Ξενοφών περί μοιχείας
Αρχαιογνωσία
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
«Ιέρων»,
Γ΄ 3–5
Η σαφέστερη και θεωρητικά σημαντικότερη αναφορά στη
μοιχεία σε όλο το σωζόμενο έργο του Ξενοφώντα βρίσκεται
στον Ἱέρωνα, 3.3–5.
Εδώ ο Ξενοφών δεν αφηγείται μια συγκεκριμένη
μοιχεία. Ο Σιμωνίδης
και ο Ιέρων
συζητούν για τη φιλία. Το επιχείρημα του Ιέρωνα είναι ότι ο τύραννος στερείται
το μεγαλύτερο αγαθό των ανθρώπων, δηλαδή τη φιλία και την αμοιβαία αγάπη. Μέσα σε αυτό το
επιχείρημα εισάγει ξαφνικά τους μοιχούς ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπων
που καταστρέφουν τη συζυγική φιλία.
Το αρχαίο κείμενο λέει:
«οὐ μὲν δὴ λέληθεν οὐδὲ τὰς πόλεις ὅτι ἡ φιλία μέγιστον ἀγαθὸν καὶ ἥδιστον
ἀνθρώποις ἐστί· μόνους γοῦν τοὺς μοιχοὺς νομίζουσι πολλαὶ τῶν πόλεων νηποινεὶ ἀποκτείνειν,
δῆλον ὅτι διὰ ταῦτα ὅτι λυμαντῆρας αὐτοὺς νομίζουσι τῆς τῶν γυναικῶν φιλίας πρὸς
τοὺς ἄνδρας εἶναι.»
Η μετάφραση είναι: «Δεν διαφεύγει βέβαια ούτε
από τις πόλεις ότι η φιλία είναι το μεγαλύτερο και πιο ευχάριστο αγαθό για τους
ανθρώπους· γι’ αυτό, τουλάχιστον, πολλές πόλεις θεωρούν ότι μόνο τους μοιχούς
επιτρέπεται να σκοτώνουν ατιμωρητί,
προφανώς επειδή τους θεωρούν καταστροφείς της αγάπης που έχουν οι γυναίκες για
τους άνδρες τους.»
Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες
παρατηρήσεις του Ξενοφώντα για τη μοιχεία. Δεν την παρουσιάζει απλώς ως σεξουαλική παράβαση.
Την ορίζει με όρους φιλίας.
Η λέξη «λυμαντῆρας»
είναι ιδιαίτερα δυνατή. Προέρχεται από το λυμαίνομαι, δηλαδή «καταστρέφω,
φθείρω, κακοποιώ». Ο μοιχός, επομένως, είναι εκείνος που καταστρέφει τη φιλία
ανάμεσα στη γυναίκα και στον άνδρα της.
Αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον σε
σύγκριση με τον Ηρόδοτο. Στον Ηρόδοτο η μοιχεία και η παραβίαση
του γάμου συνδέονται με τιμή, αιδώ, εκδίκηση και πολιτική καταστροφή.
Στον Ξενοφώντα συνδέονται με τη φιλία.
Και αμέσως μετά ο Ξενοφών κάνει
μια ακόμη πιο λεπτή διάκριση.
«ἐπεὶ ὅταν γε ἀφροδισιασθῇ κατὰ συμφοράν τινα γυνή, οὐδὲν ἧττον τούτου ἕνεκεν
τιμῶσιν αὐτὰς οἱ ἄνδρες, ἐάνπερ ἡ φιλία δοκῇ αὐταῖς ἀκήρατος διαμένειν.»
Δηλαδή: «Όταν όμως μια γυναίκα υποστεί σεξουαλική πράξη
εξαιτίας κάποιας συμφοράς, οι άνδρες δεν παύουν γι’ αυτό να την τιμούν, εφόσον
φαίνεται ότι η φιλία της προς αυτούς παραμένει αμόλυντη.»
Εδώ έχουμε μια πολύ σημαντική διάκριση μεταξύ
βιασμού και μοιχείας.
Ο Ξενοφών χρησιμοποιεί το «ἀφροδισιασθῇ» παθητικά: η γυναίκα υφίσταται τη σεξουαλική πράξη
«κατά συμφοράν», δηλαδή χωρίς να είναι υπεύθυνη γι’ αυτήν. Η γυναίκα δεν χάνει
την τιμή της απέναντι στον άνδρα της, επειδή, σύμφωνα με το
επιχείρημα του Ξενοφώντα, η συζυγική φιλία της παραμένει ακέραιη.
Αντίθετα, ο μοιχός καταστρέφει τη φιλία.
Αυτό είναι πολύ πιο
συγκεκριμένο από μια απλή ηθική καταδίκη της μοιχείας.
Ο «Ἱέρων»
και η ποινή του μοιχού
Στο ίδιο χωρίο ο Ξενοφών κάνει και μια
σημαντική νομική αναφορά:
«μόνους γοῦν τοὺς μοιχοὺς νομίζουσι πολλαὶ τῶν πόλεων νηποινεὶ ἀποκτείνειν»
Η λέξη νηποινεί
σημαίνει «χωρίς
να υποστεί κάποιος ποινή, ατιμωρητί». Δεν πρέπει όμως να
μετατρέψουμε αυτή τη φράση σε ισχυρισμό ότι «ο ελληνικός νόμος προέβλεπε παντού
θάνατο για τη μοιχεία». Ο Ξενοφών λέει «πολλαὶ τῶν
πόλεων», όχι όλες οι πόλεις, και δεν προσδιορίζει ποιες. Η
σύγχρονη έρευνα θεωρεί το χωρίο σημαντική μαρτυρία για την ευρύτερη ελληνική
αντίληψη περί μοιχείας, αλλά όχι απόδειξη ενός ενιαίου πανελλήνιου
νόμου. Και πιθανότατα η αναφορά αφορά τον μοιχό που συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω,
κάτι που ταιριάζει με το ευρύτερο αθηναϊκό νομικό πλαίσιο.
Απομνημονεύματα, Β΄ 1.5: ο μοιχός ως άνθρωπος που δεν μπορεί να ελέγξει την
επιθυμία του
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά στα Ἀπομνημονεύματα, Β΄ 1.4–5.
Ο Σωκράτης συζητά με τον Αρίστιππο για την ἐγκράτεια. Προηγουμένως έχει
χρησιμοποιήσει ως παράδειγμα ζώα που παγιδεύονται επειδή παρασύρονται από τη
σεξουαλική επιθυμία.
Και τότε λέει:
«Οὐκοῦν δοκεῖ σοι αἰσχρὸν εἶναι ἀνθρώπῳ ταὐτὰ πάσχειν τοῖς ἀφρονεστάτοις
τῶν θηρίων; ὥσπερ οἱ μοιχοὶ εἰσέρχονται εἰς τὰς εἱρκτάς, εἰδότες ὅτι κίνδυνος τῷ
μοιχεύοντι ἅ τε ὁ νόμος ἀπειλεῖ παθεῖν καὶ ἐνεδρευθῆναι καὶ ληφθέντα ὑβρισθῆναι.»
Μετάφραση: «Δεν σου φαίνεται λοιπόν ντροπή για
έναν άνθρωπο να παθαίνει τα ίδια με τα πιο άμυαλα από τα ζώα; Έτσι και οι
μοιχοί μπαίνουν στις παγίδες, παρόλο που γνωρίζουν ότι αυτός που μοιχεύει
κινδυνεύει να υποστεί όσα ο νόμος ορίζει, να πέσει σε ενέδρα και, αν συλληφθεί,
να κακοποιηθεί και να εξευτελιστεί.»
Το σημαντικό εδώ είναι ότι ο Ξενοφών δεν
αντιμετωπίζει τον μοιχό απλώς ως κακό άνθρωπο. Τον χρησιμοποιεί ως
παράδειγμα ἀκρασίας.
Ο άνθρωπος γνωρίζει τον κίνδυνο, γνωρίζει την τιμωρία και παρ’ όλα αυτά αφήνει
την επιθυμία να τον οδηγήσει στην παγίδα.
Ο Σωκράτης συνεχίζει:
«καὶ τηλικούτων μὲν ἐπικειμένων τῷ μοιχεύοντι κακῶν τε καὶ αἰσχρῶν, ὄντων
δὲ πολλῶν τῶν ἀπολυσόντων τῆς τῶν ἀφροδισίων ἐπιθυμίας ἐν ἀδείᾳ, ὅμως εἰς τὰ ἐπικίνδυνα
φέρεσθαι, ἆρ’ οὐκ ἤδη τοῦτο παντάπασι κακοδαιμονῶντός ἐστιν;»
Δηλαδή: «Και ενώ τόσες συμφορές και ντροπές κρέμονται πάνω
από τον μοιχό, ενώ υπάρχουν τόσοι πολλοί τρόποι να ικανοποιήσει τη σεξουαλική
του επιθυμία χωρίς κίνδυνο, το να οδηγείται παρ’ όλα αυτά στα επικίνδυνα, δεν
είναι άραγε αυτό η απόλυτη κακοδαιμονία;»
Εδώ η μοιχεία εντάσσεται σε ένα καθαρά σωκρατικό ηθικό σχήμα:
η ἐπιθυμία οδυγεί στην απώλεια αυτοκυριαρχίας που οδηγεί στην ανοησία
που οδηγεί στον κίνδυνο που επιφέρει την ντροπή.
Άρα, στα Ἀπομνημονεύματα, ο μοιχός
είναι κυρίως το παράδειγμα του ανθρώπου που δεν είναι κύριος του εαυτού του.
Κύρου Παιδεία, Α΄ 2.2: η μοιχεία ως βασικός νόμος της κοινωνικής
τάξης
Στην Κύρου Παιδεία Α΄ 2.2 έχουμε μια
εντελώς διαφορετική χρήση.
Ο Ξενοφών συγκρίνει τους νόμους των Περσών
με εκείνους των περισσότερων ελληνικών πόλεων. Για τις ελληνικές πόλεις λέει
ότι πρώτα αφήνουν τον άνθρωπο να μεγαλώσει και να ζήσει όπως θέλει και κατόπιν
του απαγορεύουν συγκεκριμένες πράξεις.
Μεταξύ αυτών:
«ἔπειτα προστάττουσιν αὐτοῖς μὴ κλέπτειν μηδὲ ἁρπάζειν, μὴ
βίᾳ εἰς οἰκίαν παριέναι, μὴ παίειν ὃν μὴ δίκαιον, μὴ μοιχεύειν, μὴ ἀπειθεῖν ἄρχοντι,
καὶ τἆλλα τὰ τοιαῦτα ὡσαύτως· ἢν δέ τις τούτων τι παραβαίνῃ, ζημίαν αὐτοῖς ἐπέθεσαν.»
Μετάφραση: «Έπειτα τους διατάζουν να μην κλέβουν
ούτε να αρπάζουν, να μην μπαίνουν με τη βία σε ξένο σπίτι, να μην χτυπούν
κάποιον χωρίς δίκαιο λόγο, να μην μοιχεύουν, να μην παρακούουν τον άρχοντα και
τα παρόμοια· κι αν κάποιος παραβεί κάτι από αυτά, έχουν ορίσει γι’ αυτόν
ποινή.»
Εδώ η μοιχεία εμφανίζεται ανάμεσα σε κλέψιμο, αρπαγή, παράνομη
είσοδο σε σπίτι, άδικη βία και ανυπακοή στην αρχή.
Αυτό μας δείχνει ότι για τον Ξενοφώντα η
μοιχεία ανήκει στην κατηγορία των πράξεων που η οργανωμένη πολιτεία οφείλει να
απαγορεύει.
Υπάρχει όμως μια λεπτή διαφορά: εδώ ο
Ξενοφών δεν αναλύει τη μοιχεία ούτε μας δίνει συγκεκριμένη ιστορία. Τη
χρησιμοποιεί ως παράδειγμα κοινωνικού κανόνα.
Κύρου Παιδεία, Γ΄ 1.39: η πιο ενδιαφέρουσα αναλογία
Στην Κύρου Παιδεία Γ΄ 1.38–40
έχουμε ένα πραγματικό επεισόδιο που συνδέεται άμεσα με την ιδέα της μοιχείας.
Ο βασιλιάς της Αρμενίας έχει εκτελέσει έναν άνδρα
που θεωρούσε ότι διέφθειρε τον γιο του, Τιγράνη.
Ο Κύρος ρωτά γιατί τον σκότωσε. Ο Αρμένιος βασιλιάς εξηγεί την
πράξη του χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τον άνδρα που συλλαμβάνεται με τη
γυναίκα κάποιου άλλου:
«οὐκ ἐπὶ τῷ τὰς γυναῖκας ἀκολαστοτέρας ποιεῖν, ἀλλὰ νομίζοντες ἀφαιρεῖν
αὐτοὺς τὴν τῶν γυναικῶν φιλίαν, διὰ τοῦτο πολεμίους αὐτοὺς ἡγοῦνται.»
Σε μετάφραση: «Δεν τους σκοτώνουν επειδή κάνουν τις
γυναίκες τους πιο ακόλαστες, αλλά επειδή πιστεύουν ότι τους αφαιρούν την αγάπη
των γυναικών τους· γι’ αυτό τους θεωρούν εχθρούς.»
Το επιχείρημα είναι σχεδόν ίδιο με αυτό του Ἱέρωνος 3.3–4.
Στον Ἱέρωνα ο μοιχός θεωρείται ως λυμαντὴρ τῆς φιλίας γυναικὸς καὶ ἀνδρός.
Στην
Κύρου Παιδεία ο μοιχός είναι ο άνθρωπος που αφαιρεί από τον άνδρα την
αγάπη της γυναίκας του.
Άρα έχουμε ένα σταθερό ξενοφώντειο μοτίβο.
Η ουσία της μοιχείας δεν είναι μόνο η σεξουαλική πράξη. Είναι η διάλυση της συζυγικής
σχέσης.
Κύρου
Παιδεία, Ε΄–Ϛ΄: Αράσπας και Πανθεία
Εδώ πρέπει να περάσουμε από τη «νομική»
μοιχεία στη λογοτεχνική
περίπτωση που αγγίζει τη μοιχεία. Η Πανθεία
είναι η σύζυγος του
Αβραδάτα. Ο Κύρος την έχει ως αιχμάλωτη, αλλά της φέρεται με εξαιρετικό
σεβασμό. Ο Αράσπας, που έχει αναλάβει τη φύλαξή της, βλέπει την ομορφιά της και
κυριεύεται από έρωτα. Ο Κύρος τον προειδοποιεί ότι ο έρωτας μπορεί να
υποδουλώσει τον άνθρωπο. Τελικά ο Αράσπας προσπαθεί να την προσεγγίσει ερωτικά.
Ο Ξενοφών γράφει: «ληφθεὶς ἔρωτι τῆς γυναικὸς ἠναγκάσθη προσενεγκεῖν λόγους αὐτῇ.»
Δηλαδή: «Αφού κυριεύθηκε από έρωτα για τη γυναίκα,
αναγκάστηκε να της μιλήσει ερωτικά.» Η Πανθεία όμως
αρνείται. Και ο Αράσπας τελικά αποτυγχάνει.
Εδώ έχουμε την ιδιόμορφη περίπτωση όπου ο Αράσπας δεν είναι ο
νόμιμος σύζυγος της Πανθείας και η Πανθεία είναι παντρεμένη
με τον Αβραδάτα. Επομένως η απόπειρα ερωτικής κατάκτησής της είναι
σαφώς συγγενής προς τη μοιχεία και προς την παραβίαση του ξένου γάμου, αλλά ο
Ξενοφών δεν χρησιμοποιεί εδώ τη λέξη «μοιχεύω».
Υπάρχει όμως ένας ακόμη λόγος για τον οποίο
δεν πρέπει να το ονομάσουμε απλώς «μοιχεία». Η Πανθεία βρίσκεται σε καθεστώς
αιχμαλωσίας και ο Αράσπας ασκεί πίεση πάνω της. Το επεισόδιο κινείται
επομένως προς την απόπειρα σεξουαλικής βίας, όχι απλώς
προς μια συναινετική εξωσυζυγική σχέση.
Ο Κύρος, αντιθέτως, δεν αγγίζει την Πανθεία, παρότι έχει τη
δύναμη να το κάνει. Αυτό είναι βασικό στοιχείο του χαρακτήρα που κατασκευάζει ο
Ξενοφών για τον Κύρο: η δύναμη δεν αποδεικνύεται με την κατάκτηση της γυναίκας,
αλλά
με την εγκράτεια απέναντι στην
επιθυμία.
Κύρου Παιδεία Ζ΄ 3 και 7–8: Πανθεία και Αβραδάτας
Η ιστορία ολοκληρώνεται με έναν τρόπο που
δεν είναι μοιχεία αλλά είναι εξαιρετικά σημαντικός για το θέμα. Ο Αβραδάτας
πεθαίνει στη μάχη. Η Πανθεία, πιστή στον άνδρα της, αυτοκτονεί πάνω στο σώμα
του.
Έτσι ο Ξενοφών δημιουργεί έναν εντυπωσιακό
αντίποδα προς την περίπτωση της μοιχείας. Το ζεύγος
Αβραδάτας–Πανθείας είναι επομένως ένα από τα ισχυρότερα παραδείγματα του
Ξενοφώντα για την ἀκέραιη συζυγική φιλία.
Ἑλληνικά,
Α΄ 6.15: «μοιχῶντα τὴν θάλατταν»
Στα Ἑλληνικά Α΄ 6.15, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Καλλικρατίδας
απευθύνεται στον Αθηναίο στρατηγό Κόνωνα και λέει ότι θα τον
σταματήσει:
«Κόνωνι δὲ εἶπεν ὅτι παύσει αὐτὸν μοιχῶντα τὴν θάλατταν.»
Κυριολεκτικά: «Είπε στον Κόνωνα ότι θα τον
σταματήσει να μοιχεύει τη θάλασσα.» Φυσικά ο Κόνων δεν μοιχεύει κυριολεκτικά. Πρόκειται για
πολεμική μεταφορά: ο Καλλικρατίδας θεωρεί ότι η θάλασσα ανήκει στους
Λακεδαιμονίους και ότι ο Κόνων, με τον αθηναϊκό στόλο, επεμβαίνει παράνομα σε
αυτήν.
Το ενδιαφέρον όμως είναι λεξιλογικό: ο
Ξενοφών επιλέγει ακριβώς το ρήμα μοιχῶντα. Και μάλιστα διατηρεί εδώ
τον δωρικό/σπαρτιατικό τύπο
μοιχῶντα αντί για τον αττικό μοιχεύοντα. Η σύγχρονη έρευνα έχει
επισημάνει ακριβώς αυτή τη γλωσσική ιδιαιτερότητα. Άρα ακόμη και όταν ο Ξενοφών
χρησιμοποιεί τη λέξη μεταφορικά, η μοιχεία παραμένει το
νοηματικό πρότυπο: κάποιος εισέρχεται σε χώρο που θεωρείται ότι ανήκει
δικαιωματικά σε άλλον.
Ἑλληνικά, Γ΄ 3.1–4: Άγις, Λεωτυχίδης και η υποψία μοιχείας
Στο Γ΄ 3 ο Ξενοφών αφηγείται την κρίση
διαδοχής στη Σπάρτη μετά τον θάνατο του βασιλιά Άγιδος Β΄.
Οι δύο διεκδικητές είναι ο Λεωτυχίδης, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι
γιος του Άγιδος, και ο Αγησίλαος, αδελφός του Άγιδος.
Ο Λεωτυχίδης υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τον
νόμο, ο γιος προηγείται του αδελφού. Ο Αγησίλαος απαντά ότι ο Λεωτυχίδης δεν είναι νόμιμος γιος του
Άγιδος.
Το κρίσιμο χωρίο είναι:
«Ἀλλὰ ἡ πολὺ κάλλιον ἐκείνου εἰδυῖα μήτηρ καὶ νῦν ἔτι φησίν. Ἀλλὰ ὁ
Ποτειδὰν ὡς μάλα σευ ψευδομένω κατεμήνυσεν ἐκ τοῦ θαλάμου ἐξελάσας σεισμῷ εἰς τὸ
φανερὸν τὸν σὸν πατέρα. συνεμαρτύρησε δὲ ταῦτ’ αὐτῷ καὶ ὁ ἀληθέστατος λεγόμενος
χρόνος· ἀφ’ οὗ γάρ τοι ἔφυσέ σε καὶ ἐφάνη ἐν τῷ θαλάμῳ, δεκάτῳ μηνὶ ἐγένου.»
Μετάφραση: «Όμως η μητέρα σου, που γνώριζε το
ζήτημα πολύ καλύτερα από εκείνον, ακόμη και τώρα το υποστηρίζει. Αλλά και ο
Ποσειδώνας, λένε, σε διέψευσε ολοφάνερα, όταν με σεισμό έβγαλε τον πατέρα σου
από τον θάλαμο. Και μαζί του συνηγόρησε και ο χρόνος, που λέγεται ο πιο
αληθινός μάρτυρας· γιατί γεννήθηκες στον δέκατο μήνα από τότε που ο πατέρας σου
βγήκε από τον θάλαμο και φάνηκε.»
Ο υπαινιγμός είναι σαφής: ο Άγις
ισχυριζόταν ότι δεν είχε συνευρεθεί με τη γυναίκα του για περίπου δέκα
μήνες,
άρα ο Λεωτυχίδης δεν μπορούσε να είναι δικός του γιος. Εδώ η μοιχεία δεν κατονομάζεται.
Ο Ξενοφών δεν λέει:
«η Τιμαία μοιχεύθηκε με τον Αλκιβιάδη».
Η μεταγενέστερη παράδοση, κυρίως ο Πλούταρχος,
ταυτίζει τον υποτιθέμενο εραστή με τον Αλκιβιάδη και παρουσιάζει την
υπόθεση ως μοιχεία.
[
Πλούταρχος, Βίος Ἀλκιβιάδου 23.7–8
Στο §23.7 γράφει:
«Ἐπεὶ δὲ Ἄγις ὁ βασιλεὺς ἀπῆν ἐπὶ στρατείας, Ἀλκιβιάδης ἔφθειρε Τιμαίαν
τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, ὥστε κυοῦσαν ἐξ αὐτοῦ γενέσθαι…»
Δηλαδή: «Ενώ ο βασιλιάς Άγις απουσίαζε σε
εκστρατεία, ο Αλκιβιάδης διέφθειρε/αποπλάνησε την Τιμαία, τη γυναίκα του,
ώστε να μείνει έγκυος από αυτόν…»
Και συνεχίζει ότι το παιδί ονομαζόταν
δημόσια Λεωτυχίδης,
ενώ η Τιμαία ψιθύριζε στους οικείους της ότι το όνομά του ήταν Αλκιβιάδης.
Ακόμη πιο σαφής είναι ο Πλούταρχος στον Βίο Ἀγησιλάου 3.1.
Εκεί λέει ότι ο Αλκιβιάδης, όταν ήρθε στη Σπάρτη, «ἔλαθεν ἐν ὑποψίᾳ γεγονὼς ὡς μοιχεύων Τιμαίαν τὴν βασιλέως γυναῖκα»,
δηλαδή ότι είχε καταστεί ύποπτος για μοιχεία με την Τιμαία.
Η παράδοση που διασώζει ο Πλούταρχος
ταυτίζει τον υποτιθέμενο εραστή της Τιμαίας με τον Αλκιβιάδη και παρουσιάζει
ρητά την υπόθεση ως μοιχεία (Πλούτ., Ἀλκ. 23.7–8· Ἀγησ. 3.1–2). Ο Ξενοφών,
αντίθετα, στα Ἑλληνικά 3.3.1–2, αφηγείται την
αμφισβήτηση της πατρότητας του Λεωτυχίδη χωρίς να κατονομάζει τον Αλκιβιάδη ή
οποιονδήποτε άλλον εραστή και χωρίς να παρουσιάζει το επεισόδιο ως συγκεκριμένη
ερωτική σχέση.]
Ο Ξενοφών όμως στο συγκεκριμένο χωρίο δεν κατονομάζει τον
Αλκιβιάδη και δεν αφηγείται την πράξη ως ερωτικό επεισόδιο.
Άρα, εάν η ερώτηση είναι «τι λέει ο ίδιος ο
Ξενοφών;», πρέπει να μείνουμε στην αμφισβήτηση της πατρότητας
και στην κατηγορία ότι ο Λεωτυχίδης είναι νόθος.
Η ταύτιση με τον Αλκιβιάδη είναι μεταγενέστερη παράδοση.
Η ιστορία είναι
πολιτικά τεράστια. Δεν πρόκειται απλώς για έναν απατημένο σύζυγο. Εάν ο
Λεωτυχίδης είναι νόθος, τότε δεν μπορεί να γίνει βασιλιάς της Σπάρτης. Η
αμφισβήτηση της συζυγικής πίστης μετατρέπεται έτσι σε ζήτημα διαδοχής του θρόνου.
Αυτό θυμίζει πολύ τον Ηρόδοτο, αλλά με
διαφορετικό τρόπο. Στον Ηρόδοτο η αμφισβήτηση της πατρότητας του Δημαράτου (ΣΤ΄ βιβλίο)
έχει επίσης πολιτικές συνέπειες. Στον Ξενοφώντα η αμφισβήτηση της πατρότητας
του Λεωτυχίδη οδηγεί σε βασιλική διαδοχή και στην άνοδο του Αγησιλάου.
Άρα έχουμε ένα επαναλαμβανόμενο
αρχαιοελληνικό μοτίβο:
σεξουαλική πίστη →
πατρότητα → νομιμότητα τέκνου → κληρονομική εξουσία.
Ἀπομνημονεύματα Γ΄ 11: Θεοδότη — όχι μοιχεία
Στα Ἀπομνημονεύματα Γ΄ 11 ο Ξενοφών
αφηγείται μια συζήτηση του Σωκράτη με τη Θεοδότη για τον ἔρωτα, την ομορφιά και τον
τρόπο με τον οποίο μια εταίρα προσελκύει και διατηρεί εραστές.
Αυτό το χωρίο είναι σχετικό με την ερωτική ζωή, αλλά δεν είναι περίπτωση
μοιχείας.
Η Θεοδότη είναι εταίρα και επομένως η σχέση
μαζί της δεν αποτελεί μοιχεία με την έννοια που εξετάζεται εδώ.
[. Η Θεοδότη και η
κοινωνική της θέση
Ο Ξενοφών αρχίζει:
«Γυναικὸς δέ ποτε οὔσης ἐν τῇ πόλει καλῆς, ᾗ ὄνομα ἦν Θεοδότη, καὶ οἵας
συνεῖναι τῷ πείθοντι...» (Ἀπομνημονεύματα Γ΄ 11.1)
Δηλαδή: «Κάποτε υπήρχε στην πόλη μια όμορφη
γυναίκα, που ονομαζόταν Θεοδότη, και [ήταν από εκείνες] που
συνέχονταν/συναναστρέφονταν με όποιον την έπειθε [ή την κέρδιζε].»
Ο Ξενοφών δεν την παρουσιάζει ως σύζυγο κάποιου άνδρα.
Αντιθέτως, η αφήγηση την τοποθετεί στον κόσμο των γυναικών που συντηρούνται από
τις σχέσεις τους με άνδρες.
Όταν ο Σωκράτης τη ρωτά από πού εξασφαλίζει
τα προς το ζην, εκείνη απαντά: «Οἱ φίλοι μου τὸν
βίον καὶ τὴν οὐσίαν παρέχουσιν, ὅταν ἐθέλωσιν.»
Η ιδέα είναι σαφής: η Θεοδότη εξαρτά την
οικονομική της συντήρηση από τους “φίλους” της, δηλαδή
τους άνδρες που την επιθυμούν και την υποστηρίζουν.
Ο Σωκράτης παίζει αμέσως με τη μεταφορά: «Ἕνα γε δήπου, καὶ μάλα εὖ περιπλεκόμενον, τὸ σῶμα...» Το σώμα της είναι,
κατά τη σαρκαστική εικόνα του Σωκράτη, το «δίχτυ» με το οποίο πιάνει τους άνδρες.
. Πώς «κρατά» τους
εραστές της
Εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο του
κεφαλαίου, Γ΄ 11.10–15.
Ο Σωκράτης περιγράφει στη Θεοδότη την
τεχνική με την οποία μπορεί να διατηρεί τους άνδρες που την επιθυμούν: «δεῖ τὸν μὲν ἐπιμελόμενον ἀσμένως ὑποδέχεσθαι, τὸν δὲ τρυφῶντα ἀποκλείειν...»
Δηλαδή: αυτόν που δείχνει ενδιαφέρον να τον
υποδέχεται ευχαρίστως, αυτόν που γίνεται υπερβολικά άνετος/απαιτητικός να τον
αποκλείει, αν ένας φίλος αρρωστήσει, να τον επισκέπτεται με φροντίδα, αν κάνει
κάτι καλό, να χαίρεται πολύ μαζί του, και σε εκείνον που ενδιαφέρεται βαθιά για
αυτήν να ανταποδίδει με όλη της την ψυχή.
Και ο Ξενοφών κάνει μια πολύ χαρακτηριστική
παρομοίωση: η σχέση με τον εραστή πρέπει να λειτουργεί όπως η τροφή με την
πείνα.
[ Ξενοφών, Ἀπομνημονεύματα Γ΄ 11.13–14. Η παρομοίωση
βρίσκεται ακριβώς εκεί.
Αρχαίο ελληνικό κείμενο: «Καὶ τῶν
μὲν ἡδίστων ἐδεσμάτων, ἐὰν πρὶν ἐπιθυμῆσαι παραθῇ τις, ἄνοστα εἶναι δοκεῖ, καὶ
τοῖς ἐμπλησθεῖσιν οὐ μόνον ἄνοστα ἀλλὰ καὶ ἀηδῆ· ὁ δὲ πεινῶν καὶ τὰ φαυλότατα ἡδέως
ἐσθίει.» (Ἀπομνημονεύματα Γ΄ 11.13)
Και αμέσως μετά η Θεοδότη ρωτά: «Καὶ πῶς
ἂν ἐγὼ τούτους πεινῆν ποιήσαιμι;»
Ο Σωκράτης απαντά: «Πρῶτον μὲν οὖν μὴ πρὶν ἐμπλησθῆναι
αὐτοὺς παρατίθει, μηδὲ παρακάλει πρὶν ἀπαλλαγῆναι τῆς πλησμονῆς καὶ ἐπιθυμῆσαι ἄρξασθαι·
ἐπειδὰν δὲ ἐπιθυμῶσιν, τότε παρακάλει, σεμνὴν μὲν παρέχουσα σαυτήν,
δυσχεραίνουσα δὲ ἐν τῷ διδόναι, καὶ ἀναβάλλουσα μέχρι ἂν ὡς μάλιστα ἐπιθυμῶσιν·
τότε γὰρ πολὺ πλείω τὰ αὐτὰ δῶρα τοῖς λαμβάνουσιν ἢ ὅταν μὴ ἐπιθυμῶσιν.»
(Ἀπομνημονεύματα
Γ΄ 11.14)
Απόδοση στα νέα Ελληνικά: «Ακόμη και τα πιο νόστιμα φαγητά, αν κάποιος
τα προσφέρει πριν γεννηθεί η επιθυμία για φαγητό, φαίνονται άνοστα· και σε
εκείνους που έχουν χορτάσει δεν φαίνονται απλώς άνοστα, αλλά και αηδιαστικά.
Αντίθετα, ο πεινασμένος τρώει με ευχαρίστηση ακόμη και τα πιο ταπεινά φαγητά.»
Και ο Σωκράτης μεταφέρει αμέσως αυτή την
αρχή στην ερωτική σχέση: «Πρώτα λοιπόν
μην τους προσφέρεις τίποτε όταν είναι ήδη χορτάτοι, ούτε να τους παροτρύνεις
όσο ακόμη δεν έχουν απαλλαγεί από τον κορεσμό τους και δεν έχουν αρχίσει να
επιθυμούν ξανά. Όταν όμως αρχίσουν να επιθυμούν, τότε να τους παροτρύνεις: να
παρουσιάζεσαι σεμνή, να δυσκολεύεσαι να παραδώσεις τον εαυτό σου και να
αναβάλλεις την προσφορά μέχρι να σε επιθυμήσουν όσο γίνεται περισσότερο. Γιατί
τότε τα ίδια ακριβώς δώρα έχουν πολύ μεγαλύτερη αξία για εκείνον που τα
λαμβάνει, απ' ό,τι όταν δεν τα επιθυμεί.»
Το κρίσιμο σημείο είναι λοιπόν η μεταφορά από τη σωματική πείνα στην ερωτική
επιθυμία. Ο Ξενοφών δεν λέει απλώς ότι «η σχέση με τον εραστή είναι σαν
την τροφή».
Ο Σωκράτης χρησιμοποιεί συγκεκριμένα τον
μηχανισμό: ἐπιθυμία → στέρηση → αύξηση
της επιθυμίας → προσφορά → μεγαλύτερη αξία του προσφερομένου.
Και αυτό φαίνεται ακόμη καθαρότερα από την
ερώτηση της Θεοδότης αμέσως πριν από την απάντηση: «Καὶ πῶς ἂν ἐγὼ τούτους πεινῆν
ποιήσαιμι;» Δηλαδή: «Και πώς θα μπορούσα εγώ να τους κάνω να
πεινούν;»
Επομένως, η «πείνα» εδώ είναι μεταφορική ερωτική πείνα: ο Σωκράτης
συμβουλεύει τη Θεοδότη να μην ικανοποιεί αμέσως την επιθυμία των εραστών της,
αλλά να την εντείνει μέσω της αναβολής.
Και υπάρχει μια σημαντική φιλολογική
λεπτομέρεια: το αρχαίο κείμενο λέει “τὰ
αὐτὰ δῶρα”, δηλαδή «τα ίδια δώρα». Δεν χρειάζεται να εννοήσουμε
αποκλειστικά σεξουαλική πράξη· ο Ξενοφών διατυπώνει τη συμβουλή γενικότερα ως
προς τις χάρες/παροχές που η
Θεοδότη προσφέρει στους εραστές της. Το ερωτικό πλαίσιο, βέβαια, είναι απολύτως
σαφές από ολόκληρο το κεφάλαιο.
Ο
Σωκράτης λέει ότι, αν προσφέρεις κάτι πριν δημιουργηθεί η επιθυμία,
μπορεί να μη φαίνεται ελκυστικό· ενώ αν πρώτα αφήσεις την επιθυμία να
αυξηθεί, τότε ακόμη και το ίδιο πράγμα αποκτά πολύ μεγαλύτερη αξία.
«ὅταν γὰρ ὡς μάλιστα δεηθῶσι, τηνικαῦτα γὰρ πολὺ διαφέρει τὰ αὐτὰ δῶρα...»
Αυτό
είναι σαφώς μια συζήτηση για ερωτική έλξη, επιθυμία και διατήρηση εραστών.
3. Υπάρχει όμως
«μοιχεία» εδώ;
Ο Ξενοφών δεν λέει ότι κάποιος από τους
άνδρες της Θεοδότης είναι παντρεμένος, ούτε ότι η Θεοδότη έχει
σεξουαλική σχέση με παντρεμένο άνδρα, ούτε ότι κάποιος εξαπατά τη σύζυγό του.
Μάλιστα, η αφήγηση χρησιμοποιεί συστηματικά
τις λέξεις: «φίλοι»,
«φροντίζοντες», «φιλοῦντες» και,
στο τέλος, «ἐρασταί»
με την έννοια των ανδρών που την επιθυμούν.
Στο τέλος η Θεοδότη ζητά από τον Σωκράτη να
τη βοηθήσει να «κυνηγήσει» τους φίλους/εραστές της, και ο Σωκράτης αστειεύεται
μαζί της. Η συζήτηση κορυφώνεται με το γνωστό χωρίο για τα φίλτρα, τις επωδές και τις
ἴυγγες
— δηλαδή ερωτικά γητεύματα.
Το συγκεκριμένο σημείο βρίσκεται στο τέλος του Ξενοφώντος, Ἀπομνημονεύματα Γ΄ 11, §§15–18, και ειδικότερα η
αναφορά στα φίλτρα, τις ἐπῳδές και τις ἴυγγες
είναι στα §16–18.
1.
Η «θήρα» των φίλων — Γ΄ 11.15
Το
ακριβές χωρίο είναι:
Καὶ ἡ Θεοδότη, Τί οὖν οὐ σύ μοι, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ἐγένου συνθηρατὴς τῶν
φίλων;
Ἐάν γε νὴ Δί’, ἔφη, πείθῃς με σύ.
Πῶς οὖν ἄν, ἔφη, πείσαιμί σε;
Ζητήσεις, ἔφη, τοῦτο αὐτὴ καὶ μηχανήσει, ἐάν τί μου δέῃ.
Απόδοση: Και
η Θεοδότη είπε: «Γιατί λοιπόν, Σωκράτη, δεν γίνεσαι εσύ συνεργός μου στο κυνήγι
των φίλων μου;»
«Αν
με πείσεις, μα τον Δία», είπε εκείνος.
«Και
πώς θα μπορούσα να σε πείσω;»
«Αυτό
θα το βρεις και θα το μηχανευτείς μόνη σου, αν πραγματικά με χρειάζεσαι».
Εδώ το «συνθηρατής τῶν φίλων»
είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: συνθηρατής = «συγκυνηγός», «συνεργός στο
κυνήγι». Η Θεοδότη χρησιμοποιεί δηλαδή τη μεταφορά του κυνηγιού των εραστών/φίλων.
2.
Τα φίλτρα και οι επῳδές — Γ΄ 11.16
Αμέσως
μετά:
«Εἴσιθι τοίνυν, ἔφη, θαμινά.
καὶ ὁ Σωκράτης ἐπισκώπτων
τὴν αὑτοῦ ἀπραγμοσύνην,
Ἀλλ’, ὦ Θεοδότη, ἔφη, οὐ πάνυ μοι ῥᾴδιόν
ἐστι σχολάσαι· καὶ γὰρ ἴδια πράγματα πολλὰ καὶ δημόσια παρέχει μοι ἀσχολίαν· εἰσὶ
δὲ καὶ φίλαι μοι, αἳ οὔτε ἡμέρας οὔτε νυκτὸς ἀφ’ αὑτῶν ἐάσουσί με ἀπιέναι, φίλτρα τε μανθάνουσαι παρ’ ἐμοῦ καὶ ἐπῳδάς.
(Ἀπομνημονεύματα Γ΄ 11.16)
Απόδοση:
«Έλα
λοιπόν και να έρχεσαι συχνά».
Και
ο Σωκράτης, αστειευόμενος με τη δική του «απραγμοσύνη», είπε:
Αλλά,
Θεοδότη, δεν είναι καθόλου εύκολο για μένα να βρω ελεύθερο χρόνο. Έχω πολλές
δικές μου υποθέσεις, ιδιωτικές και δημόσιες, που με κρατούν απασχολημένο. Έχω
όμως και φίλες, οι οποίες δεν με αφήνουν να φύγω από κοντά τους ούτε μέρα ούτε
νύχτα, επειδή μαθαίνουν από μένα φίλτρα
και επωδές».
3.
Η απάντηση της Θεοδότης και οι ἴυγγες — Γ΄ 11.17
Η Θεοδότη ρωτά: «Ἐπίστασαι γάρ, ἔφη, καὶ ταῦτα, ὦ
Σώκρατες;» «Ξέρεις λοιπόν και αυτά, Σωκράτη;»
Και ο Σωκράτης απαντά: «Ἀλλὰ
διὰ τί οἴει, ἔφη, Ἀπολλόδωρόν τε τόνδε καὶ Ἀντισθένη οὐδέποτέ μου ἀπολείπεσθαι;
διὰ τί δὲ καὶ Κέβητα καὶ Σιμίαν Θήβηθεν παραγίγνεσθαι; εὖ ἴσθι ὅτι ταῦτα οὐκ ἄνευ
πολλῶν φίλτρων τε καὶ ἐπῳδῶν καὶ ἰύγγων ἐστί.»
Ξενοφών, Ἀπομνημονεύματα Γ΄ 11.17.
Απόδοση: «Για
ποιον άλλο λόγο νομίζεις ότι ο Απολλόδωρος εδώ και ο Αντισθένης δεν φεύγουν
ποτέ από κοντά μου; Και γιατί ο Κέβης και ο Σιμμίας έρχονται από τη Θήβα; Να
ξέρεις καλά ότι αυτά δεν συμβαίνουν χωρίς πολλά φίλτρα, επωδές και ἴυγγες».
4.
Και αμέσως μετά έρχεται η ἴυγξ — Γ΄ 11.18
Η Θεοδότη απαντά: «Χρῆσον τοίνυν μοι, ἔφη, τὴν ἴυγγα,
ἵνα ἐπὶ σοὶ πρῶτον ἕλκω αὐτήν.» Δηλαδή: «Χρησιμοποίησε λοιπόν για χάρη μου την ἴυγγα, ώστε πρώτα απ' όλα να την
τραβήξω προς εσένα.»
Ο Σωκράτης απαντά: «Ἀλλὰ μὰ Δί’, ἔφη, οὐκ αὐτὸς ἕλκεσθαι
πρὸς σὲ βούλομαι, ἀλλὰ σὲ πρὸς ἐμὲ πορεύεσθαι.» Δηλαδή: «Όχι, μα τον
Δία· εγώ δεν θέλω να τραβηχτώ προς εσένα, αλλά θέλω εσύ να έρθεις προς εμένα».
Και η Θεοδότη: «Ἀλλὰ πορεύσομαι, ἔφη· μόνον ὑποδέχου.»
«Θα έρθω λοιπόν· μόνο να με υποδεχθείς».
Και ο Σωκράτης: «ἀλλ’ ὑποδέξομαί σε, ἔφη, ἂν μή τις
φιλωτέρα σου ἔνδον ᾖ.» «Θα σε υποδεχθώ, είπε, εκτός αν βρίσκεται
μέσα κάποια πιο αγαπημένη από εσένα».
Άρα, η ακριβής παραπομπή βρίσκεται στο Ξενοφῶν, Ἀπομνημονεύματα Γ΄ 11.15–18, με το κυρίως χωρίο για
τα ερωτικά γητεύματα στα:
Γ΄ 11.16: φίλτρα καὶ ἐπῳδαί
Γ΄ 11.17: φίλτρα, ἐπῳδαί, ἴυγγες
Γ΄ 11.18: η Θεοδότη ζητά από τον
Σωκράτη «τὴν ἴυγγα» και μιλά για
το να «τραβήξει» τον Σωκράτη προς αυτήν.
Η ἴυγξ εδώ δεν είναι απλώς μια αφηρημένη «μαγεία»: πρόκειται για όρο που συνδέεται με ερωτική μαγεία/γοητεία και την έλξη ενός προσώπου προς κάποιο άλλο. Σύγχρονη μελέτη του συγκεκριμένου χωρίου το χαρακτηρίζει ρητά ως αναφορά σε love magic, αποδίδοντας τα φίλτρα ως love potions (ερωτικά φίλτρα), τις ἐπῳδές ως incantations (μαγικές επωδές) και τις ἴυγγες ως iunx spells (ερωτικά μαγικά ξόρκια). ]
Η παλλακίς στην αθηναϊκή
κοινωνία μπορούσε να είναι γυναίκα που ζούσε σε σταθερότερη σχέση με έναν άνδρα
χωρίς να είναι η νόμιμη σύζυγός του. Η σχέση αυτή δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκην
με την περίπτωση μιας εταίρας, ούτε κάθε εταίρα
ήταν παλλακίς.
[ Η παλλακίς ήταν η γυναίκα που
διατηρούσε σταθερή, μόνιμη συμβίωση με
συγκεκριμένο άνδρα, χωρίς να είναι η νόμιμη σύζυγός του.
Η εταίρα
ήταν η
γυναίκα που είχε ερωτικές σχέσεις με
άνδρες έναντι οικονομικής ή άλλης υποστήριξης, συνήθως χωρίς
αποκλειστική σχέση με έναν άνδρα.
Με απλά
λόγια:
η παλλακίς χαρακτηρίζεται κυρίως από τη σταθερότητα
της σχέσης με έναν άνδρα, ενώ η εταίρα από τον τρόπο κοινωνικής και οικονομικής ζωής της. Οι δύο κατηγορίες
μπορούσαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επικαλύπτονται, αλλά δεν είναι
συνώνυμες.]
Στον Ξενοφώντα εδώ η Θεοδότη παρουσιάζεται
ως γυναίκα που έχει πολλούς “φίλους”/εραστές και ζει από την οικονομική τους
υποστήριξη. Δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος άνδρας τον οποίο ο
Ξενοφών να χαρακτηρίζει σύζυγο ή κύριο της Θεοδότης.
Λακεδαιμονίων
Πολιτεία
Η Λακεδαιμονίων Πολιτεία είναι
σημαντική για το θέμα, όχι επειδή αφηγείται μια συγκεκριμένη μοιχεία, αλλά
επειδή παρουσιάζει τις σπαρτιατικές αντιλήψεις για γάμο, τεκνοποιία και γυναίκες.
Ο Ξενοφών ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το πώς
η σπαρτιατική νομοθεσία διαμορφώνει άνδρες και γυναίκες ώστε να παράγουν
ισχυρούς απογόνους. Εδώ η σεξουαλικότητα δεν εξετάζεται κυρίως ως ατομική ηθική
αλλά ως θεσμός της πόλης και της
αναπαραγωγής.
Αυτό είναι απαραίτητο για την κατανόηση της
υπόθεσης Τιμαίας–Λεωτυχίδη: η πατρότητα ενός βασιλικού τέκνου δεν είναι απλώς
οικογενειακό ζήτημα· είναι ζήτημα πολιτικής νομιμότητας.
Λόγος Έμφρων
[ ανάρτηση 27 Σεπτεμβρίου 2026 :
Ξενοφών περί μοιχείας
Αρχαιογνωσία
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ]