το δάκρυ του ονείρου 2 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 τεχνητή Πεζογραφία

 


το δάκρυ του ονείρου 2

το δάκρυ του ονείρου

σκηνογραφημένη νουβέλα 2026

part ii.

τεχνητή Πεζογραφία

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Δ

 

 

η επιστροφή από το πρώτο κοινό ταξίδι

   Ο Γκούο Ρεν, μαζί με τη Σου-Σι και δύο ακόμη εργάτες, είχε πάρει τον δρόμο της επιστροφής προς το Λο Τζιανγκ. Η πομπή τους προχωρούσε με σταθερό ρυθμό. Μπροστά η μεγάλη άμαξα, φορτωμένη ξύλα και υλικά, δοκάρια, σανίδες, δεμάτια δεμένα σφιχτά με σκοινί. Πίσω της, η μικρότερη άμαξα της Σου-Σι, πιο ελαφριά, με τα λιγοστά προσωπικά τους πράγματα. Και στο πλάι, ο Γκούο Ρεν πάνω στο άλογό του, με ένα δεύτερο δεμένο πίσω, εφεδρικό άλογο.

   Πριν φύγουν από το Νανγκού, ο Γκούο Ρεν είχε σκύψει ελαφρά προς τον Λι Σαν. «Όταν ξαναέρθω… να είναι έτοιμη η δεύτερη», του είχε πει χαμηλόφωνα. Ο Λι Σαν δεν είχε ρωτήσει τίποτα. Μόνο ένευσε.

 

 

στη γη της «πέτρινης γυναίκας»

   Δεν θα σταματούσαν στην αποθήκη της Α-Μέι.  Μόνο όσο χρειαζόταν για να ξεκουρασθούν τα άλογα και δύο ώρες ανάπαυση, και αυτή στο πόδι. Η Α-Μέι τους ετοίμασε πρόχειρα φαγητό αλλά αποφάσισαν να το πάρουν μαζί τους για να μην καθυστερήσουν.

Τώρα, ο δρόμος άνοιγε μπροστά τους, σκόνη και πέτρα, με τους λόφους να τους παρακολουθούν από μακριά. Λίγο πριν δύσει ο ήλιος της δεύτερης μέρας, έφτασαν στη γη της «πέτρινης γυναίκας». Από μακριά ακούγονταν ήδη οι ήχοι της δουλειάς,  χτυπήματα ξύλου, το τρίξιμο των δοκαριών που έμπαιναν στη θέση τους, φωνές σύντομες, πρακτικές. Το μικρό ξύλινο σπίτι του Τζου Μιν είχε αρχίσει να παίρνει μορφή. Οι κάθετοι στύλοι είχαν στηθεί, τα οριζόντια δοκάρια είχαν δεθεί μεταξύ τους, σχηματίζοντας τον σκελετό. Οι τοίχοι είχαν κλείσει με πλεγμένο μπαμπού και πατημένο πηλό. Η στέγη δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, μόνο ο ξύλινος φέρων σκελετός της είχε στηθεί, τα κύρια δοκάρια που περίμεναν τα κεραμίδια ή τα καλάμια να τα σκεπάσουν. Με τα υλικά που έφερναν και τα επιπλέον χέρια, δεν θα αργούσε.

    Ο Τσεν Μπινγκ τους είδε πρώτος και πλησίασε, σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό του. «Άρχοντα», είπε, σκύβοντας ελαφρά.

   Η Χε Τζι ήρθε αμέσως δίπλα στη μικρή άμαξα και άπλωσε το χέρι της προς τη Σου-Σι. «Πρόσεχε», της είπε χαμηλά, βοηθώντας τη να κατέβει. Η Σου-Σι της χαμογέλασε κουρασμένα.

   «Προλάβατε πολλά», παρατήρησε η Σου-Σι, κοιτάζοντας το σπίτι. Η Χε Τζι έγνεψε. «Αν έρθουν και τα υλικά που περιμέναμε… θα τελειώσουμε σύντομα.»

 

 

η σκοτεινή είδηση

   Σαν απάντηση στα λόγια της, ακούστηκε από μακριά ο θόρυβος τροχών. Η μεγάλη άμαξα πλησίαζε. Μα πριν φτάσει, ένας άλλος ήχος έσκισε τον αέρα πιο κοφτός, πιο γρήγορος. Ο ήχος ενός καλπασμού. Όλοι γύρισαν. Ένα άλογο ερχόταν με ταχύτητα από τον δρόμο που είχαν αφήσει πίσω τους. Ο αναβάτης έσκυβε μπροστά, πιέζοντας το ζώο. Ο Γκούο Ρεν στένεψε τα μάτια. «Λι Σαν…»

   Το άλογο σταμάτησε απότομα, σηκώνοντας σκόνη. Ο Λι Σαν κατέβηκε σχεδόν πηδώντας, λαχανιασμένος. «Άρχοντα», είπε κοφτά. «Πρέπει  να μιλήσουμε.»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε για μια στιγμή και έγνεψε. Απομακρύνθηκαν λίγα βήματα. Ο Λι Σαν έσκυψε ελαφρά προς το μέρος του και μίλησε χαμηλόφωνα, γρήγορα. Τα λόγια του ήταν λίγα. Μια κοπέλα. Το ποτάμι. Χάθηκε.

   Το πρόσωπο του Γκούο Ρεν σκλήρυνε. Πριν προλάβει να απαντήσει, η Χε Τζι είχε πλησιάσει. «Τι έγινε, Λι Σαν;» ρώτησε. Ο Λι Σαν γύρισε προς το μέρος της. Για μια στιγμή φάνηκε σαν να μην ήθελε να μιλήσει. Έπειτα είπε μόνο ένα όνομα. «Η Λιν Σουέ…» Το όνομα έμεινε στον αέρα. Η Χε Τζι πάγωσε. Δεν ρώτησε τίποτα άλλο.

   Ο Γκούο Ρεν είχε ήδη στραφεί προς το άλογό του. Με μια γρήγορη κίνηση ανέβηκε στη σέλα. «Περιμένετέ με εδώ», είπε κοφτά. «Η δουλειά να τελειώσει.»

   Γύρισε προς τη μεγάλη άμαξα που μόλις έφτανε. «Ξεφορτώστε τα. Αύριο αρχίζετε δουλειά.» Δεν περίμενε απάντηση.

   Ο Λι Σαν είχε ήδη ανέβει κι εκείνος. Χωρίς άλλη λέξη, ξεκίνησαν. Τα άλογα έφυγαν γρήγορα, αφήνοντας πίσω τους σκόνη και ανησυχία.

   Η Σου-Σι στάθηκε για λίγο κοιτάζοντας τον δρόμο. Έπειτα γύρισε προς τη Χε Τζι και πλησίασε.

   «Τι έγινε;» ρώτησε χαμηλά.

   Η Χε Τζι δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια της έμειναν καρφωμένα εκεί όπου είχε χαθεί ο Λι Σαν με τον Γκούο Ρεν. «Αυτό που φοβόμουν», είπε τελικά. Έσκυψε λίγο πιο κοντά, ώστε να μην ακούγονται. «Του το είχα πει… δεν ήταν έτοιμοι. Να μην τους βάλει στη σπηλιά.»

   Η Σου-Σι συνοφρυώθηκε. «Ποιου;»

   «Εκείνου που είχε αναλάβει να τους προετοιμάσει», απάντησε η Χε Τζι. «Μα μου έλεγε… “τόση προετοιμασία; Έχουν φανεί έτοιμοι σε όλα”.»

   Έσφιξε τα χείλη της. «Ο δάσκαλος έλειπε τότε. Τον είχαν διώξει οι άνθρωποι του Χουάνγκ Σι-Ντε… και εκείνος ρωτούσε — “αν δεν επιστρέψει ο αναχωρητής, τι θα κάνουμε;”»

   Η Σου-Σι την κοίταζε τώρα πιο προσεκτικά. «Και η κοπέλα;»

   Η Χε Τζι χαμήλωσε τη φωνή της ακόμη περισσότερο. «Δεν είμαι σίγουρη ότι ήθελε να συμμετέχει. Ο πατέρας της επέμενε.» Έκανε μια μικρή παύση. «Ποτέ δεν τον εμπιστεύτηκα.»

   Η Σου-Σι ένιωσε ένα ρίγος. «Είναι… εκείνη;» ρώτησε. «Αυτή που…»

    «Ναι», την έκοψε η Χε Τζι. «Εκείνη που ούρλιαζε. Που μετά μονολογούσε.»

  Η σιωπή έπεσε για λίγο ανάμεσά τους.

  «Μετά δεν ξανάρθαν», συνέχισε η Χε Τζι. «Ούτε αυτός, ούτε εκείνη.» Τα μάτια της σκοτείνιασαν. Συνέχισε η Χε Τζι «Πολλοί είναι εκείνοι που παρερμηνεύουν τα κηρύγματα, που τα διαστρέφουν. Όταν λέμε κόψιμο των δεσμών της συγγένειας εννοούμε να μην υπάρχει εύνοια για τα μέλη της οικογένειάς μας ή τους συγγενείς μας και αδικία για τους υπόλοιπους. Οι κρίσεις μας να έχουν την ίδια απόφαση είτε πρόκειται για συγγενικό μας πρόσωπο είτε για κάποιον ξένο. Τώρα εάν κάποιοι από μας επιλέγουν να προχωρήσουν παρακάτω, αυτοί προχωράνε μόνοι  τους.  Δεν τους ενθαρρύνουμε εμείς… Δική τους η απόφαση. Όταν είναι ελεύθερος κανείς οι αποφάσεις του βαρύνουν μόνον εκείνον.» 

  Η Χε Τζι σταμάτησε να αναλογιστεί. «Να δεις που κάτι θα έγινε…»

   Η Σου-Σι έσφιξε τα χέρια της. «Τι εννοείς;»

   Η Χε Τζι την κοίταξε κατευθείαν. «Θα την ξαναάγγιξε», είπε χαμηλά.

   Ο αέρας πέρασε ανάμεσά τους. Και για πρώτη φορά από τότε που είχαν φτάσει, οι ήχοι της δουλειάς στο ημιτελές ξύλινο σπίτι του Τζου Μιν ακούστηκαν μακρινοί.

 

 

η Λιν Σουέ

 

μετά το θάνατο της Μπάι Λου

   Η Μπάι Λου είχε πεθάνει την άνοιξη. Η απώλεια δεν άφησε χώρο για θρήνο όπως τον φανταζόταν κανείς. Δεν υπήρξαν τελετές, ούτε μεγάλες λέξεις. Μόνο μια ταφή βιαστική και μια σιωπή που απλώθηκε στο μικρό φτωχικό σπίτι του Νανγκού σαν δεύτερη οροφή. Ο Λιν Γιέ έμεινε μόνος με τη κόρη του, τη Λιν Σουέ. Δεκαπέντε χρονών τότε. Μια ηλικία που το σπίτι αλλάζει χωρίς να αλλάξουν οι τοίχοι του.

   Ο ίδιος συνέχισε να δουλεύει στα χωράφια. Από το χάραμα ως τη δύση, με το σώμα να βαραίνει μέρα με τη μέρα. Όταν επέστρεφε το βράδυ, δεν είχε πια δύναμη για κουβέντα. Μόνο για σιωπή. Και η σιωπή, μέσα στο σπίτι, άρχισε να βαραίνει περισσότερο από την κούραση.

   Μα η αναπνοή του γινόταν όλο και πιο βαριά. Κοντά του η κόρη του. Έβλεπε το στήθος της να μεγαλώνει, τα νυχτικό της κάποιες φορές να ανασηκώνεται λίγο πιο πάνω και μέσα του ένας σιωπηλός δαίμονας ξυπνούσε.

   Τα βράδια έμενε συχνά ξύπνιος. Όχι από σκέψεις καθαρές, αλλά από μια εσωτερική ανησυχία που δεν έβρισκε εύκολα λόγια. Κάποιες φορές έβγαινε έξω στο κρύο για να ηρεμήσει. Άλλες έπινε λίγο φτηνό ρυζόκρασο, απλώς για να μαλακώσει η ένταση της ημέρας και μέσα στη θολούρα να κρυφθεί η λαίμαργη ματιά του που κύκλωνε το σώμα της. Κάποιες νύχτες χάϊδευε απαλά το αθώο κορμί, και αν καμιά φορά ξυπνούσε η Λιν Σουέ της έλεγε γλυκά ότι την σκέπαζε για να μην κρυώνει. Αν δεν την πρόσεχε αυτός, ποιός θα τη φρόντιζε;

   Η Λιν Σουέ μεγάλωνε γρήγορα. Όχι με τον ήρεμο ρυθμό που θα περίμενε κανείς, αλλά σαν να την πίεζε κάτι από μέσα της να προλάβει τον χρόνο που είχε αλλάξει απότομα γύρω της. Σαν νεαρό δέντρο που, μόλις χαθεί η σκιά δίπλα του, δεν απλώνεται απλώς αλλά υψώνεται προς το φως, προσπαθώντας να καλύψει όλο το κενό του ουρανού. Ή σαν τα φυτά που μένουν ξαφνικά μόνα σε μια άκρη του χωραφιού, όταν τα υπόλοιπα ξεριζωθούν και δεν ξέρεις αν μεγαλώνουν από δύναμη ή από ανάγκη να μη χαθούν.

   Μετά τον θάνατο της Μπάι Λου, το σπίτι είχε αλλάξει ισορροπία χωρίς να αλλάξει μορφή. Ο Λιν Γιέ δούλευε περισσότερο, έλειπε περισσότερο, μιλούσε λιγότερο. Και η παρουσία του, όταν υπήρχε, είχε γίνει πιο βαριά, πιο σιωπηλή σαν σκιά που πέφτει νωρίτερα στο ίδιο δωμάτιο. Έτσι, η Λιν Σουέ βρέθηκε στο κέντρο του μικρού τους κόσμου. Σαν το μοναδικό κερί σε δωμάτιο χωρίς άλλα φώτα, που δεν γίνεται απλώς ορατό, που  γίνεται το ίδιο το μέτρο του φωτός.

   Οι κινήσεις του Λιν Γιέ, οι έγνοιες του, ακόμη και η σιωπή του, άρχισαν να περιστρέφονται γύρω από εκείνη με έναν τρόπο σχεδόν φυσικό. Όταν έλειπε, τη σκεφτόταν. Όταν γύριζε, πρώτα την έψαχνε με το βλέμμα πριν αφήσει το σώμα του να καθίσει. Και η Λιν Σουέ, χωρίς να το καταλαβαίνει  είχε γίνει το σημείο αναφοράς του σπιτιού και του κόσμου του. Σαν ποτάμι που, όταν στεγνώνει ένα από τα παρακλάδια του, τραβά όλη τη ροή προς το κέντρο του.

   Το σώμα της μεγάλωνε, η φωνή της άλλαζε, οι κινήσεις της γίνονταν πιο σίγουρες. Και το σπίτι, χωρίς να το λέει κανείς, την ακολουθούσε σε αυτή την αλλαγή. Ο Λιν Γιέ το έβλεπε αυτό. Και έτσι η ζωή τους συνέχιζε. Με λιγότερα λόγια. Με περισσότερη σιωπή. Και με ένα σπίτι που, χωρίς να το δηλώνει, είχε αρχίσει να περιστρέφεται γύρω από το ένα και μοναδικό του φως. Ο Λιν Γιέ αισθανόταν ένα μείγμα υπερηφάνειας και αμηχανίας που δεν μπορούσε να ονομάσει εύκολα. Και ένα κύμα σφραγισμένης επιθυμίας που ήθελε να ξεχειλίσει από μέσα του.

   Στα χωράφια του Νανγκού άκουγε συζητήσεις από άλλους εργάτες, κομμάτια από ιδέες και φράσεις που ταξίδευαν από στόμα σε στόμα. Για το τί σημαίνει ελευθερία. Για το τί κρατά τους ανθρώπους δεμένους. Για το ότι «όταν αφήσεις όσα σε περιορίζουν, μπορείς να βρεις τον δρόμο σου».

  Αυτά τα μισόλογα μπορεί να μην τα καταλάβαινε και πολύ καλά. Εκείνο που συγκράτησε ήταν "όταν ξεφύγουμε από αυτά που μας κρατάνε τότε θα βρούμε το δρόμο μας. Και το μεγαλύτερο είναι η συγγένεια". Ίσως παρερμήνευσε το νόημα, ίσως αυτό ήθελε εκείνος να ακούσει, αυτό να τον συνέφερε, όπως επιλέγει κανείς από τα αόριστα κηρύγματα εκείνο που του ταιριάζει.

   Άρχισε να ρωτά, διακριτικά, ποιοι μιλούσαν έτσι.

Έμαθε για τους λεγόμενους ‘Επιστρέφοντες’. Και όταν εκείνοι διασπάστηκαν και οι περισσότεροι έφυγαν από το Νανγκού, τότε βρήκε τη δίοδο και μπήκε ανάμεσά τους. Και έσυρε εκεί και  την κόρη του. Τώρα εκείνη είχε γίνει δεκαοκτώ ετών, ολόκληρη γυναίκα. Ο στόχος του ήταν να μπει στη ‘δοκιμασία της σπηλιάς’ μαζί της. Και εκεί θα αποδεικνυόταν αν αυτά που τρία ολόκληρα χρόνια έδεναν τη σκέψη του και σταμάταγαν τα αγγίγματα του τρεμάμενου χεριού του μπορούσαν να γίνουν ευλογημένη σύζευξη. Αποδιώχνοντας τη συγγένεια μια για πάντα από πάνω τους.

 

 

μέσα στη σπηλιά

    Όταν μπήκαν μαζί στη σπηλιά μοιράστηκαν τον ίδιο φόβο. Συνέχισαν να ψελλίζουν τις λέξεις που είχαν αρχίσει να επαναλαμβάνουν από τη στιγμή που η φωνή του τελικού κριτή τους υπαγόρευε όταν εκείνος τους έκοψε τα δεσμά με τα οποία ήταν δεμένα τα χέρια τους και τους έδωσε την άδεια να προχωρήσουν στο ανηφορικό μονοπάτι. Οι λέξεις κυλούσαν από τα χείλη τους ρυθμικά, σαν τελετουργικός παλμός: «Φώτιση», «ελευθερία», «κάθαρση», «αναγέννηση», «καινούργιος εαυτός»,  «ενότητα», «σιωπηλή δύναμη», «αλήθεια», «Μεγάλη Ειρήνη».

    Το σκοτάδι της σπηλιάς τούς τύλιγε απαλά, σαν προστατευτικό πέπλο που τους έκρυβε από τον έξω κόσμο. Οι ανάσες τους αντηχούσαν πάνω στους βράχους και επέστρεφαν σαν χαμηλοί ψίθυροι, μπλέκοντας μεταξύ τους, ώσπου δεν ξεχώριζε ποιά ανήκε σε ποιόν.

   Εκείνος σταμάτησε για λίγο, αφήνοντας τα δάχτυλά του να σταθούν διστακτικά πάνω της, σαν να ζητούσε σιωπηλά την άδειά της. Εκείνη ανταποκρίθηκε με μια μικρή κίνηση, γέρνοντας προς το μέρος του και μειώνοντας την απόσταση. Το χαμόγελό της έγινε πιο ζεστό, και η σιωπηλή τους κατανόηση έδινε τον ρυθμό.

   Η ψύχρα της σπηλιάς τους ώθησε να πλησιάσουν περισσότερο. Αναζήτησαν τη ζεστασιά ο ένας του άλλου, όχι μόνο από επιθυμία αλλά και από μια βαθύτερη ανάγκη να νιώσουν ασφάλεια μέσα στο άγνωστο. Οι κινήσεις τους παρέμειναν ήπιες, προσεκτικές, σαν να ανακάλυπταν κάτι εύθραυστο και πολύτιμο.

   Οι φωνές τους, χαμηλές και απαλές, χάνονταν και επέστρεφαν μέσα από τους αντίλαλους, τυλίγοντάς τους σε έναν κύκλο. Και αυτή η αντήχηση, η αντήχηση που αντανακλώταν από τα τειχώματα πολλαπλασίαζε τη φωνή και δυνάμωνε τη θέλησή τους να εισχωρήσουν στη νέα τους απογυμνωμένη ταυτότητα. Έπρεπε να αφήσουν πίσω τους την παλαιά τους ζωή και να δεχθούν την καινούργια. Και μέσα σε αυτή την ήσυχη ένωση, το βάρος που κουβαλούσε άρχισε να υποχωρεί, αφήνοντάς τον πιο ελαφρύ και πιο κοντά σε εκείνη. Τα χέρια του αφέθηκαν ελεύθερα και απλώθηκαν στο γυμνό κορμί της. Εκεί ένιωσε πως ό,τι συγκεντρωνόταν τόσο καιρό άρχιζε σιγά σιγά να κυλά από πάνω του. Η Λιν Σουέ δεν αντιστάθηκε· αντίθετα, από τα μάτια της  διαχεόταν μια γαλήνη που τον καθησύχαζε. Χαμογελούσε μειλίχια, σαν υπνωτισμένη, σαν να είχε ριχθεί σε ποτάμι και λουζόταν στα νερά του.

   Το πρωί όμως καθώς οι πρώτες αχτίδες μπήκαν στη σπηλιά η Λιν Σουέ άρχισε να θυμάται ποιά ήταν και ποιός ήταν ο άνδρας στην αγκαλιά της. Οι μνήμες επανέρχονταν. Και άρχισε να ουρλιάζει δυνατά, σαν να μην μπορούσε να δεχθεί αυτό που είχε γίνει εκείνη τη νύχτα, σα να ήθελε να πετάξει από πάνω της κάθε ανάμνηση, κάθε αποδοχή των αγγιγμάτων του. Και το μόνο που είχε από τότε ως αντίδοτο στην επανάληψη εκείνων των εικόνων στο μυαλό της ήταν να μονολογεί.

 

 

το βράδυ πριν  την εξαφάνιση της Λιν Σουέ

  Ήταν το βράδυ πριν ξεκινήσει ο Γκούο Ρεν με τη Σου-Σι και τους δύο ξυλουργούς για την γη της «πέτρινης γυναίκας». Εκείνο το βράδυ ο Λιν Γιέ είχε επιστρέψει στο σπίτι με βαριά διάθεση. Ήπιε λίγο ρυζόκρασο να χαλαρώσει, και κοίταξε την κόρη του. Εκείνη δεν μιλούσε, δεν μονολογούσε. Τον κοίταζε και εκείνη. Η ματιά της του θύμισε εκείνη την ήρεμη διάθεση πριν του παραδοθεί στη σπηλιά, εκείνο το μειλίχιο μειδίαμά της. Ο Λιν Γιέ ήπιε ακόμη λίγο, ακόμη περισσότερο. Την κοίταζε που ήταν ήρεμη με μισόκλειστα τα μάτια της. Και την πλησίασε. Άρχισε να την θωπεύει αργά. Η Λιν Σουέ δεν μιλούσε. Του φαινόταν ότι του χαμογελούσε. Πέρασε τα χέρια του κάτω από τον χιτώνα της. Η Λιν Σουέ είχε ακόμη τα μάτια της μισόκλειστα, και  τα έκλεισε.

    Ο Λιν Γιέ έκλεισε και εκείνος τα δικά του. Θα ξαναζούσε εκείνη τη νύχτα στη σπηλιά, τη νύχτα που την είχε γευθεί. Πίσω από τα βλέφαρά του, κάτι άρχισε να σαλεύει. Στην αρχή, αμυδρά, σαν αναπνοή που μόλις γεννιέται, οι εικόνες πήραν τη μορφή σκιών. Σαν να ξαναβρισκόταν εκεί, στη σπηλιά, όχι με το σώμα, αλλά με τη μνήμη που στάζει φως και σκοτάδι μαζί. Οι τοίχοι υψώνονταν υγροί και ψυχροί, κι επάνω τους άρχισαν να γλιστρούν μορφές.

   Ήταν απαλές στην αρχή. Σκιές που άγγιζαν η μία την άλλη σαν δάχτυλα που μαθαίνουν ξανά την αφή. Ένα περίγραμμα ώμου, η καμπύλη ενός λαιμού, τα χείλη που πλησίαζαν, σαν τελετουργία ξεχασμένη. Οι σκιές έμοιαζαν να αναπνέουν στον ίδιο ρυθμό, να λιώνουν η μία μέσα στην άλλη, χωρίς βία, χωρίς απαίτηση. Μια τρυφερότητα σχεδόν αθώα, που έκανε τη σιωπή της να μοιάζει με συγκατάθεση βαθιά και ανεξήγητη.

   Μα η ηρεμία δεν κράτησε. Σαν να άλλαξε ο άνεμος μέσα στη σπηλιά, οι σκιές άρχισαν να βαθαίνουν. Οι γραμμές τους έγιναν πιο κοφτερές, οι κινήσεις πιο απότομες. Εκεί που πριν υπήρχε χάδι, τώρα υπήρχε σύγκρουση. Τα σώματα, ή ό,τι απέμενε απ’ αυτά, μπλέκονταν με ένταση, σαν να ζητούσαν κάτι που δεν μπορούσε να δοθεί. Οι τοίχοι δεν τις χωρούσαν πια· τις έσπρωχναν πίσω, τις πολλαπλασίαζαν, τις έκαναν να μοιάζουν περισσότερες, πιο άγριες. Και τότε οι σκιές έχασαν κάθε ανθρώπινο σχήμα. Διχάστηκαν, παραμορφώθηκαν, άνοιξαν σαν σαγόνια στο σκοτάδι. Έγιναν θηρία, όχι με σάρκα, αλλά με ορμή. Επιτίθεντο η μία στην άλλη με λύσσα, στροβιλίζονταν σε έναν άγριο χορό όπου κανείς δεν υποχωρούσε. Νύχια που δεν φαίνονταν μα χαράκωναν, στόματα που δεν ακούγονταν μα καταβρόχθιζαν. Δεν ήταν πια ένωση· ήταν πάλη. Μια πάλη αρχέγονη, σαν να διεκδικούσε το ένα το είναι του άλλου, να το αφανίσει για να υπάρξει.

  Εκείνος, ακίνητος μέσα στο φτωχικό του σπίτι, ένιωθε πως οι σκιές δεν ήταν ανάμνηση. Ήταν αλήθεια. Άνοιξε τα μάτια του. Το δωμάτιο ήταν μικρό, σχεδόν γυμνό. Εκείνη απέναντί του, σιωπηλή όπως πριν. Μα τώρα η σιωπή της δεν τον γαλήνευε. Ήταν σαν να κουβαλούσε ακόμη μέσα της εκείνες τις σκιές ή σαν να τις γεννούσε. Αυτή τη φορά δεν χρειαζόταν τους ‘Επιστρέφοντες’, αυτή τη φορά ήταν μέσα στο φτωχικό του σπίτι. Δεν του χρειαζόταν τίποτα άλλο. Μόνο αυτό το έφτανε. Αρκεί που εκείνη σιωπούσε και δεχόταν τα φιλιά του.

    Το πρωί η Λιν Σουέ όταν είδε τον εαυτό της γυμνό και τον άνδρα δίπλα της να κοιμάται και εκείνος γυμνός δεν μονολόγησε. Οι μονόλογοί της ήταν μέσα της σαν αντίλαλοι στη σπηλιά. Και μεγάλωναν και την κύκλωναν. Ντύθηκε και έφυγε. Έφυγε όσο μπορούσε μακρύτερα. Την βρήκαν στο ποτάμι.

 

 

η εξιχνίαση

    Ο δρόμος ήταν στενός και σκονισμένος, χαραγμένος ανάμεσα σε ξεραμένα χωράφια και χαμηλούς λόφους που χάνονταν μέσα σε μια θαμπή ομίχλη. Τα άλογα προχωρούσαν σε αργό τροχασμό. Ο Λι Σαν δεν μιλούσε. Περίμενε.

   Ο Γκούο Ρεν, νέος ακόμη στη θέση του, κρατούσε το βλέμμα μπροστά. Η γη αυτή δεν του ήταν ξένη, αλλά οι άνθρωποι ήταν. Εκείνοι γνώριζαν τον πατέρα του, τον Ντου Τσενγκ-Γουέι. Όχι εκείνον.

   «Άρχοντα Γκούο Ρεν…» είπε τελικά ο Λι Σαν.

   «Μίλα.»

   «Το κορίτσι, η Λιν Σουέ. Είναι κόρη του Λιν Γιέ.»

      Ο Γκούο   Ρεν δεν αντέδρασε αμέσως.

   «Ο Λιν Γιέ… ήταν άνθρωπος του πατέρα σας. Δούλευε χρόνια στα κτήματα του άρχοντα Τσενγκ-Γουέι. Ήσυχος. Ποτέ δεν έδωσε αφορμή.» Μια μικρή παύση. «Η γυναίκα του πέθανε πριν τρία χρόνια. Από τότε έμεινε μόνος με την κόρη του.»

    Ο Γκούο Ρεν έγνεψε ελαφρά. «Και το κορίτσι;»

   Ο Λι Σαν κατέβασε το βλέμμα. «Τη βρήκαν σήμερα. Στο ποτάμι.»

   «Πνιγμένη;»

   «Ναι. Δύο γυναίκες την είδαν. Πήγαν να πλύνουν ρούχα.»

   Ο ήχος των οπλών των αλόγων βάρυνε. «Και;»

   Ο Λι Σαν δίστασε. «Υπάρχει κάτι που δεν ταιριάζει.»

   Ο Γκούο Ρεν γύρισε ελαφρά. «Είχε σημάδια. Μελανιές. Βαθιές.»

   «Από το νερό;»

   «Όχι. Μοιάζουν… με δαγκώματα.» Σιωπή. «Όχι ζώου,» πρόσθεσε. «Ανθρώπου.»

    Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο χωρίς να μιλά. Ύστερα: «Ποιος άλλος το είδε;»

   «Οι γυναίκες. Και μερικοί εργάτες. Ήδη μιλούν.»

   «Τι λένε;»

   «Ότι τελευταία δεν ήταν καλά. Μονολογούσε. Δεν κοίταζε κανέναν.»

   Ο Γκούο Ρεν στένεψε τα μάτια. «Μιλούσε με κάποιον;»

   «Όχι.»

   «Ούτε με νεαρό; Ούτε με μεγαλύτερό της;»

   «Όχι. Η κοπέλα δεν κοίταζε κανέναν. Ήταν συγκρατημένη.» Μια μικρή παύση. «Μόνο με τον πατέρα της εμφανιζόταν μαζί. Ποτέ μόνη της.»

   Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός για λίγο. «Κι όμως βρέθηκε μόνη στο νερό,» είπε χαμηλά.

   Ο Λι Σαν δεν απάντησε.

   Ο Γκούο Ρεν συνέχισε, αυτή τη φορά πιο κοφτά: «Ο πατέρας της. Ο Λιν Γιέ. Ήταν βίαιος;»

   «Όχι.»

   «Μήπως είχε αντιδικίες με κανέναν;»

   «Όχι… τουλάχιστον απ’ όσο ξέρω.»

   Ο Γκούο Ρεν γύρισε απότομα. «Είσαι εδώ για να γνωρίζεις…»

   Ο Λι Σαν κατέβασε το βλέμμα.

   «Με τον πατέρα μου, τι σχέσεις είχαν;»

   «Όπως όλοι. Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι κρατούσε τους εργαζόμενους σε απόσταση. Όποιος ήθελε να τον δει, πρώτα ερχόταν σε μένα. Εγώ  ενημέρωνα τον άρχοντα… και εκείνος όριζε πότε και αν θα τον δεχτεί.»

   «Δεν είχε δημιουργήσει προβλήματα;»

   «Όχι… μόνο να…»

   «Μίλα.»

   «Τελευταία έπινε. Μετά τη δουλειά. Όχι πολύ… αλλά τακτικά.»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε. «Έπινε και πιο πριν;»

   «Όχι. Μόνο όταν πέθανε η γυναίκα του άρχισε.»

   Ο νεαρός γαιοκτήμονας έσφιξε ελαφρά τα γκέμια. Το άλογό του επιτάχυνε. Ο Λι Σαν αναγκάστηκε να κάνει το ίδιο. «Αυτή η κοπέλα… πώς την είπαμε;»

   «Λιν Σουέ,» απάντησε γρήγορα ο Λι Σαν.

   «Ήταν όμορφη;»

   Ο επιστάτης δίστασε. «Όχι ιδιαίτερα στο πρόσωπο… αλλά το σώμα της… είχε ξεπεταχτεί τελευταία. Είχε φτάσει σχεδόν σε ύψος τον πατέρα της.»

   «Ήταν και η μάνα της ψηλή;»

   «Όχι.» Μια μικρή παύση. «Αλλά… τώρα που το σκέφτομαι… το ανάστημά της ξεπετάχτηκε σχεδόν απότομα μόλις πέθανε η μητέρα της.»

   Ο Γκούο Ρεν δεν σχολίασε. «Και δεν την είχε ζητήσει κανείς;»

   «Υπήρχε ένας νεαρός… ο Γκάο Πινγκ, από τα  χωράφια πριν μπούμε στο Νανγκού. Είχε δείξει ενδιαφέρον.»

  «Δουλεύει σε εμάς;»

  «Όχι έχουν με τον πατέρα του δικά τους κτήματα.»

   «Και;»

   «Μόλις άκουσε ότι είχαν μπλέξει με τους “Επιστρέφοντες”… σταμάτησε.»

   Ο Γκούο Ρεν γύρισε απότομα. «Και αυτή και ο πατέρας της ανήκαν σε αυτούς;»

   «Ναι.»

   «Πότε;»

   «Δύο χρόνια περίπου.»

  Σιωπή. Ο αέρας είχε βαραίνει.

   «Περίεργο, νέα κοπέλλα και να πνιγεί…» Μετά από μια σύντομη παύση ο Γκούο Ρεν ρώτησε: «Ήταν βαθειά εκεί τα νερά.»

   «Όχι τόσο».

   Ο Γκούο Ρεν κοίταζε προς τη μεριά του Λι Σαν μετά έστρεφε το πρόσωπό του αλλού και μετά το ξαναέστρεφε προς τον Λι Σαν. Αναγνώριζε όμως μια δυσκολία στην έκφραση του επιστάτη του, σαν κάτι που ήθελε να ειπωθεί και δεν έβγαινε.

   «Υπάρχει κάτι άλλο;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.

     Ο Λι Σαν δίστασε.    «Ο Λιν Γιέ… μόλις έμαθε για την κόρη του… εξαφανίστηκε.»

   Τα γκέμια τεντώθηκαν. «Έφυγε;»

   «Ναι.»

   «Αυτό χειροτερεύει τα πράγματα.» διαπίστωσε ο Γκούο Ρεν. Μετά από μια σύντομη παύση χωρίς να κοιτάξει τον Λι Σαν είπε: «Δεν θα το κρατήσουμε εδώ.»

   Ο Λι Σαν δεν αντέδρασε αυτή τη φορά. «Όπως επιθυμείτε άρχοντα»

  Μόλις φτάσουμε στο Νανγκού θα διαλέξεις δυο έμπιστους. Θα φύγουν αμέσως για την Νάμπου, την έδρα της κομητείας. Πόσο θα κάνουν μέχρι εκεί;»  

  «Αν δεν σταματήσουν θα φτάσουν σε μία μέρα.»

  «Θα τους δώσεις και από ένα εφεδρικό άλογο». Ύστερα, πιο χαμηλά: «Όταν φτάσουμε στο Νανγκού… θα μου φέρεις στο πέτρινο σπίτι τον αναχωρητή.»

   Ο Λι Σαν σήκωσε το βλέμμα, αιφνιδιασμένος.

   «Τον άνθρωπο των “Επιστρεφόντων”.» είπε ο Γκούο Ρεν. «Αλλά προσοχή… τσιμουδιά.»

   Ο Λι Σαν έγνεψε αργά.

   «Δεν θα προχωρήσουμε σε ταφή μέχρι να έρθει άνθρωπος των αρχών από τη Νάμπου. Κανείς δεν πρέπει να πειράξει το πτώμα. Δεν θα πλησιάσει κανείς κοντά. Και πάντα θα υπάρχουν γύρω μας μάρτυρες.»

   Ο Λι Σαν γύρισε και τον κοίταξε, φανερά ταραγμένος. «Μα… τι φοβάστε τόσο, άρχοντα; Αφού ακόμη δεν ξέρουμε τι έγινε.»

   Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Κοίταζε μπροστά, αλλά μιλούσε σαν να ζύγιζε κάθε λέξη. «Αυτό ακριβώς φοβάμαι. Ότι δεν ξέρουμε.»

   Ο Λι Σαν συνοφρυώθηκε. «Μα… αν είναι αυτοκτονία; Το λένε ήδη μερικοί. Δεν ήταν καλά τελευταία…»

   «Αν είναι αυτοκτονία,» τον διέκοψε ήρεμα ο Γκούο Ρεν, «τότε θα ρωτήσουν γιατί.»

   «Γιατί;»

   «Γιατί ένα κορίτσι, που ζει στα χωράφια μου, έφτασε στο σημείο να πέσει στο ποτάμι.»

   Ο Λι Σαν δίστασε. «Μα… δεν φταίμε εμείς γι’ αυτό…»

   Ο Γκούο Ρεν γύρισε και τον κοίταξε ευθεία. «Έτσι θα το δεις εσύ. Όχι εκείνοι.»

   Σιωπή. Ο ρυθμός των αλόγων έπεσε.

 «Θα πουν πως κάτι συνέβαινε. Πως υπήρχε πίεση. Πως κάποιος την έσπρωξε, όχι με τα χέρια, αλλά με τον τρόπο που ζούσε.»

   Ο Λι Σαν κατέβασε το βλέμμα. «Και αν δεν είναι αυτοκτονία;» ρώτησε χαμηλά.

   Ο Γκούο Ρεν χαλάρωσε λίγο ακόμη το ρυθμό στα γκέμια του αλόγου του. «Τότε είναι χειρότερα.»

   «Γιατί;»

   «Γιατί ο δράστης θα είναι εδώ.»

   Ο Λι Σαν ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. «Κάποιος από τους εργάτες;»

   «Ίσως. Ίσως και όχι. Αλλά θα τον ψάξουν εδώ. Και αν δεν τον βρουν γρήγορα…»

   «Τότε;»

   «Τότε η ευθύνη μένει σε εκείνον που διοικεί.»

   Ο Λι Σαν τον κοίταξε, σχεδόν με αγωνία. «Μα τι φταίμε εμείς; Τι φταίτε εσείς, άρχοντα;»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε για λίγο, χωρίς θυμό.    «Δεν χρειάζεται να φταίμε. Αρκεί να φανεί ότι δεν ελέγχουμε.»

   Ο Λι Σαν δίστασε, αλλά συνέχισε: «Και οι μελανιές; Αν πουν ότι… ότι κάποιος της έκανε κακό;»

    Ο Γκούο Ρεν έσφιξε τα γκέμια. «Τότε δεν μιλούν για θάνατο. Μιλούν για βία.»

   «Και;»

   «Και τότε θα ρωτήσουν: ποιός το έκανε… και γιατί μπορούσε να το κάνει χωρίς φόβο.»

   Ο Λι Σαν κατάπιε. «Και αν είναι κάποιος από τους δικούς μας;»

   «Τότε θα πουν πως δεν τον συγκρατήσαμε.»

   «Και αν δεν είναι;»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε. «Τότε θα ρωτήσουν γιατί συνέβη στη γη μας.»

    Ο Λι Σαν δεν είχε απάντηση. Μετά από λίγο, ρώτησε: «Ο πατέρας της… ο Λιν Γιέ… που έφυγε… αυτό τι σημαίνει;»

   Ο Γκούο Ρεν απάντησε αμέσως: «Σημαίνει ότι κάποιος θα πει ότι ο ένοχος τρέχει.»

   «Και αν δεν είναι ένοχος;»

   «Δεν έχει σημασία.»

   Ο Λι Σαν σήκωσε το κεφάλι, ξαφνιασμένος. «Δεν έχει;»

   «Όχι,» είπε ήρεμα ο Γκούο Ρεν. «Σημασία έχει τι φαίνεται. Θα πουν ότι φοβήθηκε,» συνέχισε. «Και μετά θα ρωτήσουν: ποιον φοβήθηκε;»

   Ο Λι Σαν ψιθύρισε, σα σκέψη που δεν ήθελε να βγει από εκείνον, από φόβο μόνο και μόνο μήπως γινόταν αλήθεια: «Και αν κάποιος πει… εσάς;»

   Ο Γκούο Ρεν δεν αντέδρασε. «Τότε,» είπε απλά, «θα πρέπει να αποδείξω ότι δεν είχε λόγο.»

   Ο Λι Σαν έδειχνε όλο και πιο ανήσυχος. «Και οι “Επιστρέφοντες”;» ρώτησε. «Αν μπλέξουν κι αυτοί στην υπόθεση;»

   Ο Γκούο Ρεν σκοτείνιασε. «Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο.»

   «Γιατί;»

   «Γιατί τότε δεν μιλούν πια για ένα κορίτσι.» Μια μικρή παύση. «Μιλούν για ανυπακοή. Για αμέλεια απέναντι στο κράτος. Για πράγματα που δεν συγχωρούνται εύκολα.»

   Ο Λι Σαν πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δηλαδή… ό,τι κι αν είναι… μπορεί να στραφεί εναντίον σας.»

   Ο Γκούο Ρεν έγνεψε ελαφρά. «Ναι.»

   Σιωπή για λίγο. Ύστερα ο Λι Σαν ρώτησε, σχεδόν αβέβαια: «Και τότε… γιατί θα καλέσουμε τις αρχές;»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε. «Γιατί αν δεν τις καλέσω… θα ήταν ήδη εναντίον μου.»

   Ο Λι Σαν έμεινε σιωπηλός σα να μην είχε αναλογιστεί τις συνέπειες.

   «Τώρα τουλάχιστον,» συνέχισε ο Γκουό Ρεν, «θα ψάξουν. Και όταν ψάχνουν, δεν μπορούν να πουν ότι φοβήθηκα.» Έστρεψε το βλέμμα μπροστά. «Γι’ αυτό θέλω μάρτυρες,» πρόσθεσε. «Για κάθε βήμα. Για κάθε λέξη. Για κάθε κίνηση.»

   Ο Λι Σαν έγνεψε αργά.

   Ο Γκούο Ρεν έσφιξε τα γκέμια. «Αν δεν μπορώ να αποφύγω την κατηγορία,» είπε χαμηλά, «τουλάχιστον δεν θα τους δώσω λόγο να την κάνουν βεβαιότητα.»

   «Δεν θα ήθελα να είμαι άρχοντας» μονολόγησε ο Λι Σαν.

   «Και γω σε κάτι τέτοιες στιγμές δεν θα ήθελα. Αλλά όλα έχουν ένα τίμημα. Όπως υπάρχουν ‘ευνοούμενες’ έτσι υπάρχουν και ευθύνες. Η ζωή τίποτε δεν αφήνει από τη μια μόνο πλευρά της ζυγαριάς. Πάντα φροντίζει να τα φέρνει και από την άλλη».

   «Λες και το κάνει επίτηδες» συμπλήρωσε ο Λι Σαν.

   «Ακριβώς» συμφώνησε μαζί του ο Γκούο Ρεν.

  «Και να σκεφτεί κανείς ότι τόσα χρόνια ποτέ δεν είχε υπάρξει τέτοιο πρόβλημα με τον πατέρα σας.»

  «Κάποιες φορές η τύχη δεν ρωτά» του είπε ο Γκούο Ρεν. Και άνοιξε το ρυθμό του καλπασμού τους και τον ακολούθησε και ο Λι Σαν.  Την επόμενη μέρα φθάνοντας στο πέτρινο σπίτι ενώ ακόμη δεν είχαν δέσει τα άλογά τους, ο Λι Σαν έτρεξε. Μετά από λίγο έφερε μέσα δύο άνδρες.

   Ο Γκούο Ρεν τον ρώτησε «Είναι έμπιστοι;» Ο Λι Σαν αρκέστηκε σε μια καταφατική κλίση της κεφαλής τους.

   «Θα ξεκινήσετε αμέσως. Θα πάτε στην Νάμπου κατευθείαν στο κτίριο του επάρχου. Θα πείτε ότι έρχεστε από το Νανγκού και τον άρχοντα Ντου Γκούο Ρεν. Θα αναφέρετε ύποπτο θάνατο. Πνιγμό με σημάδια βίας. Θα ζητήσετε επίσημη εξέταση. Και θα πείτε ότι το σώμα δεν έχει ταφεί. Κανείς άλλος δεν πρέπει να μάθει τίποτε. »

   Έγνεψαν.

   «Χωρίς στάση.»

   Έφυγαν σε καλπασμό, σηκώνοντας σκόνη προς την ανατολή.

   Ο Λι Σαν τους κοίταξε να χάνονται.

   «Αν οι αρχές στραφούν εναντίον σας…»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε ήρεμα.

   «Ήδη μπορούν.»

   Σιωπή. Μπροστά τους, το ποτάμι φάνηκε επιτέλους ανάμεσα στα δέντρα.

   Ο Γκούο Ρεν έσφιξε τα γκέμια. «Πάμε,» είπε. Και κατευθύνθηκαν προς το νερό, όπου η Λιν Σουέ περίμενε σιωπηλή,  και μαζί της, μια αλήθεια που μόλις άρχιζε να αποκαλύπτεται.

   Εκείνη τη στιγμή, πριν ακόμη φτάσουν στο ποτάμι, ο Λι Σαν γύρισε ξανά προς τον Γκούο Ρεν, ανήσυχος.

    «Άρχοντα… γιατί να μην πλησιάσει κανείς, να μην το αγγίξει… είναι τόσο σημαντικό; Το κορίτσι είναι ήδη νεκρό.»

   Ο Γκούο Ρεν δεν γύρισε αμέσως. Μίλησε κοιτώντας μπροστά. «Ακριβώς επειδή είναι νεκρή.»

   Ο Λι Σαν συνοφρυώθηκε. «Δεν καταλαβαίνω.»

  «Αν το σώμα μετακινηθεί,» είπε ήρεμα ο Γκούο Ρεν, «χάνεται η αλήθεια του.»

   Σιωπή.

   «Η θέση που βρέθηκε… το πώς ήταν γυρισμένο… αν ήταν μπλεγμένο ή ελεύθερο στο νερό… όλα αυτά λένε τι συνέβη.»

   Ο Λι Σαν δίστασε.

   «Και δεν μπορούμε απλώς να τα πούμε εμείς; Αφού το είδαν οι γυναίκες…»

   Ο Γκούο Ρεν κούνησε ελαφρά το κεφάλι.

   «Ο λόγος αλλάζει. Το σώμα όχι.»

   Μια μικρή παύση.

   «Αν πουν οι γυναίκες κάτι, και το σώμα δείχνει κάτι άλλο… ποιόν θα πιστέψουν;»

   Ο Λι Σαν δεν απάντησε.

   «Κανέναν,» είπε ο Γκούο Ρεν απάντησε στο ίδιο του το ερώτημα. «Θα πουν ότι κάποιος είπε ψέματα. Και τότε θα αρχίσουν να ψάχνουν ποιός.»

   Ο επιστάτης ένιωσε ένα ρίγος. «Και οι μελανιές;» ρώτησε. «Αυτές δεν φαίνονται ό,τι κι αν γίνει;»

    Ο Γκούο Ρεν γύρισε τώρα και τον κοίταξε. «Αν το σώμα τραβηχτεί, αν το πλύνουν, αν το ντύσουν… πώς θα ξέρουν πότε έγιναν;»

   Ο Λι Σαν πάγωσε. «Δηλαδή… μπορεί να πουν ότι έγιναν μετά;»

   «Ή πριν. Ή από εμάς.»

   Σιωπή. Ο Λι Σαν άνοιξε τα μάτια. «Από εμάς; Μα… γιατί;»

   «Γιατί αγγίξαμε το σώμα χωρίς μάρτυρες.» Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε σταθερά. «Αν κάποιος θέλει να ρίξει την ευθύνη… δεν χρειάζεται πολλά. Μια αμφιβολία αρκεί.»

   Ο επιστάτης κατέβασε το βλέμμα. «Και αν το μετακινήσουμε για να το φέρουμε στο χωριό; Για να το δει ο κόσμος;»

   Ο Γκούο Ρεν απάντησε κοφτά: «Τότε θα πουν ότι αλλάξαμε τη σκηνή.»

   «Και αυτό είναι τόσο σοβαρό;»

   «Ναι.» Μια μικρή παύση στα λόγια του. «Γιατί τότε δεν εξετάζουν τι έγινε. Εξετάζουν γιατί το αλλάξαμε.»

   Ο Λι Σαν έμεινε σιωπηλός.

   Ο Γκουό Ρεν συνέχισε, πιο χαμηλόφωνα: «Αν το σώμα μείνει όπως βρέθηκε… η ευθύνη είναι σε αυτόν που το έφερε εκεί.»

   «Και αν το πειράξουμε;»

   «Η ευθύνη μοιράζεται.»

   Ο Λι Σαν σήκωσε το κεφάλι αργά. «Και μπορεί να πέσει σε εμάς.»

  Ο Γκούο Ρεν έγνεψε. «Γι’ αυτό θέλω μάρτυρες. Όχι γιατί δεν εμπιστεύομαι εσένα… αλλά γιατί δεν εμπιστεύομαι όσα θα ειπωθούν μετά.»

   Ο αέρας κουβαλούσε πια καθαρά τη μυρωδιά του νερού.

   «Θα έρθει άνθρωπος των αρχών,» συνέχισε. «Και θα κοιτάξει τα πάντα. Αν δει ότι κάτι άλλαξε…»

   Δεν τελείωσε τη φράση.

   Ο Λι Σαν την κατάλαβε μόνος του. «Θα πει ότι φοβηθήκαμε την αλήθεια.» είπε συνεχίζοντας τους συλλογισμούς του άρχοντά του.

   Ο Γκουό Ρεν έσφιξε τα γκέμια. «Και τότε,» είπε ήρεμα, «δεν θα έχει σημασία ποιά ήταν η αλήθεια.»

   Και οι δύο συνέχισαν σιωπηλοί προς το ποτάμι, όπου το σώμα της Λιν Σουέ περίμενε, όχι μόνο για να βρεθεί η αιτία του θανάτου της, αλλά για να κρίνει και τους ζωντανούς.

   Το πτώμα της Λιν Σουέ ήταν ανάσκελα, μισοβυθισμένο στο ρηχό νερό, το πρόσωπό της στραμμένο προς τον ουρανό. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά. Όχι απλώς ανοιχτά, παγωμένα σε μια έκφραση που δεν ταίριαζε στους νεκρούς. Σαν να είχε δει κάτι την τελευταία στιγμή. Σαν να είχε αντικρίσει όλους τους πόνους και τα βάσανα του κόσμου, την τραγική όψη μιας αλήθειας που δεν χωρούσε πια σε λέξεις.

   Ο Λι Σαν στάθηκε πίσω από τον Γκούο Ρεν χωρίς να μιλά. Δεν άντεχε να κοιτάζει πολλή ώρα. Ο Γκούο Ρεν, αντίθετα, δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της. Παρατηρούσε. Τη θέση των χεριών. Το πώς είχε γείρει ελαφρά το κεφάλι. Τις σκοτεινές κηλίδες στο δέρμα. Τις μελανιές.

   Για λίγες στιγμές δεν μίλησε κανείς. Ύστερα ο Γκούο Ρεν είπε, ήρεμα αλλά κοφτά: «Θα βάλουμε φύλακες. Τρεις γύρω από το πτώμα και έναν μακρύτερα, μέσα στα δέντρα, να παρακολουθεί από ψηλά.»

   Ο Λι Σαν έγνεψε αμέσως.

  «Να μην πλησιάσει κανείς. Κανείς.» Μια μικρή παύση. «Ούτε από περιέργεια. Ούτε για θρήνο. Ούτε για κουβέντα.»

   Ο Λι Σαν δίστασε. «Ο πατέρας της… αν εμφανιστεί;»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε για μια στιγμή. «Αν εμφανιστεί, θα τον κρατήσετε μακριά. Και θα με ειδοποιήσετε.»

   Σιωπή. Ο επιστάτης κατάλαβε.

   Ο Γκούο Ρεν συνέχισε: «Μετά θα μου φέρεις πρώτα τις γυναίκες που τη βρήκαν.»

   «Τώρα;»

   «Όχι. Να ηρεμήσουν πρώτα. Να μην μιλούν μεταξύ τους.»

   Ο Λι Σαν έγνεψε.

   «Αργά το βράδυ,» συνέχισε ο Γκούο Ρεν χαμηλώνοντας ελαφρά τη φωνή του, «θα φέρεις σιωπηλά τον αναχωρητή.»

   Ο Λι Σαν σήκωσε το βλέμμα, προσεκτικά.

  «Χωρίς να το μάθει κανείς. Κανείς.»

   Μια μικρή παύση.

   «Αύριο δεν θα δουλέψουν στα χωράφια» είπε ο Γκούο Ρεν.

   Ο Λι Σαν συνοφρυώθηκε. «Όλοι;»

   «Όλοι. Θα είναι συγκεντρωμένοι.»

   «Γιατί;»

   Ο Γκούο Ρεν κοίταξε για λίγο το σώμα της Λιν Σουέ πριν απαντήσει. «Για να τους βλέπω. Και για να βλέπουν ότι τους βλέπω.»

   Ο Λι Σαν δεν μίλησε.

   «Το πρωί θα αλλάξεις τους σκοπούς,» συνέχισε. «Αυτοί που θα φυλάξουν το βράδυ… μόλις γίνει η αλλαγή… θα έρθουν να μου δώσουν αναφορά. Ένας-ένας. Και χωριστά.»

   Ο Λι Σαν ένιωσε ένα ρίγος. «Φοβάστε ότι κάποιος θα πει ψέματα;»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε ήρεμα. «Ξέρω ότι θα το κάνουν.»

   Ο Λι Σαν πήρε μια ανάσα. «Άρχοντα… τι ψάχνετε;»

   Ο Γκούο Ρεν γύρισε ξανά προς το σώμα. Τα μάτια της Λιν Σουέ κοιτούσαν ακόμη τον ουρανό. «Αυτό που είδε πριν πεθάνει,» είπε χαμηλά.

   Κανείς δεν μίλησε μετά από αυτό. Μόνο το νερό ακουγόταν, καθώς περνούσε αδιάφορο δίπλα από το σώμα της.

 

 

     η κατάθεση των δύο γυναικών

   Στο πέτρινο σπίτι οι δύο γυναίκες στάθηκαν μπροστά στον Γκούο Ρεν με τα χέρια σφιγμένα μέσα στα μανίκια τους. Είχαν το βλέμμα χαμηλωμένο. Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε αμέσως. Τις κοίταξε πρώτα αρκετή ώρα. Έστρεψε το σώμα του, έπειτα το ξαναγύρισε προς το μέρος τους, και πήρε μια αργή ανάσα. Ύστερα έβγαλε από το μανίκι του μια λεπτή αρμαθιά από γυαλισμένες χάντρες νεφρίτη και κεχριμπαριού, δεμένες με μεταξωτό κορδόνι. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν δύο μικροί σφραγιδόλιθοι από λευκό και πράσινο νεφρίτη, χαραγμένοι με σύμβολα που οι απλοί άνθρωποι δεν διάβαζαν ποτέ. Οι γυναίκες  κοίταξαν αμέσως με μια σχεδόν ακούσια έλξη. Τα μάτια τους επέστρεφαν ξανά και ξανά στις γυαλιστερές πέτρες, κάθε φορά που το φως έπεφτε πάνω τους και αντανακλούσε.

   «Πηγαίνετε τακτικά στο ποτάμι;» Ήταν η πρώτη ερώτηση του Γκούο Ρεν.

   Η πρώτη γυναίκα έγνεψε. «Ναι, άρχοντα… σχεδόν κάθε δύο μέρες.»

   Η δεύτερη δίστασε. «Εγώ λιγότερο. Μόνο όταν έχω πολλά ρούχα.»

   Ο Γκούο Ρεν έγνεψε αργά, χωρίς να δείξει αν τον ικανοποίησε η απάντηση. «Εκεί συναντηθήκατε σήμερα;»

   «Ναι,» είπε η πρώτη.

   «Όχι ακριβώς…» πρόσθεσε η δεύτερη. «Ήρθα λίγο μετά.»

   Ο Γκούο Ρεν σήκωσε ελαφρά το χέρι. «Δηλαδή… δεν φτάσατε μαζί.»

   «Όχι.»

   «Τη Λιν Σουέ την είχατε ξαναδεί εκεί;»

   «Ναι, πολλές φορές,» απάντησαν σχεδόν μαζί.

   «Εκεί έπλενε τα ρούχα;»

   «Ναι. Εκεί πάντα.»

   Ο Γκούο Ρεν τις κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά. «Σας μιλούσε;»

   Η πρώτη γυναίκα σκέφτηκε. «Κάποιες φορές. Αλλά γενικά ήταν λιγομίλητη.»

   Η δεύτερη πρόσθεσε: «Δεν έλεγε πολλά λόγια.»

   Ο Γκούο Ρεν έγνεψε ελαφρά. «Δηλαδή… δεν ερχόταν ποτέ κοντά σας; Δεν έμενε να μιλήσει;»

   «Όχι,» απάντησαν.

   «Μπορεί να έπεσε μόνη της;» ρώτησε ξαφνικά.

   Οι γυναίκες αντάλλαξαν βλέμμα. «Δύσκολο,» είπε η πρώτη. «Σε εκείνο το σημείο το ποτάμι δεν είναι βαθύ,» συνέχισε η δεύτερη. «Λίγο πιο πάνω ίσως… εκεί βαθαίνει.»

   Ο Γκούο Ρεν στένεψε τα μάτια. «Δηλαδή… εκεί που τη βρήκατε δεν θα μπορούσε να πνιγεί εύκολα;»

   «Όχι εύκολα.»

   Ο Γκούο Ρεν έκανε μια μικρή παύση. «Θα μπορούσε να παρασυρθεί από πιο πάνω μέχρι εκεί;»

   «Θα μπορούσε,» είπε η μία.

   «Ναι… αλλά…» πρόσθεσε η άλλη, διστακτικά.

   «Αλλά;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.

   «Δεν θα είχε αυτά τα σημάδια…»

   «Ή μπορεί και να είχε… μπορεί και όχι,» είπε η δεύτερη, μπερδεμένη από τη δική της σκέψη.

   Ο Γκούο Ρεν τις παρατήρησε για λίγο. Ύστερα άλλαξε τόνο. «Το βράδυ… εκεί γύρω υπάρχουν ζώα;»

   Οι γυναίκες αναστέναξαν, σαν να ένιωθαν πιο σίγουρες σε αυτή την ερώτηση. «Αλεπούδες… Και αγριογούρουνα πιο πάνω στα δάση.»

   «Και καμιά φορά σκυλιά άγρια.» πρόσθεσε η άλλη.

   Ο Γκούο Ρεν έγνεψε αργά. «Δηλαδή… θα μπορούσε να την τρόμαξε κάποιο ζώο; Να γλίστρησε;»

   Η πρώτη γυναίκα δίστασε. «Ίσως… αλλά  τα ζώα δεν πλησιάζουν πολύ εκεί που πλένουμε όταν είναι μέρα,». Τότε η δεύτερη συμπλήρωσε «Τη νύχτα όμως… ναι.»

   Ο Γκούο Ρεν επανέλαβε, πιο αργά: «Τη νύχτα… δηλαδή θα μπορούσε κάτι να τη φοβίσει και να πέσει;»

   «Θα μπορούσε…» Και οι δύο συμφώνησαν μολονότι μίλησε μόνο η μία.

   «Ο πατέρας της σύχναζε εκεί;» ρώτησε απότομα.

   «Όχι, άρχοντα,» είπαν και οι δύο. 

   Ο Γκούο Ρεν στένεψε τα μάτια. «Δηλαδή ποτέ;»

   «Εμείς τουλάχιστον δεν τον έχουμε δει ποτέ.»

   Ο Γκούο Ρεν γύρισε ελαφρά το κεφάλι κοιτάζοντας αλλού, όχι προς την πλευρά τους, απλά προς το βάθος. «Κανένας άνδρας δεν πηγαίνει εκεί;»

   Οι γυναίκες αντάλλαξαν βλέμμα. «Όχι… είναι μέρος για πλύσιμο. Μόνο γυναίκες.»

   Ο Γκούο Ρεν ρώτησε ξανά, σχεδόν με τον ίδιο τόνο αλλά πιο κοφτά: «Ούτε κάποιος που να κρυβόταν; Πίσω από τα δέντρα;»

   Η πρώτη γυναίκα κούνησε το κεφάλι. «Θα τον είχαμε δει τόσα χρόνια.»

   Η δεύτερη πρόσθεσε: «Δεν κρύβεται κανείς εκεί. Το ξέρει όλο το χωριό.»

   Ο Γκούο Ρεν σιώπησε για λίγο. «Τελευταία… είχατε δει αλλαγή στη συμπεριφορά της;»

   «Όλο το χωριό το έλεγε…» απάντησε η πρώτη.

   «Ότι δεν ήταν όπως πριν,» είπε η δεύτερη.

   «Από πότε;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.

   «Όχι παλιά,» απάντησαν. «Τον τελευταίο καιρό.»

   Ο Γκούο Ρεν έκανε μια μικρή παύση. «Τι εννοείτε “δεν ήταν όπως πριν”;»

   Οι γυναίκες δίστασαν. «Μονολογούσε…» είπε η μία. «Μιλούσε μόνη της,» πρόσθεσε η άλλη.

   «Και τι έλεγε;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν πιο αργά.

   «Ακατανόητα πράγματα. Έλεγε λέξεις…» είπε η πρώτη. «’Ενότητα’, ‘αλήθεια’, ‘δεσμά’… κάτι τέτοια,» συμπλήρωσε η δεύτερη.

   Ο Γκούο Ρεν έγνεψε. Ύστερα ρώτησε ξανά, με διαφορετικό τόνο: «Θυμάστε κάτι συγκεκριμένο από αυτά που έλεγε; Κάποια φράση;»

   Οι γυναίκες σκέφτηκαν. «Όχι… μόνο λέξεις.»

   Ο Γκούο Ρεν επανήλθε: «Τίποτε άλλο;»

   Η πρώτη κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Η δεύτερη σταμάτησε ξαφνικά. «Ναι… κάτι θυμήθηκα.»

   Ο Γκούο Ρεν γύρισε αμέσως. «Τι;»

   «Έλεγε… ‘ψέματα’ ‘ψέματα’ και το   επαναλάμβανε.»

    Η άλλη γυναίκα άνοιξε τα μάτια. «Ναι… και εγώ το θυμάμαι τώρα.»

   «Και κάτι άλλο…» είπε η δεύτερη πιο χαμηλά. «Έλεγε και τη λέξη ‘μητέρα’.»

΄  Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε για λίγο. Ύστερα ρώτησε: «Τα ρούχα της… ήταν τα συνηθισμένα;»

   «Ναι,» απάντησαν. Η πρώτη γυναίκα πρόσθεσε:

«Φτωχό κορίτσι ήταν. Πόσα ρούχα να έχει; Κανείς δεν πλένει με τα καλά του.»

   Η άλλη έγνεψε συμφωνώντας.

   Ο Γκούο Ρεν έκανε μια τελευταία ερώτηση: «Υπήρχε κοφίνι με ρούχα κοντά της;»

   «Όχι,» είπαν και οι δύο. «Ούτε κοντά ούτε μακριά. Ίσως τα πήρε το νερό.»

   Ο Γκούο Ρεν τις κοίταξε για λίγο ακόμη. Ύστερα μίλησε ήρεμα: «Αν θυμηθείτε κάτι άλλο, θα έρθετε να με βρείτε.»

   «Ναι, άρχοντα,» είπαν και οι δύο μαζί. Υποκλίθηκαν. Και απομακρύνθηκαν αργά.  

   Βαθύ απόγευμα είχε πέσει πάνω στο Νανγκού, όταν ο Λι Σαν μπήκε βιαστικά στο πέτρινο σπίτι του άρχοντα. Ο Γκούο Ρεν στεκόταν κοντά στο παράθυρο, χωρίς να μιλά. Το φως έμπαινε λοξά και άπλωνε μακριές σκιές πάνω στο λιθόστρωτο δάπεδο.

 

 

     η αυτόβουλη εμφάνιση της Σου Τσιν

   «Άρχοντα…» είπε ο Λι Σαν χαμηλά. «Μια γυναίκα από τα χωράφια ζητά να σε δει. Λέει ότι  αφορά τη Λιν Σουέ.»

   Ο Γκούο Ρεν δεν γύρισε αμέσως. «Ποια;»

   «Είναι η Σου Τσιν… η γυναίκα του Μα Τονγκ. Ο άντρας της δουλεύει στα χωράφια μας.»

  «Και τί ακριβώς θέλει;»

  «Δεν λέει τι. Μόνο ότι όσα γνωρίζει… πρέπει να τα ακούσεις εσύ.»

   Ο Γκούο Ρεν γύρισε αργά. «Φέρ’ τη.»

   Ο Λι Σαν έφυγε και λίγο αργότερα επέστρεψε συνοδεύοντας μια γυναίκα γύρω στα σαράντα. Τα ρούχα της ήταν απλά, μα προσεγμένα· τα χέρια της σφιγμένα μέσα στα μανίκια, το βλέμμα χαμηλωμένο. Δεν έμοιαζε τρομαγμένη, αλλά αποφασισμένη. Στάθηκε μπροστά στον Γκούο Ρεν και υποκλίθηκε βαθιά.

   «Άρχοντα Γκούο Ρεν… εγώ… έχω να σας πω κάτι.»

   Ο Γκούο Ρεν την παρατήρησε για λίγο. «Μίλα.»

   Η γυναίκα σήκωσε ελάχιστα το κεφάλι. «Αυτά που θα πω… θέλω να μείνουν ανάμεσά μας. Αν μαθευτούν, θα αποκτήσω εχθρούς.»

   Ο Γκούο Ρεν έγνεψε αργά. «Αν είναι αλήθεια, θα σε προστατεύσει η αλήθεια. Αν δεν είναι, δεν θα σε προστατεύσει κανείς.»

   Η γυναίκα πήρε ανάσα. «Ο Λιν Γιέ είχε αλλάξει τον τελευταίο χρόνο.»

   «Πώς είχε αλλάξει;»

   «Εκεί που δεν μιλούσε… άρχισε να σιγοτραγουδά μόνος του.»

   Σιωπή.

   «Ο άντρας μου δούλευε μαζί του. Τον ρωτούσε γιατί είχε αυτή τη διάθεση μέσα στη δουλειά.»

   Η γυναίκα δίστασε για μια στιγμή, σαν να άκουγε ξανά τα λόγια. «Και ο Λιν Γιέ του έλεγε: “Αδελφέ, η δουλειά είναι το λιγότερο. Το μεγαλύτερο βάρος μας είναι η συγγένεια.”»

    Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε. «Και τι σημαίνει αυτό;»

   Η γυναίκα συνέχισε: «Ο άντρας μου τον ρώτησε: “Τι λες; Τρελάθηκες;”» Έκανε παύση. «Και εκείνος απάντησε: “Μπορεί, αδελφέ… μπορεί.”»

  Ο Γκούο Ρεν δεν την διέκοψε. Με νόημα της έδωσε την άδεια να συνεχίσει.

   «Κάποτε ο άντρας μου του είπε: “Απορώ πώς είσαι εύθυμος. Η γυναίκα σου δεν έχει πεθάνει ούτε δύο χρόνια.”»

     Ο Γκούο Ρεν έσφιξε τα δάχτυλα. «Και τότε;»

   Η γυναίκα χαμήλωσε τη φωνή. «Ο Λιν Γιέ του απάντησε: “Ο θάνατος αποφάσισε να την πάρει. Ο θάνατος έλυσε τα δεσμά μας. Γι’ αυτό σου λέω, αδελφέ… όταν δεν έχει κανείς δεσμά, δεν λυπάται τόσο. Δεν πονά τόσο. Είναι ήρεμος. Όπως τον έπλασε η φύση. Γαλήνη, αδελφέ… γαλήνη.”»

   Ο Γκούο Ρεν ακούμπησε αργά το χέρι στο γόνατό του. Δεν τη διέκοψε.

   «Κάποιες φορές έλεγε και άλλα…» συνέχισε η γυναίκα. «’Εσείς είστε μέσα στα δεσμά σας. Μόνο αν τα κόψετε θα δείτε καθαρά την αλήθεια.’»

   Ο Γκούο Ρεν δεν άντεξε. «Ποια αλήθεια;»

   Η γυναίκα συνέχισε χωρίς να τον κοιτάξει. «Ο άντρας μου τον ρώτησε το ίδιο. «Και εκείνος είπε: ‘Την αλήθεια όταν δεν έχετε συγγενείς. Όταν όλοι είναι αδέλφια σας. Όταν όλοι μπορούν να αποφασίζουν ελεύθερα.’»

   Η Σου Τσιν σταμάτησε για λίγο. Έσκυψε σαν να κοιτούσε ορυζώνα μετά τη συγκομιδή. Στο μυαλό της οι λέξεις ήταν σκορπισμένες, σαν κόκκοι ρυζιού μέσα στη λάσπη. Προσπαθούσε να τις μαζέψει μία-μία, όπως η αγρότισσα που σκύβει στο νερό και παίρνει από τη γη ό,τι έμεινε, κόκκο-κόκκο, για να μη χαθεί τίποτα. Άλλη λέξη της ξέφευγε, άλλη βυθιζόταν ξανά πίσω στη σιωπή, μα εκείνη επέμενε. Τις έφερνε κοντά, σιγά-σιγά, για να σταθούν μαζί, να γίνουν ένας λόγος που να βγάζει νόημα.

  «Και μετά… έλεγε περισσότερα… ανατριχιαστικά. Ανήκουστα πράματα. ‘Την αλήθεια τη βλέπεις μόνο όταν δεν είναι μπροστά σου οι δικοί σου, ούτε το παιδί σου, ούτε ο αδερφός σου, ούτε ο πατέρας σου. Γιατί άμα είναι ο αδερφός σου, τον λυπάσαι· άμα είναι μάνα σου, δεν πας να την κρίνεις βαριά. Κι άμα είναι όλοι δικοί σου, τότε ποιος θα πει το σωστό;

   ‘Γιατί μέσα στους συγγενείς η αλήθεια χάνεται, κρύβεται και σκεπάζεται. Άλλος τη μαλακώνει για να μην πονέσει τον δικό του, άλλος την κάνει μικρή για να μη φανεί μεγάλη η ντροπή. Κι έτσι δεν λέγεται όπως είναι, μα όπως βολεύει τον καθένα.

   Καλύτερα, όταν κρίνουμε, να μην είμαστε μπλεγμένοι με συγγένειες. Να μην χρωστάμε σε κανέναν, να μην φοβόμαστε μη στεναχωρήσουμε τον δικό μας. Τότε ο άνθρωπος λέει αυτό που βλέπει, όχι αυτό που τον βολεύει. Όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος και χωρίς δεσίματα, τότε η κρίση βγαίνει ίσια και καθαρή, σαν χωράφι που το όργωσες σωστά.’»

   Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός, τακτοποιώντας μέσα του τα λόγια που άκουσε. «Ώστε τέτοια έλεγε…» σκέφτηκε, και η σκέψη του αυτή βγήκε μισή από μέσα του και μισή απ’ το στόμα του, σαν να μιλούσε πρώτα στον εαυτό του και ύστερα στη Σου Τσιν.

   «Ο άντρας μου του είπε: ‘Πρόσεξε τι λες. Έχεις κόρη της παντρειάς.’»

   Η γυναίκα κατάπιε. «Και εκείνος απάντησε: ‘Δεν έχω κόρη. Κάποτε είχα. Τώρα είμαι ελεύθερος. Και εγώ και αυτή. Τώρα είμαστε ίσοι και ελεύθεροι. Μόνη της αποφασίζει. Μόνος μου αποφασίζω.”»

   Ο Γκούο Ρεν ψιθύρισε σχεδόν ασυναίσθητα: «Αυτό δεν είναι λόγος ενός απλού εργάτη…»

   Η γυναίκα συνέχισε: «Μετά ο άντρας μου ρώτησε κι άλλους. Και ένας του είπε: “Δεν ξέρεις; Πηγαίνει στα κηρύγματα της Μεγάλης Ειρήνης.”»

   Στο άκουσμα, ο Γκούο Ρεν έσφιξε το βλέμμα. «Οι Επιστρέφοντες…»

   «Εκεί τους κατηχούν,» είπε η γυναίκα, «και γίνονται διαφορετικοί.»

   «Πήγαινε μόνος;» τη ρώτησε ο Γκούο Ρεν.

   «Όχι. Όπως είπε αυτός που το σπίτι του είναι κοντά στους λόφους έπαιρνε και την κόρη του και πήγαιναν μαζί χέρι-χέρι.»

   Η φράση έμεινε για λίγο στον αέρα.

   «Και επέστρεφαν μαζί;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.

   «Χέρι-χέρι,» είπε η γυναίκα. «Κάθε δεύτερη   εβδομάδα, αργά το βράδυ, στους λόφους.»

   «Εσύ τους είδες;»

   «Εγώ όχι. Τους έβλεπε αυτός που τα είπε στον άνδρα μου. Αυτός με το σπίτι κοντά στους λόφους. Από εκεί κοντά περνούν όσοι πηγαίνουν στις συναντήσεις τους».

   Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το βλέμμα.  «Και κανείς δεν το ανέφερε;»

   Η γυναίκα χαμήλωσε το κεφάλι. «Φοβόμουν…»

Μια παύση. «Αλλά τώρα… με το κορίτσι πνιγμένο… δεν μπορούσα να το κρατήσω άλλο.»

   Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για αρκετή ώρα. «Έκανες σωστά που ήρθες.»

   Η γυναίκα υποκλίθηκε βαθιά. «Αυτά ξέρω, άρχοντά μου.» Κι ύστερα, πριν φύγει, πρόσθεσε χαμηλά: «Δίσταζα… αλλά τώρα δεν μπορούσα να μην τα πω.»

   Το όνομα ‘Μεγάλη Ειρήνη’ είχε μείνει στον αέρα σαν κάτι που δεν ανήκε πια μόνο σε κουβέντες, αλλά σε γεγονότα.

 

 

    ο αναχωρητής απέναντι στον Γκούο Ρεν

   Αργά τη νύχτα, το πέτρινο σπίτι στεκόταν βουβό μέσα στην υγρασία των λόφων του Νανγκού. Ένα μόνο φανάρι έκαιγε, ρίχνοντας τρεμάμενες σκιές στους τοίχους. Ο Λι Σαν στάθηκε στην είσοδο, καθώς ο Γκούο Ρεν του ένευσε να περιμένει έξω. Ο αναχωρητής πέρασε το κατώφλι χωρίς θόρυβο.

    Ο Γκούο Ρεν τον παρατήρησε για λίγο πριν μιλήσει. «Κάθισε», του είπε. «Πώς είπαμε ότι σε λένε;»

   Ο άνδρας έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Μινγκ Ζενγκ», απάντησε. «Φωτεινή Αλήθεια».

    «Αυτό είναι το πραγματικό σου όνομα;»

   «Αυτό είναι.»

   «Και πάντα αυτό το όνομα είχες;»

   Ο αναχωρητής σήκωσε τα μάτια του, ήρεμος. «Αυτό το όνομα από τη στιγμή που διάλεξα να ξαναγεννηθώ.»

   Ο Γκούο Ρεν έγειρε πίσω. «Πιστεύεις στην αλήθεια. Έτσι λένε τουλάχιστον.»

   «Ναι. Στην αλήθεια. Αλλά στην πραγματική αλήθεια.»

   «Έστω», αποκρίθηκε ο Γκούο Ρεν. «Πόσα χρόνια δούλευες στα κτήματά μας;»

   «Δούλευα κάποτε. Τώρα όχι.»

   «Αυτό το ξέρω. Πόσα χρόνια πριν σταματήσεις;»

   «Πολλά.»

   «Πριν από πόσα;»

   «Είκοσι τέσσερα χρόνια. Από τότε που ο πατέρας σου αγόρασε τη γη στο Νανγκού.»

   Η οικειότητα του ενικού τον ενόχλησε, μα το άφησε να περάσει. «Είσαι από εδώ;»

   «Όχι.»

   «Πώς βρέθηκες;»

   «Ο Τσενγκ-Γουέι ζητούσε φτηνούς εργάτες. Το μέρος ήταν ήσυχο. Ήρθαμε αρκετοί.»

   «Δηλαδή δεν ήρθες μόνος σου.»

   Ο Μινγκ Ζενγκ χαμογέλασε αχνά. «Κανείς δεν φτάνει κάπου μόνος του. Πάντα κάποιος έχει προηγηθεί.»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε πιο προσεκτικά. «Από τη “Μεγάλη Ειρήνη”, λοιπόν;»

  «Ναι. Στην αρχή ήμασταν πολλοί.»

  «Και τώρα; Γιατί έφυγαν; Δεν ήταν καλά εδώ;»

 «Δεν υπήρχε πρόβλημα. Ο τόπος ήταν καλός. Ο πατέρας σου ερχόταν λίγο, δεν πίεζε. Δεν χρειαζόταν. Κάναμε τη δουλειά μας όπως έπρεπε.»

   «Η εντιμότητα είναι βασικό στοιχείο σας, λοιπόν» παρατήρησε ο Γκούο Ρεν.

   «Δεν μπορείς να πιστεύεις στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη και να μην είσαι ακέραιος. Όπως με τον εαυτό σου, έτσι και με τους άλλους.»

   Το φανάρι τρεμόπαιξε. Ο Γκούο Ρεν έσκυψε ελαφρά κοιτάζοντάς το. «Άκουσα για μια σπηλιά στους λόφους. Τι γίνεται εκεί;»

   «Είναι η ύστατη δοκιμασία. Εκεί φαίνεται ποιος ανήκει πραγματικά σε εμάς.»

   «Πέρασαν πολλοί;»

   «Λίγοι.»

   «Και τι χρειάζεται;»

   «Προετοιμασία. Να δεχθείς τα διδάγματα.»

   «Και εσύ τα αναλαμβάνεις;»

   «Όχι. Μόνο στο τέλος. Όταν είναι έτοιμοι.»

   «Κι αν αποτύχουν;»

   «Έχουν άλλη μία ευκαιρία. Μετά… καμία.»

   Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός.

    «Όλοι όσοι ακούν τα κηρύγματά σου έχουν περάσει από εκεί;»

   «Όχι. Οι περισσότεροι απλώς ακούν. Δεν εμποδίζουμε κανέναν.»

   «Ο πατέρας μου;»

   «Κατανοούσε. Δεν ρωτούσε. Όσο ήμασταν τίμιοι, δεν ενοχλούσε.»

   «Και γιατί έφυγαν οι άλλοι;»

   «Κάποιοι διαφώνησαν. Κάποιοι έφυγαν για να ιδρύσουν νέες κοινότητες.»

   «Γιατί;»

   Ο αναχωρητής τον κοίταξε σταθερά. «Η αλήθεια δεν ανήκει σε έναν τόπο.»

   Ο Γκούο Ρεν ένευσε αργά. «Οι μεγάλες ομάδες φέρνουν προβλήματα.»

   «Σχεδόν πάντα» συμπλήρωσε ο αναχωρητής δείχνοντας να συμφωνεί με την διαπίστωση του Γκούο Ρεν.

   «Και πότε σταμάτησες να δουλεύεις;»

   «Όταν ανέλαβα την τελική κρίση για τη σπηλιά. Έπρεπε να παρατηρώ.»

   «Και γιατί σε απείλησαν οι άνθρωποι του Χουάνγκ Σι-Ντε;»

   «Δεν θέλουν ανθρώπους έξω από τους νόμους του εμπορίου. Μας θεωρούν επιζήμιους.»

   «Και πού πήγες;»

   «Έψαχνα νέο τόπο.»

   «Και γιατί εμφανίστηκες τώρα;»

   «Τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα. Και ήθελα να δω τις προθέσεις σου.»

   Ο Γκούο Ρεν στένεψε τα μάτια. «Και τις είδες;»

   «Ναι. Θέλεις να επεκταθείς στο Νανγκού.»

   Μια μικρή παύση.

   «Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα», είπε ο Γκούο Ρεν χαμηλά. «Η υπόθεση της Λιν Σουέ. Αν δεν βρεθεί ο ένοχος, ίσως αναγκαστώ να πουλήσω τη γη στον Χουάνγκ Σι-Ντε.»

   Ο αναχωρητής δεν αντέδρασε.

   «Ο πατέρας της, ο Λιν Γιέ, ερχόταν στα κηρύγματά σου;»

   «Ναι.»

   «Ερχόταν κι αυτή;»

   «Λογικά ναι. Τον συνόδευε μια νεαρή κοπέλλα».

   «Πέρασαν από τη σπηλιά;»

   «Όχι. Ήταν νωρίς.»

   «Νωρίς για εκείνον ή νωρίς για εκείνη;»

   «Πολύ νωρίς και για τους δυο τους.»

   «Κι όμως, κάποιοι είδαν την κόρη του να κατεβαίνει από τους λόφους… και να μονολογεί.»

  «Έλειπα για κάποιους μήνες», είπε απλά ο Μινγκ Ζενγκ.

   «Και ποιος σε αντικατέστησε;»

   «Ο προπαρασκευαστής. Μα έφυγε. Πήγε σε ένα μακρινό χωριό, το Τσινγκσί, ψηλά στα βουνά της Σετσουάν.»

   Το φανάρι έτριξε.

    «Σε λίγες μέρες έρχεται ανακριτής από την Τζινγκζού», είπε ο Γκούο Ρεν. «Δεν πρέπει να υπάρξει πρόβλημα.»

   Ο αναχωρητής σηκώθηκε αργά. «Θα βρεθεί ο ένοχος.» Η σιγουριά στη φωνή του δεν ήταν θορυβώδης· ήταν απόλυτη.

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε για λίγο ακόμη. «Αυτό συμφέρει όλους μας», είπε. «Για να συνεχίσει να υπάρχει ειρήνη… όπως κι αν την εννοεί κανείς.»

   Ο Μινγκ Ζενγκ έσκυψε ελαφρά και βγήκε στη νύχτα. Έξω, ο Λι Σαν τον είδε να χάνεται μέσα στο σκοτάδι των λόφων, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.

  Ο Λι Σαν μπήκε στο πέτρινο σπίτι. «Αρκετά για απόψε» του είπε ο Γκούο Ρεν. «Πήγαινε να ξεκουραστείς. Αύριο πρέπει να βρούμε εκείνον που έχει σπίτι κοντά στους λόφους, κοντά στη σπηλιά. Εκείνος σίγουρα θα έχει δει περισσότερα… Πρέπει να τον φέρεις πρωϊ πρωί. Πριν συγκεντρωθούν οι υπόλοιποι. »

 

 

     η κατάθεση του Λου Γκεν

   Το φως της αυγής δεν είχε ακόμη απλωθεί  πάνω από τον κάμπο της Νανγκού. Μια ωχρή, σχεδόν γκρίζα λάμψη αγκάλιαζε τα χωράφια, ενώ η υγρασία της νύχτας έμενε πεισματικά πάνω στα φύλλα. Στην αυλή του πέτρινου σπιτιού, ο νεαρός άρχοντας Γκούο Ρεν στεκόταν όρθιος, με τα χέρια πίσω από την πλάτη, κοιτώντας προς τους λόφους που μόλις διακρίνονταν.

   Ο Λι Σαν είχε φέρει τον χωρικό που έμενε στα τελευταία σπίτια πριν τους λόφους και τον παρουσίασε στον Γκούο Ρεν. «Άρχοντα Γκούο Ρεν, ο Λου Γκεν», είπε ο Λι Σαν. Ο Γκούο Ρεν έγνεψε ελαφρά, μια κίνηση που έδινε σιωπηλά την άδεια. Ο χωρικός προχώρησε προς το εσωτερικό του σπιτιού με βαθιά υπόκλιση. Ήταν λιγνός, με μέτριο ανάστημα και πρόσωπο σκαμμένο από τον ήλιο και τα χρόνια· τα μάτια του, ωστόσο, διατηρούσαν εκείνη τη σπιρτάδα ανθρώπου που δεν αρκείται να βλέπει, αλλά παρατηρεί και συνδυάζει όσα βλέπει.

   Ο Λου Γκεν στάθηκε μπροστά στον άρχοντα με σκυμμένο κεφάλι. Ο Γκούο Ρεν τον παρατήρησε για λίγο σιωπηλός.

   «Πόσο χρονών είσαι;»

   «Πενήντα, άρχοντα.»

  «Και πόσα χρόνια εργάζεσαι για τον πατέρα μου;»

   «Είκοσι χρόνια.» Ο Λου Γκεν πήρε μια μικρή ανάσα. «Πούλησα τα χωράφια μου… Δεν μπορούσα να αντέξω τους φόρους. Και δεν ήταν καλή γη. Μακριά από το ποτάμι. Ξηρή.»

   «Ποιος τα αγόρασε;»

   «Ο άρχοντας Τσεννγκ-Γουέι.»

   Ο Γκούο Ρεν έγνεψε ελαφρά. «Το σπίτι σου; Πότε χτίστηκε;»

   «Ήταν πάντα εκεί, άρχοντα.»

   Ο Γκούο Ρεν στράφηκε για μια στιγμή προς τους λόφους. «Από εκεί βλέπεις όλο τον κάμπο… Μπορεί να είναι φθηνή η γη, αλλά έχει θέα.»

   Ο Λου Γκεν χαμογέλασε ανεπαίσθητα. «Ναι, άρχοντα.»

   «Και έτσι ελέγχεις…»

  Ο χωρικός κατέβασε το κεφάλι. «Αν θέλετε, πείτε το κι έτσι…»

   Ο άρχοντας τον κοίταξε πιο έντονα. «Ελέγχεις και παρατηρείς… ή απλώς αγναντεύεις;»

   «Και τα δύο.» Η απάντηση βγήκε διστακτική, αλλά όχι άτολμη.

   Ο Γκούο Ρεν δεν αντέδρασε αμέσως. «Αυτούς τους λεγόμενους “Επιστρέφοντες”… τους έβλεπες να περνούν;»

   «Αρκετούς. Όσους περνούσαν από το μονοπάτι κοντά στο σπίτι μου.»

   «Έβλεπες και τον Τζου Γιέν;»

   «Ναι, άρχοντα. Τον έβλεπα.»

   «Για πόσο καιρό ανηφόριζε το μονοπάτι;»

   «Τον τελευταίο χρόνο.»

   Ο άρχοντας έκανε ένα βήμα πιο κοντά. «Τη Χε Τζι;»

  «Ναι… αλλά μετά τον θάνατο του αδελφού της δεν ξανανέβηκε.»

   «Ποιους άλλους έβλεπες;»

    Ο Λου Γκεν σήκωσε ελαφρά το βλέμμα, σαν να ξεδιάλεγε πρόσωπα μέσα από μνήμη και ομίχλη.

   «Την οικογένεια του Σουν Σεν.»

   «Πήγαιναν όλοι μαζί;»

   «Ναι. Με τη γυναίκα του και τους δύο μεγαλύτερους γιους του.»

   «Άλλους;»

   «Αρκετούς, άρχοντα… αλλά οι περισσότεροι έφυγαν από το Νανγκού.» Η φωνή του χαμήλωσε σε αυτή τη φράση.

   Ο Γκούο Ρεν το πρόσεξε.

   «Αυτός ο αναχωρητής; Περνούσε από το μονοπάτι σου;»

   «Όχι. Εκείνος έμενε πίσω από τους λόφους. Κατέβαινε από την άλλη πλευρά.»

   Ο άρχοντας έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Η χήρα… η Χου Λαν. Με τα κτήματα μετά από τα δικά μου;»

   «Ναι. Στην αρχή ήταν συνέχεια με τον αδελφό της…»

   «Και τώρα;»

   Ο Λου Γκεν δίστασε. «Τελευταία… δεν τους έχω δει.»

   Η πρώτη αχτίδα του ήλιου άγγιξε τότε τις κορυφές των λόφων. Ο Γκούο Ρεν κοίταξε προς το φως που ερχόταν.  Χαμογέλασε ελαφρά, σαν να ήθελε να δείξει ένα πιο φιλικό πρόσωπο στον χωρικό.

    «Και αυτός ο Λιν Γιέ; Ερχόταν κι αυτός;»

    «Ναι, άρχοντα… ερχόταν», απάντησε ο Λου Γκεν. «Στην αρχή μόνος του. Ύστερα άρχισε να φέρνει και την κόρη του.»

    «Υπάρχει μια σπηλιά πάνω από το σπίτι σου», είπε ο Γκούο Ρεν, η φωνή του ήρεμη αλλά σταθερή.

   «Ναι, άρχοντα… στα αριστερά», απάντησε ο Λου Γκεν.

   «Τη βλέπεις από εκεί;»

   «Από την πίσω πλευρά του σπιτιού μου, ναι… αλλά όχι ολόκληρη.»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε προσεκτικά. «Έμαθα ότι εκεί έμπαιναν κάποιοι άνθρωποι. Τους έβλεπες;»

   «Τους έβλεπα… αλλά δεν μπορούσα να τους ξεχωρίσω καλά», είπε ο χωρικός. «Πάντως δεν ήταν πολλοί. Και όσοι έμπαιναν, έμπαιναν δύο δύο. Ένας άνδρας και μία γυναίκα.»

   «Φαίνονταν μέσα στο βράδυ;»

   «Δεν διακρίνονταν καθαρά… αλλά αν τους γνώριζες από πριν, τους καταλάβαινες από το ύψος και την περπατησιά τους.»

   «Και πώς τους έβλεπες στο σκοτάδι;»

   Ο Λου Γκεν κούνησε ελαφρά το κεφάλι. «Δεν ήταν σκοτάδι, άρχοντα. Αυτό γινόταν όταν η σελήνη ήταν γεμάτη… και κρατούσαν φαναράκια ο καθένας τους.»

   Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή.

   «Τι άλλο συνέβαινε;»

   «Όταν έμπαιναν εκείνοι στη σπηλιά, λίγο μετά οι υπόλοιποι που είχαν συγκεντρωθεί αποχωρούσαν. Και περνούσαν από το μονοπάτι κοντά στο σπίτι μου.»

   «Κατέβαιναν όλοι;»

   «Θα έμενε μια μικρή ομάδα… δύο ή τρεις άνθρωποι.»

   «Ποιοι; Ο αναχωρητής;»

   «Ναι… μαζί με άλλον έναν, ίσως και δύο.»

   «Και πότε έβγαιναν από τη σπηλιά;»

   Ο Λου Γκεν έσφιξε τα χείλη. «Αυτό δεν το ξέρω, άρχοντα. Το πρωί έπρεπε να σηκωθώ για τα χωράφια.»

   Στο δωμάτιο απλώθηκε σιωπή. Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε αμέσως. Έμεινε ακίνητος, σαν να τακτοποιούσε μέσα του τα θραύσματα όσων μόλις είχε ακούσει.

   «Είπες ότι στην πανσέληνο έμπαιναν στη σπηλιά», είπε τελικά.

   «Ναι, άρχοντα. Μόνο στην πανσέληνο.»

   «Και έμπαιναν δύο δύο… ένας άνδρας και μία γυναίκα. Πολλοί μαζί;»

   «Όχι, άρχοντα. Κάθε φορά ένα ζευγάρι. Μόνο δύο άτομα.»

   «Αυτός ο Λιν Γιέ… ερχόταν κι αυτός με την κόρη του και περνούσαν από το μονοπάτι κοντά στο σπίτι σου;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.

   «Ναι, άρχοντα», απάντησε ο Λου Γκεν.

   «Μήπως ήταν η γυναίκα του;»

   «Όχι, άρχοντα. Η κόρη του είναι ψηλή σαν κι αυτόν. Ξεχωρίζει. Άλλωστε ο Λιν Γιέ εμφανίστηκε εκεί πολύ μετά τον θάνατο της γυναίκας του.»

   Ο Γκούο Ρεν τον παρατήρησε για μια στιγμή σιωπηλός. «Οι άνθρωποι που περνούσαν από το μονοπάτι σου ήταν πιασμένοι χέρι-χέρι;»

   «Όχι, άρχοντα… όχι όλοι.»

   «Είσαι σίγουρος;»

   Ο Λου Γκεν έγνεψε και συμπλήρωσε. «Μαζεύονταν σιωπηλοί. Μετά το μονοπάτι… πιάνονταν μεταξύ τους χέρι-χέρι, αλλά όχι όλοι.»

   Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Έμαθα ότι ο Λιν Γιέ και η Λιν Σουέ έρχονταν μαζί χέρι-χέρι.»

    «Όχι ακριβώς, άρχοντα», απάντησε ο χωρικός. «Αφού περνούσαν το σπίτι μου και άρχιζε η ανηφόρα, τότε πιάνονταν χέρι-χέρι.»

   «Και κατέβαιναν με τον ίδιο τρόπο;»

   «Ναι, άρχοντα.»

   «Και μετά συνέχιζαν μέχρι τον κάμπο έτσι;»

   «Όχι… μετά απομακρύνονταν ο ένας από τον άλλον.»

   Ο Γκούο Ρεν στένεψε τα μάτια. «Και είσαι σίγουρος;»

   «Για τις περισσότερες φορές… ναι.»

   «Και πώς το ξεχώριζες;»

   Ο Λου Γκεν έδειξε προς το αόρατο μονοπάτι έξω.

«Τα φαναράκια που κρατούσε ο καθένας τους… εκεί που ήταν κοντά κοντά, ξαφνικά απομακρύνονταν. Δεν χρειάζεται και πολύ σκέψη για να το καταλάβει κανείς.»

   «Τους είδες να μπαίνουν μαζί στη σπηλιά;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν, χωρίς να αλλάξει τόνο.

   Ο Λου Γκεν δεν απάντησε αμέσως. Έσκυψε το κεφάλι του, μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη κίνηση συγκατάνευσης.

   «Τους είδες να βγαίνουν μαζί;»

   «Όχι, άρχοντα.»

   Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Και πότε έγινε αυτό;»

   «Πριν έξι μήνες περίπου.»

   «Μετά ξαναήρθαν;»

   «Όχι… δεν ήρθαν πάλι.»

   «Ούτε η Λιν Σουέ;»

   «Όχι.»

   «Ούτε ο Λιν Γιέ;»

   «Όχι, άρχοντα. Ούτε μόνοι τους ούτε μαζί.» Ο χωρικός πήρε μια μικρή ανάσα πριν συνεχίσει. «Δεν ήρθαν ξανά στις συγκεντρώσεις των “Επιστρεφόντων”.»

    Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά μπροστά. «Ο Αναχωρητής ήταν εκεί όταν μπήκαν στη σπηλιά;»

   «Όχι. Τον είχαν απειλήσει άνθρωποι του Χουάνγκ Σι-Ντε και είχε φύγει.»

   «Και όταν έφυγε ο Αναχωρητής, ποιος ανέλαβε στη θέση του;»

   «Υπήρχε ένας… ο Τσεν Τζιάν. Αυτός προετοίμαζε όσους ήθελαν να δοκιμαστούν στη σπηλιά.»

   «Από εδώ είναι;»

   «Όχι. Είχε έρθει κι αυτός μαζί με τους άλλους.»

   «Και τώρα που είναι;»

   «Έφυγε.»

   «Έχει φύγει καιρό;»

   «Όχι πολύ.»

    Ο Γκούο Ρεν στένεψε το βλέμμα. «Μήπως έφυγε μετά από τότε που μπήκαν στη σπηλιά ο Λιν Γιέ και η Λιν Σουέ;»

   Ο Λου Γκεν δίστασε. «Μπορεί… Πάντως έχω αρκετό καιρό να τον δω.»

   «Έμαθες πού πήγε;»

   Ο χωρικός κούνησε το κεφάλι. «Αυτοί… όταν φεύγουν δεν μιλάνε. Δεν χαιρετάνε κανέναν.»

   Ο Γκούο Ρεν σιώπησε για λίγο, πριν αλλάξει ξαφνικά ερώτηση. «Πριν μπουν στη σπηλιά… τι είδες;»

   Ο Λου Γκεν σήκωσε τα μάτια του, σαν να ξαναζωντάνευε τη σκηνή. «Ήταν νύχτα με γεμάτο φεγγάρι. Φως αρκετό, όχι όμως καθαρό. Οι σκιές έπεφταν βαριές.» Σταμάτησε για μια στιγμή.    «Δεν μπήκαν με φόβο.»

   «Μπόρεσες να δεις την έκφρασή τους από τόσο μακριά;» τον διέκοψε ο Γκούο Ρεν.

    Ο Λου Γκεν έγνεψε αργά. «Την έκφραση… όχι καθαρά, άρχοντα. Αλλά από τις κινήσεις του σώματος μπορείς να καταλάβεις πολλά.»

   «Πώς το ξέρεις;»

   «Το βήμα τους ήταν σταθερό. Το κεφάλι ψηλά. Δεν κοίταζαν γύρω τους σαν να ψάχνουν διαφυγή ή κίνδυνο. Όποιος φοβάται… δεν περπατά έτσι.»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε προσεκτικά.

  «Και πριν μπουν; Στάθηκαν; Μίλησαν;»

  «Στάθηκαν λίγο στην αρχή του μονοπατιού. Όχι για πολύ. Δεν μιλούσαν. Μόνο μια μικρή παύση… σαν να ήξεραν ήδη τι θα γίνει μετά.»

   «Και μετά;»

   «Προχώρησαν μαζί. Δύο φιγούρες, ένα φανάρι ο καθένας… και χάθηκαν μέσα στο άνοιγμα της σπηλιάς.»

   Ο άνεμος από τους λόφους πέρασε εκείνη τη στιγμή χαμηλά, σαν να κύλησε μέσα στην αυλή.

 

 

    Ο Γκάο Πινγκ περνά το κατώφλι του πέτρινου διοικητηρίου

   Πριν το μεσημέρι, ο Λι Σαν έφερε έναν νεαρό στο πέτρινο δοικητήριο. Η αυλή ήταν ήσυχη· μόνο ο αέρας που περνούσε ανάμεσα από τα δέντρα ακουγόταν. Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το βλέμμα του και τον κοίταξε προσεκτικά.

  «Δεν ξέρω αν έκανα καλά», είπε ο Λι Σαν χαμηλόφωνα. «Είναι ο Γκάο Πινγκ… εκείνος που είχε ενδιαφερθεί κάποτε για τη Λιν Σουέ».

  Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Παρατήρησε τον νεαρό: τα ρούχα του απλά, τα χέρια του σκληρά από τη δουλειά, το βλέμμα του χαμηλωμένο.

   «Είναι δικός μας;» ρώτησε τελικά.

   «Όχι. Έχει κάποια δικά του κτήματα λίγο έξω από το Νανγκού».

  «Ναι, κάτι μου έχεις πει… Τα έχω δει;»

   «Όχι. Είναι από την άλλη πλευρά. Στον δρόμο ανατολικά, προς τη Σιανγκτσένγκ».

   Ο Γκούο Ρεν έγνεψε ελαφρά και στράφηκε προς τον νεαρό. «Λένε πως είχες δείξει ενδιαφέρον για τη Λιν Σουέ».

   Ο Γκάο Πινγκ σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα, ύστερα το χαμήλωσε ξανά. Τα δάχτυλά του ενώθηκαν μπροστά του, σφιχτά αλλά χωρίς νευρικότητα. «Ναι, σεβαστέ Γκούο Ρεν. Μα δεν έκανα τίποτα που να την φέρει σε δύσκολη θέση».

   Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός για μια ανάσα, παρατηρώντας τον. «Τί σημαίνει αυτό;» ρώτησε πιο κοφτά. «Πώς εκφράστηκε αυτό το ενδιαφέρον;»

   Ο νεαρός δίστασε για μια στιγμή, έπειτα μίλησε απλά. «Είχα ρωτήσει… μερικούς από τους ανθρώπους που δουλεύουν στα κτήματά σας. Αν η κόρη του Λιν Γιέ είναι ελεύθερη».

   Το βλέμμα του Γκούο Ρεν στένεψε ελαφρά. «Τίποτ’ άλλο;»

   Ο Γκάο Πινγκ κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Τίποτε άλλο».

   Μια μικρή παύση έπεσε ανάμεσά τους. «Μήπως την είχες συναντήσει;» συνέχισε ο άρχοντας.

   Ο Γκάο Πινγκ ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι, αυτή τη φορά πιο σταθερά. «Σπάνια έρχομαι προς τα μέρη σας. Δεν θέλω να έχω πολλές επαφές».

   Ο Γκούο Ρεν έστρεψε το κεφάλι του αλλού, χωρίς να τον κοιτάζει. «Και όμως, κάποιοι σε ξέρουν».

   «Με τον Λι Σαν μιλάω κάποιες φορές», απάντησε ο νεαρός. «Αν χρειαστώ βοήθεια με εργάτες. Μα έχω τους δικούς μου».

   Ο άρχοντας ενδιαφέρθηκε να μάθει για τη δύναμη του Γκάο Πινγκ. «Έχεις πολλούς;»

  «Τέσσερις», είπε ο Γκάο Πινγκ. «Μου φτάνουν. Βοηθά και ο αδελφός μου… και ο πατέρας μου».

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε για λίγο ακόμα, κι έπειτα μίλησε ξανά, αυτή τη φορά πιο αργά.

«Το έμαθες για τη Λιν Σουέ;»

   Ο Γκάο Πινγκ έγνεψε. «Ναι… το έμαθα. Μου το είπε ο Λι Σαν σήμερα. Γι’ αυτό άφησα τη δουλειά και ήρθα. Ήθελα κι εγώ να μάθω».

   Ο άρχοντας έμεινε ακίνητος και με επιτακτικό τόνο μίλησε. «Δεν είναι μόνο να μάθεις», είπε τελικά. «Μέχρι να βρούμε τι έχει συμβεί, έχουμε όλοι ευθύνη».

   Ο νεαρός ίσιωσε ελαφρά την πλάτη του.
«Συμφωνώ, άρχοντα».

   «Γι’ αυτό ρωτώ. Και τους άλλους και σένα», συνέχισε ο Γκούο Ρεν. «Είναι κοπέλα που βρέθηκε στη γη μου. Νέα κοπέλα…»

   Η φωνή του έσβησε για λίγο. Έβγαλε από το χέρι του ένα σχοινάριο περασμένο με μικρές πολύτιμες πέτρες και άρχισε να το χαϊδεύει αργά με τα δάχτυλά του, σχεδόν μηχανικά.

   «Με τον πατέρα της… γνωριζόσουν;»

   Ο Γκάο Πινγκ δίστασε μια ανάσα.
«Όχι. Μόνο από μακριά».

   Ο άρχοντας σήκωσε το βλέμμα του από τις πέτρες.  «Και δεν του είχες μιλήσει ποτέ;»

   Ο νεαρός κατέβασε για λίγο τα μάτια, σαν να γύριζε πίσω στη μνήμη. «Με βρήκε… εκείνος».

   Τα δάχτυλα του Γκούο Ρεν σταμάτησαν πάνω στο σχοινάριο. Για πρώτη φορά, η προσοχή του φάνηκε να οξύνεται.  «Πού εδώ;»

    Ο Γκάο Πινγκ απάντησε αργά. «Όχι. Στα χωράφια μου». Πήρε μια αγχωτική ανάσα, σαν να ξαναζούσε τη στιγμή. «Ήταν ένα απόγευμα. Δούλευα μόνος. Τον είδα να πλησιάζει. Κρατούσε μια τσάπα, βαριά, με ξύλινη λαβή. Στην αρχή μίλησε ήρεμα». Η φωνή του έμεινε σταθερή, αλλά πιο χαμηλή. «Μου είπε: “Έμαθα ότι ενδιαφέρεσαι για την κόρη μου. Η Λιν Σουέ σου έχει δώσει δικαιώματα;”»

   «Του απάντησα: “Όχι”».

   Ο Γκούο Ρεν τον παρακολουθούσε χωρίς να τον διακόπτει.

   «Με ρώτησε αν ξέρω ότι πενθεί ακόμη τη μάνα της. Του είπα πως το ξέρω. Και ότι γι’ αυτό δεν έκανα επίσημη πρόταση».

   Ο Γκάο Πινγκ έσφιξε για λίγο τα χέρια του. «Τότε άλλαξε. Η φωνή του έγινε πιο βαριά. Είπε πως η κόρη του δεν θα φύγει από το Νανγκού. Πως έχει να τον φροντίσει. Του απάντησα πως δεν έχω αντίρρηση».

   Μια μικρή παύση.

   «“Είναι πολύ νωρίς”, μου είπε. “Ακόμη πενθώ τη γυναίκα μου. Όποιος δεν σέβεται τους νεκρούς, δεν σέβεται κανέναν”».

   «Και εσύ;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.

  «Έσκυψα το κεφάλι. Συμφώνησα».

   Ο αέρας πέρασε ξανά από την αυλή.

  «Μετά… μου μίλησε για τη “Μεγάλη Ειρήνη”. Είπε πως η Λιν Σουέ δεν είναι εύκολο να παντρευτεί κάποιον που δεν ανήκει σ’ αυτούς. Με ρώτησε αν ακολουθώ τα διδάγματά τους. Του είπα όχι».

   «Και τότε;»

   «Μου είπε να μην κάνω σχέδια. Ούτε τώρα ούτε στο μέλλον. Να ψάξω για άλλη κοπέλα. Πως υπάρχουν πολλές».

   Ο Γκάο Πινγκ σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα, πιο καθαρά αυτή τη φορά.

   «Όσο μου μιλούσε… κρατούσε την τσάπα σφιχτά. Δεν την σήκωσε ποτέ. Αλλά δεν την άφησε ούτε στιγμή».

   Σιωπή.

   «Πριν φύγει, μου είπε: “Αν έρθεις από κει, μην ακούσω ότι την πλησίασες”».

   Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά προς τα πίσω. «Και από τότε; Δεν πλησίασες το Νανγκού;»

   «Όχι».

  «Ούτε την ξαναείδες;»

  «Όχι».

   Ο άρχοντας τον κοίταξε για λίγο ακόμα. «Και αυτές τις μέρες; Πού ήσουν;»

   «Είχα πάει στη Σιανγκτσένγκ», απάντησε ο Γκάο Πινγκ. «Για να αγοράσω ένα βόδι. Χρειάζομαι ζώο για τη σπορά».

    Η απάντηση βγήκε απλή, χωρίς προσπάθεια. Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε αμέσως. Το βλέμμα του έμεινε πάνω στον νεαρό αγρότη, σε έναν άνθρωπο που δεν έδειχνε επικίνδυνος, αλλά ούτε και αφελής.

   «Το αγόρασες;»

   «Ναι» απάντησε ο Γκάο Πινγκ.

   «Σε καλή τιμή;»

   «Συμφερτική».

   «Κάθισε» του είπε ο Γκούο Ρεν ενώ ο ίδιος κινείτο διαρκώς όρθιος νευρικά στο δωμάτιο.

   Ο Γκάο Πινγκ κάθισε στο χαμηλό σκαμνί, τίναξε τη σκόνη από τα ρούχα του και κοίταξε τον Γκούο Ρεν με ένα βλέμμα κουρασμένο αλλά γεμάτο ικανοποίηση.

   «Χθες το απόγευμα μόλις γύρισα», του είπε. «Ήταν δρόμος μακρύς… ως τη Σιανγκτσένγκ, κοντά στα εκατό σαράντα λι (περίπου εβδομήντα χιλιόμετρα).»

   Πήρε μια ανάσα και άρχισε να διηγείται:    «Ξεκίνησα πριν από εννιά μέρες, πριν χαράξει. Φόρτωσα το μουλάρι με λίγο ρύζι, αποξηραμένα λαχανικά και νερό. Τον πρώτο καιρό καβαλούσα, μα όσο προχωρούσε η μέρα κατέβαινα και περπατούσα δίπλα του, να μην το εξαντλήσω. Οι δρόμοι ήταν στενοί, γεμάτοι πέτρες και σκόνη. Την πρώτη μέρα έφτασα ως έναν μικρό οικισμό και κοιμήθηκα σε μια αυλή. Τη δεύτερη μέρα συνέχισα και προς το μεσημέρι της τρίτης έφτασα στη Σιανγκτσένγκ.»

   Χαμογέλασε ελαφρά, αλλά κούνησε το κεφάλι. «Νόμιζα πως θα τελείωνα γρήγορα, μα η ζωοαγορά με κράτησε δύο ολόκληρες μέρες. Τα καλά βόδια ήταν λίγα και ακριβά. Οι έμποροι σκληροί στο παζάρι. Ένα που μου άρεσε ήταν δυνατό, αλλά ο ιδιοκτήτης ζητούσε πολλά. Περίμενα, ρώτησα κι άλλους, ξαναγύρισα. Τη δεύτερη μέρα το πρωί, όταν είδε πως δεν βιαζόμουν, έριξε την τιμή. Έτσι το πήρα.»

   Έσκυψε μπροστά, σαν να ξαναζούσε τη στιγμή. «Στην επιστροφή… εκεί ήταν το δύσκολο. Δεν είναι σαν το πήγαινε. Το βόδι δεν γνώριζε τον δρόμο, σταματούσε συχνά, μύριζε το χώμα, φοβόταν τους ήχους. Το έδεσα με σκοινί και το οδηγούσα. Το μουλάρι το είχα από την άλλη μεριά, φορτωμένο. Άλλοτε περπατούσα ανάμεσά τους, άλλοτε ανέβαινα για λίγο στο μουλάρι να ξεκουραστώ, μα πάντα με προσοχή.»

   Σήκωσε το χέρι του, δείχνοντας μικρές γρατζουνιές. «Μια φορά το βόδι τραβήχτηκε απότομα και παραλίγο να μου φύγει. Μετά από αυτό προχωρούσα πιο αργά. Κάναμε πολλές στάσεις για νερό και χορτάρι. Δεν μπορούσα να τα πιέσω.»

   Κοίταξε τον Γκούο Ρεν στα μάτια. «Το πήγαινε μου πήρε τρεις μέρες. Στη ζωοαγορά έμεινα δύο. Μα η επιστροφή… τέσσερις ολόκληρες μέρες. Αργά, βήμα-βήμα. Σαν μικρή πομπή. Μπροστά το βόδι, πίσω το μουλάρι, κι εγώ στη μέση να τα κρατώ και τα δύο.»

   Έγειρε πίσω και χαμογέλασε αυτή τη φορά πιο ήρεμα. «Κουράστηκα, ναι. Μα τώρα το χωράφι θα οργωθεί σωστά. Άξιζε κάθε βήμα.»

   «Αυτό το βόδι σε έσωσε. Να το προσέχεις.» είπε τελεσίδικα ο Γκούο Ρεν.

  «Σήμερα ήρθε στα χωράφια μου ο Λι Σαν. Μου είπε ότι ήθελες να με δεις.»

  «Και καλά έκανες και ήρθες. Δεν θα σε κατηγορούσε κανείς… μα πάντα υπάρχουν κακές γλώσσες.»

   Ο Γκάο Πινγκ έσκυψε το κεφάλι του και έδειξε να συμφωνεί.

   «Και άλλη φορά, αν κάποιος από τους εργάτες μου σε πλησιάσει με απειλητικές διαθέσεις… θα έρθεις και θα το αναφέρεις στο Λι Σαν. Και εγώ θα το μάθω.»

   Ο Γκάο Πινγκ έφυγε από το πέτρινο σπίτι. Ο Λι Σαν τον ξεπροβόδισε ως τα όρια του Νανγκού, εκεί που τέλειωναν τα χωράφια των Ντου.

   Οι αγγελιαφόροι που είχαν ήδη αναχωρήσει  την προηγούμενη ημέρα για τη Νάμπου, την έδρα της κομητείας, και αναμένονταν να επιστρέψουν μέσα σε μία ή δύο ήρθαν αργά το σούρουπο. Η σκόνη από τον δρόμο είχε κολλήσει πάνω στα ρούχα τους και τα άλογα ίσα που έστεκαν όρθια από την κούραση. Λαχανιασμένοι ξεκαβαλίκεψαν και έδωσαν τα άλογά τους στο Λι  Σαν να τα φροντίσει.  Τους περίμενε ο Γκούο Ρεν μπροστά στο πέτρινο σπίτι, σαν να ήξερε ήδη πως η απάντηση δεν θα αργούσε.

   «Τι είπε ο άρχοντας της κομητείας;» ρώτησε κοφτά.

   Ο επικεφαλής των αγγελιαφόρων κατέβασε το βλέμμα. «Ο διοικητής της κομητείας Νάμπου  διέταξε να μην μετακινηθεί τίποτε. Κανείς να μην φύγει από το χωριό. Ο τόπος να μείνει όπως είναι μέχρι να φτάσει ο απεσταλμένος του.»

   Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε αμέσως.

   Ο αγγελιαφόρος συνέχισε: «Θα σταλεί άνθρωπος του διοικητηρίου, επιφορτισμένος με ανακρίσεις και εξέταση υποθέσεων θανάτου. Θα συνοδεύεται από φρουρούς. Θα ερευνήσει τον τόπο και θα πάρει καταθέσεις.»

    Ένα βαρύ σιωπηλό κύμα απλώθηκε στο μικρό προαύλιο. Ο αγγελιαφόρος έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε: «Μέχρι να φτάσει, η ευθύνη της τάξης και της περιοχής μένει σε εσένα, άρχοντα Γκούο Ρεν. Να μην αλλάξει τίποτε. Να μην χαθεί καμία μαρτυρία.»

   Ο Γκούο Ρεν ένευσε αργά.

    Ο άνθρωπος του διοικητηρίου, ο εκτελεστής των εντολών του διοικητή, εκείνος που ερχόταν για να εξετάσει, να ρωτήσει και να κρίνει επί τόπου, δεν είχε ακόμη φανεί. Όμως η σκιά του είχε ήδη πέσει πάνω στο χωριό.

    «Τότε θα περιμένουμε», είπε τελικά ο Γκούο Ρεν. «Και τίποτε δεν θα αλλάξει εδώ μέχρι να φτάσει.»

   Και για πρώτη φορά από τότε που ακούστηκε ο θάνατος, το Νανγκού έμοιαζε να κρατά την ανάσα του.

 

 

η δεύτερη συνάντηση με τον αναχωρητή

    Ο Γκούο Ρεν έστειλε τον Λι Σαν να καλέσει ξανά τον αναχωρητή. Εκείνος ήρθε όπως πάντα, σχεδόν αθόρυβα, σαν να μην πατούσε στη γη.

    «Πέρασε μέσα», του είπε ο Γκούο Ρεν.

    Ο αναχωρητής μπήκε στο πέτρινο σπίτι χωρίς να μιλήσει.

   «Αν δεν συνεργαστείς, θα αναγκαστώ να μιλήσω για σας στις αρχές. Ο ένοχος πρέπει να βρεθεί.»

   Ο αναχωρητής τον κοίταξε ήρεμα. «Θα βρεθεί. Πάντα οι ένοχοι βρίσκονται.»

   «Το ζήτημα είναι να βρεθεί γρήγορα. Δεν έχουμε χρόνο.»

   Μια μικρή παύση. «Λείπει κανείς από τους δικούς σου;»

      «Όχι.»

      «Είσαι σίγουρος;»

      Ο αναχωρητής έγνευσε καταφατικά. Ο Γκούο Ρεν έσφιξε τα χείλη. «Η περιοχή πρέπει να αποκλειστεί. Να μην μπει και να μην βγει κανείς. Και μέχρι να εξιχνιαστεί η υπόθεση, δεν θα κάνετε συγκεντρώσεις στους λόφους.»

   Ο αναχωρητής έδειξε να συμφωνεί.

   «Θα έρθουν άνθρωποι από τη Νάμπου να αναλάβουν το ζήτημα.»

   Ένα αμυδρό μειδίαμα πέρασε από το πρόσωπο του αναχωρητή.

   Ο Γκούο Ρεν τον παρατήρησε για λίγο και έπειτα πρόσθεσε: «Πρέπει κάπως να σε παρουσιάσω. Δεν γίνεται να περιφέρεσαι άπραγος και να μην δουλεύεις στα κτήματά μου. Θα πω ότι είσαι βοηθός μου στα λογιστικά.»

   «Ξέρεις γραφή;»

   «Ξέρω», απάντησε ο αναχωρητής. «Τα πρώτα χρόνια βοηθούσα τον πατέρα σου, τον Τσενγκ-Γουέι, στα κατάστιχα. Κρατούσα τους υπολογισμούς για τα φορτία, τη σοδειά, τα έσοδα και τα έξοδα. Δεν ήταν εργασία που μπορούσαν να κάνουν πολλοί.»

   Ο Γκούο Ρεν σήκωσε ελαφρά το φρύδι. «Δεν το γνώριζα.»

   «Δεν υπήρχε λόγος να το γνωρίζεις», απάντησε ο αναχωρητής. «Τότε οι άνθρωποι ήταν περισσότεροι. Εβδομήντα, ίσως και ογδόντα εργάτες. Η παραγωγή ήταν μεγαλύτερη σε όγκο, αλλά το κόστος ανέβαινε συνεχώς. Οι πληρωμές, τα σιτηρέσια, οι μεταφορές… Το καθαρό κέρδος ήταν μικρότερο απ’ όσο φαινόταν.»

    Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ξεφύλλιζε αόρατα κατάστιχα στο μυαλό του.

   «Τα τελευταία χρόνια, με σαράντα έως πενήντα ανθρώπους, η σοδειά μειώθηκε ελαφρώς. Όχι δραματικά. Όμως τα έξοδα έπεσαν πολύ περισσότερο. Με σωστή διαχείριση στις αποθήκες, τα κτήματα τώρα αποδίδουν πιο σταθερά. Λιγότερη σπατάλη. Περισσότερος έλεγχος.»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε με νέο ενδιαφέρον. «Μιλάς σαν άνθρωπος που δεν ξέχασε τίποτα.»

   Ο Μινγκ Ζενγκ δεν απάντησε αμέσως. «Κάποια πράγματα δεν ξεχνιούνται.»

   «Τότε θα ξαναπιάσεις αυτή τη θέση», είπε κοφτά ο Γκούο Ρεν. «Έστω για όσο διαρκούν οι έρευνες.»

    Ο αναχωρητής έμεινε σιωπηλός.

   «Και όταν εγκατέλειψες αυτή τη θέση, ο πατέρας μου σε άφηνε να κυκλοφορείς χωρίς να δουλεύεις στα κτήματά μας.»

     «Ο πατέρας σου με καλούσε ακόμη και αφού σταμάτησα να έχω ρόλο. Όποτε ερχόταν, ζητούσε αναφορά.»

   «Τότε απλώς θα συνεχίσεις να αναφέρεσαι σε μένα», είπε ο Γκούο Ρεν. «Είτε επίσημα, ως γραμματέας των καταστίχων… είτε ανεπίσημα.»

   το περιβραχιόνιο

    Πλησίασε ένα χαμηλό ξύλινο κιβώτιο και το άνοιξε. Από μέσα έβγαλε ένα μικρό αντικείμενο: ένα λεπτό περιβραχιόνιο από σκούρο μετάξι, στο οποίο ήταν δεμένο ένα μικρό ορθογώνιο περίαπτο από σκαλισμένο νεφρίτη. Στην άκρη του κρεμόταν μια λεπτή χρυσή αλυσίδα με έναν κόκκο κόκκινου λίθου. Το κράτησε για μια στιγμή στο φως. «Αυτό θα σε ξεχωρίζει.»

   Ο αναχωρητής το κοίταξε χωρίς να το αγγίξει. Τα μάτια του στάθηκαν για λίγο στον χρυσό και στον λίθο. «Οι άνθρωποί μου δεν φορούν τέτοια πράγματα.»

   «Δεν σε ρώτησα», απάντησε ήρεμα αλλά σταθερά ο Γκούο Ρεν. «Δεν έχεις την πολυτέλεια να αρνείσαι. Φόρα το τη μέρα. Αν θέλεις, βγάλ’ το τη νύχτα. Η επίσημη θέση έχει και αναγνωρίσιμα σύμβολα. Αυτά πάνε μαζί.»

    Ο Μινγκ Ζενγκ έμεινε για λίγο ακίνητος. Γνώριζε. Το γνώριζε καλύτερα από όλους. Στην προηγούμενη ζωή του, τα σύμβολα δεν ήταν απλώς στολίδια· ήταν εξουσία, ρόλος, βάρος. Τελικά άπλωσε το χέρι και το πήρε. Για μια στιγμή φάνηκε σαν να το ζυγίζει. Ύστερα το φόρεσε. Ο κόκκινος λίθος ακούμπησε πάνω στο ύφασμα του μανικιού του, μια μικρή, σχεδόν προκλητική λάμψη μέσα στην απλότητα που είχε επιλέξει.

   «Ωραία», είπε ο Γκούο Ρεν, σαν να έκλεινε μια συμφωνία. «Τώρα ανήκεις κάπου συγκεκριμένα.»

    Ο αναχωρητής δεν απάντησε.

   «Και κάτι ακόμη», συνέχισε ο Γκούο Ρεν. «Πρέπει να έχεις ένα σπίτι. Δεν μπορείς να γυρίζεις έτσι. Θα σου δοθεί ένα από τα παλιά πέτρινα σπίτια κοντά στις αποθήκες. Εκεί θα είναι το γραφείο σου. Εκεί θα φυλάς τα κατάστιχα, τους λογαριασμούς, τα έξοδα και τα έσοδα.»

    Ο Μινγκ Ζενγκ έγνευσε ελαφρά. «Θα τα φέρω σε τάξη», είπε.

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε για λίγο ακόμη. «Δεν αμφιβάλλω.»

   Έξω, ο αέρας είχε δυναμώσει. Οι λόφοι της Νανγκού έμοιαζαν πιο σιωπηλοί από πριν. Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ο αναχωρητής είχε ξανά θέση. Όνομα. Και επίσημο ρόλο. Έστω για όσο θα κρατούσαν οι έρευνες.

    Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε για λίγο ακόμη, σαν να μετρούσε την απόφασή του. Υπήρχε μια αδιόρατη ικανοποίηση στο βλέμμα του

   «Πρέπει να βεβαιωθούμε ότι δεν έχει ανάμειξη κάποιος δικός σου.»

  «Δεν έχει.»

  «Αυτό θα το διαπιστώσει ο άνθρωπος του διοικητηρίου.»

   Ο αναχωρητής δεν απάντησε αμέσως. Αντί γι’ αυτό, προχώρησε προς το μικρό παράθυρο και κοίταξε έξω, σαν να ζύγιζε κάτι αόρατο.

   «Η έρευνα», είπε τελικά, «δεν αρχίζει από τον ένοχο. Αρχίζει από τον τόπο. Ό,τι μετακινήθηκε, ό,τι αγγίχτηκε, ό,τι φαίνεται ασήμαντο. Μετά οι άνθρωποι. Ποιος είδε, ποιος άκουσε, ποιος φοβάται να μιλήσει. Και ύστερα τα κίνητρα. Χωρίς αυτά, δεν υπάρχει αλήθεια.»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε πιο προσεκτικά αυτή τη φορά.
    «Ξέρεις αρκετά…»

   Ο αναχωρητής χαμογέλασε μόλις ανεπαίσθητα. «Καθαρή σκέψη χρειάζεται. Τίποτε άλλο.»

   ο δικαστής Σεν Ζιγιουάν της Τσενγκντού

   Για μια στιγμή, η σιωπή ανάμεσά τους βάρυνε. Ο Γκούο Ρεν ένιωσε πως τα λόγια του δεν ήταν μόνο θεωρία, ήταν γνώση. Και πράγματι ήταν.

    Πολύ πριν φτάσει στο Νανγκού, πριν γίνει ένας από τους ‘Επιστρέφοντες’, ο αναχωρητής είχε άλλο όνομα. Λεγόταν Σεν Ζιγιουάν. Γεννημένος στην πόλη Τσενγκντού της επαρχίας Σετσουάν, είχε αναδειχθεί νωρίς. Εγγράμματος, οξυδερκής, με καθαρή σκέψη και φιλοδοξία, είχε περάσει τις εξετάσεις και είχε διοριστεί σε νεαρή ηλικία ως ανερχόμενος δικαστικός αξιωματούχος. Δεν ήταν πάνω από είκοσι εννέα χρονών όταν του ανατέθηκε η πρώτη σοβαρή υπόθεση.

   Ήταν μια υπόθεση θανάτου, που σύντομα αποδείχθηκε κάτι περισσότερο. Μπλεγμένη με χρέη, φόβο και μια σιωπηλή βία που δεν άφηνε σημάδια στο σώμα, αλλά έπνιγε τους ανθρώπους αργά. Ο νεκρός ήταν τοκογλύφος. Σύχναζε σε ένα υπόγειο άντρο όπου μαζεύονταν νύχτα οι άντρες της πόλης για να ρίξουν ζάρια και να δοκιμάσουν την τύχη τους. Εκεί δάνειζε. Και μετά απαιτούσε. Με τόκο που μεγάλωνε σαν σκιά.

   Εκείνο το βράδυ, σχεδόν όλοι όσοι έπαιζαν του χρωστούσαν. Κι όσοι ακόμη δεν του χρωστούσαν, ήταν απλώς ζήτημα χρόνου να αρχίσουν. Ανάμεσά τους ήταν και ο μικρότερος αδελφός του Σεν Ζιγιουάν. Καθόταν με μια παρέα νεαρών, ήδη παγιδευμένων στο χρέος. Τα πρόσωπά τους είχαν εκείνη την τεταμένη ελαφρότητα του ανθρώπου που γελά ενώ βυθίζεται. Είχαν δανειστεί όλοι.

   Ο τοκογλύφος δεν έπαιζε. Καθόταν πιο πέρα, σε μια γωνιά, παρατηρώντας. Περίμενε. Ήξερε πότε κάποιος πλησίαζε το σημείο της κατάρρευσης και τότε πλησίαζε κι εκείνος.

   Κάποια στιγμή, από την παρέα του αδελφού, του έστειλαν κρασί. Ένα κέρασμα, τάχα από σεβασμό. Εκείνος ήπιε λίγο. Πάντα έπινε λίγο. Ποτέ δεν εμπιστευόταν πλήρως κανέναν.  Ύστερα ήρθε άλλο κέρασμα, από διαφορετική παρέα. Πάλι ήπιε, μια μικρή γουλιά, αρκετή για να δείξει ότι είδε, ότι αποδέχτηκε την κίνηση. Και μετά άλλο. Και άλλο. Το ίδιο. Μικρές γουλιές, διάσπαρτες μέσα στη νύχτα.

   Κανείς δεν μπορούσε να πει ποιο κύπελλο ήταν το κρίσιμο. Αργά, πολύ αργά, άρχισε να αισθάνεται τις πρώτες ενοχλήσεις. Όχι οξύ πόνο,  κάτι πιο ύπουλο. Μια νωχέλεια που βάραινε τα άκρα, μια αδιόρατη ζάλη, σαν να τον τύλιγε σιγά σιγά ένα αόρατο πέπλο. Αποσύρθηκε νωρίς, κάτι ασυνήθιστο για εκείνον. Και μέσα στον ύπνο του, ξεψύχησε.

   Ο Σεν Ζιγιουάν το κατάλαβε πριν από όλους. Η μέθοδος ήταν καθαρή, υπερβολικά καθαρή για να είναι τυχαία. Όχι ένα μόνο δηλητηριασμένο ποτήρι, αλλά πολλά. Μικρές δόσεις. Διασπορά ευθύνης. Κανείς δεν ήξερε τι είχε ο άλλος προσθέσει ή αν είχε προσθέσει. Ένα έγκλημα χωρίς ένα χέρι. Ή, μάλλον, με πολλά.

   Οι μαρτυρίες είχαν μικρές ρωγμές. Λεπτομέρειες που δεν ταίριαζαν. Ποιος σήκωσε πρώτος το κύπελλο. Ποιος πρότεινε το κέρασμα. Ποιος δίστασε. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, ο αδελφός του. Όχι ως κεντρικός δράστης. Αλλά παρών. Συμμέτοχος σε εκείνη τη σιωπηλή συνενοχή της ομάδας. Ίσως να μην είχε ρίξει τίποτε στο κρασί. Ίσως να είχε. Ίσως να μην είχε σημασία.

   Τα κομμάτια έδεναν. Και οδηγούσαν εκεί που ο Σεν Ζιγιουάν δεν ήθελε να κοιτάξει. Θα μπορούσε να ακολουθήσει τη μέθοδο που ο ίδιος τώρα περιέγραφε. Να αφήσει τα γεγονότα να μιλήσουν. Δεν το έκανε. Παρέβλεψε λεπτομέρειες. Υποβάθμισε ενδείξεις. Μετέθεσε την προσοχή αλλού, αρκετά ώστε η υπόθεση να κλείσει χωρίς να θιγεί το όνομα της οικογένειάς του.

   Η δίκη έγινε. Η απόφαση εκδόθηκε. Κανείς δεν υποψιάστηκε τίποτε. Εκτός από τον ίδιο. Τη νύχτα, όταν όλα ησύχαζαν, οι λεπτομέρειες που είχε αγνοήσει επέστρεφαν. Όχι σαν σκέψεις, αλλά σαν φωνές. Το βλέμμα ενός μάρτυρα. Ένα λεκέ στο ύφασμα. Ένα λάθος που δεν είχε διορθώσει. Ο Σεν Ζιγιουάν δεν άντεξε για πολύ. Μέσα σε έναν χρόνο παραιτήθηκε. Άφησε πίσω του την πόλη, την ανερχόμενη θέση, τις φιλοδοξίες, το όνομά του.

   Περιπλανήθηκε για καιρό, μέχρι που κατέληξε στο Νανγκού και ενώθηκε με τη σέκτα της Μεγάλης Ειρήνης, τους λεγόμενους ‘Επιστρέφοντες’. Εκεί έμεινε. Είκοσι τέσσερα χρόνια. Όταν είχε φτάσει, ήταν περίπου τριάντα ενός ετών. Τώρα πλησίαζε τα πενήντα έξι. Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει, το πρόσωπό του είχε σκληρύνει, αλλά το βλέμμα του παρέμενε καθαρό, ίσως πιο καθαρό από ποτέ. Μόνο που αυτή τη φορά, δεν απέστρεφε το βλέμμα από την αλήθεια.

   Και ίσως γι’ αυτό, καθώς στεκόταν στο πέτρινο σπίτι του Γκούο Ρεν, η σκιά του ανθρώπου του διοικητηρίου που πλησίαζε δεν τον τρόμαζε. Την περίμενε.

   Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός για λίγο, αφού άκουσε τον αναχωρητή. Δεν τον διέκοψε. Ο αναχωρητής δεν κοίταζε τον Γκούο Ρεν. Κοιτούσε το πάτωμα, σαν να έβλεπε εκεί τα ίχνη.

   «Η κοπέλα… η Λιν Σουέ», είπε αργά. «Δεν είναι απλό.»

  Σήκωσε το βλέμμα. «Αν ήταν αυτοκτονία, θα είχε έναν μόνο άξονα: απόφαση, πράξη, τέλος. Εδώ δεν έχουμε αυτό. Έχουμε ίχνη που μιλούν για σύγκρουση. Όχι απαραίτητα με άλλον, αλλά με κάτι που την πίεζε.»

   Έκανε ένα βήμα, αργά, μέσα στο δωμάτιο. «Τα σημάδια στο σώμα της… δεν είναι τυχαία. Δεν είναι ούτε βιαστικά. Έχουν επανάληψη. Μοτίβο. Αυτό δεν είναι ξέσπασμα στιγμής. Είναι επιβολή.»

   Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε. «Επιβολή από ποιον;»

   Ο αναχωρητής δεν απάντησε αμέσως.

   «Τα σημάδια», συνέχισε, «πάντα φανερώνουν κάτι που δεν λέγεται με λόγια. Εδώ δεν μιλούν για μίσος. Ούτε για απλή βία. Μιλούν για κατοχή.»

    Η λέξη έμεινε στον αέρα.

   «Κάποιος ήθελε να αφήσει επάνω της ένα αποτύπωμα. Όχι για να την πληγώσει μόνο, αλλά για να τη σημαδέψει. Σαν να έλεγε: ανήκεις εδώ. Σε εμένα. Για πάντα.»

   Ο Γκούο Ρεν ένιωσε μια ψυχρότητα να περνά από μέσα του. «Λες ότι…»

   «Λέω ότι αυτός που το έκανε δεν την έβλεπε ως ξένο σώμα», τον διέκοψε ήρεμα ο αναχωρητής. «Δεν υπάρχει απόσταση εδώ. Υπάρχει οικειότητα. Διεστραμμένη, αλλά οικειότητα.»

   Σιωπή.

  «Κοίτα ποιος είχε πρόσβαση», συνέχισε. «Ποιος μπορούσε να την πλησιάζει χωρίς να κινεί υποψίες. Ποιος είχε λόγο να την ελέγχει.»

   Ο Γκούο Ρεν κατέβασε το βλέμμα. «Ο πατέρας της…»

   Ο αναχωρητής έγνευσε ελαφρά. «Έχασε τη γυναίκα του πριν χρόνια. Έμεινε μόνος, με μία κόρη. Δεν έχει κοινωνικές επαφές. Δεν αφήνει την κοπέλα να κάνει παρέες. Την κρατά κοντά του,  πολύ κοντά.»

   Περπάτησε ως το παράθυρο. «Η μόνη του έξοδος ήταν οι συγκεντρώσεις των “Επιστρεφόντων”. Εκεί έβρισκε μια τάξη, έναν λόγο να ανήκει. Αλλά ούτε εκεί ρίζωσε πραγματικά.»

   «Λες ότι… κάτι άλλαξε;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.

   «Ναι.»

   Ο αναχωρητής γύρισε προς το μέρος του. «Πήγε στη σπηλιά.»

   Η λέξη έπεσε βαριά. Οι ‘‘Επιστρέφοντες’’ μιλούσαν για τη σπηλιά ως τόπο δοκιμασίας. Όποιος έμπαινε, ερχόταν αντιμέτωπος με τον εαυτό του. Όχι με αυτόν που έδειχνε, αλλά με αυτόν που έκρυβε.

   «Κάτι είδε εκεί», είπε ο αναχωρητής. «Ή, μάλλον… κάτι άφησε να βγει.»

   Μικρή παύση.

   «Μετά τη σπηλιά, δεν ξαναπήγε στις συγκεντρώσεις. Κόπηκε από όλους. Εξαφανίστηκε από τους άλλους σαν να φοβόταν το βλέμμα τους.»

   «Σαν ένοχος», είπε χαμηλόφωνα ο Γκούο Ρεν.

   «Ίσως όχι για μια πράξη», απάντησε ο αναχωρητής. «Αλλά για μια σκέψη.»

   Η φράση έμεινε να αιωρείται.

  «Δεν είναι ανάγκη να τη σκότωσε ο ίδιος», συνέχισε. «Αλλά αν την περικύκλωνε… αν τη βάραινε με αυτό που κουβαλούσε… αν εκείνη ένιωσε ότι δεν υπάρχει διαφυγή… τότε η πράξη της δεν είναι ελεύθερη.»

   Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε σιωπηλός.

   «Η αυτοκτονία», είπε ο αναχωρητής πιο ήσυχα τώρα, «μερικές φορές είναι η τελευταία κίνηση κάποιου που δεν έχει πια χώρο να κινηθεί.»

   Έξω, ο αέρας είχε πέσει. Το χωριό έμοιαζε να κρατά την ανάσα του.

   «Τα σημάδια στο σώμα της», πρόσθεσε, «είναι η μόνη της μαρτυρία. Δεν μιλούν μόνο για το τι έγινε. Μιλούν για το τι επαναλαμβανόταν.»

   Ο Γκούο Ρεν ένιωσε ότι το βάρος της υπόθεσης άλλαζε μορφή. Δεν ήταν πια μόνο ένας θάνατος. Ήταν κάτι που είχε ριζώσει πολύ πιο βαθιά.

 

 

η απόπειρα της κλοπής του πτώματος

   Η νύχτα είχε κατέβει βαριά πάνω στο χωριό και στην όχθη του ποταμού, εκεί όπου βρισκόταν το σώμα της Λιν Σουέ. Τρεις ημέρες τώρα δεν είχε μετακινηθεί τίποτε. Μόνο οι τρεις φρουροί άλλαζαν βάρδιες μέσα στο σκοτάδι, ενώ ο τέταρτος στεκόταν ψηλότερα, στο πρανές, για να βλέπει όσο γινόταν πιο μακριά. Η σιωπή ήταν τέτοια που ακόμη και το νερό έμοιαζε να κυλά πιο αργά.

   Ξαφνικά, μέσα στη νύχτα, ένας από τους φρουρούς έτρεξε λαχανιασμένος προς το πέτρινο σπίτι. Χτύπησε την πόρτα χωρίς μέτρο. Ο Λι Σαν άνοιξε πρώτος, μισοξυπνημένος. «Τι συμβαίνει;» Ο φρουρός δεν μπορούσε να σταθεί ήρεμος. Η αναπνοή του ήταν κομμένη. «Κάποιος… ήταν στην όχθη», είπε. «Κοντά στο σώμα.»

   Ο Λι Σαν σάστισε. «Κοντά στο σώμα;»

    Ο φρουρός έγνεψε έντονα. «Δεν τον είδαμε αμέσως. Ήταν ήδη σκυμμένος εκεί. Σαν να ήξερε πού πάει. Σαν να είχε ξαναβρεθεί εκεί.»

   «Τι έκανε;» ακούστηκε από πίσω ο Γκούο Ρεν, που είχε σηκωθεί στο μεταξύ.

   Ο φρουρός γύρισε προς το μέρος του. «Πήγε να μετακινήσει το σώμα. Προσεκτικά. Σαν να ήθελε να το σύρει αλλού… ή να αλλάξει τη θέση του. Δεν πρόλαβα να καταλάβω τι ακριβώς.»

   Πήρε ανάσα.

«Τον είδαμε στο τέλος. Δεν φαινόταν. Κινιόταν σαν φίδι. Φωνάξαμε. Τρέξαμε προς το μέρος του.»

   «Και ο τέταρτος;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.

   «Από το ύψωμα τον είχε ήδη στο στόχαστρο», απάντησε ο φρουρός. «Έριξε με το τόξο.»

  Σιωπή. Ο Λι Σαν πλησίασε προς τον φρουρό με αγωνία. «Τον πέτυχε;»

   «Τον βρήκε στο πλάι. Τον άκουσα να φωνάζει… μετά έτρεξε.»

   «Και μετά;»

   Ο φρουρός κατέβασε το βλέμμα. «Μετά χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Σαν να τον κατάπιε η όχθη. Δεν τον ξαναείδαμε.»

   Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Είδατε κάτι άλλο;» ρώτησε τελικά.

   Ο φρουρός δίστασε. «Ήταν ψηλός», είπε. «Όχι κοντός. Και κινιόταν με σιγουριά. Δεν ήταν τυχαίος. Ήξερε πού πατάει.»

   Ο Λι Σαν αντάλλαξε ένα βλέμμα με τον Γκούο Ρεν.

   Ο φρουρός συνέχισε, πιο χαμηλά τώρα: «Αν δεν τον είχαμε προλάβει εκείνη τη στιγμή… θα είχε πάρει το σώμα.»

    Σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Ο Γκούο Ρεν δεν ρώτησε αμέσως τίποτε άλλο. Μόνο μετά από λίγο είπε: «Δεν ήταν κλοπή. Ήταν παρέμβαση.»

    Ο φρουρός έγνεψε αργά, ακόμη ταραγμένος.

   «Κάποιος δεν θέλει η Λιν Σουέ να μείνει εκεί που είναι», είπε ο Γκούο Ρεν. «Ή δεν θέλει να τη δει αυτός που θα έρθει να την εξετάσει.»

   Και για πρώτη φορά εκείνη τη νύχτα, η σιωπή στο δωμάτιο δεν ήταν απλή ησυχία. Ήταν προειδοποίηση.

 

 

ο άνθρωπος του διοικητηρίου

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου με τη  μικρή του άμαξα προπορευόταν στον χωμάτινο δρόμο· πάνω της στέκονταν τα δύο σκυλιά του, ανήσυχα, με τις μουσούδες υψωμένες, σαν να δοκίμαζαν τον αέρα. Πίσω του ακολουθούσαν τέσσερις έφιπποι φρουροί, σιωπηλοί και ευθυτενείς. Έφτασε πριν δύσει ο ήλιος, την ώρα που το φως μαλάκωνε και οι σκιές μάκραιναν πάνω στα χωράφια.

    Όταν η άμαξα σταμάτησε μπροστά στο πέτρινο σπίτι, εκείνος κατέβηκε. Τα ρούχα του ήταν απλά, μα προσεγμένα, και το βλέμμα του κοφτερό, σαν να τεμάχιζε ήδη όσα δεν είχε ακόμη δει. Οι φρουροί έμειναν στις θέσεις τους. Τα σκυλιά πήδηξαν κάτω αθόρυβα και στάθηκαν κοντά του.

   Ο Γκούο Ρεν έκανε ένα βήμα μπροστά για να τον υποδεχτεί, έτοιμος να μιλήσει, να εξηγήσει, να δικαιολογηθεί. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου σήκωσε ελαφρά το χέρι. Δεν είπε πολλά. «Το μέρος;»

   Η φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά δεν σήκωνε αντίρρηση. Ο Γκούο Ρεν έγνεψε αμέσως. Χωρίς άλλη καθυστέρηση, πήραν τον δρόμο προς το ποτάμι. Μπροστά πήγαινε ο Λι Σαν. Οι φρουροί ακολούθησαν σε απόσταση, ενώ τα σκυλιά κινούνταν μπροστά και πίσω, μυρίζοντας το έδαφος, τραβώντας πότε προς τα καλάμια και πότε προς τις πέτρες.

   Ο ήλιος χαμήλωνε τώρα, βάφοντας το νερό με χάλκινες ανταύγειες. Όταν έφτασαν στο σημείο, ο άνθρωπος του διοικητηρίου στάθηκε ακίνητος. Δεν ρώτησε. Δεν σχολίασε. Απλώς κοίταξε. Το βλέμμα του πέρασε πάνω από το ποτάμι, στις όχθες, στα πατήματα που είχαν σχεδόν σβήσει, στα σπασμένα καλάμια. Έπειτα έκανε μερικά αργά βήματα, σαν να μετρούσε την απόσταση, σαν να έβαζε τα κομμάτια ενός αόρατου χάρτη στη θέση τους.

   Τα σκυλιά σταμάτησαν ξαφνικά πιο πέρα, με τις ουρές τεντωμένες. Εκείνος τα πρόσεξε, αλλά δεν πλησίασε ακόμη. Ο άνεμος κουνούσε ελαφρά τα χόρτα. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, ήταν φανερό πως η έρευνα είχε ήδη αρχίσει.

   Στάθηκε σιωπηλός πάνω από το σώμα. Τα μάτια του περιεργάζονταν κάθε λεπτομέρεια. Γονάτισε και εξέτασε προσεκτικά τις μελανιές στο δέρμα της, αγγίζοντάς τες ελαφρά, σαν να προσπαθούσε να «διαβάσει» την ιστορία που έκρυβαν. Έπειτα έφερε το πρόσωπό του κοντά στα ρούχα της και μύρισε. «Ρυζόκρασο…» μουρμούρισε. «Και κάτι ακόμη…»

   Δεν ολοκλήρωσε τη σκέψη του. Αντί γι’ αυτό, σηκώθηκε και άρχισε να περιφέρεται γύρω από τον χώρο, παρατηρώντας το έδαφος, τα πατήματα, τη ροή του νερού. Το ένα από τα δύο σκυλιά βγήκε μέσα από τα χόρτα. Στη μουσούδα του είχε κάτι σαν σκισμένο ύφασμα. Πλησίασε  και του το έδωσε. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου το χάιδεψε αργά στην πλάτη σαν να το ευχαριστούσε. Γύρισε το σώμα του για να μην δει  κανείς τι κρατούσε και το έβαλε στο χιτώνα του.

    Έδειξε προς τους λόφους. «Εκεί. Υπάρχουν σπηλιές.»

   Έστειλε δύο φρουρούς μαζί με τον Λι Σαν να τις ελέγξουν. Μαζί τους πήραν και τα δύο του σκυλιά, δυνατά κυνηγόσκυλα ράτσας ιχνηλατών, με λεπτή μουσούδα και ανήσυχα μάτια, εκπαιδευμένα να ακολουθούν ακόμα και την πιο αχνή μυρωδιά.

   Αργότερα επέστρεψαν. «Τίποτα», είπαν.

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου, ο ανακριτής υποθέσεων φόνου, έγνεψε απλώς. «Δώστε άδεια για την ταφή.»

   Επιστρέφοντας στο πέτρινο σπίτι, κάθισε και άρχισε τις ερωτήσεις.

   «Πότε είπατε πλησίασε αυτός στο σώμα;»

   «Χθες το βράδυ» απάντησε ο Γκούο Ρεν.

   «Να έρθει κάποιος από τους φρουρούς».

   Ο Λι Σαν έστειλε κάποιον αγρότη για να φέρει τον φρουρό που είχε ανακοινώσει την χθεσινοβραδυνή απόπειρα. 

      «Η οικογένειά της;»

      Του απάντησαν.

      «Οι γείτονες;»

   Άκουσε προσεκτικά κάθε όνομα από τον Λι Σαν. Χωρίς άλλη κουβέντα, ο άνθρωπος του διοικητηρίου σηκώθηκε. «Το σπίτι του Λιν Γιέ.»

   Όταν έφτασαν, στάθηκε μπροστά στην πόρτα.

   «Μπήκε κανείς;»

   «Όχι», απάντησαν.

   «Έβαλες φύλακες;» ρώτησε κοφτά τον Γκούο Ρεν.

   Ο τελευταίος δίστασε. «Δεν… το σκέφτηκα.»

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου δεν σχολίασε. Έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Μια ματιά ήταν αρκετή. Τα στρωσίδια ήταν ανακατωμένα, σαν να είχε προηγηθεί πάλη ή βιαστική φυγή. Στάθηκε από πάνω τους και γονάτισε ξανά. Άγγιξε το ύφασμα. Υγρό. Λίγο πιο πέρα, ένα κύπελλο αναποδογυρισμένο. Το κρασί είχε χυθεί και είχε ποτίσει τα υφάσματα. Έμεινε ακίνητος για μια στιγμή. «Εδώ κάτι έχει συμβεί…» μονολόγησε.

   Κι όμως, όλα έδειχναν πως ο θάνατος ήταν φυσικός. Αυτό ήταν που τον ενοχλούσε περισσότερο.

   Αργότερα, στην αυλή, ζήτησε να παραταχθούν όλοι οι εργάτες του Γκούο Ρεν. Πέρασε μπροστά τους αργά. Έναν έναν. Παρατηρούσε πρόσωπα, στάση σώματος, βλέμματα. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε και ο αναχωρητής. Κανείς δεν μίλησε.

   «Αυτός ποιός είναι;» ρώτησε ο άνθρωπος του διοικητηρίου.

  Ο Γκούο Ρεν απάντησε. «Κρατά τα κατάστιχα».

  «Μάλλον δεν έχεις μάθει πειθαρχία στους ανθρώπους σου» παρατήρησε ο άνθρωπος του διοικητηρίου σχολιάζοντας τη βραδυπορία του αναχωρητή.

   Αφού τους ξανακοίταξε είπε «Εντάξει» και μπήκε στο πέτρινο σπίτι. Ο Λι Σαν έκανε νόημα στους εργάτες να αποχωρήσουν σιωπηλά.

  Στο πέτρινο σπίτι κάθισε με τον Γκούο Ρεν και τον Λι Σαν. Ζήτησε να μάθει για τον τόπο. Σε ποιόν ανήκαν τα κτήματα. Μέχρι  που έφθανε η καλλιεργήσιμη γη. Ποια ήταν τα τελευταία σπίτια.

   Ο Γκούο Ρεν άρχισε να εξηγεί, με τον Λι Σαν να συμπληρώνει. «Μετά τα πρώτα κτήματα… είναι τα μικρά της Χου Λαν», είπε ο Λι Σαν. «Και πιο πέρα… τα κτήματα του Τζου Μιν. Αυτά που αγοράστηκαν πρόσφατα από τον άρχοντα Γκούο Ρεν.»

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου σήκωσε το βλέμμα. «Ο Τζου Μιν;»

   «Είχε φύγει από το Νανγκού πριν συμβεί το περιστατικό.»

   «Στα κτήματα της Λου Χαν ψάξατε;» ρώτησε ο άνθρωπος του διοικητηρίου.

  «Επίσημα δεν μπορούμε» του απάντησε ο Γκούο Ρεν.

  «Την ενημερώσαμε πάντως» συμπλήρωσε ο Λι Σαν.

   Το βράδυ είχε ήδη πέσει. «Απόψε… θα περιμένουμε.»

   Όλοι τον κοίταξαν. «Ο δράστης θα εμφανιστεί.» Έδειξε προς το σκοτάδι, προς την κατεύθυνση του ποταμού. «Αφήστε κάτι… να μοιάζει με το σώμα της Λιν Σουέ.»

   Οι φρουροί αντάλλαξαν βλέμματα.

   «Θα φυλάτε σε απόσταση. Κανείς δεν θα πλησιάσει μέχρι να δοθεί σήμα.»

   Έκανε μια παύση. «Θα σταλεί και δικός μου άνθρωπος.»

   Το βλέμμα του χάθηκε για λίγο στη νύχτα. Σαν να περίμενε ήδη κάποιον να κινηθεί μέσα της.

   Η νύχτα απλώθηκε βαριά πάνω από το ποτάμι. Το φεγγάρι ήταν μισό, θαμπό, και το φως του έσπαγε πάνω στο νερό σαν σκισμένο μετάξι. Οι φρουροί είχαν πάρει θέσεις σε απόσταση, σχεδόν αόρατοι μέσα στα καλάμια και στις σκιές. Κανείς δεν μιλούσε.

   Στην όχθη, το σκεπασμένο ομοίωμα της Λιν Σουέ κειτόταν ακίνητο. Τα ρούχα της είχαν τοποθετηθεί προσεκτικά πάνω από άχυρα, σχηματίζοντας το περίγραμμα ενός σώματος. Από μακριά, θα ξεγελούσε και το πιο προσεκτικό βλέμμα.

   Ο άνεμος έσπρωχνε τα καλάμια. Ένα ξερό τρίξιμο ακουγόταν πότε πότε, σαν βήμα που διστάζει. Ύστερα… κίνηση. Μια σκιά ξεκόλλησε από το σκοτάδι των λόφων. Σταμάτησε. Περίμενε. Το κεφάλι της γύρισε αργά, ελέγχοντας. Οι φρουροί δεν κινήθηκαν. Δεν φάνηκαν.

   Η σκιά πλησίασε. Βήμα το βήμα, σχεδόν γλιστρώντας πάνω στο έδαφος. Η ανάσα της ακουγόταν κοφτή μέσα στη σιωπή. Έφτασε στο σώμα. Γονάτισε. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος, σαν να δίσταζε. Έπειτα άπλωσε τα χέρια και τράβηξε το ύφασμα. Άχυρα. Πάγωσε. Δεν πρόλαβε να σηκώσει το κεφάλι.

  Σκιές ξεπήδησαν από παντού. Χέρια τον άρπαξαν, τον έριξαν κάτω. Ένα γόνατο πίεσε την πλάτη του, ένα χέρι τον κράτησε από τον λαιμό. «Τον έχουμε.» Δεν αντιστάθηκε. Μόνο μια κοφτή ανάσα ξέφυγε από μέσα του.

 

 

     η ποινή και η εκτέλεση του Λιν Γιέ

   Τον έφεραν στο πέτρινο σπίτι δεμένο. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους με βαρύ ήχο. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου στεκόταν όρθιος, μισοφωτισμένος από τη λάμπα. Το πρόσωπό του έμενε στη σκιά· μόνο τα μάτια του διακρίνονταν, σταθερά και άγρυπνα. Τον έσπρωξαν μπροστά του.

   «Εσύ το έκανες;» ρώτησε.

   Ο Λιν Γιέ σήκωσε το βλέμμα. Ήταν χλωμός, αλλά η φωνή του βγήκε καθαρή. «Όχι. Δεν το έκανα.»

   Μια μικρή παύση.

   «Τότε γιατί πήγες στο ποτάμι;»

   Ο Λιν Γιέ κατάπιε. «Για να τη χαιρετήσω. Τελευταία φορά… πριν την ταφή.»

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου προχώρησε αργά γύρω από τον Λιν Γιέ. Τα μάτια του, ακριβή και ψυχρά, σταμάτησαν στα ρούχα του ανακρινόμενου. Στο δεξί μανίκι του υπήρχε ένα μικρό κόψιμο, σχεδόν αδιόρατο, που όμως δεν του ξέφυγε. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου το παρατήρησε με προσοχή. Μειδίασε ελαφρώς. Το υπόλοιπο του υφάσματος, σχεδόν ανεπαίσθητο, ήταν κρυμμένο κάτω από τον χιτώνα του, ασφαλές και αόρατο για τα μάτια των άλλων. Είχε ήδη βεβαιωθεί πως αυτό το κομμάτι του υφάσματος ανήκε ακριβώς στο ίδιο ρούχο. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Και το ρυζόκρασο; Τι ήθελε στα ρούχα της;»

   Ο Λιν Γιέ δεν απάντησε.

   Η φλόγα της λάμπας τρεμόπαιξε.

  «Δεν το έκανα», επανέλαβε χαμηλότερα.

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έκανε ένα βήμα μπροστά. «Όχι», είπε ήρεμα. «Αλλά την οδήγησες εκεί.»

   Καμία απάντηση.

   «Τα στρωσίδια ήταν ανακατεμένα.»

   Ο Λιν Γιέ έμεινε ακίνητος. Το βλέμμα του χάθηκε κάπου στο πάτωμα.

   «Είναι κόρη σου.»

   Το κεφάλι του τινάχτηκε ελαφρά.

   «Δεν είναι κόρη μου.»

   Η φωνή του τώρα είχε μια αιχμή. «Μαζί συμφωνήσαμε. Δεν είχαμε συγγένεια.»

Σιωπή.

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου τον κοίταξε επίμονα. «Ήταν μια ξένη κοπέλα;»

   «Ξένη…» επανέλαβε εκείνος αργά.

   Ένα ακόμη βήμα. «Ξένη αρκετά ώστε να μπορείς να τη φιλάς και να τη χαϊδεύεις;»

   Η φράση έπεσε βαριά, σαν πέτρα σε νερό.

    Ο Λιν Γιέ έσφιξε τα χείλη. «Είμαστε ξένοι», είπε τελικά. «Δεν έχουμε συγγένεια.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πιο βαριά από πριν. Έξω, ο άνεμος δυνάμωσε. Και για μια στιγμή, κανείς μέσα στο πέτρινο σπίτι δεν ήταν βέβαιος τι ακριβώς είχε μόλις αποκαλυφθεί και τι ακόμη έμενε κρυμμένο.

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου στεκόταν μπροστά από τον Λιν Γιέ, το βλέμμα του παγωμένο και αδιάφορο. Η αίθουσα ήταν βουβή, μόνο η σκιά του φεγγαριού που εισέβαλλε από το παράθυρο χόρευε πάνω στην πέτρα του δαπέδου, ενώ οι σκιές των παρευρισκομένων στριφογύριζαν σιωπηλά γύρω τους.

   Ο Λιν Γιέ, με το πρόσωπο του παραμορφωμένο από την αγωνία, προσπάθησε για άλλη μια φορά να εξηγήσει, τα λόγια του τρεμάμενα, να τακτοποιήσει την αλήθεια του σε έναν κόσμο που δεν την ήθελε.

    "Ήθελε και εκείνη", είπε με μια σχεδόν ψιθυριστή φωνή, η οποία αντηχούσε μόνο στις γωνιές της αίθουσας. "Άλλες φορές με έδιωχνε, άλλες με καλούσε. Έκανε ότι μισοκοιμόταν. Αλλά μετά ξύπναγε…"

    Η τελευταία του λέξη αιωρήθηκε στον αέρα, αλλά ο άνθρωπος του διοικητηρίου δεν έδειξε να τη δέχεται. Τα λόγια του Λιν Γιέ δεν είχαν καμία σημασία μπροστά στην ατσάλινη απόφαση του. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου είχε ήδη κρίνει. Η συναίνεση του θύματος ήταν για εκείνον αδιάφορη, δεν είχε καμία αξία στην ισχύ της εξουσίας που εκείνος εκπροσωπούσε.

   Ο Λιν Γιέ ήταν ήδη ένοχος. Τα λόγια του, οι δικαιολογίες του, οι θολές περιγραφές του περιστατικού, όλα αυτά δεν μπορούσαν να αλλάξουν την πορεία που είχε αποφασιστεί για εκείνον. Ο ανακριτής των υποθέσεων φόνου είχε τη δύναμη, και η δύναμη αυτή δεν συγχωρούσε.

   Ο άνθρωπος στάθηκε για μια στιγμή σιωπηλός, με το βλέμμα καρφωμένο στον κατηγορούμενο, και έπειτα γύρισε προς τους υπόλοιπους στην αίθουσα. Με ένα νεύμα, τους έκανε να σωπάσουν. Στη συνέχεια, φώναξε με απόλυτη αυστηρότητα:

   "Λιν Γιέ, για την πράξη σου, την ατιμία που διέπραξες εις βάρος της τιμής αυτής της οικογένειας, η τιμωρία σου είναι αμετάκλητη. Η ποινή θα εκτελεστεί σύμφωνα με το νόμο της αυτοκρατορίας. Δεν υπάρχει θέση για τέτοιες αμαρτίες σε αυτή την κοινωνία."

   Η φωνή του αντήχησε στον κρύο, άψυχο χώρο, σαν οξύ ξίφος που διασχίζει το απόλυτο σκοτάδι. Ο Λιν Γιέ δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη, η αγωνία του καταπλάκωνε τη λογική του. Τα λόγια του είχαν βρει τοίχο, σαν να είχαν πέσει σε μια άβυσσο όπου η δικαιοσύνη ήταν κάτι διαφορετικό από αυτό που εκείνος αντιλαμβανόταν ως αλήθεια.

   "Η ποινή σου θα εκτελεστεί άμεσα", συνέχισε ο άνθρωπος του διοικητηρίου. "Αυτό είναι το τέλος σου. Η κοινωνία δεν θα επιτρέψει την ύπαρξή σου, ούτε με τα λόγια σου, ούτε με τις ερμηνείες σου. Ούτε με τις φαντασίες σου."

   Ο Λιν Γιέ έκλεισε τα μάτια του, σιωπηλός. Ήξερε πια πως η απόφαση είχε ληφθεί, η ιστορία του είχε κλείσει, η δικαιοσύνη είχε γίνει ποινή. Η συναίνεση του θύματος δεν είχε καμία αξία για τον άνθρωπο του διοικητηρίου. Στην εποχή εκείνη, το μόνο που είχε σημασία ήταν η εξουσία, η τιμή και η τάξη.

   Ο ήχος των βημάτων των φρουρών που πλησίαζαν για να τον παραλάβουν ήταν το μόνο που ακουγόταν στην απόλυτη σιωπή της αίθουσας. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου, με την αδιάφορη ματιά του, έκανε ένα απόλυτο νόημα προς τους φρουρούς. Ο Λιν Γιέ, ήδη βυθισμένος στην απογοήτευση, άκουσε τα λόγια του ανθρώπου του διοικητηρίου σαν να έρχονταν από άλλη διάσταση. Ο ήχος της αυστηρής φωνής του αντηχούσε σαν ηχείο στην αίθουσα, γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με ψυχρότητα και αίσθηση αμετάκλητης αποφασιστικότητας.

   "Η ποινή σου, Λιν Γιέ," είπε, "είναι η θανάτωση. Η κοινωνία δεν επιτρέπει τη συνέχιση της ύπαρξής σου. Η πράξη σου, η ασέβεια και η προσβολή της τιμής αυτής της οικογένειας, του ατόμου, της κοινωνίας, απαιτεί άμεση αποδοχή του νόμου."

    Ο άνθρωπος του διοικητηρίου δεν έκανε καμία κίνηση να δείξει συναισθηματική συμμετοχή. Οι φρουροί, με την άψογη πειθαρχία τους, τοποθέτησαν τον Λιν Γιέ σε μια θέση, ακινητοποιώντας τον με τα χέρια πίσω από την πλάτη του. Ο Λιν Γιέ δεν είχε πλέον περιθώριο διαφυγής. Ένοιωθε τα βλέμματα των άλλων, την αυστηρότητα του νόμου να βαραίνει την ατμόσφαιρα, τη σιωπή να είναι γεμάτη από την ανείπωτη καταδίκη του.

   «Οδηγήστε τον έξω», είπε ο άνθρωπος του διοικητηρίου, χωρίς να δείξει κανένα ίχνος συναισθήματος. Οι φρουροί υπάκουσαν χωρίς κουβέντα.

    Ο Λιν Γιέ, καθισμένος στην πέτρινη αυλή των Ντου, τα χέρια του δεμένα πισθάγκωνα, κοίταζε το σκοτεινό τοπίο που απλωνόταν μπροστά του. Οι φρουροί παρέμεναν ακίνητοι δίπλα του, σαν γλυπτά από μάρμαρο, αμίλητοι και αδιάφοροι για ό,τι συνέβαινε στον άνθρωπο που καθόταν μπροστά τους.

   Η εκτέλεση έπρεπε να γίνει αμέσως, χωρίς καθυστέρηση. Η απόφαση είχε ληφθεί και δεν υπήρχε περιθώριο ανατροπής. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου σήκωσε το βλέμμα του, έριξε μια ψυχρή ματιά στον Λιν Γιέ και είπε με ήρεμη, αλλά αποφασιστική φωνή:

   «Πρέπει να εκτελεστεί εδώ. Η πράξη του, η ντροπή του, δεν επιδέχεται άλλη αναβολή. Η παραδειγματική τιμωρία είναι αυτή που θα ενισχύσει την τάξη και τη δικαιοσύνη της αυτοκρατορίας.»

   Ο Λιν Γιέ δεν αντέδρασε. Ο ήχος του σπαθιού που ακουγόταν από την άκρη της αυλής, όπου οι φρουροί το είχαν τοποθετήσει, ήταν σαν προειδοποίηση, σαν το τελευταίο χτύπημα του ωροδείκτη για το τέλος του. Οι φρουροί τον τράβηξαν με δύναμη, οδηγώντας τον προς την άκρη της αυλής, όπου το ξίφος περίμενε ήδη, λαμπερό και αμετάκλητο.

   Ο Λιν Γιέ γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε για τελευταία φορά γύρω του. Το τοπίο, η γη που είχε πατήσει, οι άνθρωποι που είχε γνωρίσει, όλα φαίνονταν τόσο μακρινά, σχεδόν άγνωστα, σαν να μην είχαν ποτέ υπάρξει πραγματικά. Το βλέμμα του γλίστρησε πάνω από τις πέτρες της αυλής, στα σπίτια που φαινόταν να κοιμούνται υπό την σκιά της νύχτας. Όλα φαίνονταν αδιάφορα τώρα. Η ζωή του, το παρελθόν του, είχαν γίνει θρόισμα που εξαφανίζονταν πίσω του.

   «Θάψτε τον μακριά», είπε ο άνθρωπος του διοικητηρίου, η φωνή του μονότονη, όπως αν έδινε μια καθημερινή εντολή.

   «Είχε συγγενείς;» ρώτησε ο άνθρωπος του διοικητηρίου, γυρίζοντας προς τον Λι Σαν, έναν υπηρέτη που στεκόταν κοντά του, έτοιμος να εκτελέσει τις τελευταίες διαταγές.

   «Όχι», απάντησε ο Λι Σαν, η φωνή του χλιαρή και αδιάφορη, σαν να μιλούσε για έναν ξένο που δεν είχε αφήσει καμία κληρονομιά. «Η γυναίκα του ήταν από εδώ. Εκείνος, δεν ξέρουμε από πού ήρθε. Δεν μιλούσε ποτέ πολύ.»

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου γύρισε την πλάτη του χωρίς να πει κάτι άλλο. Το βάρος της απόφασης, του θανάτου, είχε ήδη καταλήξει. Ο Λιν Γιέ ήταν μόνο ένα όνομα που θα εξαφανιζόταν στα βιβλία της αυτοκρατορίας, σε μια σελίδα χωρίς φωνή και χωρίς μέλλον.

   Ο Γκούο Ρεν, μόλις οι φρουροί και ο Λι Σαν απομακρύνθηκαν σιωπηλά με το σώμα του Λιν Γιέ για να το θάψουν κάπου μακριά, πλησίασε τον άνθρωπο του διοικητηρίου. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, μα τα μάτια του ανησυχούσαν.

   "Τί θα γίνει με το σπίτι του;", ρώτησε, ανασηκώνοντας ελαφρώς το βλέμμα του, σαν να αναζητούσε μια λύση σε κάτι που ένιωθε ότι έπρεπε να λυθεί άμεσα.

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου αναλογίστηκε για μια στιγμή πριν απαντήσει.

   «Εκεί είναι ο τόπος που έγινε το έγκλημα», είπε τελικά, η φωνή του καθαρή και αμετάκλητη. «Το πρώτο έγκλημα που οδήγησε την κοπέλα στην απόφαση της. Και δεν ξέρουμε αν έγινε μία φορά ή αν γινόταν κάθε νύχτα, στα σκοτεινά.»

    Η σιωπή επικράτησε ξανά. Ο Γκούο Ρεν κοιτούσε τον άνθρωπο του διοικητηρίου, προσπαθώντας να καταλάβει την απόφαση που θα ακολουθούσε.

   «Υπάρχουν συγγενείς;» ρώτησε τελικά ο άνθρωπος του διοικητηρίου, χωρίς να γυρίσει το βλέμμα του. Η ερώτηση ήταν απλή, σε μια κοινωνία που όλα εξαρτιόνταν από τις οικογενειακές σχέσεις, τις παραδόσεις και την τιμή.

   "Μάλλον όχι", απάντησε ο Γκούο Ρεν, η φωνή του σφιγμένη από την αίσθηση ότι η απόφαση που θα έπαιρναν θα ήταν αμετάκλητη.

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έμεινε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα, κοιτάζοντας το έδαφος σαν να μετρούσε τις σκέψεις του. Στο τέλος, σήκωσε το βλέμμα του, και το βλέμμα του ήταν πιο αυστηρό από ποτέ.

   «Τότε», είπε, «αυτοί οι τόποι δεν μπορεί να θυμίζουν στους άλλους σκοτεινά συμβάντα. Δεν μπορεί να παραμείνουν ως μνημεία μιας αμαρτίας που συνέβη εδώ.»

  Η φωνή του ήταν επιβλητική, σαν να ανακοίνωνε την αλήθεια του κόσμου, τη δικαιοσύνη που η εξουσία του απαιτούσε.

   «Η απόφαση είναι δική σου», είπε στο Γκούο Ρεν. «Η γη σου ανήκει.»

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου σήκωσε το κεφάλι του, τα μάτια του σταθερά και ακλόνητα. «Εγώ θα το έκαιγα ή θα το γκρέμιζα», είπε με ψυχραιμία,  χωρίς δεύτερη σκέψη. «Αυτή η μνήμη πρέπει να σβήσει. Έτσι πρέπει.»

   Με αυτή τη φράση, ο τόπος του εγκλήματος, το σπίτι του Λιν Γιέ, καταδικαζόταν να χαθεί για πάντα, να γίνει στάχτη ή ερείπια, σβήνοντας κάθε ανάμνηση της τραγωδίας που είχε συντελεστεί.

  «Και το καλύτερο είναι να γίνει τώρα.» συμπλήρωσε ο άνθρωπος του διοικητηρίου. «Πριν την ταφή της κοπέλας. Σα δικαιοσύνη στη μνήμη της και το όνομά της.»

 

 

    η κάθαρση

   Το πρωί άρχισε η κατεδάφιση του φτωχικού σπιτιού στο χωριό Νανγκού της Σετσουάν, το έτος 1643. Εκεί είχε διαπραχθεί ένα έγκλημα, είτε στιγμιαίο είτε κατ’ εξακολούθηση. Κανείς δεν μιλούσε πια γι’ αυτό· όμως όλοι το ένιωθαν.

   Μέσα σε τρεις ώρες δεν είχε απομείνει σχεδόν τίποτα. Η μανία των ανθρώπων που συμμετείχαν ήταν τόσο έντονη, σαν να κατακρεουργούσαν το ίδιο το σώμα του δράστη. Χτυπούσαν τα ξύλα, ξερίζωναν τη στέγη, διέλυαν τους πλίνθινους τοίχους με μια ορμή που ξεπερνούσε την απλή κατεδάφιση. Ήταν ήταν μια πράξη συλλογικής εκτόνωσης, σχεδόν τελετουργικής κάθαρσης.

   Όταν έμειναν μόνο λίγα κομμένα δοκάρια σκορπισμένα στο χώμα, ο άρχοντας Γκούο Ρεν ύψωσε τη φωνή του: «Μαζέψτε τα. Να μην φαίνεται τίποτε.»

   Οι αγρότες υπάκουσαν σιωπηλά και κουβάλησαν ακόμα και τα τελευταία απομεινάρια. Ο τόπος άδειασε, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ σπίτι, ποτέ γεγονός.

   Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς τον Λι Σαν.
«Φυτέψτε ιτιές και δαμασκηνιές», είπε. «Ιτιές για τα δάκρυα που λύγισαν, και δαμασκηνιές για την αντοχή που ανθίζει μέσα στο κρύο.»

   Το σκάψιμο ξεκίνησε αμέσως. Όμως μόλις το χώμα άνοιξε σε βάθος μισού μέτρου, ανέβλυσε νερό. Καθαρό, αθόρυβο, επίμονο.

   «Τα δάκρυα της Λιν Σουέ…» ψιθύρισε κάποιος.

   Κανείς δεν απάντησε. Μα όλοι κατάλαβαν. Κι έτσι, εκεί όπου κάποτε στεκόταν ένας τόπος φρίκης, άρχισε να γεννιέται ένας τόπος ανάπαυσης και αγαλλίασης, ποτισμένος όχι μόνο με νερό, αλλά με μνήμη.

   Την επόμενη ημέρα έγινε η ταφή της Λιν Σουέ. Ήταν ήδη τρεις ημέρες νεκρή. Το σώμα της είχε ανασυρθεί από το ποτάμι όπου είχε μείνει, παραδομένο στο αργό του ρεύμα, και μεταφέρθηκε σιωπηλά πίσω στο χωριό.

   Δεν υπήρχαν συγγενείς να τη διεκδικήσουν, κανένα χέρι να τη ντύσει, κανένα όνομα να ακουστεί δυνατά για χάρη της. Το υπόλοιπο χωριό κράτησε απόσταση, από φόβο, από δεισιδαιμονία, για να μη μολυνθεί, όπως έλεγαν.

    Στην ταφή παρευρέθηκαν μόνο οι “Επιστρέφοντες”. Άνθρωποι που δεν πίστευαν στη συγγένεια του αίματος, αλλά σε μια άλλη, σιωπηλή συνάφεια. Εκείνοι ανέλαβαν ό,τι κανείς άλλος δεν θέλησε: την έντυσαν όπως μπορούσαν, τη σήκωσαν και τη συνόδευσαν ως το τέλος.

   Κανείς άλλος δεν ακολούθησε. Κι έτσι, οι “Επιστρέφοντες” έγιναν οι μόνοι συγγενείς της άτυχης Λιν Σουέ, όχι από αίμα, αλλά από επιλογή.

 

 

   η νύχτα με την Λινγκ-Λου

   Το βράδυ μετά την ταφή της Λιν Σουέ, όταν το χωριό είχε πια βυθιστεί σε μια βαριά, σχεδόν ενοχική σιωπή, ο άρχοντας Γκούο Ρεν έδωσε την εντολή. Ο Λι Σαν στάθηκε μπροστά του.
«Στείλε τη Λινγκ-Λου στο άδειο σπίτι του Τζου Μιν. Θα πάω αργά.»

   Ο επιστάτης υποκλίθηκε χωρίς να ρωτήσει. Καταλάβαινε. Οι ημέρες είχαν αφήσει πάνω στον άρχοντα ένα βάρος που δεν φαινόταν στο πρόσωπό του, αλλά φώλιαζε στον τρόπο που στεκόταν, στον τρόπο που ανέπνεε. Χρειαζόταν να το αποτινάξει ή τουλάχιστον να το ξεχάσει για λίγο.

   Η Λινγκ-Λου έλαβε το μήνυμα χωρίς έκπληξη. Στο μικρό της δωμάτιο άναψε ένα λυχνάρι και κάθισε μπροστά στον χαμηλό καθρέφτη. Τα δάχτυλά της κινήθηκαν με ακρίβεια, σαν να ακολουθούσαν μια γνώριμη τελετουργία. Έλυσε τα μαλλιά της και τα χτένισε αργά, αφήνοντάς τα να πέσουν βαριά και λεία στους ώμους της. Πέρασε λίγο αρωματικό έλαιο στους καρπούς και πίσω από τα αυτιά, μια διακριτική ευωδία, όχι επιδεικτική, αλλά αρκετή για να πλησιάσει χωρίς να επιβληθεί. Διάλεξε έναν χιτώνα απλό, αλλά μαλακό στο άγγιγμα, που άφηνε το σώμα της να κινείται ελεύθερα. Το περιδέραιο έμεινε στη θέση του, εκείνο το γνώριμο κόσμημα που άλλοτε είχε αποκαλύψει με τόση μετρημένη πρόθεση. Δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο. Η ομορφιά της δεν ήταν κραυγαλέα· ήταν κάτι που αποκαλυπτόταν σιγά, σε όποιον είχε την υπομονή να τη δει. Όταν σηκώθηκε, το βλέμμα της ήταν ήρεμο. Όχι ψυχρό, αλλά προετοιμασμένο. Σκεπάστηκε με ένα σάλι και περπάτησε αργά προς τα νότια κτήματα.

   Έσπρωξε απλά την πόρτα και μπήκε. Η Λινγκ-Λου άναψε ένα μικρό φως. Δεν κινήθηκε πολύ. Περίμενε. Το ξύλινο σπίτι, άδειο, χωρίς τους παλαιούς ιδιοκτήτες του, μαρτυρούσε ακόμη τα ίχνη μιας ανθρώπινης παρουσίας που απότομα χάθηκε από μέσα του. Η ξύλινη κατασκευή έτριζε ελαφρά στον νυχτερινό αέρα, και οι σκιές των δοκαριών απλώνονταν σαν σιωπηλοί μάρτυρες.

   Στο πάτωμα, λίγο σκονισμένα, παρέμεναν τα απομεινάρια της καθημερινότητας: ένα ξύλινο καρεκλάκι με ένα σκισμένο μαξιλάρι, ένα μπουκάλι με μελάνι και μια πινέζα για γράψιμο, όπου ο Τζου Γιέν πιθανόν έκατσε να διαβάσει ή να σχεδιάσει τα όνειρά του. Στην κεντρική γωνία, μια χαλασμένη κασέλα με λίγα ρούχα, αχρησιμοποίητα πλέον, και πάνω της ένα μικρό κόσκινο για το ρύζι, που υπενθύμιζε τις γεύσεις της οικογένειας.

   Στην κουζίνα, ένα ζευγάρι πήλινα σκεύη, ένα ξύλινο κουτάλι και μια φθαρμένη ξύλινη σανίδα κοπής έδειχναν πως κάποτε υπήρχε η φροντίδα ενός γεύματος, απλή αλλά ζωντανή. Στον τοίχο κρεμόταν ένα παλιό στέμμα από καλάμια, σημάδι των μικρών τελετών ή γιορτών που γίνονταν εκεί, και δίπλα του ένα μικρό χαρτί με σχέδια ή λίγα γράμματα, ίχνη του Τζου Γιέν που ίσως ακόμα πένθησε τη μητέρα του.

   Η ατμόσφαιρα ήταν βαρύθυμη αλλά γεμάτη μνήμες. Κάθε αντικείμενο, κάθε σκιά, έλεγε την ιστορία μιας οικογένειας που έφυγε βιαστικά, αφήνοντας πίσω τους όχι μόνο πράγματα, αλλά και τα αποτυπώματα της ζωής τους.

   Όταν ο Γκούο Ρεν έφτασε, η νύχτα είχε προχωρήσει. Για μια στιγμή στάθηκε στο κατώφλι. Σαν να άφηνε κάτι πίσω του πριν περάσει. Ύστερα μπήκε. Δεν αντάλλαξαν πολλές λέξεις. Δεν χρειάζονταν. Η παρουσία της τον υποδέχθηκε πριν ακόμη τον αγγίξει, με τη σιωπή της, με τη σταθερότητα του βλέμματός της, με εκείνη τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην υποταγή και την επίγνωση. Όταν πλησίασε, οι κινήσεις της ήταν αργές, μετρημένες, σαν να αφαιρούσε στρώμα-στρώμα την ένταση από πάνω του.

   Τα χέρια της δεν ήταν βιαστικά. Ήξεραν πού να σταθούν, πού να επιμείνουν, πού να υποχωρήσουν. Η φωνή της, όταν ακούστηκε, ήταν χαμηλή, περισσότερο ανάσα παρά λόγος.

   Μέσα στο άδειο σπίτι, η ζωή επέστρεφε με έναν διαφορετικό τρόπο. Όχι θορυβώδη, όχι αθώο,  αλλά επίμονο. Σαν μια αντίσταση απέναντι σε ό,τι είχε προηγηθεί. Σαν μια άρνηση να μείνει ο κόσμος μόνο στη μνήμη του θανάτου. Και για εκείνες τις ώρες, ο Γκούο Ρεν άφησε το βάρος να χαθεί. Όχι να εξαφανιστεί — αυτό δεν γινόταν — αλλά να απομακρυνθεί αρκετά ώστε να μπορεί να αναπνεύσει.

   Η Λινγκ-Λου δεν του ανήκε με τον τρόπο που ανήκουν τα πράγματα. Μα εκείνη τη νύχτα, έγινε αυτό που χρειαζόταν: μια παρουσία που απορροφούσε τη σιωπή, που μετέτρεπε την ένταση σε κίνηση, την αγωνία σε λήθη.

   Και ο έρωτας ή ό,τι τον πλησίαζε περισσότερο  λειτούργησε όπως συχνά λειτουργεί: όχι ως λύτρωση, αλλά ως αντίβαρο. Ένα αντίδοτο, πρόσκαιρο αλλά αναγκαίο, απέναντι στον θάνατο.

   Ο Γκούο Ρεν ένιωθε μέσα του μια πίεση, σαν χωράφι που είχε μείνει καιρό άσπορο και διψασμένο, κι όμως τώρα ζητούσε βροχή. Ήθελε να ποτίσει τη γη, να αφήσει να κυλήσει από μέσα του ό,τι είχε συσσωρευτεί αυτές τις ημέρες: φόβος, ένταση, άγρυπνη σκέψη. Και όπως το καθαρό νερό που είχε αναβλύσει το πρωί από το χώμα του γκρεμισμένου σπιτιού, εκεί όπου φυτεύτηκαν οι ιτιές και οι δαμασκηνιές, έτσι και τώρα κάτι μέσα του έσπαγε τη σιωπή και έβρισκε διέξοδο. Όχι ορμητικά σαν πλημμύρα που καταστρέφει, αλλά σταθερά, σαν νερό άρδευσης που βρίσκει αυλάκι και προχωρά, ποτίζοντας ό,τι έχει ανάγκη.

   Η Λινγκ-Λου τον δεχόταν όπως η γη δέχεται τη βροχή: χωρίς αντίσταση, με μια ήσυχη, βαθιά κατανόηση του κύκλου. Τα χέρια της, το σώμα της, η παρουσία της ολόκληρη είχαν εκείνη τη γαλήνη του χωραφιού που γνωρίζει πως μετά το βάρος έρχεται η ανάπαυση.

   Κι εκείνος άφηνε τις σκέψεις να ξεθωριάζουν. Όπως το νερό παρασύρει τη σκόνη και την κάνει λάσπη πριν την κατακάτσει, έτσι και οι ταραχές των τελευταίων ημερών έχαναν τη μορφή τους. Δεν εξαφανίζονταν, μα γίνονταν πιο ήσυχες, πιο διαχειρίσιμες. Ήθελε να αδειάσει. Να μείνει για λίγο χωρίς μνήμη, χωρίς κρίση, χωρίς εκείνη την αόρατη ένταση που τον ακολουθούσε από το πρωί.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Ε

 

 

     η επιστροφή του Γκούο Ρεν

   Το επόμενο πρωί, ο Γκούο Ρεν ετοίμασε σιωπηλά το άλογό του. Ο αέρας ήταν καθαρός και δροσερός, μα το βλέμμα του βαρύ από σκέψεις. Αποχαιρέτησε τον Λι Σαν και του έδωσε τις τελευταίες οδηγίες με σταθερή φωνή. Του μίλησε για τα νεοαποκτηθέντα νότια κτήματα, απέφευγε πλέον να αναφέρει ότι η ιδιοκτησία ανήκε κάποτε σε άλλο κάτοχο. Έπρεπε και αυτός αλλά  και οι υπόλοιποι να συνειδητοποιήσουν ότι από εδώ και πέρα η περιοχή θα ονομαζόταν «νότια κτήματα», έτσι έπρεπε να την αποκαλούν πλέον όλοι.  Ιδιαίτερη σημασία έδωσε στη νέα καλλιέργεια με το σαφράν. «Όπως δουλεύαμε, έτσι θα συνεχίσουμε», του είπε. «Αλλά τώρα τα πράγματα αλλάζουν. Όποιος έρχεται από ξένο τόπο ζητώντας δουλειά, θα πρέπει να ελέγχεται προσεκτικά.» Έπειτα χαμήλωσε λίγο τον τόνο της φωνής του, σαν να ήθελε να δώσει μεγαλύτερο βάρος στα λόγια που ακολουθούσαν. «Αν επιστρέψει ο Τσεν Τζιάν, ο προετοιμαστής από τους ‘Επιστρέφοντες’, δεν θα τον δεχτείς. Να τον διώξεις αμέσως.»

   Χωρίς να προσθέσει κάτι άλλο, ανέβηκε στο άλογό του και πήρε τον δρόμο για τη γη της «Πέτρινης Γυναίκας». Η διαδρομή ήταν μακριά, και το μυαλό του δεν ησύχαζε στιγμή. Οι σκέψεις στριφογύριζαν γύρω από το ίδιο ζήτημα: το ρίσκο της νέας επέκτασης. Τα χρήματα ίσως να μην επαρκούσαν. Και ακόμη κι αν επαρκούσαν, κανείς δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα πότε τα νέα σχέδια θα άρχιζαν να αποδίδουν. Δεν υπήρχε, όμως, χρόνος για δισταγμούς. Έπρεπε να προχωρήσει.

 

 

η στάση του Γκούο Ρεν στις αποθήκες της Α-Μέι

    Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει ψηλά όταν ο Γκούο Ρεν πέρασε τη χαμηλή ράχη των λόφων και αντίκρισε ξανά το σημείο που πριν λίγες εβδομάδες δεν ήταν παρά μια άχρηστη λωρίδα γης δίπλα στην πηγή. Επτά ώρες έφιππης διαδρομής από το Νανγκού είχαν αφήσει πάνω του τη λεπτή σκόνη του δρόμου· το άλογο ανέπνεε βαριά, και οι μπότες του είχαν γεμίσει ξεραμένη λάσπη από τα περάσματα κοντά στο ρυάκι. Όμως αυτό που είδε μπροστά του τον έκανε να ισιώσει αμέσως στη σέλα. Το μέρος είχε αλλάξει.

    Εκεί όπου παλιότερα υπήρχε μόνο χέρσα γη και λίγες πέτρες σκορπισμένες από τον άνεμο, τώρα υψωνόταν μια ολοκληρωμένη αποθήκη με πέτρινη βάση και ξύλινα τοιχώματα, γερά δεμένα με χοντρά δοκάρια. Η στέγη από καλάμια και πίσσα είχε ήδη στερεωθεί, και μόνο λίγες μικρές εργασίες απέμεναν ακόμη για την τελειοποίησή της. Γύρω από το κεντρικό κτίσμα είχαν αρχίσει να κατασκευάζονται χαμηλά υπόστεγα από ξύλο και καλάμια, ώστε να προστατεύονται άνθρωποι, ζώα και εμπορεύματα από τη βροχή και τους δυνατούς ανέμους της πεδιάδας.

    Η πηγή δίπλα έτρεχε ασταμάτητα, αλλά τώρα γύρω της υπήρχε τάξη. Δύο μεγάλα βαρέλια νερού βρίσκονταν στη σκιά, σκεπασμένα με ύφασμα για να διατηρούνται δροσερά. Λίγο πιο πέρα, ο χώρος για τα ζώα των καραβανιών είχε διαμορφωθεί κανονικά, με πασσάλους δεσίματος και πρόχειρη περίφραξη.

    Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε χωρίς να το καταλάβει. Δεν έμοιαζε πλέον με προσωρινό σημείο στάσης. Έμοιαζε με αληθινό σταθμό δρόμου.

   Ο πρώτος που τον αντιλήφθηκε ήταν ο Μάο Γινγκ. Ο νεαρός στεκόταν πάνω σε ένα από τα νέα υπόστεγα, στερεώνοντας τις τελευταίες σανίδες της στέγης.

   «Ήρθε!» φώναξε.

   Η Α-Μέι βγήκε από τη σκιά του σπιτιού σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά της. Πίσω της ακολουθούσε ο Μάο Τζουν, πιο αργός, αλλά με εκείνο το σταθερό βλέμμα ανθρώπου που παρατηρεί πρώτα και μιλά μετά.

    Ο Γκούο Ρεν κατέβηκε από το άλογο και κοίταξε ξανά την αποθήκη. «Προχώρησε περισσότερο απ’ όσο περίμενα,» είπε.

   Ο Μάο Τζουν έριξε μια ματιά προς τα υπόστεγα. «Ο αέρας εδώ μάς έδειξε τι έλειπε,» αποκρίθηκε. «Η αποθήκη ήταν έτοιμη, αλλά χωρίς προστασία γύρω της η βροχή θα δυσκόλευε τη φόρτωση και την ξεκούραση των ταξιδιωτών.»

   Η Α-Μέι γέλασε αχνά. «Και ο αέρας θα έπαιρνε τα πάντα τον χειμώνα.»

   Ο Γκούο Ρεν πλησίασε και ακούμπησε το χέρι του πάνω στο ξύλο. Ήταν γερό. Όχι πρόχειρο πια, αλλά πραγματική κατασκευή. Κάτω από ένα από τα υπόστεγα βρίσκονταν ήδη τα πρώτα εμπορεύματα: σακιά ρυζιού, δεμάτια τσαγιού, καλάθια με αποξηραμένα βότανα και ένα κιβώτιο εργαλείων. Μικρό απόθεμα. Αλλά αρκετό ώστε να δείχνει ότι ο σταθμός λειτουργούσε ήδη. Αυτό τον εντυπωσίασε περισσότερο απ’ όλα. Δεν περίμεναν να ολοκληρωθούν τα πάντα για να ξεκινήσουν. Ο δρόμος είχε αρχίσει ήδη να ζει.

   Ο Μάο Γινγκ πλησίασε με εμφανή υπερηφάνεια.

«Πέρασαν πέντε καραβάνια τις τελευταίες ημέρες,» είπε. «Δύο σταμάτησαν όλο το βράδυ.»

   Ο Γκούο Ρεν γύρισε απότομα. «Τόσα πολλά;»

   «Το ένα μετέφερε αλάτι από τα δυτικά,» συνέχισε ο νεαρός. «Και οι άλλοι είχαν μετάξι και τσάι.» Δίστασε για λίγο πριν προσθέσει: «Είπαν ότι όλο και περισσότεροι μαθαίνουν για τη στάση εδώ.»

   Ο Γκούο Ρεν κοίταξε σιωπηλός προς τον δρόμο απ’ όπου είχε έρθει. Μέχρι πριν λίγο καιρό εκείνη η διαδρομή ήταν απλώς χώμα, πέτρες και απόσταση. Τώρα αποκτούσε μνήμη. Στάσεις. Πρόσωπα. Ροή ανθρώπων.

   Η Α-Μέι τον παρατηρούσε προσεκτικά. «Θα χρειαστείτε μεγαλύτερη κουζίνα,» είπε ξαφνικά.

Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε απορημένος.

   «Αν συνεχίσουν να σταματούν ταξιδιώτες,» συνέχισε εκείνη, «το νερό μόνο δεν θα φτάνει. Οι άνθρωποι πληρώνουν πιο εύκολα για ζεστό φαγητό παρά για ξεκούραση.»

   Ο Μάο Τζουν χαμογέλασε ανεπαίσθητα, σαν να είχε ακούσει αυτή τη σκέψη ήδη πολλές φορές. Και τότε ο Γκούο Ρεν κατάλαβε κάτι που ο Τσεν Μπινγκ είχε διακρίνει από την πρώτη στιγμή. Η οικογένεια δεν φύλαγε απλώς την αποθήκη. Είχε αρχίσει να τη θεωρεί δική της υπόθεση.

   Ο Γκούο Ρεν συνέχισε να παρατηρεί τον χώρο γύρω από την κατασκευή. Οι κινήσεις των ανθρώπων δεν ήταν πια άτακτες· υπήρχε ήδη ένας φυσικός ρυθμός. Ο Γινγκ και τα ξαδέλφια του στερέωναν πασσάλους για ένα νέο υπόστεγο, ενώ η Α-Μέι είχε απλώσει πάνω σε ένα ύφασμα μικρά σχέδια χαραγμένα με κάρβουνο.

   «Κάτι είπες για κουζίνα,» είπε ο Γκούο Ρεν.

   Η γυναίκα ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι.

   «Δεν μπορεί να είναι μέσα στην αποθήκη,» παρατήρησε εκείνος.

  «Θα τη φτιάξουμε πιο δίπλα,» αποκρίθηκε ήρεμα η Α-Μέι. «Ξύλα έχουμε, θα βάλουμε τάβλες για τραπέζια. Δεν χρειάζονται πολλά. Ίσως κι ένα υπόστεγο για να κάθονται έξω όταν ο καιρός είναι καλός.»

   Ο Γκούο Ρεν κοίταξε τον ανοιχτό χώρο δίπλα στην πηγή, προσπαθώντας ήδη να φανταστεί κάρα, ζώα και ανθρώπους να κινούνται ταυτόχρονα.

   «Ναι, αλλά δεν πρέπει να κόβει το δρόμο για τη φόρτωση των εμπορευμάτων,» παρατήρησε.

    Η Α-Μέι χαμογέλασε με μια σιγουριά που δεν ήταν αλαζονική αλλά πρακτική.

  «Μην φοβάστε… Θα βρούμε το κατάλληλο σημείο.»

   Ο Μάο Τζουν έδειξε προς τη δυτική πλευρά του χώρου. «Από εκεί θα μπαίνουν τα κάρα. Αν η κουζίνα γίνει κοντά στα δέντρα, ο καπνός θα φεύγει προς το ρέμα και δεν θα ενοχλεί.»

   Ο Γκούο Ρεν περπάτησε λίγα βήματα ακόμη, παρατηρώντας τις αποστάσεις. Το μυαλό του είχε αρχίσει ήδη να σκέφτεται όχι μόνο αυτή την αποθήκη, αλλά και τις επόμενες.

   «Πρέπει όμως να γίνει και δεύτερη αποθήκη,» είπε τελικά. «Ίσως μεγαλύτερη.»

   Για πρώτη φορά ο Μάο Τζουν χαμογέλασε πιο καθαρά. «Θα γίνουν όλα,» τον καθησύχασε.

   Το απόγευμα είχε αρχίσει να γέρνει όταν η Α-Μέι πλησίασε τον Γκούο Ρεν, που στεκόταν δίπλα στα νέα υπόστεγα παρακολουθώντας τον Γινγκ και τους άλλους να δουλεύουν.

   «Πρέπει να μείνετε το βράδυ μαζί μας,» είπε απλά.

    Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς το μέρος της. «Δεν γίνεται. Πρέπει να επιστρέψω σύντομα στο Νανγκού.»

   Η Α-Μέι έδειξε γύρω της. «Και πώς θα δείτε την πρόοδο των εργασιών; Το βράδυ φαίνονται άλλα πράγματα. Πού περνά ο αέρας. Πού κρατά υγρασία το χώμα. Αυτά δεν τα βλέπει κανείς το μεσημέρι.»

   Ο Γκούο Ρεν δίστασε. Ήξερε ότι είχε δίκιο, όμως η συνήθεια της συνεχούς κίνησης τον έκανε ανήσυχο όταν έμενε ακίνητος. «Καλά,» είπε τελικά. «Αλλά θα κοιμηθώ στην αποθήκη.»

   Η Α-Μέι χαμογέλασε σαν να περίμενε ακριβώς αυτή την απάντηση. «Όπως θέλετε.»

 

 

πρώτα βρίσκεις γυναίκα και μετά φτιάχνεις σπίτι

   Το σούρουπο απλώθηκε αργά πάνω από την πεδιάδα. Οι εργάτες συνέχισαν να δουλεύουν ακόμη και όταν ο ουρανός πήρε το βαθύ χρώμα του χαλκού. Ο Γινγκ ανέβαινε και κατέβαινε από τα υπόστεγα με την ευκολία ανθρώπου που είχε ήδη μάθει κάθε σημείο της κατασκευής. Λίγο πιο πέρα, τα ξαδέλφια του έδεναν δεμάτια καλαμιών, ενώ η φωτιά έξω από το σπίτι της οικογένειας άρχισε να μυρίζει βρασμένο ρύζι και κρεμμύδι.

   Ο Γκούο Ρεν κάθισε τελικά κοντά στη φωτιά μαζί με τον Μάο Τζουν και την Α-Μέι. Για λίγη ώρα κοιτούσαν όλοι σιωπηλοί τους άλλους να δουλεύουν.

    Ύστερα η Α-Μέι είπε ήρεμα: «Ήμουν εργάτρια στα κτήματα του Τσενγκ-Γουέι.»

    Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς το μέρος της. Δεν την είχε φανταστεί ποτέ μακριά από αυτό το σπίτι και αυτή τη γη.

   Η γυναίκα χαμογέλασε αμυδρά, σαν να έβλεπε μπροστά της μια άλλη εποχή. «Ήμουν όμορφη τότε. Με ζήταγαν πολλοί.»

   Ο Μάο Τζουν χαμογέλασε χωρίς να τη διακόψει.

«Τότε πέρασε από εκεί ο Τζουν,» συνέχισε η Α-Μέι. «Ήρθε να ζητήσει εργάτες από τον Τσενγκ-Γουέι.»

   Ο άνεμος πέρασε χαμηλά μέσα από τα καλάμια της στέγης καθώς μιλούσε.

   «Ο άρχοντας τον ρώτησε: “Τι να τους κάνεις τους εργάτες στην ερημιά;”»

   Ο Μάο Τζουν χαμήλωσε το βλέμμα στη φωτιά, σαν να ξανάκουγε τη φωνή εκείνη. «Κι εγώ απάντησα: “Να φτιάξω σπίτι.”»

   Η Α-Μέι συνέχισε: «Τότε ο Τσενγκ-Γουέι τον ρώτησε: “Είσαι παντρεμένος;”»

   «“Όχι,” του απάντησα.» πετάχτηκε ο Μάο Τζουν. «Και τότε ο άρχοντας μου είπε: “Πρώτα πρέπει να βρεις γυναίκα, και μετά φτιάξε το σπίτι.”»

   Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε χωρίς να το καταλάβει. Η Α-Μέι ανέλαβε τώρα να συνεχίσει: «Μετά έστειλε τον επιστάτη του, τον Γουάνγκ Λιου, να με βρει»   

   Η φωνή της άλλαξε ελαφρά, σαν να έβλεπε μπροστά της τη σκηνή. «Ήμουν στα χωράφια. “Σήκω,” μου είπε ο Γουάνγκ Λιου. “Σε θέλει ο άρχοντας.”»

   Σήκωσε τα χέρια της και κοίταξε τις παλάμες της. «Εγώ σηκώθηκα από τα χωράφια και με τα ρούχα της δουλειάς μπήκα στο πέτρινο σπίτι. Δεν ήξερα τι με ήθελε.»

   Ο Μάο Τζουν σήκωσε το βλέμμα προς τον Γκούο Ρεν.

   «Ο Τσενγκ-Γουέι τότε είπε: “Αυτή είναι γυναίκα για σπίτι. Για οικογένεια.”»

   Η Α-Μέι συνέχισε αμέσως:

   «Ύστερα του είπε: “Θα σου δώσω εργάτες και σε δύο μήνες, μόλις είναι έτοιμο το σπίτι, θα έρθεις να τη ζητήσεις.”»

   Ο Μάο Τζουν χαμογέλασε αμυδρά. «Σε κοίταξα τότε,» είπε προς τη γυναίκα του. «Και μου άρεσες αμέσως.»

   Η Α-Μέι κατέβασε για λίγο το βλέμμα, όπως ίσως είχε κάνει και τότε. «Μετά ο άρχοντας στράφηκε σε μένα. “Σ’ αρέσει;” με ρώτησε.»

   Η φωτιά έτριξε χαμηλά.

  «Εγώ έγειρα το κεφάλι μου. Δεν ξέρω αν ήταν από ντροπή. Δεν είχα μέλλον στα κτήματα. Εκεί τουλάχιστον θα ήμουν εγώ που θα όριζα. Δεν θα ήμουν μια αγρότισσα ανάμεσα στις τόσες.»

   Για λίγη ώρα ακούγονταν μόνο οι χτύποι από τα εργαλεία των εργατών.

   «Σε δύο μήνες ήρθε ο Μάο Τζουν και με ζήτησε επίσημα,» συνέχισε η γυναίκα. «Δεν ήταν εκεί ο άρχοντας. Με ζήτησε από τον Γουάνγκ Λιου.»

Ο Μάο Τζουν έγνεψε.

    «Όταν επέστρεψε ο Τσενγκ-Γουέι στο Νανγκού, μας έστειλε δώρο. Ένα μεταξωτό σκέπασμα από το Σουτσόου,» είπε η Α-Μέι με φανερή ακόμη έκπληξη, σαν να μην είχε πάψει ποτέ να της φαίνεται πολύτιμο. «Τόσο λεπτό που φοβόμουν να το αγγίξω.»

   Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός.

  «Κάποιες φορές,» συνέχισε ο Μάο Τζουν, «όταν ερχόταν από το Λο Τζιάνγκ ή όταν επέστρεφε εκεί, σταματούσε εδώ.»

   Η Α-Μέι χαμογέλασε. «Και πάντα άφηνε κάτι. Σπόρους. Ένα σακί ρύζι. Εργαλεία. Μια φορά έφερε μέχρι και μικρό μπρούτζινο λυχνάρι.»

   Ο Γκούο Ρεν κοίταξε γύρω του το μικρό σπίτι, την αποθήκη που υψωνόταν λίγο πιο πέρα, τους ανθρώπους που ακόμη εργάζονταν μέσα στο σκοτάδι. Και κατάλαβε ότι αυτό το μέρος δεν είχε χτιστεί μόνο με ξύλα και πέτρες. Είχε χτιστεί από ανθρώπους που κάποτε κάποιος τους είχε δώσει λόγο να πιστέψουν πως μπορούσαν να αποκτήσουν δικό τους κόσμο.

 

 

η στάση του Γκούο Ρεν στο ανεγειρόμενο σπίτι  του Τζου Μιν 

    Πριν το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, ο Γκούο Ρεν  έφτασε στη γη της «πέτρινης γυναίκας». Τον υποδέχθηκαν ο Τσεν Μπινγκ, και οι εργάτες. Στο βλέμμα τους υπήρχε κόπωση, αλλά και μια σιωπηλή υπερηφάνεια. Μπροστά τους υψωνόταν πλέον το νέο σπίτι του Τζου Μιν. Δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη, όμως το περίγραμμά του ήταν ξεκάθαρο· ένα σπίτι που έπαιρνε μορφή.

  Ο Γκούο Ρεν ρώτησε «Πού είναι η Σου-Σι;»

  «Έχει πάει να μαζέψει χόρτα στα χωράφια» του απάντησε ο Τσεν Μπινγκ.

  «Μόνη της την άφησες;» ρώτησε με ελεγκτικό τόνο ο  Γκούο Ρεν.

 «Μην φοβάσαι έχει πάρει μαζί και το σκυλάκι της. Έχει τον  πιο καλό φύλακα.»

   Ο Τσεν Μπινγκ πλησίασε και του μίλησε με πρακτικότητα. «Ως τα τέλη της επόμενης εβδομάδας θα έχουμε τελειώσει με το σπίτι», του είπε. «Ύστερα θα είμαστε έτοιμοι να αρχίσουμε τις αποθήκες.»

   Ο Γκούο Ρεν έγνεψε αργά. Για πρώτη φορά από την αναχώρησή του, μια αίσθηση σταθερότητας φάνηκε να τον αγγίζει. Το έργο προχωρούσε. Και μαζί του, ίσως, και το μέλλον που τόσο ριψοκίνδυνα είχε επιλέξει να χτίσει.

    «Ο Τζου Μιν που είναι;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν. Τον φιλοξενεί στο σπίτι του ο χαρτοπαίκτης. Η Χε Τζι έχει πιάσει φιλίες με τις κόρες και τη γυναίκα του. Τους καλοδέχθηκαν.»

    Ο Τσεν Μπινγκ χαμογέλασε κάτω από το μουστάκι του. «Αυτή η Χε Τζι είναι δαιμόνια,  καταφερτζού… Μέσα σε δυο μέρες μπήκε στο σπίτι τους σαν να ζούσε εκεί χρόνια. Η μικρή κόρη του χαρτοπαίκτη δεν ξεκολλά από δίπλα της· την ακολουθεί παντού σαν μικρή μαθήτρια πίσω από τη δασκάλα της, παρατηρώντας κάθε της κίνηση και κρεμασμένη από τα λόγια της. Και η γυναίκα του ήδη τη βάζει να ζυμώνουν μαζί και να κουβεντιάζουν ώρες. Είχαν χώρο αφού ο χαρτοπαίκτης συνέχεια λείπει από το σπίτι. Μέχρι κι ο Τζου Μιν άρχισε να χαμογελά πιο συχνά.

    Λένε πως η Χε Τζι έβαλε τάξη μέχρι και στα πράγματα της αυλής. Έβαλε τις δυο κόρες του χαρτοπαίκτη να σκουπίζουν καθημερινά το χώμα μπροστά από το σπίτι, να μαζεύουν τα πεσμένα κλαδιά μετά τον αέρα, να κουβαλούν νερό για τα βαρέλια και να διπλώνουν σωστά τα στρωσίδια πριν ακόμη ανέβει ο ήλιος ψηλά. Τις έβαλε ακόμη να τινάζουν τα υφάσματα και να κρατούν καθαρό τον χώρο γύρω από την είσοδο, ώστε να μη μοιάζει εγκαταλειμμένος. Και όταν οι μικρές γόγγυσαν, η Χε Τζι τις μάλωσε γελώντας: “Αν θέλετε μια μέρα να σας πάρει καλός γαμπρός, πρέπει να ξέρετε να κρατάτε σπίτι καθαρό και περιποιημένο. Τι θα δουν οι άνθρωποι όταν περάσουν την πόρτα σας;”

  «Ώστε έτσι…» είπε ο Γκούο Ρεν.

  «Ναι. Πραγματικά πολυμήχανη αυτή η γυναίκα, ξέρει να κερδίζει τόπο χωρίς φωνές. Μέχρι και   φαγητό μας φέρνει. Καθώς μοιράζει τα καλαθάκια με ρύζι και τσάι, λέει: “Κοιτάξτε καλά τι φτιάχνετε! Αυτό δεν είναι μόνο ξύλο και καρφιά, είναι το μέλλον του ανθρώπου που θα ζήσει εδώ. Φτιάξτε το σπίτι με περηφάνια, σαν να χτίζετε το δικό σας. To μεράκι σας θα φαίνεται σε κάθε έναν που θα περνά από την πόρτα! Μπορεί να μην είστε εδώ,  αλλά θα καμαρώνετε για τη δουλειά σας.”»

  «Καλά, καλά…» απάντησε ο Γκούο Ρεν σταματώντας λίγο απότομα τα εκθειαστικά λόγια του Τσεν Μπινγκ. «Ο μικρός γιος του;»

   «Τον γιο του, τον Τζου Γιέν, τον στέλνω για μικρά θελήματα. Μας φέρνει νερό από την πηγή, μαζεύει πρόκες και κομμένα ξύλα από το εργοτάξιο, και τον έβαλα να λειαίνει με την ξύστρα τις σανίδες για τα ράφια της αποθήκης. Έχει γρήγορα χέρια το παιδί· μαθαίνει εύκολα.»

  «Και πού είναι το σπίτι του χαρτοπαίκτη;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν. Ο  Τσεν Μπινγκ του έδειξε κάπου στο βάθος. Ο Γκούο Ρεν τράβηξε για εκεί.

 

 

η δεύτερη συνάντηση του Γκούο Ρεν με την Χε Τζι

   Η Χε Τζι στεκόταν στην άκρη της αυλής του σπιτιού του χαρτοπαίκτη κάτω από τη σκιά ενός δέντρου. Ο αέρας κινούσε αργά τα μαλλιά της και για μια στιγμή εκείνος είχε την παράξενη αίσθηση πως έβλεπε μπροστά του όχι μια γυναίκα κουρασμένη από το παρελθόν, αλλά κάποια που είχε αρχίσει σιγά-σιγά να επιστρέφει στον εαυτό της. Το φως περνούσε ανάμεσα από τα φύλλα και έσπαγε πάνω στο σώμα της. Το φαρδύ σκούρο ρούχο της έκρυβε τη μέση και τους γοφούς της, μα δεν μπορούσε να κρύψει τη γεμάτη θηλυκότητα κορμοστασιά της. Υπήρχε πάνω της εκείνη η ώριμη πληρότητα που είχε ήδη αρχίσει να τον αναστατώνει από την πρώτη τους συνάντηση· ένα σώμα που δεν ζητούσε να το προσέξουν και γι’ αυτό γινόταν ακόμη πιο δύσκολο να το αγνοήσει κανείς.

   Για μια στιγμή ο Γκούο Ρεν θυμήθηκε ασυναίσθητα τον τρόπο που εκείνη είχε ανασηκωθεί ελαφρά μπροστά του στο διοικητήριο, όταν της είχε μιλήσει για την ομορφιά της. Τότε είχε δει το φως να κυλά επάνω στις καμπύλες του κορμιού της και είχε αισθανθεί μια ξαφνική, σχεδόν άβολη έλξη. Τώρα, μακριά από το πέτρινο διοικητήριο και τα βλέμματα των υπηρετών, η αίσθηση εκείνη επέστρεφε πιο καθαρή.

   Από τη στιγμή που ο Γκούο Ρεν είχε στείλει τη Χε Τζι εκεί, το πρόσωπό της επέστρεφε όλο και συχνότερα στη σκέψη του, με τρόπο που τον ενοχλούσε σχεδόν όσο και τον τραβούσε. Σαν να του διαμαρτυρόταν για την απομάκρυνσή της.

  Πλησίασε αργά. «Συνήθισες;» τη ρώτησε.

   Η Χε Τζι τον κοίταξε χωρίς να χαμηλώσει το βλέμμα. «Όχι, ακόμη.»

  Ο άνεμος μετακίνησε ελαφρά λίγες τούφες από τα μαλλιά της. Ο Γκούο Ρεν πρόσεξε πως το πρόσωπό της είχε μαλακώσει από τότε που έφυγε από το Νανγκού. Οι λεπτές γραμμές γύρω από τα μάτια της δεν την γερνούσαν· αντιθέτως έδιναν μια παράξενη αίσθηση βάθους, σαν να είχαν αποτυπωθεί πάνω της πράγματα που δεν λέγονταν εύκολα. Στάθηκε για λίγο σιωπηλός κοιτάζοντάς την. Υπήρχε πάνω της κάτι διαφορετικό από την τελευταία φορά. Όχι ομορφιά με τη συνηθισμένη έννοια, αλλά μια ηρεμία που έσβηνε τη σκληρότητα του προσώπου της.

   «Ο αέρας εδώ σε ομόρφυνε,» της είπε χαμηλόφωνα. «Ξανάνιωσες.»

   Η Χε Τζι χαμογέλασε ελάχιστα. «Ίσως επειδή έφυγα μακριά από βάσανα…» μετά συμπλήρωσε: «Μου έχεις πει πως ακόμη διατηρώ στοιχεία ομορφιάς επάνω μου,» απάντησε ήρεμα. «Βλέπω δεν άλλαξες γνώμη.»

   Ο Γκούο Ρεν ένιωσε το βλέμμα της να μένει λίγο περισσότερο επάνω του απ’ όσο χρειαζόταν. Δεν ήταν αθώα υπενθύμιση· του έδειχνε πως θυμόταν πολύ καλά εκείνη την πρώτη τους συνομιλία.

   «Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν εύκολα,» της είπε.

   Η Χε Τζι έστρεψε για λίγο το πρόσωπο προς τον άνεμο. «Ούτε κάποιες συνήθειες των ανδρών αλλάζουν,» είπε ήσυχα. «Να παρατηρούν περισσότερο απ’ όσο πρέπει.»

   Η φράση της έκανε τον Γκούο Ρεν να χαμογελάσει αργά. «Ώστε δείχνω πως παρατηρώ αρκετά;»

   «Μια γυναίκα μαθαίνει να προσέχει τα βλέμματα.»

   Η φωνή της είχε μια χαμηλή βραχνάδα που τον αναστάτωνε περισσότερο όσο προσπαθούσε να παραμένει ψύχραιμος. Εκείνος πρόσεξε πως τα χέρια της, αν και δυνατά από τη δουλειά, είχαν μια ήρεμη θηλυκότητα στις κινήσεις τους. Όταν μετακίνησε ελαφρά το μανίκι της, ο Γκούο Ρεν αισθάνθηκε μια ξαφνική επιθυμία να αγγίξει το γυμνό σημείο του καρπού της — μια σκέψη που τον αιφνιδίασε.

«Εδώ φαίνεσαι πιο ήρεμη,» είπε τελικά.

«Εδώ κανείς δεν με κοιτά σαν να ανήκω κάπου.»

Η απάντηση βγήκε χαμηλή και αργή. Ο Γκούο Ρεν κατάλαβε αμέσως τη διπλή της σημασία.

   «Κι όμως,» είπε, πλησιάζοντας μισό βήμα πιο κοντά, «κάποιες παρουσίες δύσκολα περνούν απαρατήρητες.»

   Η Χε Τζι δεν μετακινήθηκε. Μόνο σήκωσε ελαφρά το βλέμμα προς το πρόσωπό του.

   «Πρέπει να προσέχουμε πριν ξεκινήσουμε κάποιες σχέσεις,» του είπε σχεδόν ψιθυριστά, επαναλαμβάνοντας τα ίδια λόγια που της είχε πει εκείνος στο πέτρινο διοικητήριο.

   Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε σταθερά. Θυμόταν πολύ καλά εκείνη τη στιγμή. «Και μου είχες απαντήσει πως δεν αποφασίζουμε πάντα εμείς για ό,τι μας τυχαίνει,» της είπε.

  Για πρώτη φορά το βλέμμα της μαλάκωσε φανερά. «Θυμάσαι πολλά για έναν άνθρωπο που γνώρισες τόσο λίγο.» 

   «Ίσως γιατί δεν μου φάνηκες ποτέ απλή εργάτρια.»

   Η Χε Τζι χαμήλωσε για μια στιγμή τα μάτια. Το σώμα της έμεινε ακίνητο, μα εκείνος είχε την αίσθηση πως κάτι μέσα της είχε σφιχτεί ανεπαίσθητα.

  «Κι εσύ δεν μου φάνηκες τόσο νέος όσο δείχνεις,» του απάντησε.

   Η φράση αυτή είχε σχεδόν τη μορφή προσωπικής παραδοχής. Ο Γκούο Ρεν αισθάνθηκε το στήθος του να βαραίνει παράξενα.

   Η απάντησή της ήταν κοφτή, σχεδόν ψυχρή. Ο Γκούο Ρεν την παρατήρησε προσεκτικά.

   «Γιατί είσαι απότομη; Έτσι μιλάς πάντα;»

  «Όχι. Μόνο όταν πρέπει.»¨

  «Μήπως μου κρατάς κακία που σε έστειλα εδώ;»

  «Όχι. Αυτό δεν με πειράζει.»

  «Μην ανησυχείς. Θα σε αλλάξω σε λίγο καιρό,» της είπε εκείνος. «Κάνε λίγη υπομονή.»

   Η Χε Τζι τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που ποτέ δεν μπορούσε να καταλάβει αν έκρυβε ειρωνεία ή προσοχή.

  «Όταν θα ολοκληρωθεί το σπίτι του Τζου Μιν, θα φύγεις από αυτούς. Μην ξεχνάς σε ποιόν ανήκεις»

  «Δεν ξεχνώ» του απάντησε εκείνη κοιτάζοντάς τον κατάματα.

   «Βλέπω ότι έπιασες φιλίες,» συνέχισε ο Γκούο Ρεν.

   «Δεν γίνεται διαφορετικά,» του απάντησε εκείνη.

   Ο άνεμος πέρασε ξανά μέσα από την αυλή. Η Σου Λαν έριξε μια σύντομη ματιά προς το μέρος τους και μετά συνέχισε τη δουλειά της, σαν να είχε ήδη καταλάβει πως η συζήτηση αυτή δεν την αφορούσε.

   «Θα σε ξαναδώ όταν θα στήνουμε τις αποθήκες,» είπε ο Γκούο Ρεν.

   «Εδώ θα είμαι…»

  «Μόλις γίνουν οι αποθήκες,» συνέχισε εκείνος, «θα ξεκινήσουμε την καλλιέργεια της γης. Ίσως εκεί να χτίσουμε κι ένα μικρό σπίτι. Τότε θα μπορείς να διαλέξεις πού θα μένεις. Αν βέβαια θέλεις να μένεις μακριά από τους άλλους.»

   Η Χε Τζι τον κοίταξε πιο αργά αυτή τη φορά.

  «Μερικές φορές η απομόνωση δεν βοηθά τους ανθρώπους να ξεχάσουν,» είπε. «Τους κάνει να θυμούνται περισσότερο.»

   Ο Γκούο Ρεν κατάλαβε ότι δεν μιλούσε μόνο για το παρελθόν της. «Κι αν κάποιος δεν θέλει να ξεχάσει;» τη ρώτησε.

   Η Χε Τζι δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια της έμειναν πάνω του λίγο περισσότερο από πριν και εκείνος αισθάνθηκε ξανά εκείνη την περίεργη αίσθηση — πως η γυναίκα αυτή, χωρίς να κάνει σχεδόν τίποτε, τον τραβούσε όλο και βαθύτερα σε μια περιοχή που δεν ήλεγχε.

    «Τότε πρέπει να ξέρει τι ζητά,» είπε τελικά.

Η φωνή της είχε χαμηλώσει τόσο που σχεδόν χανόταν μέσα στον άνεμο.

   Για λίγες στιγμές έμειναν ακίνητοι. Ο Γκούο Ρεν πρόσεξε την αργή αναπνοή της, τη μικρή άνοδο του στήθους της κάτω από το ύφασμα. Και ξαφνικά σκέφτηκε πως, αν άπλωνε το χέρι του, θα μπορούσε ίσως να την αγγίξει χωρίς εκείνη να τραβηχτεί. Η σκέψη αυτή τον αναστάτωσε.

   «Ελπίζω να χάρηκες που με ξαναείδες,» είπε πιο χαμηλόφωνα.

   Η Χε Τζι χαμογέλασε ελάχιστα.

   «Μερικές φορές είναι πιο ασφαλές να συγκρατεί κανείς τον εαυτό του, να φεύγει κανείς νωρίς.»

   «Από τι;»

Εκείνη τον κοίταξε ευθεία στα μάτια.

  «Από πράγματα που μπορεί να αρχίσουν χωρίς να το καταλάβουμε.»

Ο Γκούο Ρεν ένιωσε το σώμα του να σφίγγεται ανεπαίσθητα.

  «Και αν κάποιος θέλει να τα αφήσει να αρχίσουν;»

  Η Χε Τζι δεν απάντησε αμέσως. Για πρώτη φορά φάνηκε σχεδόν αμήχανη — όχι αδύναμη, αλλά προσεκτική απέναντι σε κάτι που είχε αρχίσει να γίνεται πραγματικό.

  «Ίσως τότε να πρέπει να έρθει αποφασισμένος,» απάντησε εκείνη. Η φράση έμεινε για λίγο ανάμεσά τους σαν μυστική πρόσκληση. «Ο αποφασισμένος πρέπει να γνωρίζει αυτά που του ανήκουν, αυτά που θέλει να του ανήκουν.»

  «Θα το έχω υπόψη μου» της απάντησε ο Γκούο Ρεν.

   Η Χε Τζι έμεινε για λίγο σιωπηλή.
«Πριν ξεκινήσει η καλλιέργεια των χωραφιών,» είπε τελικά, «πρέπει να γίνει η τελετή της ανθοφορίας. Έτσι έκανε ο πατέρας σου.»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε αμυδρά. «Ξέρεις πολλά.»

     Η γυναίκα δεν αποκρίθηκε αμέσως. Μετά από κάποια χρονική καθυστέρηση συμπλήρωσε: «Να έρθεις μόνος αν θέλεις οι αγροί σου να καρποφορήσουν. Χρειάζονται την ευλογία του ιδιοκτήτη τους.»

  Η φράση έμεινε για λίγο ανάμεσά τους σαν μυστική πρόσκληση.

  «Θα έρθω» της απάντησε κοιτάζοντάς την στα μάτια σα να έδινε μια υπόσχεση μεστή από νόημα, μια υπόσχεση που δεν αφορούσε μόνο τους αγρούς. 

   Για λίγες στιγμές έμειναν και οι δύο ακίνητοι, σαν να άκουγαν κάτι παλαιότερο που επέστρεφε αργά ανάμεσά τους.

  Ύστερα εκείνος είπε χαμηλόφωνα: «Ελπίζω να μη φύγεις απότομα όταν με ξανασυναντήσεις.»

   Η Χε Τζι κατέβασε για λίγο το βλέμμα. «Δεν είχαμε τίποτα να πούμε…»

   Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για λίγο ακόμη. «Ίσως όταν έρθω μόνος να έχουμε…»

  «Μπορεί, για την σπορά του ρυζιού» του απάντησε εκείνη.

   Δεν περίμενε απάντηση. Γύρισε αργά και κατευθύνθηκε προς τις εργασίες στο ανεγειρόμενο σπίτι του Τζου Μιν. Εκείνη πήρε το μονοπάτι για το κατώφλι του σπιτιού του χαρτοπαίκτη.

   Καθώς περπατούσε, οι σκέψεις του μπλέκονταν με πρόσωπα και νύχτες που δεν έφευγαν εύκολα από το μυαλό του. Οι δύο νύχτες, εκείνη με τη Χονγκ-Χουά και η τελευταία με τη Λινγκ-Λου, είχαν αφήσει μέσα του μια παράξενη ανησυχία. Σαν να άνοιγαν μικρά παράθυρα προς πράγματα που δεν είχε ποτέ προσπαθήσει να καταλάβει πραγματικά.

   Τα βήματά του τον  οδηγούσαν αργά, η Χε Τζι… η Χε Τζι ήταν κάτι διαφορετικό. Μια παλλακίδα από το παρελθόν. Η σκέψη του δεν έμενε πια μόνο στο σώμα της. Τον αναστάτωνε η ιδέα μιας γυναίκας μεγαλύτερής του, μιας γυναίκας που είχε υπάρξει κάποτε κοντά στον πατέρα του και που τώρα στεκόταν απέναντί του όχι σαν υπηρέτρια αλλά σαν ισότιμη παρουσία απέναντί του. Η Χε Τζι δεν του προκαλούσε μόνο επιθυμία· του προκαλούσε την αίσθηση ότι, αν την άγγιζε, θα άγγιζε μαζί και κάτι κρυμμένο από τον ίδιο του τον εαυτό. Ίσως, σκέφτηκε, αν περνούσε μια νύχτα μαζί της, να μάθαινε τελικά περισσότερα όχι μόνο για εκείνη, αλλά και για το ίδιο του το παρελθόν. Της είχε υποσχεθεί ότι  θα πήγαινε μόνος του,  και  κάποια στιγμή θα πήγαινε…

 

 

το γεύμα πριν την αναχώρηση για το Λο Τζιάνγκ

   Λίγο πριν επιστρέψει ο Γκούο Ρεν στον χώρο των εργασιών για την ανέγερση του νέου σπιτιού του Τζου Μιν, είδε τη Σου-Σι να έρχεται από τους αγρούς. Στο χέρι της κρατούσε ένα μικρό πλεκτό καλάθι γεμάτο άγρια χόρτα, νεαρούς βλαστούς μπαμπού και λίγα μανιτάρια που είχε βρει κοντά στα υγρά σημεία της καλλιεργήσιμης γης. Το μικρό σκυλάκι της έτρεξε πρώτο προς τον Γκούο Ρεν, κουνώντας ζωηρά την ουρά του και κάνοντας μικρές χαρές γύρω από τα πόδια του.

   «Δεν σε βρήκα,» της είπε ο Γκούο Ρεν.

   «Είχα πάει στα κτήματα,» αποκρίθηκε εκείνη. «Έχει καλούς βλαστούς φέτος η γη εδώ. Και τα μανιτάρια βγαίνουν εύκολα κοντά στα αρδευτικά αυλάκια.»

   Ο Γκούο Ρεν έγνεψε αφηρημένα. «Έμαθα ότι η οικογένεια του χαρτοπαίκτη φιλοξενεί τον Τζου Μιν, τον γιο του και τη Χε Τζι.»

   Η Σου-Σι χαμογέλασε ελαφρά, αλλά περισσότερο από συνήθεια παρά από ευθυμία.

   «Ναι. Φαίνονται φιλικοί. Αλλά μιλάνε πολύ. Αυτές οι κόρες του και η αδελφή του… Η Χε Τζι δεν δείχνει να την νοιάζει· μπορεί να κάθεται και να ακούει. Όμως τόσος θόρυβος, τόση φλυαρία και τόσα χαχανητά στο τέλος σου τρυπάνε τ’ αυτιά.»

    «Εσένα δεν σου πρότειναν να σε φιλοξενήσουν;»

   «Πρότειναν,» είπε η Σου-Σι. «Αλλά καλύτερα να κρατάμε τη θέση μας. Δεν θέλουν και πολύ οι άνθρωποι να πάρουν αέρα.»

   Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε αμυδρά.

«Ίδια η μάνα σου είσαι…»

Η Σου-Σι τον κοίταξε ήρεμα.

«Καλύτερα να ξέρουμε ποιοι είμαστε. Να μη νομίζουν πως είμαστε ίδιοι μ’ αυτούς.»

   Ο Γκούο Ρεν δεν αντέδρασε ιδιαίτερα. Οι αντιλήψεις αυτές ήταν βαθιά ριζωμένες στον τρόπο με τον οποίο είχαν μεγαλώσει και οι δυο τους μέσα στο σπίτι των Ντου. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή δεν είχε διάθεση να σταθεί σε τέτοιες σκέψεις.

   «Καλά,» είπε μόνο. «Τώρα τι θα κάνεις;»

   «Θα πάω να μαγειρέψω για τον Τσεν Μπινγκ και τους εργάτες. Έχω ήδη καθυστερήσει.»

   «Έγινες πραγματική μαγείρισσα.»

   Η Σου-Σι χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα καθώς περπατούσε δίπλα του. «Όταν το απαιτεί η ανάγκη, πρέπει να γινόμαστε αυτό που χρειάζεται.»

   Ο τόνος της έκοψε τη στιγμιαία ελαφρότητα της συζήτησής τους. Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά.

   «Έχεις δίκιο,» είπε πιο σοβαρά. Ύστερα τη ρώτησε: «Το βράδυ πού κοιμήθηκες;»

   «Ο Τσεν Μπινγκ με έβαλε σε ένα απάγκιο σημείο μέσα στο σπίτι του Τζου Μιν. Εκείνος κοιμήθηκε έξω για να με φυλάει. Οι εργάτες έμειναν πιο κάτω, μακριά από την εξέδρα.»

   Αφού είπε αυτά, η Σου-Σι κατευθύνθηκε προς τον πρόχειρο χώρο του μαγειρέματος. Δίπλα στην άμαξά της είχαν στερεώσει μερικά υφάσματα πάνω σε ξύλινα παλούκια για να κόβουν τον αέρα, ενώ λίγο πιο πίσω ήταν τα χάλκινα σκεύη, τα δοχεία με το νερό και οι σακούλες με το ρύζι.

   Δεν άργησε να ετοιμάσει το φαγητό. Έβρασε ρύζι με χόρτα και μανιτάρια, έψησε λίγα αποξηραμένα ψάρια πάνω στη φωτιά και πρόσθεσε μια αραιή σούπα με άγρια κρεμμυδάκια και βλαστούς μπαμπού.

    Κατά τη διάρκεια του γεύματος, ο Τσεν Μπινγκ χαμογέλασε με ειλικρινή ευχαρίστηση. «Μαγειρεύεις σαν τη μάνα σου. Έτσι μας φρόντιζε κι εκείνη όταν γυρίζαμε με τον πατέρα σου από ταξίδια.»

   Η Σου-Σι χαμογέλασε συγκρατημένα. «Όταν πεινάει κανείς, όλα του φαίνονται νόστιμα.»

    Ο Γκούο Ρεν, όμως, δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη. Δοκίμασε λίγο από το φαγητό χωρίς να δείξει εντυπωσιασμένος. Το βλέμμα του έμενε συχνά χαμένο κάπου μακριά, και οι σκέψεις του φαίνονταν να κινούνται αλλού. Ίσως να ήταν η κούραση· ίσως κάτι περισσότερο.

   Όταν ο Τσεν Μπινγκ απομακρύνθηκε και ο ήλιος είχε ήδη χαμηλώσει πίσω από τα χωράφια, ο Γκούο Ρεν πλησίασε πιο κοντά τη Σου-Σι και της μίλησε χαμηλόφωνα.

   «Θα χρειαστούμε χρήματα», της είπε. «Ίσως να χρειαστεί να πουλήσουμε κάποιο κόσμημα.»

   Η Σου-Σι έμεινε ακίνητη. Τα χέρια της σφίχτηκαν ασυναίσθητα πάνω στο ύφασμα του φορέματός της. Δεν απάντησε. Μέσα της, όμως, η σκέψη έπεσε βαριά. Άλλο ένα κόσμημα της μητέρας της… Δεν ήθελε να το αποχωριστεί. Και ακόμη λιγότερο ήθελε αυτή την επέκταση προς το Νανγκού, που έμοιαζε να φέρνει μόνο ανησυχία. Μα ήξερε πως πλέον δεν είχε τη δύναμη να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων.

   Ο Γκούο Ρεν είχε γίνει ακόμη πιο λιγομίλητος από πριν. Αυτό την ανησυχούσε περισσότερο από τα ίδια του τα λόγια. Προσπάθησε να τον πλησιάσει, να διαβάσει κάτι στο βλέμμα του.

    «Κουράστηκες;» τον ρώτησε απαλά. «Έφαγες καλά στο δρόμο;»

  «Με περιποιήθηκε η Α-Μέι. Η αποθήκη είναι έτοιμη, σχεδόν σε λειτουργία.  Καραβάνια ήδη πέρασαν από εκεί και σταμάτησαν.  Θα φτιάξουν παραδίπλα και ένα χώρο σα μαγειρείο.»

 Εκείνη όμως παρά τα ευχάριστα νέα έδειχνε ανήσυχη, σαν κάτι να μην τις έλεγε. «Υπάρχουν ακόμη προβλήματα;» τον ρώτησε, εννοώντας για τα γεγονότα στο Νανγκού.

   Εκείνος γύρισε προς το μέρος της και της έδωσε ένα ήρεμο, σχεδόν καθησυχαστικό βλέμμα.
   «Μην ανησυχείς», της απάντησε. «Όλα προχωρούν.»

   Η Σου-Σι δίστασε για μια στιγμή, αλλά η αγωνία της δεν την άφηνε να σωπάσει. «Θα πρέπει να ξαναπάς γρήγορα;» συνέχισε, με φωνή που πρόδιδε την ταραχή της.

   Ο Γκούο Ρεν κούνησε αργά το κεφάλι. «Όχι. Δεν χρειάζεται να επιστρέψω σύντομα στο Νανγκού.»

    Αυτή η φράση ήταν σαν να έλυσε έναν κόμπο μέσα της. Ο φόβος που κρατούσε από τότε που είχε ακούσει για εκείνο το μέρος υποχώρησε λίγο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να μπορούσε επιτέλους να σταθεί πιο σταθερά. Ωστόσο, δεν άντεξε να μην ρωτήσει εκείνο που την βασάνιζε περισσότερο. «Τι έγινε με τη Λιν Σουέ;»

   Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για μια στιγμή, και το βλέμμα του σκλήρυνε ανεπαίσθητα. «Θα τα πούμε στο Λο Τζιανγκ», είπε κοφτά. Η απότομη αυτή απάντηση έκοψε κάθε συνέχεια. Η Σου-Σι σώπασε, μα η ανησυχία της δεν έσβησε.

   Το επόμενο πρωί, η Χε Τζι την πλησίασε ανυπόμονα. «Έμαθες τίποτα;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα. Η Σου-Σι κούνησε το κεφάλι της. «Δεν μου είπε τίποτα.» Η Χε Τζι έσφιξε τα χείλη της. «Θα τη μαγάρισε αυτός ο Λιν Γιέ», είπε με πίκρα. «Ελπίζω μόνο το κορίτσι να ζει.» Τα λόγια της έμειναν να αιωρούνται βαριά ανάμεσά τους.

   Λίγο αργότερα, ο Γκούο Ρεν ετοιμάστηκε για αναχώρηση. Η Σου-Σι ανέβηκε στη μικρή της άμαξα.  Ο Τσεν Μπινγκ στεκόταν όρθιος κοντά στον Γκούο Ρεν. Είχε ήδη φορτώσει τα σκεπάσματα και τα φορητά κουζινικά σκεύη στην άμαξα της Σου-Σι.

   «Οι εργάτες θα μείνουν εδώ», του είπε ο Γκούο Ρεν πριν φύγουν. «Εσύ μόλις τελειώσετε το νέο  σπίτι του Τζου Μιν θα έρθεις στο Λο Τζιανγκ. Μόλις φέρουμε υλικά, θα ξεκινήσουμε τις αποθήκες.»

   Ο Τσεν Μπινγκ έγνεψε συμφωνώντας, χωρίς περιττά λόγια. «Θα τελειώσουμε γρήγορα. Και αυτοί θέλουν να φεύγουν όσο γίνεται συντομότερα.»

  Ο Γκούο Ρεν και η Σου-Σι ξεκίνησαν. Ο δρόμος για το Λο Τζιανγκ απλωνόταν μπροστά τους, και η σκέψη πως ως το βράδυ θα είχαν φτάσει έδινε έναν ρυθμό στο ταξίδι.

 

 

    εκείνο το βράδυ στο Λο Τζιανγκ

   Στο αρχοντικό τους στο Λο Τζιανγκ, τους περίμενε η Λάο Σου. Στεκόταν στην είσοδο, με το σώμα ελαφρώς σκυμμένο, τα χέρια ενωμένα μπροστά της. Μόλις τους είδε να πλησιάζουν, έκανε μια βαθιά, τυπική υπόκλιση. «Καλώς ήρθατε πίσω», είπε με σεβασμό. «Το σπίτι σας περιμένει.» Έπειτα σήκωσε το βλέμμα της και πρόσθεσε με φροντίδα: «Έχω ετοιμάσει φαγητό για εσάς.»

   Η Ρουό-Σι την κοίταξε ήρεμα. Εδώ, στο αρχοντικό, δεν χρειαζόταν πλέον να υποδύεται τίποτα. Η φωνή της ήταν φυσική, σταθερή.
«Μπορείς να πηγαίνεις να ξεκουραστείς κι εσύ.»

    Η Λάο Σου δίστασε ελαφρά. «Να σας σερβίρω;» «Θα σερβίρω εγώ», απάντησε η Ρουό-Σι. Πήγαινε να ξεκουραστείς. Αρκετά κουράστηκες αυτές τις μέρες που λείπαμε.»

   Η υπηρέτρια υποκλίθηκε ξανά και έφυγε για το δικό της ταπεινό σπίτι.

   η απόφαση

   Η Ρουό-Σι πήγε στην κουζίνα και έφερε τα σκεύη μαζί με μια φιάλη ρυζόκρασο. Μυστικά είχε ρίξει με προσοχή μέσα του μια σταγόνα από το «δάκρυ του ονείρου». Ήταν η στιγμή για να δοκιμάσει το δώρο της γριάς με τα βότανα.

   Καθώς κρατούσε τη φιάλη στα χέρια της, ένιωσε ένα κύμα ενοχής να τη διαπερνά. Σκέφτηκε τον Γκούο Ρεν, την εμπιστοσύνη του, και πόσο εύθραυστη ήταν η ισορροπία ανάμεσά τους. «Τι κάνω;» ψιθύρισε μέσα της. «Μπορεί να χάσω τον έλεγχο, ή ακόμα χειρότερα, να τον βλάψω…»

   Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα, αλλά η επιθυμία να τον φέρει  πιο κοντά, πιο ευάλωτο και πιο ανοιχτό, υπερκέρασε τη λογική της για λίγο. Σκέφτηκε την παρορμητικότητα της στιγμής, τα χείλη του, το βλέμμα του που πάντα την αναστάτωνε. Κάθε ενοχή έσβηνε στιγμιαία μπροστά στη φλόγα της επιθυμίας.

   Αλλά η αβεβαιότητα παρέμενε. Η φιάλη έτρεμε ελαφρά στα χέρια της. «Μπορεί να το μετανιώσω… ή να μετανιώσει και αυτός,» σκέφτηκε, νιώθοντας τα δάκτυλά της να παγώνουν πάνω στο γυαλί. Τι θα συνέβαινε όταν τα συναισθήματα θα ξεπερνούσαν τη λογική; Μπορούσε να υπολογίσει τον τρόπο που θα άλλαζε την αντίληψή του, την ψυχή του, ακόμη και τη δική της;

  Τα γαλάζια μάτια της λαμπύρισαν, η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά, και μια αποφασιστικότητα γεννήθηκε ξαφνικά. «Θα το κάνω,» σκέφτηκε, ενώ ένα δάκρυ τρόμου και ενθουσιασμού κύλησε ανεπαίσθητα.

   Με δισταγμό, αλλά και μια παράξενη ένταση, πήγε να ρίξει το κρασί από τη φιάλη στην κούπα του. Το χέρι της έτρεμε από ενοχή και πόθο. Ο Γκούο Ρεν έπιασε το χέρι της και το σταθεροποίησε. «Θα το χύσεις έξω» της είπε. Και κρατώντας το χέρι της σταθερά το οδήγησε να βάλει το κρασί στην κούπα του. Μετά αθόρυβα έβαλε κρασί και στη δική της.

   «Μα εσύ δεν πίνεις» παρατήρησε ο Γκούο Ρεν.

   «Σήμερα θα πιω. Περάσαμε τόσα. Το ταξίδι ήταν κουραστικό. Έχω ανάγκη να ξεχάσω…» του απάντησε και έβαλε και στην δική της.

   Η στιγμή ήταν ρευστή, η αβεβαιότητα, η κούραση, το βράδυ, το άδειο αρχοντικό, τους ένωνε και τους δύο αλλά ταυτόχρονα τους διαχώριζε. Αυτό το φράγμα έπρεπε να διαλυθεί, να διασκορπισθεί έστω σε μικρά κομματάκια για να ξαναενωθεί σε ένα νέο σχήμα, σε μία νέα κατάσταση. Ήπιε την πρώτη γουλιά και αναρωτήθηκε αν το «δάκρυ του ονείρου» θα αποκαλυπτόταν σαν δώρο ή σαν παγίδα.

η συζήτηση στο τραπέζι

    Στο τραπέζι το φαγητό άχνιζε ακόμη, μα η ησυχία δεν κράτησε για πολύ. Η Ρουό-Σι, με βλέμμα διεισδυτικό, στράφηκε προς τον Γκούο Ρεν.

   «Πες μου τι έγινε.»

   Ο Γκούο Ρεν άρχισε να διηγείται τα γεγονότα, χωρίς περιττές λεπτομέρειες. Μίλησε για τους «Επιστρέφοντες», για τη σπηλιά, για τον άνθρωπο του διοικητηρίου. Όμως, όσο μιλούσε, η Ρουό-Σι δεν αρκούνταν σε όσα άκουγε. Με σύντομες, κοφτές ερωτήσεις, ξετύλιγε περισσότερες πληροφορίες, συνδέοντας όσα της έλεγε με εκείνα που είχε ήδη μάθει από τη Χε Τζι.

   Όταν εκείνος τελείωσε, πήρε μια μικρή ανάσα και είπε με σκληρό τόνο: «Αυτά παθαίνει όποιος ακουμπά δικό του αίμα.» Η φράση του έμεινε για λίγο στον αέρα. Μα η Ρουό-Σι δεν συμφώνησε. Έγειρε ελαφρά μπροστά και άρχισε να μιλά, όχι σαν να αντέκρουε, αλλά σαν να ξεδίπλωνε μια άλλη εκδοχή.

   «Ή μήπως όχι;» είπε ήρεμα. «Μήπως ήταν η Λιν Σουέ εκείνη που προκάλεσε;»

   Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε συνοφρυωμένος, αλλά δεν την διέκοψε.

   «Μαζί δεν κοιμούνταν στο φτωχικό σπίτι;» συνέχισε. «Θα μπορούσε να δει κανείς τι μπορεί να γινόταν εκεί; Και τι δουλειά είχε να ακολουθεί τους “Επιστρέφοντες”, αφού μιλούσαν για την κατάργηση των δεσμών συγγένειας; Αυτό δεν την έβαζε σε υποψίες; Ή μήπως… αυτό ακριβώς επιθυμούσε;»

   Η φωνή της έμεινε χαμηλή, αλλά κάθε λέξη της είχε βάρος. «Και γιατί, όπως είπες, ανέβαιναν χέρι-χέρι με τον Λιν Γιέ; Γιατί θέλησε κι εκείνη να περάσει από τη δοκιμασία της σπηλιάς; Και γιατί βιάστηκε τόσο, αφού είχε φύγει ο αναχωρητής;»

   Ο Γκούο Ρεν την διέκοψε, εμφανώς ξαφνιασμένος. «Εσύ πού τα έμαθες όλα αυτά;»

   «Μου τα είπε η Χε Τζι», απάντησε χωρίς δισταγμό. «Και δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς έγινε μέσα στη σπηλιά.»

   Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος του, το βλέμμα της τώρα πιο αιχμηρό. «Και ποιος λέει ότι μονολογούσε για να προστατευτεί; Μονολογούσε συνέχεια ή μόνο όταν ήταν άλλοι γύρω; Και γιατί δεν ξαναπήγαν στους “Επιστρέφοντες” όταν γύρισε ο αναχωρητής; Μήπως είχαν ήδη συμφωνήσει ότι δεν τους χρειάζονταν;»

   Η Ρουό-Σι, σιωπηλή μέχρι τότε, ένιωθε την ένταση να πυκνώνει. Συνέχισε, αμείλικτη:
«Και ποιος λέει ότι αυτά δεν συνέβαιναν τακτικά στο σπίτι τους; Πόσες δεν προσποιούνται πως κοιμούνται; Και ακόμη κι αν κοιμόταν, δεν ένιωθε; Δεν καταλάβαινε ένα χέρι να την αγγίζει; Ή μήπως αυτό ήταν το άλλοθί της; Και μετά… δεν θυμόταν τίποτα;»

   Ο Γκούο Ρεν έσφιξε τα χείλη του, μα εκείνη δεν σταμάτησε.

   «Και πώς εξηγείς ότι πνίγηκε; Πνίγηκε; Αυτοκτόνησε; Κανείς δεν ξέρει. Ίσως πήγε να ξεπλυθεί… από τον πόθο της νύχτας. Ποιος ξέρει αν είχε ξαναπάει εκεί νύχτα;»

   Για μια στιγμή σώπασε, και ύστερα χαμήλωσε τον τόνο. «Και αυτός ο Λιν Γιέ; Ήταν τόσο ασυνείδητος; Δεν είχε ενοχές; Ή μήπως… όταν εκείνη του παρουσιαζόταν έτσι, τις έσβηνε;»

   Ο Γκούο Ρεν σκεφτόταν αλλά δεν ήθελε να ακολουθήσει την πορεία της σκέψης της.

   «Αν ανήκαν στους “Επιστρέφοντες”, αυτοί δεν έχουν τέτοιες ενοχές. Ζουν χωρίς δεσμούς συγγένειας. Και ίσως… είναι πιο ελεύθεροι να διαλέξουν αυτό που θέλουν. Όχι σαν όλους τους άλλους.»

   Η τελευταία φράση της έκανε τον ίδιο να αρχίσει να αναρωτιέται. Η Ρουό-Σι τον κοίταξε προσεκτικά.

   Εκείνος ανταπέδωσε το βλέμμα, αυτή τη φορά πιο αυστηρός. «Μήπως επηρεάστηκες κι εσύ από αυτούς;» τη ρώτησε, με μια σκιά αγριάδας στη φωνή του.

   Η Ρουό-Σι δεν ταράχτηκε. «Το να διαλέξει κανείς έναν δρόμο», είπε αργά, «δεν σημαίνει τίποτα, αν δεν τον διαλέξει και ο άλλος που θέλει να είναι μαζί του. Γι’ αυτό μπαίνουν ζευγάρι στη σπηλιά. Είναι έτοιμοι. Και αποφασισμένοι.»

   Έκανε μια μικρή παύση και τον κοίταξε ευθεία στα μάτια. «Μαζί δεν μπήκαν στη σπηλιά η Λιν Σουέ και ο Λιν Γιέ; Έτοιμοι και αποφασισμένοι ήταν.»

  η γη των ενόχων

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά, σαν να είχε καθίσει πάνω στο τραπέζι μαζί με τα ανείπωτα. Μόνο το φαγητό, που είχε αρχίσει να κρυώνει, μαρτυρούσε πως ο χρόνος συνέχιζε να κυλά.  Όμως η Ρουό-Σι δεν είχε τελειώσει. Έγειρε ελαφρά πίσω και, με μια φωνή ήρεμη αλλά διαπεραστική, συνέχισε: «Μήπως και η Χε Τζι δεν είχε μπει στη σπηλιά μαζί με τον αδελφό της;»

   Ο Γκούο Ρεν τινάχτηκε σχεδόν από τη θέση του.
«Τον αδελφό της;» επανέλαβε εκνευρισμένος.

  Η Ρουό-Σι δεν άλλαξε έκφραση.«Τον αδελφό της. Γιο του πατέρα της από τον πρώτο του γάμο.»

  «Και;» ρώτησε κοφτά εκείνος.

  «Και μετά έζησαν για χρόνια ως ζευγάρι, αν θέλεις να μάθεις», απάντησε εκείνη χωρίς δισταγμό.

   Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε σκληρά. «Είναι ακόμη μαζί του;»

  «Όχι. Εκείνος έχει πεθάνει πια.»

   Μια μικρή παύση ακολούθησε, μα η ένταση δεν έπεσε.

   «Πόσες τέτοιες ιστορίες δεν υπάρχουν;» συνέχισε η Ρουό-Σι, σχεδόν σαν να μιλούσε στον εαυτό της.

   «Αυτό είναι σπάνιο», αντέτεινε ο Γκούο Ρεν, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή του σταθερή.

   Η Ρουό-Σι χαμογέλασε αμυδρά, σχεδόν ειρωνικά. «Δεν είναι καθόλου. Απλώς κρύβονται. Δεν το διαλαλούν.» Έγειρε ελαφρά προς το μέρος του, και ο τόνος της έγινε πιο συγκεκριμένος, πιο κοφτερός. «Στα κτήματά μας στο Νανγκού… μήπως θέλεις να μάθεις;»

   Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε το βλέμμα του, τώρα περισσότερο προκλητικός παρά αμυντικός.
«Για πες μας, εσύ που ξέρεις.»

   Η Ρουό-Σι πήρε μια ανάσα και άρχισε να απαριθμεί, σαν να ξετύλιγε ένα καλά φυλαγμένο νήμα. «Λοιπόν, άκου για τις επενδύσεις σου και τα σχέδιά σου να επεκταθείς εκεί. Είναι ο Γκενγκ Ντο με την κόρη του, άλλοι λένε μόνο με τη μία, κάποιοι ψιθυρίζουν και με τις δύο. Είναι η Γου Σία με τον ανιψιό της. Είναι η Χου Λαν με τον μικρότερο αδελφό του άντρα της, τον Φενγκ-Ρεν… Είναι ο Χου Σι με την κόρη του την Λου Λαν. Αυτούς τους δύο  τους είδα εγώ να μπαίνουν στη σπηλιά.»

   «Μου τα παρουσιάζεις σαν γη των ενόχων, κτήματα που σπαρμένοι είναι ένοχοι αντί για σιτηρά και ρύζι.»

 «Μπορεί. Σε απόμακρους ξεχασμένους τόπους φυτρώνουν παράξενοι καρποί. Γιατί όχι και άνθρωποι;»

   Σταμάτησε για μια στιγμή, αφήνοντας τα ονόματα να καθίσουν βαριά στον αέρα. «Και δεν ξέρω πόσους άλλους θα βρεις… αν ψάξεις καλύτερα.»

  «Ώστε πρόλαβες και πήγες στις συναντήσεις τους;» απόρησε ο Γκούο Ρεν. Το βλέμμα του είχε σκοτεινιάσει, όχι μόνο από όσα άκουγε, αλλά και από όσα ίσως άρχιζε να υποψιάζεται. Κι έξω από το αρχοντικό, η νύχτα είχε πέσει για τα καλά, σαν να σκέπαζε όλα όσα οι άνθρωποι δεν τολμούσαν να πουν στο φως.

   Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για λίγο σιωπηλός, με ένα βλέμμα που έκρυβε περισσότερο προβληματισμό παρά θυμό. «Βλέπω πως είσαι πιο καλά ενημερωμένη από μένα», είπε τελικά.

   Η Ρουό-Σι έγειρε ελαφρά το κεφάλι, σαν να περίμενε αυτή την παρατήρηση. «Στο είπα», απάντησε ήρεμα. «Κανείς δεν ανοίγεται στους άρχοντες. Αν ήμουν η Ρουό-Σι, κανείς δεν θα μου μιλούσε. Τώρα που τους παρουσιάστηκα ως Σου-Σι, όλοι με θεώρησαν δικό τους άνθρωπο.»

   Τα λόγια της τον ενόχλησαν περισσότερο απ’ όσο ήθελε να δείξει. «Σου ταίριαξε καλά ο ρόλος της», είπε με μια δόση εκνευρισμού.

   Η Ρουό-Σι δεν αντέδρασε. Το βλέμμα της έμεινε σταθερό. «Κάποιες φορές πρέπει να υποδυόμαστε ότι είμαστε κάποιοι άλλοι», του είπε ήρεμα. «Είτε από φόβο, είτε από ανάγκη… είτε… για να βρούμε αυτό που μας ταιριάζει…»

   Η φράση της έμεινε να αιωρείται για λίγο ανάμεσά τους. Έπειτα, σαν να θυμήθηκε κάτι, συνέχισε: «Δεν τις είδες… αυτές με τα κόκκινα περιδέραια;»

   Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε ελαφρά, κάνοντας πως δεν καταλαβαίνει. «Δεν ξέρω… Για ποιιό πράγμα μιλάς;»

   Η Ρουό-Σι τον κοίταξε πιο επίμονα. «Δεν τις πρόσεξες;»

  «Όχι.»

  Ένα σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. «Τις ευνοούμενες του πατέρα μας.»

  Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε τα φρύδια του, συνεχίζοντας το ίδιο παιχνίδι. «Τι σημαίνει αυτό;»

   Η φωνή της έγινε πιο κοφτή. «Τις παλλακίδες των χωραφιών.»

   Η Σου-Σι ένιωσε την ατμόσφαιρα να βαραίνει κι άλλο. «Μία από αυτές στο παρελθόν ήταν και η Χε Τζι», συνέχισε η Ρουό-Σι. «Μέχρι που την αντικατέστησε.»

   Ο Γκούο Ρεν έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός.

  «Δεν σου είπε ο Λι Σαν για τα τρία κόκκινα περιδέραια;» πρόσθεσε εκείνη.

   «Τι είναι αυτό;» τη ρώτησε, αυτή τη φορά με λιγότερη προσποίηση.

   «Οι τρεις τελευταίες παλλακίδες που διατηρούσε εκεί», εξήγησε. «Περιμένουν να δουν αν ο αντικαταστάτης του θα συνεχίσει να τις προτιμά… ή αν θα τις απολύσει.»

  οι υποθετικές ερωτήσεις

   Ο Γκούο Ρεν ξεροκατάπιε. Η πληροφορία αυτή δεν ήταν απλώς άβολη, άγγιζε κάτι πιο βαθύ. «Αυτή η Χε Τζι… πολλά σου έμαθε», είπε τελικά, με μια προσπάθεια να ελαφρύνει τον τόνο του. «Σε λίγο θα γίνεις και μέλος της Μεγάλης Ειρήνης.»

   Η Ρουό-Σι τον κοίταξε ήρεμα. «Αν ήμουν η Σου-Σι… μπορεί και να γινόμουν.»

   Η απάντησή της τον έκανε να συνοφρυωθεί.
«Και θα μπορούσες να κόψεις τους δεσμούς;»

   «Αν αυτός που ήθελα ήταν συγγενής μου… ναι.»

Η φωνή της δεν είχε ίχνος δισταγμού.

   «Και θα άφηνες την περιουσία σου; Τη θέση σου;»

   Η Ρουό-Σι άφησε ένα ελαφρύ, σχεδόν πικρό χαμόγελο. «Δεν πρόσεξες; Είπα… αν ήμουν κάποια σαν τη Σου-Σι.» Έκανε μια μικρή παύση. «Τότε… τι θα είχα να χάσω;»

   Κανείς δεν απάντησε. Ο Γκούο Ρεν την κοιτούσε, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν τα λόγια της ήταν απλώς σκέψεις… ή κάτι πολύ πιο επικίνδυνο. Και η Ρουό-Σι, σιωπηλή, ένιωθε πως εκείνο το τραπέζι δεν ήταν πια χώρος φαγητού, αλλά ένα πεδίο όπου αποκαλύπτονταν αλήθειες που κανείς δεν ήταν πραγματικά έτοιμος να αντιμετωπίσει.

   Η ατμόσφαιρα είχε ήδη βαρύνει, μα η Ρουό-Σι δεν έδειχνε διατεθειμένη να αφήσει τη συζήτηση να σβήσει. Τα μάτια της καρφώθηκαν στον Γκούο Ρεν, αυτή τη φορά με μια ένταση πιο προσωπική, πιο επικίνδυνη.

   «Και αν εγώ ήμουν η Σου-Σι…» άρχισε αργά, τονίζοντας κάθε λέξη, «και με γνώριζες για πρώτη φορά στο Νανγκού… θα με επέλεγες; Θα ήμουν μια από εκείνες στις οποίες θα φόραγες κόκκινο περιδέραιο;»

   Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε. Το βλέμμα του ξέφυγε για μια στιγμή, σαν να έψαχνε διέξοδο από την ερώτηση.

   Η Ρουό-Σι δεν τον άφησε. «Φαντάσου», συνέχισε, με φωνή που χαμήλωσε «ότι δεν είσαι εσύ. Ότι είσαι κάποιος άλλος. Ένας νέος άρχοντας που μόλις έφτασε εκεί.»

   Έγειρε ελαφρά μπροστά δυναμώνοντας ελαφρά τη φωνή της. «Με πρωτοσυναντάς. Για πρώτη φορά στη ζωή σου. Είμαι η Σου-Σι… μια εργάτρια στα χωράφια σου. Δεν έχουμε καμία συγγένεια. Καμία ιστορία.»

   Μια μικρή παύση. «Θα με επέλεγες;»

Ο Γκούο Ρεν έσφιξε τα χείλη του. Η σιωπή του κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο άντεχε η στιγμή.

   «Μπορεί», της είπε.

   Η λέξη έπεσε άτονα, σχεδόν αμυντικά.    

   Η Ρουό-Σι χαμογέλασε ελαφρά, αλλά δεν υπήρχε ζεστασιά σε αυτό το χαμόγελο.
«Μπορεί…;» επανέλαβε, υψώνοντας λίγο τη φωνή της. «Ή θα με επέλεγες;»

   Εκείνος πήρε μια ανάσα, σαν να αποφάσιζε να τελειώσει με αυτό. «Θα σε επέλεγα», είπε πιο σταθερά. «Αν δεν σε είχα ξαναδεί ποτέ. Αν ήσουν μια άγνωστη.»

   Για μια στιγμή, η Ρουό-Σι δεν μίλησε. Το βλέμμα της μαλάκωσε, σχεδόν ανεπαίσθητα.

   «Και αν μετά από καιρό…» συνέχισε πιο χαμηλά τώρα, «αποδεικνυόταν πως ήμουν κόρη του παλαιού άρχοντα, του πατέρα σου, κόρη από παλλακίδα του…  Τι θα έκανες τότε;»

   Η φωνή της είχε χάσει την αιχμή της. Τώρα υπήρχε μέσα της κάτι πιο εύθραυστο.

   Ο Γκούο Ρεν δίστασε. «Δεν ξέρω», απάντησε τελικά. Η απάντηση αυτή δεν είχε άμυνα. Ήταν γυμνή, ειλικρινής.

   Η Ρουό-Σι έγνεψε αργά. «Ούτε κι εγώ θα ήξερα», είπε. Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε βαθιά, σαν να προσπαθούσε να δει πέρα από εκείνον. «Αλλά… αν υπήρχε κάτι δυνατό ανάμεσα στη Σου-Σι… και στον νέο άρχοντα…» Η φωνή της χαμήλωσε κι άλλο, σχεδόν ψίθυρος. «Θα προτιμούσα να μην το μάθει ποτέ.» Μια παύση. «Η Σου-Σι… η κοπέλα με το κόκκινο περιδέραιο.»

   Τα λόγια της έσβησαν αργά, αφήνοντας πίσω τους μια σιωπή διαφορετική από πριν. Όχι βαριά από ένταση, αλλά γεμάτη από κάτι πιο περίπλοκο,  επιθυμία, φόβο, και μια αλήθεια που κανείς τους δεν τολμούσε να αγγίξει ολοκληρωτικά. Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε. Την κοιτούσε μόνο. Και για πρώτη φορά, δεν ήταν ξεκάθαρο αν την έβλεπε ως Ρουό-Σι… ή ως εκείνη την άγνωστη κοπέλα, που ίσως κάποτε θα είχε διαλέξει χωρίς να ξέρει ποια πραγματικά ήταν.

 

 

     το πρώτο «δάκρυ του ονείρου»

   Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε άλλο εκείνο το βράδυ. Οι λέξεις είχαν εξαντληθεί, ή ίσως είχαν γίνει επικίνδυνες. Ξάπλωσε νωρίς, σαν να ήθελε να ξεφύγει από όσα είχαν ειπωθεί ή από όσα είχαν αρχίσει να σχηματίζονται μέσα του.

  το όνειρο του Γκούο Ρεν

   Ο ύπνος τον πήρε γρήγορα. Βαθύς, αλλά ανήσυχος. Και τότε… την είδε. Στεκόταν μπροστά του, σαν να είχε βγει μέσα από τη σκέψη του. Το φως γύρω της ήταν ασαφές, σχεδόν ομιχλώδες, μα εκείνη ήταν καθαρή, ζωντανή.

   «Είμαι η Σου-Σι», του είπε.

   Η φωνή της ήταν απαλή, αλλά είχε μέσα της μια επιμονή που δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Φορούσε ένα κόκκινο περιδέραιο. Το βλέμμα της καρφώθηκε πάνω του. «Το έχασα…» συνέχισε. «Πρέπει να το φορώ. Είναι το δώρο σου. Πρέπει να ξέρεις ότι είμαι δική σου, ότι σου ανήκω.»

   Ο Γκούο Ρεν αναδεύτηκε στον ύπνο του. Το σώμα του γύρισε νευρικά στο στρώμα, σαν να ήθελε να ξεφύγει από τη μορφή, να τη διώξει. Μα δεν μπορούσε. Εκείνη χάθηκε για μια στιγμή,  μόνο για να εμφανιστεί ξανά, πιο κοντά.

   «Είμαι η Σου-Σι», επανέλαβε. «Έλα στο δωμάτιό μας… έλα στη σπηλιά μας.»

   Η φωνή της δεν ζητούσε πια. Καλούσε. Και εκείνος… την ακολούθησε.

 σπρώχνοντας την μισάνοιχτη πόρτα

   Ένιωσε σαν να σηκώνεται, σαν να περπατά χωρίς βάρος, χωρίς σκέψη. Τα βήματά του τον οδήγησαν σε έναν γνώριμο, μα ταυτόχρονα ξένο χώρο. Η πόρτα του δωματίου ήταν μισάνοιχτη. Την έσπρωξε απαλά.

   Μέσα, η Σου-Σι τον περίμενε. Ξαπλωμένη. Ακίνητη, σαν να ήξερε ήδη ότι θα έρθει. «Έλα», του είπε. Η φωνή της τώρα ήταν χαμηλή, σχεδόν ζεστή. Ο Γκούο Ρεν πλησίασε. Κάθε βήμα τον έφερνε πιο κοντά, όχι μόνο σε εκείνη, αλλά σε κάτι που δεν μπορούσε πια να αρνηθεί.

   Εκείνη άπλωσε τα χέρια της και τον τράβηξε κοντά της. Και τότε, για μια στιγμή ή για πολλές  δεν υπήρχαν ονόματα. Ήταν η ίδια γυναίκα. Το ίδιο πρόσωπο. Το ίδιο σώμα. Μόνο το όνομα άλλαζε. Σου-Σι. Ρουό-Σι. Η διαφορά άρχισε να χάνεται, να διαλύεται σαν σκιά στο σκοτάδι.

   Το δωμάτιο γύρω τους έμοιαζε να αλλάζει. Οι τοίχοι υποχωρούσαν, η οροφή χανόταν, και στη θέση τους απλωνόταν μια αίσθηση κλειστού, αρχέγονου χώρου. Σαν σπηλιά. Σαν εκείνη για την οποία είχαν μιλήσει. Εκεί όπου οι δεσμοί έσπαγαν. Όπου τα ονόματα δεν είχαν σημασία. Όπου η συγγένεια ξεθώριαζε μπροστά σε κάτι πιο δυνατό, πιο άμεσο, στα σώματα, στην επιθυμία.

   Μέσα στην κρεβατοκάμαρα του άρχοντα Τσενγκ-Γουέι και της Γιάο Γκουάνγκ, ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι ενώθηκαν με μια δύναμη αδιανόητη, σαν να έθεταν έναν οριστικό τέλος σε ό,τι τους είχε κρατήσει χωριστά μέχρι τότε. Ένωσαν τα σώματα και τις ψυχές τους, με πείσμα και αποφασιστικότητα, απέναντι σε ό,τι θα μπορούσε να τους χωρίσει στο μέλλον. Ήταν σαν να είχαν σπάσει τον δεσμό της συγγένειάς τους, να τον είχαν καταργήσει εντελώς, και να είχαν γίνει οπαδοί της ελευθερίας των «Επιστρεφόντων». Είχαν βρει τη δική τους αλήθεια, ξεχωριστή από κάθε άλλον, χωρίς να ασπαστούν καμμία θεωρία, κανένα δόγμα.

   Η ατμόσφαιρα γύρω τους έγινε πιο πυκνή, σαν να έκλεινε απαλά ο κόσμος έξω από την κρεβατοκάμαρα και να άφηνε μόνο εκείνους τους δύο. Η ένταση δεν ήταν πια ορμητική και άγρια, αλλά βαθιά, υπόγεια, σαν φωτιά που έκαιγε για καιρό και τώρα έβρισκε επιτέλους διέξοδο.

   Η Ρουό-Σι τον κράτησε κοντά της, χωρίς βιασύνη. Το άγγιγμά της είχε μια σιγουριά που δεν χρειαζόταν υπερβολή. Ο Γκούο Ρεν ανταποκρίθηκε με την ίδια σιωπηλή δύναμη. Δεν υπήρχε πια η αμφιβολία των προηγούμενων στιγμών· μόνο μια αίσθηση ότι κάτι που είχε μείνει ανολοκλήρωτο, τώρα έβρισκε τον δρόμο του.

   Ήταν σαν δύο ρεύματα που για καιρό κινούνταν παράλληλα, χωρίς να αγγίζονται, και τώρα ενώνονταν σε μια κοινή πορεία. Οι παλιοί δισταγμοί, οι λέξεις που δεν είχαν ειπωθεί, οι σκέψεις που είχαν μείνει κρυφές, όλα αναδύονταν σιωπηλά και χάνονταν μέσα σε αυτή τη συνάντηση.

   Η παρουσία της ήταν ζεστή, γνώριμη και ταυτόχρονα νέα. Εκείνος ένιωθε πως δεν την ανακάλυπτε για πρώτη φορά, αλλά πως την αναγνώριζε. Σαν κάτι που υπήρχε από παλιά, μα δεν είχε τολμήσει να πάρει μορφή.

   Οι κινήσεις τους έγιναν πιο ήρεμες, πιο σταθερές. Όχι από έλλειψη πάθους, αλλά από μια παράξενη συμφιλίωση μαζί του. Ο πόθος τους δεν ήταν πια έκρηξη, αλλά ροή, σαν νερό που βρίσκει τελικά το μονοπάτι του και κυλά χωρίς εμπόδιο.

   Ο χρόνος κυλούσε αργά. Η ένταση δεν έσβηνε,  μεταμορφωνόταν. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπηλή ένωση, ο Γκούο Ρεν δεν ένιωθε πια πως παραδινόταν σε κάτι ξένο, αλλά πως πλησίαζε κάτι που, με έναν παράξενο τρόπο, ήταν ήδη δικό του.

  το δώρο

   Ο Γκούο Ρεν σηκώθηκε και πλησίασε την κασσετίνα με τα κοσμήματα. Διάλεξε από εκεί ένα κόκκινο περιδέραιο, και  το φόρεσε στο λαιμό της Ρουό Σι. Το κόκκινο βαρύτιμο περιδέραιο ήταν  σύμβολο. Όχι ιδιοκτησίας, αλλά αναγνώρισης. Σαν να δήλωνε αυτό που δεν μπορούσαν να πουν: ότι, πέρα από ονόματα και ρόλους, είχαν συναντηθεί σε ένα σημείο όπου όλα τα άλλα έχαναν τη σημασία τους. Η Ρουό-Σι για εκείνον γινόταν η Σου-Σι και το αντίστροφο. Για τον νέο άρχοντά της, για τον εραστή της, για τον άνδρα της ζωής της. Για εκείνον που θα παράταγε τα πάντα, αρκεί να έμπαινε μαζί του στη σπηλιά. Αλλά τώρα δεν χρειαζόταν καμία προετοιμασία, καμία δοκιμασία, καμία σπηλιά. Σπηλιά ήταν η κρεβατοκάμαρά τους μέσα στο αρχοντικό των Ντου.

  το επόμενο πρωί

   Όταν ξύπνησε εκείνο το πρωί, είχε ακόμη φορεμένο στον λαιμό της το κόκκινο, βαρύτιμο περιδέραιο. Το άγγιξε με τα δάχτυλά της, σχεδόν διστακτικά. Το μέταλλο ήταν ψυχρό, μα εκείνη ένιωσε τη θερμότητα να ανεβαίνει στο στήθος της. Ήταν το σημάδι της αναγνώρισης. Η απόδειξη αυτού που είχε συμβεί — όχι σε όνειρο, όχι σε σκέψη.

   Το πρώτο που την τάραξε ήταν η μυρωδιά στο σώμα της. Βαριά, ξένη, επίμονη. Σαν κάτι που δεν της ανήκε πλήρως. Ήξερε. Ήταν οι παρενέργειες από το «δάκρυ του ονείρου». Σηκώθηκε απότομα. Το νερό έπεσε πάνω της βιαστικά, σχεδόν άγρια, σαν να προσπαθούσε να ξεπλύνει όχι το σώμα της, αλλά τη μνήμη που είχε ήδη ριζώσει. Έτριψε το δέρμα της περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Όμως τίποτε δεν έφευγε πραγματικά. Ντύθηκε γρήγορα. Τα χέρια της κινήθηκαν μηχανικά καθώς μετέφερε σκεπάσματα πίσω στο δωμάτιό της, διορθώνοντας ό,τι μπορούσε να διορθωθεί, σβήνοντας ό,τι μπορούσε να σβηστεί. Ύστερα ετοίμασε κάτι για πρόχειρο πρόγευμα.

   Ο Γκούο Ρεν ξύπνησε αργά, με το σώμα βαρύ. Ανακάθισε και κοίταξε γύρω του με σύγχυση.

«Πώς…;» μουρμούρισε. «Πώς βρέθηκα εδώ;»

   Ήταν στην κεντρική  κρεβατοκάμαρα τουΤσενγκ-Γουέι και της Γιάο Γκουάνγκ. Το κεφάλι του βούιζε ακόμη από το ρυζόκρασο. Μνήμες της νύχτας δεν υπήρχαν καθαρές, μόνο θραύσματα. Διάχυτες εικόνες του ονείρου του πέρασαν γρήγορα μπροστά του, σκιές, σώματα ενωμένα. Ένα σώμα κοντά στο δικό του. Ζεστό. Οικείο με τρόπο που τον έκανε να νιώθει άβολα ακόμη και τώρα. Σηκώθηκε αργά.

   Η Ρουό-Σι δεν γύρισε αμέσως να τον κοιτάξει.

«Τι έγινε;» τη ρώτησε, καθώς εκείνη σέρβιρε το πρόγευμα.

   Η φωνή του ήταν ακόμη τραχιά από τον ύπνο.

   «Ήπιες πολύ χθες,» απάντησε εκείνη ήρεμα. «Και μπέρδεψες τα δωμάτια. Αναγκάστηκα να κοιμηθώ στο δικό μου.»

   Δεν υπήρχε δισταγμός στη φωνή της. Ο Γκούο Ρεν έγνεψε αμυδρά, σαν να δεχόταν μια εξήγηση που δεν μπορούσε να ελέγξει. Όμως οι εικόνες δεν έλεγαν να φύγουν. Για μια στιγμή, ένα πρόσωπο σχηματίστηκε πιο καθαρά μέσα στο μυαλό του, υπερβολικά καθαρά. Ένα πρόσωπο που δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Το στομάχι του σφίχτηκε. Κατέβασε αμέσως το βλέμμα του. Καλύτερα να ήταν απλώς όνειρο. Ένα άσχημο, άτακτο παιχνίδι του νου.

   «Παράξενα όνειρα…» είπε χαμηλά, σχεδόν στον εαυτό του.

   Η Ρουό-Σι σταμάτησε για μια ανεπαίσθητη στιγμή, μα δεν γύρισε.

   «Το κρασί φέρνει τέτοια,» απάντησε.

   Εκείνος δεν σήκωσε το βλέμμα του από το πήλινο σκεύος. Ένιωθε μια αδιόρατη ντροπή, χωρίς σαφή αιτία. Όχι για κάτι που είχε κάνει,  αλλά για κάτι που είχε δει μέσα του. Έσφιξε τα δάχτυλά του γύρω από το σκεύος. Το όνειρο έπρεπε γρήγορα να ξεχαστεί.

   Η Ρουό-Σι τον κοίταξε τότε, σιωπηλά. Εκείνος δεν ήξερε. Και δεν θα ήξερε. Το βλέμμα της χαμήλωσε αργά, σαν να αποδεχόταν κάτι που δεν μπορούσε πια να αλλάξει.

   Έξω, το πρωινό φως απλωνόταν πάνω στα χωράφια, καθαρό και αδιάφορο. Μέσα στο σπίτι, όμως, κάτι είχε ήδη αλλάξει και δεν υπήρχε δρόμος να επιστρέψει.

   Έτσι θα ήταν από τότε η ζωή τους, εκείνος στα κτήματα και εκείνη θα μεταμορφωνόταν σε Σου-Σι για εκείνον κάποια βράδυα, ή μπορεί να μην χρειαζόταν να υποδυθεί κανένα ρόλο, και να είναι απλά ο εαυτός της, η Ρουό-Σι, όταν μια σταγόνα από το «δάκρυ του ονείρου» θα διαλυόταν στο ρυζόκρασο.

   Και πίσω από όλα αυτά κρυβόταν η μεγαλύτερη ειρωνεία.  Για να έφθαναν σε αυτές τις μυστικές στιγμές, δεν θα χρειαζόταν τίποτε απ’ όλα αυτά, παρά μόνο η γνώση της αλήθειας. Η γνώση ότι δεν είχαν καμμία συγγένεια. Αλλά η αλήθεια πολλές φορές βρίσκεται θαμμένη για να βασανίζει  τις ζωές των ανθρώπων. 

 

 

το ξαφνικό κάλεσμα από το Μπαϊλίν

   Ο αγγελιοφόρος έφθασε στο Λο Τζιανγκ λίγο μετά το σούρουπο, όταν οι τελευταίες κόκκινες ανταύγειες είχαν αρχίσει να σβήνουν πάνω από τις στέγες του αρχοντικού των Ντου. Η μεγάλη αυλή ήταν ήσυχη. Μονάχα ο αχνός από τα φανάρια λικνιζόταν στον αέρα και κάπου, πίσω από τους εσωτερικούς διαδρόμους, ακουγόταν το νερό μιας πέτρινης κρήνης.

   Ο υπηρέτης που άνοιξε την πύλη συνοφρυώθηκε βλέποντας το λασπωμένο άλογο.

   «Από το Μπαϊλίν», είπε κοφτά ο αγγελιοφόρος. «Έχω μήνυμα για τον νεαρό αφέντη Γκούο Ρεν.»

   Τον οδήγησαν στην ανατολική αίθουσα. Εκεί βρισκόταν ο Γκούο Ρεν. Ο νεαρός άντρας καθόταν δίπλα στο χαμηλό τραπέζι, μισοσκυμμένος πάνω από λογαριασμούς γης και αποθηκών. Η Ρουό-Σι στεκόταν κοντά στο παράθυρο, ντυμένη με απλό γαλάζιο μεταξωτό φόρεμα. Το φως των φαναριών έκανε τα παράξενα μάτια της να μοιάζουν σχεδόν ασημένια.

   Ο αγγελιοφόρος γονάτισε. «Αφέντη… με στέλνουν οι σεβαστές θείες σας από το Μπαϊλίν.»

   Ο Γκούο Ρεν σήκωσε αμέσως το βλέμμα. «Τι συνέβη;»

   Ο άντρας χαμήλωσε το κεφάλι περισσότερο, σαν να δίσταζε να μεταφέρει κακά νέα. «Καταστροφή στα ανατολικά χωράφια. Οι βροχές χάλασαν τα αναχώματα… λένε πως νυχτερινοί κλέφτες πέρασαν μετά. Πάτησαν τη νέα σοδειά. Έπεσαν φράχτες. Οι εργάτες φοβούνται κι έχουν αρχίσει να φεύγουν.»

   Ο Γκούο Ρεν πετάχτηκε όρθιος. «Πόσο μεγάλη είναι η ζημιά;»

   «Παράγγειλαν να πάτε το γρηγορότερο.»

   Η Ρουό-Σι δεν μίλησε. Μόνο τον παρατηρούσε. Ακίνητη. Με εκείνα τα ψυχρά γαλανά μάτια που ποτέ δεν αποκάλυπταν πραγματικά τι σκεφτόταν.

   Ο Γκούο Ρεν πέρασε το χέρι στα μαλλιά του νευρικά. «Θα φύγουμε με το πρώτο φως.»

   Ο αγγελιοφόρος έσκυψε ξανά. «Οι θείες σας θα ανακουφιστούν όταν σας δουν, αφέντη.»

  Ο Γκούο Ρεν μίλησε στην αδελφή του. «Πες στη Λάο Σου να του στρώσει τραπέζι.  Βάλτε τον κάπου να ξεκουρασθεί.» Η Ρουό-Σι έφυγε και με έναν υπηρέτη οδήγησε τον αγγελιαφόρο στις αποθήκες. Αργότερα έστειλε την Λό Σου να του πάει φαγητό.

    Αργότερα εκείνη τη νύχτα, το αρχοντικό βυθίστηκε στη σιωπή. Ο Γκούο Ρεν στεκόταν μόνος στην εξωτερική στοά κοιτάζοντας τη σκοτεινή αυλή. Ο νυχτερινός αέρας μύριζε γιασεμί και υγρή πέτρα. Άκουσε απαλά βήματα πίσω του.

Η Ρουό-Σι στάθηκε δίπλα του. Για λίγη ώρα δεν είπε τίποτα. «Θα λείψεις πολλές μέρες;» ρώτησε τελικά.

   Η φωνή της ήταν ήρεμη, μα κάτι υπόγειο κυλούσε κάτω από τις λέξεις.

   «Δεν ξέρω ακόμη.» της απάντησε ο Γκούο Ρεν και απέφυγε να τη κοιτάξει κατευθείαν. Από το πρωϊ ένιωθε παράξενα ανήσυχος κοντά της. Από  τη νύχτα… Η σκέψη του κόπηκε απότομα. Μια εικόνα άστραψε μέσα στο μυαλό του. Γυμνό δέρμα. Σκοτάδι. Τα γαλανά μάτια της να τον κοιτούν μέσα από αχνό καπνό λιβανιού. Ένα χέρι να γλιστρά κάτω από τα ρούχα του.

   Ο Γκούο Ρεν ανοιγόκλεισε απότομα τα μάτια. Η ανάσα του βάρυνε. Δεν θυμόταν καθαρά. Μονάχα κομμάτια. Σαν σπασμένος καθρέφτης. Είχε ξυπνήσει εκείνο το πρωί ζαλισμένος, με το σώμα του βαρύ και το μυαλό θολό, σαν να είχε παρασυρθεί από βαθύ όνειρο. Και από τότε, σκιές από τη νύχτα επέστρεφαν ξαφνικά, δίχως προειδοποίηση. Ένα φιλί στον λαιμό του. Δάχτυλα πλεγμένα με τα δικά του. Η φωνή της Ρουό-Σι, σχεδόν ψίθυρος: «Μη φοβάσαι…» Και μετά πάλι σκοτάδι.

   Η Ρουό-Σι γύρισε αργά προς το μέρος του. «Δείχνεις κουρασμένος τελευταία.»

  Ο Γκούο Ρεν κατάπιε δύσκολα. «Δεν κοιμάμαι καλά.»

   Για μια στιγμή νόμισε πως ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο άγγιξε τα χείλη της. Μα χάθηκε τόσο γρήγορα, που δεν ήταν βέβαιος αν το είχε φανταστεί.

   «Να προσέχεις στο Μπαϊλίν», είπε μόνο.

   Έπειτα αποσύρθηκε αθόρυβα μέσα στους σκοτεινούς διαδρόμους. Κι εκείνος έμεινε μόνος, με την αίσθηση πως το άρωμά της είχε μείνει στον αέρα ακόμη κι αφού είχε χαθεί.

   Το επόμενο πρωί ο Γκούο Ρεν αναχώρησε μαζί με τον αγγελιαφόρο. Η ομίχλη σκέπαζε τους δρόμους έξω από το Λο Τζιανγκ και το άλογό του προχωρούσε αργά μέσα στο υγρό γκρίζο φως της αυγής. Δεν πήρε συνοδεία. Δεν ήθελε φωνές γύρω του. Το μυαλό του ήταν ήδη αρκετά θορυβώδες.

    Καθώς πλησίαζε προς τους λόφους του Μπαϊλίν, οι σπασμένες αναμνήσεις επέστρεφαν ξανά και ξανά. Η αίσθηση από μεταξωτά σεντόνια κάτω από τα χέρια του. Τα γαλανά μάτια της Ρουό-Σι πολύ κοντά στο πρόσωπό του. Τα χείλη της μισάνοιχτα. Το σώμα της να λυγίζει πάνω του σαν νερό. Και μια παράξενη γλυκιά μυρωδιά… Κάτι σαν άνθη δαμασκηνιάς ανακατεμένα με κρασί. Το «δάκρυ του ονείρου». Μα εκείνος δεν γνώριζε το όνομά του. Γνώριζε μόνο πως, κάθε φορά που οι εικόνες επέστρεφαν, η καρδιά του βάραινε από μια ακατανόητη επιθυμία και μια εξίσου ακατανόητη ανησυχία. Σαν κάτι να του είχε κλαπεί εκείνη τη νύχτα. Ή σαν κάτι να είχε δεθεί πάνω του για πάντα.

    Και πολύ μακριά, πίσω στο αρχοντικό των Ντου, η Ρουό-Σι στεκόταν στο παράθυρό της και παρακολουθούσε την ομίχλη να καταπίνει τον δρόμο απ’ όπου είχε χαθεί ο Γκούο Ρεν.

   Ο Γκούο Ρεν έφθασε στο Μπαϊλίν. Ο αέρας των χωραφιών μύριζε υγρό χώμα και στάχυα. Ο ουρανός είχε το χρώμα του αραιωμένου γάλακτος πριν από βροχή, κι εκείνος δούλευε μόνος, με τα μανίκια σηκωμένα ως τους αγκώνες. Η ζημιά ήταν γελοία τελικά. Δυο σπασμένοι πάσσαλοι. Λίγες πατημένες σειρές ρυζιού. Τίποτα που να δικαιολογεί τόση αναστάτωση. Κι όμως, οι θείες του επέμεναν να μείνει.

   «Ένας άντρας πρέπει να επιβλέπει τη γη του», του είπε η Ρου-Λιν εκείνο το πρωί.

   «Και να σκέφτεται το μέλλον του», πρόσθεσε η Σιάο-Μέι με πονηρό χαμόγελο.

   Ο Γκούο Ρεν δεν αποκρίθηκε. Έμπηξε το φτυάρι στο χώμα. Και τότε ήρθε πάλι. Εκείνο το σπάσιμο μέσα στο μυαλό του. Σαν καθρέφτης που ράγισε αθόρυβα. Ένα γαλάζιο μάτι. Όχι ολόκληρο πρόσωπο. Μόνο μάτι. Λαμπερό σαν βρεγμένο πετράδι μέσα στο σκοτάδι. Έπειτα, δάχτυλα που γλιστρούν στον λαιμό του. Η μυρωδιά από άνθη δαμασκηνιάς και κάτι πιο βαρύ… πιο γλυκό… σχεδόν αποπνικτικό. Θυμόταν μόνο σκιές. Χείλη κοντά στο αυτί του. Μια ανάσα θερμή. Μετά το κενό.

   Ο Γκούο Ρεν ανοιγόκλεισε τα μάτια απότομα. Το φτυάρι γλίστρησε απ’ τα χέρια του. Η καρδιά του χτυπούσε βαριά, ακανόνιστα. Σκούπισε τον ιδρώτα από τον αυχένα του και κοίταξε γύρω. Μόνο χωράφια. Μόνο άνεμος. Και κάπου μακριά, ένα κοράκι.

   «Παράξενα όνειρα…» μουρμούρισε. Μα δεν ήταν όνειρα. Όχι ακριβώς. Ήταν κομμάτια. Σπασμένες εικόνες. Ένα γυμνό λευκό χέρι πάνω στο στήθος του. Τα γαλανά μάτια της Ρουό-Σι να τον κοιτούν μέσα από σκοτάδι και καπνό λιβανιού. Ένα ψίθυρο: «Τώρα είσαι δικός μου…» Και μετά πάλι κενό. Σαν να βυθιζόταν σε μαύρο νερό.

    Το ίδιο απόγευμα οι δύο θείες του τον έστειλαν δήθεν να παραδώσει κάτι υφάσματα στο μεγάλο σπίτι της οικογένειας Τανγκ. «Δεν μπορούμε να προσβάλουμε ανθρώπους τέτοιας τάξης», είπε η Ρου-Λιν.

   «Και η κόρη τους στάθηκε σαν κόρη δική μας στην κηδεία της αδελφής μας», συμπλήρωσε η Σιάο-Μέι.

   Ο Γκούο Ρεν πήγε απρόθυμα. Το σπίτι των Τανγκ  υψωνόταν στη δυτική άκρη του Μπαϊλίν, μεγάλο, λευκό, με αυλές γεμάτες παιώνιες και πέτρινες λεκάνες νερού. Η οικογένεια είχε γη σχεδόν όση και η δική του. Και η Ζι-Λαν ήταν η μοναχοκόρη τους. Τη βρήκε στην εσωτερική αυλή, δήθεν τυχαία. Στεκόταν κάτω από μια ανθισμένη ροδακινιά κρατώντας μεταξωτό καλάθι. Ήταν ψηλή —ασυνήθιστα ψηλή για γυναίκα— με λαιμό λεπτό σαν πορσελάνη και μαλλιά μαύρα, βαριά σαν μετάξι βρεγμένο στη νύχτα.

   Όταν σήκωσε το βλέμμα της, χαμογέλασε αμυδρά. «Αφέντη Γκούο Ρεν.» Η φωνή της ήταν ήρεμη σαν νερό λίμνης.

   Ο Γκούο Ρεν έσκυψε ευγενικά. Για μια στιγμή την κοίταξε πραγματικά. Και κατάλαβε γιατί όλο το χωριό μιλούσε γι’ αυτήν. Οι θείες του δεν υπερέβαλλαν εντελώς. Στο Μπαϊλίν έλεγαν πως καμία γυναίκα δεν είχε γεννηθεί τόσο όμορφη από την εποχή της μητέρας του, της Γιάο Γκουάνγκ. Κι ίσως να υπήρχε κάποια αλήθεια σε αυτό.

   Η Ζι-Λαν είχε εκείνη τη γαλήνια ομορφιά που κάνει τους άντρες να σκέφτονται σπίτι, παιδιά και ήσυχες εποχές. Όχι φωτιά. Όχι πυρετό. Όχι σκοτάδι.

   Μα καθώς εκείνη του μιλούσε για τη σοδειά και τον καιρό, κάτι ράγισε ξανά μέσα στο μυαλό του. Ένα άλλο πρόσωπο. Γαλανά μάτια. Μαλλιά σκορπισμένα πάνω σε μαξιλάρι. Ένα χέρι να τραβά το δικό του προς γυμνό δέρμα. Ένα φιλί πικρό και γλυκό μαζί. Ο Γκούο Ρεν ζαλίστηκε στιγμιαία.

   Η Ζι-Λαν σταμάτησε να μιλά. «Είστε καλά;»

   Εκείνος αναστέναξε αργά. «Ναι… απλώς… δεν κοιμάμαι καλά τελευταία.»

   Η Ζι-Λαν χαμήλωσε το βλέμμα ντροπαλά. «Η απώλεια της μητέρας σας πρέπει να βαραίνει ακόμη την καρδιά σας.»

   Η καλοσύνη της ήταν αληθινή.

   Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, ο Γκούο Ρεν ένιωσε ένα παράξενο ρίγος. Γιατί πίσω από το πρόσωπο της όμορφης Ζι-Λαν, μέσα στις σκιές του νου του, τα γαλανά μάτια της Ρουό-Σι άνοιγαν ξανά αργά σαν μέσα από νερό. Και τον κοιτούσαν σαν να ήξεραν ήδη πως, όσο κι αν προσπαθούσαν οι θείες του να τον οδηγήσουν αλλού, ένα κομμάτι του είχε ήδη δεθεί μαζί της εκείνη τη νύχτα.

   Το πατρικό σπίτι της Γιάο Γκουάνγκ στεκόταν στη βόρεια άκρη του Μπαϊλίν, πίσω από χαμηλούς πέτρινους τοίχους και γέρικες δαμασκηνιές που είχαν αρχίσει ήδη να χάνουν τα άνθη τους.  Ήταν το σπίτι του Γιν Τσεν-Λου. Του γηραιού πατέρα της. Από τότε που πέθανε η κόρη του, το σπίτι έμοιαζε πιο σιωπηλό, σαν να είχε μικρύνει το φως μέσα του. Οι υπηρέτες μιλούσαν χαμηλόφωνα, τα βήματα στους διαδρόμους ακούγονταν προσεκτικά, και ακόμη και τα θυμιατά μπροστά στο οικογενειακό ιερό έκαιγαν με αργό, σχεδόν πένθιμο ρυθμό.

   Ο Γκούο Ρεν έφθασε λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Η Ρου-Λιν και η Σιάο-Μέι τον περίμεναν ήδη στην εσωτερική αίθουσα μαζί με τον πατέρα τους. Ο Γιν Τσεν-Λου καθόταν δίπλα στο παράθυρο, σκεπασμένος με σκούρο γούνινο ύφασμα παρά τη ζέστη της εποχής. Τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά καθώς κρατούσε το φλιτζάνι του τσαγιού. Από τότε που έχασε τη Γιάο Γκουάνγκ, είχε γεράσει απότομα.

   Ο Γκούο Ρεν γονάτισε μπροστά του με σεβασμό. «Παππού.»

  Ο γέρος ακούμπησε αργά το χέρι στο κεφάλι του. «Γύρισες γρήγορα.»

  «Η ζημιά δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο φοβήθηκα.»

  Η Ρου-Λιν αντάλλαξε φευγαλέο βλέμμα με τη Σιάο-Μέι. «Οι καιροί είναι επικίνδυνοι», είπε ήρεμα. «Καλύτερα να είμαστε προσεκτικοί.»

   Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε. Μέσα του υποψιαζόταν πως οι θείες του είχαν διογκώσει την κατάσταση. Μα δεν είχε διάθεση να το συζητήσει. Το δείπνο κύλησε ήσυχα στην αρχή. Ο άνεμος ακουγόταν έξω ανάμεσα στα μπαμπού, ενώ το φως των λυχναριών τρεμόπαιζε πάνω στα πρόσωπά τους.

    Ώσπου η Σιάο-Μέι ακούμπησε απαλά τα ξυλάκια της.

«Ρεν…»

   Ο νεαρός σήκωσε το βλέμμα.

   Η μικρότερη θεία του χαμογέλασε γλυκά. «Πρέπει σιγά σιγά να σκέφτεσαι το μέλλον σου.»

   Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε ανεπαίσθητα.

   Η Ρου-Λιν πήρε αμέσως τον λόγο. «Ξέρουμε ότι είναι νωρίς. Το πένθος για τη μητέρα σου δεν έχει ακόμη περάσει. Και κανείς δεν σου ζητά να κάνεις βιαστικές κινήσεις.»

   Ο Γιν Τσεν-Λου κατέβασε αργά το βλέμμα στο τσάι του. Δεν μιλούσε. Μονάχα άκουγε.

   «Όμως», συνέχισε η Ρου-Λιν, «όταν παρουσιάζεται μια σπάνια ευκαιρία, δεν είναι σοφό να την αφήνει κανείς να χαθεί.»

   Ο Γκούο Ρεν ένιωσε ήδη προς τα πού οδηγούσε η κουβέντα.

    Η Σιάο-Μέι έγειρε ελαφρά μπροστά. «Η Τανγκ Ζι-Λαν είναι εξαιρετικό κορίτσι.»

   Η Ρου-Λιν ένευσε αργά. «Όμορφη… ίσως η πιο όμορφη που γεννήθηκε στο Μπαϊλίν από την εποχή της μητέρας σου.»

   Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός.

Η μορφή της Ζι-Λαν πέρασε φευγαλέα από το μυαλό του· η ψηλή της σιλουέτα κάτω από τις ανθισμένες ροδακινιές, το ήρεμο βλέμμα της, η ευγένεια στη φωνή της.

   «Δεν είναι μόνο η ομορφιά της», συνέχισε η Ρου-Λιν. «Είναι ήρεμη, καλλιεργημένη, γνωρίζει τη διαχείριση σπιτιού και γης. Και ο πατέρας της έχει μεγάλες εκτάσεις.»

   «Είναι μοναχοκόρη», πρόσθεσε γρήγορα η Σιάο-Μέι. «Όλα θα περάσουν σ’ εκείνη.»

   «Το σπίτι των Τανγκ είναι ισχυρό», είπε η Ρου-Λιν. «Αν ενωθούν οι οικογένειές σας, θα έχεις δύο έδρες. Το σπίτι σου στο Λο Τζιανγκ… και το σπίτι εδώ, στο Μπαϊλίν.»

   Ο Γκούο Ρεν χαμήλωσε το βλέμμα στο φλιτζάνι του. Οι λέξεις ακούγονταν λογικές. Πολύ λογικές.

Ίσως υπερβολικά λογικές.

   «Θα έχεις τη βοήθεια των Τανγκ», συνέχισε η θεία του. «Δεν θα χρειάζεται να ανησυχείς διαρκώς για τα κτήματά σας εδώ. Εκείνοι θα τα προσέχουν σαν δικά τους.»

   «Και θα μπορείς να έρχεσαι συχνότερα να βλέπεις τον παππού σου», συμπλήρωσε η Ρου-Λιν κοιτώντας τον γέρο.

   Η Σιάο-Μέι γέλασε απαλά. «Φυσικά… και εμάς.»

   Ο Γιν Τσεν-Λου σήκωσε αργά το βλέμμα. Για μια στιγμή φάνηκε σαν να ήθελε να μιλήσει. Μα δεν το έκανε. Ίσως δεν είχε τη δύναμη να αντιταχθεί. Ίσως πάλι να σκεφτόταν πως όλα αυτά τα σχέδια —όσο όμορφα κι αν ακούγονταν— ήταν ακόμη πρόωρα. Το πένθος για τη Γιάο Γκουάνγκ ήταν νωπό. Η απουσία της υπήρχε ακόμη μέσα στο σπίτι σαν σκιά.

    Ο Γκούο Ρεν αναστέναξε χαμηλά.

«Ναι… αλλά πρώτα πρέπει να αποκατασταθεί η Ρουό-Σι.»

   Οι δύο θείες αντάλλαξαν γρήγορο βλέμμα.

   «Αυτό εννοείται», είπε αμέσως η Ρου-Λιν. «Η Ρουό-Σι πρέπει πρώτα να παντρευτεί όπως αρμόζει.»

  «Αλλά μετά τον γάμο της…» συνέχισε η Σιάο-Μέι μαλακά, «καλό είναι να ακολουθήσει κι ο δικός σου.»

   Η Ρου-Λιν έγειρε ελαφρά προς το μέρος του. «Μόνο τότε κι εμείς θα ησυχάσουμε.»

  Η Σιάο-Μέι χαμήλωσε το βλέμμα σχεδόν θεατρικά. «Έχουμε υποχρέωση απέναντι στη μητέρα σας. Ήταν η αδελφή μας.»

   Για λίγο κανείς δεν μίλησε. Μονάχα ο ήχος του ανέμου έξω από το σπίτι. Ο Γκούο Ρεν κοίταξε τη φλόγα του λυχναριού. Και ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, μέσα από το φως και τις σκιές, ήρθε πάλι εκείνο το θραύσμα μνήμης. Γαλανά μάτια. Η ανάσα της Ρουό-Σι πάνω στο δέρμα του. Ένα χέρι να μπλέκεται στα δικά του. Η αίσθηση ενός σώματος πολύ κοντά του μέσα στο σκοτάδι.

   Ο Γκούο Ρεν ανοιγόκλεισε τα μάτια απότομα.Η Σιάο-Μέι τον κοίταξε ανήσυχα. «Ρεν;»

   Εκείνος συνήλθε γρήγορα. «Τίποτα… απλώς κουράστηκα από τον δρόμο.»

   Μα βαθιά μέσα του, οι λέξεις των θειών του, η ευγενική  μορφή της Ζι-Λαν και οι σπασμένες αναμνήσεις της Ρουό-Σι από το όνειρό του άρχιζαν ήδη να μπλέκονται σαν δύο αντίθετα ρεύματα που τραβούσαν την καρδιά του προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

  «Πρέπει να μείνεις λίγες μέρες να βρούμε τί συμβαίνει» του είπε η Ρου-Λιν. «Θα μείνω» απάντησε καθησυχαστικά ο Γκούο Ρεν.  Οι θείες καληνύχτισαν και αποχώρησαν για τα σπίτια τους, πιστεύοντας πως ο Γκούο Ρεν είχε αρχίσει να πείθεται από τα λόγια τους,  πως ίσως η γνωριμία του με την Ζι-Λαν, τον είχε κάνει  να αναλογιστεί όσα του είχαν παρουσιάσει. Αλλά ο Γκούο Ρεν ήξερε πως δεν ήθελε να επιστρέψει σύντομα στο Λο Τζιανγκ. Έπρεπε να βάλει σε τάξη το μυαλό του.  Έπρεπε να διώξει τις παράξενες θαμπές εικόνες που έβλεπε με κάποια που έμοιαζε στη Ρουό-Σι χωρίς να είναι εκείνη.

   Αυτές οι συνεχείς διαδρομές τον είχαν κουράσει. Ίσως έπρεπε να μείνει λίγες μέρες στο Μπαϊλίν, να ηρεμήσει. Να γνωρίσει και τον τόπο της μητέρας του. Ένα τόπο που τον ήξερε τόσο λίγο, αφού η Γιάο Γκουάνγκ δεν πήγαινε ποτέ τα παιδιά της εκεί.  Και όταν ο άντρας της, ο Τσενγκ-Γουέι στις επιθεωρήσεις του στα κτήματά του, της έλεγε να πάρει μαζί του και τον Γκούο Ρεν, εκείνη εύρισκε πάντα μια πρόφαση για να κρατήσει κοντά της, τον Γκούο Ρεν. «Δεν μπορεί στο σπίτι να είναι δύο γυναίκες μόνες του», του έλεγε. «Χρειάζονται έναν άνδρα να τις φυλάει.» Έστω έναν μικρό άνδρα, όπως ήταν τότε ο γιος τους, ο Γκούο Ρεν. 

 

 

     επιστρέφοντας από το Μπαϊλίν

   Ο Γκούο Ρεν είχε μείνει περισσότερο καιρό στο Μπαϊλίν απ’ όσο υπολόγιζε. Οι μέρες κυλούσαν αργά ανάμεσα στα χωράφια, στους εργάτες, στη μυρωδιά του νωπού χώματος και του κομμένου ρυζιού. Ξυπνούσε πριν χαράξει, επιθεωρούσε τις αποθήκες, μιλούσε με τους επιστάτες, περνούσε ώρες ολόκληρες κάτω από τον ήλιο. Η σωματική κούραση τον βοηθούσε.

    Οι εικόνες άρχισαν να ξεθωριάζουν. Όσο βρισκόταν μακριά από το Λο Τζιανγκ, οι παράξενες αναμνήσεις έσβηναν σαν κακό όνειρο μετά το ξύπνημα. Τα γαλανά μάτια εμφανίζονταν όλο και πιο σπάνια στο μυαλό του. Το ίδιο και τα θραύσματα εκείνης της νύχτας. Κι όταν κάποιες φορές επέστρεφαν, η σκέψη της Τανγκ Ζι-Λαν ερχόταν σχεδόν αμέσως να τα διώξει.

   Την είχε δει άλλες δύο φορές στο Μπαϊλίν. Πάντα από απόσταση. Μια φορά στην αυλή του σπιτιού των Τανγκ, πίσω από κουρτίνες από μπαμπού. Και μια άλλη κοντά στον μικρό ναό των προγόνων, όπου είχε έρθει με υπηρέτριες για να αφήσει θυμίαμα. Δεν είχαν μιλήσει. Μονάχα είχαν ανταλλάξει βλέμματα. Κι εκείνη είχε χαμογελάσει. Ήρεμα. Χωρίς βιασύνη.

    Όταν τελικά επέστρεψε στο Λο Τζιανγκ, ένιωθε ανανεωμένος. Σαν να είχε αφήσει πίσω του μια αρρώστια του νου. Μαζί του έφερε δερμάτινα πουγκιά με ασημένια νομίσματα από την πώληση της σοδειάς ρυζιού, σησαμιού και αποξηραμένων φύλλων τσαγιού από τα βόρεια κτήματα.

   Είχε πουλήσει νωρίς τη σοδειά. Οι έμποροι που πέρασαν από το Μπαϊλίν τού είχαν προσφέρει τιμή χαμηλότερη απ’ ό,τι άξιζε το ρύζι, μα εκείνος δεν διαπραγματεύτηκε ιδιαίτερα. Οι δρόμοι γέμιζαν πρόσφυγες και λιποτάκτες· κανείς δεν ήξερε πόσο ασφαλή θα έμεναν τα καραβάνια μετά το φθινόπωρο. Το σησάμι έφυγε σε εμπόρους λαδιού από τα νότια χωριά και τα φύλλα τσαγιού τα πήραν βιαστικά δύο αδέλφια  χονδρέμποροι που ταξίδευαν προς το Σαανσί. Αν περίμενε έναν μήνα ακόμη, ίσως να κέρδιζε τα διπλά. Μα προτίμησε βέβαιο ασήμι παρά υποσχέσεις.

   Η Ρουό-Σι τον περίμενε ήδη. Το γαλάζιο φόρεμά της κινούνταν ελαφρά στον αέρα.Ο Γκούο Ρεν στάθηκε απέναντί της και, σχεδόν επίτηδες, την κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. Στα γαλανά της μάτια. Για πρώτη φορά χωρίς να αποστρέψει το βλέμμα. Και τότε κατάλαβε πως ίσως είχε παρασυρθεί από τη φαντασία του.

   Η Ρουό-Σι στεκόταν ήρεμη μπροστά του, όμορφη όπως πάντα, μα τίποτα στο πρόσωπό της δεν θύμιζε τη θολή γυναίκα των ονείρων του. Ίσως τελικά όλα να ήταν παιχνίδια του κουρασμένου μυαλού του. Ίσως η Ζι-Λαν να είχε ήδη διώξει αυτόν τον εφιάλτη από μέσα του.

   «Έμεινες περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζα», του είπε. «Ήταν μεγάλη η ζημιά στα χωράφια;»

Ο Γκούο Ρεν άφησε αργά το πανωφόρι του. «Όχι τόσο μεγάλη. Ίσως κάποιοι να έκλεψαν… Μάλλον ντόπιοι θα ήταν. Μερικοί φράκτες είχαν σπάσει.»

   «Επισκευάστηκαν;»

  «Όλα ήρθαν στη θέση τους. Όσο ήμουν εκεί, κανείς δεν ξαναπάτησε στα χωράφια πέρα από τους εργάτες.» Έκανε μια μικρή παύση πριν συνεχίσει. «Αναγκάστηκα να διώξω γρήγορα τη σοδειά. Τώρα, ακόμη κι αν θελήσουν να κλέψουν, δεν έχει απομείνει τίποτα.»

   Η Ρούο-Σι δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταζε εξεταστικά, λες και πίσω από τα λόγια του υπήρχε κάτι που δεν της έλεγε. Ύστερα χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Οι θείες τι κάνουν;» ρώτησε. «Σε περιποιήθηκαν;»

   Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε αμυδρά. «Και με το παραπάνω. Τόσο, που στο τέλος η φροντίδα τους κατάντησε φορτική.»

   Η Ρούο-Σι γέλασε χαμηλόφωνα. «Αυτές θέλουν να τα ελέγχουν όλα. Γι’ αυτό η αδελφή τους δεν τις άντεχε ποτέ.» Περπάτησε αργά καθώς μιλούσε χωρίς να τον κοιτάζει. «Αν μπορούσαν, θα ήθελαν να μας ελέγχουν όλους, εμάς, τον πατέρα μας, ακόμη και τη μητέρα μας. Όταν ο πατέρας έλειπε σε ταξίδι, κάποια απ’ αυτές ερχόταν πάντα να πικράνει τη μάνα. Άφηνε μισόλογα… “Ποιος ξέρει εκεί μακριά τι να κάνει… Γιατί δεν κοιμάται σε μας; Γιατί προτιμά να φεύγει για το Σιαοχέ;”»

   Ο Γκούο Ρεν την παρακολούθησε χωρίς να μιλήσει. Η φωνή της έμοιαζε ήρεμη, όμως κάτω από την ηρεμία κρυβόταν μια παλιά ενόχληση που δεν είχε σβήσει.

   «Και τι είπαν για μένα;» τον ρώτησε.

   Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους. «Ότι πρέπει να παντρευτείς.»

  «Αυτά μου έλεγαν και στην κηδεία. Και για σένα;»

   «Ότι μόλις παντρευτείς εσύ, πρέπει κι εγώ να σκεφτώ το μέλλον μου.»

   Εκείνη γύρισε απότομα προς το μέρος του. «Ποια; Αυτή η Ζι-Λαν;»

   Στη φωνή της υπήρχε ένας εκνευρισμός που προσπάθησε να κρύψει, μα δεν τα κατάφερε εντελώς.

Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε περισσότερο αυτή τη φορά. «Η Ζι-Λαν, κάποια άλλη… ποιος ξέρει; Θα δούμε.»

   Για λίγο έμειναν σιωπηλοί. Από την αυλή ανέβαινε η μυρωδιά του βρασμένου ρυζιού και του σησαμέλαιου. Η Λάο Σου είχε αρχίσει να ετοιμάζει το βραδινό.

   Τότε εκείνος γύρισε ξανά προς τη Ρούο-Σι. «Εκείνο το κρασί που μου έδωσες το βράδυ πριν φύγω… με πείραξε.»

   «Ποιο κρασί;»

  «Αυτό που ήπιαμε μαζί.»

   «Το ίδιο που έχουμε πάντα ήταν. Δεν σου φταίει κανείς αν ήπιες πολύ.»

   Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να δίσταζε να συνεχίσει.

  «Τις πρώτες μέρες είχα μια παράξενη ζάλη. Σαν να έβλεπα ξανά και ξανά το ίδιο όνειρο.» Την κοίταξε προσεκτικά. «Μια κοπέλα που δεν γνώριζα.»

   Η Ρούο-Σι δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται.

  «Στα όνειρα συναντιούνται άνθρωποι που δεν μπορούν να συναντηθούν στην αλήθεια», του είπε ήρεμα.

   «Ναι… αλλά ήταν πολύ έντονο.»

Η Ρουό-Σι άγγιξε αφηρημένα το ξύλινο τραπέζι δίπλα της. «Όταν κάποιος μας αρέσει μέσα σ’ ένα όνειρο, θέλουμε να τον τραβήξουμε έξω απ’ αυτό και να τον κάνουμε αληθινό.»

   Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε με απορία. «Σου έχει συμβεί κι εσένα;»

   Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ η Ρούο-Σι έδειξε να ταράζεται ελαφρά. Έστρεψε αλλού το πρόσωπό της και πήγε προς το χαμηλό τραπέζι όπου η Λάο Σου άρχιζε να στρώνει τα πιάτα.

   «Αυτά δεν λέγονται ανάμεσα σε αδέλφια», του απάντησε.

   Ύστερα, χωρίς να τον κοιτάξει, πρόσθεσε με τόνο δήθεν συμβουλευτικό: «Καλύτερα να μην πιεις για λίγες μέρες.»

   Δύο μέρες αργότερα ο Γκούο Ρεν ανακοίνωσε πως θα έφευγε ξανά. Η Ρουό-Σι τον κοίταξε αμέσως συνοφρυωμένη. Βρίσκονταν στην εσωτερική βιβλιοθήκη. Ο Γκούο Ρεν ξεφύλλιζε λογαριασμούς μεταφοράς προϊόντων, ενώ εκείνη στεκόταν απέναντί του με τα χέρια διπλωμένα μέσα στα μανίκια της.

  «Όλο ταξίδια είσαι τελευταία», του είπε ψυχρά. «Έχεις ξεχάσει ότι έχεις περιουσία και στο Λο Τζιανγκ;»

   Ο Γκούο Ρεν δεν σήκωσε αμέσως το βλέμμα. «Εδώ δεν χρειάζομαι ιδιαίτερα. Τα πράγματα δουλεύουν μόνα τους.»

   Η Ρουό-Σι γέλασε χαμηλά. «Τα πράγματα πάντα θέλουν τον αφέντη τους.»

  «Εσύ αρκείς», της απάντησε εκείνος.

  Για μια στιγμή εκείνη έμεινε σιωπηλή.

Ύστερα πλησίασε αργά το τραπέζι.

«Ναι… αλλά δεν μπορώ να τα κάνω όλα μόνη μου. Άλλο είναι να νιώθουν οι υπηρέτες και οι διαχειριστές πως πίσω από μένα υπάρχεις κι εσύ.»

  Ο Γκούο Ρεν απολογήθηκε. «Δεν θα λείψω για πολύ.»

Η Ρουό-Σι έγειρε ελαφρά το κεφάλι.

«Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να προκύψει. Έφυγες για λίγες μέρες στο Μπαϊλίν και έμεινες περισσότερο από μία εβδομάδα, σχεδόν δύο.»

   Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο άγγιξε τα χείλη του. «Βλέπω μέτρησες τις μέρες.»

   «Όποιος δεν μετρά», είπε ήρεμα εκείνη, «τον ρουφάει ο χρόνος. Εδώ υπάρχουν δουλειες. Υπάρχει πρόγραμμα.»

   Ο Γκούο Ρεν αναστέναξε.

Η παρουσία της άρχιζε πάλι να τον πιέζει. Όχι γιατί τον φόβιζε αληθινά. Αλλά γιατί, όταν έμενε κοντά της πολλή ώρα, κάτι μέσα του γινόταν αβέβαιο. Κι εκείνα τα γαλανά μάτια… Πάντα τα μάτια.

   Η Ρουό-Σι τον κοίταξε σταθερά. «Όχι. Θα έρθω κι εγώ.»

Ο Γκούο Ρεν σήκωσε απότομα το βλέμμα. «Δεν χρειάζεται.»

   «Κτήματά μας δεν είναι;»

   Εκείνος ένευσε αργά καταφατικά. «Είναι.»

   Η Ρουό-Σι πλησίασε ακόμη περισσότερο. Ο Γκούο Ρεν έσφιξε ασυναίσθητα τα δάχτυλά του. Η Ρουό-Σι τον παρατηρούσε.

   «Μήπως δεν φάνηκα χρήσιμη στο προηγούμενο ταξίδι;»

   Η φωνή της είχε τώρα μια απαλή, επικίνδυνη ηρεμία. «Δεν ανακάλυψα τόσα θαμμένα μυστικά;»

  Ο Γκούο Ρεν δεν αποκρίθηκε αμέσως. Η Ρουό-Σι ήταν χρήσιμη. Ίσως υπερβολικά χρήσιμη. Και αυτό ακριβώς ήταν που τον ανησυχούσε περισσότερο.

 

 



το part ii. περιλαμβάνει τα μέρη της νουβέλας Δ-Ε.