιστρεφόντων. Ίσως όχι. Ίσως όμως,
όταν οι λέξεις αποκτούν τη δύναμη να συνεπαίρνουν ανθρώπους, κανείς δεν μπορεί
πια να ορίσει απόλυτα το νόημά τους. Ο καθένας ακούει μέσα τους αυτό που έχει
περισσότερο ανάγκη. Άλλος λύτρωση. Άλλος δικαιολογία. Άλλος αγάπη. Άλλος
ελευθερία. Και συχνά οι λέξεις απλώνονται πέρα από εκείνον που τις πρόφερε
πρώτος, μέχρι εκεί που φτάνουν οι επιθυμίες, τα όνειρα ή ακόμη και το συμφέρον
εκείνων που τις πιστεύουν.
η ειδοποίηση του Τζάο Γιν
Ήταν αργά τη νύχτα όταν ο Μινγκ Ζενγκ έφτασε στο τελευταίο σπίτι του
λόφου. Όλα τα υπόλοιπα σπίτια των ανθρώπων της αδελφότητας είχαν ήδη σβήσει τα
λυχνάρια τους. Μονάχα στο σπίτι του Τζάο Γιν υπήρχε ακόμη φως. Ο Μινγκ Ζενγκ
στάθηκε για λίγο έξω από την ξύλινη πόρτα. Από μέσα δεν ακουγόταν τίποτα. Ούτε
κουβέντες ούτε κίνηση. Μόνο η ήσυχη αναπνοή ενός σπιτιού που είχε μάθει να ζει
κρυμμένο. Χτύπησε δύο φορές.
Τα βήματα του Τζάο Γιν ακούστηκαν βαριά πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Όταν
άνοιξε την πόρτα, το πρόσωπό του έμεινε ανέκφραστο, σαν να περίμενε ήδη την
επίσκεψη.
«Εσένα άφησα τελευταίο.»
Ο Τζάο Γιν παραμέρισε χωρίς άλλη κουβέντα. Ο Μινγκ Ζενγκ μπήκε μέσα. Το
σπίτι ήταν λιτό. Ένα χαμηλό τραπέζι, δυο στρώματα στη γωνία. Η Σι-Λιν καθόταν
κοντά στο λυχνάρι με μια κουβέρτα στους ώμους. Τα μάτια της σηκώθηκαν αργά προς
τον επισκέπτη.
Ο Μινγκ Ζενγκ κάθισε απέναντί τους.
«Ο Ντου Γκούο Ρεν έδωσε την τελική εντολή. Δεν θα υπάρξουν άλλες
συγκεντρώσεις. Όποιος παραμείνει στα κτήματα, θα ζήσει ως απλός εργάτης. Χωρίς
όρκους. Χωρίς τελετές. Χωρίς τη διδασκαλία της Επιστροφής.»
Ο Τζάο Γιν στάθηκε όρθιος δίπλα στο τραπέζι.
«Ο άρχοντας θέλει ως αύριο να ξέρει ποιοι θα φύγουν και ποιοι θα μείνουν
με τους νέους όρους. Υπάρχουν ακόμη μέρη όπου μπορούμε να συνεχίσουμε.»
Η λέξη «μπορούμε» έμεινε για λίγο
ανάμεσά τους.
Ο Τζάο Γιν τον κοίταξε προσεκτικά.
«Εσύ θα φύγεις μαζί τους;»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν απάντησε αμέσως. Τα
χέρια του έμειναν ακίνητα πάνω στα γόνατά του.
«Όταν ήρθα εδώ πριν χρόνια,» είπε
τελικά, «πίστευα ότι η Επιστροφή μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Ότι αν αρκετοί
άνθρωποι απαρνούνταν τον παλιό εαυτό τους, θα γεννιόταν κάτι καθαρότερο.»
Χαμήλωσε το βλέμμα.
«Τώρα βλέπω ανθρώπους κουρασμένους.
Κυνηγημένους. Άλλους να προσποιούνται πως πιστεύουν ακόμη και άλλους να
φοβούνται να φύγουν, γιατί έξω δεν έχουν τίποτα.»
Η Σι-Λιν τον παρατηρούσε σιωπηλή.
Ο Τζάο Γιν έμεινε ακίνητος.
«Και τι απέγινε η πίστη σου;»
Ο Μινγκ Ζενγκ χαμογέλασε αμυδρά.
«Η πίστη μου υπάρχει ακόμη. Αλλά δεν
έχω πια τη δύναμη να την μεταφέρω σε άλλους.»
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν
εχθρική. Ήταν η σιωπή ανθρώπων που είχαν κουραστεί να κρύβονται.
Ο Τζάο Γιν πήγε αργά προς το λυχνάρι.
«Εγώ δεν θα φύγω. Πέρασα όλη μου τη
ζωή τρέχοντας. Από αφεντικά του
υποκόσμου, από ανθρώπους που ήθελαν αίμα για αίμα. Ύστερα έτρεξα προς την
Επιστροφή, πιστεύοντας πως αν άλλαζα όνομα στην ψυχή μου, θα άλλαζε και το
παρελθόν μου.»
Έσκυψε λίγο το κεφάλι.
«Δεν αλλάζει.»
Η Σι-Λιν έκλεισε τα μάτια της για μια
στιγμή.
«Το μόνο που θέλω τώρα,» συνέχισε ο
Τζάο Γιν, «είναι να τελειώσει η ζωή μου ήσυχα. Να δουλεύω τη γη. Να μην
κρύβομαι άλλο.»
Για πρώτη φορά, η Σι-Λιν χαμογέλασε
αληθινά. Μικρά, κουρασμένα, αλλά αληθινά.
Ο Τζάο Γιν κάθισε αργά απέναντι από
τον παλιό καθοδηγητή.
«Τότε αύριο θα πάμε μαζί στα χωράφια
σαν απλοί εργάτες.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έγνεψε.
«Σαν απλοί εργάτες.»
Κανείς τους δεν μίλησε άλλο για την αδελφότητα εκείνη τη νύχτα. Και μέσα
στη μικρή σιωπηλή κατοικία στους λόφους του Νανγκού, οι τελευταίοι δύο άνθρωποι
των «Επιστρεφόντων» εγκατέλειψαν χωρίς τελετή το όνομα που τους είχε κρατήσει
ενωμένους τόσα χρόνια.
Όταν ολοκλήρωσε τις επισκέψεις, η νύχτα είχε σχεδόν τελειώσει. Ο Μινγκ
Ζενγκ στάθηκε μόνος για λίγο στην άκρη των χωραφιών κοιτάζοντας τις σκοτεινές
στέγες του Νανγκού.
Και τότε κατάλαβε πιο καθαρά από ποτέ ότι οι άνθρωποι της επιστροφής δεν
ήταν πραγματικά κοινότητα. Ήταν άνθρωποι κουρασμένοι από τη ζωή που είχαν
ζήσει, άνθρωποι που δεν είχαν κατορθώσει να δεθούν ολοκληρωτικά ούτε με τους
τόπους ούτε με τους ανθρώπους γύρω τους. Άνθρωποι που έμοιαζαν να βρίσκονται
πάντα ήδη μισό βήμα μακριά από τον κόσμο πριν ακόμη ξεκινήσουν να φεύγουν. Όταν τελείωσε, ο Μινγκ Ζενγκ στάθηκε μόνος
στην άκρη των κτημάτων. Οι απαντήσεις είχαν δοθεί.
όταν κάτι δεν είναι γραφτό να γίνει…
Η Χονγκ-Χουά είχε μάθει από νωρίς πως η ζωή ενός ανθρώπου μπορούσε να
αλλάξει όχι με κραυγές, αλλά με μία μόνο απόφαση που λαμβάνεται αθόρυβα πίσω
από κλειστές πόρτες. Στα κτήματα των Ντου, στο Νανγκού, το όνομά της ακουγόταν
χαμηλόφωνα, σχεδόν προσεκτικά. «Κόκκινη Φλόγα». Όχι μόνο για τα παράξενα
πυρόξανθα μαλλιά της, που έμοιαζαν ξένα μέσα στην υγρή γη της επαρχίας, αλλά
γιατί υπήρχε πάνω της κάτι που δεν ησύχαζε ποτέ πραγματικά. Μια θερμότητα
συγκρατημένη. Μια αίσθηση πως ακόμη και όταν στεκόταν ακίνητη, κάτι μέσα της
συνέχιζε να κινείται.
Δεν γεννήθηκε ισχυρή. Έγινε. Ορφανή από μικρή, χωρίς οικογένεια να τη
στηρίζει ή να τη διεκδικεί, έμαθε να επιβιώνει παρατηρώντας. Να ακούει πριν
μιλήσει. Να καταλαβαίνει τι ζητούσε κάθε άνθρωπος πριν το εκφράσει. Στον οίκο
των Ντου δεν ανέβηκε με καταγωγή, αλλά με χρησιμότητα. Έμαθε να φροντίζει
άρρωστους, να αναγνωρίζει βότανα, να μαγειρεύει με ακρίβεια, να υπηρετεί χωρίς
θόρυβο. Και αργότερα έμαθε κάτι ακόμη σημαντικότερο: τη δύναμη της παρουσίας.
Η Χονγκ-Χουά γνώριζε τι προκαλούσε στους ανθρώπους. Δεν ήταν αφέλεια
ούτε ματαιοδοξία. Ήταν επίγνωση. Ήξερε πώς να κοιτάζει χωρίς να προκαλεί
ανοιχτά, πώς να αφήνει τη σιωπή να δουλεύει υπέρ της, πώς να μετατρέπει μια
μικρή κίνηση του χεριού σε υπόσχεση. Δεν χρησιμοποιούσε μόνο την ομορφιά της·
χρησιμοποιούσε την κατανόηση που είχε αποκτήσει για τους άλλους. Γι’ αυτό και
επιβίωσε.
Στα χρόνια του γηραιού άρχοντα Τσενγκ-Γουέι έγινε μία από τις ευνοούμενες
παλλακίδες του οίκου. Όμως ακόμη κι εκεί, δεν έμοιαζε με τις άλλες. Δεν
παραδόθηκε ποτέ ολοκληρωτικά στον ρόλο. Κρατούσε πάντα ένα μικρό κομμάτι του
εαυτού της κρυφό, ανέγγιχτο, σαν φλόγα προστατευμένη από τον άνεμο. Ίσως γιατί
βαθιά μέσα της ήξερε ότι οι εύνοιες αλλάζουν μαζί με τους άρχοντες.
Όταν πέθανε ο παλιός κύριος, η ζωή της πάγωσε για τρία χρόνια. Δεν ήταν
πια νέα υπηρέτρια, αλλά ούτε και ελεύθερη γυναίκα. Ένα πλάσμα ανάμεσα σε δύο
κόσμους. Πολύ έμπειρη για να θεωρηθεί αθώα. Πολύ σημαδεμένη από τον οίκο για να
ξεκινήσει αλλού εύκολα. Και τότε εμφανίστηκε ο Γκούο Ρεν.
Η νύχτα που πέρασε μαζί του δεν είχε για εκείνη μόνο σαρκική σημασία.
Αυτό ήταν που δεν κατάλαβε ποτέ ο ίδιος. Η Χονγκ-Χουά είχε βρεθεί πολλές φορές
κοντά στην επιθυμία. Αλλά εκείνη τη νύχτα ένιωσε κάτι διαφορετικό: πως ίσως
μπορούσε να ξαναγεννηθεί μέσα από μια νέα θέση δίπλα σε έναν νέο άρχοντα. Ο
νεαρός Γκούο Ρεν δεν είχε ακόμη την εμπειρία του πατέρα του. Υπήρχε αμηχανία
μέσα του, νεότητα, απουσία πλήρους ελέγχου. Και η Χονγκ-Χουά, για πρώτη φορά
μετά από χρόνια, δεν ένιωσε μόνο χρήσιμη. Ένιωσε επιθυμητή.
Αυτό ήταν το λάθος της. Γιατί ο Γκούο Ρεν, όσο κι αν τη θέλησε εκείνη τη
νύχτα, έβλεπε τον κόσμο σαν άρχοντας. Και οι άρχοντες δεν κρατούν πάντα ό,τι
αγγίζουν. Τακτοποιούν, μετακινούν, αποφασίζουν τι είναι χρήσιμο για τη
σταθερότητα του οίκου τους.
σκέψεις
μιας μελλόνυμφης
Ο γάμος με τον Γκάο Πινγκ ήταν ακριβώς αυτό: μια τακτοποίηση. Ο Γκάο
Πινγκ ήταν καλός άνθρωπος. Νέος, τίμιος, άπειρος. Τη θαύμαζε πραγματικά. Η
ομορφιά της τον είχε συνεπάρει, η ηρεμία της τον είχε εντυπωσιάσει, η
δεξιοτεχνία της τον είχε πείσει ότι έβλεπε μπροστά του ιδανική σύζυγο. Μα αυτό
ακριβώς ήταν το πρόβλημα. Δεν έβλεπε εκείνη. Έβλεπε την εικόνα που είχε
κατασκευάσει ο Γκούο Ρεν για εκείνον: την επιδέξια, ήρεμη, πειθαρχημένη γυναίκα
του οίκου. Όχι τη γυναίκα που είχε υπάρξει πραγματικά. Όχι τη «Κόκκινη Φλόγα».
Ο Γκάο Πινγκ ήθελε μια σύζυγο που θα έφερνε τάξη στο σπίτι του, που θα τιμούσε
τους γονείς του, που θα γινόταν ήσυχη ρίζα ενός μικρού οικογενειακού οίκου. Και
η Χονγκ-Χουά ήξερε πως δεν μπορούσε να γίνει αυτό χωρίς να σκοτώσει κάτι μέσα
της.
Δεν φοβόταν τη φτώχεια του μικροκτηματία. Ούτε τη ζωή της υπαίθρου.
Φοβόταν τη συρρίκνωση. Την εξαφάνιση. Στο σπίτι του Γκάο Πινγκ θα έπρεπε να
μικρύνει τον εαυτό της καθημερινά. Να χαμηλώσει το βλέμμα περισσότερο απ’ όσο
άντεχε. Να προσποιηθεί πως δεν γνώριζε πράγματα που ήδη γνώριζε. Να σβήσει το
παρελθόν της όχι μόνο δημόσια, αλλά και μέσα της. Και κυρίως, δεν άντεχε την
ιδέα πως ο άντρας αυτός την αγαπούσε χωρίς να γνωρίζει ποια ήταν.
Η εντολή του Γκούο Ρεν την πλήγωσε περισσότερο από όσο άφησε να φανεί:
«Οι μόνες υπηρεσίες που προσέφερες ήταν για την υγεία και το φαγητό του
άρχοντα.» Με μία φράση, η ζωή της έπρεπε να ξαναγραφτεί. Οι νύχτες της να
διαγραφούν. Οι επιθυμίες της να γίνουν σιωπή. Το σώμα της να αποκτήσει νέο
παρελθόν. Η Χονγκ-Χουά κατάλαβε τότε κάτι βαθύτερο. Δεν την πάντρευαν επειδή τη
διάλεγαν. Την απομάκρυναν.
Ο Γκούο Ρεν δεν ήθελε κοντά του μια γυναίκα που γνώριζε υπερβολικά καλά
τον πατέρα του. Ούτε μια γυναίκα που είχε μοιραστεί μαζί του μια νύχτα που δεν
έπρεπε να αποκτήσει συνέχεια. Ο γάμος ήταν τρόπος να κλείσει ένα κεφάλαιο χωρίς
σκάνδαλο.
Και η ίδια; Δεν ήθελε τον Γκάο Πινγκ γιατί δίπλα του θα έπρεπε να ζήσει
σαν σκιά μιας πιο ήρεμης γυναίκας που δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά. Θα γινόταν
σύζυγος, ναι. Ίσως ακόμη και σεβαστή. Αλλά όχι αληθινή.
Μόνο που η Χονγκ-Χουά είχε μάθει κάτι σκληρό. Στα κτήματα των Ντου οι
άνθρωποι σαν εκείνη σπάνια διαλέγουν τη ζωή τους. Συνήθως διαλέγουν απλώς τον
τρόπο με τον οποίο θα επιβιώσουν μέσα στη ζωή που άλλοι αποφάσισαν γι’ αυτούς. Κι
έτσι συνέχισε να ράβει αθόρυβα το ύφασμα στα χέρια της, με κινήσεις σταθερές,
σαν να μπορούσε με τη βελόνα να ενώσει ξανά όλα όσα μέσα της είχαν αρχίσει να
σκίζονται.
Η Χονγκ-Χουά έμεινε ακίνητη δίπλα στο παράθυρο, με το ύφασμα απλωμένο
στα γόνατά της. Η βελόνα περνούσε μηχανικά μέσα από το μετάξι, μα το βλέμμα της
είχε χαθεί αλλού. Κάθε ραφή έμοιαζε σαν σφράγισμα μιας ζωής που άλλοι είχαν ήδη
αποφασίσει γι’ αυτήν. Νύφη. Η λέξη δεν της έφερνε γαλήνη. Της έφερνε ασφυξία. Το
σπίτι του Γκάο Πινγκ. Οι γονείς του. Οι συγγενείς. Τα βλέμματα. Οι ερωτήσεις
που κάποτε θα έρχονταν. Και ύστερα εκείνη η αργή, αναπόφευκτη στιγμή όπου ο
νεαρός άντρας θα καταλάβαινε ότι η γυναίκα που πήρε δεν ήταν αυτό που του
παρουσίασαν.
το
σχέδιο της Χονγκ-Χουά
Η Χονγκ-Χουά σταμάτησε απότομα το ράψιμο. Όχι. Τα προικιά τα ετοιμάζει
μια γυναίκα που θέλει να βαδίσει προς έναν γάμο. Όχι μια γυναίκα που οδηγείται σε
αυτόν σαν σε κλειστό δωμάτιο. Άφησε τη βελόνα πάνω στο ύφασμα και σηκώθηκε
απότομα. Για λίγο έμεινε ακίνητη, σαν να αφουγκραζόταν την ίδια της την
απόφαση. Ύστερα φόρεσε γρήγορα το εξωτερικό της ένδυμα και βγήκε από το σπίτι.
Εργάτες περνούσαν πιο πέρα σκυφτοί πάνω από τη γη, ενώ από τις αποθήκες
ακούγονταν χαμηλές φωνές. Η Χονγκ-Χουά προχώρησε χωρίς βιασύνη, μα με σαφή
προορισμό. Έψαχνε τη γριά Λανφέν.
Η Λανφέν εργαζόταν χρόνια στα κτήματα ως επόπτρια στις αποθήκες των
δημητριακών. Μα αυτή ήταν μόνο η επίσημη θέση της. Στην πραγματικότητα, ήταν το
στόμα του Νανγκού. Καμία είδηση δεν έμενε κρυφή από εκείνη και καμία ιστορία
δεν αργούσε να περάσει από τα χείλη της στα αυτιά των άλλων. Η ίδια δεν έδειχνε
ποτέ πως αναζητούσε νέα. Αντίθετα. Φρόντιζε πάντα να βρίσκεται «τυχαία» στα
σωστά σημεία: κοντά στο πηγάδι, δίπλα στις αποθήκες, στις διασταυρώσεις των
μονοπατιών όπου οι άνθρωποι αναγκάζονταν να επιβραδύνουν το βήμα τους. Εκεί
σταματούσε κάποιον δήθεν αδιάφορα, ρωτούσε για τον καιρό, για τη σοδειά, για
έναν πόνο στη μέση και πριν περάσει πολλή ώρα, μάθαινε όσα ήθελε.
Δεν ήταν δύσκολο να τη βρει. Στεκόταν κοντά στο μονοπάτι που οδηγούσε
προς τις αποθήκες του ρυζιού, με ένα καλάθι μισογεμάτο βότανα στα χέρια. Δύο
γυναίκες είχαν μόλις απομακρυνθεί από κοντά της, και η γριά Λανφέν τις
ακολουθούσε ακόμη με το βλέμμα της, σαν να ανασυνέθετε στη σωστή σειρά όσα της είχαν
πει.
Η Χονγκ-Χουά πλησίασε αργά, με βήμα ήρεμο. Δεν κοίταξε αμέσως προς τη
μεριά της. Υποκρίθηκε πως περνούσε τυχαία από εκεί. Η Λανφέν την πρόσεξε σχεδόν
αμέσως. Τα μάτια της στένεψαν ανεπαίσθητα.
«Χονγκ-Χουά;» είπε με φωνή γεμάτη προσποιημένη ζεστασιά. «Δείχνεις χλωμή
σήμερα.»
Η Χονγκ-Χουά άφησε ένα μικρό, κουρασμένο χαμόγελο. «Δεν αισθάνομαι πολύ
καλά τελευταία», απάντησε χαμηλά.
Η Λανφέν μετακινήθηκε λίγο πιο κοντά της αμέσως, όπως πάντα έκανε όταν
μύριζε ιστορία. «Πυρετός;» ρώτησε. «Ή μήπως κούραση;»
Η Χονγκ-Χουά χαμήλωσε το βλέμμα. Άφησε λίγη σιωπή να περάσει πριν
μιλήσει ξανά. «Ίσως… στενοχώρια περισσότερο.»
Η Λανφέν δεν είπε τίποτα, μα τα μάτια της φωτίστηκαν στιγμιαία.
Η Χονγκ-Χουά δίστασε επίτηδες πριν συνεχίσει. «Αλλά δεν πρέπει να το
πεις πουθενά.»
Η άλλη γυναίκα σχεδόν προσβλήθηκε. «Εγώ; Πότε με άκουσες να μεταφέρω
λόγια;»
Η Χονγκ-Χουά ήξερε πως αυτό ήταν σχεδόν αστείο. Μα ακριβώς γι’ αυτό είχε
έρθει. Έσκυψε λίγο πιο κοντά της.
«Με ζήτησε εκείνος ο νεαρός από τα γειτονικά κτήματα… ο Γκάο Πινγκ.»
Η Λανφέν άφησε ένα επιφώνημα με
θεατρική έκπληξη.
«Αλήθεια;»
Η Χονγκ-Χουά έγνεψε αργά. «Όμως είναι πολύ νέος… και πολύ αθώος.»
Άφησε τη φράση να μείνει μετέωρη.
Η Λανφέν δεν μίλησε. Περίμενε.
«Δεν γνωρίζει τίποτα για μένα», συνέχισε η Χονγκ-Χουά πιο χαμηλά. «Δεν
γνωρίζει ότι υπηρέτησα τον άρχοντα Τσενγκ-Γουέι.»
Η άλλη γυναίκα κοίταξε γρήγορα γύρω της, παρότι δεν υπήρχε κανείς αρκετά
κοντά για να ακούσει.
Η Χονγκ-Χουά συνέχισε με προσεκτικά μετρημένη φωνή. «Δεν θα ήταν σωστό
να το μάθει μετά τον γάμο.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Ίσως τότε να με αποστρεφόταν. Ή να έχανε την εμπιστοσύνη του σε μένα.»
Η Λανφέν άνοιξε ελαφρά το στόμα της, μα η Χονγκ-Χουά δεν της έδωσε χρόνο
να μιλήσει.
«Και δεν έφταιξα εγώ σε τίποτα», είπε γρήγορα, σχεδόν απολογούμενη.
«Μόνοι μας δεν βρεθήκαμε ποτέ. Μία μόνο φορά με είδε, όταν τους ετοίμασα γεύμα
σε εκείνον και τον άρχοντα Γκούο Ρεν στο πέτρινο σπίτι.»
Το βλέμμα της χαμήλωσε ακόμη περισσότερο.
«Δεν έχουμε μιλήσει πραγματικά ποτέ.»
Η φωνή της έγινε πιο αδύναμη, πιο
εύθραυστη.
«Μπορεί ένας γάμος να στηριχθεί έτσι;»
Η Λανφέν έμεινε σιωπηλή για λίγες στιγμές, μα μέσα της οι σκέψεις είχαν
ήδη αρχίσει να τρέχουν σαν νερό που βρίσκει ρωγμή. Και η Χονγκ-Χουά το ήξερε. Γι’
αυτό είχε έρθει. Όχι για συμβουλή. Όχι για παρηγοριά. Αλλά γιατί στα κτήματα
του Νανγκού, τίποτα δεν ταξίδευε γρηγορότερα από ένα μυστικό που είχε δοθεί με
την παράκληση να μείνει κρυφό.
Η γριά Λανφέν την κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να μιλά. Έπειτα τίναξε
ελαφρά το κεφάλι της, σαν να ήθελε να διώξει μακριά μια κακή σκέψη.
«Μην φοβάσαι», είπε τελικά με ήρεμη φωνή. «Όταν κάτι δεν είναι γραφτό να
γίνει, οι πρόγονοι και τα πνεύματα του ουρανού μπαίνουν στη μέση και το
εμποδίζουν.»
Η Χονγκ-Χουά κράτησε το βλέμμα χαμηλωμένο.
«Εσύ τον θέλεις;» την ρώτησε η Λανφέν τώρα πιο άμεσα κοιτάζοντάς την στο
πρόσωπο.
«Όχι», της απάντησε η Χονγκ-Χουά έπειτα από μια μικρή παύση. «Ούτε καν
τον γνωρίζω.»
Η γριά Λανφέν αναστέναξε αργά, σαν γυναίκα που είχε δει πολλά στους
ανθρώπους και ακόμη περισσότερα στους γάμους τους. «Ο γάμος θέλει άντρα ώριμο»,
είπε. «Να έχει ψηθεί στη ζωή. Να ξέρει τι θέλει και προς τα πού βαδίζει. Ο Γκάο
Πινγκ είναι ακόμη νέος. Θέλει καιρό για να ωριμάσει.»
Η Χονγκ-Χουά κούνησε το κεφάλι της σαν να συμφωνούσε με τις απόψεις της
Λανφέν. Πίσω από τη σιωπή της ένιωσε μια μικρή ανακούφιση. Η Λανφέν είχε
ακούσει ακριβώς όσα έπρεπε να ακούσει.
Η γριά δεν έχασε χρόνο. Μόλις χώρισαν, ανασήκωσε το καλάθι της και πήρε
τον δρόμο προς τα γειτονικά κτήματα των Γκάο με βήμα γρήγορο και σταθερό. Τα
πόδια της πατούσαν το ξερό χώμα με μια ζωντάνια που δεν ταίριαζε καθόλου στο
προσωνύμιό της. Και όμως όλοι τη φώναζαν «γριά Λανφέν». Στην πραγματικότητα δεν
ήταν τόσο μεγάλη όσο πίστευαν οι περισσότεροι. Μα οι άνθρωποι συχνά μπερδεύουν
την ηλικία με το ύφος, τη σκληράδα του βλέμματος ή την κούραση που αφήνει η ζωή
πάνω στο πρόσωπο. Η Λανφέν είχε το βλέμμα ανθρώπου που γνώριζε πάρα πολλά και
αυτό από μόνο του αρκούσε για να τη μεγαλώνει στα μάτια των άλλων.
Καθώς απομακρυνόταν προς τα κτήματα των Γκάο, η Χονγκ-Χουά την
παρακολούθησε για λίγο από μακριά. Ήξερε ήδη πως ο σπόρος που είχε μόλις
φυτέψει είχε αρχίσει να ριζώνει μέσα σε ξένα αυτιά.
η αθώα μεσολάβηση της Λανφέν
Η γριά Λανφέν έφτασε στα κτήματα των Γκάο λίγο πριν το μεσημέρι. Ο ήλιος
ακόμη ανέβαινε και το φως έπεφτε καθαρό
πάνω στα χωράφια. Οι εργάτες μάζευαν ακόμη δεμάτια από τις άκρες των χωραφιών
και από τις αυλές ερχόταν η μυρωδιά βρασμένου ρυζιού που είχε αρχίσει να
ετοιμάζεται για το μεσημεριανό. Κοντά σε μια ξύλινη αποθήκη στεκόταν η μητέρα
του Γκάο Πινγκ, η Γουέν-Σιού, σκουπίζοντας τα χέρια της πάνω στην ποδιά της
έπειτα από τη δουλειά.
Η Λανφέν πλησίασε με το συνηθισμένο της ύφος, σαν να είχε βρεθεί εκεί
δίχως ιδιαίτερο λόγο. «Γουέν-Σιού», είπε με ένα χαμόγελο, «ακόμη δουλεύεις; Θα
σε ρίξει κάτω η κούραση μια μέρα.»
Η άλλη γυναίκα γέλασε κουρασμένα. «Και ποιος θα κάνει τις δουλειές αν
καθίσουμε;»
Αντάλλαξαν λίγες ακόμη συνηθισμένες κουβέντες· για τη σοδειά, για τη
ζέστη, για τις φήμες πως ο καιρός θα γύριζε νωρίς εκείνη τη χρονιά. Η Λανφέν
δεν βιαζόταν ποτέ όταν ήθελε να φτάσει κάπου. Άφηνε πάντα τη συζήτηση να
ανοίγει μόνη της, σαν πόρτα που την σπρώχνει απαλά ο άνεμος.
Ύστερα χαμήλωσε λίγο τη φωνή της. «Άκουσα για τον γιο σου… και τη
Χονγκ-Χουά.»
Η Γουέν-Σιού σήκωσε το βλέμμα της με συγκρατημένη περηφάνια. «Ο Πινγκ
φαίνεται να τη συμπάθησε.»
Η Λανφέν έγνεψε αργά, σαν να ζύγιζε τις επόμενες λέξεις.
«Όμορφο κορίτσι… πολύ όμορφο.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Τόσο όμορφο που ένας λογικός άνδρας
δύσκολα θα το διάλεγε για σύζυγο.»
Η Γουέν-Σιού συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Τι εννοείς;»
Η Λανφέν ανασήκωσε τους ώμους με τρόπο σχεδόν αθώο. «Άλλο γυναίκα για το
σπίτι κι άλλο γυναίκα που κάνει όλα τα βλέμματα να πέφτουν πάνω της. Μπορεί
ένας άνδρας να επιθυμεί μια τέτοια γυναίκα στο κρεβάτι του… μα ο γάμος είναι
διαφορετική υπόθεση. Εκτός κι αν θέλει να νιώθει κάθε μέρα πολιορκημένος από τα
μάτια των άλλων ανδρών.»
Η Γουέν-Σιού δεν μίλησε αμέσως. Η Λανφέν το πρόσεξε και συνέχισε πιο
ήρεμα.
«Και βέβαια… υπάρχουν και πράγματα που ίσως δεν γνωρίζετε ακόμη.»
Η άλλη γυναίκα την κοίταξε τώρα πιο προσεκτικά. «Τι πράγματα;»
Η Λανφέν δίστασε επίτηδες, σαν να μετάνιωνε ήδη που είχε αρχίσει να
μιλά.
«Λένε πως η Χονγκ-Χουά είχε προσφέρει υπηρεσίες στον παλαιό άρχοντα, τον
Τσενγκ-Γουέι. Μα ποιος μπορεί να γνωρίζει τι αληθεύει και τι όχι; Οι φήμες
μεγαλώνουν εύκολα στα κτήματα.»
Η Γουέν-Σιού έμεινε ακίνητη.
Η Λανφέν χαμήλωσε κι άλλο τη φωνή της. «Γι’ αυτό λέω πάντα πως πριν
προχωρήσει κανείς σε έναν γάμο, πρέπει να γνωρίζει καλά την άλλη πλευρά. Ίσως ο
Γκάο Πινγκ να βιάστηκε λίγο. Νέος είναι ακόμη. Η ομορφιά κάνει όλους τους νέους
να παίρνουν βιαστικές αποφάσεις.»
Κούνησε αργά το κεφάλι της.
«Μα αλλοίμονο αν ένας γάμος στηριχθεί πάνω στη βιασύνη.»
Για λίγο ακούστηκε μόνο ο αέρας που περνούσε ανάμεσα από τα ξερά στάχυα.
Η Γουέν-Σιού είχε χαμηλώσει το βλέμμα της, σαν να προσπαθούσε να βάλει σε τάξη
σκέψεις που δεν περίμενε να ακούσει εκείνη την ημέρα.
Η Λανφέν άγγιξε ελαφρά το μπράτσο της.
«Μπορεί να σε στενοχώρησα», είπε
χαμηλόφωνα, «μα καλύτερα να γνωρίζει κανείς κάτι από πριν παρά να το μαθαίνει
αργότερα.»
Έπειτα πρόσθεσε σχεδόν απολογητικά: «Συμπάθα με. Σαν γυναίκα ένιωσα πως
ήταν χρέος μου να μεταφέρω αυτές τις κουβέντες. Βέβαια… το κορίτσι είναι καλό
και εργατικό.»
Η Γουέν-Σιού δεν αποκρίθηκε αμέσως. Κοίταζε αφηρημένα προς τα χωράφια,
ενώ η Λανφέν στεκόταν δίπλα της ήσυχη πια, γνωρίζοντας πως είχε αφήσει ακριβώς
το βάρος που ήθελε μέσα στην καρδιά της άλλης γυναίκας.
οι
οδηγίες της μάνας
Μόλις χάθηκε η Λανφέν, η Γουέν-Σιού έτρεξε σχεδόν. Το φως είχε αρχίσει
να δυναμώνει και να βαραίνει πάνω στα κτήματα, προμηνύοντας το μεσημέρι που
πλησίαζε. Η γη έβγαζε μια ζέστη χαμηλή, σχεδόν υπόγεια, ενώ οι εργάτες δούλευαν
σκυφτοί, με ρυθμό σταθερό πάνω στις γραμμές της σοδειάς. Βρήκε τον άντρα της,
τον Γκάο Τζιούν, και τον πρωτότοκο γιο της, τον Γκάο Πινγκ, λίγο πιο πέρα από
τα χωράφια, εκεί όπου το μονοπάτι άνοιγε προς τα υπόστεγα. Τους τράβηξε
παράμερα, σχεδόν χωρίς να πάρει ανάσα.
«Δεν έχουμε χρόνο», είπε κοφτά. «Πρέπει να σκεφτούμε κάτι γρήγορα.»
Ο Γκάο Τζιούν την κοίταξε σαστισμένος. «Τι συνέβη;»
Η Γουέν-Σιού έσκυψε λίγο το κεφάλι, σαν να μην ήθελε να ακουστεί ούτε
από τον αέρα. «Ο γάμος του Γκάο Πινγκ με εκείνη τη Χονγκ-Χουά δεν πρέπει να
γίνει.»
Ο Γκάο Πινγκ έκανε να μιλήσει, αλλά εκείνη τον έκοψε με μια κίνηση του
χεριού.
«Το κορίτσι δεν είναι… καθαρό όπως το νομίζαμε», είπε χαμηλόφωνα,
διαλέγοντας τις λέξεις με προσοχή, σαν να περνούσε πάνω από λεπτό πάγο. «Δεν
είναι άσπρο μετάξι που έμεινε άθικτο στο αργαλειό.»
Έκανε μια παύση.
«Δεν θα φέρουμε στο σπίτι μας γυναίκα που δεν γνωρίζουμε.»
Ο αέρας έμεινε για μια στιγμή ακίνητος.
Η Γουέν-Σιού συνέχισε πιο ήρεμα, μα το βλέμμα της είχε σκληρύνει.
«Νόμιζες πως τα κόκκινα περιδέραια χαρίζονται σε όμορφες κοπέλες χωρίς λόγο;
Επειδή στάθηκαν σε μια αρρώστια ή μια τυχαία στιγμή;» Ένα σύντομο, πικρό
χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. «Αλλοίμονο αν οι μεγάλοι οίκοι ήταν τόσο
απλόχεροι.»
Ο Γκάο Πινγκ άνοιξε το στόμα του, έτοιμος να διαμαρτυρηθεί.
«Αν εσένα δεν σε πειράζει, εμάς μας πειράζει», τον έκοψε αμέσως. «Δεν θα
βάλω στο σπίτι μου γυναίκα που κάποτε ανήκε αλλού.»
Πιο σκυθρωπός από όλους έμεινε ο Γκάο Τζιούν. Το βλέμμα του βάρυνε.
Ο Γκάο Πινγκ σαν να απολογήθηκε. «Έχω δώσει την υπόσχεσή μου στον
άρχοντα Γκούο Ρεν», είπε χαμηλά, σαν να το έλεγε περισσότερο στον εαυτό του.
«Οι υποσχέσεις μπορούν να αναβληθούν», του απάντησε η Γουέν-Σιού
γρήγορα. «Μπορούν να καθυστερήσουν. Δεν σου είπε πως εκείνος ετοιμάζεται να
φύγει σύντομα; Εμείς είμαστε εκείνοι που βιαστήκαμε ή εκείνος; »
Ο Γκάο Πινγκ έγνεψε αργά, διστακτικά.
Η Γουέν-Σιού πήρε αμέσως απόφαση. «Θα πας τώρα στα κτήματα των Ντου. Θα
του πεις πως ο πατέρας σου αρρώστησε βαριά. Πως δεν μπορείς να σκέφτεσαι γάμους
μέχρι να συνέλθει.»
Ο νεαρός έμεινε για μια στιγμή ακίνητος, αλλά δεν είχε χώρο για
αντίρρηση.
«Εγώ και ο πατέρας σου θα πάμε σπίτι», συνέχισε εκείνη. Γύρισε προς τον
άντρα της και του έπιασε το μπράτσο. «Στηρίξου πάνω μου. Σαν να μην μπορείς να
σταθείς καλά. Πρέπει να φανεί πως είσαι άρρωστος. Για λίγες μέρες δεν θα βγεις
στα χωράφια.»
Ο Γκάο Τζιουν έγνεψε αργά και αφέθηκε πάνω της. Κάτω από το φως που είχε
σχεδόν φτάσει στο μεσημέρι, η Γουέν-Σιού τον οδήγησε βήμα το βήμα προς το
σπίτι, ενώ ο Γκάο Πινγκ είχε ήδη καβαλήσει το άλογό του και έφευγε βιαστικά
προς τα κτήματα των Ντου, σηκώνοντας πίσω του μια λεπτή σκόνη που έσβηνε
γρήγορα στον ζεστό αέρα.
όταν
κάτι αναβάλλεται… δεν έχει νόημα να ξαναγίνει.
Ο Γκάο Πινγκ έφτασε έφιππος στο πέτρινο σπίτι του Νανγκού. Το άλογο δεν
είχε ακόμη προλάβει να κόψει ταχύτητα όταν εκείνος πήδηξε κάτω σχεδόν βίαια,
χωρίς να περιμένει τον υπηρέτη να τον βοηθήσει. Η κίνηση ήταν απότομη, άτσαλη·
έδειχνε καθαρά την ένταση και την αγωνία που τον έσπρωχναν από μέσα. Πέρασε την
αυλή με γρήγορο βήμα και μπήκε στο κατώφλι χωρίς να σταθεί ούτε στιγμή να
τακτοποιήσει την ανάσα του. Η σκόνη του δρόμου είχε κολλήσει ακόμη πάνω του, μα
δεν έδινε σημασία.
«Ο άρχοντας Γκούο Ρεν!» φώναξε προς έναν υπηρέτη. «Πού είναι; Πρέπει να
τον δω αμέσως.»
Η απάντηση ήρθε ήρεμη, σχεδόν αδιάφορη.
«Ο άρχοντας έφυγε για επιθεώρηση στα κτήματα. Δεν έχει επιστρέψει
ακόμη.»
Ο Γκάο Πινγκ έσφιξε τα δόντια. Το βλέμμα του έμεινε για μια στιγμή
άδειο, σαν να μην χωρούσε η καθυστέρηση μέσα στη βιασύνη του. Γύρισε απότομα το
κεφάλι, σαν να περίμενε πως ο ίδιος ο Γκούο Ρεν θα εμφανιστεί αν το απαιτούσε
αρκετά δυνατά η σκέψη του.
Τότε εμφανίστηκε η Σου-Σι. Κατέβηκε αργά τα λίγα σκαλιά του εσωτερικού
διαδρόμου, με το γνωστό της μετρημένο βήμα. Τίποτα πάνω της δεν έδειχνε
βιασύνη, κι όμως το βλέμμα της καρφώθηκε αμέσως πάνω στον νεαρό. Δεν χρειαζόταν
περισσότερα από μια ματιά για να καταλάβει ότι κάτι είχε σπάσει στην πορεία που
μέχρι πριν λίγο έμοιαζε σταθερή.
«Γκάο Πινγκ», είπε ήρεμα. «Τι συνέβη;»
Εκείνος έκανε να μιλήσει αμέσως, αλλά η φωνή του βγήκε κομμένη, γεμάτη
πίεση.
«Πρέπει να δω τον άρχοντα. Είναι επείγον.»
Η Σου-Σι δεν ρώτησε ξανά. Δεν υπήρχε ανάγκη. Η ένταση στο σώμα του, το
βλέμμα που δεν στεκόταν πουθενά, η βιασύνη που δεν άφηνε χώρο για τυπικότητες,
όλα έλεγαν αρκετά. Κάτι είχε αλλάξει. Κάτι είχε ανακληθεί.
«Μπες μέσα», του είπε μόνο.
Καθώς τον οδηγούσε στον εσωτερικό χώρο, η Σου-Σι άρχισε να παρατηρεί πιο
προσεκτικά τις μικρές λεπτομέρειες: τον τρόπο που ανέπνεε, την ανησυχία που δεν
είχε ακόμη μορφή αλλά είχε ήδη κατεύθυνση. Κάτι είχε φτάσει στα αυτιά του. Κάτι
που δεν έπρεπε να έχει φτάσει τόσο γρήγορα. Ίσως οι φήμες. Ίσως τα «κόκκινα
περιδέραια». Ίσως οι παλιές ιστορίες για τις ευνοούμενες του πατέρα της. Δεν
ήξερε ποιο νήμα είχε τραβηχτεί. Κι αυτό την έκανε να ανησυχήσει. Γιατί εκεί που
όλα είχαν αρχίσει να βρίσκουν μια εφικτή πορεία, μια αθόρυβη παροχέτευση των προβλημάτων,
υπήρχε πάντα η πιθανότητα να επιστρέψει η πίεση.
Η Χονγκ-Χουά… Η σκέψη της στάθηκε εκεί λίγο περισσότερο απ’ όσο ήθελε.
Δεν την έβλεπε με ηθικούς όρους. Την έβλεπε ως πραγματικότητα, μια κοπέλα που,
όποιος την κρατούσε υπό την ευθύνη του, αργά ή γρήγορα θα βρισκόταν
εκτεθειμένος στην ομορφιά της. Δεν αδικούσε τον πατέρα της. Όσο κι αν μέσα της
δεν τον δικαιολογούσε για την προδοσία του απέναντι στη μητέρα της, κατανοούσε
τις επιλογές του.
Αλλά τώρα κάτι είχε αλλάξει. Αν η Χονγκ-Χουά επέστρεφε να «λιμνάσει» στα
κτήματα των Γκούο, δεν θα ήταν πια μια παλιά υπόθεση. Θα γινόταν κίνδυνος. Σταθερός.
Υπόγειος. Επίμονος.
Η Σου-Σι σταμάτησε πριν τον οδηγήσει πιο μέσα.
«Περίμενε εδώ», είπε ήρεμα στον Γκάο
Πινγκ.
Σε λίγο επέστρεψε προσφέροντάς του κάτι δροσερό να πιει, σαν να ήθελε να
μαλακώσει την ένταση πριν αυτή γίνει λόγος. Εκείνος πήρε το κύπελλο, δοκίμασε μια
γουλιά, μα αμέσως το άφησε.
«Καλύτερα… να περιμένω έξω», είπε σύντομα.
Δεν είχε υπομονή για σκιές και τοίχους. Βγήκε στην αυλή και άρχισε να
περπατά κυκλικά. Από τη μια άκρη στην άλλη, σαν να μετρούσε τον χώρο με τα
βήματά του. Ο χρόνος, όσο περίμενε, έμοιαζε να απλώνεται αφύσικα, να βαραίνει
τον αέρα, να γίνεται μεγαλύτερος από την πραγματική του διάρκεια. Κάθε τόσο
σταματούσε, κοιτούσε προς τον δρόμο. Και τότε τους είδε. Ο Γκούο Ρεν ερχόταν
μαζί με τον Λι Σαν. Ο άρχοντας περπατούσε ήρεμα, μα μόλις αντίκρισε τον Γκάο
Πινγκ, σήκωσε ελαφρά το βλέμμα του σε χαιρετισμό.
«Καλώς ήρθες», είπε σταθερά.
Μα η απάντηση δεν ήρθε με λόγια. Η ένταση στο πρόσωπο του Γκάο Πινγκ, το
σφιγμένο σαγόνι και τα ανήσυχα μάτια του, πρόδιδαν τα πάντα πριν καν μιλήσει. Ο
Γκούο Ρεν το κατάλαβε αμέσως. Τα νέα που έφερνε δεν ήταν ευχάριστα.
Ο Γκάο Πινγκ χαμήλωσε το βλέμμα του μόλις στάθηκε μπροστά στον Γκούο
Ρεν. Η βιασύνη της προηγούμενης ώρας είχε δώσει τη θέση της σε μια βαριά,
σχεδόν ενοχική ηρεμία.
«Συγχωρέστε με», είπε τελικά. «Δεν περίμενα αυτή την αναποδιά.»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να έψαχνε τις σωστές λέξεις χωρίς να τις
βρίσκει εύκολα.
«Ο πατέρας μου αρρώστησε βαριά. Σε μια τέτοια κατάσταση δεν μπορώ να
σκέφτομαι γάμο. Σας ζητώ λίγο χρόνο υπομονής. Όταν όλα έρθουν σε ισορροπία… θα
επιστρέψω για να ανανεώσω την πρόταση για τη Χονγκ-Χουά.»
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν βαριά, αλλά καθαρή.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε για λίγο. Δεν βιάστηκε να απαντήσει. Ήταν σαν να
είχε ήδη καταλάβει πριν καν ειπωθούν οι λέξεις ότι η ασθένεια του πατέρα ήταν
περισσότερο πρόφαση παρά πραγματικότητα.
«Όταν κάτι αναβάλλεται», είπε τελικά ήρεμα, «δεν έχει νόημα να
ξαναγίνει. Όταν χαθεί η κατάλληλη στιγμή, χάνεται και η προσπάθεια μαζί της.»
Έκανε μια μικρή παύση, το βλέμμα του σταθερό.
«Ίσως ήταν γραπτό να μην βρεις σύζυγο
από τα κτήματά μου.»
Ο Γκάο Πινγκ κατέβασε ακόμη περισσότερο το κεφάλι.
«Από μένα είσαι ελεύθερος να φύγεις. Η πρόταση διαλύεται εδώ. Ξεγράφεται
μαζί με τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν. Δεν φταίει κανείς. Ούτε εσύ, ούτε ο
πατέρας σου. Ίσως απλώς η τύχη να μην ήθελε αυτή την ένωση.»
Ο Γκάο Πινγκ υποκλίθηκε βαθιά. Δεν μίλησε άλλο. Έφυγε. Από τη στιγμή που
πέρασε την αυλή του πέτρινου οικήματος ένιωθε ελαφρύτερος. Είχε ξεφορτωθεί από πάνω του ένα βάρος πριν
καν προλάβει αυτό να γίνει μόνιμο. Το άλογό του δεν έτρεχε πια όπως πριν. Δεν
το πίεζε. Άφηνε τα ηνία χαλαρά, και ο δρόμος τον πήγαινε σχεδόν μόνος του πίσω
προς τα κτήματά του. Ο αέρας είχε αλλάξει. Τα χωράφια άνοιγαν γύρω του ήσυχα, η
μυρωδιά της γης ανέβαινε ζεστή και γνώριμη. Για πρώτη φορά μετά από ώρα,
ανέπνευσε χωρίς πίεση στο στήθος.
Ήταν παράξενα ευχάριστο να μην
κουβαλάς μια απόφαση που δεν είχες προλάβει να σκεφτείς καλά αν ήταν δική σου.
Δεν ήξερε γιατι, μα στο πρόσωπό του ασυναίσθητα είχε χαραχτεί ένα μεγάλο
χαμόγελο. Ένα χαμόγελο με διάρκεια που δεν μπορούσε να σβήσει ούτε ακόμη και
όταν έφτασε στην περιοχή του. Η εικόνα της Χονγκ-Χουά πέρασε από το μυαλό του.
Όμορφη, ναι. Πολύ όμορφη. Μα όχι για τον ίδιο. Όχι για τη ζωή που μπορούσε να
της προσφέρει. Ίσως κάποτε, όταν θα είχε γίνει κάτι μεγαλύτερο, να μπορούσε να
σταθεί δίπλα σε μια τέτοια γυναίκα χωρίς να νιώθει μικρός. Τώρα όμως το ήξερε. Δεν
θα μπορούσε να την κρατήσει.
ένας νέος ρόλος για την Χονγκ-Χουά
Το πέτρινο διοικητήριο των Ντου είχε βυθιστεί σε μια βαριά σιωπή μετά
την αποχώρηση του Γκάο Πινγκ. Ο Ντου
Γκούο Ρεν στεκόταν μπροστά στο τραπέζι των λογαριασμών, με το επάνω ένδυμά του
μισάνοιχτο και το βλέμμα σκοτεινό. Ένα φλιτζάνι τσάι είχε μείνει ανέγγιχτο
δίπλα του.
Απέναντί του, γονατισμένη κοντά στο
ψάθινο στρώμα, η Σου-Σι —η Ρουό-Σι κάτω από την ψεύτικη ταυτότητα της
υπηρέτριας— δίπλωνε αργά κάποια έγγραφα. Μόνο όταν έμεναν μόνοι, μέσα σε
κλειστούς χώρους και μακριά από μάτια υπηρετών, άφηνε για λίγες στιγμές τη φωνή
της να αποκτήσει τον φυσικό της τόνο.
«Έπρεπε να τον αφήσεις να την πάρει,»
είπε ήρεμα.
Ο Γκούο Ρεν γέλασε χωρίς χιούμορ. «Δεν
το κατάλαβες πως έψαχνε αφορμή για σπάσει τη συμφωνία;»
Η Ρουό-Σι σήκωσε αργά το βλέμμα.
«Δεν ακύρωσες τον γάμο γι’ αυτό.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως.
Περπάτησε ως το παράθυρο και κοίταξε την αυλή, στο βάθος μόλις διακρίνονταν οι
οροφές των αποθηκών.
Η Χονγκ-Χουά ήταν το πραγματικό πρόβλημα. Εκεί που είχε καταφέρει να
αποδεσμευτεί από τις δύο άλλες «ευνοούμενες» του πατέρα του, την Λινγκ-Λου και
την Τσινγκ-Για, εκεί που είχε βρει μια πορεία για την τρίτη «ευνοούμενη» την
Χονγκ-Χουά, την πιο όμορφη απ’ όλες, τώρα χωρίς να ευθύνεται η ίδια, θα παρέμενε στα κτήματα των Ντου, λες
και κάποια δύναμη δεν ήθελε να την ξεκολλήσει από εκεί.
Όταν ακόμη ζούσε ο πατέρας τους, ο Τσενγκ-Γουέι, η πυρόξανθη Χονγκ-Χουά είχε
υπάρξει επίσημα ευνοούμενή του. Όμορφη, λεπτή σαν κλαδί ιτιάς, με εκείνο το
ήρεμο χαμόγελο που έκανε τους άνδρες να πιστεύουν πως τους καταλάβαινε καλύτερα
απ’ όσο καταλάβαιναν οι ίδιοι τον εαυτό τους.
Και ο ίδιος ο Γκούο Ρεν είχε υποκύψει στη σαγήνη της. Είχε παρασυρθεί
και είχε ζήσει μια νύχτα μαζί της,— μια στιγμή αδυναμίας που τώρα του
προκαλούσε περισσότερο ταραχή παρά επιθυμία.
«Δεν μπορεί να παραμείνει εδώ έτσι,» είπε τελικά. «Ούτε ως γυναίκα του
εσωτερικού σπιτιού ούτε ως άχρηστο
στολίδι.»
Η Ρουό-Σι άφησε αργά τα χαρτιά.
«Αν μείνει κοντά σου, θα παρασύρει και σένα, όπως τον πατέρα μας.»
Ο τόνος της ήταν ψυχρός, όμως ο Γκούο Ρεν διέκρινε από κάτω κάτι πιο
προσωπικό. Ζήλια ίσως. Ή φόβο.
Εκείνος γύρισε προς το μέρος της. «Μιλάς σαν να πρόκειται για δαιμόνιο,
για αλεπού-πνεύμα.»
Η Ρουό-Σι δεν χαμογέλασε. Η σιωπή
κράτησε αρκετά. Έπειτα σηκώθηκε και πλησίασε το τραπέζι.
«Τι σκέφτεσαι να κάνεις;»
Ο Γκούο Ρεν άρχισε να απαριθμεί λύσεις σαν να μιλούσε για εμπορεύματα.
Να της δοθεί μικρή κατοικία στα
εξωτερικά κτήματα μαζί με επίδομα σιτηρών.
Να παντρευτεί κάποιον επιστάτη ή
λογιστή των Ντου, άνθρωπο συνετό ώστε να
δεχτεί χωρίς ερωτήσεις.
«Καμία από αυτές τις λύσεις δεν είναι
ασφαλής,»
«Γιατί;»
«Γιατί είναι όμορφη.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε έκπληκτος.
«Η ομορφιά δεν είναι έγκλημα.»
«Όχι. Αλλά μέσα σε ένα σπίτι μπορεί να
γίνει συμφορά.»
Η Ρουό-Σι πλησίασε περισσότερο. Χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της.
«Η ομορφιά είναι δύναμη. Η Χονγκ-Χουά ξέρει να επιβιώνει. Ξέρει να κάνει
έναν άνδρα να πιστεύει πως χωρίς αυτήν το σπίτι του είναι άδειο. Το έκανε στον
πατέρα μας. Δεν θυμάσαι που αργούσε πάντα να επιστρέψει από το Νανγκού; Δεν θυμάσαι τη μάνα μας που
δεν μίλαγε όταν εκείνος επέστρεφε; Με τον καιρό θα το κάνει και σε σένα.»
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε, αλλά δεν τη διέκοψε.
«Αν της δώσεις σπίτι, θα αποκτήσει επιρροή στους ανθρώπους των κτημάτων.
Αν την παντρέψεις εδώ κοντά, θα συνεχίσει να κινείται γύρω μας.»
«Και ποια είναι η δική σου πρόταση;»
Η Ρουό-Σι έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Να της δοθεί θέση που να φαίνεται
τιμητική, αλλά να την κρατά μακριά από το κέντρο των κτημάτων.»
Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε το βλέμμα σαν να
βρισκόταν μπροστά σε μια πιθανή διέξοδο.
«Στα
νότια κτήματα υπάρχει το παλιό οίκημα των μεταξοσκωλήκων» συνέχισε εκείνη. «Η
διαχείριση έχει διαλυθεί από χρόνια. Οι γυναίκες εκεί κλέβουν μετάξι. Το μετάξι
χάνεται, οι απογραφές είναι ψεύτικες και κανείς από τους επιστάτες δεν θέλει να
αναλάβει την ευθύνη.»
«Θες να τη στείλω εκεί;»
«Ως επόπτρια των γυναικών του μεταξιού.»
Η λέξη έμεινε για λίγο μετέωρη στον
αέρα.
«Θα έχει θέση, τροφή και αξιοπρέπεια. Δεν θα μπορεί να παραπονεθεί ότι
την πετάξαμε σαν κοινή παλλακίδα. Αλλά θα βρίσκεται μακριά από εδώ. Αν
αποτύχει, θα φταίει η ίδια. Αν πετύχει, τα κτήματα θα ωφεληθούν.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός. Ήταν πράγματι
έξυπνη λύση. Πολύ έξυπνη.
Η Ρουό-Σι χαμήλωσε το βλέμμα για να κρύψει την ένταση στο πρόσωπό της. Δεν
την ενδιέφερε πραγματικά το μετάξι. Ήθελε μόνο τη Χονγκ-Χουά μακριά από τον
αδελφό της. Μακριά από τα βράδια, από τα βλέμματα, από τις αδυναμίες που
γεννούσε η μοναξιά.
Ο Γκούο Ρεν πλησίασε αργά το τραπέζι. «Μερικές φορές,» είπε χαμηλόφωνα,
«νομίζω πως με επιτηρείς περισσότερο κι από σύζυγος.»
Η Ρουό-Σι χαμογέλασε ελαφρά χωρίς να τον κοιτάξει.
«Κάποιος πρέπει να προστατεύει το σπίτι των Ντου από τις γυναίκες που
αγαπούν υπερβολικά την εξουσία, από γυναίκες που γνωρίζουν πολύ καλά τη δύναμη
της ομορφιάς.»
Αλλά μέσα της ήξερε πως η πιο επικίνδυνη γυναίκα στο δωμάτιο δεν ήταν η
Χονγκ-Χουά. Ήταν η ίδια.
ο
ξεριζωμός
Το πρωινό φως απλωνόταν πάνω από τα κτήματα του Νανγκού με εκείνη τη
χλωμή καθαρότητα των ανοιξιάτικων ημερών πριν σηκωθεί η ζέστη. Η υγρασία είχε
μείνει ακόμη πάνω στα φύλλα του κεχριού και στις πέτρες των χαμηλών αναβαθμών.
Από τους στάβλους ακουγόταν το ανήσυχο φύσημα των βοδιών που είχαν ήδη ζευτεί
στα κάρα. Μπροστά στο πέτρινο διοικητήριο των Ντου είχε σχηματιστεί μια αργή
σειρά ανθρώπων. Δεν έμοιαζαν με ταξιδιώτες. Έμοιαζαν με ανθρώπους που ξερίζωναν
τη ζωή τους από τη γη. Πάνω στα ξύλινα κάρα είχαν στοιβάξει όσα μπορούσαν να
πάρουν: δεμένα στρώματα από άχυρο, καλάθια με σκεύη, παλιά βαμβακερά παπλώματα,
ξύλινα εργαλεία, σακιά με κεχρί, μικρά βάζα με αποξηραμένα βότανα, κουβέρτες
που μύριζαν ακόμη καπνό και υγρασία από σπίτια όπου είχαν κοιμηθεί επί χρόνια.
Μερικοί είχαν πάρει πράγματα σχεδόν άχρηστα. Ένα σπασμένο πήλινο μπολ. Ένα
μικρό ξύλινο παιχνίδι. Μια παλιά χτένα. Ένα σκουριασμένο μαχαίρι κουζίνας. Πράγματα
χωρίς αξία για άλλους ανθρώπους, μα βαριά από μνήμες.
Η Γου Μέι στεκόταν λίγο πιο πέρα, ανάμεσα σε όσους έμεναν. Το πρόσωπό
της έμοιαζε ανέκφραστο, όμως τα μάτια της παρακολουθούσαν κάθε κάρο σαν να
μετρούσαν αθόρυβα τα κομμάτια μιας ζωής που έφευγαν.
Ο Πενγκ Λου και η Γου Ζιάν είχαν έρθει επίσης να αποχαιρετήσουν τους
αναχωρούντες. Η Γου Ζιάν κρατούσε ένα μικρό δέμα με ψημένα ψωμάκια από κεχρί
και τα έδινε σιωπηλά σε όσους περνούσαν. Ο Πενγκ Λου βοηθούσε να δεθούν τα
σκοινιά στα φορτία χωρίς πολλές κουβέντες.
Ο Λιου Κάι στεκόταν πίσω από τον Μινγκ Ζενγκ σαν νεαρός ακόλουθος που
δεν ήξερε ακόμη πού να ακουμπήσει τα χέρια του.
Κοντά στην είσοδο του διοικητηρίου, κάτω από τη σκιά των πέτρινων
κιόνων, στεκόταν όρθιος ο επιστάτης Λι Σαν με ξύλινο κιβώτιο λογαριασμών
μπροστά του. Έδινε στους αναχωρούντες τη μικρή αποζημίωση που είχε εγκρίνει ο
Ντου Γκούο Ρεν: λίγα ασημένια νομίσματα, δύο σακιά σιτηρών ανά οικογένεια και
άδεια μετακίνησης με τη σφραγίδα των Ντου ώστε να μην τους σταματήσουν εύκολα
οι τοπικοί φρουροί.
Δίπλα του στεκόταν η Σου-Σι. Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο και ψυχρό σαν
λείο πορσελάνινο αγγείο. Κρατούσε ανοιχτό κατάστιχο και σημείωνε ονόματα χωρίς
να σηκώνει συχνά το βλέμμα της.
Όμως θυμόταν τους πάντες. Τους είχε δει στην νυχτερινή συνάντηση των
«Επιστρεφόντων». Τους ψιθύρους. Τα βλέμματα. Τα χέρια που ενώνονταν μέσα στο
σκοτάδι σαν να μπορούσαν να χτίσουν άλλον κόσμο. Και θυμόταν ιδιαίτερα τη Ντουάν
Χου. Η μεγαλύτερη γυναίκα πλησίασε κρατώντας τα ηνία του κάρου της. Πίσω της
ανέβηκε αθόρυβα η Γκου Μεϊγιού, ψηλή,
ντυμένη με σκούρο μπλε βαμβακερό ένδυμα. Τα μάτια της απέφευγαν όλους.
Η Σου-Σι σήκωσε αργά το βλέμμα από το κατάστιχο. Για μια στιγμή θυμήθηκε
καθαρά εκείνη τη νύχτα στο εγκαταλειμμένο σπίτι των συγκεντρώσεων· τη χαμηλή
φλόγα του λυχναριού, τη μυρωδιά του λαδιού, τη Χε Τζι να της χαμογελά και να
της λέει πως οι άνθρωποι της Επιστροφής δεν φοβούνταν τις αλήθειες της καρδιάς.
Και δίπλα της η Ντουάν Χου. Το αργό, γλυκό βλέμμα της.
Η παράξενη ζεστασιά με την οποία της
είχε αγγίξει τότε το χέρι. Πίσω της στεκόταν ήδη τότε η σιωπηλή νεαρή Μεϊγιού
σαν σκιά. Η Σου-Σι είχε αισθανθεί εκείνη τη νύχτα πως προσπαθούσαν να την
τραβήξουν μέσα σε κάτι χωρίς όρια. Όχι μόνο πίστη. Κάτι πιο επικίνδυνο. Έναν
κόσμο όπου οι άνθρωποι δικαιολογούσαν κάθε επιθυμία στο όνομα της ελευθερίας. Το
βλέμμα της ψυχράθηκε περισσότερο.
«Η αποζημίωση σας είναι πλήρης,» είπε κοφτά.
Η Ντουάν Χου ανταπέδωσε το βλέμμα χωρίς να σκύψει το κεφάλι.
«Δεν χρειαζόμαστε τη λύπη κανενός.»
«Δεν προσφέρω λύπη,» αποκρίθηκε η Σου-Σι.
Η Μεϊγιού ακούμπησε διακριτικά το χέρι της πάνω στο μανίκι της συντρόφου
της, σαν να φοβόταν ότι η μεγαλύτερη γυναίκα θα μιλούσε περισσότερο. Το κάρο
τους προχώρησε αργά.
Μετά ήταν η σειρά του Σου Σεν
και της οικογένειάς του. Δύο βαρυφορτωμένες
άμαξες με κάθε είδους σκεύη, στρώματα και αντικείμενα. Η Ζόου-Σιάν καθόταν στην
πρώτη, τα χέρια της να χαϊδεύουν τα δεμένα αγαθά με ένα μείγμα φροντίδας και
προσκόλλησης. Κάθε αντικείμενο ήταν πολύτιμο· όχι για την αξία του, αλλά για τη
χρήση και την ασφάλεια που παρείχε στην οικογένειά της. Δεν ήθελε να κοιτάξει
κανένα, να χαιρετήσει κανένα. Για εκείνη όλοι ήταν υπεύθυνοι που την ανάγκαζαν
να φύγει με την οικογένειά της. Ίσως αν
είχε χρόνο να μετέπειθε τον άνδρα της, τον Σου Σεν. Αλλά εκείνος είχε
αποφασίσει γρήγορα. Δεν ήθελε μπροστά στα παιδιά τους να φέρει αντίρρηση.
Ο Λι Σαν χαμογέλασε φιλικά, αναγνωρίζοντας την αξία του Σουν Σεν. «
Ήσουν από τους πιο άξιους εργάτες μας,» είπε, και η φωνή του είχε μια
ειλικρίνεια που έμοιαζε να ξεπερνά την τυπική ευγένεια.
Η Σου-Σι, χωρίς να χαμογελάσει, πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Η αποζημίωσή σας
είναι διπλή.»
Ο Σουν Σεν σήκωσε αμέσως το κεφάλι του
και πήγε να διαμαρτυρηθεί: «Δεν είναι δίκαιο!»
Η Σου-Σι τον σταμάτησε αυστηρά, τα μάτια της παγωμένα: «Δεν είναι για σένα. Είναι για τα παιδιά σου.»
Ο Σουν Σεν κάμφθηκε. Πήρε το ποσό και ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από
πάνω του, αλλά όχι την αίσθηση λύτρωσης.
Βγαίνοντας, χαιρέτησε τυπικά τον Μινγκ Ζενγκ: «Οι δρόμοι μας χωρίζουν
εδώ,» είπε κοιτάζοντάς τον κάπως υποτιμητικά.
Η πρώτη άμαξα ξεκίνησε. Η Ζόου-Σιάν κοίταξε γεμάτη αντιπάθεια προς τα
κτήρια και τους ανθρώπους του Γκούο Ρεν, κρατώντας σφιχτά τα αγαθά που με τόσο
κόπο είχε οργανώσει. Η δεύτερη άμαξα ακολουθούσε πίσω, με του δύο γιους της και
την μικρή της κόρη, γεμάτη αντικείμενα και μνήμες, καθώς η οικογένεια του Σουν
Σεν άφηνε πίσω της τα κτήματα, ξεκινώντας έναν δρόμο αβέβαιο, αλλά δικό τους.
Πίσω ακολουθούσαν οι αδελφοί Φανγκ. Ο Φανγκ Γιτιάν είχε ήδη ανέβει στο
κάρο, ενώ ο μικρότερος αδελφός του, ο Φανγκ Σεν, στεκόταν κάτω από αυτό χωρίς
να ξέρει πώς να κρατήσει το πρόσωπό του ακίνητο. Οι δυο άντρες αγκαλιάστηκαν
σφιχτά.
«Αν
κάποτε βρεις τόπο να σταθείς,» είπε ο Σεν χαμηλόφωνα, «στείλε λέξη.»
Ο Φανγκ Γιτιάν χαμογέλασε κουρασμένα. «Όλοι οι δρόμοι είναι προσωρινοί.»
Ύστερα ανέβηκε στο κάρο χωρίς να ξανακοιτάξει πίσω.
Ο Ταν Ζονγκλί φόρτωσε μόνος τα πράγματά του. Είχε τόσο λίγα που το κάρο
του έμοιαζε σχεδόν άδειο. Ένα στρώμα. Δύο σακιά. Ένα παλιό ξύλινο κιβώτιο
δεμένο με σκοινί. Όταν πέρασε μπροστά από τον Μινγκ Ζενγκ, σταμάτησε για λίγο.
«Στο τέλος,» είπε χαμηλόφωνα, «ο άνθρωπος κουβαλά λιγότερα απ’ όσα
νόμιζε.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έγνεψε μόνο. Και τότε ακούστηκε κλάμα. Η μικρή Λιάν είχε
σφιχτεί πάνω στο μανίκι του πατέρα της. Ο Γκενγκ Ντο στεκόταν ήδη πάνω στο κάρο
δίπλα στη Σιαογιού. Το πρόσωπό του ήταν κουρασμένο, βαρύ, σαν άνθρωπος που είχε
χάσει τον δρόμο πριν ακόμη ξεκινήσει το ταξίδι. Η Σιαογιού καθόταν ακίνητη. Δεν
έκλαιγε. Δεν κοιτούσε σχεδόν κανέναν. Μόνο τα χέρια της έμεναν σφιγμένα πάνω
στα γόνατά της.
Η Λιάν όμως δεν μπορούσε να κρατηθεί. «Πατέρα…» Η φωνή της έσπασε. Ο
Γκενγκ Ντο κατέβηκε για μια στιγμή από το κάρο και την αγκάλιασε σφιχτά, σχεδόν
αδέξια, σαν άνθρωπος που δεν είχε μάθει να δείχνει τρυφερότητα χωρίς ενοχή. Η
Σιαογιού τούς κοιτούσε από πάνω. Η έκφρασή της έμεινε ήρεμη, όμως κάτι σκοτεινό
πέρασε βαθιά μέσα στα μάτια της όταν είδε τη μικρότερη αδελφή της να κλαίει
έτσι.
Η Λιάν γύρισε τότε ασυναίσθητα προς τη Σου-Σι.
Και η Σου-Σι, για πρώτη φορά εκείνο το
πρωινό, μαλάκωσε. Πλησίασε αργά το κορίτσι και το αγκάλιασε. Η Λιάν ακούμπησε
πάνω της σαν παιδί που είχε κουραστεί να είναι δυνατό.
«Μη φοβάσαι,» της είπε χαμηλόφωνα η Σου-Σι. «Θα μείνεις στο πέτρινο
σπίτι. Δεν θα σε αφήσουμε μόνη.»
Η Λιάν έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να κλαίει πιο σιωπηλά.
Πίσω τους, στην αυλή, ο Ντου Γκούο Ρεν στεκόταν ακίνητος. Δεν είχε
μιλήσει σχεδόν καθόλου όλο το πρωινό. Το φως έπεφτε πάνω στο σκούρο επίσημο
ένδυμά του και έκανε το πρόσωπό του να φαίνεται ακόμη πιο σκληρό. Όμως δεν
κοιτούσε τους ανθρώπους που έφευγαν. Κοιτούσε μόνο τον Μινγκ Ζενγκ. Και ο
ηλικιωμένος αναχωρητής ανταπέδιδε το βλέμμα. Σαν να υπήρχε ανάμεσά τους μια
τελευταία σιωπηλή συνεννόηση ανθρώπων που είχαν καταλάβει ότι καμιά πίστη δεν
μένει καθαρή όταν περάσει μέσα από αρκετές ζωές.
Τα κάρα άρχισαν επιτέλους να κινούνται. Οι τροχοί έτριξαν πάνω στο ξερό
χώμα της αυλής. Οι γυναίκες που έμεναν σήκωσαν αργά τα χέρια σε αποχαιρετισμό. Μερικοί
άντρες έσκυψαν το κεφάλι. Άλλοι δεν τόλμησαν να κοιτάξουν. Ο Μινγκ Ζενγκ
στάθηκε τελευταίος στην πύλη του πέτρινου διοικητηρίου.
Ο αέρας του πρωινού περνούσε μέσα από τα φαρδιά μανίκια του ξεθωριασμένου
ενδύματός του. Και τότε μίλησε με καθαρή, ήρεμη φωνή:
«Είθε οι δρόμοι να μη σας αρνηθούν
καταφύγιο.»
Τα κάρα συνέχισαν να απομακρύνονται.
«Είθε τα βουνά να σας προστατεύσουν
από τους κακούς ανθρώπους.»
Μερικοί χαμήλωσαν το κεφάλι ακούγοντάς τον.
«Είθε οι πρόγονοι να θυμούνται τα
ονόματά σας ακόμη κι αν αλλάξετε τόπο.»
Η φωνή του ακολούθησε τα κάρα ώσπου έφτασαν στον χωμάτινο δρόμο έξω από
τα κτήματα.
«Και είθε οι καρδιές σας να μη γίνουν πιο σκληρές από όσο χρειάζεται για
να επιβιώσουν.»
Ύστερα σώπασε.
Το φως είχε δυναμώσει πια πάνω από το Νανγκού. Και οι άνθρωποι της
Επιστροφής χάθηκαν αργά μέσα στον πρωινό δρόμο, παίρνοντας μαζί τους όχι μόνο
τα υπάρχοντά τους, αλλά και τις σιωπές, τις επιθυμίες και τις μυστικές ζωές που
είχαν αφήσει να ριζώσουν στα κτήματα των Ντου επί τόσα χρόνια.
η
σύσκεψη των τεσσάρων στο πέτρινο διοικητήριο
Μετά την αναχώρηση των πιστών της φράξιας των «ανθρώπων της επιστροφής» στο
πέτρινο σπίτι, το άτυπο διοικητήριο των κτημάτων του Νανγκού, μπήκαν ο Γκούο Ρεν,
ο Λι Σαν, ο Μινγκ Ζενγκ και η Σου-Σι. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, γεμάτη
ανεπίλυτες εκκρεμότητες. Κάθισαν γύρω από το μεγάλο ξύλινο τραπέζι, και για
λίγα λεπτά η σιωπή κάλυπτε κάθε ήχο, εκτός από το ελαφρύ τρίξιμο του πατώματος.
Ο Γκούο Ρεν πήρε το λόγο πρώτος, με φωνή σταθερή αλλά αποφασιστική.
«Πρέπει να με ενημερώσετε για τις κενές
θέσεις και πώς μπορούν να καλυφθούν. Μέχρι αύριο το πρωί θέλω όλα τα στοιχεία
και τις πιθανές λύσεις.»
«Τώρα πλέον μένουν κενά τα σπίτια του Σουν Σεν, της Ντουάν Χου, του Ταν
Ζονγκλί.» καταμέτρησε πρόχειρα ο Γκούο Ρεν.
«Και του Γκενγκ Ντο» τον
συμπλήρωσε η Σου-Σι.
«Μα εκεί μένει η κόρη του, η Λιάν» απόρησε ο Γκούο Ρεν.
«Δεν μπορεί μια κοπέλα μόνη να μείνει τόσο απομακρυσμένα. Θα έρθει να
μείνει εδώ» είπε κάπως απότομα η Σου-Σι, με φωνή βέβαιη που δεν σήκωνε αντίρρηση. Ο Λι Σαν παραξενεύτηκε λίγο
από τον τόνο της φωνής της. Ο Μινγκ
Ζενγκ παρέμεινε ήρεμος χαμογελώντας αμυδρά. Διαισθανόταν ότι κάποια υπόγεια σχέση συνέδεε
εκείνη με τον Γκούο Ρεν, φαινόταν στον τρόπο που συμπεριφερόταν, διακρινόταν
στον τρόπο που κοιτούσε, φαινόταν ότι δεν ήταν μεγαλωμένη σαν υπηρέτρια.
«Έχεις δίκηο» είπε κουνώντας το κεφάλι του καταφατικά ο Γκούο Ρεν. Μετά
σα να ξέχασε εντελώς το ζήτημα απευθύνθηκε στο Λι Σαν. «Θα επιθεωρήσεις τα κενά
σπίτια. Όποιο αντικείμενο έμεινε παρατημένο εκεί, θα καταγραφεί και θα
μεταφερθεί σε ασφαλή χώρο. Δεν θέλω να γεννηθεί στους εργάτες καμιά ιδέα για
λαφυραγωγία. Μινγκ Ζενγκ θα τον βοηθήσεις και εσύ στην καταγραφή.»
Μετά από μικρή παύση και καθώς όλοι αναλογίζονταν τις πιθανές
εκκρεμότητες ο Γκούο Ρεν άλλαξε τον επιτακτικό τόνο της φωνής του, σε πιο
ανθρώπινο, πιο οικείο. «Σε λίγες ημέρες θα έρθει και ένας νέος βοηθός του Λι
Σαν. Τα κτήματα έχουν μεγαλώσει και θα χρειαστούμε βοήθεια. Η Χονγκ-Χουά θα
αναλάβει την αποθήκη με τους μεταξοσκώληκες. Εκείνη θα επιβλέπει όσους
εργάζονται εκεί. Εκεί θα κοιμάται. Για τα νότια κτήματα έχω δώσει οδηγίες στον
Λι Σαν.»
Στράφηκε προς τον Λι Σαν: «Λι Σαν θα ενημερώσεις τον Μινγκ Ζενγκ για τις νέες καλλιέργειες. Η
ακτίνα σας θα είναι μέχρι το μικρό κτήμα με το πέτρινο κτίσμα. Εκεί θα
πηγαίνεις μόνο εσύ για επίβλεψη ή για ό,τι άλλο χρειαστεί. Ο Γουέι Τζιαν θα
έχει δικαιοδοσία μόνο στο Νανγκού, πουθενά αλλού.»
«Κι αν προκύψει κάποια διαφωνία ανάμεσα στους εργάτες;» τον ρώτησε ο
Λι Σαν ανήσυχος.
«Αυτό θα το αναλάβει ο Μινγκ Ζενγκ. Κριτής ανθρώπων δεν ήταν; Έχει την
εμπειρία και την ηλικία. Πιστεύω ότι θα είναι ακριβοδίκαιος.» Ο Λι Σαν συμφώνησε με κίνηση της κεφαλής του.
«Αν το πρόβλημα είναι σοβαρό,
τότε θα πρέπει να το μάθω. Θα στείλεις
αγγελιαφόρους μέχρι την γη της ‘πέτρινης γυναίκας’. Εκεί θα είναι άνθρωποι που
θα μου το μεταφέρουν αμέσως.»
Ο Γκούο Ρεν σταμάτησε και τους κοίταξε έναν έναν. «Υπάρχει κάποια πρόταση;»
Κανείς δεν απάντησε ή δεν εξέφρασε κάποια απορία. «Μην φοβάστε. Όπως
δουλεύατε τόσα χρόνια χωρίς εμένα, έτσι θα συνεχίσετε. Τη δουλειά τη
γνωρίζετε.»
«Και αν κάποιος εργάτης δείξει ανυπακοή; Αν δείξει αδιαφορία στην εργασία;» τον ρώτησε ο
Λι Σαν.
«Θα το αναφέρεις στον Μινγκ Ζενγκ. Εκείνος θα το εξετάσει. Δεν υπάρχει
πολυτέλεια για υπολειτουργία. Όταν η αμοιβή είναι δίκαιη, τότε η τιμωρία είναι
πιο αυστηρή. Δεν έχει κανείς ελαφρυντικά για να υπονομεύει την ομάδα.»
Ο Γκούο Ρεν χαμήλωσε τη φωνή του ελέγχοντας μήπως κάποια βοηθός του
σπιτιού άκουγε τη συζήτηση. Έκανε ένα νόημα στη Σου-Σι να πάει να ελέγξει.
Εκείνη αμέσως σηκώθηκε από τη θέση της και προσποιήθηκε ότι πήγαινε στους μέσα
χώρους του σπιτιού. Μετά γύρισε αμέσως αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχαν κρυμμένα
αυτιά. Προτίμησε τώρα να σταθεί όρθια, ακριβώς απέναντί του.
«Είμαστε σε επιτήρηση.» είπε ο Γκούο Ρεν. «Μέχρι να ξεκαθαρίσουν
απολύτως τα πράγματα και να διαλυθεί η ομίχλη πρέπει όλα να λειτουργούν
άψογα. Όλα να είναι ορατά.»
Ο Λι
Σαν με κάποια καθυστέρηση έκανε μια μικρή ερώτηση. «Και αν ο πατέρας του Γκάο
Πινγκ γίνει καλά και ο Γκάο Πινγκ έρθει και ζητήσει πάλι την Χονγκ-Χουά;»
Ο Γκούο Ρεν αυστηρά απάντησε «Αυτό έχει
τελειώσει. Συμφωνία που ακυρώθηκε δεν ξανασυζητιέται. Ας κάνουν ο,τι
θέλουν μόνοι τους. Ο οίκος πλέον δεν έχει καμμία ανάμειξη.»
Ο Μινγκ Ζενγκ σχολίασε ήρεμα «Δεν νομίζω ότι η Χονγκ-Χουά ενδιαφέρεται
για τον νεαρό. Αν επανέλθει ο Γκάο Πινγκ, θα έρθει για να ζητήσει άλλη κοπέλλα,
κάποια που να του ταιριάζει».
«Όπως και να έχει… Αυτό δεν αφορά τον οίκο. Ο οίκος δεν γίνεται
εγγυητής» κατέληξε ο Γκούο Ρεν.
«Συνοψίζω» είπε αυστηρά ο Γκούο Ρεν. «Τον τομέα με τους μεταξοσκώληκες
θα τους αναλάβει η Χονγκ-Χουά. Το μικρό κτήμα με το πέτρινο κτίσμα θα το ελέγχει
η Γου Σία. Ο Γουέι Τζιαν θα κινείται μόνο μέσα στο Νανγκού. Δεν θα του
επιτραπεί πέρα από εδώ. Ο Μινγκ Ζενγκ θα ελέγχει το προσωπικό και τα κατάστιχα.
Εσύ, Λι Σαν, είσαι ο γενικός επιστάτης. Μόνο εσύ θα κινείσαι εκτός των
κτημάτων. Πηγαίνετε τώρα να ελέγξετε τα σπίτια που έμειναν κενά. Αύριο περιμένω
αναφορά από τον καθένα σας.»
Οι δύο άνδρες σηκώθηκαν και ετοιμάστηκαν να
αποχωρήσουν. Ο Γκούο Ρεν κοίταξε για λίγο τον Λι Σαν σιωπηλά. «Περίμενε» είπε
πριν ο Λι Σαν κάνει ένα βήμα προς την έξοδο. Ύστερα έβγαλε από το μανίκι του
ένα στενό πλακίδιο από σκούρο ξύλο, δεμένο με μαύρο μεταξωτό κορδόνι. Πάνω του
ήταν χαραγμένο το ιδεόγραμμα του οίκου Ντου. Πλησίασε και το πέρασε ο ίδιος στη
ζώνη του Λι Σαν. «Δεν μπορείς να περιφέρεσαι έτσι, χωρίς κάτι που να δείχνει
πως είσαι άνθρωπός μου.»
Ο Λι Σαν χαμήλωσε αμέσως το βλέμμα.
«Όποιος δει αυτό το σήμα, θα ξέρει ότι μιλάς με τη δική μου εξουσία. Μην
με κάνεις να το μετανιώσω.»
δύο
αδέλφια συζητούν
Στο πέτρινο διοικητήριο του Νανγκού, όπου οι τοίχοι κρατούσαν ακόμη τη
δροσιά του πρωινού, ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι κάθονταν μόνοι τους, ανάμεσα σε
χαρτιά και μερικά σπασμένα ξύλινα καθίσματα. Ο ήλιος έπεφτε στις πέτρες σαν
χρυσή σκόνη, ενώ έξω, οι εργάτες κινούνταν ανάμεσα στα κτήματά τους.
«Έχουμε ξανοιχθεί πολύ οικονομικά», είπε ο Γκούο Ρεν με βραχνή φωνή, τα
χέρια του να παίζουν με ένα κομμάτι κιμωλίας. «Δεν υπάρχει δυνατότητα για νέες
προσλήψεις. Περιμένουμε, εξάλλου, και τον Γουέι Τζιαν.»
Η Ρουό-Σι τον κοίταξε με ανοιχτά τα μάτια. «Ποιος είναι αυτός;»
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε τους ώμους του, αποφεύγοντας να μπει σε λεπτομέρειες.
«Είναι… μια υποχρεωτική πρόσληψη. Οφειλόμενη χάρη από το παρελθόν.» Ο Γκούο Ρεν
έκανε μια μικρή παύση προσπαθώντας να στήσει
μια πιστευτή ιστορία «Ο πατέρας του Γουέι Τζιαν, κάποτε, βοήθησε σε μια
δύσκολη στιγμή με τα κτήματα του Νανγκού», είπε. «Δεν ξέρω περισσότερα· με
ειδοποίησαν από την Νάμπου. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου μου είπε ότι ο πατέρας
του Γουέι Τζιαν έχει πεθάνει και χρειαζόταν κάποια στήριξη.» Του απάντησα: “Οι οφειλόμενες
χάρες ανταποδίδονται. Δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτούς που μας βοήθησαν.”
Μετά σαν να απολογήθηκε για την απόφασή του συνέχισε: «Ίσως αυτός ο
Γουέι Τζιαν να έχει γνωριμίες στη Νάμπου. Δεν ξέρεις πότε μπορεί να μας
χρειαστούν.»
Η Ρουό-Σι αντέτεινε «Ναι… αν είχε γνωριμίες θα ζήταγε δουλειά εδώ…»
Ο Γκούο Ρεν συμπλήρωσε τη δικαιολόγησή του «Υποθέτω ότι κάποια μακρινό
ενδιαφέρον θα έχει και ο άνθρωπος του διοικητηρίου. Πρέπει να έχουμε καλές
σχέσεις μαζί του.»
Η Ρουό-Σι τον κοίταξε με ένα ελαφρύ ύφος ειρωνείας. «Γι’ αυτό του
χάρισες και τις δύο παλλακίδες;»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε ελαφρά.
«Δεν λες, που έφυγε από πάνω μας ένα βάρος; Τί θα τις κάναμε;»
«Μπορεί να συνέχιζες εσύ μαζί τους…» του είπε κάπως δηκτικά η Ρουό-Σι.
«Μπορεί. Αλλά τώρα αυτό δεν γίνεται», είπε απότομα ο Γκούο Ρεν, βάζοντας τελεία στη
συζήτηση πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Η Ρουό-Σι άλλαξε τη συζήτηση, πιο απαλά αυτή τη φορά. «Και η Λιάν; Η
κόρη του Γκενκ Ντο… Το κορίτσι κλαίει ακόμη.»
«Πάντα είναι δύσκολο όταν χάνει κανείς τους γονείς του», διαπίστωσε ο
Γκούο Ρεν. «Εσύ δεν έκλαιγες;» .
Η Ρουό-Σι σιώπησε για λίγο.
«Αν θέλεις πρότεινέ της να την πάρεις υπηρέτρια στο Λο Τζιανγκ. Η Λάο
Σου γερνάει. »
Η Ρουό-Σι είχε παρουσιαστεί με άλλη ταυτότητα στο Νανγκού, εκείνη της
έμπιστης υπηρέτριας. Σκέφτηκε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν η καλύτερη λύση.
«Δεν αλλάζω τη Λάο Σου. Ήταν πιστή στη μητέρα μας. Είναι πιστή σε μας.
Μπορεί να της δημιουργήσω αμφιβολίες για τη θέση της αν της φέρω μια νέα
κοπέλλα, έστω και σα βοηθό της.»
Ο Γκούο Ρεν επανήλθε με μια άλλη πρόταση «Μπορούμε να την πάρουμε μαζί
μας στην επιστροφή και να την αφήσουμε είτε στο μικρό κτήμα στη Γου Σία, είτε
στου Τζου Μιν. Ρώτα τη πρώτα αν θέλει. Αν δεν θέλει, ας παραμείνει εδώ. Βρες
της μια δουλειά. Αυτά είναι θέματα που τα λύνουν οι γυναίκες», χαμογέλασε
ελαφρά ολοκληρώνοντας τα λόγια του. Σηκώθηκε και άφησε το πέτρινο διοικητήριο
για να επιθεωρήσει τους εργάτες.
η
Σου-Σι παρηγορεί τη μικρή Λιάν
Η Σου-Σι βγήκε έξω και είδε καθισμένη σε μία πεζούλα τη Λιάν, την κόρη
του Γκενγκ Ντο. Η Λιάν δεν έκλαιγε πια.
Τα δάκρυα είχαν στεγνώσει πριν καν φύγει το κάρο από τον δρόμο. Μόνο τα μάτια
της έμεναν υγρά, όχι από λύπη αλλά από μια παράξενη ένταση, σαν να προσπαθούσαν
να συγκρατήσουν κάτι που δεν έπρεπε να ειπωθεί.
«Ούτε να τους βλέπω δεν θέλω», είπε ξανά, πιο χαμηλά αυτή τη φορά.
Η Σου-Σι δεν μίλησε. Την κράτησε πιο σφιχτά, σαν να ήξερε ότι αν χαλάσει
έστω και λίγο αυτή τη στιγμή, η Λιάν θα διαλυθεί.
Και τότε η Λιάν άρχισε.
«Δεν καταλαβαίνεις… ποτέ δεν ήταν σπίτι αυτό. Όλοι παίζαμε ρόλους. Ο
πατέρας, η Σιαογιού… κι εγώ. Και όλοι κάναμε ότι δεν καταλαβαίναμε. »
Σταμάτησε για λίγο, σαν να δοκίμαζε αν οι λέξεις αντέχουν να ειπωθούν
δυνατά.
«Εγώ έπρεπε να κάνω ότι δεν βλέπω. Να κάνω ότι δεν ξέρω. Να κάνω ότι
κοιμάμαι, ενώ ήξερα ότι τίποτα δεν ήταν όπως το έλεγαν.»
Η φωνή της έσπασε ελαφρά, αλλά δεν σταμάτησε.
«Ξέρεις τι είναι το χειρότερο; Ότι έπρεπε να ζω μέσα σε αυτό και να μην
έχω δικαίωμα να μιλήσω. Όταν έμπαινα στο δωμάτιο, όλα σταματούσαν. Σαν να ήμουν
εγώ το λάθος που δεν έπρεπε να υπάρχει εκεί.»
Έσφιξε τα δάχτυλα της Σου-Σι.
«Έκανα πως κοιμόμουν. Το καταλαβαίνεις; Το έμαθα αυτό. Να μένω ακίνητη
για να μη χαλάω αυτό που δεν έπρεπε να δω. Να αναπνέω σιγανά. Να εξαφανίζομαι
μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.»
Η Σου-Σι άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά η Λιάν συνέχισε πιο
γρήγορα, σαν να φοβόταν ότι αν σταματήσει δεν θα τολμήσει ποτέ ξανά.
«Κι εκείνοι… νόμιζαν ότι δεν καταλαβαίνω. Ή ίσως ήθελαν να πιστεύουν ότι
δεν καταλαβαίνω. Αυτό είναι το ίδιο πράγμα. Με κοιτάγαν σαν να ήμουν μικρή, σαν
να μην είχα μάτια.»
Γύρισε το πρόσωπό της προς τη Σου-Σι.
«Και στις νυχτερινές συγκεντρώσεις εκείνοι πήγαιναν μόνο. Εμένα δεν με
έπαιρναν μαζί τους. Έλεγαν πως δεν θα καταλάβαινα τα λόγια. Όταν τους περίμενα
έρχονταν γαλήνιοι, ατάραχοι, δεν μιλούσαν, σαν υπνωτισμένοι.»
Μετά από λίγο η Λιαν ξανάρχισε.
«Έγώ καθόμουν στο σπίτι και ετοίμαζα το φαγητό. Ήμουνα μικρή λέει για να
δουλέψω στα κτήματα. Ενώ η Σιαογιού ήταν μεγάλη.»
«Στο τραπέζι που τρώγαμε… εκείνος την κοίταζε και εκείνη προσπαθούσε να
αποφύγει το βλέμμα του. Της άγγιζε το χέρι καθώς του έδινε το πιάτο…»
«Γι’ αυτό δεν θέλω να τους βλέπω. Όχι
επειδή τους μισώ. Αλλά επειδή όταν τους βλέπω, θυμάμαι ποια έπρεπε να είμαι για
να αντέξω εκεί.»
Έμεινε σιωπηλή για λίγο.
«Και δεν θέλω πια να είμαι αυτή.»
«Μην φοβάσαι Λιαν» της είπε η Σου-Σι. «Από εδώ και πέρα εδώ θα είναι το
σπίτι σου. Θα κάθεσαι μαζί μου, μαζί θα μαγειρεύουμε. Και όταν λείπω θα το φυλάς σαν να είναι δικό σου.
Εδώ έρχεται κόσμος. Θα γνωρίσεις ανθρώπους. Θα σε βοηθάνε και οι γυναίκες.»
Στοργικά η Σου-Σι, σα μεγαλύτερη αδελφή, ανασηκώθηκε από την πεζούλα και
είπε στη Λιαν:
«Πάμε σιγά-σιγά μέσα να δούμε τι
ξέρεις από την κουζίνα. Αυτός που μαγειρεύει αυτός μαθαίνει τι συζητάνε οι
άνθρωποι, απ’ αυτόν κρέμονται όλοι.»
η
δεύτερη συνάντηση του Γκούο Ρεν με την Σιανγκλίν
Καθώς ο Γκούο Ρεν περπατούσε ανάμεσα στα κτήματα, σκέφτηκε τη Σιανγκλίν,
που εργαζόταν εκεί κοντά. Είχε αφήσει μαζί της μια συζήτηση στη μέση και ίσως
τώρα έπρεπε να ολοκληρωθούν οι προδιαγραφές του ρόλου της. Ο Γκούο Ρεν είχε ήδη
απομακρυνθεί λίγα βήματα όταν σταμάτησε. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος ανάμεσα
στις γραμμές των καλλιεργειών, σαν να άκουγε κάτι που δεν ερχόταν από τους
αγρούς αλλά από τη σκέψη του. Ύστερα γύρισε πίσω αργά.
Η Σιανγκλίν συνέχιζε να δουλεύει σκυμμένη. Μόνο όταν η σκιά του στάθηκε
πάλι πλάι της, τα δάχτυλά της επιβράδυναν ανεπαίσθητα.
«Δεν έφυγα ακόμη», είπε ο Γκούο Ρεν.
Η Σιανγκλίν γύρισε ελαφρά το πρόσωπό της προς το μέρος του. Δεν έδειξε
να εκπλήσσεται. Ίσως να είχε ακούσει από πριν το αργό βάδισμά του πάνω στο ξερό
χώμα· ίσως απλώς να τον είχε δει που
ανηφόριζε προς το μέρος της.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει. Ο ήλιος έπεφτε λοξά
πάνω στη γραμμή του λαιμού της και στο λεπτό ύφασμα που είχε κολλήσει ελαφρά
στην πλάτη της από τη ζέστη.
«Δεν ήρθε ακόμη η στιγμή να βρεθούμε», της είπε τελικά. «Θα σε συναντήσω
την επόμενη φορά που θα έρθω.»
Η Σιανγκλίν έμεινε ακίνητη για μια ανάσα. Ύστερα έγνεψε αργά.
«Το σπίτι στα νότια κτήματα θα είναι πλέον το σπίτι σου», είπε ο Γκούο
Ρεν. «Εκεί κοντά θα δουλεύεις. Εκεί θα κοιμάσαι από εδώ και πέρα. Δεν υπάρχει
λόγος να επιστρέφεις πια στο παλιό σου κατάλυμα.» Μικρή παύση. «Τα κλειδιά θα
τα έχεις μόνο εσύ και ο Λι Σαν.»
Εκείνη ένευσε ξανά χωρίς να μιλήσει.
«Δεν πρέπει να δημιουργηθούν υποψίες όταν θα έρχομαι», συνέχισε εκείνος.
«Στα μάτια των άλλων, δεν θα πρέπει να φαίνεται ότι μετακινήθηκες από ένα σπίτι
σε άλλο.»
Η Σιανγκλίν έγνευσε πάλι. Τα δάχτυλά της μετακίνησαν λίγο χώμα μπροστά
της, σαν να ίσιωναν μια αόρατη γραμμή.
Ο Γκούο Ρεν την παρατηρούσε.
«Θα αντέξεις εκεί;»
Η απάντησή της ήρθε χαμηλόφωνα, χωρίς να τον κοιτάζει. «Έχω μάθει στη
σιωπή.» Οι λέξεις της ήταν ήρεμες, αλλά ακούστηκαν καθαρά μέσα στην ακινησία
του αγρού.
«Ό,τι χρειαστείς θα το ζητήσεις από τον Λι Σαν», συνέχισε εκείνος. «Αν
σε ρωτήσουν, θα λες ότι καθαρίζεις το σπίτι γιατί μπορεί να έρθουν
προσκεκλημένοι του άρχοντα.»
Μικρή παύση.
« Σε λίγο το σπίτι θα αδειάσει από τα
έπιπλα. Θα πάνε στον παλαιό κάτοχό τους.»
Η Σιανγκλίν χαμήλωσε λίγο περισσότερο το βλέμμα, σαν να αποδεχόταν ήδη
την εικόνα εκείνου του άδειου σπιτιού πριν ακόμη το δει.
«Τα βράδια πώς θα τα περνάς;» τη ρώτησε τότε.
Για πρώτη φορά κάτι σαν σκέψη φάνηκε να περνά αργά από το πρόσωπό της. «Όπως
τα περνούσα μέχρι τώρα», απάντησε. «Με κέντημα…»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά.
«Κεντάς;»
Η Σιανγκλίν έκανε μια μικρή κίνηση των ώμων.
«Λίγο. Ό,τι θυμάμαι από εικόνες που
είχα δει παλιά. Κλαδιά δαμασκηνιάς… βουνά μέσα στην ομίχλη… νερό, πουλιά σε
κλαδιά.»
Η φωνή της έμεινε χαμηλή. «Τη νύχτα ησυχάζει το μυαλό όταν ακολουθεί τη
βελόνα στο ύφασμα.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως.
Ο αέρας πέρασε ανάμεσά τους και λύγισε
ελαφρά τις άκρες των καλλιεργειών.
«Και να με βλέπεις το πρωί», είπε
τελικά, «δεν θα μου μιλάς.»
Η Σιανγκλίν ένευσε χωρίς να τον κοιτάξει. Τα χέρια της συνέχισαν να
κινούνται, ή τουλάχιστον έδιναν την εντύπωση ότι συνέχιζαν. Ο ρυθμός τους είχε
αλλάξει· είχε γίνει πιο αργός, πιο προσεκτικός.
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο ακόμη εκεί. Ύστερα γύρισε και συνέχισε την
πορεία του μέσα στους αγρούς χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Η Σιανγκλίν δεν σήκωσε αμέσως το κεφάλι.
Μόνο όταν απομακρύνθηκε αρκετά, μια αχνή λάμψη χαράς διαπέρασε το
πρόσωπό της. Τόσο γρήγορη και ζωντανή που σχεδόν την τρόμαξε. Χαμήλωσε αμέσως
περισσότερο το βλέμμα, σαν να φοβόταν μήπως ακόμη και το χώμα δει την
αντανάκλασή της. Επιτέλους. Η ζωή την δικαίωνε. Για χρόνια ένιωθε πως οι
άνθρωποι που έπρεπε να τη δουν, δεν τη έβλεπαν ποτέ πραγματικά. Σαν μια αόρατη
σκιά να στεκόταν ανάμεσα σε εκείνη και στα μάτια τους. Στο Λανσί οι δρόμοι για
μια γυναίκα ήταν λίγοι. Και όταν ο ξυλουργός είχε έρθει να επισκευάσει τη στέγη
τους, όλα είχαν αποφασιστεί χωρίς να τη ρωτήσει κανείς. Δεν είχε ζητήσει
χρήματα για τη δουλειά του. Είχε ζητήσει εκείνη. Ο πατέρας της δεν δίστασε. Ο
ξυλουργός ήταν εργατικός άνθρωπος, και το κυριότερο χωρίς απαιτήσεις. Ο πατέρας
της είχε άλλες δύο κόρες ακόμη να παντρέψει. Η πρώτη μπορούσε να φύγει από το
σπίτι. Να ελαφρύνει το φορτίο.
Έτσι η Σιανγκλίν, που από παιδί ένιωθε πως είχε γεννηθεί για κάτι
ανώτερο από τη ζωή ενός φτωχού χωριού, έγινε γυναίκα ενός ξυλουργού που μύριζε
πριονίδι και ιδρώτα. Δεν τον είχε μισήσει. Αλλά ποτέ δεν είχε νιώσει ότι ανήκε
πραγματικά δίπλα του. Και ίσως γι’ αυτό, στα λίγα χρόνια του γάμου τους, δεν
είχε μείνει έγκυος. Ίσως επειδή ποτέ δεν στέριωσαν κάπου αρκετά ώστε να ριζώσει
η ζωή. Ίσως επειδή το σώμα της αντιστεκόταν σιωπηλά σε μια μοίρα που δεν
δεχόταν. Ίσως ακόμη γιατί εκείνη, χωρίς να το ομολογεί ούτε στον εαυτό της,
απέφευγε προσεκτικά τις μέρες όπου θα μπορούσε να συλλάβει· άλλοτε με μια
πρόφαση πόνου, άλλοτε με μια κουρασμένη δικαιολογία της δουλειάς. Τώρα όμως όλα
αυτά της φαίνονταν μακρινά, σχεδόν ξένα. Τώρα ήξερε πως είχε κάνει σωστά που
άντεξε. Ήταν μόνη. Και μόνο τώρα μπορούσε να τη διαλέξει εκείνος που πραγματικά
άξιζε. Η ομίχλη που τόσα χρόνια σκέπαζε τα μάτια των αντρών είχε επιτέλους
διαλυθεί.
Ένας δυνατός ήλιος έπεφτε πάνω της, καθαρός και αμείλικτος,
αποκαλύπτοντας κάθε λεπτομέρεια του σώματος και του προσώπου της. Μα η
Σιανγκλίν δεν φοβόταν αυτό το φως. Ήξερε πως δεν είχε κανένα ψεγάδι να κρύψει. Όταν
ο Γκούο Ρεν χάθηκε τελείως μακριά, σηκώθηκε αργά όρθια. Για λίγες στιγμές
έμεινε ακίνητη μέσα στον ήλιο. Το φως κύλησε πάνω στο πρόσωπό της, στον λαιμό
της, στη λεπτή γραμμή της μέσης της. Σαν να άφηνε για πρώτη φορά τον εαυτό της
να φανεί ολόκληρος και να λουστεί μέσα σε αυτό το φως. Τα μάτια της
μισόκλεισαν. Το μόνο που έπρεπε να κάνει τώρα… ήταν να περιμένει. Αλλά πλέον η
αναμονή της είχε αξία.
η
έλευση του περίεργου γελωτοποιού
Ήταν λίγο πριν το μεσημεριανό φαγητό, εκείνη η ώρα που τα κτήματα των
Ντού γέμιζαν μυρωδιές από βρασμένο ρύζι, κρεμμύδι και καπνό από ξύλα που
έκαιγαν στις πίσω κουζίνες. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά και φώτιζε την πέτρινη
αυλή με ένα σχεδόν λευκό φως. Παρ’ όλα αυτά, η ατμόσφαιρα παρέμενε βαριά.
Οι άνθρωποι της φράξιας των «Επιστρεφόντων» είχαν φύγει το ίδιο πρωί, και
η αναστάτωση της αναχώρησης ήταν ακόμη παντού ορατή. Κάποιοι υπηρέτες μάζευαν
σχοινιά, άλλοι ξαναστοίβαζαν κιβώτια που είχαν μείνει μισοανοιγμένα. Η Σου-Σι
έδινε σύντομες οδηγίες χωρίς να υψώνει τη φωνή της, ενώ το μικρό λευκό σκυλάκι
της τριγυρνούσε ανήσυχο ανάμεσα στα πόδια των ανθρώπων.
Τότε ακούστηκε από μακριά ένας αλλόκοτα εύθυμος σκοπός. Και λίγο μετά
εμφανίστηκε ο καβαλάρης. Το άλογό του μπήκε στην αυλή με αργό τροχασμό, ενώ ο
αναβάτης καθόταν πάνω στη σέλα σαν περιπλανώμενος θεατρίνος. Τα ρούχα του ήταν
παράταιρα — πράσινο πανωφόρι, κόκκινα μανίκια, μπλε γκέτες — και στην πλάτη του
κρεμόταν ένα μικρό σάνξιαν. Πριν καν σταματήσει τελείως, χαιρέτησε μεγαλόπρεπα:
«Αχ! Επιτέλους! Τα κτήματα των Ντού!»
Ψεύδιζε έντονα στο «ρ». Το φώνημα έβγαινε μαλακό και συριστικό, σχεδόν
σαν «λ». Η σοβαροφάνεια του ύφους του έκανε το αποτέλεσμα ακόμη πιο αστείο. Ξεπέζεψε
με άνεση και έδωσε τα γκέμια σ’ έναν υπηρέτη.
«Πλόσεχε το άλογό μου. Είναι πιο τίμιο από τους πελισσότελους
φολοεισπλάκτολες.»
Ο υπηρέτης τον κοίταξε αποσβολωμένος.
Η Σου-Σι βγήκε τότε από το πέτρινο
διοικητήριο.
Ο ξένος υποκλίθηκε βαθιά.
«Κυλία μου… αν η άνοιξη αποκτούσε ανθρώπινη μολφή, θα είχε το δικό σας
βλέμμα.»
Η Σου-Σι δεν φάνηκε να εντυπωσιάζεται.
«Ποιον ζητάτε;»
«Τον άλχοντα Γκούο Λεν.»
«Λείπει.»
Ο άγνωστος έφερε δραματικά το χέρι στο μέτωπο. «Αχ! Όλος ο κόσμος λείπει
όταν τον χλειαζόμαστε.» Έπειτα χαμογέλασε ξανά. «Θα πελιμένω.» Μετά είπε για
δεύτερη φορά πιο δυνατά «Θα πελιμένω.»
Κοίταξε γύρω του με περιέργεια.
«Βλήκα πολλά καλαβάνια στον δλόμο.
Αυτοί μου έδειξαν το δλόμο. Σε αυτή τη διχάλα αλλοίμονο να πάλει κανείς λάθος
πορεία.»
Κάποιος από τους εργάτες τον άκουγε ήδη με μισό χαμόγελο.
Ο ξένος συνέχισε:
«Ένας άνθλωπος μου είπε… “Εμείς
φεύγουμε κι εσύ πηγαίνεις. Εύχομαι να έχεις καλύτελη τύχη από εμάς.”»
Η φωνή του μαλάκωσε λίγο. «Γιατί ήταν όλοι τόσο στεναχωλημένοι;»
Η αυλή σώπασε για μια στιγμή. Κανείς δεν απάντησε. Μόνο κάπου ακούστηκε
ένα ξύλινο καπάκι να πέφτει πάνω σε βαρέλι.
Ο παράξενος επισκέπτης έγνεψε αργά, σαν να κατάλαβε κάτι χωρίς να του το
εξηγήσουν. «Φαίνεται πως αγαπούσαν πολύ αυτόν τον τόπο.»
Χαμογέλασε πάλι ξαφνικά.
«Εγώ όλους τους τόπους τους αγαπώ. Μα
πιο πολύ αγαπώ… το Χανγκτσόου.»
Κάποιοι τον κοίταξαν με απορία. «Γιατί το Χανγκτσόου;» ρώτησε ένας από
τους συγκεντρωμένους.
Ο ξένος έγνεψε μεγαλόπρεπα: «Γιατί δεν
έχω πάει ποτέ!»
Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Και ύστερα ξέσπασαν γέλια. Ακόμη και
δύο κουρασμένοι εργάτες που κουβαλούσαν σακιά άφησαν κάτω το φορτίο τους για να
τον ακούσουν καλύτερα.
Ο ξένος κάθισε πάνω σ’ ένα κασόνι, ξεκρέμασε το σάνξιαν από την πλάτη
του και άρχισε να παίζει έναν γρήγορο, εύθυμο σκοπό. Η μουσική απλώθηκε στην
αυλή σαν ανοιξιάτικος αέρας. Σιγά σιγά μαζεύτηκε κόσμος γύρω του. Οι υπηρέτες. Οι
αχθοφόροι. Ένας νεαρός σταβλίτης.
Μια γριά μαγείρισσα με τα χέρια ακόμη αλευρωμένα.
Η Σου-Σι έδειχνε όλο και πιο ενοχλημένη από την ευκολία με την οποία ο
ξένος είχε μετατρέψει την αυλή σε πανηγύρι. Γύρισε χωρίς λέξη και μπήκε μέσα
στο πέτρινο σπίτι. Το μόνο πλάσμα που συμμεριζόταν πραγματικά τη δυσαρέσκειά
της ήταν το μικρό σκυλάκι της, που γρύλιζε κάθε φορά που ο μουσικός τραγουδούσε
δυνατότερα.
Ακόμη και η Λιάν, που λίγο πριν έκλαιγε σιωπηλά κοντά στο πηγάδι, είχε
σταματήσει τους λυγμούς της και άκουγε τώρα τη μουσική.
Κι εκείνος, μέσα σε λίγη ώρα, είχε μάθει τα ονόματα όλων. Ρωτούσε έναν
έναν. «Πώς σε λένε;» Και αμέσως αυτοσχεδίαζε τραγουδάκια πάνω στο όνομα που
άκουγε.
«Ο Τσεν τρώει σαν τίγλη,
μα φοβάται τη βλοχή!»
Γέλια.
«Η Μέι έχει μάτια φωτιάς,
και χαστούκι δυνατής γλοθιάς!»
Δυνατότερα γέλια.
Στο τέλος κάθε μικρού σκοπού υποκλινόταν μεγαλόπρεπα.
«Αυτό το τλαγούδι είναι δικό σου!»
Όταν έφτασε στη Λιάν, έπαιξε πιο αργά.
«Η Λιάν κοιτά τη γη θλιμμένη,
μα η ψυχή της δεν πεθαίνει…»
Η κοπέλα χαμογέλασε άθελά της.
Ο μουσικός αναπήδησε θριαμβευτικά.
«Νίκη! Η θλίψη ηττήθηκε!»
Την ίδια στιγμή, κοντά στην πύλη, φάνηκε επιτέλους ο Γκούο Ρεν να
επιστρέφει. Ο ξένος τον είδε αμέσως. Σταμάτησε απότομα το παίξιμο, σηκώθηκε
όρθιος και έκανε βαθιά υπόκλιση προς το μικρό ακροατήριό του.
«Κυλίες και κύλιοι!»
Άπλωσε τα χέρια σαν ηθοποιός όπερας.
«Η παλάσταση τελείωσε! Αύλιο πάλι!»
Η Σου-Σι στάθηκε στην πόρτα του πέτρινου σπιτιού και έκανε νόημα στη
Λιάν να την ακολουθήσει μέσα. Η Λιάν μπήκε μισοχαμογελαστή, μισοθλιμμένη.
περπατώντας
στα χωράφια του Νανγκού
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε τον ξένο με ένα αυστηρό βλέμμα. «Ποιός είσαι;» ρώτησε,
η φωνή του βαριά, γεμάτη επιτακτικότητα.
Ο παράξενος γελωτοποιός έκανε μια βαθιά υπόκλιση και χαμογέλασε πλατιά. «Είμαι
ο Γουέι Τζιαν,» απάντησε, «ο γιός του φίλου του πατέλα σας.»
Ο Γκούο Ρεν άφησε ένα μικρό χαμόγελο, σχεδόν ανεπαίσθητο. «Δεν σε
περίμενα τόσο γρήγορα,» είπε. «Σου βάλανε να φάς;»
«Όχι,» αποκρίθηκε ο Γουέι Τζιαν με τον ίδιο ήρεμο τόνο.
«Πεινάς;» ξαναρώτησε ο Γκούο Ρεν.
«Όχι,» απάντησε πάλι ο Γουέι Τζιαν, αυτή τη φορά με ένα μικρό σαρδόνιο
χαμόγελο να παίζει στα χείλη του.
«Καλά,» είπε ο Γκούο Ρεν, «άσε το όργανό σου και έλα να περπατήσουμε.»
Φώναξε δυνατά: «Σου-Σι! Έλα, πάρε το όργανο του Γουέι Τζιαν!»
Αλλά αντί για τη Σου-Σι, ένα χαμόγελο φώτισε την αυλή. Η Λιάν βγήκε,
έλαμπε, και πήρε το σάνξιαν από τα χέρια του Γουέι Τζιαν.
«Εσένα θα σε μάθω μουσική,» είπε ο Γουέι Τζιαν, δίνοντας της το όργανο. Η
Λιάν κοίταξε το όργανο στα χέρια της, ενθουσιασμένη και λίγο διστακτική.
περπατώντας
στα χωράφια του Νανγκού
Ο Γκούο Ρεν περίμενε υπομονετικά και πιάνοντας από τον ώμο τον
περίεργο ξένο τον οδήγησε αργά έξω από
τον περίβολο της αυλής προστατεύοντάς τον από μία άποψη, και έμμεσα οδηγώντας
τον μακρυά από τους εργαζόμενους.
«Ας περπατήσουμε λίγο μακρύτερα» είπε ο Γκούο Ρεν. «Πάμε να δεις τα
χωράφια» και με συνοδεία τον Γουέι Τζιαν βάδιζαν αργά για τα χωράφια. Ο Γκούο
Ρεν με ήρεμη φωνή, σχεδόν συνωμοτικά, και
προσέχοντας να μην τον ακούει κανείς έσκυψε λίγο και του είπε κοντά στο
αυτί.
«Ο άνθρωπος της Νάμπου είπε ότι θα ερχόσουν. Εδώ θα έχεις τον ρόλο του
βοηθού επιστάτη. Έτσι θα μπορείς να κινείσαι ελεύθερα. Τα όριά σου θα είναι
μόνο μέσα στο Νανγκού. Θα ακούς τις εντολές του Λι Σαν. Δεν θα τον υποσκελίζεις
ποτέ. Δεν θα δημιουργήσεις προβλήματα με τους εργαζόμενους. Ο,τι θα σου
φαίνεται ύποπτο θα το αναφέρεις πρώτα στον Λι Σαν. Θέλω καλή συνεργασία με όλους. Διαφορετικά…
θα σε διώξω.»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε σαρδόνια, λες και η προειδοποίηση αυτή του
Γκούο Ρεν να μην είχε καμμία δικαιοδοσία
πάνω του. Μόλις είδε ο Γουέι Τζιαν ότι
δεν υπήρχε κοντά κανείς με άρθρωση πλέον
καθαρή και χωρίς το προηγούμενο ψεύδισμα σε χαμηλό τόνο, ίσα ίσα που να
ακούγεται απάντησε στον Γκούο Ρεν: «Μην
φοβάστε, άρχοντα. Όλα θα λειτουργήσουν άριστα.»
Ο Γκούο Ρεν σταμάτησε για μια στιγμή, με τα μάτια του να σαρώνουν τον
χώρο. «Δεν πιστεύω να ψευδίζεις στ’ αλήθεια…» Ο Γουέι Τζιαν κούνησε αρνητικά το
κεφάλι του. «Με αυτή τη φωνή δεν θα μπορέσεις να επιβληθείς στους εργάτες.»
«Ξέρω» είπε ο Γουέι Τζιαν. «Αυτό γίνεται όταν θέλω να πλησιάσω
άγνωστους. Όταν δείχνει κανείς αδύναμος, οι άγνωστοι τον συμπονούν. Δεν τον
θεωρούν επικίνδυνο. Τον αφήνουν να έρθει κοντά τους. Κάποιες φορές ξανοίγονται
και οι ίδιοι, μιλάνε. Όλοι κρύβουν κάποια αδυναμία που θέλουν κάπου να την
πουν, να την μοιραστούν.»
«Και ένας παράξενος άγνωστος μπορεί να τους ακούσει…» συμφώνησε ο Γκούο
Ρεν.
«Ναι, αν έχει καταφέρει να τους κάνει να γελάσουν πρώτα» απάντησε ο
Γουέι Τζιαν.
«Πριν από όλα πρέπει όμως να βρεις από πού μπορεί να γνωρίζονταν οι
γονείς μας,» είπε τελικά. «Υποτίθεται ότι χρωστάμε χάρη στον πατέρα σου. Πρέπει
να φτιάξεις μια ιστορία πιστευτή σε όλους.»
η
κλοπή της Πιάο Γιουάν
Ο Γουέι Τζιαν σκέφτηκε για λίγο και είπε: «Την έχω. Από την εποχή που
επιστάτης ήταν ο Γουάνγκ Λιου. Στις γιορτές ήταν και η Γου Σία με τον Ζανγκ
Κιν. Εκείνος έπαιζε μουσική και τους διασκέδαζε. Τους σέρβιρε η Πιάο Γιουάν, η
αγαπημένη παλλακίδα του πατέρα σας. Αλήθεια, αυτή τί έγινε;» ρώτησε τον Γκούο
Ρεν, σηκώνοντας το φρύδι του αμυδρά.
«Δεν ξέρω,» του αποκρίθηκε ο Γκούο Ρεν. «Δεν την έχω ακούσει.»
«Κάποιοι λένε ότι ακολούθησε έναν στρατιώτη της φρουράς, έναν αξιωματικό
που τον φιλοξένησαν εδώ. Νομίζω τον λέγανε Ρεν Λιάνγκ.» του συμπλήρωσε το κενό
ο Γουέι Τζιαν.
Ο Γκούο Ρεν σιγοκοίταξε τον Γουέι Τζιαν, που ήδη χαμογελούσε πονηρά. Μόνο
ο ήχος από τα πουλιά και το μακρινό κουδούνισμα του νερού από το πηγάδι έσπαγε
τη σιωπή.
μια ανακεφαλαίωση
«Οι σπηλιές έχουν κλείσει όπως όρισε ο άνθρωπος του διοικητηρίου. Δεν
υπάρχουν πλέον πιστοί της αίρεσης των ‘Επιστρεφόντων’.»
«Των ‘Επιτρεπόντων’ σχολίασε κυνικά ο Γουέι Τζιαν.
«Ονόμασέ τους όπως σε βολεύει. Αν είχαν απομείνει κάποιοι, έφυγαν σήμερα
το πρωϊ.»
«Εύχομαι να έφυγαν όλοι.»
«Κι αν έμειναν κάποιοι, αυτοί δεν πρόκειται να ξανασχοληθούν. Δεν
μπορούν πλέον να συγκεντρώνονται.»
«Και ο Μινγκ Ζενγκ;»
«Αυτός παρέμεινε. Κρατά τα κατάστιχα και τους λογαριασμούς των κτημάτων.
Δεν θα τον αγγίξεις. Έδωσε το λόγο του πως δεν θα ανακατευτεί ξανά.»
«Λένε ότι κάποτε ήταν δικαστής και από τους πιο καλούς. Περίεργο πράμα
αυτοί οι δικαστές να έχουν πάθος με την δικαιοσύνη… Καμιά φορά όμως τα
μπερδεύουν. Άλλο το δίκαιο των νόμων και
άλλο εκείνο που υπηρετεί το λαό.»
«Λοιπόν άκου. Επιστάτης ο Λι Σαν. Σε αυτόν θα αναφέρεσαι. Εσύ θα είσαι ο
βοηθός του. Ο Μινγκ Ζενγκ είναι ο άνθρωπος με τα κατάστιχα. Σε εκείνον θα
αναφέρετε και οι δυο σας όποιο πρόβλημα ανυπακοής. Εκείνος θα αποφασίζει.
Υπεύθυνη στους μεταξοσκώληκες είναι η Χονγκ-Χουά. Σπίτι θα σου βρει ο Λι Σαν. Υπάρχουν αρκετά κενά σπίτια.
Από σήμερα θα εγκατασταθείς μόνιμα εκεί. Έχεις υπάρχοντα;»
«Ένας περιπλανώμενος δεν χρειάζεται πολλά. Μονάχα όσα είναι απαραίτητα
για να επιβιώσει.»
«Και το σάνξιον…»
«Χρειάζεται και αυτό όταν είναι κανείς μόνος.»
«Το σπίτι που θα διαλέξεις δεν μπορεί να είναι
άδειο. Από σήμερα είσαι βοηθός επιστάτη. Πρέπει και το σπίτι να αντανακλά τη
θέση σου. Ο Λι Σαν θα φροντίσει για τα
υπόλοιπα. Θα φέρει ότι λείπει, ξύλινα έδρανα, τραπέζια, κασέλες για τα ρούχα
σου, λυχνάρια λαδιού και τα αναγκαία οικιακά σκεύη.»
ο
γελωτοποιός, ο αναχωρητής και ο Γκούο Ρεν
Ο δρόμος που οδηγούσε από το πέτρινο διοικητήριο στα χωράφια ήταν
στεγνός από τη μεσημεριανή ζέστη. Ο ουρανός απλωνόταν καθαρός πάνω από τις
μουριές και μόνο ένα ελαφρύ αεράκι λύγιζε τις κορυφές τους. Από μακριά
ακούγονταν χτυπήματα ξύλου και οι φωνές εργατών που κουβαλούσαν δεμάτια ρυζιού.
Καθώς βάδιζαν αργά, ο Γκούο Ρεν διέκρινε έναν άνδρα να έρχεται προς το
μέρος τους κρατώντας κατάστιχα δεμένα με μαύρο κορδόνι. Ήταν ο Μινγκ Ζενγκ. Φορούσε
λευκά, καθαρά ενδύματα, λιτά αλλά προσεγμένα. Στο αριστερό του χέρι υπήρχε
δεμένο το λεπτό περιβραχιόνιο του οίκου των Ντου· σκούρο μετάξι, σχεδόν μαύρο,
με ένα μικρό ορθογώνιο περίαπτο από σκαλισμένο νεφρίτη. Από την άκρη του
κρεμόταν λεπτή χρυσή αλυσίδα με έναν κόκκο κόκκινου λίθου που λαμπύριζε στο
φως. Όταν περπατούσε, ακούγονταν χαμηλά μικρά μεταλλικά κουδουνίσματα, τόσο διακριτικά
που έμοιαζαν περισσότερο με προειδοποίηση παρά με στολίδι. Οι εργάτες συνήθως
σώπαιναν όταν άκουγαν αυτόν τον ήχο.
Ο Γουέι Τζιαν, μόλις τον είδε, χαμογέλασε αχνά. «Γειά σου… αδελφέ.»
Η προσφώνηση έμεινε να αιωρείται για μια στιγμή στον ήσυχο δρόμο. Έτσι
αποκαλούνταν μεταξύ τους οι πιστοί των Επιστρεφόντων.
Ο Μινγκ Ζενγκ όμως δεν έδειξε καμία αντίδραση. Ούτε το βλέμμα του δεν
άλλαξε. Μονάχα έγειρε τυπικά το κεφάλι προς τον Γκούο Ρεν. «Άρχοντα.»
«Ερχόσουν να με βρεις;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
«Ναι. Για να σας παρουσιάσω τις ελλείψεις.»
Σήκωσε ελαφρά τα κατάστιχα.
«Έφυγαν αρκετοί ώστε να δημιουργηθεί πρόβλημα.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός κι ο Μινγκ Ζενγκ άρχισε να απαριθμεί ήρεμα,
σαν να διάβαζε απογραφή νεκρών.
«Ο Ταν Ζανγκλί. Αρχιεργάτης στις αποθήκες σιτηρών. Ο Φανγκ Γιτιάν.
Ξυλοκόπος, αγωγιάτης και ξυλουργός. Ο Σου Σεν από τα χωράφια του ρυζιού μαζί με
τους δύο μεγαλύτερους γιους του και τη γυναίκα του, τη Ζόυ-Σιαν. Οι δύο
γυναίκες από τα χωράφια, η Ντουάν Χου και η Γκου Μεϊγιού. Ο Γκενγκ Ντο και η
κόρη του, η Γκενγκ Σιαογιού.»
Ο Γουέι Τζιαν άκουγε αμίλητος.
«Δώδεκα άτομα,» κατέληξε ο Μινγκ Ζενγκ. «Όχι αρκετά για να σταματήσει η
εργασία. Αρκετά όμως για να φανεί το κενό τους.»
Ο Γκούο Ρεν ένευσε αργά. «Θα καλυφθούν οι θέσεις.» Έπειτα έδειξε τον
ξένο. «Αυτός είναι ο Γουέι Τζιαν. Ο νέος βοηθός του Λι Σαν.»
Ο Μινγκ Ζενγκ τον κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά αυτή τη φορά. Τα μικρά
κουδουνάκια στο περιβραχιόνιό του ακούστηκαν ξανά όταν μετακίνησε το χέρι.
η
υπόθεση της παλλακίδας Πιάο Γιουάν
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε ευγενικά.
«Να… ο Μινγκ Ζενγκ μπορεί να σας βεβαιώσει την ιστορία που σας έλεγα.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε.
«Ήταν πριν δώδεκα χρόνια,» συνέχισε ο Γουέι Τζιαν. «Τότε είχε περάσει
από το Νανγκού ο πατέρας μου, ο Γουέι Νταο-Λιν, αυτοκρατορικός επιθεωρητής
μεταφορών αλατιού. Ταξίδευε προς τα νότια φυλάκια του Γιουνάν και ο άρχοντας
Τσενγκ-Γουέι τον είχε φιλοξενήσει λίγες ημέρες εδώ για να ξεκουραστεί από το
μακρύ ταξίδι.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν τον διέκοψε.
«Την ίδια περίοδο είχε φτάσει κι ένα μικρό στρατιωτικό απόσπασμα.
Επικεφαλής τους ήταν ένας αξιωματικός ονόματι Ρεν Λιάνγκ.»
Ο Γουέι Τζιαν έστρεψε λίγο το βλέμμα σαν να ξανάβλεπε τη σκηνή. «Τους
υπηρετούσε μια γυναίκα που ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι ευνοούσε ιδιαίτερα. Την
έλεγαν Πιάο Γιουάν. Ήταν από το απομονωμένο χωριό Τζου-Σαν, κοντά στους
ορεινούς δρόμους.»
Ο Γκούο Ρεν χαμήλωσε ανεπαίσθητα τα μάτια. Το επώνυμο “Πιάο” ακουγόταν
ασταθές, σχεδόν σαν κάτι που παρασύρεται από το νερό ή τον άνεμο.
«Μαζί εκείνο το βράδυ βρίσκονταν και η Γου Σία με τον νεαρό Ζανγκ Κιν.
Και οι δύο μουσικοί. Εκείνη τραγουδούσε και εκείνος έπαιζε γκουντσίν. Οι
καλεσμένοι είχαν πιει πολύ κρασί και τους άκουγαν ως αργά.»
Ο αέρας ανακάτεψε απαλά τα φύλλα των δέντρων.
«Το επόμενο πρωί το απόσπασμα αναχώρησε. Μα μαζί τους εξαφανίστηκε και η
Πιάο Γιουάν.»
Τα μικρά κουδουνάκια του Μινγκ Ζενγκ ήχησαν ξανά καθώς μετακίνησε το
βάρος του.
«Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι το θεώρησε προσωπική προσβολή,» συνέχισε ο
Γουέι Τζιαν. «Δεν ήταν τόσο η γυναίκα· ήταν η ντροπή. Μια ευνοούμενή του είχε
φύγει χωρίς την άδειά του. Αν διαδιδόταν, θα έλεγαν πως δεν μπορούσε ούτε το
ίδιο του το σπίτι να κρατήσει υπό έλεγχο.»
Ο Μινγκ Ζενγκ παρέμενε ακίνητος.
«Θυμάμαι,» είπε ο Γουέι Τζιαν, «ότι κάλεσε ιδιαιτέρως τον πατέρα μου και
τη Γου Σία. Εκείνη προσπάθησε να τον ηρεμήσει. Του είπε πως όταν μια γυναίκα
φεύγει με τη θέλησή της, δεν πρόκειται για κλοπή.»
Για πρώτη φορά ο Μινγκ Ζενγκ σήκωσε ελαφρά το βλέμμα.
«Ύστερα η Γου Σία είπε: “Καλέστε τον
Μινγκ Ζενγκ. Ήταν δικαστής. Κάτι θα
γνωρίζει περισσότερο από εμάς για τέτοια ζητήματα.”»
Ησυχία απλώθηκε για λίγο στον δρόμο.
Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς τον Μινγκ Ζενγκ. «Τα θυμάσαι;»
Ο πρώην δικαστής ακούμπησε τα κατάστιχα πάνω στο χέρι του. Ο κόκκινος
λίθος στο περιβραχιόνιο λαμπύρισε για μια στιγμή κάτω από τον ήλιο. «Ναι,» είπε
ήρεμα. «Τα θυμάμαι.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ο άνεμος μετακίνησε απαλά το
λευκό μανίκι του και τα μικρά μεταλλικά κουδουνίσματα ακούστηκαν ξανά, χαμηλά
και κοφτά. Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του προς τον Γκούο Ρεν, σαν να αποφάσιζε αν
άξιζε να ξαναφέρει στη μνήμη του εκείνη την ιστορία.
«Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι ήταν πράγματι εξοργισμένος,» είπε τελικά. «Όχι
μόνο επειδή έφυγε η Πιάο Γιουάν. Αυτό θα μπορούσε να το κρύψει. Το χειρότερο
ήταν πως συνέβη ενώ φιλοξενούσε τον Γουέι Νταο-Λιν, αυτοκρατορικό επιθεωρητή
αλατιού. Έναν άνθρωπο της διοίκησης.
Έναν άνθρωπο που αργότερα θα μιλούσε για το Νανγκού σε άλλους άρχοντες.»
Ο Γουέι Τζιαν δεν μιλούσε πλέον. Παρακολουθούσε προσεκτικά.
«Ο Τσενγκ-Γουέι περπατούσε πάνω κάτω σαν πληγωμένη τίγρη,» συνέχισε ο
Μινγκ Ζενγκ. «Θυμάμαι πως είχε αναποδογυρίσει μόνος του ένα τραπέζι από θυμό.
Έλεγε ξανά και ξανά πως κάποιος που του είχε προσφέρει στέγη, τροφή και κρασί,
του ανταπέδωσε τη φιλοξενία του με ύπουλο τρόπο. Έτσι το έβλεπε. Όχι σαν φυγή
γυναίκας. Σαν προσβολή μέσα στο ίδιο του το σπίτι.»
Ο ήλιος έπεφτε λοξά πάνω στον δρόμο και το φως γυάλιζε στον μικρό
κόκκινο λίθο του περιβραχιονίου.
«Όταν έφτασα,» είπε ο Μινγκ Ζενγκ, «ο άρχοντας είχε ήδη αποφασίσει να
στείλει άνδρες να τους κυνηγήσουν. Να φέρουν πίσω την Πιάο Γιουάν δεμένη αν
χρειαζόταν.»
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε ελαφρά.
«Η Γου Σία ήταν εκείνη που τον συγκράτησε. Του είπε πως αν άρχιζαν να
κυκλοφορούν στρατιώτες στους δρόμους για μια γυναίκα, τότε όλοι θα μάθαιναν τι
είχε συμβεί. Μέχρι κι οι έμποροι των περασμάτων.»
Ο Μινγκ Ζενγκ χαμήλωσε λίγο το βλέμμα, σαν να θυμόταν ακόμη εκείνη τη
νύχτα.
«Ρώτησα τότε αν γνώριζαν κάτι για τον αξιωματικό, τον Ρεν Λιάνγκ. Κι
ένας από τους φρουρούς είπε πως ήταν από το ίδιο χωριό με την Πιάο Γιουάν. Από
το Τζου Σαν.»
Ο Γουέι Τζιαν έγνεψε ελαφρά, σαν να επιβεβαίωνε τα λόγια.
«Έπειτα μάθαμε κάτι ακόμη. Πριν χρόνια, όταν η Πιάο Γιουάν ζούσε ακόμη
εκεί, οι οικογένειές τους είχαν μιλήσει για αρραβώνα. Δεν είχε ολοκληρωθεί
ποτέ· η φτώχεια της οικογένειάς της την έφερε εδώ. Όμως τέτοιες υποσχέσεις στα
χωριά δεν ξεχνιούνται εύκολα.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε αμίλητος.
«Τότε κατάλαβα πως το να τη φέρναμε πίσω θα ήταν πολύ χειρότερο.»
Ο Μινγκ Ζενγκ σήκωσε αργά το κεφάλι.
«Μια γυναίκα που έφυγε μόνη της δεν επιστρέφει ποτέ πραγματικά.
Επιστρέφει μόνο το σώμα της. Το μυαλό της έχει ήδη φύγει αλλού.»
Τα κουδουνάκια ακούστηκαν ξανά.
«Και οι άπιστες… πάντα άπιστες μένουν.»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε αμυδρά, σχεδόν ανεπαίσθητα.
Ο Μινγκ Ζενγκ συνέχισε:
«Έτσι είπα στον Τσενγκ-Γουέι πως υπήρχε τρόπος να διασωθεί η αξιοπρέπειά
του χωρίς θόρυβο. Να μη μιλήσει κανείς για φυγή. Να ειπωθεί απλώς πως η Πιάο Γιουάν
απομακρύνθηκε επειδή είχε προϋπάρχουσα υπόσχεση γάμου και πως ο ίδιος ο
άρχοντας, δείχνοντας μεγαλοψυχία, της επέτρεψε να φύγει.»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε προσεκτικά.
«Στην αρχή αρνήθηκε. Ο εγωισμός του δεν το δεχόταν. Ύστερα όμως ο
πατέρας σου…» είπε κοιτώντας τον Γουέι Τζιαν, «του επισήμανε κάτι σωστό.»
Ο Γουέι Τζιαν ανασήκωσε ελαφρά το φρύδι.
«Πως ένας άρχοντας δεν μικραίνει όταν αφήνει μια γυναίκα να φύγει.
Μικραίνει όταν δείχνει πως δεν μπορεί να το αντέξει.»
Για πρώτη φορά κάτι σαν σκιά χαμόγελου πέρασε από το πρόσωπο του Μινγκ
Ζενγκ.
«Αυτό τον ηρέμησε.»
Ο αέρας σκόρπισε λίγη σκόνη στον δρόμο.
«Έτσι το θέμα έκλεισε. Δεν στάλθηκαν άνδρες. Δεν γράφτηκε τίποτα στα
αρχεία. Και μετά από λίγες εβδομάδες, όλοι άρχισαν να μιλούν για άλλο πράγμα.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έσφιξε ελαφρά τα κατάστιχα κάτω από το χέρι του. «Αυτό
κάνουν συνήθως οι άνθρωποι. Ξεχνούν γρήγορα… όταν τους δοθεί ένας αξιοπρεπής
τρόπος να ξεχάσουν.»
Για λίγο κανείς δεν μίλησε. Μόνο οι ήχοι του κτήματος έφταναν αμυδρά ως
τον δρόμο· ένα κάρο που έτριζε κάπου μακριά, το χτύπημα ξύλου πάνω σε ξύλο, οι
φωνές δυο παιδιών κοντά στα αυλάκια του νερού.
Ο Γκούο Ρεν είχε μείνει σκεφτικός. «Παράξενη ιστορία,» είπε χαμηλόφωνα.
«Κι όμως… δεν την είχα ξανακούσει ποτέ.»
«Οι περισσότερες ιστορίες δεν λέγονται. Σε κάποιες λέγεται ένα κομμάτι
τους, αλλά ποτέ ολόκληρες,» αποκρίθηκε ο
Μινγκ Ζενγκ. «Μόνο όσο χρειάζεται κάθε φορά.»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε πάλι με εκείνον τον τρόπο που έκανε δύσκολο να
καταλάβει κανείς αν αστειευόταν ή δοκίμαζε τους άλλους. «Και τώρα χρειάστηκε να
ειπωθεί»
Ο Μινγκ Ζενγκ γύρισε αργά προς το μέρος του. «Εσύ την έφερες στη
συζήτηση.»
Ο Γουέι Τζιαν έσκυψε ελαφρά το κεφάλι, σαν να δεχόταν το χτύπημα χωρίς
να ενοχλείται.
η
κάλυψη των κενών θέσεων
Ο Γκούο Ρεν έκανε ένα βήμα μπροστά. «Αρκετά με τα περασμένα. Οι άνθρωποι
έφυγαν σήμερα το πρωί. Αυτό έχει σημασία τώρα.» Κοίταξε τον Μινγκ Ζενγκ. «Ποιό
είναι το σοβαρότερο κενό;»
«Ο Ταν Ζανγκλί,» απάντησε αμέσως εκείνος. «Οι αποθήκες σιτηρών δεν είναι
εύκολη δουλειά. Ήξερε τα κλειδιά, τις ποσότητες, ποιο σακί είχε υγρασία και
ποιο όχι. Αν γίνει λάθος εκεί, θα το καταλάβουμε μήνες αργότερα.»
«Ποιος άλλος;»
«Ο Φανγκ Γιτιάν. Αυτός είναι πιο δύσκολη απώλεια απ’ όσο φαίνεται. Έκανε
τρεις δουλειές μόνος του. Έκοβε ξυλεία, επισκεύαζε άμαξες και οδηγούσε τα κάρα
μέχρι τον νότιο δρόμο.»
Ο Γκούο Ρεν ένευσε σιωπηλά.
«Για τα χωράφια θα βρεθούν χέρια,» συνέχισε ο Μινγκ Ζενγκ. «Για τις
αποθήκες όμως όχι εύκολα.»
Ο Γουέι Τζιαν ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι. «Ο Λι Σαν ξέρει να μετρά σιτηρά;»
«Ξέρει,» απάντησε ο Γκούο Ρεν πριν μιλήσει ο άλλος. «Αλλά δεν μπορεί να
είναι παντού.»
«Τότε ίσως πρέπει να μάθω κι εγώ.»
Ο Μινγκ Ζενγκ τον παρατήρησε προσεκτικά.
«Οι άνθρωποι που ζητούν γρήγορα ευθύνες συνήθως είτε είναι πολύ πρόθυμοι
και ριψοκίνδυνοι είτε πολύ αφελείς.»
«Και ποιο από τα δύο πιστεύετε πως είμαι;»
Ο πρώην δικαστής δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα του στάθηκε για λίγο
πάνω στο πρόσωπο του Γουέι Τζιαν, ύστερα κατέβηκε στα χέρια του, σαν να
προσπαθούσε να καταλάβει αν ήταν χέρια ανθρώπου που είχε πραγματικά δουλέψει.
«Στους αφελείς σίγουρα δεν ανήκεις. Τώρα για τα υπόλοιπα είναι νωρίς για
να αποφανθεί κανείς» απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ.
τα
ευρήματα στα εγκαταλειμμένα σπίτια
Μια μικρή σιωπή απλώθηκε πάλι ανάμεσά τους.
Έπειτα ο Μινγκ Ζενγκ ξετύλιξε ελαφρά
ένα από τα κατάστιχα. «Υπάρχει κι άλλο
ζήτημα.»
Μια μικρή σιωπή απλώθηκε πάλι ανάμεσά τους.
Έπειτα ο Μινγκ Ζενγκ ξετύλιξε ελαφρά
ένα από τα κατάστιχα. «Υπάρχει κι άλλο ζήτημα.»
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε. «Τι;»
«Το σπίτι του Σου Σεν.»
«Τι έχει;»
«Έμεινε ανοιχτό όταν έφυγαν.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε.
«Μερικοί από τους εργάτες φοβούνται να μπουν μέσα,» συνέχισε ο Μινγκ
Ζενγκ. «Λένε πως άφησαν πίσω πράγματα περίεργα…»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε αμυδρά. «Σύμβολα της πίστης τους;»
«Όχι. Φυλαχτά επίκλησης δυνάμεων, σκοτεινών.»
«Σαν τι;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
Ο Μινγκ Ζενγκ άνοιξε το κατάστιχο περισσότερο και άρχισε να απαριθμεί: «Ένα
μικρό αγαλματίδιο από μαύρο όνυχα, σκαλισμένο με μορφή Τσι Τσι, του πνεύματος της
γονιμότητας και της γης, το οποίο οι Σου Σεν φοβούνταν να ενοχλήσουν. Πίστευαν
πως αν το σπίτι χρησιμοποιούνταν από άλλους, η γη θα παρέμενε άγονη, σαν κατάρα.»
«Αυτό μόνο;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
Ο Μινγκ Ζενγκ, έβγαλε από το εσωτερικό του μανδύα του μια σειρά από
κοκκάλινες χάντρες δεμένες σε κόμβους.
«Κόκκινες χάντρες;» είπε με απορία ο Γκούο Ρεν.
«Ναι, αλλά όχι οποιεσδήποτε» του
απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ. «Σχηματίζουν το σχήμα του Χου Λονγκ, του μυθικού Δράκου
του Ποταμού. Τοποθετήθηκαν για να προστατεύουν την οικογένεια από ανεπιθύμητες
παρεμβάσεις… και για να θυμίζουν πως η εξουσία της γης δεν παραχωρείται σε
ξένους.»
«Το χειρότερο;» είπε ο Μινγκ Ζενγκ με δισταγμό χαμηλώνοντας τη φωνή του.
«Υπάρχει ένα… πιο σκοτεινό. Το λένε Σιάνγκ Γιου — ένα φυλαχτό που η ίδια η
ενέργειά του μπορεί να επιτεθεί σε ολόκληρη την κοινότητα. Τοποθετήθηκε για να
σαμποτάρει τα χωράφια και τις σοδειές του Νανγκού. Αν ποτέ ενεργοποιηθεί, τα
σιτηρά θα μαραθούν, οι αποθήκες θα στερέψουν και η πείνα θα χτυπήσει το Νανγκού σαν κατάρα. Λένε πως το πνεύμα που
κατοικεί μέσα του είναι μισοζωντανό, μισοκαταραμένο, και τρέφεται από τον φόβο
και τη δυστυχία των ανθρώπων.»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε με νόημα. «Αυτά θα είναι σύμβολα των
‘Επιστρεφόντων’.»
«Όχι,» απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ. «Όσοι ακολουθούν τη λογική δεν βασίζονται
ποτέ σε ανορθόλογες πίστεις…»
«Που ακολουθούν τη λογική;» διέκοψε ειρωνικά ο Γουέι Τζιαν. «Αν είναι
ποτέ λογικό να διαρρηχθούν οι δεσμοί σε μια κοινωνία…»
«Μπορεί να πίστευαν παράλληλα και σε άλλα μονοπάτια,» διαπίστωσε ο Γκούο
Ρεν. «Σε κάποιους ποτέ δεν είναι αρκετός ένας δρόμος. Θέλουν να έχουν και
βοηθητικά μονοπάτια.»
«Ίσως…» απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ. «Όπως και να έχει, αυτά είναι σύμβολα
εκδίκησης.»
Μια αίσθηση ψυχρής σιωπής έπεσε. «Οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο ό,τι
δεν βλέπουν, φοβούνται για αυτό που θα έρθει.» είπε ο Μινγκ Ζενγκ ψυχρά.
Ο Γκούο Ρεν έδειξε εκνευρισμένος. «Ανοησίες χωρικών.»
«Ίσως,» αποκρίθηκε ο πρώην δικαστής. «Αλλά οι ανοησίες των χωρικών
γίνονται εύκολα φήμες. Και οι φήμες γίνονται φόβος.»
Ο αέρας κόπασε για λίγο. Το μεσημεριανό φως έπεφτε τώρα κάθετα πάνω
τους.
Τότε ο Γουέι Τζιαν είπε ήρεμα: «Θα μείνω εγώ εκεί.»
Ο Γκούο Ρεν γύρισε απότομα. «Στο σπίτι του Σου Σεν;»
«Γιατί όχι; Είναι άδειο. Και αν υπάρχουν φαντάσματα των Επιστρεφόντων…»
χαμογέλασε, «…ίσως θελήσουν να μου μιλήσουν.»
Ο Μινγκ Ζενγκ τον κοίταξε ακίνητος. Για πρώτη φορά, τα μικρά κουδουνάκια
στο περιβραχιόνιό του δεν ακούστηκαν καθόλου.
«Όχι. Σήμερα θα κατεδαφιστεί. Όποιος φέρθηκε αχάριστα στη γη που τον
φιλοξένησε για χρόνια δεν έχει το δικαίωμα της μνήμης, της αναφοράς του
ονόματός του. Η οικογένεια του Σου Σεν θα διαγραφεί από τα αρχεία μας. Δεν
υπήρξαν ποτέ εδώ. Αυτό θα το κάνεις αμέσως. Ο Λι Σαν με εργάτες θα γκρεμίσει το
σπίτι και θα μεταφέρουν έξω από τα κτήματά μου τις πέτρες, τα ξύλα και ό,τι
άλλο έχουν αφήσει εκεί. Τα φυλαχτά θα καούν εκεί μακρυά, εκεί που θα
διασκορπίσουν τα υλικά.»
τα
ξυλόγλυπτα με τις «αδελφές ψυχές»
Ο Γκούο Ρεν έδειχνε έτοιμος να κλείσει τη συζήτηση, όμως ο Μινγκ Ζενγκ
κράτησε ακόμη ανοιχτό το κατάστιχο.
«Άδειο έμεινε επίσης και το σπίτι της Ντουάν Χου και
της Γκου Μεϊγιού,» είπε.
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε ανεπαίσθητα. «Εκείνο το σπίτι…»
«Ναι,» αποκρίθηκε ο Μινγκ Ζενγκ ήρεμα. «Το απομονωμένο.»
Ο Γουέι Τζιαν έδειξε ενδιαφέρον. «Πού βρίσκεται;»
«Πίσω από τους παλιούς ορυζώνες. Στο στενό μονοπάτι που οδηγεί προς τα
εγκαταλειμμένα πηγάδια.» Ο Μινγκ Ζενγκ μιλούσε χωρίς συναισθηματισμό, σαν να
κατέγραφε πράγματα ήδη τελειωμένα. «Μικρό σπίτι, αλλά προσεγμένο. Με ξύλινη
βεράντα και χαμηλή περίφραξη από μπαμπού.»
Σταμάτησε για λίγο.
«Οι περισσότερες γυναίκες δεν πλησίαζαν συχνά εκεί.»
«Γιατί;» ρώτησε ο Γουέι Τζιαν.
Ο Μινγκ Ζενγκ σήκωσε ελαφρά το βλέμμα. «Είχαν φυτέψει γύρω από το σπίτι
πικροδάφνες και αγκαθωτούς θάμνους αρτεμισίας. Παλιές προλήψεις. Κάποιοι
πίστευαν πως τέτοια φυτά κρατούν μακριά τα κακά πνεύματα… ή τους ανθρώπους.»
Ο Γκούο Ρεν αναστέναξε χαμηλά.
«Οι χωρικοί έλεγαν πολλά για εκείνες.»
«Οι χωρικοί μιλούν πάντα όταν δεν
καταλαβαίνουν κάτι,» αποκρίθηκε ο Μινγκ Ζενγκ.
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε ελαφρά. «Και τι δεν καταλάβαιναν;»
Ο πρώην δικαστής τον κοίταξε ακίνητος για μια στιγμή.
«Το γιατί δύο γυναίκες προτιμούσαν να ζουν μόνες τους.»
Ο αέρας πέρασε ανάμεσα από τις μουριές και για λίγο κανείς δεν μίλησε.
Ύστερα ο Μινγκ Ζενγκ συνέχισε:
«Όταν ανοίξαμε το σπίτι μετά την
αναχώρησή τους… βρέθηκαν διάφορα πράγματα.»
Ο Γκούο Ρεν χαμήλωσε το βλέμμα σαν να μην ήθελε να επανέλθει σε εκείνη
την εικόνα.
«Η Γκου Μεϊγιού φαίνεται πως είχε ταλέντο στην ξυλογλυπτική,» είπε ο
Μινγκ Ζενγκ. «Υπήρχαν μικρά ξυλόγλυπτα παντού. Κρυμμένα σε κουτιά, μέσα σε
υφάσματα, ακόμη και κάτω από το κρεβάτι.»
Ο Γουέι Τζιαν έδειξε τώρα πραγματική περιέργεια. «Τι παρίσταναν;»
Ο Μινγκ Ζενγκ δίστασε ελάχιστα. «Γυναίκες.
«Μόνο γυναίκες;»
«Ναι.»
Τα κουδουνάκια στο περιβραχιόνιό του ακούστηκαν απαλά καθώς μετακίνησε
το χέρι.
«Γυναίκες που αγκαλιάζονταν. Που φιλιούνταν. Άλλες ξαπλωμένες
αντικριστά, να κοιτά η μία την άλλη. Άλλες πλεγμένες μαζί σαν να χόρευαν.»
Ο Γκούο Ρεν έδειξε δυσφορία. «Χυδαία πράγματα.»
«Ίσως,» είπε ψυχρά ο Μινγκ Ζενγκ. «Όμως καλοφτιαγμένα.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δίστασε για πρώτη φορά προτού συνεχίσει, σαν να
αναρωτιόταν αν άξιζε να περιγράψει όσα είχαν βρεθεί μέσα στο σπίτι.
«Η Γκου Μεϊγιού,» είπε τελικά, «δεν έφτιαχνε απλά διακοσμητικά.»
Ο Γουέι Τζιαν έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Τι εννοείτε;»
Ο πρώην δικαστής πήρε μια αργή ανάσα.
«Τα περισσότερα ξυλόγλυπτα ήταν μικρά, αρκετά ώστε να κρύβονται στην
παλάμη. Σκαλισμένα από μαλακό ξύλο καμφοράς. Δύο γυναίκες αγκαλιασμένες γυμνές
κάτω από πέπλα. Άλλες ξαπλωμένες η μία πάνω στην άλλη, με τα πόδια μπλεγμένα.
Υπήρχαν μορφές που φιλιούνταν στόμα με στόμα, άλλες που κρατούσαν η μία το
πρόσωπο της άλλης, ερωμένες που αποχαιρετιούνταν
μετά από χρόνια. Σε ένα άλλο δυο γυναίκες γυμνές όρθιες μέσα στα ενωμένα χέρια
τους κρατούσαν ένα καμτσίκι με πορεία προς το κάτω. »
Ο
Γκούο Ρεν χαμήλωσε το βλέμμα με εμφανή δυσφορία.
Ο Μινγκ Ζενγκ συνέχισε ατάραχος: «Ένα από τα ξυλόγλυπτα έδειχνε δύο
γυναίκες καθισμένες αντικριστά πάνω σε άνθη λωτού, γυμνές από τη μέση και πάνω,
με τα μέτωπά τους ενωμένα. Πίσω τους
ήταν σκαλισμένες δύο χρυσές ορχιδέες με μπλεγμένους μίσχους, δουλεμένες με τόση
λεπτομέρεια ώστε έμοιαζαν σχεδόν ζωντανές.»
Ο Γουέι Τζιαν ανασήκωσε ελαφρά το φρύδι.
«Οι Χρυσές Ορχιδέες… Παλιό σύμβολο.»
«Ναι,» είπε ο Μινγκ Ζενγκ. «Σε ορισμένες νότιες επαρχίες οι γυναίκες που
ορκίζονταν πίστη η μία στην άλλη αντάλλασσαν ορχιδέες ή φορούν κεντήματα με
δεμένους μίσχους. Άλλοι το έλεγαν αδελφότητα. Άλλοι το θεωρούσαν κάτι
βαθύτερο.»
Τα μικρά κουδουνάκια στο περιβραχιόνιό του ήχησαν χαμηλά καθώς
μετακίνησε το χέρι.
«Οι χωρικοί πιστεύουν πως οι χρυσές ορχιδέες συμβολίζουν δεσμούς που δεν
λύνονται εύκολα. Σχέσεις που μένουν κρυφές από τα μάτια του κόσμου, αλλά
ριζώνουν βαθιά σαν φυτά που ανθίζουν μακριά από τον ήλιο.»
«Η
Γκου Μεϊγιού φαίνεται πως γνώριζε καλά αυτόν τον συμβολισμό,» συνέχισε ο Μινγκ
Ζενγκ. «Κανένα από τα ξυλόγλυπτα δεν έμοιαζε πρόχειρο ή φτιαγμένο από
περιέργεια. Ήταν έργα ανθρώπου που προσπαθούσε να κρατήσει ζωντανή μια μνήμη… ή
έναν όρκο.»
Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε.
Ύστερα ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε αχνά.
«Τότε ίσως αυτά τα γλυπτά να μην ήταν χυδαία αντικείμενα, αλλά μικρά κρυμμένα
φυλαχτά για γυναίκες που δεν μπορούσαν να αγαπήσουν ελεύθερα, για τις γυναίκες
που προτιμούν άλλες γυναίκες.»
«Στο σπίτι βρέθηκε και κάτι ακόμη,» είπε ο Μινγκ Ζενγκ χαμηλώνοντας
ελαφρά τη φωνή του.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
«Στο πίσω δωμάτιο, κοντά στο παράθυρο που έβλεπε προς τα παλιά πηγάδια,
υπήρχε μια μεγάλη πήλινη λεκάνη. Μέσα της είχε φυτευτεί πικροδάφνη.»
Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε αχνά το φρύδι.
«Μέσα στο σπίτι;»
«Ναι,» αποκρίθηκε ο Μινγκ Ζενγκ. «Καλοφροντισμένη. Κάποιος την πότιζε
συχνά μέχρι την τελευταία ημέρα. Τα άνθη της ήταν ανοιχτά ακόμη όταν μπήκαμε.»
«Σε ορισμένα μέρη γυναίκες που ανταλλάσσουν
άνθη πικροδάφνης δίνουν μεταξύ τους σιωπηλό όρκο πίστης. Θεωρούν πως ο δεσμός
τους είναι όμορφος σαν λουλούδι και επικίνδυνος σαν δηλητήριο. Καλύτερα ένας
επικίνδυνος αληθινός δεσμός παρά ένας ασφαλής ψεύτικος γάμος. Κάποιες βράζουν και πίνουν το ζωμό από τα
φύλλα της όταν βρίσκονται μαζί και οι δύο. Λένε πως έτσι η μνήμη μιας γυναίκας
μένει κοντά στην άλλη ακόμη κι όταν αυτές χωρίζονται.»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε αχνά. Ο Γκούο Ρεν άκουγε με απορία. Για μια
στιγμή κανείς δεν μίλησε.
«Υπήρχε κι ένα άλλο γλυπτό,» πρόσθεσε ο Μινγκ Ζενγκ χαμηλότερα. «Πιο
χυδαίο από τα υπόλοιπα. Δύο γυναικεία σώματα πλεγμένα μεταξύ τους πάνω σε
στρώμα, με τα μαλλιά τους ενωμένα σαν ένας μόνο μαύρος ποταμός. Όποιος το
έφτιαξε… δεν το έκανε από περιέργεια. Το έκανε από μνήμη.»
Για λίγο κανείς δεν μίλησε.
Ύστερα ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε αχνά. «Ίσως τελικά η Γκου Μεϊγιού να
ήταν καλύτερη τεχνίτρια απ’ όσο εργάτρια στα χωράφια. Αυτή η Γκου Μεϊγιού είχε
περισσότερο ταλέντο απ’ όσο νόμιζαν οι άνθρωποι εδώ. Τα κρυφά ταλέντα
ανακαλύπτονται αργά. »
Ο
Γκούο Ρεν του έριξε κοφτή ματιά. «Δεν είναι αστείο.»
«Δεν γελάω με αυτό,» απάντησε ήρεμα ο Γουέι Τζιαν. «Γελάω με το πόσο
φοβούνται οι άνθρωποι ο,τιδήποτε δεν μπορούν να ονομάσουν καθαρά.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έκλεισε αργά το κατάστιχο. «Το σπίτι τους παραμένει
κλειστό. Κανείς δεν θέλει να μείνει εκεί.»
«Επειδή φοβούνται τις πικροδάφνες ή τα ξυλόγλυπτα;» τον ρώτησε ο Γουέι
Τζιαν.
«Επειδή φοβούνται πως κάποιοι άνθρωποι αφήνουν πίσω τους περισσότερα από
αντικείμενα.» απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ.
«Τα ξυλόγλυπτα τα θέλετε;» είπε ο Γουέι Τζιαν στον Γκούο Ρεν.
«Όχι.»
«Δεν είναι κρίμα να τα πετάξουμε; Φτιάχθηκαν με στοργή και μεράκι.»
«Να μην τα δει κανείς. Καταστρέψτε τα, κάψτε τα, κάνε τέ τα ό,τι θέλετε»
απάντησε ο Γκούο Ρεν.
«Λέω να τα βάλω σε ένα κουτί και
να τα στείλω σε κάποιες γνωστές μου. Έκπληξη,» είπε ο Γουέι Τζιαν με ένα λεπτό
χαμόγελο.
Ο Μινγκ Ζενγκ τον κοίταξε, σα να μην ήξερε αν θα έπρεπε να κουνήσει το
κεφάλι ή να σιωπήσει. «Γνωστές σου;»
«Ναι,» είπε ο Γουέι Τζιαν. «Κάποιες από τις γυναίκες που είναι “αδελφές
ψυχές”. Στη Σαγκάη, η Λιου Τζιν και η Χανγκ Γιου φροντίζουν να κρατούν ζωντανές
τις σχέσεις μεταξύ τους. Στο Σουζού, η Ζενγκ Μεν και η Τσανγκ Λι θα παίζουν με
τα ξυλόγλυπτα που θα τους στείλω σαν να
ξαναζούν τις ιστορίες που είχαν δει και ένιωσαν.»
Ο Γκούο Ρεν σηκώθηκε με δυσπιστία. «Λές πως είναι… αδελφές ψυχές;»
«Ναι,» απάντησε ο Γουέι Τζιαν. «Κορίτσια σαν αυτές ζούν μαζί, μοιράζονται
κρεβάτια, αντικείμενα, και όνειρα. Υπάρχει η Χουάνγκ Τσενγκ και η Σου Γιουάν
στη Χανγκτσόου, που κρατούν μυστικές τελετές συμβίωσης, όχι για να αμαρτήσουν,
αλλά για να μοιραστούν τη ζωή τους και την ψυχή τους.»
Ο Μινγκ Ζενγκ χαμήλωσε το βλέμμα. «Και οι ξυλογλυπτικές παραστάσεις;»
«Είναι για εκείνες,» είπε ο Γουέι Τζιαν. «Κάθε ξυλόγλυπτο από την
επιθυμία της Τζουάν Χου και της Γκου Μεϊγιού θυμίζει εκείνη τη γυναίκα
ευγενικής καταγωγής και της υπηρέτριά της, που μοιράζονταν το ίδιο κρεβάτι και
τα ίδια μυστικά. Μέχρι που η οικογένεια της αρχοντοπούλας έδιωξε την ταπεινή
θεραπαινίδα και ανάγκασε την πλουσιοκόρη να παντρευθεί. Υπήρχε η Σου Τιέν και η
Λιου Τζιν, που κοιτούσαν η μία την άλλη πάνω από άνθη λωτού και ένιωθαν την
καρδιά τους να συνδέεται. Είναι οι «αδελφές ψυχές» που ξαναζούν μέσα από αυτά
τα αντικείμενα. Και οι ιστορίες τους θα ταξιδέψουν από τη Σαγκάη στη Σουζού,
από τη Χανγκτσόου στην Ναντζίνγκ, σαν μικρές εκθέσεις μυστικού έρωτα.»
Ο Γκούο Ρεν σφίγγοντας τα χείλη είπε αργά: «Και θεωρείς ότι είναι…
ασφαλές; Να τα στείλεις σε άλλες
πόλεις;»
«Ασφαλές;» επανέλαβε ο Γουέι Τζιαν, χαμογελώντας απαλά. «Ασφαλές με την
έννοια που οι άνθρωποι φοβούνται. Όχι, ίσως. Αλλά η αγάπη δεν έχει ανάγκη από
ασφάλεια. Θα φτάσουν σε αυτά τα σπίτια, θα κρυφτούν ανάμεσα σε άλλες
καθημερινότητες, και θα θυμίζουν σε όσες τα βλέπουν ότι υπάρχουν σχέσεις που
δεν ορίζονται από την κοινωνία ή το νόμο, αλλά από την καρδιά και την ψυχή.»
«Καλά. Αρκεί να εξαφανιστούν από εδώ.» συγκατάνευσε ο Γκούο Ρεν.
«Θα μπορούσα να εγκατασταθώ εκεί» πρότεινε ο Γουέι Τζιαν. «Γυναίκες
έμεναν, το σπίτι θα πρέπει να είναι σε τάξη.»
«Αν δεν σε ενοχλεί με το ποιές έμεναν λίγο πιο πριν εκεί…» του
ανταπάντησε ο Γκούο Ρεν.
«Το σπίτι δεν ευθύνεται για το ποιοι το χρησιμοποιούν.»
«Κάποιες φορές μένει η παρουσία τους, σαν το άρωμα που είχε διαποτίσει
βαθειά τους τοίχους και δεν φεύγει…» είπε ο Γκούο Ρεν. «Αλλά αφού επιμένεις…
Μόλις εμφανιστεί ο Λι Σαν θα πας μαζί με τα πράγματά σου εκεί.»
Ο Γκούο Ρεν στράφηκε προν τον Μινγκ Ζενγκ. «Πήγαινε και συ μαζί τους.
Ελέγξτε αν δείτε κάτι περίεργο, κάτι ύποπτο. Τα γλυπτά αυτής της Γκου Μεϊγιού
θα συσκευαστούν και δεν θα τα ξαναδεί ανθρώπου μάτι.»
το
κενό σπίτι του πατέρα και της πρωτότοκης
«Με το σπίτι του Γκενγκ Ντο, τί θα γίνει;» ρώτησε ο Μινγκ Ζενγκ τον
Γκούο Ρεν.
«Αυτό θα το κάνουμε…» ξεκίνησε να
απαντήσει ο άρχοντας Γκούο Ρεν, μα ακόμη δεν είχε αποφασίσει για την μελλοντική
χρήση του άδειου σπιτιού. Με φωνή χαμηλή, σχεδόν σιγανή, μίλησε και στους δύο: «Υπάρχουν
φήμες, ψίθυροι που κυκλοφορούν ανάμεσα στους υπηρέτες… για την πρωτότοκη κόρη,
τη Σιαογιού, και τον πατέρα της.»
Ο Μινγκ Ζενγκ ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά την πλάτη του. «Φήμες;»
ρώτησε, κρατώντας την ψυχραιμία του.
«Ναι,» είπε ο Γκούο Ρεν. «Η Λανφέν είχε υπονοήσει κάποτε ότι τους είχε
δει να βγαίνουν σιωπηλοί από την παλαιά αποθήκη των σιτηρών. Και ο Πενγκ Λου
είπε ότι συνήθως έβλεπε μόνο τη Σιαογιού και τον πατέρα της να ανεβαίνουν
χέρι-χέρι προς τους λόφους. Τίποτα δεν είναι επιβεβαιωμένο, αλλά όταν
συγκεντρώνεται κόσμος, ποτέ δεν ξέρει κανείς μέσα στη γιορτή, μέσα στη μάζωξη,
ποιοι κρύβονται και ανασαίνουν ελεύθερα και αυτοί μέσα της.»
Ο Μινγκ Ζενγκ σκέφτηκε για λίγο, νιώθοντας την αίσθηση μιας ενοχής να
αιωρείται πάνω του και πίσω από τις
συγκεντρώσεις των
«Επιστρεφόντων». Απορροφημένος στο κήρυγμά του δεν έβλεπε τις
αντιδράσεις του κοινού, δεν εξέταζε όλες τις πιθανότητες που εκείνοι τον
άκουγαν σιωπηλοί. Νόμιζε ότι ο λόγος του τους καταπράυνε, τους έδινε μια κοινή
ελπίδα. Και όμως αυτή την ελπίδα και την
πίστη ο καθένας την ακολουθούσε ή την κατανοούσε όπως ήθελε ή όπως τον
συνέφερε, και κάποιες φορές ως ευκαιρία για να κρύψει τους δικούς του
ακατέργαστους πόθους.
«Και η Λιαν;» ρώτησε τελικά, παρατηρώντας τη μικρή σιωπή που ακολούθησε.
«Αυτή η κοπέλλα δεν τους ακολούθησε όταν έφυγαν οι υπόλοιποι,» είπε ο
Γκούο Ρεν με μια αμφιθυμία στο βλέμμα. «Σαν να μην ήθελε να είναι μαζί τους. Η
Σου-Σι επιμένει ότι πρέπει να κοιμάται μαζί μας, στο πέτρινο διοικητήριο. Δεν
ξέρω ακόμα πώς θα το διαχειριστούμε… Θέλουμε να την προστατεύσουμε, αλλά ταυτόχρονα
δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις υποψίες που αιωρούνται πάνω από το σπίτι τους.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έσκυψε ελαφρά. «Είναι λεπτό ζήτημα,» είπε με χαμηλή φωνή.
«Όσες φήμες κι αν κυκλοφορούν, η Λιαν δεν έχει καμία ευθύνη για όσα λέγονται.
Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να την κρατήσουμε ασφαλή, όσο μπορούμε.»
Ο Γκούο Ρεν αναστέναξε, κοιτάζοντας προς τα μακριά τα σκιερά περιβόλια
και τους λόφους. «Ναι… αλλά η σκιά τους παραμένει. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει
απόδειξη, η αίσθηση εκείνου του δωματίου, οι φωνές που δεν ακούστηκαν ποτέ,
μένει μαζί μας. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί.»
Μια σιωπή απλώθηκε, βαριά και ασάλευτη. Μόνο ο ήχος του αέρα που θρόιζε
τα φύλλα των δέντρων γύρω από το πέτρινο διοικητήριο και το μακρινό κελάρισμα
νερού υπενθύμιζαν πως ο κόσμος γύρω συνέχιζε τη ζωή του, ενώ οι υποψίες και τα
μυστικά αιωρούνταν σαν σκοτεινές σκιές.
το
κοινό γεύμα
«Ας επιστρέψουμε στο πέτρινο διοικητήριο» είπε ο Γκούο Ρεν. «Θα φάμε
όλοι μαζί σήμερα. Έχει έρθει ξένος και
πρέπει να τον τιμήσουμε.»
«Μα εγώ ήρθα για δουλειά…»
«Είσαι γιος φίλου του πατέρα μου. Αυτούς που τιμούσε ο πατέρας μου
υποχρέωσή μου είναι να τους τιμώ και εγώ.»
Ο ήλιος είχε αρχίσει πλέον να γέρνει ελαφρά, κι από τα μακρινά χωράφια
ακουγόταν το πρώτο κάλεσμα για νερό στους εργάτες.
Ο Γουέι Τζιαν ακολουθώντας τον Γκούο Ρεν και τον Μινγκ Ζενγκ έφτασαν
στην αυλή του πέτρινου διοικητηρίου. Είδε τη Λιάν, που κρατούσε το σάνξιαν στα χέρια της, και είπε,
μισοαστεία, μισοσοβαρά:
«Τώρα, λοιπόν, ας δούμε αν μπορείς να μάθεις κι εσύ λίγη μουσική. Και
μετά… αν χρειαστεί, θα φτιάξουμε και μια ιστορία.»
Η Λιάν χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι της, ενώ το μικρό σκυλάκι της
Σου-Σι γρύλιζε αμήχανα από τη γωνία της αυλής, σαν να καταλάβαινε ότι κάτι
περίεργο αλλά συναρπαστικό μόλις είχε αρχίσει.
Ο Γουέι Τζιαν κάθισε σε ένα μικρό σκαμνί κοντά στη Λιάν και χτύπησε
απαλά τις χορδές του σάνξιαν με τα δάχτυλά του, βγάζοντας έναν αχνό, γλυκό ήχο
που γέμισε τον χώρο σαν ανοιξιάτικο αέρα. «Θαύμα. Θαύμα!», φώναξε ξανά, και
αυτή τη φορά ο τόνος του είχε κάτι από παιδική έκπληξη. «Ο αοιδός δεν ψελίζει…
Ο αοιδός τραγουδάει! Και κάθε νότα του είναι ένα μικρό θαύμα!»
Η Λιάν κοίταξε τα δάχτυλά του που χόρευαν στις χορδές και γέλασε,
αμήχανα αλλά γεμάτη περιέργεια. Ο Γουέι Τζιαν άρχισε να σφυρίζει μια μελωδία,
και σιγά σιγά άπλωσε τα λόγια του σε μια ιστορία:
«Στα χρόνια που τα βουνά καλύπτονταν
από ομίχλη», ξεκίνησε, «υπήρχε ένα κορίτσι που είχε μείνει μόνο του στον
κόσμο. Κανείς δεν ήξερε από πού ήρθε, … και όμως, η καρδιά του κοριτσιού ήταν
γεμάτη φως και θάρρος. Κάθε πρωί ξυπνούσε και έβρισκε τρόπους να ζήσει, να
γελάσει, να δημιουργήσει… Και τα μικρά της κατορθώματα ήταν σαν νότες σε μια
μουσική που μόνο εκείνη μπορούσε να ακούσει.»
Η Λιάν άρχισε να κινεί τα δάχτυλά της μιμούμενη τον Γουέι Τζιαν. Το
σκυλάκι της Σου-Σι πήδηξε στο πλάι της, και ο ήχος γέμισε το δωμάτιο σαν ένα
μικρό, ζωντανό σύνολο.
«Και καθώς περνούσαν τα χρόνια», συνέχισε ο Γουέι Τζιαν, «το κορίτσι
μεγάλωνε όμορφο, σοφό και γενναίο. Οι δυσκολίες δεν το λύγιζαν, γιατί είχε
μάθει να κάνει θαύματα με τις δικές του δυνάμεις. Και τότε εμφανίστηκε ένας
νέος, ένας νεαρός από μεγάλη γενηά, που είδε το φως μέσα στα μάτια της… και
ήξερε ότι η καρδιά της ήταν πολύτιμη, όπως ένα σπάνιο πετράδι. Μαζί ταξίδεψαν
μέσα από τις νότες και τα όνειρα, και το κορίτσι βρήκε την ευτυχία που της
άξιζε.»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε πονηρά και γύρισε στη Λιάν δίνοντάς της το
σάνξιον: «Και τώρα, μικρή μου αοιδέ, αν θέλεις, μπορείς κι εσύ να συνεχίσεις
την ιστορία με τη δική σου μουσική… Ποιος ξέρει; Ίσως τα θαύματα να ξεκινήσουν
από εδώ!»
Η Λιάν έσκυψε πάνω από το σάνξιαν και άφησε τα δάχτυλά της να τρέξουν
στις χορδές, και τότε κάτι μαγικό συνέβη: ο ήχος της έμοιαζε να γεμίζει την
αυλή και να αγκαλιάζει τον ήλιο που έπεφτε απαλά ανάμεσα στα δέντρα. Το σκυλάκι
γάβγισε χαρούμενα και η μουσική, σαν να είχε ζωή δική της, άρχισε να διηγείται
την ιστορία ενός κοριτσιού που κανείς ποτέ δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να
αντέξει… αλλά που τελικά τα κατάφερε.
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε και συνέχισε την ιστορία, πιο ζεστά τώρα:
«Ο ήλιος έπεφτε απαλά πάνω στα καταπράσινα χωράφια και τα μικρά
μονοπάτια που ανέβαιναν προς τα βουνά».
Καθώς τον άκουγε η Λιάν φανταζόταν τα νερά να κυλούν γαλήνια μέσα από
λιβάδια με ρύζι και ανθισμένα δέντρα, και ξύλινα σπιτάκια με κεραμοσκεπές
ανάμεσα στις πλαγιές.
«Μαζί», συνέχισε ο Γουέι Τζιαν, «Έφτιαξαν ένα μικρό, ζεστό σπίτι κοντά
στα κτήματα και τα βουνά, όπου η μουσική και τα γέλια γέμιζαν κάθε γωνιά. Κάθε
μέρα ήταν σαν ένας μικρός θησαυρός. Το πρωί στολίζονταν τα δέντρα με το φως του
ήλιου, το απόγευμα τα νερά των ρυζοκαλλιεργειών γυάλιζαν σαν καθρέφτης.»
Η Λιάν χαμογέλασε. «Και ζήσαν αυτοί καλά…;» τον ρώτησε, σαν να ήθελε να
ακούσει το τέλος.
«Ναι», είπε ο Γουέι Τζιαν, «ζήσανε ευτυχισμένοι. Κι αν και δεν είχαν
παλάτια χρυσά και θησαυρούς απέραντους, είχαν κάτι πολύ πιο σπάνιο: ηρεμία,
αγάπη και μουσική που έφτιαχναν τα δικά τους θαύματα κάθε μέρα.»
Το σκυλάκι της Σου-Σι γρύλισε χαρούμενα, και η μελωδία φάνηκε στο μυαλό
της Λιάν να ενώνει τα βουνά, τα κτήματα και τον ήλιο σε ένα μικρό παραμύθι
αληθινής ευτυχίας.
Εκείνη την ώρα επέστρεψε και ο Λι Σαν κατάκοπος από τα κτήματα.
Βλέποντας τον άγνωστο δίπλα στη Λιάν κοντοστάθηκε λίγο. Τον κοίταξε κάπως
αυστηρά, φοβούμενος μήπως ο Γουέι Τζιαν είχε έρθει πολύ κοντά στη νεαρή Λιάν. Ο
Γουέι Τζιαν το αντιλήφθηκε και σηκώθηκε από το σκαμνί του. Τότε η Σου-Σι βγήκε
στην πόρτα και τους κάλεσε μέσα για φαγητό. «Εσύ Λιάν, έλα μαζί μου» της είπε
κάπως αυστηρά. Και η Λιάν την ακολούθησε στο εσωτερικό του σπιτιού μέχρι την
κουζίνα.
το
part
iv.
περιλαμβάνει τo
μέρος της νουβέλας Η.