Ηρόδοτος περί μοιχείας
Αρχαιογνωσία
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
Ο Ηρόδοτος περί μοιχείας
Στις Ἱστορίαι του Ηροδότου δεν
υπάρχει ένα ενιαίο κεφάλαιο «περὶ μοιχείας». Το θέμα εμφανίζεται σε διαφορετικά
αφηγηματικά επεισόδια, κυρίως στο Α΄, Β΄, ΣΤ΄ και Θ΄ βιβλίο. Χρειάζεται μάλιστα
μια διάκριση: ορισμένα από αυτά είναι κυριολεκτικά περιπτώσεις μοιχείας, ενώ
άλλα αφορούν αρπαγή παντρεμένης γυναίκας, σεξουαλική παραβίαση του γάμου ή
παράνομη επέμβαση στον γάμο. Η πιο καθαρή περίπτωση μοιχείας είναι εκείνη του
Ξέρξη με την Αρταΰντη στο Θ΄ βιβλίο.
Α΄ βιβλίο, Κλειώ:
Κανδαύλης, η γυναίκα του και ο Γύγης — Α΄ 7–13
Το πρώτο και διασημότερο σχετικό
επεισόδιο βρίσκεται στο Α΄ βιβλίο, §§ 7–13, με την κύρια αφήγηση στα 1.8–1.12.
Τα πρόσωπα είναι ο Λυδός βασιλιάς Κανδαύλης, η ανώνυμη σύζυγός του, την οποία ο
Ηρόδοτος δεν κατονομάζει, και ο Γύγης, γιος του Δασκύλου και έμπιστος
σωματοφύλακας του βασιλιά. Ο Κανδαύλης είναι ερωτευμένος με τη γυναίκα του και
θεωρεί ότι είναι η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου. Θέλει όμως να πείσει και τον
Γύγη γι’ αυτό, και τον αναγκάζει να τη δει γυμνή χωρίς εκείνη να το γνωρίζει. Η
γυναίκα αντιλαμβάνεται την πράξη, θεωρεί ότι προσβλήθηκε η τιμή της και θέτει
στον Γύγη το δίλημμα να σκοτώσει τον Κανδαύλη ή να πεθάνει ο ίδιος. Ο Γύγης
σκοτώνει τον βασιλιά και παίρνει τη γυναίκα του και τη βασιλεία.
Το αρχαίο κείμενο αρχίζει χαρακτηριστικά:
«οὗτος δὴ ὦν ὁ Κανδαύλης ἠράσθη τῆς
ἑωυτοῦ γυναικός, ἐρασθεὶς δὲ ἐνόμιζέ οἱ εἶναι γυναῖκα πολλὸν πασέων καλλίστην.
[...] ἔλεγε πρὸς τὸν Γύγην [...] “ποίηε ὅκως ἐκείνην θεήσεαι γυμνήν.”»
Δηλαδή: «Ο Κανδαύλης λοιπόν
ερωτεύτηκε τη γυναίκα του και, επειδή ήταν ερωτευμένος μαζί της, πίστευε ότι
ήταν πολύ ομορφότερη από όλες τις άλλες γυναίκες. [...] Έλεγε στον Γύγη:
“Φρόντισε με κάποιον τρόπο να τη δεις γυμνή”.»
Ο Γύγης αντιδρά έντονα, επειδή
θεωρεί την πράξη παράνομη και προσβλητική: «ἅμα
δὲ κιθῶνι ἐκδυομένῳ συνεκδύεται καὶ τὴν αἰδῶ γυνή», δηλαδή «όταν η γυναίκα
βγάζει τον χιτώνα της, μαζί με αυτόν αποβάλλει και την αιδώ της».
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στο
1.10–11. Η γυναίκα βλέπει τον Γύγη να αποχωρεί από το δωμάτιο και
αντιλαμβάνεται τι έχει κάνει ο άνδρας της. Ο Ηρόδοτος εξηγεί ότι στους Λυδούς
θεωρούνταν μεγάλη ντροπή ακόμη και να δει κανείς γυμνό έναν άνδρα. Την επομένη
η βασίλισσα λέει στον Γύγη ότι πρέπει να διαλέξει: ή να σκοτώσει τον Κανδαύλη και
να πάρει εκείνη και τη βασιλεία ή να πεθάνει ο ίδιος. Τον κατηγορεί ότι «ἐμὲ γυμνήν θεησάμενον καὶ ποιήσαντα οὐ
νομιζόμενα», δηλαδή ότι την είδε γυμνή και έκανε κάτι που δεν επιτρεπόταν
από τα έθιμα.
Τελικά ο Γύγης σκοτώνει τον
Κανδαύλη στον ύπνο του και «ἔσχε καὶ τὴν
γυναῖκα καὶ τὴν βασιληίην», «πήρε και τη γυναίκα και τη βασιλεία».
Εδώ, λοιπόν, δεν έχουμε μοιχεία
με την αυστηρή έννοια. Ο Γύγης δεν συνευρίσκεται με τη γυναίκα όσο εκείνη είναι
σύζυγος του Κανδαύλη. Το αδίκημα είναι η παράνομη θέαση της βασίλισσας γυμνής
και η προσβολή της συζυγικής τιμής από τον ίδιο τον Κανδαύλη, η οποία καταλήγει
στη δολοφονία του και στον γάμο της γυναίκας με τον Γύγη. Γι’ αυτό το επεισόδιο
πρέπει να συμπεριλαμβάνεται σε μια μελέτη του Ηροδότου για τη μοιχεία και τη
σεξουαλική παραβίαση του γάμου, αλλά όχι να χαρακτηρίζεται απλώς «μοιχεία».
Β΄ βιβλίο, Ευτέρπη:
Αλέξανδρος, Ελένη και Μενέλαος — Β΄ 112–120
Η δεύτερη μεγάλη περίπτωση
βρίσκεται στο Β΄ βιβλίο, §§ 112–120, στον περίφημο «αιγυπτιακό λόγο» για την
Ελένη.
(Ο όρος «αιγυπτιακός
λόγος» δεν είναι αρχαίος
τίτλος που έδωσε ο ίδιος ο Ηρόδοτος. Είναι ένας σύγχρονος φιλολογικός
χαρακτηρισμός για το
εκτεταμένο τμήμα του Β΄ βιβλίου των Ἱστοριῶν (Εὐτέρπη), περίπου στα §§ 112–120, όπου ο Ηρόδοτος αφηγείται την
«αιγυπτιακή εκδοχή» της ιστορίας της Ελένης και του Τρωικού πολέμου.
Ονομάζεται «αιγυπτιακός» επειδή
η αφήγηση τοποθετείται στην Αίγυπτο και βασίζεται, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, σε πληροφορίες που συγκέντρωσε
εκεί από Αιγυπτίους ιερείς και άλλες πηγές.)
Τα βασικά πρόσωπα είναι ο
Αλέξανδρος/Πάρις, η Ελένη, ο νόμιμος σύζυγός της Μενέλαος, ο Αιγύπτιος βασιλιάς
Πρωτεύς και ο φύλακας του στομίου του Νείλου Θῶνις.
Εδώ ο Ηρόδοτος παρουσιάζει μια
διαφορετική εκδοχή από την παραδοσιακή ομηρική. Ο Αλέξανδρος αρπάζει την Ελένη
από τη Σπάρτη και φεύγει μαζί της προς την Τροία. Οι άνεμοι όμως τον παρασύρουν
στην Αίγυπτο. Οι υπηρέτες του καταφεύγουν ως ικέτες στο ιερό του Ηρακλή και
καταγγέλλουν την πράξη του.
Ο Θῶνις ενημερώνει τον Πρωτέα
ότι έχει έρθει ένας ξένος «ἔργον [...]
ἀνόσιον ἐν τῇ Ἑλλάδι ἐξεργασμένος», επειδή «ξείνου γὰρ τοῦ ἑωυτοῦ ἐξαπατήσας τὴν γυναῖκα» — «έχοντας
εξαπατήσει τον ξένο που τον φιλοξένησε, πήρε τη γυναίκα του».
Το σημαντικότερο απόσπασμα είναι
η καταδίκη του Πρωτέα προς τον Αλέξανδρο στο 2.115:
«ὦ κάκιστε ἀνδρῶν, ξεινίων τυχὼν
ἔργον ἀνοσιώτατον ἐργάσαο· παρὰ τοῦ σεωυτοῦ ξείνου τὴν γυναῖκα ἦλθες.»
Η σημασία είναι: «Ω, ο πιο
άθλιος από τους ανθρώπους, ενώ είχες απολαύσει τη φιλοξενία του ξένου σου,
διέπραξες το πιο ανόσιο έργο· πήρες τη γυναίκα του ανθρώπου που σε φιλοξένησε».
Ο Πρωτέας συνεχίζει ότι δεν αρκέστηκε στην αρπαγή της γυναίκας αλλά πήρε μαζί
του και την περιουσία του Μενελάου.
Στο 2.120 ο ίδιος ο Ηρόδοτος προβαίνει
στο ηθικό συμπέρασμα. Υποστηρίζει ότι, εάν η Ελένη βρισκόταν πράγματι στην
Τροία, ο Πρίαμος και οι Τρώες θα την είχαν επιστρέψει στους Έλληνες, διότι ήταν
παράλογο να διακινδυνεύουν την πόλη, τα παιδιά και τη ζωή τους για να μπορεί ο
Αλέξανδρος να «Ἑλένῃ συνοικέῃ»,
δηλαδή «να συζεί με την Ελένη». Καταλήγει δε με τη γενικότερη αρχή ότι για τα
μεγάλα αδικήματα ακολουθούν μεγάλες τιμωρίες από τους θεούς.
Επομένως, στο Β΄ βιβλίο έχουμε
την πλέον χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης ξένου γάμου: ο Αλέξανδρος παίρνει
την Ελένη, τη σύζυγο του Μενελάου, ενώ εκείνη είναι παντρεμένη. Ο Ηρόδοτος,
ωστόσο, την παρουσιάζει κυρίως ως αρπαγή, αδικία προς τον ξένο και παραβίαση
της φιλοξενίας, όχι με τη στενή νομική ορολογία της «μοιχείας».
ΣΤ΄ βιβλίο, Ερατώ:
Αρίστων, Άγητος και η σύζυγος του Αγήτου — ΣΤ΄ 61–69
Πολύ πιο κοντά στην πραγματική
έννοια της μοιχείας βρίσκεται το επεισόδιο του Αρίστωνα και της γυναίκας του
Αγήτου, στο ΣΤ΄ βιβλίο, §§ 61–69. Τα πρόσωπα είναι ο Σπαρτιάτης βασιλιάς
Αρίστων, ο φίλος του Άγητος, η ανώνυμη εξαιρετικά όμορφη γυναίκα του Αγήτου και
αργότερα ο Δημάρατος, του οποίου η πατρότητα θα αμφισβητηθεί.
Ο Αρίστων, ενώ έχει ήδη δύο
γυναίκες, ερωτεύεται τη σύζυγο του φίλου του Αγήτου. Ο Ηρόδοτος γράφει στο
6.62:
«τὸν δὲ Ἀρίστωνα ἔκνιζε ἄρα τῆς
γυναικὸς ταύτης ὁ ἔρως· μηχανᾶται δὴ τοιάδε [...] καὶ αὐτὸς τὴν ὁμοίην ζητέων
φέρεσθαι παρ᾽ ἐκείνου, ἐνθαῦτα δὴ τοῦ ἑταίρου τὴν γυναῖκα ἐπειρᾶτο ἀπάγεσθαι.»
Δηλαδή: «Ο έρωτας για αυτή τη
γυναίκα άρχισε να βασανίζει τον Αρίστωνα. Και μηχανεύτηκε το εξής [...] και
όταν ζήτησε από τον φίλο του το αντίστοιχο αντάλλαγμα, τότε επιχείρησε να πάρει
τη γυναίκα του φίλου του».
Ο Άγητος αρχικά λέει ότι είχε
συμφωνήσει για οτιδήποτε άλλο, αλλά όχι για τη γυναίκα του· τελικά όμως,
εξαιτίας του όρκου και της εξαπάτησης του Αρίστωνα, αναγκάζεται να την παραδώσει.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο
Αρίστων «τὴν τρίτην ἐσηγάγετο γυναῖκα», δηλαδή «έφερε στο σπίτι του την τρίτη
γυναίκα», αφού πρώτα είχε διώξει τη δεύτερη. Η γυναίκα αυτή γεννά τον Δημάρατο
πριν συμπληρωθούν δέκα μήνες από τον γάμο. Ο Αρίστων, γνωρίζοντας τον χρόνο,
λέει μπροστά στους εφόρους: «οὐκ ἂν ἐμὸς εἴη» — «δεν μπορεί να είναι δικός
μου». Αργότερα όμως μεταμελείται και πιστεύει ότι ο Δημάρατος είναι πράγματι
δικός του γιος.
Η συνέχεια, στο 6.65–69, γίνεται
ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, διότι η αμφισβήτηση της πατρότητας του Δημαράτου
χρησιμοποιείται πολιτικά εναντίον του. Η μητέρα του υποστηρίζει ότι είχε
συλλάβει το παιδί νωρίτερα και ότι ο Αρίστων έκανε λάθος στον υπολογισμό των
μηνών. Ο Ηρόδοτος αναφέρει επίσης την παράξενη μαρτυρία της ότι ένας ήρωας, ο
Αστρόβακος, εμφανίστηκε μαζί της σε όνειρο.
Εδώ λοιπόν έχουμε την καθαρότερη
περίπτωση σεξουαλικής επέμβασης σε ενεργό γάμο πριν από το Θ΄ βιβλίο: ο Αρίστων
ερωτεύεται τη σύζυγο του φίλου του και με εξαπάτηση την αποσπά από αυτόν. Η
αφήγηση όμως δεν επικεντρώνεται στην πράξη της μοιχείας καθαυτή αλλά στον
έρωτα, την εξαπάτηση, την αλλαγή συζύγου και κυρίως στην αμφισβήτηση της
πατρότητας του Δημαράτου.
Θ΄ βιβλίο, Καλλιόπη:
Ξέρξης, Αρταΰντη, Δαρείος, Μασίστης και Άμηστρις — Θ΄ 108–113
Η σαφέστερη και πιο
κυριολεκτική περίπτωση μοιχείας σε ολόκληρες τις Ἱστορίαι βρίσκεται στο Θ΄
βιβλίο, §§ 108–113. Εδώ ο Ηρόδοτος παρουσιάζει ένα πραγματικό ερωτικό τρίγωνο
που εξελίσσεται σε οικογενειακή καταστροφή.
Τα βασικά πρόσωπα είναι ο Πέρσης
βασιλιάς Ξέρξης, η σύζυγός του Άμηστρις, ο αδελφός του Μασίστης, η σύζυγος του
Μασίστη και η κόρη τους Αρταΰντη. Υπάρχει ακόμη ο Δαρείος, γιος του Ξέρξη, ο
οποίος γίνεται σύζυγος της Αρταΰντης.
Αρχικά ο Ξέρξης ερωτεύεται τη
σύζυγο του αδελφού του Μασίστη. Εκείνη όμως δεν ανταποκρίνεται.
Ο Ηρόδοτος γράφει:
«τότε δὴ ἐν τῇσι Σάρδισι ἐὼν ἄρα
ἤρα τῆς Μασίστεω γυναικός [...] ὡς δέ οἱ προσπέμποντι οὐκ ἐδύνατο
κατεργασθῆναι, οὐδὲ βίην προσεφέρετο [...]»
Δηλαδή: «Τότε, ενώ βρισκόταν
στις Σάρδεις, ερωτεύτηκε τη γυναίκα του Μασίστη [...] και επειδή, παρά τις
προσεγγίσεις του, δεν μπορούσε να την κατακτήσει, ούτε της ασκούσε βία». Αντί
γι’ αυτό, προσπαθεί να πλησιάσει τη γυναίκα μέσω της κόρης της: κανονίζει να
παντρευτεί ο γιος του Δαρείος την Αρταΰντη, κόρη του Μασίστη και της γυναίκας
που είχε ερωτευτεί.
Όταν όμως ο γάμος
πραγματοποιείται και όλοι επιστρέφουν στα Σούσα, ο Ξέρξης στρέφεται στην ίδια
την Αρταΰντη, τη σύζυγο πλέον του γιου του Δαρείου. Ο Ηρόδοτος λέει:
«ἐπεὶ δὲ ἐκεῖ τε ἀπίκετο καὶ
ἠγάγετο ἐς ἑωυτοῦ Δαρείῳ τὴν γυναῖκα, οὕτω δὴ τῆς Μασίστεω μὲν γυναικὸς
ἐπέπαυτο, ὁ δὲ διαμειψάμενος ἤρα τε καὶ ἐτύγχανε τῆς Δαρείου μὲν γυναικὸς
Μασίστεω δὲ θυγατρός· οὔνομα δὲ τῇ
γυναικὶ ταύτῃ ἦν Ἀρταΰντη.»
Μετάφραση: «Όταν έφτασε εκεί και
έφερε τη γυναίκα για τον Δαρείο, τότε έπαψε να επιθυμεί τη γυναίκα του Μασίστη·
όμως, αλλάζοντας αντικείμενο του έρωτά του, ερωτεύτηκε και συνήψε σχέση με τη
γυναίκα του Δαρείου, που ήταν κόρη του Μασίστη. Το όνομα αυτής της γυναίκας
ήταν Αρταΰντη».
Αυτό είναι το κομβικό σημείο: ο
Ξέρξης είναι παντρεμένος με την Άμηστρι, ενώ η Αρταΰντη είναι παντρεμένη με τον
Δαρείο. Ο Ξέρξης συνεπώς διαπράττει μοιχεία και ταυτόχρονα εισβάλλει στον γάμο
του ίδιου του γιου του. Η σύγχρονη φιλολογική βιβλιογραφία χαρακτηρίζει ρητά
την υπόθεση ως adultery (μοιχεία) και επισημαίνει ότι η Άμηστρι, όταν
πληροφορείται την υπόθεση, δεν στρέφεται εναντίον της Αρταΰντης αλλά εναντίον
της μητέρας της, επειδή θεωρεί ότι εκείνη ευθύνεται για όσα συνέβησαν.
Η αποκάλυψη γίνεται μέσω ενός
φορέματος. Η Άμηστρι είχε υφάνει ένα θαυμάσιο φᾶρος (πολύτιμο υφαντό ένδυμα) για
τον Ξέρξη. Ο Ξέρξης το χάρισε στην Αρταΰντη και εκείνη το φόρεσε. Η Άμηστρι
κατάλαβε έτσι ότι ο σύζυγός της τής είχε δώσει το δώρο στην ερωμένη του.
Ο Ηρόδοτος λέει: «καὶ ἡ Ἄμηστρις πυνθάνεταί μιν ἔχουσαν·
μαθοῦσα δὲ τὸ ποιεύμενον τῇ μὲν γυναικὶ ταύτῃ οὐκ εἶχε ἔγκοτον, ἣ δὲ ἐλπίζουσα
τὴν μητέρα αὐτῆς εἶναι αἰτίην [...] τῇ Μασίστεω γυναικὶ ἐβούλευε ὄλεθρον.»
Δηλαδή: «Η Άμηστρι πληροφορήθηκε
ότι εκείνη [η Αρταΰντη] το είχε. Όταν έμαθε τι είχε συμβεί, δεν κράτησε κακία
στην ίδια τη γυναίκα, αλλά, επειδή πίστευε ότι υπεύθυνη ήταν η μητέρα της και
ότι εκείνη τα είχε μηχανευτεί όλα, αποφάσισε την καταστροφή της γυναίκας του
Μασίστη».
Ακολουθεί η φρικτή εκδίκηση της Άμηστρις στο
9.110–113: ζητά από τον Ξέρξη να της παραδώσει τη γυναίκα του Μασίστη και, αφού
εκείνος αναγκάζεται να το κάνει, η Άμηστρι την τιμωρεί ακρωτηριάζοντάς την. Ο
Μασίστης, βλέποντας τη γυναίκα του κατεστραμμένη, εξεγείρεται και επιχειρεί να
διαφύγει προς τη Βακτριανή, αλλά τελικά σκοτώνεται μαζί με τους γιους του. Έτσι
μια μοιχεία του Ξέρξη μετατρέπεται σε οικογενειακή και πολιτική τραγωδία.
Αν λοιπόν χρησιμοποιηθεί ο όρος
«μοιχεία» με αυστηρή σημασία, ιδιαίτερη έμφαση θα έπρεπε να επικεντρωθεί στο Θ΄
108–113, όπου ο Ξέρξης έχει ερωτική σχέση με την Αρταΰντη ενώ και οι δύο είναι
ήδη έγγαμοι. Το ΣΤ΄ 61–63 είναι επίσης πολύ κοντά στην κυριολεκτική έννοια,
καθώς ο Αρίστων αποσπά με τέχνασμα τη σύζυγο του φίλου του Αγήτου. Το Β΄
113–120 αφορά την αρπαγή της Ελένης από τον Αλέξανδρο και την παραβίαση του
γάμου του Μενελάου, αλλά ο Ηρόδοτος το πλαισιώνει κυρίως ως αδικία, παραβίαση
της ξενίας και αρπαγή. Το Α΄ 8–12 είναι ακόμη διαφορετικό: ο Κανδαύλης
προσβάλλει τη συζυγική τιμή δείχνοντας τη γυναίκα του γυμνή στον Γύγη, και η
πράξη αυτή οδηγεί στον φόνο του και στον γάμο της γυναίκας με τον Γύγη.
Υπάρχει, τέλος, ένα πολύ
ενδιαφέρον κοινό μοτίβο και στα τέσσερα επεισόδια: η παραβίαση του γάμου στον
Ηρόδοτο δεν είναι απλώς ιδιωτικό ερωτικό παράπτωμα. Συνδέεται με την τιμή, την
εξουσία, την εκδίκηση, την πατρότητα και τελικά με την πολιτική ανατροπή. Ο
Κανδαύλης χάνει τη ζωή και το βασίλειό του, ο Αλέξανδρος προκαλεί την καταστροφή
της Τροίας, ο Αρίστων δημιουργεί την κρίση που οδηγεί στην αμφισβήτηση της
βασιλείας του Δημαράτου, ενώ η σχέση Ξέρξη–Αρταΰντης καταλήγει στην καταστροφή
της οικογένειας του Μασίστη. Αυτή η σύνδεση του ερωτικού παραπτώματος με την
τίσιν και την πολιτική καταστροφή είναι ένα από τα χαρακτηριστικά μοτίβα της
ηροδότειας αφήγησης.
Λόγος Έμφρων
[ ανάρτηση 27 Σεπτεμβρίου 2026 :
Ηρόδοτος περί μοιχείας
Αρχαιογνωσία
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ]
αναπαραγωγή ανάρτησης
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 27 Σεπτεμβρίου 2026 ]
Ηρόδοτος περί μοιχείας
Αρχαιογνωσία
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ]