το δημοσιογραφίζον δοκίμιο
και η αποτυχία του
Λίγα Σχόλια
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
Το δημοσιογραφίζον
δοκίμιο επιχειρεί να δανειστεί από τη δημοσιογραφία τα χαρακτηριστικά που
θεωρούνται ελκυστικά για το ευρύ κοινό: σύντομες και εύληπτες διατυπώσεις,
εντυπωσιακούς τίτλους, οικείο λεξιλόγιο, γρήγορο ρυθμό, έντονες αντιθέσεις και
συχνά μια εσκεμμένα προκλητική διατύπωση. Στόχος είναι, υποτίθεται, η
προσέγγιση του αναγνώστη, η αύξηση της αναγνωσιμότητας και, κατ’ επέκταση, η
μεγαλύτερη κυκλοφορία ή επισκεψιμότητα ενός εντύπου ή ηλεκτρονικού μέσου.
Η πρακτική αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκην
προβληματική. Η σαφήνεια, η ζωντάνια και η αποφυγή της περιττής δυσκολίας
μπορούν πράγματι να κάνουν ένα δοκίμιο περισσότερο προσιτό.
Η αποτυχία αρχίζει όταν η επικοινωνιακή
αποτελεσματικότητα μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Τότε το κείμενο δεν προσπαθεί
πλέον να οδηγήσει τον αναγνώστη σε μια βαθύτερη κατανόηση ενός ζητήματος, αλλά
κυρίως να του προκαλέσει μια άμεση αντίδραση: έκπληξη, αγανάκτηση, συμφωνία,
διαφωνία ή περιέργεια.
Έτσι, η δοκιμιακή επιχειρηματολογία μπορεί
να υποχωρήσει μπροστά στο «πιασάρικο». Ο τίτλος γίνεται σημαντικότερος από την
ιδέα, η εντύπωση σημαντικότερη από την τεκμηρίωση και η εύκολη γενίκευση
σημαντικότερη από την πολυπλοκότητα του θέματος. Το κείμενο αποκτά τη μορφή
δημοσιογραφικού σχολίου, χωρίς όμως να διαθέτει πάντοτε τα πλεονεκτήματα ούτε της
καλής δημοσιογραφίας ούτε του γνήσιου δοκιμίου.
Η αντίφαση είναι χαρακτηριστική: σε μια
προσπάθεια να πλησιάσει τον αναγνώστη, το δημοσιογραφίζον δοκίμιο μπορεί τελικά
να τον υποτιμήσει. Προϋποθέτει ότι ο αναγνώστης ενδιαφέρεται μόνο για το
γρήγορο, το εντυπωσιακό και το εύπεπτο. Όμως η αναγνωσιμότητα δεν ταυτίζεται με
την απλοποίηση και η προσβασιμότητα δεν απαιτεί την πνευματική ευκολία. Ένα
απαιτητικό επιχείρημα μπορεί να παρουσιαστεί με καθαρό και ζωντανό τρόπο χωρίς
να μετατραπεί σε δημοσιογραφικό «σλόγκαν».
Το πρόβλημα, επομένως, δεν βρίσκεται στη
χρήση δημοσιογραφικών τεχνικών καθαυτή. Βρίσκεται στην υποκατάσταση του
περιεχομένου από την τεχνική της προσέλκυσης. Όταν η επιδίωξη των πωλήσεων, των
κλικ ή της μεγαλύτερης κυκλοφορίας καθορίζει τη μορφή και τελικά τη σκέψη του
κειμένου, το δοκίμιο κινδυνεύει να χάσει την αυτονομία του. Αντί να
χρησιμοποιεί τη δημοσιογραφική αμεσότητα για να μεταφέρει μια σύνθετη ιδέα,
χρησιμοποιεί τη σύνθετη ιδέα ως πρόσχημα για μια δημοσιογραφικά ελκυστική
κατασκευή.
Η ουσιαστική πρόκληση, λοιπόν, δεν είναι να
γίνει το δοκίμιο «πιασάρικο», αλλά να γίνει ενδιαφέρον χωρίς να γίνει
επιφανειακό. Η πραγματική προσέγγιση του αναγνώστη δεν επιτυγχάνεται όταν του
προσφέρεται απλώς αυτό που υποθέτουμε ότι θέλει να διαβάσει, αλλά όταν του
προσφέρεται ένα κείμενο που σέβεται τη νοημοσύνη, τον χρόνο και την κριτική του
ικανότητα.
Η βαθύτερη
συνέπεια του φαινομένου δεν είναι μόνο ότι το δημοσιογραφίζον δοκίμιο
μπορεί να αποτύχει αισθητικά ή επιχειρηματολογικά· υπάρχει ο κίνδυνος να αποξενώσει ακριβώς τους αναγνώστες που
διαθέτουν υψηλότερες αναγνωστικές και κριτικές απαιτήσεις.
Όταν ένα δοκίμιο προσαρμόζει συστηματικά τη
γλώσσα, τη σκέψη και τη δομή του στις απαιτήσεις της άμεσης εντύπωσης, υπάρχει
ένας σοβαρός κίνδυνος: να χάσει τους
εγγράμματους αναγνώστες του. Ο αναγνώστης που αναζητεί πυκνότητα σκέψης,
ακρίβεια, τεκμηρίωση, γλωσσική ποιότητα και ουσιαστικό διάλογο με τις ιδέες
αντιλαμβάνεται εύκολα την κατασκευή του «πιασάρικου» κειμένου. Και, όταν αυτή η
πρακτική επαναλαμβάνεται, μπορεί απλώς να απομακρυνθεί.
Το παράδοξο είναι ότι η προσπάθεια
προσέλκυσης περισσότερων αναγνωστών μπορεί να οδηγήσει σε ποιοτική συρρίκνωση του αναγνωστικού σώματος.
Ένα έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο μπορεί να κερδίσει περιστασιακή προσοχή, κλικ ή
πωλήσεις, αλλά συγχρόνως να χάσει ένα κοινό σταθερότερο και περισσότερο
απαιτητικό, το οποίο αποτελεί μέρος της πνευματικής του ταυτότητας.
Ο εγγράμματος αναγνώστης δεν απορρίπτει κατ’
ανάγκην την απλότητα ή τη δημοσιογραφική αμεσότητα. Απορρίπτει, κυρίως, την προσποίηση της απλότητας όταν αυτή
αποκρύπτει ένδεια σκέψης. Δεν ενοχλείται επειδή ένα κείμενο είναι
κατανοητό· ενοχλείται όταν θεωρείται ότι για να είναι κατανοητό πρέπει να γίνει
απλοϊκό. Δεν απαιτεί δυσνόητη γλώσσα, αλλά απαιτεί λόγο που να έχει κάτι
ουσιαστικό να πει.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: για
να αυξηθεί η αναγνωσιμότητα, το κείμενο απλουστεύεται· επειδή απλουστεύεται,
απομακρύνει τους απαιτητικούς αναγνώστες· η απομάκρυνσή τους εκλαμβάνεται ως
ένδειξη ότι το περιεχόμενο είναι «πολύ δύσκολο» για το κοινό· και, ως απάντηση,
επιχειρείται ακόμη μεγαλύτερη απλοποίηση. Το μέσο δεν διευρύνει πραγματικά το κοινό του· ενδέχεται να αλλάζει το
κοινό του.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο:
η απώλεια των εγγράμματων αναγνωστών δεν αφορά μόνο τις πωλήσεις ενός εντύπου.
Αφορά την ποιότητα του δημόσιου λόγου.
Οι απαιτητικοί αναγνώστες λειτουργούν ως ένα είδος άτυπου αντίβαρου στην
επιφανειακότητα: απαιτούν επιχειρήματα, διακρίσεις, αποδείξεις, γλωσσική ακρίβεια
και πνευματική συνέπεια. Αν το δοκιμιακό κείμενο παύσει να απευθύνεται σε
αυτούς, κινδυνεύει να χάσει ένα σημαντικό μέρος της λειτουργίας του.
Επομένως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν
ένα δοκίμιο πρέπει να είναι «εύκολο» ή
«δύσκολο», ούτε αν πρέπει να χρησιμοποιεί δημοσιογραφικές τεχνικές. Το
ερώτημα είναι αν μπορεί να είναι προσιτό
χωρίς να είναι ρηχό, ζωντανό χωρίς να είναι φωνακλάδικο και κατανοητό χωρίς να
είναι απλοϊκό. Εκεί κρίνεται η επιτυχία ή η αποτυχία του.
Στο δοκίμιο γίνεται πρόβλημα όταν η λεκτική έκταση υποκαθιστά την εννοιολογική
επάρκεια. Ιδίως στις κοινωνικές επιστήμες, όπου οι έννοιες μετακινούνται
από πεδίο σε πεδίο και αλλάζουν σημασία, η επιφανειακή χρήση τους μπορεί να
δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση επιστημονικότητας.
Ένας άλλος κίνδυνος του δημοσιογραφίζοντος
δοκιμίου είναι ο βερμπαλισμός,
δηλαδή η τάση του δοκιμιογράφου να επιδεικνύει λεκτική ευχέρεια και πλούτο ορολογίας
χωρίς αντίστοιχη εμβάθυνση στις έννοιες που χρησιμοποιεί. Το κείμενο μπορεί να
είναι γεμάτο από εντυπωσιακές λέξεις, θεωρητικούς όρους και αναφορές σε
επιστημονικά πεδία, χωρίς όμως να προκύπτει με σαφήνεια ποια ακριβώς έννοια
χρησιμοποιείται, με ποια σημασία και σε ποιο θεωρητικό πλαίσιο.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν ο
δοκιμιογράφος κινείται ανάμεσα στις κοινωνικές επιστήμες. Οι επιστήμες αυτές
είναι στενά αλληλοσυνδεόμενες, αλλά δεν
χρησιμοποιούν κατ’ ανάγκην τους ίδιους όρους με την ίδια σημασία. Ένας
όρος μπορεί να εμφανίζεται στην κοινωνιολογία, στην πολιτική επιστήμη, στην
οικονομική επιστήμη, στην κοινωνική ψυχολογία ή στην ανθρωπολογία και να αποκτά
διαφορετική εννοιολογική φόρτιση, επειδή κάθε επιστημονικός κλάδος εξετάζει το
κοινωνικό φαινόμενο από διαφορετική οπτική, με διαφορετικά ερωτήματα,
διαφορετικές μεθόδους και διαφορετικό επίπεδο ανάλυσης.
Επομένως, η απλή μεταφορά ενός όρου από τη
μία επιστήμη στην άλλη δεν ισοδυναμεί
με επιστημονική γνώση. Απαιτείται να γνωρίζει κανείς τι σημαίνει ο όρος
στο αρχικό του πλαίσιο, ποιο φαινόμενο περιγράφει, ποιες είναι οι προϋποθέσεις χρήσης
του και πώς διαφοροποιείται από συγγενείς έννοιες. Αλλιώς δημιουργείται ένα
είδος «εννοιολογικού τουρισμού»: ο συγγραφέας περιφέρεται από επιστημονικό
πεδίο σε επιστημονικό πεδίο, δανείζεται όρους και τους τοποθετεί στο κείμενό
του, χωρίς να έχει κατακτήσει τις μεταξύ τους σχέσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ και η τάξη μεγέθους ή το επίπεδο ανάλυσης.
Άλλο είναι να εξετάζουμε ένα άτομο, άλλο μια ομάδα, έναν οργανισμό, έναν θεσμό,
μια κοινωνική τάξη, μια κοινωνία ή ένα διεθνές σύστημα. Ένας όρος που είναι
χρήσιμος για την ερμηνεία ενός φαινομένου σε ένα επίπεδο δεν μπορεί αυτομάτως
να μεταφέρεται αυτούσιος σε ένα άλλο. Η αλλαγή κλίμακας μπορεί να μεταβάλει όχι
μόνο την εφαρμογή αλλά και το ίδιο το νόημα μιας έννοιας.
Έτσι, ο βερμπαλισμός αποκτά μια ιδιαίτερα
παραπλανητική μορφή: το κείμενο
φαίνεται βαθυστόχαστο επειδή είναι ορολογικά πυκνό, ενώ στην πραγματικότητα
μπορεί να είναι εννοιολογικά ρηχό. Ο αναγνώστης εντυπωσιάζεται από τη
συσσώρευση όρων, αλλά αν επιχειρήσει να τους συνδέσει μεταξύ τους, διαπιστώνει
ότι οι σχέσεις παραμένουν ασαφείς ή αυθαίρετες.
Το ουσιαστικό γνώρισμα του ώριμου δοκιμίου
είναι, αντίθετα, η εννοιολογική
πειθαρχία. Ο καλός δοκιμιογράφος δεν χρειάζεται να επιδεικνύει πόσους
όρους γνωρίζει. Χρειάζεται να γνωρίζει ποιον όρο χρειάζεται, γιατί τον
χρειάζεται, τι ακριβώς σημαίνει και μέχρι πού μπορεί να τον χρησιμοποιήσει. Η
πραγματική γλωσσική δύναμη, επομένως, δεν βρίσκεται στην πληθώρα των λέξεων
αλλά στην ακρίβεια της σχέσης ανάμεσα
στη λέξη, την έννοια και το φαινόμενο που αυτή περιγράφει.
Και εδώ συναντώνται τα δύο προβλήματα που
επισημάνθηκαν: το δημοσιογραφίζον ύφος
και ο βερμπαλισμός είναι αντίθετες μορφές της ίδιας αποτυχίας. Στην
πρώτη περίπτωση η σκέψη θυσιάζεται για χάρη της
εντύπωσης και της αμεσότητας· στην δεύτερη, θυσιάζεται πίσω από την επίδειξη
λόγου και ορολογίας. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, ο αναγνώστης τελικά
στερείται αυτό που υποτίθεται ότι του προσφέρει το δοκίμιο: πραγματική κατανόηση.
Παλαιότερα, ένας έγκριτος δοκιμιογράφος
μπορούσε να διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα πρόσβασης: γνώριζε ξένες
γλώσσες, παρακολουθούσε ξένο Τύπο και περιοδικά, εντόπιζε ένα ενδιαφέρον άρθρο
ή μια συζήτηση που δεν είχε ακόμη φτάσει στο ελληνικό κοινό και την εισήγαγε
στο εγχώριο πνευματικό πεδίο. Η σπανιότητα
της πρόσβασης στην πληροφορία ενίσχυε το κύρος του μεσάζοντα.
Σήμερα αυτή η λειτουργία έχει αποδυναμωθεί.
Όχι επειδή οι δοκιμιογράφοι έπαψαν να είναι χρήσιμοι, αλλά επειδή η πληροφορία έπαψε να είναι τόσο σπάνια.
Ένας μορφωμένος νεότερος αναγνώστης μπορεί
πλέον να παρακολουθεί ξενόγλωσσα μέσα, περιοδικά, επιστημονικές συζητήσεις,
ιστολόγια, podcasts, newsletters και πανεπιστημιακές δημοσιεύσεις. Ακόμη και
όταν δεν γνωρίζει καλά μια ξένη γλώσσα, υπάρχουν εργαλεία αυτόματης μετάφρασης
και, πλέον, συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που μειώνουν δραστικά το κόστος
πρόσβασης.
Άρα το παλαιό πλεονέκτημα: «Εγώ
γνωρίζω τι συζητείται εκεί έξω και σας το μεταφέρω» δεν αρκεί πλέον.
Ο αναγνώστης μπορεί, σε αρκετές περιπτώσεις, να πληροφορηθεί μόνος του τι συζητείται.
Αυτό όμως δημιουργεί μια πολύ ενδιαφέρουσα
μετατόπιση. Η αξία του δοκιμιογράφου μεταφέρεται από την πρόσβαση στην πληροφορία στην ικανότητα επεξεργασίας της.
Ο αναγνώστης δεν χρειάζεται τόσο κάποιον να
του πει ότι «σε ένα αμερικανικό περιοδικό δημοσιεύτηκε πρόσφατα μια
ενδιαφέρουσα άποψη». Χρειάζεται κάποιον που να μπορεί να απαντήσει: Τι ακριβώς
υποστηρίζει αυτή η άποψη; Σε ποια θεωρητική παράδοση ανήκει; Ποιες προϋποθέσεις
έχει; Με ποια άλλα επιχειρήματα συνδέεται; Πού διαφέρει από μια φαινομενικά
παρόμοια θέση; Σε ποιο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο έχει νόημα; Τι μπορεί και
τι δεν μπορεί να εξηγήσει; Και,
κυρίως, τι σημαίνει η μεταφορά της στο
ελληνικό περιβάλλον;
Επομένως, ο παλαιός «μεσίτης» αντιμετωπίζει
ένα πρόβλημα: η αποκλειστικότητα της
πηγής δεν είναι πλέον εύκολο να διατηρηθεί.
Αν το δοκίμιό του βασιζόταν κυρίως στην
αποκάλυψη ενός ξένου άρθρου, μιας νέας έννοιας ή μιας συζήτησης που το ελληνικό
κοινό αγνοούσε, σήμερα μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με έναν αναγνώστη ο οποίος
τα έχει ήδη δει — και ίσως τα έχει διαβάσει στο πρωτότυπο.
Και εδώ εμφανίζεται ένα μάλλον δυσάρεστο
φαινόμενο: η παλαιά αυθεντία μπορεί να
συνεχίσει να υπάρχει κοινωνικά, ενώ η πληροφοριακή της βάση έχει αποδυναμωθεί.
Ο δοκιμιογράφος εξακολουθεί να γράφει με τον
τόνο εκείνου που «μας αποκαλύπτει» κάτι, ενώ ένα μέρος του κοινού έχει ήδη
πρόσβαση στο ίδιο υλικό. Αυτό μπορεί να κάνει τον λόγο του να φαίνεται
καθυστερημένος ή αυτάρεσκος.
Η AI προσθέτει ένα καινούργιο επίπεδο στο
φαινόμενο. Δεν αντικαθιστά τη γνώση μιας γλώσσας ούτε την ικανότητα κατανόησης
ενός κειμένου, αλλά μειώνει σημαντικά
το γλωσσικό κόστος της πρώτης πρόσβασης. Ένας αναγνώστης μπορεί πλέον να
πάρει μια πρώτη μετάφραση, να ζητήσει περίληψη ενός ξενόγλωσσου κειμένου, να
συγκρίνει διαφορετικές διατυπώσεις και να αναζητήσει βασικές έννοιες πολύ
ευκολότερα από ό,τι παλαιότερα.
Αυτό σημαίνει ότι η γλωσσομάθεια
μετατρέπεται σταδιακά από μονοπώλιο
πρόσβασης σε πλεονέκτημα
ποιότητας. Η γνώση της γλώσσας εξακολουθεί να έχει τεράστια σημασία,
διότι επιτρέπει στον άνθρωπο να αντιληφθεί αποχρώσεις, συμφραζόμενα, ειρωνείες,
τεχνικούς όρους και πολιτισμικές αναφορές που μια μηχανική μετάφραση μπορεί να
χάσει. Αλλά δεν αρκεί πλέον από μόνη της για να δημιουργήσει αυθεντία.
Όταν η πρόσβαση στην πληροφορία γίνεται ευκολότερη, η λεκτική επίδειξη
και η παράθεση ξενόγλωσσων ονομάτων χάνουν μέρος της παλαιάς τους δύναμης. Ο
δοκιμιογράφος που παραθέτει διαρκώς ξένους συγγραφείς, περιοδικά, σχολές και
όρους μπορεί να δημιουργεί εντύπωση πολυμάθειας, αλλά ο αναγνώστης μπορεί πλέον
πολύ ευκολότερα να ελέγξει αν πίσω από την ορολογία υπάρχει πραγματική
κατανόηση.
Έτσι προκύπτει ένα νέο κριτήριο κύρους: όχι πόσα γνωρίζει ο δοκιμιογράφος ότι
υπάρχουν, αλλά πόσο βαθιά κατανοεί αυτά που γνωρίζει και πόσο δημιουργικά
μπορεί να τα συνδέσει.
Και αυτό ίσως είναι η σημαντικότερη πρόκληση
για τη σημερινή δοκιμιογραφία.
Ο δοκιμιογράφος του παρελθόντος μπορούσε σε
σημαντικό βαθμό να είναι πύλη προς τον
κόσμο. Ο σημερινός δοκιμιογράφος πρέπει περισσότερο να γίνει χαρτογράφος του κόσμου: να συνδέει
γνώσεις που ο αναγνώστης μπορεί πλέον να αποκτήσει και μόνος του, να τις
τοποθετεί στο σωστό εννοιολογικό πλαίσιο, να διακρίνει το σημαντικό από το
εφήμερο και να παράγει μια σύνθεση που δεν βρίσκεται αυτούσια σε κανένα από τα
επιμέρους άρθρα που διάβασε.
Και υπάρχει εδώ μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα
συνέπεια: όσο περισσότερο
εκδημοκρατίζεται η πρόσβαση στη γνώση, τόσο λιγότερο μπορεί ο δοκιμιογράφος να
στηρίζει το κύρος του στη σπανιότητα της γνώσης και τόσο περισσότερο πρέπει να
το στηρίζει στην ποιότητα της σκέψης του.
Μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική μορφή διακειμενικού εντυπωσιασμού είναι: η
παράθεση ενός αποσπάσματος ή ενός αποφθέγματος το οποίο λειτουργεί όχι ως μέσο
ερμηνείας, αλλά ως σήμα πολιτισμικής
κατοχής (υποτιθέμενου υψηλού συμβολικού κεφαλαίου σύμφωνα με την ορολογία του
Πιέρ Μπουρντιέ). Το πρόβλημα δεν είναι η παράθεση καθαυτή· είναι ότι το
παράθεμα μένει «ξεκάρφωτο», χωρίς να εντάσσεται στο έργο και στο επιχείρημα.
Η
παράθεση ως «ξεκάρφωτο ίχνος»
Ο
δημοσιογραφίζων δοκιμιογράφος καταφεύγει συχνά σε ποιήματα, μυθιστορήματα,
δοκίμια, φιλοσόφους ή θεωρητικούς, παραθέτοντας μια χαρακτηριστική φράση ή ένα
μικρό απόσπασμα. Η τεχνική αυτή μπορεί να προσδώσει στο κείμενο αμέσως μια
επίφαση πυκνότητας και καλλιέργειας. Ένα όνομα —ένας ποιητής, ένας συγγραφέας,
ένας φιλόσοφος— και δίπλα του ένα εντυπωσιακό παράθεμα αρκούν για να
δημιουργηθεί η εντύπωση ενός ευρύτατου πνευματικού ορίζοντα.
Όμως η πραγματική διακειμενικότητα απαιτεί
πολύ περισσότερα. Ένα απόσπασμα έχει πηγή,
συμφραζόμενα, θέση και λειτουργία. Δεν είναι αυτόνομο διακοσμητικό
αντικείμενο. Αν προέρχεται από ένα ποίημα, έχει σχέση με τη συνολική σύνθεση
του ποιήματος· αν προέρχεται από ένα μυθιστόρημα, εντάσσεται σε μια αφηγηματική
κατάσταση, σε έναν χαρακτήρα ή σε μια συγκεκριμένη στιγμή του έργου· αν
προέρχεται από ένα φιλοσοφικό ή θεωρητικό έργο, συνδέεται με ένα επιχείρημα,
μια έννοια και ένα ευρύτερο σύστημα σκέψης.
Όταν λοιπόν ο δοκιμιογράφος αποσπά μια φράση
και την τοποθετεί στο κείμενό του χωρίς να εξηγεί γιατί ακριβώς την επικαλείται, τι σήμαινε στο αρχικό της
περιβάλλον και πώς μετασχηματίζεται μέσα στο νέο επιχείρημα, το παράθεμα παύει
να είναι τεκμήριο και γίνεται διακοσμητικό
ίχνος.
Κάτι σαν: «Όπως έγραψε ο τάδε…» και
ακολουθεί μια ωραία ή σκοτεινή φράση. Αλλά τι αποδεικνύει; Τι φωτίζει; Τι αλλάζει στην επιχειρηματολογία; Αν
δεν απαντηθεί αυτό, η αναφορά μένει μετέωρη.
Η πρακτική γίνεται ακόμη πιο προβληματική
όταν ο δοκιμιογράφος επιστρατεύει θεωρητικούς με ιδιαίτερα απαιτητικά
εννοιολογικά συστήματα — για παράδειγμα τον Jacques Lacan.
Εδώ ένα σύντομο μότο μπορεί να δημιουργήσει
πολλαπλή ψευδαίσθηση βάθους. Ο
αναγνώστης βλέπει ένα δύσκολο όνομα, μια πυκνή φράση και έναν όρο από ένα
σύνθετο θεωρητικό σύστημα. Επειδή όμως δεν εξηγείται η θεωρία από την οποία
προέρχεται η φράση, ούτε η ακριβής σημασία της έννοιας, ο αναγνώστης ουσιαστικά
δεν μπορεί να ελέγξει αν η χρήση είναι ορθή.
Το παράδοξο είναι ότι η δυσκολία του παραθέματος χρησιμοποιείται
συνήθως ως υποκατάστατο της δυσκολίας της σκέψης.
Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένα κείμενο
γεμάτο «σημεία κύρους»: ένα μότο του Λακάν ένα μότο του Φουκώ, ένα μότο του
Νίτσε, ένα μότο του Μπουρντιέ, ένα μότο ενός ποιητή, και παρ' όλα αυτά να μην
υπάρχει πραγματική θεωρητική συνοχή. Ο αναγνώστης έχει λάβει πολλά ονόματα,
αλλά ελάχιστη γνώση.
Η γόνιμη διακειμενικότητα λέει
περίπου: «Αυτό που υποστηρίζω εδώ συνδέεται με εκείνο το έργο. Να γιατί. Ας
δούμε τι ακριβώς εννοεί ο συγγραφέας και πώς η ιδέα του φωτίζει το δικό μου
επιχείρημα.»
Η επιδεικτική διακειμενικότητα λέει: «Κοιτάξτε
πόσους συγγραφείς γνωρίζω.» (έστω και επιφανειακά, επιδερμικά). Στη δεύτερη
περίπτωση, το έργο του άλλου δεν αποτελεί συνομιλητή. Χρησιμοποιείται ως σκηνικό
κύρους.
Και αυτό μας επιστρέφει στον βερμπαλισμό. Ο βερμπαλισμός δεν αφορά μόνο τις πολλές
λέξεις. Μπορεί να αφορά και την υπερσυσσώρευση πολιτισμικών αναφορών.
Ένα κείμενο μπορεί να είναι φαινομενικά «πολυφωνικό», ενώ στην πραγματικότητα
είναι μονοφωνικό: όλες οι φωνές των άλλων έχουν επιστρατευθεί για να ενισχύσουν
το κύρος του συγγραφέα.
τα
«ξεκάρφωτα ίχνη».
Ένα πραγματικό ίχνος οδηγεί κάπου. Ο
αναγνώστης μπορεί να το ακολουθήσει προς το έργο, την έννοια, το επιχείρημα και
τελικά προς μια βαθύτερη κατανόηση.
Το ξεκάρφωτο ίχνος, αντίθετα, απλώς
υποδεικνύει ότι ο συγγραφέας έχει περάσει από εκεί. Δεν οδηγεί τον
αναγνώστη πουθενά. Και αυτή είναι ίσως η πιο ακριβής διάκριση ανάμεσα στη γνώση και την επίδειξη γνώσης. Η πρώτη
δημιουργεί διαδρομές. Η δεύτερη αφήνει σημάδια.
Στο καλό δοκίμιο, λοιπόν, η αναφορά σε έναν
ποιητή, έναν φιλόσοφο ή έναν κοινωνικό επιστήμονα δεν πρέπει να λειτουργεί ως πιστοποιητικό μορφώσεως του δοκιμιογράφου,
αλλά ως εργαλείο σκέψης. Ο αναγνώστης πρέπει να καταλαβαίνει όχι μόνο ποιος
είπε κάτι, αλλά γιατί αυτό ειπώθηκε,
μέσα σε ποιο έργο, με ποια σημασία και γιατί έχει θέση ακριβώς εδώ. Διαφορετικά,
το δοκίμιο μετατρέπεται σε κάτι σαν βιτρίνα
παραπομπών: πολλά ονόματα, πολλά αποσπάσματα, πολλές δύσκολες λέξεις —
και ελάχιστη πραγματική διαδρομή της σκέψης.
Η αποσιώπηση των αντιτιθέμενων ιδεολογιών από
τον δοκιμιογράφου, προκειμένου αυτός να επικυρώσει μόνο την δική του ιδεολογική
τοποθέτηση ή έστω της ελλιπούς αναφοράς σε αυτές και πολλές φορές με
υποτιμητική ή απαξιωτική διάθεση.
Αυτό αποτελεί ακόμη μία σοβαρή παθογένεια
του δοκιμιακού λόγου, γιατί εδώ το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο υφολογικό ή
επιστημολογικό αλλά η ίδια η κατασκευή
του επιχειρήματος. Όταν ο δοκιμιογράφος αποκρύπτει τις ισχυρές
αντιτιθέμενες θέσεις, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η δική του θέση είναι
περισσότερο αυτονόητη ή καθολικά αποδεκτή απ’ όσο πραγματικά είναι.
Ο δοκιμιογράφος μπορεί να ξεκινά από μια
ήδη διαμορφωμένη ιδεολογική θέση και, αντί να την υποβάλει σε δοκιμασία, να
οργανώνει το κείμενό του έτσι ώστε να
επιλέγει μόνο τα στοιχεία που την επιβεβαιώνουν. Οι αντίθετες θεωρήσεις
είτε απουσιάζουν εντελώς είτε παρουσιάζονται συνοπτικά, αποσπασματικά και χωρίς
την καλύτερη δυνατή διατύπωσή τους.
Στην πρώτη περίπτωση έχουμε σιωπή. Στη δεύτερη, κάτι ακόμη πιο
ύπουλο: ο αντίπαλος εμφανίζεται, αλλά εμφανίζεται ως καρικατούρα.
Ο δοκιμιογράφος μπορεί, για παράδειγμα, να
παρουσιάσει τη δική του άποψη με πολλές σελίδες επιχειρημάτων, ιστορικές
αναφορές και θεωρητικές αποχρώσεις, ενώ την αντίθετη θέση να την αποδώσει σε
δύο προτάσεις, με έναν απαξιωτικό χαρακτηρισμό. Έτσι δημιουργείται μια ασύμμετρη
επιχειρηματολογία: η μία πλευρά έχει το δικαίωμα της πολυπλοκότητας, ενώ η
άλλη παρουσιάζεται στην απλοποιημένη και ασθενέστερη εκδοχή της.
Ένας τέτοιος τρόπος γραφής επιτρέπει στον
συγγραφέα να κερδίσει μια εύκολη διανοητική νίκη. Δεν χρειάζεται να
αντιμετωπίσει την ισχυρότερη εκδοχή του αντιπάλου του· αρκεί να αντιμετωπίσει
μια εκδοχή που ο ίδιος έχει προηγουμένως κατασκευάσει.
Αυτό είναι ιδιαίτερα προβληματικό στις
κοινωνικές επιστήμες και στη φιλοσοφία, όπου τα περισσότερα σοβαρά ζητήματα δεν
χωρίζονται καθαρά σε δύο στρατόπεδα. Υπάρχουν ενδιάμεσες θέσεις, εσωτερικές
διαφοροποιήσεις, διαφορετικές σχολές και θεωρητικές παραδόσεις που διαφωνούν
μεταξύ τους ακόμη και μέσα στο ίδιο ιδεολογικό ρεύμα.
Η παράλειψή τους μετατρέπει μια πολύπλοκη διανοητική αντιπαράθεση σε διπολική
αφήγηση: «Εμείς καταλαβαίνουμε το πρόβλημα· εκείνοι δεν το
καταλαβαίνουν.» Αυτό είναι ιδιαίτερα ελκυστικό δημοσιογραφικά, αλλά φτωχό
δοκιμιακά.
Ακόμη χειρότερη είναι η περίπτωση κατά την
οποία ο αντίλογος αναφέρεται μόνο και μόνο για να απαξιωθεί. Αντί να
παρουσιαστεί η θέση του αντιπάλου και κατόπιν να ανασκευαστεί, προηγείται ο χαρακτηρισμός
«παρωχημένη», «αφελής», «αντιδραστική», «ιδεοληπτική», «νεοφιλελεύθερη»,
«λαϊκιστική», «ρομαντική» κ.ο.κ.
Το ζήτημα δεν είναι ότι τέτοιοι
χαρακτηρισμοί δεν μπορούν ποτέ να είναι βάσιμοι. Το πρόβλημα είναι όταν ο χαρακτηρισμός αντικαθιστά την απόδειξη.
Ο αναγνώστης ουσιαστικά καλείται να
απορρίψει μια θέση όχι επειδή παρουσιάστηκαν οι λόγοι για τους οποίους είναι
εσφαλμένη, αλλά επειδή ο συγγραφέας της έχει προηγουμένως αποδώσει ένα αρνητικά
φορτισμένο ιδεολογικό επίθετο.
Ένα ώριμο δοκίμιο θα έπρεπε να κάνει σχεδόν
το αντίθετο: να αναζητά την ισχυρότερη
δυνατή εκδοχή της αντίθετης θέσης. Δηλαδή: Να την παρουσιάζει με
ακρίβεια. Να αναγνωρίζει ποια προβλήματα εξηγεί καλύτερα από τη δική του θέση. Να
αναγνωρίζει τα σημεία στα οποία η δική του θέση είναι αβέβαιη. Να εξετάζει τις
βασικές αντιρρήσεις. Και μόνο τότε να εξηγεί γιατί, παρά τις αντιρρήσεις αυτές,
επιμένει στο δικό του συμπέρασμα.
Τότε ο αναγνώστης δεν παρακολουθεί μια παράσταση επικύρωσης μιας ήδη ειλημμένης
απόφασης, αλλά μια πραγματική διαδικασία σκέψης.
Αυτό το ζήτημα συμπληρώνει πολύ φυσικά όσα έχουν
ήδη αναφερθεί: το δημοσιογραφίζον ύφος
επιδιώκει την άμεση εντύπωση, ο βερμπαλισμός
δημιουργεί επίφαση βάθους, οι ξεκάρφωτες
παραπομπές δημιουργούν επίφαση πολυμάθειας, η επίκληση θεωρητικών μέσω
ενός δύσκολου μότο δημιουργεί
επίφαση θεωρητικής επάρκειας, και η αποσιώπηση
του αντίλογου δημιουργεί επίφαση διανοητικής βεβαιότητας.
Όλα αυτά μπορούν να ιδωθούν ως
διαφορετικές μορφές ενός κοινού προβλήματος: η μορφή και η αυθεντία του δοκιμιογράφου υποκαθιστούν σταδιακά την ίδια
τη δοκιμασία της σκέψης.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αποτυχία
του συγκεκριμένου τύπου δοκιμιογραφίας: ο δοκιμιογράφος δεν χρησιμοποιεί πλέον
το δοκίμιο για να εξετάσει μια
θέση, αλλά για να επικυρώσει μια
θέση που έχει ήδη αποφασίσει. Ο αναγνώστης δεν προσκαλείται σε έρευνα· καλείται
να γίνει μάρτυρας της επιβεβαίωσης.
Εδώ αναδεικνύεται μια ακόμη βαθύτερη
λειτουργία του δοκιμίου: δεν αρκεί να
πείσει τον αναγνώστη που ήδη συμφωνεί· οφείλει να είναι σε θέση να συνομιλήσει
και με εκείνον που διαφωνεί.
Όταν ο αναγνώστης συμμερίζεται εξαρχής την
κυρίαρχη θέση του δοκιμιογράφου, το δοκίμιο μπορεί να λειτουργήσει ευχάριστα ως
μηχανισμός επιβεβαίωσης. Βλέπει διατυπωμένες με μεγαλύτερη τάξη και γλωσσική
επάρκεια σκέψεις που λίγο-πολύ είναι ήδη δικές του. Οι αναφορές, τα
παραδείγματα και τα επιχειρήματα ενισχύουν την πεποίθησή του ότι βρίσκεται στη
σωστή πλευρά.
Αλλά ο πραγματικός έλεγχος του δοκιμίου
αρχίζει όταν ο αναγνώστης δεν συμφωνεί.
Αν ο αναγνώστης σκέφτεται «Ναι, αλλά
αυτό δεν ισχύει πάντοτε…» ή «Μήπως υπάρχει και μια άλλη εξήγηση;» ή «Αυτό το
επιχείρημα παραβλέπει μια σημαντική παράμετρο…» και δεν συναντά πουθενά ούτε
μία από αυτές τις σκέψεις, τότε δημιουργείται ένα ιδιαίτερο είδος αποξένωσης.
Δεν είναι απλώς ότι διαφωνεί με το
συμπέρασμα. Αισθάνεται ότι ο
συγγραφέας δεν έχει αντιληφθεί καν το ερώτημα που ο ίδιος θέτει.
Ένα καλό δοκίμιο μπορεί να αποτύχει να
πείσει τον διαφωνούντα αναγνώστη και παρ' όλα αυτά να τον κερδίσει πνευματικά.
Μπορεί να τον κάνει να πει: «Δεν με έπεισε, αλλά τουλάχιστον κατάλαβε την
αντίρρησή μου και μου έδειξε γιατί διαφωνεί μαζί της.» Τότε έχει
πραγματοποιηθεί διάλογος.
Αντίθετα, όταν ο αντίλογος απουσιάζει, ο
αναγνώστης βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα κλειστό
σύστημα σκέψης. Το κείμενο έχει ήδη αποφασίσει ποιος έχει δίκιο, ποιος
έχει άδικο, ποιες πληροφορίες είναι σημαντικές και ποιες όχι. Ο αναγνώστης που
δεν ανήκει στην ιδεολογική ή γνωστική «φυλή» του συγγραφέα δεν βρίσκει χώρο να
τοποθετήσει τις δικές του απορίες.
Έτσι πρέπει να διακρίνουμε δύο διαφορετικές
λειτουργίες:
Το
δοκίμιο ως μέσο πειθούς
λέει στον αναγνώστη: «Ακολούθησε το επιχείρημά μου και κρίνε το.»
Το
δοκίμιο ως μέσο επιβεβαίωσης
λέει ουσιαστικά: «Αφού συμφωνούμε, θα σου δείξω πόσο σωστά σκεφτόμαστε.»
Η δεύτερη περίπτωση είναι ιδιαίτερα
ελκυστική, διότι δημιουργεί μια αίσθηση πνευματικής οικειότητας. Όμως ο
αναγνώστης που διαφωνεί δεν έχει πλέον σημείο
εισόδου στο κείμενο.
Και τότε μπορεί να συμβεί κάτι ακόμη
χειρότερο: αντί να προβληματιστεί από το δοκίμιο, ο διαφωνών αναγνώστης αρχίζει
να το διαβάζει αμυντικά. Ψάχνει πλέον όχι τι μπορεί να μάθει από αυτό, αλλά
πού βρίσκεται το λάθος, η υπερβολή, η αποσιώπηση ή η αυθαίρετη γενίκευση. Το
κείμενο παύει να είναι χώρος σκέψης και γίνεται χώρος αντιπαράθεσης.
Ο πραγματικά ισχυρός δοκιμιογράφος,
επομένως, πρέπει να μπορεί να κάνει κάτι αρκετά δύσκολο: να διατυπώνει την αντίρρηση του αναγνώστη
πριν ακόμη τη διατυπώσει ο ίδιος ο αναγνώστης. Και μάλιστα στην
ισχυρότερη εκδοχή της.
Να μπορεί να πει: «Ο αναγνώστης που διαφωνεί
μαζί μου θα μπορούσε εύλογα να αντιτείνει ότι…» και στη συνέχεια να παρουσιάσει
την αντίρρηση όχι ως γελοία ή αφελή, αλλά όσο το δυνατόν πιο ισχυρή.
Τότε συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον: ο
διαφωνών αναγνώστης αναγνωρίζει τον
εαυτό του μέσα στο κείμενο, ακόμη και αν τελικά απορρίψει την απάντηση
του συγγραφέα. (Ισχυρό παράδειγμα αποτελεί ο Επιτάφιος του Περικλή στο
Θουκυδίδη, όπου ο Περικλής απαντά σε όλες τις αντίθετες απόψεις (Πελοποννησίων
και εσωτερικών πολιτικών αντιπάλων του).
Αυτό
αποτελεί ένα από τα υψηλότερα επίπεδα δοκιμιακού διαλόγου: ακόμη και όταν ο
αναγνώστης διαφωνεί με τη θέση του συγγραφέα, μπορεί να αναγνωρίζει ότι οι
δικές του αντιρρήσεις, επιφυλάξεις και προβληματισμοί έχουν γίνει κατανοητοί
και έχουν αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα και ακρίβεια. Η διαφωνία, επομένως, δεν
αποκλείει την πνευματική επικοινωνία· αντίθετα, μπορεί να αποτελεί ένδειξη ενός
ουσιαστικού διαλόγου, όταν το δοκίμιο κατορθώνει να παρουσιάσει με επάρκεια
ακόμη και τις θέσεις που τελικά απορρίπτει.
Και ίσως
αυτή η λειτουργία του δοκιμίου να είναι σημαντικότερη από την απλή επιβεβαίωση
ήδη διαμορφωμένων πεποιθήσεων του αναγνώστη.
Γιατί το πρώτο απαιτεί από τον συγγραφέα να
εγκαταλείψει, έστω προσωρινά, την ασφάλεια της δικής του ιδεολογικής θέσης και
να εισέλθει στο έδαφος του άλλου.
Έτσι, η απουσία του αντίλογου δεν αποδυναμώνει (impoverishes) απλώς το επιχείρημα·
αποδυναμώνει και τη σχέση του δοκιμίου με τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης δεν ζητά
υποχρεωτικά από τον δοκιμιογράφο να συμφωνήσει μαζί του. Ζητά να αισθανθεί ότι οι ερωτήσεις του ήταν αρκετά σοβαρές ώστε να
αξίζουν μια απάντηση.
Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικότερα
κριτήρια για να ξεχωρίσει κανείς το δοκίμιο που πραγματικά σκέφτεται από
το δοκίμιο που απλώς διακηρύσσει.
Η συμπύκνωση του λόγου υπό την επίδραση των
διαδικτυακών μέσων
Η εμφάνιση και η επικράτηση των
διαδικτυακών μέσων επέφερε σημαντικές μεταβολές όχι μόνο στον τρόπο διάδοσης
των κειμένων αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτά γράφονται και
προσλαμβάνονται. Σε αντίθεση με τον έντυπο Τύπο, όπου υπήρχε μεγαλύτερη
δυνατότητα ανάπτυξης ενός θέματος σε εκτενές άρθρο ή δοκίμιο, το διαδίκτυο
ευνόησε τη συμπύκνωση, την αμεσότητα και την ταχύτητα.
Η ανάγκη να προσελκυστεί γρήγορα η προσοχή
του αναγνώστη οδήγησε σε μικρότερες παραγράφους, συντομότερες διατυπώσεις,
έντονους τίτλους και περιορισμό της εκτενούς επιχειρηματολογίας. Το κείμενο
καλείται συχνά να μεταδώσει το βασικό του μήνυμα σε ελάχιστο χρόνο, καθώς ο
αναγνώστης έχει στη διάθεσή του πληθώρα εναλλακτικών κειμένων και μπορεί να
μετακινηθεί από το ένα στο άλλο σχεδόν αμέσως.
Η εξέλιξη αυτή έχει αναμφίβολα και θετική
πλευρά: η σαφήνεια, η οικονομία του λόγου και η αποφυγή περιττών αναπτύξεων
μπορούν να καταστήσουν ένα κείμενο περισσότερο προσβάσιμο. Ωστόσο, η απαίτηση
για διαρκή συμπύκνωση μπορεί να αποβεί προβληματική όταν μεταφέρεται αυτούσια
σε κείμενα που απαιτούν χρόνο, ανάπτυξη και εννοιολογικές διακρίσεις. Δεν
μπορούν όλες οι ιδέες να συμπιεστούν χωρίς απώλειες σε λίγες παραγράφους, ούτε
κάθε σύνθετο ζήτημα να αποδοθεί αποτελεσματικά με τη λογική της διαδικτυακής
σύντομης παρέμβασης.
Εδώ εμφανίζεται μια κρίσιμη αντίφαση: η
ταχύτητα της επικοινωνίας δεν ταυτίζεται με την ταχύτητα της σκέψης. Η
διαδικτυακή μορφή μπορεί να απαιτεί ένα συντομότερο και περισσότερο προσιτό κείμενο, ώστε να διευκολύνεται η κατανόηση και
η αφομοίωσή του από τον αναγνώστη, ενώ η ουσιαστική επεξεργασία ενός σύνθετου
ζητήματος μπορεί να απαιτεί ακριβώς το αντίθετο: χρόνο, έκταση, αποσαφήνιση των
εννοιών, παράθεση αντιθέτων απόψεων και σταδιακή ανάπτυξη του επιχειρήματος.
Επομένως, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη
συντομία καθαυτή. Ένα σύντομο δοκίμιο μπορεί να είναι εξαιρετικά πυκνό και
ουσιαστικό. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η απαίτηση για συντομία μετατρέπεται σε απαίτηση για απλοποίηση
και όταν η διαδικτυακή οικονομία του λόγου οδηγεί στην παράλειψη εκείνων
ακριβώς των στοιχείων που επιτρέπουν την κατανόηση ενός σύνθετου ζητήματος.
Λόγος Έμφρων
[ ανάρτηση 26 Σεπτεμβρίου 2026 :
το δημοσιογραφίζον δοκίμιο και η αποτυχία του
Λίγα Σχόλια
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ]