Το χιόνι δεν θυμάται Part 1 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία

 

το χιόνι δεν θυμάται 

Part 1

σκηνογραφημένη νουβέλα 2026

τεχνητή Πεζογραφία

The Snow Does Not Remember

A Scenographed Novella, 2026

Artificial Prose

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Α

 

εισαγωγή

η αντιμετώπιση του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ

ο γάμος του Λι Γουέν-Τσενγκ με τη Μέι-Λαν

η άφιξη της νύφης Μέι-Λαν στο Λο Τζιάνγκ

μια νύφη μέσα σε ένα μεγάλο σπίτι

η ζωή κυλά πάνω σε ρυθμισμένη κανονικότητα

η πρώτη παρουσία της Λι Σου-Γιάν στο σπίτι

η γέννηση της κόρης

η τελετή της ονοματοδοσίας της Τιάν-Μι

ο Λι Γουέν-Τσενγκ βλέπει για πρώτη φορά την κόρη του

η ανάλυση του αστρολόγου

η φυγή της Μέι-Λαν

το σχέδιο της εξαφάνισης της Μέι-Λαν

μια κηδεία χωρίς πτώμα

η σύσκεψη του Λι Γουέν-Τσενγκ με τη Λι Σου-Γιάν

το τίμημα της φυγής

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Β

 

η Τιάν-Μι στο σπίτι της θείας της Λι Σου-Γιάν

η Τιάν-Μι φοιτά σε σχολή της πρωτεύουσας

τα τέσσερα χρόνια μαθητείας στη σχολή

οι άσκοπες περιπλανήσεις του πάθους

η γυναίκα ενέχυρο: Φου Χουέ

η παραλαβή του ενέχυρου

το ενέχυρο που γίνεται απαραίτητο

η εισβολή των ληστών

η αποδέσμευση της Φου Χουέ 

το πολύτιμο λάφυρο

ο αυτοκρατορικός επιθεωρητής

η βασίλισσα του εμπορίου της λίμνης Ντονγκτίνγκ

η γυναίκα του δικαστή: Χουί-Γιέ

η παλλακίδα Σιάο-Γινγκ: η γνωριμία

τα νήματα του Πεπρωμένου στη σκηνή του Λι Γουέν-Τσενγκ

η Σιάο-Γινγκ ένοικος στο αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ

ο αγώνας της παλλακίδας Σιάο-Γινγκ για να διαγράψει τη μνήμη του Λι Γουέν-Τσενγκ

η προδοσία του Λι Γουέν-Τσενγκ: η Λούο Τζινγκ

η επιστροφή του Λι Γουέν-Τσενγκ και η φυγή της Σιάο-Γινγκ

η επανεμφάνιση της Σιάο-Γινγκ

η μεταμελημένη Σιάο-Γινγκ

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Γ

 

η απόπειρα κατά του Λι Γουέν-Τσενγκ

οι προφυλάξεις του Λι Γουέν-Τσενγκ

αναζητώντας την αθωότητα

η βραδιά της Γεχουά

η βραδιά με τη Σουγιέν

τα δύο βράδια με την Τζιανγκγιού

το βράδι με την Λαν Σιν

η βραδιά της κλέφτρας

η βραδιά με τη Μαν-Γιού

μια νύχτα πριν από μια εκστρατεία

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Δ

 

η εκστρατεία στη νότια Σετσουάν

το Πέρασμα των Σκιών

η δίκη και η εκτέλεση του Λιού Γιουάν

το δηλητήριο

το ντελίριο

η εξομολόγηση

η υποδοχή του Λι Γουέν-Τσενγκ μετά από την εκστρατεία του στη νότια Σετσουάν

η θυσία μιας μητέρας

το βράδυ της θυσίας

το παρελθόν και το παρόν της Γιουν-Σου

οι ψίθυροι στο αρχοντικό

η συνάντηση στο εμπορικό

για έναν φιλανθρωπικό σκοπό

φεύγοντας από μια βαλτωμένη ζωή

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Ε

 

η επιστροφή της Τιάν-Μι στο Λο Τζιάνγκ

το σημάδι της γιγάντιας σαλαμάνδρας

η επίσκεψη του ταοϊστή μοναχού

η επίσκεψη του θεραπευτή-ιατρού

η ζωή της Τιάν-Μι στο Λο Τζιάνγκ

οι υπηρέτριες

η τελευταία νύχτα πριν ένα γάμο

η νύχτα της δοκιμασίας

η γαμήλια πομπή της Λι Σου-Γιάν

η πρώτη νύχτα ενός γάμου 

ερωτήσεις που συναντούν ομιχλώδεις απαντήσεις

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΣΤ

 

η βαρυθυμία του Λι Γουέν-Τσενγκ

το μυστήριο πίσω από το λουτρό

η ικεσία

η ανάμνηση

οι ημικρανίες της Τιάν-Μι

η εμφάνιση ενός άγνωστου 

ο αλχημιστής Σεν Χουάν

η Γιορτή του Νερού και των Ποταμών στο Λο Τζιάνγκ

ο εμπρησμός

δεν μπορούμε να τους σώσουμε όλους

η ανάδυση της συναισθηματικής επαφής

τα προξενειά για την Τιάν-Μι

ο θάνατος ενός υποψήφιου αρραβωνιαστικού

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Ζ

 

ο γραμματέας

η στρατολόγηση

η αναγνώριση

το σχέδιο

η προσέγγιση της Λούο Τζινγκ

η Λούο Τζινγκ στο Λο Τζιάνγκ

η έκπληξη

η ομολογία

η προξενική πρόταση για τον Λι Γουέν-Τσενγκ

οι ενδόμυχες σκέψεις της Τιάν-Μι

το όνειρο της Τιάν-Μι

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Η

 

ο έπαινος

η μόλυνση

η διάδοση

οι ορίζοντες που στένεψαν

είμαστε και οι δύο μολυσμένοι…

η εορτή

η βέβηλη νύχτα

η θύελλα της έβδομης νύχτας

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Θ

 

η αναχώρηση του Λι Γουέν-Τσενγκ για την τρίμηνη περιοδεία του

η γριά υπηρέτρια Σιάνγκ-Λι και οι δύο δοκιμασίες

οι επισκέψεις της θείας Λι Σου-Γιάν

η εγκρατής συμπεριφορά του Λι Γουέν-Τσενγκ

τα γενέθλια της πεθεράς της Λι Σου-Γιάν

οι χαρακιές με τα νύχια 

η προστασία της Λι Σου-Γιάν προς τον μεγαλύτερο αδελφό της

η ώρα της αλήθειας και του ψεύδους

η κατάρρευση

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Ι

 

η εκστρατεία της χήρας

μια παλαιά και μια νέα ερωμένη συναντιούνται

η επιστροφή από την εκστρατεία της χήρας

η απόταξη

η νύχτα της διεκδίκησης

η συγκάλυψη της θείας

οι ευχαριστίες των τεσσάρων χηρών

το βαθύ σκοτεινό μυστικό δωμάτιο

οι ομαδικοί γάμοι των τεσσάρων χηρών

οι περιοδικές εμφανίσεις της Σιάο-Γινγκ στο μέρος που κάποτε της ανήκε

ένας θίασος σκιών επισκέπτεται το Λο Τζιάνγκ

η ιδιωτική παράσταση του θιάσου σκιών

οι νύχτες στο βαθύ σκοτεινό δωμάτιο

η επιστολή

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΑ

 

η μετάθεση

ο νέος διοικητής

η χήρα του παλαιού διοικητή

μια νυχτερινή συνάντηση

ο νυχτερινός επισκέπτης

ο ωτακουστής

το σφραγισμένο σπίτι

η ασφυξία

η δραπέτευση

η κηδεία ενός έντιμου αξιωματικού

η υστερία

η εξέταση

τα σημάδια

μια νεαρή πωλήτρια τσαγιού

η εσπερινή επισκέπτρια

το δώρο

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΒ

 

μια θεατρική παράσταση στο Λο Τζιάνγκ

ο γάμος του υπασπιστή

η νύχτα της σύλληψης

οι αποφάσεις 

ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση

ο λευκός γάμος της Τιάν-Μι

η κηδεία του Γουάνγκ Τσε-Λιν

οι οιωνοί

το χιόνι δεν θυμάται

το σμίξιμο

η φύλακας του αρχοντικού

το απογευματινό τσάι

μια άλλη νύχτα στο αρχοντικό των Λι

το δείπνο

το κλείσιμο του κύκλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Α

 

 

   Στην ταραγμένη επαρχία της Σετσουάν, λίγο μετά την πτώση της δυναστείας των Μινγκ και την άνοδο της δυναστείας των Τσινγκ η περιοχή έχει ήδη αποδεκατιστεί από τις εξεγέρσεις του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ και τις σφαγές που ακολούθησαν. Οι Τσινγκ θεωρούσαν το Σετσουάν κομβικό. Από εκεί  μπορούσαν να πιέζουν τα νότια προπύργια των πιστών στους Μινγκ.

   Οι λεγόμενοι Νότιοι Μινγκ διατηρούσαν ακόμη εστίες αντίστασης στο Γιουνάν νοτιοδυτικά από το Λο Τζιάνγκ, στο Γκουιτζόου νοτιοανατολικά από το Λο Τζιάνγκ, σε τμήματα της περιφέρειας Γκουανγκσί, της δασώδους και ορεινής αυτής περιοχής γεμάτης με στενά φαράγγια και ποτάμια, αρκετά μακρύτερα νοτιονατολικά από το Λο Τζιάνγκ.

     Το χωριό Λο Τζιάνγκ βρισκόταν στο βορειοανατολικό τμήμα του Σετσουάν, κοντά στις πεδιάδες που οδηγούσαν προς τον ποταμό Γιανγκτσέ. Από εκεί, οι Τσινγκ μπορούσαν να ελέγχουν περάσματα και δρόμους ανεφοδιασμού προς τα νότια.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, τοπικός γαιοκτήμονας και πολεμιστής, όταν οι Τσινγκ κατέλαβαν το Σετσουάν, εκείνος επέλεξε να ταχθεί στο πλευρό τους. Για κάποιους ήταν προδοσία. Για τον ίδιο, ήταν ζήτημα επιβίωσης και εξουσίας.

 

 

η αντιμετώπιση του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, γιενγκ-τζιν από το Λο Τζιάνγκ, ήταν ένας άντρας που ήξερε πώς να επιβιώνει και να επικρατεί σε έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητα και αναταραχή. Με την αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου που είχε περάσει τη ζωή του σε μια χώρα όπου η ροή του αίματος και η πίστη στην εξουσία ήταν αμφισβητήσιμες αξίες, ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε χτίσει τη θέση του με τη δύναμη των ανθρώπων που τον ακολουθούσαν και της στρατιωτικής του ικανότητας. Δεν ήταν Μαντσού, ούτε ανήκε στην εθνοτική ομάδα των κατακτητών της δυναστείας Τσινγκ. Η καταγωγή του από την Κίνα των Χαν τον έκανε να φέρει τα χαρακτηριστικά του λαού του: καμιά φορά σκληρός, σχεδόν αδιάφορος για τους κανόνες των μεγάλων αυλών, αλλά πάντα πιστός σε αυτό που θεωρούσε φυσική τάξη των πραγμάτων.

   Η θέση του στην κοινωνία ήταν θολή, διότι αν και δεν ανήκε στο ανώτερο στρώμα των αυλικών, ήταν ανώτερος από τους αγρότες και τους απλούς ανθρώπους που τον ακολουθούσαν πιστά. Ήταν ένας τοπικός άρχοντας με στρατιωτική ισχύ, που συγκέντρωνε δύναμη και εξουσία μέσω των στρατιωτών του και της υποστήριξης των κοινοτήτων του. Η σύνδεσή του με τους Τσινγκ δεν ήταν φυλετική, αλλά πολιτική και στρατηγική — τον ενδιέφερε η τάξη και η ανάκτηση της σταθερότητας. Για εκείνον, η συνεργασία με τους Μαντσού δεν ήταν μια ένδειξη υποταγής, αλλά μια πρακτική επιλογή για την αποκατάσταση της χαμένης κοινωνικής ισορροπίας, σε έναν κόσμο που φαινόταν έτοιμος να καταρρεύσει.

   Για τον Λι Γουέν-Τσενγκ, ο πόλεμος με τον Ζιάνγκ Σιεντζόγκ, τον ηγέτη της εξέγερσης στη Δυτική Κίνα, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια στρατηγική αναμέτρηση. Δεν μπορούσε να ανεχτεί την ιδεολογία του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ, που κρύβονταν πίσω από την επανάσταση του. Η ανατροπή της κοινωνικής τάξης, η αναδιανομή της γης και η τιμωρία των πλουσίων και των ευγενών για τις αδικίες που είχαν διαπράξει κατά των φτωχών, αν και εξαιρετικά ελκυστικά για τους καταπιεσμένους, είχαν γι’ αυτόν μια ακραία και επικίνδυνη διάσταση. Ο Ζιάνγκ Σιεντζόγκ, με τη βία του, δεν αναζητούσε απλώς δικαιοσύνη για τους φτωχούς. Ήταν αποφασισμένος να καταστρέψει την ίδια την κοινωνία, να ανατρέψει τους θεσμούς, να «σβήσει» τον κόσμο που είχε γνωρίσει και να χτίσει κάτι ολοκληρωτικά νέο.

   Αλλά για τον Λι Γουέν-Τσενγκ, που είχε δει την καταστροφή του κόσμου των Μινγκ και την άνοδο των Τσινγκ, η ανατροπή της τάξης και η καταστροφή της κοινωνίας δεν ήταν μια λύση. Αντίθετα, ήταν μια νέα καταστροφή. Είχε βιώσει τις συνέπειες των εξεγέρσεων στο πεδίο της μάχης και ήξερε τι σήμαινε να ζεις σε έναν κόσμο χωρίς σταθερότητα. Η έλλειψη της τάξης, η αποδοχή της αναρχίας, οδηγούσαν μόνο σε χάος, όχι σε επανάσταση για την ελευθερία.

   "Δεν είναι αυτή η λύση", μονολογούσε για τον Ζιάνγκ Σιεντζόγκ, καθώς οι στρατιώτες του Λι Γουέν-Τσενγκ προχωρούσαν προς τις περιοχές που είχαν καταλάβει οι δυνάμεις του εξεγερμένου ηγέτη. «Η επανάσταση του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ είναι απλώς μια καταστροφή. Η καταστροφή για την καταστροφή. Αν αφήσουμε τον Ζιάνγκ Σιεντζόγκ  να επικρατήσει, θα καταστρέψει όχι μόνο τους πλούσιους, αλλά και το ίδιο το μέλλον της Κίνας. Η κοινωνία θα γίνει ένα χάος, και κανείς δεν θα είναι ασφαλής.»

   «Δεν μπορείς να οικοδομήσεις το μέλλον πάνω σε συντρίμμια», σκέφτονταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ καθώς οι στρατιώτες του προχωρούσαν σε εδάφη που είχαν αφήσει πίσω τους οι στρατιώτες του Ζιάνγκ. Οι μάχες για τις περιοχές της Σετσουάν ήταν σφοδρές και αδυσώπητες. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, αν και ήξερε ότι η νίκη δεν ήταν ποτέ σίγουρη, ήταν αποφασισμένος να επιβάλλει την τάξη και να υποστηρίξει τη δυναστεία των Τσινγκ.

   «Ο κόσμος μας χρειάζεται δομή, όχι χάος», δήλωνε με πείσμα στους αξιωματικούς του. «Δεν μπορούμε να αφήσουμε τον Ζιάνγκ να καταστρέψει ό,τι απομένει από την Κίνα μας.»

    Για τον Λι Γουέν-Τσενγκ, το να πολεμά στο πλευρό των Τσινγκ τον επαναστάτη Ζιάνγκ Σιεντζόγκ δεν ήταν απλώς μια στρατηγική απόφαση. Ήταν το βάρος της ευθύνης να διαφυλάξει την ειρηνική τάξη και την αποκατάσταση της Κίνας μετά από τόσες καταστροφές. Αν επικρατούσε το όραμα του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ για μια νέα κοινωνία θα κατέστρεφε τα πάντα, αφήνοντας πίσω  αποκαΐδια, χωρίς ελπίδα για το μέλλον.

 

 

ο γάμος του Λι Γουέν-Τσενγκ με τη Μέι-Λαν

   Ο γάμος του Λι Γουέν-Τσενγκ με τη Μέι-Λαν είχε τη γεύση μιας πολιτικής συμφωνίας, αλλά και της προσωπικής σύγκρουσης ανάμεσα στις επιθυμίες και τις απαιτήσεις ενός κόσμου που είχε περάσει από την καταιγίδα του πολέμου και της αναστάτωσης. Η Μέι-Λαν προερχόταν από μια εύπορη οικογένεια του χωριού Τσινγκ-Φανγκ, που βρισκόταν δυο μέρες δρόμο από το Λο Τζιάνγκ, τη γενέτειρα του Λι. Η οικογένεια των Σου, όπως ήταν το επώνυμο τους, ήταν από παλιά γνωστή για την υποστήριξή της στον αγώνα του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ και του κινήματος του, παρ’ όλο που αυτή η υποστήριξη ποτέ δεν είχε γίνει απόλυτα φανερή. Υπήρχαν πάντα φήμες για κρυφούς δεσμούς με τις δυνάμεις του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ, μα αυτές  είχαν σβήσει με την πτώση του επαναστάτη και την καταδίωξη των υποστηρικτών του. Η οικογένεια των Σου είχε πλούτο και κτήματα, αλλά μετά τις συνεχείς μάχες και τις καταστροφές των τελευταίων χρόνων, είχαν χάσει πολλά από αυτά.

   Η συμφιλίωση μεταξύ των οικογενειών ήταν ουσιαστικά αναγκαία, καθώς ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήξερε ότι έπρεπε να ενισχύσει τις σχέσεις του με τους πρώην υποστηρικτές του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ, αφού οι καιροί ήταν ακόμη επικίνδυνοι. Η Μέι-Λαν, κόρη της οικογένειας των Σου, ήταν όμορφη, αλλά το βλέμμα της συνήθως ταξίδευε μακριά, σα να περίμενε κάτι ή κάποιον που ποτέ δεν ερχόταν. Αν το είχε επιλέξει η ίδια, δεν θα παντρευόταν τον Λι Γουέν-Τσενγκ. Είχε την καρδιά της αλλού, στον Ξιάο-Γου, τον ξάδερφό της, ο οποίος ανήκε στην πιο ηλικιωμένη γενιά του σπιτιού των Σου και είχε πάντα μια ταραγμένη, σχεδόν θλιμμένη έκφραση. Εκείνος ήταν αφοσιωμένος στον αγώνα του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ και είχε φύγει  από την περιοχή μετά την ήττα του επαναστάτη. Ποτέ δεν έγραψε στην Μέι-Λαν, και εκείνη περίμενε χωρίς ελπίδα, βαθιά γνωρίζοντας ότι το ίδιο το ρεύμα της Ιστορίας τους είχε χωρίσει.

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ζήτησε μεγάλη προίκα. Όταν η Μέι-Λαν αντίκρυσε για πρώτη φορά τον Λι Γουέν-Τσενγκ από κοντά, δεν της άρεσαν τα χαρακτηριστικά του — ήταν πιο αυστηρός από ό,τι περίμενε, πιο απομακρυσμένος από ό,τι η καρδιά της ήλπιζε. Ήξερε όμως ότι δεν είχε άλλη επιλογή, καθώς οι καιροί ήταν ασταθείς και η οικογένειά της είχε πλέον χάσει πολλά από τα εδάφη της, τα χτήματα της ευημερίας. Το βλέμμα του ήταν σφιχτό και σκοτεινό, γεμάτο από μια αποφασιστικότητα που δεν την έκανε να αισθάνεται άνετα. Ήταν προφανές ότι για εκείνον, ο γάμος ήταν μια στρατηγική κίνηση, όχι μια ένωση από έρωτα.

   Στο χωριό της Μέι-Λαν, το Τσινγκ-Φανγκ, οι προετοιμασίες είχαν ξεκινήσει πολλές μέρες πριν. Η οικογένεια των Σου, αν και είχε υποστεί πολλές απώλειες από την ταραγμένη περίοδο των τελευταίων ετών, ήξερε πώς να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της και να τιμήσει τη μεγάλη στιγμή, ακόμα και αν το παλιό της μεγαλείο είχε μειωθεί.

   Το σπίτι των Σου, στο κέντρο του χωριού, είχε γεμίσει με καλεσμένους και συγγενείς. Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη από την ένταση του γεγονότος: η αίγλη του γάμου τους, με τις παραδόσεις που συνέδεαν τις οικογένειες σε μια νέα ισχύ, και η βουβή λύπη της Μέι-Λαν που κρυβόταν πίσω από το χαμόγελό της.

   Η νύφη φορούσε το παραδοσιακό κόκκινο φόρεμα του γάμου, φτιαγμένο από χρυσαφένιο ύφασμα που λαμποκοπούσε στην αυγή, καθώς οι ακτίνες του ήλιου περνούσαν μέσα από τα παράθυρα και έριχναν το φως πάνω της. Τα μαλλιά της ήταν κομμένα σε περίτεχνο στυλ, στερεωμένα με χρυσές χάντρες και παραδοσιακές φούντες. Στο πρόσωπό της, οι ήπιες γραμμές της έκρυβαν την ανησυχία, καθώς η σκέψη της πάντα έτρεχε μακριά στον Ξιάο-Γου, τον εξάδελφό της, τον άνθρωπο που είχε αγαπήσει, αλλά δεν μπορούσε ποτέ να είναι μαζί του.

   Η διαδικασία ξεκίνησε με την άφιξη του Λι Γουέν-Τσενγκ, ο οποίος ήρθε συνοδευόμενος από τους ανθρώπους του και τη στρατιωτική του φρουρά. Η παρουσία του ήταν εντυπωσιακή, γεμάτη με την επισημότητα και τη σοβαρότητα που τον χαρακτήριζαν πάντα. Όλοι οι παρευρισκόμενοι ήξεραν πως η σχέση του με τη Μέι-Λαν δεν ήταν μια ένωση που είχε γεννηθεί από τον έρωτα, αλλά από μια ανάγκη για συμφιλίωση και συμμαχία μεταξύ των οικογενειών τους. Η εξουσία του Λι, η στρατηγική του θέση ως πολέμαρχος και η σημασία του στην περιοχή έδιναν στο γάμο μια διάσταση πέρα από την προσωπική τους ζωή.

   Η τελετή ξεκίνησε με την παράδοση του προσκυνήματος μπροστά στους θεούς του γάμου, στον ναό που είχε στήσει η οικογένεια των Σου, δίπλα στο σπίτι. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ και η Μέι-Λαν γονάτισαν μπροστά στην εικόνα του Θεού του Γάμου, δίνοντας τις υποσχέσεις τους. Οι τελετουργικοί ιερείς, ντυμένοι στα παραδοσιακά τους ρούχα, τους καθοδήγησαν μέσα από τις απαραίτητες λέξεις, ενώ η νύφη και ο γαμπρός αντάλλαξαν τα δώρα τους – οι χρυσές βέρες και τα υποσχετικά της οικογενειακής τιμής.

   Τα δώρα του γαμπρού ήταν εκλεπτυσμένα, μα η οικογένεια των Σου είχε προετοιμάσει με υπερηφάνεια την προίκα της Μέι-Λαν. Όμως, για τον Λι Γουέν-Τσενγκ, η τιμή της προίκας δεν ήταν τόσο σημαντική όσο η συμφιλίωση και η πολιτική αξία της ένωσης. Παρόλο που δεν είχε ζητήσει μεγάλη προίκα, η Μέι-Λαν δεν μπορούσε να κρύψει την αίσθηση του βάρους που ένιωθε. Αυτή η ένωση ζύγιζε βαρύτερα από μια προσωπική απόφαση, ήταν το τίμημα για την ελπίδα μιας νέας τάξης.

   Οι καλεσμένοι άρχισαν να μαζεύονται γύρω από το ζευγάρι, προσφέροντας ευχές και λουλούδια. Όλοι φαίνονταν εντυπωσιασμένοι από την εμφάνιση του ζευγαριού, αν και κανείς δεν μπορούσε να αγνοήσει την απουσία ενός ανθρώπου από την τελετή. Ο Ξιάο-Γου, ο εξάδελφος της Μέι-Λαν, δεν ήταν εκεί. Όχι γιατί δεν είχε ειδοποιηθεί, αλλά γιατί η καταιγίδα των γεγονότων είχε χωρίσει τις ζωές τους. Ήταν ακόμα μακριά, ανήκοντας στον κόσμο του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ, ένα κόσμο που είχε καταρρεύσει.

    Μια ελαφριά θλίψη σκέπαζε τη Μέι-Λαν. Ενώ οι περισσότεροι θα πίστευαν ότι το σφιχτό της χαμόγελο ήταν το αποκορύφωμα της ευτυχίας, εκείνη ήξερε ότι η καρδιά της ανήκε αλλού. Αλλά για τη Μέι-Λαν, το καθήκον προς την οικογένεια και την παράδοση βάραιναν περισσότερο από την προσωπική επιθυμία. Αν ο Ξιάο-Γου ήταν εκεί, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Ίσως εκείνος να την είχε ζητήσει σε γάμο, ίσως να είχαν κοινό μέλλον. Αλλά το κίνημα του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ είχε αποτύχει, κι εκείνος είχε εξαφανιστεί, μάλλον για πάντα. Όμως η ιστορία είχε πάρει την πορεία της, και το μέλλον της ήταν τώρα συνδεδεμένο με τον Λι Γουέν-Τσενγκ.

   Η τελετή ολοκληρώθηκε με την υπογραφή των συμφωνιών και την επισημοποίηση της ένωσης των οικογενειών. Η Μέι-Λαν περπάτησε δίπλα στον Λι Γουέν-Τσενγκ, με το κεφάλι ψηλά, αλλά με το βλέμμα της στραμμένο προς το παρελθόν και τις απώλειες που δεν μπορούσε να αφήσει πίσω της. Όταν ο ήλιος άρχισε να δύει, το ζευγάρι αντάλλαξε μια τελευταία ματιά, και το μόνο που μπορούσε να κάνει η Μέι-Λαν ήταν να ελπίζει πως αυτός ο γάμος, αν και απόλυτα απαραίτητος, δεν θα έκλεβε τη μοναδική της αγάπη για πάντα. Στο τέλος, ο Λι Γουέν-Τσενγκ γέλασε ήσυχα, κοιτάζοντας την, και της υποσχέθηκε ότι θα προστατεύει την οικογένειά της όσο μπορούσε. Και εκείνη, με το κεφάλι χαμηλωμένο, ήξερε ότι το συμφέρον τους και η σταθερότητα της περιοχής ήταν πιο σημαντικά από κάθε άλλο συναίσθημα.

 

 

η άφιξη της νύφης Μέι-Λαν στο Λο Τζιάνγκ

  Η νύφη, η Μέι-Λαν, κατέφθασε στο Λο Τζιάνγκ την πέμπτη ημέρα από την αναχώρησή της από το Τσινγκ-Φανγκ, και η ατμόσφαιρα στην πόλη είχε μια τελετουργική ένταση. Το ταξίδι είχε διαρκέσει δύο μέρες, με το κόκκινο φέσι της να σηματοδοτεί την παρουσία της σε κάθε στάδιο του δρόμου. Η πομπή της ξεκίνησε νωρίς το πρωί και τώρα, καθώς η πόλη ανέβαινε στην κορυφή του λόφου, το φως του ήλιου έλουζε τα σπίτια και τις αυλές του Λο Τζιάνγκ με μια θερμή χρυσή απόχρωση.

    Η άμαξα της Μέι-Λαν, καλυμμένη με κόκκινο υφάσμα και περίτεχνα κεντημένα σύμβολα της τύχης και της ευημερίας, κινιόταν αργά και σταθερά μέσα από τον κεντρικό δρόμο του χωριού. Το πομπή συνοδευόταν από στρατιώτες και υπηρέτες του Λι Γουέν-Τσενγκ, οι οποίοι με την επίσημη στολή τους, δημιουργούσαν μια αίσθηση επισημότητας και βαρύτητας. Οι κάτοικοι του Λο Τζιάνγκ, με τα βλέμματα στραμμένα προς την πομπή, ακολουθούσαν τις κινήσεις με σεβασμό και σιωπηλή περιέργεια. Η Μέι-Λαν, καθισμένη μέσα στην άμαξα, ένιωθε τον κόσμο να τη γεμίζει, αλλά το μυαλό της ήταν αδύνατο να αποσπαστεί από τις σκέψεις της για το παρελθόν και για εκείνον που ποτέ δεν θα ήταν εκεί, τον Ξιάο-Γου, τον εξάδελφό της.

   Φθάνοντας μπροστά στο σπίτι του Λι Γουέν-Τσενγκ, το οποίο ξεχώριζε για το μέγεθός του, τα ψηλά τείχη και τις διακοσμημένες αυλές του, η άμαξα σταμάτησε μπροστά στην κύρια είσοδο. Οι φρουροί του Λι Γουέν-Τσενγκ, εντυπωσιακοί και αυστηροί στην εμφάνιση, με τις επίσημες στολές τους και τα ξίφη τους σε ηρεμία, έκαναν άμεσα χώρο και, με έναν αυστηρό και παράλληλα υποτακτικό τρόπο, επέτρεψαν στην πομπή να προχωρήσει. Ήταν μια στιγμή βαριά με τελετουργία.

   Η Μέι-Λαν, μετά από μερικές στιγμές σιωπής και αναπόφευκτης αναμονής, έβγαλε το πέπλο της και κατέβηκε από την άμαξα, βοηθούμενη από τις υπηρέτριες που την ακολουθούσαν.  

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, παρακολουθώντας τη σκηνή από την είσοδο του σπιτιού, εμφανίστηκε ήρεμος, με το βλέμμα του γεμάτο από σταθερότητα και αυστηρότητα.    Η Μέι-Λαν προχώρησε αργά προς το σπίτι, το οποίο, αν και μεγαλοπρεπές, δεν είχε την φανταχτερή αίσθηση των μεγάλων αυλών των πλουσίων. Η αρχιτεκτονική του ήταν πρακτική,  μεγάλες αίθουσες και περίτεχνα διακοσμημένες αυλές, με φυτά και άνθη που έδιναν έναν αέρα καθαρότητας και φρεσκάδας στον χώρο. Οι υπηρέτες της οικογένειας του Λι περίμεναν στο εσωτερικό, κάνοντας υποκλίσεις με σεβασμό.

   Όταν η Μέι-Λαν πέρασε μέσα στην είσοδο, μια ελαφριά συστολή την κυρίευσε. Στην αίθουσα του εσωτερικού, η παρουσία της φαίνονταν σχεδόν αδιάφορη για όλους, πέρα από μερικές υπηρέτριες που την ακολουθούσαν και μια ομάδα υπηρετών. Η οικογένεια του Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ήταν εκεί, αλλά η ισχυρή αίσθηση της εξουσίας που τον περιέβαλλε, σε συνδυασμό με την ετοιμότητα των φρουρών του, έκανε την ατμόσφαιρα σχεδόν υπερβολικά επίσημη.

   Η οικογένεια του Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ήταν μεγάλη. Η μητέρα του είχε πεθάνει νωρίς, και ο πατέρας του είχε αποχωρήσει από τη ζωή πριν από πολλά χρόνια, αφήνοντάς τον να αναλάβει τον έλεγχο της οικογένειας από πολύ νεαρή ηλικία. Έτσι, εκτός από τον ίδιο τον Λι, υπήρχε μόνο η αδελφή του, η Λι Σου-Γιάν, η οποία είχε παντρευτεί έναν τοπικό άρχοντα.

   Η Λι Σου-Γιάν ήταν μια γυναίκα ισχυρών πεποιθήσεων, γνωστή για τον αυστηρό της χαρακτήρα και τις παραδοσιακές της αξίες. Δεν της άρεσε καθόλου η ιδέα να προσφέρει η οικογένεια του Λι καταφύγιο σε μια γυναίκα από «άλλο τόπο», και η απόφασή της να αποστασιοποιηθεί από το γάμο του με τη Μέι-Λαν είχε τις ρίζες της σε μια βαθιά προκατάληψη κατά των οικογενειών που συνδέονταν, έστω και έμμεσα, με τον επαναστάτη Ζιάνγκ Σιεντζόγκ. Η Λι Σου-Γιάν είχε υποψίες για το παρελθόν της οικογένειας των Σου και για τον ρόλο τους στην εξέγερση του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ, και αργά ή γρήγορα, αυτές οι υποψίες μετατράπηκαν σε πλήρη δυσπιστία.

   Τα  πράγματα έγιναν ακόμη πιο περίπλοκα όταν άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για τη συμπάθεια της Μέι-Λαν προς τον εξάδελφό της, τον Ξιάο- Γου, ο οποίος ήταν γνωστός για τις επαναστατικές του πεποιθήσεις και την αφοσίωσή του στον Ζιάνγκ Σιεντζόγκ. Η Λι Σου-Γιάν, έχοντας ακούσει ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ότι η Μέι-Λαν διατηρούσε μια κάποια συναισθηματική σύνδεση με τον Ξιάο-Γου, θεωρούσε αυτή τη συμμαχία «ύποπτη» και επικίνδυνη. Είχε φτάσει μάλιστα να αμφιβάλλει για τις αληθινές προθέσεις της νύφης και ανοιχτά να εκφράσει την αντίθεσή της για την έλευση μιας γυναίκας με τέτοιες καταγωγές και νεφελώδεις πεποιθήσεις στο σπίτι της.

   Το ζήτημα δεν περιοριζόταν μόνο στην πολιτική της στάση ή στις υποψίες της για τις σχέσεις της Μέι-Λαν με τον Ξιάο-Γου. Δεν θεωρούσε ότι η ένωση με μια οικογένεια που είχε ιστορία αμφισβήτησης της δυναστείας των Τσινγκ θα ήταν ωφέλιμη για τον Λι Γουέν-Τσενγκ. Για αυτήν, η επιβίωση και η ισχύς της οικογένειας του Λι Γουέν-Τσενγκ βασίζονταν στην πλήρη αποδοχή των Τσινγκ και της κοινωνικής τάξης που επιβάλλονταν από τους κατακτητές. Κάθε ένδειξη ή αίσθηση «πολιτικής αμφιβολίας» από την πλευρά της νύφης θεωρούταν επικίνδυνη για την οικογένεια.

   Η αδελφή του Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ήταν παρούσα την ημέρα του γάμου. Αν και είχε προσκληθεί επισήμως, η Λι Σου-Γιάν είχε διατυπώσει μια ξεκάθαρη αντίθεση στην ένωση αυτή. Η αποχή της από την τελετή δεν ήταν μόνο μια προσωπική αντίδραση στις οικογενειακές διαφορές, αλλά και μια πολιτική δήλωση. Η σύζευξη των δύο αυτών οικογενειών, για εκείνη, ήταν απλώς ένα τακτικό παιχνίδι που έβαζε σε κίνδυνο την ίδια την ευημερία του Λο Τζιάνγκ. Η αποχή της αποτελούσε μια έμμεση καταγγελία των επιπτώσεων που αυτή η ένωση θα είχε για την οικογένεια του Λι Γουέν-Τσενγκ, και ήταν, για τη Λι Σου-Γιάν, η μόνη διέξοδος από τη «χαμένη τιμή» που μπορεί να έφερνε η συμμαχία αυτή με την οικογένεια των Σου.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, αν και κατανοούσε την αντίθεση της αδελφής του, δεν είχε την πολυτέλεια να επιλέξει τις οικογενειακές σχέσεις του πάνω από την πολιτική στρατηγική του. Η συνεργασία με την οικογένεια των Σου, παρά τις αμφιβολίες, ήταν επιβεβλημένη από τις συνθήκες της εποχής. Και, παρά τις υποψίες και τη σιωπηρή αποδοκιμασία από την πλευρά της αδελφής του, η τελετή προχώρησε κανονικά, και η Μέι-Λαν πέρασε το κατώφλι του μεγάλου σπιτιού του Λι, εισερχόμενη σε έναν κόσμο γεμάτο πολιτικές και προσωπικές αντιφάσεις.

   Η νύφη, έπειτα από την αργή πορεία της μέσα από το σπίτι, βρέθηκε στην επίσημη αίθουσα, όπου το τραπέζι για τη γαμήλια δεξίωση ήταν ήδη έτοιμο. Ήταν μια επίδειξη πλούτου και καταγωγής, αλλά και μια στιγμή εσωτερικής ειρήνης, αφού η Μέι-Λαν είχε καταλάβει πως αυτός ο κόσμος, αυτό το σπίτι και οι άνθρωποι γύρω της, αποτελούσαν το νέο της καταφύγιο. Παρά τις συναισθηματικές αντιφάσεις που τη βάραιναν, εκείνη η στιγμή υπήρξε μία οριστική ένδειξη ότι η ζωή της, όπως και αυτή του Λι Γουέν-Τσενγκ, είχε αλλάξει για πάντα.

 

 

μια νύφη μέσα σε ένα μεγάλο σπίτι

   Η Μέι-Λαν βρισκόταν τώρα σε ένα νέο, μεγαλοπρεπές σπίτι, που ήταν πιο κοντά σε φρούριο παρά σε κατοικία. Τα τείχη του υψώνονταν πανύψηλα γύρω από την περιουσία του Λι Γουέν-Τσενγκ, σαν να προστάτευαν όχι μόνο τις σωματικές ανάγκες των ανθρώπων που το κατοικούσαν, αλλά και τις βαθύτερες επιθυμίες και συγκρούσεις που κρύβονταν μέσα τους. Το σπίτι ήταν κάτι περισσότερο από μεγάλο, μεγάλες αίθουσες με ξύλινα δάπεδα και ξυλόγλυπτα που έλεγαν ιστορίες από το παρελθόν, φθαρμένες αλλά ακόμα γεμάτες χαρακτήρα. Παράθυρα που άνοιγαν στον ουρανό και στους κήπους, που έμοιαζαν σαν να ανήκαν σε άλλη εποχή, και μερικές φορές η Μέι-Λαν ένιωθε πως το ίδιο το σπίτι ζούσε, αναστενάζοντας σε κάθε βήμα της.

   Αυτό το σπίτι δεν ήταν γεμάτο από τους συγγενείς του Λι, όπως συνήθως συνέβαινε με τις μεγάλες οικογένειες της Κίνας. Δεν υπήρχαν τα φασαριόζικα βήματα των υπολοίπων μελών της οικογένειας ή οι φωνές των υπηρετών που συνήθως κινούνταν γύρω από τις αίθουσες. Όλα ήταν βουβά, σαν μια αδιόρατη εντολή να μην ανεχόταν τους άσκοπους θορύβους ακόμη και από το υπηρετικό προσωπικό, και όλοι να υπάκουαν σε αυτή. Ήταν μόνο αυτή και ο σύζυγός της, ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Διακριτικά οι υπηρέτριες εξαφανίζονταν από τον χώρο. Για πρώτη φορά στη ζωή της, η Μέι-Λαν είχε τη δυνατότητα να είναι η κυρίαρχη του χώρου της, χωρίς την πίεση άλλων να καθορίζουν τη ζωή της. Ο Λι, αν και συχνά απών λόγω των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, σεβόταν αυτή την απομόνωση της γυναίκας του. Όταν επέστρεφε, ήταν πάντα με το σιωπηλό σεβασμό που έδειχνε σε όλα τα πράγματα γύρω του, χωρίς όμως να παρεμβαίνει στην καθημερινότητα του σπιτιού.

   Η Μέι-Λαν βρήκε μια παράξενη ανακούφιση σε αυτή τη μοναξιά. Δεν ήταν πια η κόρη της οικογένειας των Σου, που πάντα υπήρχε υπό το βλέμμα των συγγενών και των κοινωνικών απαιτήσεων. Στο νέο σπίτι, είχε την πλήρη ελευθερία να αποφασίζει για τον εαυτό της, να αναπνεύσει χωρίς να φοβάται την κριτική και τα αναγκαία καθήκοντα που της επιβάλλονταν. Ήταν η ίδια, σε αυτό το μεγάλο κάστρο του Λι, με τους δικούς της κανόνες, έστω και αν αυτοί οι κανόνες ήταν ακόμα ασαφείς.

  Αλλά όσο μεγάλο και αν ήταν το σπίτι, όσο μεγάλη και αν ήταν η αίσθηση της ελευθερίας μέσα στους τοίχους του, υπήρχε κάτι που το βάραινε, κάτι που της έφερνε πάντα αίσθηση ασφυξίας. Όσο απομονωμένη και αν ήταν, το κάστρο της ποτέ δεν θα ήταν ελεύθερο από την κατάρα του ανθρώπινου ψυχισμού, από τον βάρος του έρωτα ή της βαριάς αρρώστειας που πλήττει όλους τους ανθρώπους όταν είναι καταδικασμένοι να ζουν σε απομόνωση.

   Το σπίτι, όσο και αν το απολάμβανε για την ησυχία του, είχε μια παράξενη παγίδα. Η μοναξιά και η σιωπή του την έκαναν να νιώθει πως η ίδια  ήταν ανήμπορη να γεμίσει αυτό τον τεράστιο χώρο. Κάθε μέρα, εκείνη περνούσε ώρες μέσα στις αίθουσες, αναμετρώμενη με τη σκέψη της. Ο χώρος ήταν γεμάτος από τις αντιφάσεις της. Η πολυτέλεια και το μεγαλείο του σπιτιού της έδιναν αίσθηση ελευθερίας, αλλά και βαριάς απομόνωσης. Ένιωθε πως, όσο ανοιχτός και αν ήταν ο χώρος γύρω της, η αίσθηση της ελευθερίας ήταν πάντα πεπερασμένη. Η μοναξιά σε τέτοια μεγαλεία φέρνει μόνο την αίσθηση ότι κάτι λείπει.

Και σε αυτές τις ώρες της σιωπής, η εικόνα του Ξιάο-Γου, του εξάδελφού της, επέστρεφε συχνά στο μυαλό της. Το ξέσπασμα του έρωτα που είχε καταπιεστεί από τις συνθήκες της εποχής και της κοινωνίας, η αγάπη που είχε νιώσει και που ποτέ δεν είχε την ευκαιρία να ζήσει. Σε αυτό το νέο σπίτι, υπήρχε άπλετος χώρος για τις μνήμες της, και το ίδιο το σπίτι με τις ανοιχτές αυλές και τα παράθυρα στον αέρα δεν μπορούσε να προσφέρει την αληθινή ελευθερία που εκείνη αναζητούσε. Η ελευθερία του χώρου δεν ήταν αρκετή για να σβήσει τις συναισθηματικές της αντιφάσεις.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν παρών μόνο όταν το καθήκον δεν το απαιτούσε, και η παρουσία του, όσο σιωπηλή και αυστηρή κι αν ήταν, δεν ήταν αρκετή για να γεμίσει το κενό της Μέι-Λαν. Αυτός ο γάμος, αυτό το νέο «κάστρο», αυτό το νέο καταφύγιο της, την προστάτευε από τον εξωτερικό κόσμο, αλλά την εγκλώβιζε μέσα στην ίδια της την ψυχή. Όπως και το ίδιο το σπίτι, ποτέ δεν μπορούσε να είναι πλήρως ελεύθερη — το βάρος της αλήθειας και της αποδοχής αυτής της «τάξης» της ζωής την καθήλωνε.

 

 

η ζωή κυλά πάνω σε ρυθμισμένη κανονικότητα

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, ως σύμμαχος των Τσινγκ, συμμετείχε σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον τοπικών αρχόντων που υποστήριζαν τους Νότιους Μινγκ. Πολλοί από αυτούς σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις στα ορεινά χωριά και στις όχθες των ποταμών. Μετά τις μάχες, οι γαίες τους δημεύτηκαν. Ένα μέρος πέρασε στη διοίκηση των Τσινγκ, ένα άλλο δόθηκε ως ανταμοιβή σε πιστούς πολεμιστές, ανάμεσά τους και στον Λι Γουέν-Τσενγκ.  Έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια ο Γουέν-Τσενγκ

απέκτησε εκτεταμένους ορυζώνες στις κοιλάδες. Πήρε υπό τον έλεγχό του βοσκοτόπια και δασικές εκτάσεις στα χαμηλά βουνά. Ανέλαβε την επιτήρηση ενός μικρού φρουρίου-σταθμού στον δρόμο προς τα νότια περάσματα.

   Όμως η θέση του ήταν εύθραυστη. Οι Νότιοι Μινγκ, αν και πιεσμένοι, δεν είχαν εξαφανιστεί. Αν δυνάμεις από το Γκουιτζόου ή το Γιουνάν κινούνταν βόρεια, τότε το Λο Τζιάνγκ θα γινόταν  γραμμή σύγκρουσης.

   Η αμφιθυμία της κοινότητας στο Λο-Τζιανγκ ήταν σχεδόν τελετουργική. Στις αγορές και στις δημόσιες τελετές προς τιμήν της δυναστείας Τσινγκ, οι χωρικοί υποκλίνονταν στον Λι Γουέν-Τσενγκ. Τον αποκαλούσαν «Άρχοντα Λι», του πρόσφεραν τσάι, ρύζι και τυπικές ευχές μακροημέρευσης. Κανείς δεν θα ήθελε να θεωρηθεί ύποπτος για συμπάθεια προς τους υπολειπόμενους πιστούς της δυναστείας των Μινγκ. Όμως πίσω από κλειστές πόρτες, η γλώσσα άλλαζε. Τον αποκαλούσαν «Χαν που έσκυψε το κεφάλι στους Μαντσού», «σφετεριστή των προγονικών αγρών», ακόμη και «προδότη του αίματος».

    Ιδιαίτερα οι οικογένειες εκείνων που είχαν σκοτωθεί πολεμώντας στο πλευρό των Νοτίων Μινγκ δεν μπορούσαν να συγχωρήσουν το γεγονός ότι τα χωράφια τους, η γη που καλλιεργούσαν τρεις και τέσσερις γενιές, είχαν δημευθεί και είχαν περάσει στα χέρια του ίδιου ανθρώπου που τώρα περνούσε έφιππος με συνοδεία ενόπλων.

   Οι στρατιωτικές υποχρεώσεις του Λι Γουέν-Τσενγκ τον κρατούσαν συχνά μακριά από το σπίτι για μήνες, αφήνοντάς την Μέι-Λαν να ζει με την ησυχία και την ελευθερία της. Έτσι, η Μέι-Λαν απολάμβανε τις ώρες της, αν και η ελευθερία της ωστόσο δεν ήταν πλήρης, γιατί μέσα της έκρυβε έναν διαρκή φόβο.

   Η Μέι-Λαν ένιωθε πάντα μια αόρατη παρουσία να πλανάται πάνω από το σπίτι της, ακόμα και όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ απουσίαζε.

   Η Λι Σου-Γιάν είχε φροντίσει με εξαιρετική προσοχή και διπλωματία να εξασφαλίσει την υποστήριξη και τη συνεργασία ορισμένων από τους υπηρέτες του σπιτιού. Πολλοί από αυτούς με την υπόσχεση χρημάτων και δώρων, συμφωνούσαν να της μεταφέρουν κάθε σημαντική πληροφορία για το τι συνέβαινε μέσα στο σπίτι όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ απουσίαζε. Πάντα το πρόσχημα, ίσως και η αληθινή αιτία, ήταν η προστασία του σπιτιού του Λι Γουέν-Τσενγκ από τους τόσους εχθρούς που μπορεί να τον περικύκλωναν. Αυτοί οι άνθρωποι, οι υπηρέτες και οι φρουροί, ήταν περισσότερο από απλοί υπάλληλοι. Ήταν τα μάτια και τα αυτιά της Λι Σου-Γιάν, που, όσο και αν φαινόταν να μην κάνει αισθητή την παρουσία της, στην ουσία είχε τον απόλυτο έλεγχο των πάντων.  

   Για τη Μέι-Λαν, αυτή η εποπτεία από απόσταση ήταν ίσως ο μεγαλύτερος φόβος της. Κάθε της κίνηση, κάθε λέξη και συμπεριφορά, κάθε απόφαση που έπαιρνε μέσα στο σπίτι, ήταν υπό τον έλεγχο της αδελφής του Λι, έστω και αν εκείνη δεν βρισκόταν φυσικά κοντά. Είτε πρόκειται για το φαγητό που προετοιμαζόταν για το τραπέζι είτε για τις επισκέψεις που δεχόταν, είτε ακόμη για την παραμικρή συνάντηση με οποιονδήποτε, η Λι Σου-Γιάν τα μάθαινε όλα.

   Η Μέι-Λαν, αν και ήταν σύζυγος του Λι Γουέν-Τσενγκ, είχε πάντα την αίσθηση ότι δεν είχε πλήρη ελευθερία μέσα στο ίδιο το σπίτι της. Τα μάτια της αδελφής του Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν παντού, με την επιτήρησή της να την καταδιώκει σε κάθε της βήμα. Ο φόβος μήπως κάποιο μυστικό ή κάποια καθυστέρηση αναφερθεί στην Λι Σου-Γιάν την έκανε να αισθάνεται εγκλωβισμένη σε έναν συνεχιζόμενο έλεγχο, τον οποίο κανείς δεν μπορούσε να δει ή να κατανοήσει πλήρως.

 

 

η πρώτη παρουσία της Λι Σου-Γιάν στο σπίτι

   Η παρουσία της Λι Σου-Γιάν στο σπίτι του Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν πάντα αόρατη, μέχρι τη στιγμή που συγγενείς της Μέι-Λαν, που είχαν έρθει από την πατρίδα της, το Τσινγκ-Φανγκ, την επισκέφθηκαν για πρώτη φορά στο σπίτι του Λι Γουέν-Τσενγκ.

   Η Λι Σου-Γιάν είχε πάντα την ικανότητα να ελιχθεί σε κάθε κατάσταση, με τη διπλωματία της να είναι τόσο κοφτερή όσο και το βλέμμα της. Όταν αποφάσισε να επισκεφτεί το σπίτι του αδελφού της για πρώτη φορά μετά το γάμο της Μέι-Λαν, η προσέγγισή της ήταν υπολογισμένη και καλά προετοιμασμένη. Παρά την αίσθηση της αυστηρότητας που πάντα έφερε μαζί της, ήξερε πώς να αναδείξει την ευγένεια και την καλοσύνη της, με σκοπό να εξασφαλίσει τη θέση της στην οικογένεια, αλλά και να θέσει τις βάσεις για το ρόλο της ως επιτηρήτρια.

   Όταν χτύπησε την πόρτα του σπιτιού, η Λι Σου-Γιάν εμφανίστηκε με εκλεπτυσμένο τρόπο, ντυμένη με τα πιο εκλεπτυσμένα ρούχα και συνοδευόμενη από πολύτιμα δώρα, έτοιμη να τα προσφέρει στη νύφη της. Ο λόγος που έδινε για την επίσκεψή της ήταν απλός και αδιάφορος στην επιφάνεια: ήθελε να σεβαστεί την πρώτη περίοδο του γάμου τους, θεωρώντας τη σημαντική και κρίσιμη για τη σχέση τους. Με έναν ήρεμο τόνο, είπε στη Μέι-Λαν:

   «Είναι φυσικό να αφήσουμε το ζευγάρι να βρει τους δικούς του ρυθμούς και να ζήσει τη δοκιμαστική αυτή περίοδο του γάμου του, χωρίς την επιρροή των συγγενών. Θέλω να είμαι σίγουρη πως η σχέση σας θα σταθεί γερά στα δικά της πόδια, χωρίς παρεμβάσεις από κανέναν. Τώρα, αφού πέρασε αυτός ο πρώτος καιρός, θεωρώ πως ήρθε η στιγμή να σας επισκεφτώ, για να σας υποστηρίξω και να σας φανώ χρήσιμη.»

   Η γλυκιά αυτή δικαιολογία φαινόταν σχεδόν αθώα και γεμάτη κατανόηση, αλλά πίσω από τα λόγια της κρυβόταν πάντα η καχυποψία που είχε για τη σχέση της Μέι-Λαν με τον εξάδελφό της. Η ίδια η παρουσία της ήταν και μια ελαφριά υπενθύμιση του ρόλου της ως κυρίαρχης της οικογένειας, κάτι που δεν άφηνε αμφιβολίες, παρά την εμφάνιση της στοργικής αδελφής.

   Η Μέι-Λαν, αν και ήξερε ότι η Λι Σου-Γιάν ήταν πάντα παρούσα με κάποια σκοπιμότητα, δεν μπορούσε να αγνοήσει τα πολύτιμα δώρα που της έφερε, τα οποία ήταν ένα μείγμα από ακριβά μετάξια και χρυσαφικά που μόνο κάποιος που ήθελε να εξαγοράσει την καλή θέληση θα πρόσφερε. Η διστακτικότητα που ένιωθε η Μέι-Λαν απέναντι σε αυτή την επίσκεψη ήταν αναμενόμενη. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι η Λι Σου-Γιάν είχε φέρει μαζί της μια διπλωματική στάση και όχι μόνο καλωσορίσματα.

    Ακόμα και αν το πρόσωπό της έδειχνε ευγένεια, το βλέμμα της ήταν άλλο. Εξαιρετικά παρατηρητικό, πάντα ενήμερο για τα πάντα. Κάθε κίνηση του σώματος της Μέι-Λαν, κάθε λέξη που θα έβγαινε από τα χείλη της, καταγραφόταν.

  Η ίδια η επίσκεψη, ενώ φαινόταν φιλική στην πραγματικότητα ήταν ένας τρόπος να δημιουργηθεί μια ισχυρή ψυχολογική πίεση. Να υπενθυμίσει στη Μέι-Λαν τη θέση της ως νέας συζύγου και την ανάγκη να συμμορφωθεί με τις προσδοκίες της οικογένειας των Λι, καθώς η αδελφή του είχε πάντα τον πρώτο λόγο.

  Η Λι Σου-Γιάν είχε βρει την κατάλληλη αφορμή για να επισκεφθεί το σπίτι της Μέι-Λαν μόλις είχε πληροφορηθεί ότι οι συγγενείς της νύφης της θα έφταναν στο Λο Τζιάνγκ.

   Αυτοί οι συγγενείς ήταν κυρίως θείοι και ξαδέλφια της Μέι-Λαν, προερχόμενοι από την πιο παραδοσιακή και αγροτική πλευρά της οικογένειας. Παρόλο που ήταν κοντινοί συγγενείς, δεν είχαν τόσο στενή σχέση με τους γονείς της Μέι-Λαν, ούτε και με την ίδια ποτέ. Η θέση τους δεν τους επέτρεπε να έχουν καμία επαφή με τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Ίσως υπολόγιζαν ότι η Μέι-Λαν και κυρίως ο γαμβρός τους, ο ισχυρός Λι Γουέν-Τσενγκ θα μπορούσαν να τους φανούν χρήσιμοι στο μέλλον.

   Η Λι Σου-Γιάν, γνωρίζοντας πως ο Λι Γουέν-Τσενγκ απουσίαζε για τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να επισκεφθεί το σπίτι και να επιθεωρήσει την κατάσταση. Εμφανίστηκε με το πρόσχημα ότι ήταν καθήκον της ως η μεγαλύτερη γυναίκα στην οικογένεια των Λι, απουσία του αδελφού της, να καλωσορίσει τους συγγενείς της νύφης και να τους προσφέρει τη δική της φιλοξενία, αφού σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να επιτρέψει στους επισκέπτες να παραμείνουν χωρίς την επίσημη παρουσία του οικοδεσπότη του σπιτιού, του αδελφού της Λι Γουέν-Τσενγκ..

  Η πρόταση της Λι Σου-Γιάν για την παροχή φιλοξενίας στους συγγενείς της νύφης της, της Μέι-Λαν, είχε όμως και μια ιδιαίτερα λεπτή, αλλά σαφή πολιτική διάσταση. Οι συγγενείς της Μέι-Λαν δεν είχαν υψηλή κοινωνική θέση και η παρουσία τους στο σπίτι του Λι Γουέν-Τσενγκ θα μπορούσε να φέρει κάποιες ανεπιθύμητες επιρροές ή να προκαλέσει κοινωνικές αναταράξεις. Για τη Λι Σου-Γιάν, η υποδοχή τους στο δικό της σπίτι ήταν όχι μόνο καθήκον, αλλά και μια ευκαιρία να ελέγξει τι είδους επιρροές μπορούσαν να έχουν αυτοί οι άνθρωποι πάνω στη Μέι-Λαν, και ποιες μυστικές ή άβολες συζητήσεις μπορεί να έφερναν μαζί τους. Η Λι Σου-Γιάν τους κάλεσε, λοιπόν, στο αρχοντικό της, για να τους περιποιηθεί με πολυτέλεια και να τους κρατήσει μακριά από τη Μέι-Λαν. Την προσφορά αυτή ήταν δύσκολο να την αρνηθεί κανείς, ειδικά άνθρωποι από τα πιο ταπεινά χωριά που δεν είχαν συνηθίσει σε τέτοιες πολυτέλειες.

   Όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ επέστρεφε, αυτός ο περιορισμένος αλλά πολύτιμος χρόνος της παρουσίας του ήταν σαν μια ανάσα για τη Μέι-Λαν, μια στιγμιαία ελευθερία από την καταπίεση που της ασκούσε η αφανής παρουσία της Λι Σου-Γιάν. Με την επάνοδο του Γουέν-Τσενγκ από τις εκστρατείες, η ατμόσφαιρα στο σπίτι άλλαζε άμεσα. Η Μέι-Λαν έπρεπε να παίξει τον ρόλο της αφοσιωμένης συζύγου με απόλυτη ακρίβεια, να τον υποδεχθεί με σεβασμό και  τρυφερότητα, έστω και επιφανειακή, έστω και αν αυτή δεν έβγαινε από τα βάθη της καρδιάς της, να παραμείνει υποταγμένη στην οικογενειακή εικόνα και τις κοινωνικές της υποχρεώσεις.

   Όταν εκείνος επέστρεφε, το σπίτι έμοιαζε και πάλι με το κλασικό καταφύγιο που η κοινωνία απαιτούσε, αλλά και με θέατρο, όπου η Μέι-Λαν έπρεπε να υποκριθεί τη σύζυγο που εκτιμά και σέβεται τον σύζυγό της, ενώ εκείνη ένιωθε την αίσθηση του κενού γύρω της. Ήταν σαν να φορούσε μάσκα, μια μάσκα που έπρεπε να φορέσει για όσο διάστημα αυτός θα έμενε στο σπίτι.

   Ωστόσο, αυτό το διάλειμμα ήταν βραχύβιο. Όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ έφευγε ξανά για τις στρατιωτικές του αποστολές, η Μέι-Λαν αισθανόταν και πάλι την πίεση να επιστρέφει και από τη θέση της εποπτευόμενης συζύγου, προσπαθούσε να αποφύγει τη δυσπιστία της Λι Σου-Γιάν.

 

 

η γέννηση της κόρης

    Η γέννηση της κόρης του Λι Γουέν-Τσενγκ και της Μέι-Λαν ήταν μια στιγμή που η ζωή του ζευγαριού, αλλά και η ίδια η οικογένεια, άλλαξε ριζικά. Όμως, όπως συχνά συνέβαινε με τον Λι Γουέν-Τσενγκ, εκείνος ήταν μακριά, σε μια εκστρατεία εκκαθαρίσεων. Η πολεμική του ζωή τον καλούσε συνεχώς μακριά από το σπίτι, από την οικογένεια, από τη γυναίκα του και τώρα, από το νεογέννητο παιδί του. Για εκείνον, η γέννηση της κόρης του θα ήταν ένα μακρινό γεγονός, που θα το μάθαινε μόλις θα επέστρεφει, μήνες αργότερα.

   Κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών, το κενό της παρουσίας του είχε καλυφθεί από την αδελφή του, τη Λι Σου-Γιάν, η οποία δεν είχε καμία πρόθεση να αφήσει τη Μέι-Λαν να αντιμετωπίσει τη δύσκολη αυτή περίοδο μόνη. Η Λι Σου-Γιάν, έχοντας την πλήρη εξουσία στο σπίτι και τις αποφάσεις της οικογένειας, δεν έχανε στιγμή την ευκαιρία να προσφέρει την "υποστήριξή" της στη νύφη της, υπογραμμίζοντας την πατρική φιγούρα που εκείνη έπαιζε όσο ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν απών. Ταυτόχρονα η παρουσία της με κάθε τρόπο απέτρεπε το ταξίδι των γονιών και κυρίως της μητέρας της Μέι-Λαν από το χωριό τους στο Λο Τζιάνγκ.

 

 

η τελετή της ονοματοδοσίας της Τιάν-Μι

   Η ημέρα της τελετής ονοματοδοσίας της Τιάν-Μι έφτασε με τη λαμπρότητα που μόνο η οικογένεια του Λι Γουέν-Τσενγκ μπορούσε να προσφέρει. Ο πατέρας, ο Λι Γουέν-Τσενγκ, βυθισμένος στις στρατιωτικές εκκαθαρίσεις και μακριά από το σπίτι για αρκετό καιρό, δεν ήταν εκεί για να δώσει το όνομα στη κόρη του, όπως θα απαιτούσε η παράδοση. Αντ’ αυτού, η Λι Σου-Γιάν, η αδελφή του, ανέλαβε το ρόλο του εκπροσώπου του πατέρα, εξασφαλίζοντας την ομαλή πορεία της οικογένειας και του ονόματος.

    Το σπίτι ήταν στολισμένο με πλούσια υφάσματα και αρώματα λουλουδιών. Η τελετή έγινε σε μια μεγάλη αίθουσα, γεμάτη χρυσές λυχνίες και γλυκόπιοτα κρασιά. Η Λι Σου-Γιάν, σύζυγος τοπικού άρχοντα και γυναίκα με εξαιρετική θέση, ήταν ντυμένη με τα πιο πολυτελή ρούχα που μπορούσε να προσφέρει η οικογένεια. Το λουλούδι της τελετής ήταν η Τιάν-Μι, ένα μωρό που έλαμπε σαν ένα μικρό αστέρι, έχοντας στο πρόσωπό της τη γλυκιά αθωότητα που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί να σβήσει ποτέ από την ιστορία της οικογένειας.

   Η Μέι-Λαν, η μητέρα της, παρακολουθούσε από πιο πίσω, με μια έκφραση γεμάτη υπερηφάνεια, αλλά και ένα ίχνος αβεβαιότητας. Οι παραδόσεις και οι αξίες της οικογένειας επέβαλλαν την παρουσία της Λι Σου-Γιάν, της γυναίκας που είχε τη δύναμη να ελέγξει το μέλλον της μικρής, τουλάχιστον προς το παρόν.

   Με επιβλητικότητα, η Λι Σου-Γιάν έφερε το λαμπρό δώρο για την Τιάν-Μι. Ένα χρυσαφικό με περίτεχνα σχέδια, λαμπερό σαν τον ήλιο, που είχε σμιλευτεί από τους πιο έμπειρους χρυσοχόους της περιοχής. Ήταν ένα κόσμημα τόσο εκθαμβωτικό που άφησε όλους τους παρευρισκόμενους άφωνους. Ένα σύμβολο ισχύος και ευημερίας για τη μικρή, αλλά και ένα μήνυμα προς όλους: η οικογένεια των Λι δεν θα την άφηνε ποτέ να αφεθεί στην τύχη της. Αυτή η λαμπερή υπόσχεση του μέλλοντος είχε καθαρά την υπογραφή της θείας.

   Η τελετή κύλησε με μεγάλη πομπή και πολλούς καλεσμένους που είχαν προσκληθεί από όλες τις γωνιές της περιοχής. Η Λι Σου-Γιάν, ως η κυρίαρχη της ημέρας, έδινε το όνομα στην ανιψιά της, και η μικρή Τιάν-Μι κρατούσε το όνομά της γερά στο στήθος της, χωρίς να καταλαβαίνει ακόμα τι σημαίνει όλο αυτό για το μέλλον της. Η Μέι-Λαν έβλεπε την τελετή να εξελίσσεται μπροστά της και την Λι Σου-Γιάν να απολαμβάνει το σεβασμό και την προσοχή, ενώ η ίδια παρέμενε λίγο πιο απομονωμένη, σαν μια υποψιασμένη θεατής της οικογενειακής δύναμης που έπρεπε να ελέγξει την πορεία της κόρης της χωρίς να μπορεί να αμφισβητήσει τις αποφάσεις της θείας.

    Και ενώ η τελετή συνεχίζονταν, τα άστρα ήταν εκείνα που αποφάσιζαν, με το λαμπερό όνομα που δόθηκε στην Τιάν-Μι, την πορεία που θα ακολουθούσε, γεμάτη δύναμη και κρυμμένα μυστικά που κανείς δεν μπορούσε να διακρίνει, εκτός από εκείνους που γνώριζαν πώς να ερμηνεύσουν τα σημάδια που αφήνουν πίσω τους τα άστρα.

 

 

ο Λι Γουέν-Τσενγκ βλέπει για πρώτη φορά την κόρη του

   Όταν τελικά εκείνος γύρισε, η επιστροφή του ήταν γεμάτη αντιφάσεις. Όπως πάντα, το πρόσωπό του ήταν σοβαρό και βαρύ από τα στρατιωτικά βάρη. Είχε τη συνήθεια να αγνοεί τις ευαίσθητες στιγμές της οικογενειακής ζωής για να εστιάσει στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, μα αυτή τη φορά υπήρχε κάτι διαφορετικό. Όταν, μετά από λίγους μήνες, τον έφεραν κοντά στην κόρη του, ένα κενό τον γέμισε καθώς τη σήκωνε στην αγκαλιά του.

   Το βλέμμα του στο μικροσκοπικό πρόσωπο της μικρής κοπέλας είχε μια έκφραση που μαρτυρούσε την έκπληξη, τη συγκίνηση, αλλά και την αμφιβολία. Περίμενε αγόρι, έναν πολεμιστή που θα μπορούσε να ακολουθήσει τα βήματά του, να τον διαδεχτεί και να τον ενδυναμώσει στις μάχες. Αλλά αντί για αυτό, κρατούσε στην αγκαλιά του το εύθραυστο και αθώο παιδί που δεν είχε καμία σχέση με τα σπαθιά και τις μάχες, ούτε με την πολεμική πορεία που εκείνος είχε ονειρευτεί.

   Η ηθική σύγκρουση τον γέμισε με αβεβαιότητα. Πώς μπορούσε να μεγαλώσει μια κόρη στον κόσμο αυτό, έναν κόσμο γεμάτο πόλεμο και αναταραχές; Ενώ την κρατούσε στην αγκαλιά του, το μυαλό του γυρνούσε πίσω στις συγκρούσεις του, στις δύσκολες στιγμές του πολέμου, και στο μέλλον του παιδιού του, το οποίο δεν μπορούσε να φανταστεί να μεγαλώνει με τις αξίες και τις ανάγκες του δικού του κόσμου.

   Αλλά παρ’ όλα αυτά, η παρουσία της μικρής του κόρης τον συγκλόνισε. Κάθε του κίνηση γύρω της ήταν πιο τρυφερή, πιο προσεκτική. Δεν ήταν το αγόρι που περίμενε, αλλά ήταν το παιδί του. Και για πρώτη φορά, ένιωσε ένα συναίσθημα ευθύνης που δεν είχε νιώσει ποτέ πριν, μια ένταση μεταξύ του πολεμιστή και του πατέρα.

 

 

η ανάλυση του αστρολόγου

   Το σκοτάδι είχε πέσει πάνω από το αρχοντικό της Λι Σου-Γιάν. Η ατμόσφαιρα ήταν πυκνή από την αναμονή, και οι υπηρέτες  είχαν αποσυρθεί για τη νύχτα, αφήνοντας την μόνη μαζί με τον αστρολόγο που είχε καλέσει από το μακρινό Λου Σιάνγκ, έναν από τους πιο έμπιστους και καταξιωμένους στο επαγγελματικό του πεδίο.

    Ο αστρολόγος, ένας άντρας μέσης ηλικίας με κοφτό βλέμμα και σοβαρό ύφος, είχε ήδη στρώσει μπροστά του ένα ξύλινο τραπέζι. Επάνω του ήταν απλωμένα χαρτιά και χαρακτικά με σύμβολα των άστρων, γεμάτα σημειώσεις και σχήματα που υποδείκνυαν τις κινήσεις του ουρανού την ώρα που είχε γεννηθεί η Τιάν-Μι. Στη γωνία του δωματίου υπήρχε ένα εύθραυστο κερί που έριχνε μια αμυδρή λάμψη, χαραγμένη πάνω στο πρόσωπο του αστρολόγου και στα γεμάτα απορία μάτια της Λι Σου-Γιάν.

    Η Λι Σου-Γιάν δεν μπορούσε να κρύψει την ανησυχία της, αν και κρατούσε τη συνήθη ψυχραιμία της. Είχε καλέσει τον αστρολόγο για να μάθει τι της επιφύλασσαν τα άστρα για το μέλλον της οικογένειας του αδελφού της Λι Γουέν-Τσενγκ  και για τη νεογέννητη κόρη του, την Τιάν-Μι. Η ζωή του παιδιού, φαινόταν πως δεν ήταν προορισμένη να είναι ήσυχη.

    Ο αστρολόγος έσκυψε προσεκτικά, άνοιξε τα έγγραφα του και άρχισε να μελετά τις κινήσεις των άστρων με τη βοήθεια των κινεζικών συστημάτων. Κάθε γραμμή του προσώπου του φαινόταν να σφίγγεται καθώς προσπαθούσε να ερμηνεύσει τα σημάδια.

    Μετά από αρκετά λεπτά σιωπής, ύστερα από τα συνεχόμενα ψιθυρίσματα, γύρισε αργά προς την Λι Σου-Γιάν και μίλησε ήρεμα, αλλά με μια δόση ανησυχίας:

— «Αρχόντισσα, τα άστρα του παιδιού είναι πολύ περίπλοκα, όπως και η μοίρα του. Δεν είναι τόσο απλά όπως φαίνονται. Υπάρχει δύναμη και ευλογία, αλλά επίσης και σκιές που αγγίζουν το μέλλον της. Η Τιάν-Μι είναι εξαιρετικά ευνοημένη από το στοιχείο του ουρανού (Τιαν), όμως το ίδιο το πεπρωμένο της αποτυπώνεται μέσω μιας σειράς αμφιλεγόμενων όψεων.»

    Η Λι Σου-Γιάν τον κοιτούσε έντονα. Καταλάβαινε ότι ο αστρολόγος προσπαθούσε να προετοιμάσει το έδαφος για κάτι που δεν ήθελε να ακούσει. Πλησίασε, το βλέμμα της ψυχρό και αναμονής.

— «Συνέχισε», είπε με σφιγμένα χείλη, «τι ακριβώς δείχνουν τα άστρα;»

    Ο αστρολόγος δίστασε για μια στιγμή, προσπαθώντας να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Στη συνέχεια, με μια μικρή κίνηση του κεφαλιού του και αυστηρότητα στη φωνή του, προχώρησε:

— «Το πιο ξεκάθαρο σημάδι είναι το εξής: το παιδί γεννήθηκε την ώρα του Γιάνγκ. Έχει πολύ μεγάλη δύναμη και θα φέρει μεγάλες προσδοκίες στην οικογένεια. Όμως, η θέση του Γιν, το στοιχείο της σκοτεινής πλευράς, δείχνει επίσης έναν καθυστερημένο δεσμό. Αν το αναλύσουμε περαιτέρω, προκύπτει κάτι πιο περίπλοκο. Το Γιν, που συνδέεται με τη σκοτεινή πλευρά της ψυχής, αποκαλύπτει πως η Τιάν-Μι μπορεί να έχει μπλέξει σε μια καταραμένη πράξη, εν αγνοία της. Αν και φαίνεται να έχει πολύ ευνοϊκή μοίρα, μπορεί να συνδεθεί με μια παράβαση των φυσικών νόμων.»

   Η Λι Σου-Γιάν ανατρίχιασε, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά, καθώς ήξερε ότι η λέξη που έκρυβε ο αστρολόγος ήταν αιμομειξία. Η σκέψη της πήγε αμέσως στον ξάδερφο της Μέι-Λαν, το ερωτικό αντικείμενο της νεαρής γυναίκας, ο οποίος είχε διαφύγει και την είχε παρατήσει.

— «Τι εννοείς;» ρώτησε ψυχρά η Λι Σου-Γιάν, ενώ τα μάτια της άστραφταν με καχυποψία. «Μιλάς για τη νεαρή Τιάν-Μι ή για τη μητέρα της;»

    Ο αστρολόγος τράβηξε το βλέμμα του και για πρώτη φορά φάνηκε διστακτικός, λες και το άστρα του κόσμου τον έβαζαν σε μια δυσάρεστη θέση. Άργησε να απαντήσει, αλλά όταν τελικά μίλησε, τα λόγια του ήρθαν βαρύτερα από ποτέ.

— «Ο αστρολογικός χάρτης δείχνει ότι η ίδια η μητέρα της, η Μέι-Λαν, φέρει το βάρος μιας άλλης κρυφής σχέσης. Η ερωτική σχέση της Μέι-Λαν με τον εξάδελφό της ήταν παρελθόν, αλλά τα άστρα φαίνεται να προμήνυαν κάτι πιο επικίνδυνο. Υπάρχει κρυφή επιθυμία που ίσως να έχει επιστρέψει, και αυτή η δύναμη μπορεί να μεταδοθεί μέσω του παιδιού, επιφέροντας αθέλητους δεσμούς που εναντιώνονται στη φυσική τάξη.»

   Η Λι Σου-Γιάν έμεινε για λίγο σιωπηλή, επεξεργαζόμενη τα λόγια του. Η υποψία ότι τα άστρα της Τιάν-Μι έκρυβαν τέτοιον καταραμένο δεσμό την αναστάτωσε, αλλά δεν έκανε πίσω.

— «Είναι αυτό ένα πεπρωμένο, που τίποτα δεν μπορεί να το αποτρέψει;» ρώτησε τελικά, κοιτάζοντας τον αστρολόγο με αυστηρό βλέμμα.

    Ο αστρολόγος, που φαινόταν εξαντλημένος από την σοβαρότητα της προφητείας του, κούνησε το κεφάλι του, κοιτώντας τη θεία με τα μάτια του γεμάτα φόβο:

— «Ούτε οι θεοί μπορούν να σταματήσουν κάτι τέτοιο, αρχόντισσα. Τα άστρα είναι αμείλικτα και η τύχη είναι ήδη καθορισμένη.»

   Με αυτές τις λέξεις, η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο έγινε ακόμα πιο βαριά. Η Λι Σου-Γιάν αναγκάστηκε να αφήσει τα λόγια του να απορροφηθούν. Η ζωή της Τιάν-Μι είχε πλέον μπει σε έναν αβέβαιο δρόμο, γεμάτο σκιές και ανεκπλήρωτους πόθους. Το πεπρωμένο ήταν πια γραμμένο.

   Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο ήταν βαρειά και γεμάτη ένταση. Ο αστρολόγος, αφού είχε αποκαλύψει τις σκοτεινές πλευρές της μοίρας της Τιάν-Μι, έμεινε σιωπηλός για λίγο, τα μάτια του αχνά φωτισμένα από την φλόγα του κεριού. Ήξερε πως τα λόγια του θα είχαν σοβαρές συνέπειες. Το βάρος του πεπρωμένου που προειδοποιούσε για την Τιάν-Μι ήταν μεγάλο, κι αυτός ένιωθε ότι ερχόταν στο κατώφλι μιας αλήθειας που ίσως δεν έπρεπε να πει, αλλά που ήταν αδύνατο να αποφύγει.

   Ο αστρολόγος, αφού γύρισε το βλέμμα του προς την Λι Σου-Γιάν, την κοίταξε βαθιά στα μάτια, προσπαθώντας να βρει τις σωστές λέξεις για να εξηγήσει την τελευταία, πιο σκοτεινή πρόβλεψη του χάρτη της Τιάν-Μι. Ενιωθε την αναγκαιότητα να προειδοποιήσει, γιατί η μοίρα της νεαρής δεν ήταν απλώς μια σειρά γεγονότων. Ήταν μια καταιγίδα που πλησίαζε, και η θεία, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί, έπρεπε να το μάθει.

— «Αρχόντισσα...», είπε αργά ο αστρολόγος, το βλέμμα του βυθισμένο στην πυκνή σιωπή, «υπάρχει κάτι ακόμα. Ο χάρτης δείχνει πως η Τιάν-Μι δεν θα ακολουθήσει την κοινή πορεία της ζωής της. Δεν θα είναι όπως οι άλλοι. Μια σκοτεινή δύναμη έλκει την καρδιά της σε έναν άνδρα, έναν άνδρα που δεν είναι σαν τους υπόλοιπους.»

    Η Λι Σου-Γιάν τον κοιτούσε με την ίδια άγρυπνη όψη της, περιμένοντας να ακούσει την συνέχεια.

— «Ο άντρας αυτός θα είναι γενναίος, ισχυρός, και ίσως πιο μεγάλος σε ηλικία από εκείνη», συνέχισε ο αστρολόγος, με τη φωνή του να τραυλίζει την αίσθηση του σκοτεινού μυστικού. «Είναι ένας άντρας που θα έχει πληγωθεί βαριά από την προδοσία. Η ζωή του δεν έχει υπάρξει εύκολη, κι όσους εμπιστεύτηκε τον πρόδωσαν ή τον εγκατέλειψαν. Όμως, αυτή η νεαρή θα είναι η μόνη που θα τον καταλάβει και θα του προσφέρει την πίστη και την αφοσίωση που χρειάζεται.»

    Ο αστρολόγος έκανε μια παύση και έβγαλε μια βαθιά αναστεναγμό, σα να προσπαθούσε να χωνέψει την ίδια του την πρόβλεψη. Είχε πλέον ξεπεράσει τα όρια του επιτρεπτού, αλλά δεν υπήρχε γυρισμός.

— «Αυτός ο δεσμός, Αρχόντισσα, θα είναι μυστικός. Ένας δεσμός που οι άλλοι δεν θα κατανοήσουν ποτέ. Όσο πιο βαθιά πάνε, τόσο πιο δύσκολο θα είναι για την Τιάν-Μι να βγει από αυτόν. Τα άστρα δείχνουν ότι αυτή η σχέση δεν θα σπάσει ποτέ, όσο κι αν προσπαθήσουν να την σταματήσουν. Η Τιάν-Μι και αυτός ο άντρας θα είναι δεμένοι με έναν τρόπο που κανείς δεν θα μπορεί να λύσει.»

    Η Λι Σου-Γιάν ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Κάτι στο βλέμμα του αστρολόγου την έκανε να καταλάβει ότι αυτό που άκουγε δεν ήταν απλώς μια πρόβλεψη για το μέλλον — ήταν μια προειδοποίηση για κάτι που, αν συνέβαινε, θα είχε τεράστιες συνέπειες για την οικογένεια και την τιμή τους. Το γεγονός ότι η κόρη του Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν προορισμένη να ερωτευτεί έναν άνδρα με αυτόν τον τρόπο, και μάλιστα να το κρατήσει μυστικό, της προκαλούσε μεγάλη ανησυχία.

— «Είναι τόσο... επικίνδυνο;» ρώτησε η Λι Σου-Γιάν, προσπαθώντας να συγκρατήσει την αίσθηση του φόβου και του θυμού που άρχισε να φουντώνει μέσα της.

    Ο αστρολόγος, αν και είχε ήδη καταφέρει να πει το χειρότερο, αναγκάστηκε να συμφωνήσει με την ερώτηση της Λι Σου-Γιάν. «Η πρόβλεψη δείχνει ότι το πεπρωμένο της Τιάν-Μι δεν μπορεί να αντιστραφεί, όσο κι αν προσπαθήσει κανείς να το αποτρέψει. Αυτός ο άντρας είναι το κλειδί για την μοίρα της. Όταν η καρδιά της θα τον αναγνωρίσει, θα είναι αδύνατο να τον αφήσει.»

   Η Λι Σου-Γιάν κοίταξε τον αστρολόγο σιωπηλά για μερικά λεπτά, κατανοώντας την πλήρη ένταση αυτών των λόγων. Αυτό το μυστικό, αυτό το αμαρτωλό πεπρωμένο, ήταν βαρύ για την οικογένειά της. Οι συνέπειες του δεν θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητες. Όμως, η απόφαση είχε ήδη ληφθεί, και το πρόβλημα δεν ήταν να το αποφύγει, αλλά να το διαχειριστεί και να ελέγξει την εξέλιξή του.

   Η σιωπή που ακολούθησε τα λόγια του αστρολόγου ήταν βαρύτερη από την ίδια τη νύχτα που είχε πέσει στο αρχοντικό. Η Λι Σου-Γιάν στεκόταν ακίνητη, το βλέμμα της καρφωμένο στον αστρολόγο, με την αναστάτωση και την αίσθηση του κινδύνου να την κατακλύζουν. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί, αλλά τα λόγια του αστρολόγου ακριβώς έβαζαν τη ζωή της και της οικογένειάς της σε μία πορεία ανατροπής.

   Το μυστικό που είχε αποκαλυφθεί ήταν τρομακτικό, μια σχέση μυστική, με έναν άνδρα ισχυρό, γενναίο, μα μεγαλύτερο από την Τιάν-Μι, έναν άνδρα που, όπως έδειχνε το αστρολογικό διάγραμμα, θα τη συνέδεε με αιμομειξία και προδοσία, αν και εκείνη δεν το ήξερε ακόμα.

   Η Λι Σου-Γιάν, χωρίς να δείξει την ταραχή της, κάτι που είχε μάθει αρκετά καλά να κρύβει στη δημόσια εικόνα της, έχοντας στη ζωή της μέχρι τότε αποτρέψει ή εμποδίσει τόσες καταστάσεις να εξελιχθούν, τον ρώτησε με σταθερή φωνή:

— «Και τι μπορώ να κάνω εγώ για να το αποτρέψω; Εάν τα άστρα δείχνουν αυτή την πορεία, πώς μπορώ να το σταματήσω;»

    Ο αστρολόγος πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να βρει τα σωστά λόγια, καθώς ήξερε ότι το βάρος της ευθύνης του θα βάρυνε το μέλλον όλων τους. Ήξερε πως αυτή η κατάσταση ήταν πέρα από το πεπρωμένο, μια κατάσταση που έπρεπε να συγκαλυφθεί, να παραμείνει στο σκοτάδι για να μην προκύψουν καταστροφικές συνέπειες.

— «Αρχόντισσα», είπε τελικά με τόνο σοβαρό, «το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να συγκαλύψετε αυτή τη σχέση. Όσο κι αν φαίνεται αδύνατο, αυτό είναι το μόνο που μπορείτε να κάνετε. Μόνο έτσι θα μπορείτε να ελέγξετε την κατεύθυνση αυτής της σχέσης, για να μείνει κρυφή και μακριά από τα μάτια των άλλων. Αν αυτή η σχέση γίνει γνωστή, οι συνέπειες θα είναι αλυσιδωτές και η οικογένειά σας, καθώς και η δική σας θέση, θα βρεθούν σε άμεσο κίνδυνο.»

   Ο αστρολόγος σταμάτησε για λίγο, και τα μάτια του έπεσαν στο τραπέζι. Ένιωθε το βάρος της αποκαλυπτικής αλήθειας και γνώριζε ότι αυτό που είχε να πει επόμενα ήταν το πιο σημαντικό.

— «Αλλά αν αγαπάτε πραγματικά τον αδελφό σας, αν θέλετε να προστατέψετε την τιμή της οικογένειάς του και να αποφύγετε την καταστροφή, τότε το να κρατήσετε αυτή τη σχέση μυστική θα είναι η μόνη σας λύση. Εάν αποκαλυφθεί, όλα θα διαλυθούν.»

   Η Λι Σου-Γιάν του έριξε μια ματιά, ακριβώς όπως το ελάφι κοιτάζει το θήραμά του πριν επιτεθεί. Είχε καταλάβει την έννοια των λόγων του.

— «Αν αυτός ο άντρας είναι εχθρός του αδελφού μου, τί πρέπει να κάνω;» τον ρώτησε με μάτια  σκοτεινά καθώς η φωνή της υψώθηκε απότομα. Η υπόγεια υποψία που την κυρίευσε την έκανε να αναρωτηθεί αν το μυστικό της Τιάν-Μι θα μπορούσε να κρύβει κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο…  ίσως τον εξάδελφο της Μέι-Λαν, τον άνδρα που είχε προδοθεί και είχε φύγει στα βουνά, αυτόν που μπορούσε να κρύβει σχέδια εκδίκησης ή απλώς την ανατροπή.

   Ο αστρολόγος, αφού ανέσυρε το βλέμμα του από το τραπέζι, κοίταξε στα μάτια την Λι Σου-Γιάν και ακολούθησε μια σύντομη σιωπή.

— «Η ένταση της σχέσης αυτής είναι μπερδεμένη, Αρχόντισσα. Το άστρο που συνδέει το παιδί με αυτόν τον άνδρα δείχνει πως υπάρχει βαθιά εμπιστοσύνη και παράλληλα μια αμοιβαία ανάγκη για προστασία και στήριξη. Αν και η μοίρα της Τιάν-Μι και του άνδρα αυτού είναι γραμμένη στα άστρα, δεν μπορώ να δω με βεβαιότητα ποιος είναι αυτός ο άντρας. Ωστόσο, τα σημάδια δείχνουν ότι η συνάντησή τους θα είναι αναπόφευκτη, και ότι αυτός ο άντρας θα είναι ισχυρός. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να  κρατηθεί μυστική. Δεν είναι κάτι που μπορεί να αποφευχθεί. Το μόνο που μένει είναι το κλείσιμο των δρόμων προς τους άλλους.»

    Η Λι Σου-Γιάν κούνησε αργά το κεφάλι της. Η εικόνα του εξάδελφου της Μέι-Λαν, η σκιώδης φιγούρα από το παρελθόν, άρχισε να παίρνει μορφή στο μυαλό της. Ήταν εύκολο να φανταστεί ότι αυτός ο άντρας θα μπορούσε να είναι μέρος αυτής της κρυφής σχέσης. Αν είχε κάποτε ερωτευθεί τη μάνα, γιατι στο μέλλον να μην ερωτευόταν και την κόρη της. Οι άνθρωποι τις ίδιες αρχέτυπες εικόνες ερωτεύονται.

   Η Λι Σου-Γιάν πήρε μια βαθιά ανάσα και ρώτησε με μια αυστηρότητα που μόνο εκείνη μπορούσε να δείξει:

— «Θα παντρευτεί η Τιάν-Μι αυτόν τον άντρα; Τι λένε τα άστρα για αυτό;»

   Ο αστρολόγος, σχεδόν υποκλινόμενος, ανασήκωσε το βλέμμα του και με προσοχή, λες και ήξερε πόσο βαρύ ήταν το βάρος της απάντησης, είπε:

— «Όχι, Αρχόντισσα. Αυτός ο γάμος δεν μπορεί να γίνει.»

    Η Λι Σου-Γιάν έχοντας χάσει προς στιμή την ψυχραιμία της περίμενε την εξήγηση. Η υποψία και η καχυποψία έμπαιναν τώρα μπροστά για να αναλύσουν το μονοπάτι του μέλλοντος που φαινόταν πως η Τιάν-Μι έπρεπε να ακολουθήσει.

μέλλον, όλο και πιο περίπλοκο, που φαινόταν πως η Τιάν-Μι έπρεπε να ακολουθήσει.

— «Για πολλούς λόγους», συνέχισε ο αστρολόγος, με αυστηρό τόνο. «Η Τιάν-Μι δεν μπορεί να τον παντρευτεί. Η ζωή του άντρα αυτού είναι γεμάτη κινδύνους, και δεν μπορεί να παραμείνει στο ίδιο μέρος για πολύ. Θα λείπει συχνά, θα έρχεται και θα φεύγει, και υπάρχει το παρελθόν του, το οποίο τον έχει προδώσει... Ένας τέτοιος γάμος θα έφερνε καταστροφή, Αρχόντισσα. Μόνο αν η Τιάν-Μι τον ακολουθούσε σε τόπο μακρυνό. Σε τόπο που δεν τους γνωρίζει κανείς, σε ένα μέρος όπου κανείς δεν θα γνωρίζει το παρελθόν αυτού του άντρα ούτε το όνομα της Τιάν-Μι.»

    Η Λι Σου-Γιάν κοίταξε τον αστρολόγο με μια λάμψη στα μάτια της, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει την πλήρη έννοια αυτών των λόγων. Τι σήμαινε για την οικογένειά τους αυτό το μυστικό;

    Ο αστρολόγος έκανε μια μικρή παύση, και στη συνέχεια, μιλώντας με βαρύτητα, συνέχισε:

—Αλλά το πιο σημαντικό, Αρχόντισσα, είναι να μην δημοσιοποιηθεί ποτέ η σχέση αυτή. Πρέπει να παραμείνει σιωπηλή, να μην υπάρξει καμία ρωγμή,  ούτε μικρή, ούτε μεγάλη. Αν μάθει κάποιος για αυτήν, τότε το νερό θα κυλήσει από το κανάτι και όλα θα καταρρεύσουν. Αν αγαπάτε την ανιψιά σας και αν θέλετε να προστατεύσετε τον αδελφό σας, τότε πρέπει να κάνετε το πιο σημαντικό πράγμα: να σιωπήσετε. Να προστατεύσετε αυτή τη σχέση από τη δημοσιότητα, και να την κρατήσετε μυστική για πάντα. Και το βάρος θα πέφτει σε σας. »

   Η Λι Σου-Γιάν συγκρατώντας το συναίσθημα και το βάρος του καθήκοντός της, χαμήλωσε το βλέμμα της, πήρε μια ανάσα και είπε τελικά:

— «Είναι ξεκάθαρο. Εμείς θα κρατήσουμε αυτό το μυστικό. Η οικογένεια και το όνομα του Λι Γουέν-Τσενγκ είναι πιο σημαντικά από όλα. Θα φροντίσουμε να παραμείνουμε αόρατοι.»

   Ο αστρολόγος χαμογέλασε αμυδρά, κλείνοντας τη συζήτηση με μια ελαφρά υπόκλιση:

— «Αυτό είναι το μόνο που μπορεί να γίνει, Αρχόντισσα. Τα άστρα δεν συγχωρούν. Και εμείς, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να προστατεύσουμε την οικογένεια, και αν χρειαστεί κρύβοντας και την αλήθεια.»

    Η Λι Σου-Γιάν, χωρίς να πει λέξη, γύρισε χαιρέτησε τον αστρολόγο καθώς αυτός κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Το σχέδιο είχε ήδη αρχίσει. Το μυστικό της Τιάν-Μι έπρεπε να παραμείνει καλά κρυμμένο και να προστατευτεί από οποιαδήποτε απειλή. Αν η μοίρα έστελνε αυτόν τον άντρα στο δρόμο της Τιάν-Μι, τότε η οικογένειά της έπρεπε να είναι έτοιμη για το χειρότερο, και το χειρότερο ήταν να προστατεύσουν την αλήθεια από το να διαρρεύσει.

    Η Λι Σου-Γιάν μένοντας μόνη μονολόγησε στο άδειο δωμάτιο, σχεδόν σαν σκιά χωρίς ανθρώπινη υπόσταση, μόνο σαν τις αφανείς εκείνες δυνάμεις που επιβλέπουν την μοίρα:

— «Όταν το βήμα του φτάσει, θα είναι στη δικιά μου απόφαση πώς να το χειριστώ. Και όποιος κι αν είναι αυτός ο άντρας, είτε εχθρός είτε σύμμαχος, θα παραμείνει στο σκοτάδι, για το καλό της οικογένειας.»

 

 

η φυγή της Μέι-Λαν

   Έξι χρόνια μετά τη γέννηση της Τιάν-Μι, η ζωή της Μέι-Λαν είχε πάρει μια τροπή που δεν μπορούσε να φανταστεί ούτε η ίδια. Η κατά μεγάλες χρονικές περιόδους απουσία του Λι Γουέν-Τσενγκ από την οικογένειά τους, λόγω των στρατιωτικών εκστρατειών και των συνεχών εκκαθαρίσεων, την είχε οδηγήσει να έχει το περιθώριο να καταστρώνει σχέδια.  

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, κατά τις παρατεταμένες απουσίες του, φαινόταν να επεκτείνει τα διαστήματα των στρατιωτικών του εκστρατειών, όχι μόνο για να ολοκληρώσει τις στρατηγικές του επιδιώξεις, αλλά και για να βρει τη διαφυγή στις ερωτικές του αναζητήσεις. Οι κοπέλες των εχθρικών στρατευμάτων και πληθυσμών, εύκολη  λεία για τους κυρίαρχους της νέας εποχής, του προσέφεραν μια αίσθηση εκπλήρωσης των πιο βαθιών του επιθυμιών. Αυτές οι γυναίκες, μόνιμα σε κατάσταση ικεσίας και εξάρτησης, προσέφεραν μια θερμή και ακούραστη ανταπόκριση,

   Οι κοπέλες αυτές, οδηγούνταν είτε με τη βία είτε με το δέλεαρ του χρήματος να προσφέρουν τις ερωτικές τους υπηρεσίες. Για αυτές, το να πέσουν στην αγκαλιά ενός νικητή ήταν μια ανάγκη επιβίωσης, αλλά παράλληλα, για πολλές υπήρχε και η κρυφή ελπίδα ότι η εξουσία του θα τις έβγαζε από την κατάσταση σκλαβιάς και θα τις οδηγούσε σε μια καλύτερη ζωή. Η ιδέα ότι οι νικητές θα τις έσωζαν και θα τις μετέφεραν μακριά από τα κατεχόμενα εδάφη, ίσως και στα ήσυχα εδάφη της κυριαρχίας των Τσινγκ, τις οδηγούσε να προσφέρουν όχι απλώς υπηρεσίες, αλλά να δώσουν την καρδιά και το σώμα τους με έναν τρόπο που ξεπερνούσε τις τυπικές σχέσεις συζύγων.

   Ο πόλεμος, με όλη την καταστροφή και τον πόνο που έφερνε, γεννούσε ταυτόχρονα και μια σειρά από τα πιο παράδοξα και αντίθετα. Για έναν κυρίαρχο στρατιώτη, η δυνατότητα της απόλαυσης της ομορφιάς τόσων νεαρών γυναικών, κάποιες από τις οποίες μπορεί να ανήκαν και σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ήταν κάτι που κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί σε καιρό ειρήνης. Αν δεν υπήρχε ο πόλεμος, αν δεν υπήρχαν οι κατακτήσεις και η πολεμική κυριαρχία, τέτοιες γυναίκες, δεν θα έμπαιναν ποτέ στην εμβέλεια ενός απλού στρατιώτη ή κάποιου που προέρχονταν από χαμηλότερη κοινωνική τάξη. Η ίδια η εξουσία που του έδινε το καθεστώς του πολεμιστή ή του ανώτερου στρατιωτικού του άνοιγε πόρτες και προσέφερε ελκυστικές ερωτικές εμπειρίες που η κοινωνία σε καιρό ειρήνης δεν του είχε επιτρέψει ποτέ να ζήσει.

   Ωστόσο, αυτό το παιχνίδι των εξουσιών και των σχέσεων ποτέ δεν ήταν εντελώς ισότιμο. Όσο και να είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν τις ομορφιές των γυναικών αυτών, οι στρατιώτες και οι πιο χαμηλόβαθμοι υπηρέτες του στρατού ποτέ δεν επικοινωνούσαν με τις γυναίκες από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα με τον ίδιο τρόπο. Η κοινωνική ιεραρχία ήταν πάντα παρούσα, στερεωμένη στην καρδιά του συστήματος. Οι ανώτεροι στρατιωτικοί, οι στρατηγοί ή οι ηγέτες της πολιορκίας ή της πυρπόλησης των χωριών επέλεγαν τις πιο όμορφες και εκλεκτές γυναίκες, ενώ οι χαμηλότεροι στρατιώτες ικανοποιούνταν με τις κοπέλες της αγροτιάς ή εκείνες που δεν ανήκαν στην κοινωνική ελίτ. Παρά την πρόσκαιρη υποταγή των γυναικών αυτών στις επιθυμίες των κατακτητών, η κοινωνική θέση τους παρέμενε πάντα αναγνωρίσιμη, ακόμα κι αν οι συνθήκες του πολέμου φαινομενικά εξάλειφαν τη διαφορά. Το σύστημα τάξεων παρέμενε άθικτο, και οι χαμηλότεροι στρατιώτες ποτέ δεν θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις κοπέλες που συντράφευαν τους ανώτερους. Αυτό ήταν ένα από τα παράδοξα του πολέμου. Ακόμα και όταν όλα φαίνονταν ανοιχτά και ελεύθερα, οι σχέσεις εξουσίας και κοινωνικής θέσης ποτέ δεν εξαλείφονταν πραγματικά.

   Αυτός ο κόσμος της υποταγής και της ελπίδας για αναγνώριση και διάκριση οδηγούσε πολλές από αυτές τις νεαρές κοπέλες σε μεγαλύτερη ερωτική ενέργεια και πιο εκδηλωτικά αισθήματα από ό,τι οι ίδιες οι σύζυγοι των στρατηγών και των πολεμιστών συνήθιζαν να δείχνουν. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, από την πλευρά του, βρισκόταν μπροστά σε ένα διπλό δίλημμα: από τη μία, αυτές οι γυναίκες, πάντα σε κατάσταση εξάρτησης και φοβισμένες από την αδυσώπητη εξουσία του, του παρείχαν ό,τι ήθελε με μια παθητική αφοσίωση, και από την άλλη, η συναισθηματικά αποστασιοποιημένη σχέση με τη Μέι-Λαν του άφηνε ένα κενό, το οποίο έβρισκε να καλύπτεται ευκολότερα στην υποταγμένη και θερμή ανταπόκριση των αιχμάλωτων αυτών κοριτσιών.

   Η ψυχρότητα και η απόσταση που χαρακτήριζαν τον γάμο του, καθώς και η συναισθηματική αποξένωση της Μέι-Λαν, της νόμιμης συνεύνου του, τον οδηγούσαν συχνά να αναζητά στα ταξίδια του την ευχαρίστηση και την εξουσία που ένιωθε με αυτές τις γυναίκες, που ήταν πάντα στη διάθεσή του, χωρίς αντάλλαγμα παρά μόνο την υποταγή τους. Και αυτό το συμβόλαιο στις ερωτικές επαφές μαζί τους, καθώς γνώριζαν και οι δύο πλευρές, και αυτός αλλά και αυτές, ότι δεν θα μπορούσε να ελεγχθεί από κανένα κοινωνικό φραγμό, ούτε να αποτελέσει τη βάση για κάποιο μέλλον, χωρίς τη λογοκρισία που επιβάλλουν οι κοινωνικοί κανόνες σε μια λογικά ειρηνική εποχή, αποδέσμευε τις κοπέλλες και τις έκανε ακόμη πιο ανοιχτές να αποδείξουν την θερμότητα και τις  ικανότητες που έκρυβαν.  

   Στην απουσία του συζύγου της, τα συναισθηματικά κενά της Μέι-Λαν μεγάλωναν κάθε μέρα, και η μοναδική παρηγοριά της ήταν η παλαιά σχέση της με τον εξάδελφό της, τον Ξιάο-Γου, μια αραιή επαφή που συντηριόταν μέσα από κάποια σποραδικά νέα που έφθαναν με προφυλάξεις σε αυτή μέσω κάποιων περιπλανώμενων εμπόρων που επισκέπτονταν κάποιες φορές το χωριό Τζο Λιανγκ. Αυτή η αρχικά αθώα επαφή, που στηριζόταν στην κατανόηση και σε κάποια μορφή ιδεολογικής συμπάθειας, με τον καιρό εξελίχθηκε από μια κρυφή ανέκφραστη επιθυμία σε μια αυτοκαταστροφική ανάγκη για αγάπη και στήριξη.

   Η Μέι-Λαν αποφάσισε λοιπόν, μετά από πολλά χρόνια συγκρούσεων μέσα της, ότι έπρεπε να φύγη, όσο και  αν αυτό έκρυβε τους μεγαλύτερους κινδύνους. Δεν μπορούσε να ζήσει άλλο μια ζωή γεμάτη με μυστικά και καταπίεση. Δεν μπορούσε άλλο να μαθαίνει για τα κατορθώματα του συζύγου της, τόσο τα πολεμικά όσο και τα ερωτικά του με τις κοπέλες των περιοχών που ήλεγχε. Ο εξάδελφός της, ο Ξιάο-Γου, ο άνθρωπος που την είχε κατανοήσει, ήταν η μόνη ελπίδα της. Μαζί του, μπορούσε να ζήσει ελεύθερη, χωρίς να τη βαρύνουν τα καθιερωμένα κοινωνικά όρια και οι δογματικές παραδόσεις που την είχαν καταπνίξει. Οι δυό τους ήταν γεμάτοι από πάθος και την ανάγκη για ελευθερία, και ίσως αυτή η ανάγκη να τους οδηγούσε σε μια νέα ζωή, πολύ μακριά από το βλέμμα του κόσμου.

   Όταν οι Τσινγκ είχαν εδραιώσει την κυριαρχία τους, ο Ξιάο-Γου χάθηκε από τα γνωστά μονοπάτια. Δεν τολμούσε να πλησιάσει ούτε το Τσινγκ-Φανγκ ούτε το Τζο Λιάνγκ. Κρατούσε απόσταση ημερών, κρυμμένος σε ορεινές ζώνες όπου τα μονοπάτια μπερδεύονταν σαν φίδια και η ομίχλη γινόταν σύμμαχος των κυνηγημένων. Καταφύγιο του ήταν πρόχειρες καλύβες ρητινοσυλλεκτών και εγκαταλειμμένα φυλάκια από παλιές ταραχές. Άλλαζε τόπο συχνά. Δεν άναβε φωτιά τη νύχτα, δεν περπατούσε δύο φορές από το ίδιο πέρασμα. Στα βουνά υπήρχαν ακόμη σκόρπιοι παλιοί υποστηρικτές της εξέγερσης του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ, μικρές ομάδες που ζούσαν σαν ληστές ή σαν φαντάσματα. Δεν αποτελούσαν στρατό, αλλά γνώριζαν το έδαφος καλύτερα από κάθε τακτικό απόσπασμα. Εκείνος παρέμενε κομμάτι του βουνού, δύσκολο να εντοπιστεί, επικίνδυνο να καταδιωχθεί, και πάντα μια σκιά ανάμεσα στο Τσινγκ-Φανγκ και το Τζο Λιανγκ.

   Αλλά η απόφαση της Μέι-Λαν να αφήσει πίσω την Τιάν-Μι δεν ήταν εύκολη. Η κόρη της  αποτελούσε την μόνη διασύνδεση που είχε με τον Λι Γουέν-Τσενγκ. Ωστόσο, για τη Μέι-Λαν, η ανάγκη να φύγει ήταν ακατανίκητη. Έπρεπε να το κάνει, και η Τιάν-Μι έπρεπε να συνεχίσει τη ζωή της με σταθερότητα και όχι με περιπετειώδεις πορείες μέσα στα βουνά.

   Η Μέι-Λαν γνώριζε πως οι δικές της επιλογές δεν έπρεπε να γίνουν δίχτυ που θα παγίδευε τη μοίρα της κόρης της. Η Τιάν-Μι δεν όφειλε να πληρώσει για τον έρωτα, τον φόβο ή την αδυναμία της μητέρας της· δεν έπρεπε να μεγαλώσει κάτω από τη σκιά ενός σκανδάλου ή να κριθεί από ψιθύρους που δεν της ανήκαν. Αν η ίδια είχε διαλέξει τη φωτιά, η κόρη της έπρεπε να έχει το δικαίωμα να βαδίσει σε καθαρό έδαφος. Αυτή η σκέψη, περισσότερο κι από τον έρωτα ή την ενοχή, ήταν που την βασάνιζε: να μη γίνει η ζωή της παγίδα για το παιδί που είχε φέρει στον κόσμο. Έπρεπε να φύγει μόνη της, χωρίς το παιδί, χωρίς την Τιάν-Μι.

 

 

το σχέδιο της εξαφάνισης της Μέι-Λαν

   Ανατολικά του Λο Τζιάνγκ κυλούσε ένας πλατύς παραπόταμος του Μιν, με νερά γρήγορα την άνοιξη και ύπουλα βαθιά στις στροφές του. Οι γυναίκες του χωριού κατέβαιναν συχνά εκεί για να κάψουν θυμίαμα σε ένα μικρό πέτρινο προσκυνητάρι της θεάς του νερού και να πλύνουν μεταξωτά υφάσματα στα καθαρά ρεύματα. Η πρόφαση ήταν εύκολη· η Μέι-Λαν θα πήγαινε «για ευλογία και καθαρμό», λέγοντας πως ήθελε να προσευχηθεί για την υγεία της Τιάν-Μι και για την ασφαλή επιστροφή του συζύγου της.

    Το σχέδιο είχε ήδη υφανθεί σιωπηλά. Ένας περιπλανώμενος έμπορος υφασμάτων, άνθρωπος που περνούσε απαρατήρητος από αυλές και φυλάκια, μετέφερε το μήνυμα στον Ξιάο-Γου. Την ημέρα της τρίτης σελήνης, στη μεγάλη καμπή του ποταμού όπου οι ιτιές γέρνουν χαμηλά, εκεί να περιμένει. Όχι στην όχθη που φαίνεται από το μονοπάτι, αλλά στην απέναντι, πίσω από τους βράχους όπου το νερό βαθαίνει και ο θόρυβος καλύπτει τις φωνές.

   Εκείνο το πρωί η Μέι-Λαν φόρεσε απλό φόρεμα, πήρε μαζί της ένα μικρό καλάθι με προσφορές και δύο υπηρέτριες. Στάθηκε μπροστά στο προσκυνητάρι, έσκυψε το κεφάλι και άφησε τα χέρια της να τρέμουν, όχι από φόβο, αλλά από την ένταση της απόφασης. Όταν πλησίασε στην άκρη για να «ξεπλύνει» το μετάξι, το πόδι της γλίστρησε πάνω σε βρεγμένη πέτρα. Μια κραυγή, ένας παφλασμός, και το σώμα της παρασύρθηκε από το ρεύμα.

   Οι υπηρέτριες ούρλιαξαν· έτρεξαν κατά μήκος της όχθης, μα το νερό την είχε ήδη τραβήξει στη βαθιά καμπή. Το ποτάμι έκανε τη δουλειά του, αυτή που για χρόνια ήταν η ίδια, έκρυβε, τύλιγε, παρέσυρε.

   Στην απέναντι πλευρά, πίσω από τους βράχους, ο Ξιάο-Γου περίμενε με σκοινί δεμένο σε ρίζα ιτιάς. Τη στιγμή που το σώμα της φάνηκε μέσα στον αφρό, βούτηξε χωρίς δεύτερη σκέψη. Το ρεύμα τον χτύπησε στα πλευρά, μα την άρπαξε πριν χαθεί στο βαθύτερο κοίλωμα. Για λίγες ανάσες πάλεψαν μαζί με το νερό, όχι σαν εραστές, αλλά σαν δύο άνθρωποι που διεκδικούν την ίδια ζωή.

   Την έσυρε πίσω από τους βράχους, σε σημείο που δεν φαινόταν από το μονοπάτι. Η Μέι-Λαν έβηξε, έφτυσε νερό, άνοιξε τα μάτια. Για μια στιγμή δεν μίλησαν. Το χωριό, πίσω τους, θα πίστευε πως το ποτάμι την πήρε. Το Λο Τζιάνγκ θα θρηνούσε ένα ατύχημα. Θα έκλεινε τις πύλες του σε μια σκιά.

   Μα εκεί, στην κρυφή όχθη, δεν υπήρχε πια ατύχημα. Υπήρχε μόνο φυγή. Έφυγαν, κυνηγημένοι, με την εξαφάνιση από τα μάτια του κόσμου. Πέρασαν μήνες σε φτωχικές καλύβες μέσα στα βουνά, αποφεύγοντας το βάρος της κοινωνικής ντροπής. Η ζωή τους ήταν γεμάτη από πείνα και αβεβαιότητα. Όμως η ελευθερία ήταν γλυκιά και η ανταλλαγή της με την ασφάλεια μιας καταπιεστικής οικογένειας ήταν μια συμφωνία που είχαν ήδη πληρώσει με το τίμημα της εξορίας τους.

   Εκεί, στα απομονωμένα βουνά, μακριά από τα έθιμα και τις παραδόσεις της οικογένειάς της, η Μέι-Λαν και ο εξάδελφός της ζούσαν με την αίσθηση της ελευθερίας, αλλά με τη συνεχιζόμενη βαριά σκιά των επιλογών τους να την ακολουθεί.

    Η Τιάν-Μι έμεινε πίσω, με τη θεία Λι Σου-Γιάν να την προστατεύει και να την προετοιμάζει για την πραγματικότητα της οικογένειας των Λι, μια πραγματικότητα που η Μέι-Λαν δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να αντέξει.

 

 

μια κηδεία χωρίς πτώμα

   Το ποτάμι έδωσε πίσω μόνο το καλάθι με τα θυμιάματα και ένα κομμάτι από το μεταξωτό της μανίκι πιασμένο σε κλαδί ιτιάς. Το σώμα της Μέι-Λαν δεν βρέθηκε ποτέ. Στο Λο Τζιάνγκ σήμαναν τύμπανα έρευνας. Άνδρες κατέβηκαν κατά μήκος της όχθης, έψαξαν στις καμπές, έσυραν γάντζους στα βαθιά νερά, ρώτησαν ψαράδες και βαρκάρηδες. Η θεία, η Λι Σου-Γιάν, έστειλε δικούς της ανθρώπους πιο χαμηλά στο ρεύμα, μήπως το σώμα είχε παρασυρθεί σε βραχώδες πέρασμα. Μα όσο περνούσαν οι ημέρες, η ελπίδα μετατρεπόταν σε βεβαιότητα: το ποτάμι είχε κρατήσει το μυστικό του.

   Οι ψίθυροι στο χωριό πλήθαιναν. Άλλοι μιλούσαν για γλίστρημα, άλλοι για κακό οιωνό, άλλοι για τα «πνεύματα των πνιγμένων». Κανείς δεν τόλμησε να πει φωναχτά κάτι διαφορετικό. Η απουσία πτώματος δεν εμπόδιζε το τελετουργικό· απλώς το βάραινε.

   Έτσι τελέστηκε άτυπη κηδεία χωρίς σώμα. Στον εσωτερικό αυλόγυρο της οικίας του Λι Γουέν-Τσενγκ τοποθετήθηκε ένα λευκό ξύλινο πλαίσιο με το όνομά της γραμμένο σε μαύρη μελάνη. Προσφέρθηκαν ρύζι, τσάι και χαρτονόμισμα για τον άλλο κόσμο. Οι γυναίκες θρήνησαν με συγκρατημένη φωνή· οι άνδρες υποκλίθηκαν σιωπηλά. Η Λι Σου-Γιάν στάθηκε ακίνητη, επιβλητική, σαν να ήθελε να επιβάλει τάξη ακόμη και στον θάνατο.

   Η Τιάν-Μι, πολύ μικρή για να καταλάβει, κρατούσε το μανίκι της τροφού της και κοιτούσε τη θέση όπου κανονικά θα στεκόταν η μητέρα της. Εκεί δεν υπήρχε τίποτα, μόνο θυμίαμα που ανέβαινε σε λεπτή, ευθεία γραμμή προς τον ουρανό.

   Και κάπως έτσι, χωρίς πτώμα, χωρίς τάφο, η Μέι-Λαν έγινε μνήμη. Το ποτάμι είχε κλείσει το στόμα του. Το χωριό έκλεισε το δικό του.

 

 

η σύσκεψη του Λι Γουέν-Τσενγκ με τη Λι Σου-Γιάν

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ επέστρεψε στο Λο Τζιάνγκ με σκόνη στα άλογα και σιωπή στα χείλη. Δεν μπήκε πρώτα στο δικό του σπίτι. Πήγε κατευθείαν στο αρχοντικό της αδελφής του. Τον υποδέχθηκε χωρίς θρήνο. Μόνο με εκείνο το βλέμμα που δεν ρωτούσε, ζύγιζε.

    Στο εσωτερικό δωμάτιο, πίσω από κλειστά παραβάν, έγινε το συμβούλιο των δύο. Κανείς άλλος δεν ήταν παρών.

    «Δεν βρέθηκε σώμα», του είπε ήρεμα. «Μέχρι να βρεθεί, θα υπάρχει πάντα η σκιά πως ίσως δεν πνίγηκε.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έσφιξε τη γροθιά του. «Μίλα καθαρά.»

   Η Λι Σου-Γιάν δεν δίστασε. Του ανέφερε τις ψιθυριστές πληροφορίες. Έναν εξάδελφο από το Τσινγκ-Φανγκ. Ξιάο-Γου τον λέγανε. Παλαιός υποστηρικτής των εξεγερμένων. Περιπλανώμενος στα βουνά. Ένα όνομα που είχε φτάσει στ’ αυτιά της πριν ακόμη από τον γάμο.

    Η φλέβα στον κρόταφό του πετάχτηκε.

«Θα ετοιμάσω απόσπασμα. Θα χτενίσουμε τα περάσματα. Θα τον βρούμε.»

   Εκείνη ύψωσε ελαφρά το χέρι. Όχι σαν αδελφή. Σαν πολιτικός νους.

«Και αν τον βρεις;» ρώτησε χαμηλά. «Αν βρεις και εκείνη; Ζωντανή. Στα βουνά. Στη σκιά ενός καταζητούμενου;»

   Η σιωπή βάρυνε. Εκείνη συνέχισε.

«Τότε δεν θα είναι απλώς προδοσία. Θα είναι δημόσια ατίμωση. Για εσένα. Για την κόρη σου. Για το όνομα μας.»

   Τον πλησίασε λίγο περισσότερο.

«Ένα πτώμα που δεν βρέθηκε αφήνει ερωτήματα. Μια ζωντανή φυγάς αφήνει ντροπή.»

   Τα λόγια της δεν είχαν ένταση. Είχαν λογική.

«Πάντα ήταν ξένη», πρόσθεσε. «Δεν ρίζωσε ποτέ πραγματικά εδώ.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ κοίταξε προς το πάτωμα. Η οργή του δεν είχε πια κατεύθυνση.

Η Λι Σου-Γιάν άλλαξε τόνο.

«Θα περάσει το πένθος. Και μετά θα βρούμε  σύζυγο αντάξια του ονόματός σου. Από καλό οίκο. Από οικογένεια που δεν κουβαλά σκιές. Υπάρχουν κοπέλες στην περιοχή, και πέρα από αυτήν, που θα τιμούσαν τέτοιο γάμο.»

Στάθηκε απέναντί του, σταθερή.

«Καλύτερα νεκρή στη μνήμη, παρά ζωντανή στη ντροπή.»

    Η Λι Σου-Γιάν δεν χαμήλωσε τη φωνή της αυτή τη φορά. Έκανε λίγα βήματα μέσα στο δωμάτιο, σαν να μετρούσε τον χώρο ανάμεσα τους.

   «Ποτέ δεν την αγάπησες πραγματικά», του είπε ήρεμα, σχεδόν ψυχρά. «Πλάγιαζες με ξένες κοπέλες όπου περνούσες. Έτσι είχες μάθει από παλιά. Ο πόλεμος σου έδινε πρόσωπα χωρίς όνομα και σώματα χωρίς απαιτήσεις. Εκεί ένιωθες ισχυρός.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ σήκωσε το βλέμμα του απότομα, αλλά δεν τη διέκοψε.

    «Τώρα γιατί τη σκέφτεσαι;» συνέχισε. «Δεν σου λείπει η γυναίκα. Σου λείπει η τάξη που νόμιζες πως είχες επιβάλει.»

Τον πλησίασε ακόμη λίγο περισσότερο.

    «Ίσως να μην σε ήθελε ποτέ. Ίσως να έπεσε στο ποτάμι από απελπισία. Ίσως να έφυγε από επιλογή. Είτε είναι εθελούσια αυτοκτονία είτε πρόκειται για εθελούσια φυγή, και τα δύο σημαίνουν το ίδιο πράγμα για σένα.»

    Η φωνή της χαμήλωσε.

«Αυτό που δεν μπορείς να ανεχθείς είναι η προδοσία. Όχι η απώλεια. Η προδοσία.»

    Τα λόγια της Λι Σου-Γιάν έμειναν μετέωρα ανάμεσα σε εκείνη και τον αδελφό της. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένιωσε την οργή να ανεβαίνει, μα δεν είχε πού να στραφεί. Αν είχε πεθάνει, δεν μπορούσε να τη τιμωρήσει. Αν είχε φύγει, δεν μπορούσε να ανεχθεί ότι εκείνη είχε επιλέξει να τον εγκαταλείψει. Και ίσως αυτό ήταν το πιο δυσβάσταχτο από όλα. Πως ένας άνδρας που είχε υποτάξει χωριά ολόκληρα δεν είχε μπορέσει να κρατήσει την καρδιά μιας γυναίκας.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ κοίταξε την αδελφή του, με την  αβεβαιότητας σφηνωμένη στο βλέμμα του.

    «Και το παιδί…;» ρώτησε με σκληρή φωνή, «αν έφυγε μαζί του, λες… να ήταν δικό του;»

   Η Λι Σου-Γιάν ανασήκωσε τους ώμους με σταθερότητα, χωρίς να κουνηθεί από τη θέση της.

   «Όπως και να έχει», είπε ήρεμα, «είτε δικό σου είτε δικό του, το παιδί μας ανήκει. Θα μεγαλώσει με τις αρχές της οικογένειάς μας. Εγώ θα το προστατεύω.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ πάγωσε για μια στιγμή. «Και αν είναι πράγματι δικό του;»

   «Τότε, κάποια στιγμή, θα γυρίσει να το πάρει», συνέχισε η Λι Σου-Γιάν, χωρίς ίχνος φόβου. «Για την ώρα όμως, δεν χρειάζεται να θολώνουμε τον κόσμο ενός αθώου παιδιού. Εσύ θα συνεχίσεις να πηγαίνεις στις εκκαθαρίσεις σου, και εγώ θα αναλάβω τον ρόλο της μητέρας της.»

   Στάθηκε λίγο πιο κοντά, το βλέμμα της σκληρό αλλά γεμάτο προστασία. «Ποτέ δεν θα της πούμε άσχημα λόγια για αυτήν, όποια και να είναι η αλήθεια. Κανείς δεν θα καταστρέψει την παιδική της ψυχή. Αυτό είναι καθήκον μας. Για το παιδί, για την οικογένειά μας.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ σιώπησε. Ήξερε πως η αδελφή του είχε δίκιο. Το παιδί έπρεπε να μείνει αθώο, ακόμα και μέσα στο χάος των παθών και των σκιών του παρελθόντος.

   Η Λι Σου-Γιάν χαμογέλασε ελαφρά, ένα χαμόγελο που δεν ήταν ζεστό, αλλά σκληρό και λογικό. «Μπορείς τώρα να γευθείς την ελευθερία σου ανενόχλητος», του είπε με σταθερή φωνή. «Αυτά που έκανες κρυφά στις περιοχές των εκκαθαρίσεων, τώρα μπορείς να τα κάνεις χωρίς τύψεις και ενοχές.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε, κι ένα μισό χαμόγελο πέρασε στα χείλη του. Η αδελφή του συνέχισε, χωρίς να αφήσει χώρο για αντίρρηση: «Όσο πιο γρήγορα ξεχάσεις, τόσο καλύτερα. Και ο πόθος είναι το καλύτερο γιατρικό. Στην ανάγκη, φέρε κάποιες από αυτές ως παλλακίδες στο σπίτι σου. Το σπίτι σου είναι αρκετά μεγάλο για να τις χωρέσει.»

   Δεν υπήρχε αιδώς στα λόγια της. Υπήρχε πρακτικότητα, στρατηγική και η αίσθηση ότι ο κόσμος ήταν όπως τον ήθελε: ένας τόπος όπου η δύναμη και η επιρροή μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες χωρίς τύψεις και όπου ο ίδιος έπρεπε να μάθει να ζει με τις συνέπειες.

   Η Λι Σου-Γιάν τον κοίταξε στα μάτια, σταθερά, σαν να ήθελε να του εμφυσήσει βεβαιότητα ανάμεσα στις σκιές της απουσίας και της προδοσίας. «Το παιδί θα έρθει να μείνει μαζί μου», του είπε ήρεμα αλλά αποφασιστικά. «Θα έρχεται για λίγο στο σπίτι, όταν εσύ θα επιστρέφεις από τις εκκαθαρίσεις. Αν το επιθυμείς, θα μπορείς να έρχεσαι να το βλέπεις εδώ.»

   Έκανε ένα βήμα πιο κοντά, σαν να ήθελε να υπογραμμίσει τη σημασία των λόγων της. «Μέχρι να κάνεις άλλο παιδί, αυτή είναι η κληρονόμος σου… αυτή είναι η συνέχειά σου.»

   Η φωνή της δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας. Ήταν προστασία και εντολή ταυτόχρονα, ένα σκληρό και τρυφερό δίχτυ για να κρατήσει τη συνέχεια της οικογένειας ζωντανή, ακόμα και μέσα στον άνεμο της απουσίας και της προδοσίας.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε κυριαρχήσει σε χωριά και περάσματα, είχε σφραγίσει με φωτιά και σίδερο τα όρια των εχθρών του, αλλά σε ό,τι αφορούσε το σπίτι του, γνώριζε την αλήθεια που τόσο καλά γνώριζαν οι παλιές οικογένειες: οι άνδρες μπορεί να είναι σκληροί πολεμιστές, αλλά δεν έχουν μάθει ποτέ να παίρνουν τις σκληρές αποφάσεις για το σπίτι.

   Αυτές, οι αποφάσεις που κρατούν ζωντανή την οικογένεια, που φυλάνε τα μυστικά και καθορίζουν ποιος θα ζήσει ή θα πεθάνει μέσα στις σκιές, ανήκουν στις γυναίκες. Γιατί το σπίτι πάντα ανήκει σε αυτές — στα δωμάτια, στις αυλές, στα μάτια που βλέπουν πριν καν συμβεί κάτι. Και η Λι Σου-Γιάν ήξερε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο πώς να κρατά τη δύναμη στα χέρια της, χωρίς να χρειαστεί ποτέ να σηκώσει όπλο.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν απάντησε αμέσως. Έτσι το μυστικό συμβούλιο τελείωσε χωρίς διαταγή. Και η Μέι-Λαν, στα χαρτιά και στις ψυχές τους, έμεινε νεκρή.

 

 

το τίμημα της φυγής

    Στα χρόνια που ακολούθησαν, το Λο Τζιάνγκ έμαθε να ζει με μια απουσία που δεν ειπώθηκε ποτέ δυνατά. Η «νεκρή» Μέι-Λαν δεν μνημονευόταν πια στα γεύματα· το όνομά της έσβηνε αργά από τις καθημερινές συνομιλίες, σαν καπνός που διαλύεται στον αέρα. Όμως η απουσία της υπήρχε, όχι ως μνήμη, αλλά ως σιωπηλή ρωγμή.

   Στα βουνά της Σετσουάν, εκεί όπου άλλοτε είχαν κινηθεί οι άνδρες του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ, μικρές ομάδες επιζώντων συνέχιζαν να κινούνται σαν σκιές. Ο Ξιάο-Γου δεν ήταν πια απλώς ένας φυγάς. Με τα χρόνια είχε απορροφηθεί από το ίδιο το τοπίο. Κινιόταν στα περάσματα των βουνών με την άνεση ανθρώπου που δεν έχει τίποτα να χάσει και τίποτα να διεκδικήσει ανοιχτά. Το όνομά του ψιθυριζόταν χαμηλόφωνα στις αγορές, στα κατώφλια των σπιτιών, στα πανδοχεία όπου διανυκτέρευαν αγγελιαφόροι και έμποροι.

   Οι αρχές τον χαρακτήριζαν ληστή, ταραχοποιό, υπόλειμμα των στρατευμάτων του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ. Έλεγαν πως επιτίθεται σε αυτοκρατορικά καραβάνια σιτηρών, πως στήνει ενέδρες σε συνοδείες αξιωματούχων που μεταφέρουν φόρους προς τις πόλεις της πεδιάδας. Ωστόσο, στα χωριά των ορεινών διαβάσεων δεν τον έβλεπαν ως σωτήρα ούτε ως άγιο. Τον έβλεπαν ως κάποιον που αρνιόταν να γονατίσει. Άφηνε πίσω του τρόφιμα και ασημένια νομίσματα σε χωριά που είχαν γονατίσει από τους φόρους, αλλά και την αίσθηση ότι η υποταγή δεν ήταν η μόνη δυνατή στάση. Ο Ξιάο-Γου δεν πολεμούσε πια για να αναστήσει μια δυναστεία, ούτε για μια καθαρή ιδέα δικαιοσύνης. Πολεμούσε για να μη γίνει η ήττα απόλυτη. Και μέσα σε αυτή την πεισματική άρνηση, είχε μετατραπεί σε  ζωντανή υπενθύμιση ότι η νέα τάξη των Τσινγκ δεν είχε ακόμη ριζώσει στις ψυχές όλων.

    Η Μέι-Λαν έμαθε να ζει χωρίς μεταξωτά φορέματα, χωρίς αυλές και υπηρέτες. Τα χέρια της σκλήρυναν, το βλέμμα της έγινε βαθύτερο. Όμως τα βράδια, όταν ο άνεμος περνούσε ανάμεσα από τα πεύκα, η σκέψη της γύριζε πάντα στην Τιάν-Μι. Η απόφαση να φύγει μόνη μπορεί να είχε σώσει το παιδί από το σκάνδαλο αλλά είχε κόψει τον ομφάλιο λώρο της καρδιάς της.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Β

 

 

η Τιάν-Μι στο σπίτι της θείας της Λι Σου-Γιάν

   Η Λι Σου-Γιάν είχε παντρευτεί τον τοπικό άρχοντα Γουάνγκ Τσε-Λιν, έναν άνδρα με κύρος και επιρροή στο Λο Τζιάνγκ, υπεύθυνο για την ασφάλεια και τη διοίκηση της περιοχής, με πολιτικές αρμοδιότητες που τον έφερναν σε επαφή με όλα τα σημαντικά γεγονότα του τόπου. Παρά τη θέση και τη δύναμή του, η Λι Σου-Γιάν δεν άλλαξε το όνομά της· διατήρησε το πατρικό της επώνυμο, «Λι», γιατί η οικογένειά της ήταν ισχυρή και το όνομά της μετέφερε κύρος και σεβασμό, πράγμα που της επέτρεπε να ασκεί ανεξάρτητη επιρροή μέσα στο σπίτι και στην κοινότητα. Με αυτό το όνομα μπορούσε να επιβάλλει τις αρχές και την τάξη της στο προσωπικό και τους υπηρέτες και να θυμίζει σε όλους ότι η δύναμη που κρατούσε δεν εξαρτιόταν από τον σύζυγό της, αλλά από την ίδια και την ισχυρή καταγωγή της.

   Η Τιάν-Μι μεγάλωνε κάτω από τα αυστηρά βλέμματα και τη σοφία της Λι Σου-Γιάν. Στο σπίτι της θείας της, κάθε γωνιά είχε νόημα, κάθε δώρο ήταν και μάθημα. Υπήρχε αυστηρότητα — να μην παίζει με τα παιδιά των υπηρετών, να κρατά αποστάσεις με τους κατώτερους, να γνωρίζει από νωρίς ποια είναι η θέση της στον κόσμο — αλλά και κατανόηση, ζεστασιά που έδειχνε ότι κάθε αυστηρό μάθημα ήταν για την προστασία και τη μελλοντική της δόξα.

   Με μεγάλα δώρα και προσοχή στις λεπτομέρειες, η Λι Σου-Γιάν περνούσε στην ανιψιά τις πρώτες ιδεολογικές αρχές: αύριο η ζωή της θα είναι διαφορετική. Είναι κόρη μεγάλου πατέρα, και πρέπει να μάθει να έχει περηφάνια. Οι άντρες πολεμούν με τα όπλα, της έλεγε η θεία της, αλλά οι γυναίκες μάχονται με τη λογική και τη σκέψη. Χωρίς τις γυναίκες, κανένας άνδρας δεν μπορεί να γίνει μεγάλος πολεμιστής ή να συνεχίσει να πολεμά.

   Κάθε μέρα, η Τιάν-Μι μάθαινε να κρατάει τον εαυτό της όρθιο μέσα στις σκιές του σπιτιού, να βλέπει πίσω από τα λόγια των ανθρώπων, να κατανοεί τη δύναμη που δεν χρειάζεται όπλα. Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή, απαιτητική εκπαίδευση, αναδυόταν η πρώτη αίσθηση ότι η περηφάνια και η σκέψη είναι η πρώτη άμυνα και η πρώτη δύναμη μιας κόρης μεγάλου πατέρα.

   Η Λι Σου-Γιάν καθόταν δίπλα στην Τιάν-Μι, τα δάχτυλα της πλεγμένα μπροστά της, το βλέμμα ήρεμο αλλά γεμάτο βαρύτητα. Έντεχνα άρχισε να αποσπά τις σκέψεις της ανιψιάς για τη μητέρα της, τη Μέι-Λαν. Με λόγια ήπια, αλλά σκληρά στο νόημά τους, της υπέδειξε την αδυναμία και τις σκιές της καταγωγής της μητέρας της. «Δεν χρειάζεται να κρίνεις, παιδί μου», της είπε, «αλλά να θυμάσαι: εκείνους που αγαπά ο Τιαν-Χού, ο Ουράνιος Θεός της Δικαιοσύνης, τους παίρνει στην αγκαλιά του νέους, για να μην τους αφήσει να γεράσουν και να περάσουν βάσανα.»

   Κάθε λέξη έμοιαζε να μπαίνει σαν μικρή σταγόνα σε ένα ποτήρι που είχε ήδη τη γεύση της απουσίας και της απώλειας. Μέσα από την προσεκτική αποστασιοποίηση και τις αινιγματικές συμβουλές της θείας, η Τιάν-Μι άρχιζε να κατανοεί ότι η μητέρα της ήταν μια φιγούρα του παρελθόντος, ακατανόητη, σχεδόν ξένη. Και η θέση της στο σπίτι της θείας της Λι Σου-Γιάν, ήταν πλέον η μόνη πραγματική ασφάλεια, η μόνη κληρονομιά που δεν κινδύνευε από τα πάθη ή τις αδυναμίες των άλλων.

   Η Λι Σου-Γιάν κοίταξε την Τιάν-Μι με μια σπάνια τρυφερότητα, τα χέρια της πλεγμένα μπροστά, και της είπε με βαρύτητα αλλά και γλυκύτητα: «Ο Τιαν-Χού, ο Ουράνιος Θεός, σε έστειλε σε μένα σαν δώρο. Μου έδωσε εσένα, γιατί εγώ δεν έχω κόρη, μόνο αγόρια… τρία τον αριθμό.»

   Η Λι Σου-Γιάν έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε τις αναμνήσεις της και να έδινε μορφή στο κενό που σε λίγο θα άφηνε η απουσία των γιων της. «Ο πρώτος, ο Γουάνγκ Τζι-Χάο», είπε, «μεγάλωσε, θέλει να παντρευτεί και να ζήσει σε δικό του σπίτι.»

   Η θεία συνέχισε, με ένα βλέμμα που περιείχε περηφάνια και ελαφριά λύπη: «Ο δεύτερος, ο Γουάνγκ Τζι-Λιν, θέλει να πολεμήσει στο πλευρό του θείου του, του πολέμαρχου Λι Γουέν-Τσενγκ. Αυτοί διασφαλίζουν ότι εμείς εδώ μπορούμε να κοιμόμαστε ήρεμοι. Ο τρίτος, ο Γουάνγκ Τζι-Μιν, είχε μεγαλεπήβολους στόχους, ήθελε να σπουδάσει στην πρωτεύουσα της Σετσουάν για ανώτερες κρατικές θέσεις, στρατιωτικές υποχρεώσεις. Έτσι, το σπίτι αδειάζει· οι τρεις μου γιοι, ο καθένας με τον δικό του δρόμο, αφήνουν πίσω τους τον αυλόγυρο και την αίθουσα, και τώρα εσύ, Τιάν-Μι, γεμίζεις με την παρουσία σου τη στέγη που κάποτε ήταν μόνο δική μου και των γιων μου.»

   Και τώρα, συνέχισε με ένα χαμόγελο που έκρυβε ανάμεικτα συναισθήματα, «… και εσύ, Τιάν-Μι,  γέμισες το σπίτι με την παρουσία σου. Εσύ φέρνεις ζωή, χαρά και τάξη σε κάθε γωνιά. Το σπίτι μου ξαναβρίσκει νόημα μέσα σου.»

   Κάθε λέξη ήταν μια υπενθύμιση στην ανιψιά της: η θέση της δεν ήταν τυχαία. Ήταν η συνέχεια, η φροντίδα και η κληρονομιά ενός σπιτιού που είχε μάθει να ζει χωρίς κόρη, αλλά που τώρα, χάρη σε εκείνη, ξαναγέμιζε με την αίσθηση μιας προσεκτικά φυλαγμένης δύναμης και περηφάνειας.

 

 

η Τιάν-Μι φοιτά σε σχολή της πρωτεύουσας

    Καθώς η Τιάν-Μι πλησίαζε την ηλικία των δώδεκα ετών, η ιδιοσυγκρασία της άρχισε να διαμορφώνεται με τρόπο που η Λι Σου-Γιάν παρατηρούσε προσεκτικά. Το παιδί δεν ήταν υπερβολικά ομιλητικό. Είχε όμως μια έντονη εσωτερικότητα. Ρωτούσε για τις κινήσεις των άστρων. Ζητούσε να μάθει για τα περάσματα των βουνών. Το παιδί έδειχνε ιδιαίτερη αγάπη για ιστορίες. Ζητούσε να της αφηγούνται παραμύθια για ταξιδιώτες που χάθηκαν και βρήκαν τον δρόμο τους, για πολεμιστές που έπεσαν σε δυσμένεια και έζησαν χρόνια στην αφάνεια προτού ξαναβρούν τη θέση τους κάτω από τον ουρανό. Δεν την συγκινούσαν οι ένδοξες μάχες ούτε οι θριαμβευτικές επιστροφές· την τραβούσαν περισσότερο οι σιωπηλές δοκιμασίες, οι περίοδοι μοναξιάς, οι ήρωες που άντεξαν χωρίς να τους αναγνωρίσει κανείς, οι ιστορίες για εξόριστους αξιωματούχους που καλλιεργούσαν τη γη μακριά από την αυλή, ή για νέους που περιπλανήθηκαν μεταμφιεσμένοι προτού αποκατασταθεί το όνομά τους. Τις άκουγε με προσοχή ασυνήθιστη για την ηλικία της. Δεν ρωτούσε για την εκδίκηση· ρωτούσε πώς άντεξαν. Πώς κράτησαν μέσα τους κάτι ακέραιο, όταν όλα γύρω τους είχαν αλλάξει. Ήταν σαν να αναζητούσε, μέσα στους μύθους, μια απάντηση που δεν είχε ακόμη διατυπώσει.

    Η θεία της θυμήθηκε τα λόγια του αστρολόγου. «Έναν άνδρα πληγωμένο. Έναν δεσμό ακατάλυτο.» Η Λι Σου-Γιάν ένιωσε για πρώτη φορά ότι ο χρόνος δεν ήταν σύμμαχος. Δεν μπορούσε να εμποδίσει το μέλλον· μπορούσε μόνο να το διαχειριστεί. Και τότε πήρε μια νέα απόφαση. Την απόφαση της απομάκρυνσης. Η Τιάν-Μι δεν θα μεγάλωνε αποκλειστικά στο Λο Τζιάνγκ.

    Με πρόφαση την αρτιότερη μόρφωσή της και την ένταξή της στους κύκλους των ευυπόληπτων οικογενειών της επαρχιακής πρωτεύουσας, η θεία της ανακοίνωσε πως η Τιάν-Μι θα μεταφερθεί στο Τσενγκντού. Εκεί λειτουργούσε σχολή νεαρών δεσποινίδων για οικογένειες αξιωματούχων και γαιοκτημόνων,  τόπος εκπαίδευσης όχι μόνο στα κλασικά κείμενα, στη μουσική και στην καλλιγραφία, αλλά και στην τέχνη της κοινωνικής παρουσίας.

    Η Λι Σου-Γιάν μιλούσε για ευκαιρίες. Για γνωριμίες με κόρες επιφανών οίκων, για μελλοντικές συμμαχίες, για ένα περιβάλλον όπου η συμπεριφορά, η φωνή και ακόμη και η σιωπή διδάσκονταν με προσοχή. Δεν χρησιμοποίησε ποτέ τη λέξη «απομάκρυνση». Μίλησε για καλλιέργεια, για προοπτική, για κύρος.

    Στην πραγματικότητα, η μετακίνηση εξυπηρετούσε περισσότερους από έναν σκοπούς. Η Τιάν-Μι θα αποκτούσε παιδεία αντάξια της καταγωγής της αλλά ταυτόχρονα θα απομακρυνόταν από τα βουνά, από τις αφηγήσεις των χωρικών, από κάθε πιθανή συνάντηση με το παρελθόν που η θεία της επιθυμούσε να μείνει θαμμένο.

   Ο ήλιος μόλις άρχιζε να ζεσταίνει τα στενά σοκάκια του Λο Τζιάνγκ, όταν η Τιάν-Μι, δεκατεσσάρων ετών πια, ετοιμαζόταν για το μεγάλο ταξίδι της ζωής της. Στην αυλή του σπιτιού, η θεία της, η Λι Σου-Γιάν, παρακολουθούσε με προσοχή τις τελευταίες της κινήσεις, διορθώνοντας με ήρεμη αλλά αποφασιστική φωνή το πέπλο και τη στάση της ανιψιάς. Δίπλα της, ο σύζυγός της, ο τοπικός άρχοντας Γουάνγκ Τσε-Λιν, ρίσκαρε μόνο ένα σπάνιο, ζεστό χαμόγελο προς τη νεαρή Τιάν-Μι, κατανοώντας τη σημασία αυτού του ταξιδιού.

   «Θα ταξιδέψουμε με ασφάλεια», είπε η Λι Σου-Γιάν, ενώ οι λίγες βαλίτσες και τα δώρα ήταν τακτοποιημένα σε καλάμια και καλαθάκια. «Μην ξεχάσεις ποτέ τις αρχές που σου δίδαξα. Ο κόσμος εκεί έξω είναι μεγάλος, αλλά εσύ είσαι κόρη ενός μεγάλου πολεμιστή. Κράτησε την περηφάνια σου και τη λογική σου».

   Το ταξίδι μέχρι την πρωτεύουσα της Σετσουάν ήταν μακρύ και κουραστικό. Πέρασαν ποτάμια και χαράδρες, δρόμους γεμάτους μικρές αγορές και συνοικίες, όπου οι άνθρωποι κοίταζαν με περιέργεια το κορίτσι που συνόδευε η οικογένεια του άρχοντα. Η Τιάν-Μι κρατούσε το κεφάλι της ψηλά, προσπαθώντας να θυμηθεί κάθε μάθημα ευγένειας και συγκράτησης που της είχε διδάξει η θεία της.

   Όταν έφτασαν στην αυλή της σχολής, ένα μεγάλο, αυστηρό αλλά επιβλητικό συγκρότημα με κήπους και περίκλειστους χώρους, η Λι Σου-Γιάν στάθηκε για λίγο στο κατώφλι. «Αυτός θα είναι ο κόσμος σου για τα επόμενα τέσσερα χρόνια», είπε με σοβαρότητα, «μάθε να τον κατανοείς, να τον σέβεσαι και να τον χειρίζεσαι με το μυαλό σου, όπως σου έμαθα».

   Ο άρχοντας Γουάνγκ Τσε-Λιν αποχαιρέτησε την Τιάν-Μι με μια σύντομη υπόκλιση, κατανοώντας ότι η φροντίδα της πνευματικής της ανάπτυξης ήταν έργο που η ίδια η Σχολή τώρα θα αναλάμβανε. Η Τιάν-Μι μπήκε μέσα στους διαδρόμους της σχολής, με τα μάτια γεμάτα δέος και περιέργεια, ενώ πίσω της η Λι Σου-Γιάν και ο Γουάνγκ Τσε-Λιν παρακολουθούσαν σιωπηλοί, γνωρίζοντας ότι η ανιψιά τους ξεκινούσε τώρα το δρόμο για να γίνει μια νέα γυναίκα υψηλής μόρφωσης και ολοκληρωμένης προσωπικότητας.

 

 

τα τέσσερα χρόνια μαθητείας στη σχολή

   Καθώς η Τιάν-Μι ξεκίνησε τη ζωή της ως εσώκλειστη στη σχολή στην πρωτεύουσα της Σετσουάν, τα τέσσερα χρόνια κύλησαν με αυστηρότητα αλλά και φροντίδα. Η καθημερινότητά της ήταν γεμάτη με μαθήματα καλλιγραφίας, λογοτεχνίας, κλασικής φιλοσοφίας, μουσικής και τεχνών, ενώ οι καθηγήτριες τη δίδασκαν να τηρεί την αυστηρή πειθαρχία, να σέβεται τις ιεραρχίες και να κρατά αποστάσεις από τα παιδιά των κατώτερων τάξεων.

   Η Τιάν-Μι δεν είχε την πολυτέλεια να επισκέπτεται συχνά το Λο Τζιάνγκ. Η θεία της, Λι Σου-Γιάν, και ο σύζυγός της, ο άρχοντας Γουάνγκ Τσε-Λιν, έρχονταν μια-δυο φορές το χρόνο, πάντα με οργανωμένο τρόπο και με προσοχή ώστε η παρουσία τους να μην διαταράξει την καθημερινή ζωή της σχολής. Αυτές οι επισκέψεις γίνονταν κυρίως κατά τις μεγάλες γιορτές ή για ειδικές αφορμές, όπως η αλλαγή των εποχών ή τα γενέθλια της Τιάν-Μι, και γέμιζαν το κορίτσι με αγάπη αλλά και το αίσθημα της νοσταλγίας για το σπίτι.

   Ο πατέρας της, ο Λι Γουέν-Τσενγκ, λόγω των συνεχών εκκαθαρίσεων και στρατιωτικών υποχρεώσεων δεν είδε την κόρη του ούτε μια φορά σε αυτά τα τέσσερα χρόνια. Η Τιάν-Μι μεγάλωνε με την αγάπη της θείας της και την παρουσία του άρχοντα Γουάνγκ Τσε-Λιν, ο οποίος είχε αναλάβει να καλύψει τα δίδακτρα της σχολής, μαθαίνοντας να συνδυάζει την πειθαρχία, την λογική και την περηφάνια που απαιτούσε η θέση της ως κόρη ενός πολεμιστή.

 

 

οι άσκοπες περιπλανήσεις του πάθους

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, μετά την απώλεια της Μέι-Λαν, δεν επέτρεψε στον πόνο να παγώσει τη ζωή του. Οι υπόνοιες ότι μπορεί να επρόκειτο για απόδραση, για φυγή, για εκατάλειψη τον ωθούσαν να αναζητά αναπλήρωση. Υιοθέτησε, άλλωστε, την άτυπη συμβουλή της αδελφής του,  να αφήσει τον πόνο πίσω του και να ξεχαστεί στο πάθος. Δεν ήταν η έλλειψη επιλογών που τον δυσκόλευε· στις επαρχίες των εκκαθαρίσεων οι γυναίκες προσφέρονταν με αφθονία, αλλά καμία δεν μπορούσε να σταθεί ως καθρέφτης της δικής του στάσης και του δικού του κόσμου.

   Συναντούσε κοπέλες διαφορετικών κόσμων: η Σιαο-Φενγκ, κόρη μιας φτωχής οικογένειας που είχε επιβιώσει από τις ταραχές, τον κοιτούσε με μάτια γεμάτα περιέργεια και ζωτικότητα· η Χουέι-Λιν, από μια οικογένεια που είχε ανακαλύψει ξανά την εύνοια των Τσινγκ, ήταν περήφανη, κομψή και αποφασισμένη να ζήσει τη ζωή χωρίς συμβιβασμούς. Η Σου-Γι, με το βλέμμα πειθαρχημένο και αθώο, τον γοήτευσε με την υποταγή και την ευγένειά της, αλλά η αθωότητά της ήταν σαν καθρέφτης που αντανακλούσε μόνο ό,τι ήθελε να δει.  Η Τιαν-Λιν, πνεύμα ζωντανό και γεμάτο φωτεινές ιδέες, τον τράβηξε με την αμεσότητά της, αλλά η φωτεινότητά της δεν μπορούσε να αγγίξει τη βαθιά αποφασιστικότητα που απαιτούσε η ψυχή του. Η Μενγκ-Γι, νεαρή κοπέλλα από την επαρχία Γκουανγκντόνγκ, όπου οι νέες αρχές είχαν αναγκάσει αρκετές οικογένειες να προσαρμοστούν. Η ευγένεια και η γνώση της τοπικής πολιτικής τον έκαναν να τη σέβεται πέρα από την ερωτική έλξη. Η Λιου-Φεν, κόρη μεταμελημένης οικογένειας μικρών γαιοκτημόνων στην επαρχία Ζεγιάνγκ. Η σοφία και η ήπια γοητεία της την καθιστούσαν ενδιαφέρουσα συνομιλήτρια και σύντροφο για βραδινές συναντήσεις.

 

 

η γυναίκα ενέχυρο: Φου Χουέ

   Στις περιοχές των εκκαθαρίσεων στην επαρχία Χουνάν, ένας πλούσιος γαιοκτήμονας και έμπορος μεταξιού, ξυλείας και αποξηραμένων τροπικών φρούτων ένθερμος υποστηρικτής των αντιπάλων των Τσινγκ και με αρκετές κρυφές επαφές σε περιοχές των Νότιων Μινγκ, έστειλε μήνυμα μέσω ενός έμπιστου προσώπου του. Αν ο Λι Γουέν-Τσενγκ του επέτρεπε να διαφύγει προς τις εστίες αντίστασης των Νότιων Μινγκ, θα του παρέδιδε έναν θησαυρό από πολύτιμα μέταλλα και σπάνια αντικείμενα.

   Το εμπορικό του δίκτυο στηριζόταν σε προσεκτική ισορροπία ρίσκου και απόδοσης. Η ξυλεία του απέφερε τα μεγαλύτερα εφάπαξ κέρδη, ιδιαίτερα σε περιόδους οικοδομικής ή στρατιωτικής ζήτησης, αλλά απαιτούσε ισχυρές διασυνδέσεις και σημαντικό κεφάλαιο. Το μετάξι, που κυρίως μεταπωλούσε μέσω των ποτάμιων οδών, του εξασφάλιζε υψηλό περιθώριο κέρδους όταν οι αγορές ήταν σταθερές. Τα αποξηραμένα προϊόντα, εσπεριδοειδή, λωτοί, δαμάσκηνα, κάστανα και βλαστοί μπαμπού, του παρείχαν χαμηλότερο αλλά σταθερό και ασφαλέστερο εισόδημα, με μικρό ρίσκο φθοράς και εύκολη μεταφορά.

   Πέρα όμως από το εμπόριο, διέθετε και κεφάλαιο σε ρευστό ασήμι, το οποίο δάνειζε σε φτωχούς αγρότες με τόκο. Σε χρονιές κακής σοδειάς, οι ανάγκες αυξάνονταν και τα επιτόκια ανέβαιναν· πολλοί δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν και κατέληγαν να του εκχωρούν μέρος της γης τους. Έτσι, χωρίς θόρυβο, τα χωράφια του επεκτείνονταν. Το εμπόριό του του έδινε πλούτο· ο δανεισμός του έδινε γη, και η γη  ήταν η πιο σίγουρη μορφή δύναμης.

   Στη Γιουεγιάνγκ, εκεί όπου τα νερά της λίμνης Ντονγκτίνγκ ανοίγουν δρόμο προς τον μεγάλο ποταμό Γιανγκτσέ, το σπίτι του υψωνόταν πίσω από ψηλούς γκρίζους τοίχους. Είχε εσωτερικές αυλές, αποθήκες με μπαμπού δεμένα σε τεράστιες δεμάδες, κορμούς ελάτου στοιβαγμένους σαν πολιορκητικές μηχανές, και μια ιδιωτική προβλήτα όπου ελλιμενίζονταν οι φορτηγίδες του, είκοσι τρεις τον τελευταίο χρόνο της ακμής του.

   Στα χρόνια της Δυναστείας των Μινγκ ήταν κάτι περισσότερο από έμπορος. Κατείχε άδεια διανομής άλατος στη Χουνάν, προνόμιο που αγόραζε κύρος, πρόσβαση και προστασία. Το αλάτι ταξίδευε με τις σφραγίδες του, και μαζί του ταξίδευαν δώρα προς τους τοπικούς αξιωματούχους, δάνεια προς φρουρές, μεταξωτά υφάσματα για τις οικογένειές τους. Οι γραφείς έπιναν το τσάι του· οι στρατιωτικοί έτρωγαν από τα χέρια του.

   Τα καλοκαίρια, όταν η λίμνη φούσκωνε, οι μεγάλες του φορτηγίδες κατέβαιναν βαριές από ξυλεία. Τον χειμώνα μετέφεραν μετάξι και μπαμπού προς τα βόρεια. Το όνομά του ακουγόταν χαμηλόφωνα, με σεβασμό. Ήταν άνθρωπος απαραίτητος.

   Ύστερα ήρθαν οι Μαντσού. Η πτώση της πρωτεύουσας και η άνοδος της Δυναστείας των Τσινγκ δεν έφεραν αμέσως στρατιώτες στη Γιουεγιάνγκ. Έφεραν χαρτιά. Διατάγματα. Σφραγίδες. Οι παλιές άδειες άλατος ακυρώθηκαν. «Επανεξέταση νομιμοφροσύνης», έγραφε το έγγραφο. «Επικύρωση με τέλος». Πλήρωσε. Περίμενε. Η απάντηση δεν ήρθε ποτέ.

   Στους ποτάμιους σταθμούς εμφανίστηκαν νέοι επιθεωρητές. Οι φορτηγίδες του καταγράφονταν με σχολαστικότητα που έμοιαζε προσωπική. Καθυστερούσαν ημέρες ολόκληρες για έλεγχο. Οι δασμοί αυξήθηκαν «προσωρινά». Παλιοί συνεργάτες τον απέφευγαν, κανείς τους δεν ήθελε να συνδεθεί με άνθρωπο που είχε χρηματοδοτήσει, έστω και έμμεσα, τις δυνάμεις των Νότιοων Μινγκ.

   Δεν τον κατηγόρησαν. Δεν τον συνέλαβαν. Απλώς τον έσφιγγαν. Πρώτα πούλησε τρεις φορτηγίδες «λόγω κόστους συντήρησης». Μετά άλλες δύο, τάχα για να επενδύσει σε ξυλεία νοτιότερα. Οι αποθήκες άρχισαν να αδειάζουν. Οι γραφείς του παραπονιούνταν πως τα βιβλία δεν έκλειναν όπως παλιά. Τα βράδια περπατούσε μόνος στην προβλήτα. Μετρούσε τα σκαριά. Δεκαοκτώ απέμειναν. Ακόμη στόλος. Αλλά όχι πια δύναμη.

   Οι φήμες από τον νότο έλεγαν πως στο Γκουανγκσί και στο Γκουανγκντόνγκ οι διοικήσεις των Νοτίων Μινγκ χρειάζονταν χρήμα. Εκεί οι παλιές σφραγίδες είχαν ακόμη αξία. Εκεί ένας έμπορος με φορτηγίδες μπορούσε να αγοράσει προστασία, ίσως και επιρροή. Δεν ήταν πιστός σε αυτοκράτορες. Ήταν πιστός στην επιβίωση.

   Άρχισε προσεκτικά. Έστειλε έξι φορτηγίδες φορτωμένες μπαμπού και μετάξι, «δοκιμαστικό εμπόριο». Μαζί ταξίδευαν δύο από τους πιο έμπιστους λογιστές του. Λίγες εβδομάδες αργότερα έφτασε μήνυμα: οι τοπικοί αξιωματούχοι δέχονταν τα παλιά έγγραφα. Ζητούσαν δάνειο. Προσέφεραν αποκλειστικότητα στη διακίνηση ξυλείας για οχυρωματικά έργα. Χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από μήνες.

   Στη Γιουεγιάνγκ κράτησε το σπίτι. Οι τοίχοι του έμειναν όρθιοι, αλλά η μεγάλη αυλή άρχισε να μοιάζει άδεια. Η οικογένεια μετακινήθηκε σταδιακά. Τα πιο πολύτιμα αντικείμενα ταξίδεψαν σε κιβώτια που δήλωναν «υφάσματα».

   Όταν οι Τσινγκ διόρισαν νέο επιθεωρητή λιμένα, εκείνος είχε ήδη μεταφέρει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου του νότια. Στη λίμνη έμειναν δώδεκα φορτηγίδες, αρκετές για να μη φανεί φυγή, λίγες για να μη θεωρηθεί απειλή.

   Στον νότο, όμως, ο στόλος του ξαναμεγάλωνε. Ήξερε πως έπαιζε διπλό παιχνίδι. Αν οι Τσινγκ κατακτούσαν οριστικά τις περιοχές των Νοτίων Μινγκ, θα έπρεπε πάλι να διαπραγματευτεί τη ζωή και την περιουσία του. Αν οι Νότιοι Μινγκ κατέρρεαν, θα έχανε επενδύσεις, αλλά όχι το σύνολο του πλούτου του.

   Δεν αγαπούσε τις δυναστείες. Αγαπούσε τα ποτάμια. Και όσο τα νερά της λίμνης Ντονγκτίνγκ συνέχιζαν να ενώνονται με τον Γιανγκτσέ, θα έβρισκε τρόπο να πλέει ανάμεσα στις αυτοκρατορίες.

   Το νέο δεν ήρθε με τύμπανα. Ήρθε ψιθυριστά, μέσα από έναν βαρκάρη που χρωστούσε χάρη σε παλιό λογιστή του. Ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ είχε στρατοπεδεύσει νότια, ελέγχοντας τα περάσματα που οδηγούσαν προς τα εδάφη των Νότιων Μινγκ. Κανείς δεν περνούσε χωρίς την άδειά του. Κανείς, εκτός αν είχε κάτι να προσφέρει.

   Εκείνο όμως που τον τάραξε δεν ήταν η παρουσία στρατού. Ήταν η διαταγή από τη διοίκηση της Δυναστείας των Τσινγκ της καταγραφής των μεγάλων ποτάμιων στόλων και της προσωρινής επίταξης σκαφών για στρατιωτική χρήση. Δεν ήταν γενική φήμη. Ήταν συγκεκριμένο έγγραφο που αφορούσε τη λίμνη Ντονγκτίνγκ. Τα πλοιάρια θα επιθεωρούνταν. Ορισμένα θα «μισθώνονταν» από το κράτος. Η αποζημίωση θα οριζόταν αργότερα. Ήξερε τι σήμαινε αυτό. Αν του έπαιρναν τις μεγάλες φορτηγίδες ξυλείας, ο στόλος του θα διαλυόταν. Αν αρνιόταν, θα θεωρούνταν ύποπτος συνεργασίας με τους Νοτίους Μινγκ. Αν αποδεικνυόταν πως ήδη είχε μεταφέρει κεφάλαια νότια, θα κατηγορούνταν για προδοσία.

   Την ίδια εβδομάδα, δύο έμποροι από τη Γιουεγιάνγκ συνελήφθησαν για «φορολογικές παρατυπίες». Κανείς δεν πίστεψε πως ήταν τυχαίο. Το πραγματικό χτύπημα όμως ήταν άλλο. Ένας από τους παλιούς του γραφείς, άνθρωπος που γνώριζε τις κρυφές μεταφορές κεφαλαίων,  εξαφανίστηκε αφού ανακρίθηκε από μαντσουριανό αξιωματούχο. Αν μιλούσε, τα «δοκιμαστικά ταξίδια» προς νότο θα γίνονταν αποδείξεις. Εκείνο το βράδυ δεν μέτρησε τα σκαριά στην προβλήτα. Μέτρησε τον χρόνο.

    Αν περίμενε, οι Τσινγκ θα του έπαιρναν τα πλοία. Αν έφευγε βιαστικά, θα τον κυνηγούσαν.
Αν ζητούσε προστασία νότια, έπρεπε να το κάνει πριν εκδοθεί επίσημη απαγόρευση μετακίνησης.

    Γι’ αυτό έγραψε το σημείωμα. Όχι μακροσκελές. Όχι δουλοπρεπές. Πρακτικό. Ζητούσε ελεύθερη διέλευση για τον ίδιο και την οικογένειά του προς την Γκουιλίν. Το σημείωμα σφραγίστηκε χωρίς το όνομά του, μόνο με το παλιό εμπορικό του σήμα, γνωστό στους κύκλους του νότου. Το σημείωμα επιδόθηκε στον Λι Γουέν-Τσενγκ από τον προσωπικό γραμματέα του πλούσιου εμπόρου. Ως ενέχυρο και υπόσχεση, του απέστειλε την πανέμορφη σύζυγό του, την Φου Χουέ. Και όπως γνώριζε την αξία των ανταλλαγών, είχε ζυγίσει τη στιγμή ότι έπρεπε να εκποιήσει ένα τρόπαιο. «Ας είναι δική σου για όσο θέλεις», του μετέφερε προφορικά ο έμπιστος απεσταλμένος του, «ακόμη και μόνιμα, αν το επιθυμείς».

    Ο προσωπικός γραμματέας του πλούσιου εμπόρου απέσπασε τη συγκατάνευση του Λι Γουέν-Τσενγκ, υπό τον όρο ότι όλα θα έπρεπε να γίνονταν  όσο το δυνατόν πιο άμεσα. Κάθε στιγμή που θα περνούσε θα έκανε πιο δυσχερή την φυγή του εμπόρου.

   Αποχωρώντας ο γραμματέας του πλούσιου εμπόρου στάθηκε μπροστά στον πολέμαρχο, κρατώντας τα χέρια του σταυρωμένα και με το βλέμμα σταθερό.

    «Όπως συμφωνήσαμε, η παράδοση είναι πλήρης», είπε με ήρεμη φωνή. «Η Φου Χουέ  βρίσκεται έξω από τη σκηνή.»

   Ο λόγος του ήταν σταθερός, ακριβής. Ένα βήμα έξω από τη σκηνή, η γυναίκα του εμπόρου στεκόταν ήρεμη. Ο γραμματέας της έγνεψε διακριτικά. Με αργά, μετρημένα βήματα, εκείνη μπήκε στη σκηνή, υποκλινόμενη ελαφρά προς τον Λι Γουέν-Τσενγκ.

    Η Φου Χουέ εμφανίστηκε στο πρόχειρο κατάλυμα του Λι Γουέν-Τσενγκ σαν να αναδυόταν από τον ίδιο τον αέρα. Χωρίς δισταγμό, με μια αβίαστη κίνηση κατέβασε την καλύπτρα του κεφαλιού της, αποκαλύπτοντας το πρόσωπό της μπροστά στον Λι Γουέν-Τσενγκ. Το ανάστημά της ξεχώριζε διακριτικά ανάμεσα στις συνήθεις σιλουέτες· η επιμήκης, κομψή παρουσία της γέμιζε τον μικρό χώρο με χάρη και αίσθηση κυριαρχίας, μαρτυρώντας ότι διαφέρει. Τα σπάνια γαλαζοπράσινα μάτια της φώτιζαν το πρόσωπό της, ενώ τα μακριά, χάλκινα μαλλιά της κυλούσαν ελεύθερα στους ώμους, αναδεικνύοντας τη μοναδική φυσική ομορφιά της.

   Ο προσωπικός γραμματέας επέστρεψε λαχανιασμένος στην αυλή της έπαυλης του πλούσιου εμπόρου. Ο έμπορος τον περίμενε όρθιος, με τα χέρια σφιγμένα πίσω από την πλάτη. Στα μάτια του έκαιγε η αδημονία.

   «Η συμφωνία έκλεισε», ψιθύρισε ο γραμματέας.  «Το ποτάμι θα είναι ήσυχο απόψε. Οι βαρκάρηδες πληρώθηκαν.»

    Ο έμπορος έγνεψε. Δεν υπήρχε πια δρόμος επιστροφής. Η φυγή προς την Γκουιλίν έπρεπε να γίνει μέσα στη νύχτα, προτού οι φήμες γίνουν κατηγορίες και οι κατηγορίες εντολές σύλληψης. Στο εσωτερικό της έπαυλης, τα τρία του παιδιά από τον πρώτο του γάμο περίμεναν σιωπηλά. Ο μεγαλύτερος κρατούσε ένα μικρό ξύλινο σπαθί, η μεσαία είχε αγκαλιάσει μια πάνινη κούκλα, και ο μικρότερος κοιτούσε με μάτια ορθάνοιχτα τον πατέρα του, διαισθανόμενος πως κάτι ανεπανόρθωτο συνέβαινε.

   Ο έμπορος δεν θα έπαιρνε μόνο τα παιδιά του. Διέταξε να ετοιμάσουν δύο σεντούκια. Στο πρώτο μπήκαν ασημένια ράβδοι, χρυσά νομίσματα και σφραγισμένα συμβόλαια εμπορικών συμφωνιών, η δύναμή του σε χαρτί και μέταλλο. Στο δεύτερο τοποθέτησε προσεκτικά το οικογενειακό μητρώο, τις προγονικές πινακίδες των προπατόρων του, και το μεταξωτό φόρεμα της πρώτης του συζύγου,  ενθύμιο και υπόσχεση μαζί. Πήρε ακόμη μαζί του τη σφραγίδα του οίκου του, σκαλισμένη από νεφρίτη, έναν λεπτό πάπυρο με μυστικές διαδρομές των ποταμών της επαρχίας Χουνάν, ένα μικρό, βαμμένο κουτί με φάρμακα και αποξηραμένα βότανα. Και το κοντό σπαθί που δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ, μα πάντα κρατούσε κοντά του.

   Ο προσωπικός γραμματέας θα παρέμενε στη Γιουεγιάνγκ. Κάποιος έπρεπε να κλείσει τα βιβλία, να σβήσει τα ίχνη, να παραδώσει την έπαυλη στους ανθρώπους που σύντομα θα έρχονταν να τη σφραγίσουν. Κάποιος έπρεπε να φανεί πιστός μέχρι τέλους.

   «Δεν θα σας ακολουθήσω», είπε ήρεμα. «Αν φύγουμε όλοι, θα τους κινήσουμε υποψίες. Θα καθυστερήσω όσο μπορώ.»

    Για μια στιγμή, οι δύο άνδρες κοιτάχτηκαν χωρίς λόγια. Δεν ήταν απλώς κύριος και υπηρέτης· ήταν συμμέτοχοι σε μια ζωή γεμάτη συμφωνίες, κέρδη και σιωπές. Η νύχτα σκέπασε την αυλή. Τα σεντούκια φορτώθηκαν βιαστικά σε κάρα και από εκεί θα περνούσαν σε πλεούμενο. Κανένα φανάρι δεν έπρεπε να μείνει αναμμένο. Καμία πόρτα να μην τρίζει.

    Ο έμπορος γονάτισε για μια στιγμή μπροστά στο μικρό οικογενειακό βωμό. Δεν προσευχήθηκε· μόνο άγγιξε τις πινακίδες των προγόνων. Έπειτα σηκώθηκε.

«Φεύγουμε.»

   Τα παιδιά κρατήθηκαν από τα μανίκια του. Τα βήματά τους χάθηκαν στο σκοτάδι, προς το ποτάμι που θα τους οδηγούσε μακριά, σε μια πόλη με ασβεστωμένους βράχους και νέες ευκαιρίες, μα και άγνωστους κινδύνους.

    Πίσω τους, ο γραμματέας έκλεισε την κεντρική πύλη της έπαυλης. Έμεινε μόνος στην αυλή, με τον ήχο της νύχτας και το βάρος της ευθύνης.Όλα έπρεπε να γίνουν γρήγορα. Και είχαν ήδη αργήσει.

 

 

η παραλαβή του ενέχυρου

    Η Φου Χουέ στάθηκε μπροστά στον νέο παραλήπτη της, με το βλέμμα σταθερό, τα χέρια της να αιωρούνται ελαφρά μπροστά από το σώμα της. Το πρόσωπό της, φωτισμένο από το απαλό φως του λυχναριού, ήταν ακίνητο, αλλά τα μάτια της έκρυβαν μια πονηρή φωτιά.

    «Συμφωνείς με την προσφορά του άνδρα σου;» ρώτησε ο Λι Γουέν-Τσενγκ, παρατηρώντας κάθε κίνηση της κοπέλας, κάθε δισταγμό ή επιφυλακτικότητα.

    Η Φου Χουέ χαμήλωσε ελαφρά το κεφάλι της και μετά απάντησε με ήρεμη φωνή: «Αγορασμένη ήμουν. Ποια η διαφορά τώρα; Η ομορφιά πάντα αγοράζεται.»

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έκανε ένα βήμα πιο κοντά της «Ναι, αλλά η διάθεση, η προσφορά, η υπηρεσία;» τη ρώτησε, αφήνοντας μια μικρή παύση.

    Η Φου Χουέ χαμογέλασε αχνά, σχεδόν ειρωνικά. «Όταν έχει υπηρετήσει κανείς κάποιον που δεν αγαπά, ποιά η διαφορά να υπηρετήσει έναν άλλον;» του είπε.

   «Και αν αυτός ο άλλος δεν μπορεί να σου προσφέρει εκείνα που σου πρόσφερε ο πρώτος;» επέμεινε ο Λι Γουέν-Τσενγκ.

    Τα χείλη της Φου Χουέ σχημάτισαν ένα μικρό, αινιγματικό χαμόγελο. «Τα πλούτη ποτέ δεν είναι σίγουρα,» του απάντησε, και πρόσθεσε, σαν να μιλούσε για κάτι πιο ουσιαστικό: «Η ασφάλεια είναι.»

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ της έγνευσε να καθίσει πλάι του, τα χέρια του χαλαρά πάνω στα γόνατά του. Τηρούσε την απόσταση, αλλά τα μάτια του δεν έφυγαν στιγμή από την κοπέλα.

    «Έχεις παιδιά;» τη ρώτησε με μια ήρεμη, αλλά ελαφρά περίεργη φωνή.

   Η Φου Χουέ χαμήλωσε το βλέμμα της για λίγο πριν απαντήσει. «Ήμουν η δεύτερη σύζυγος του άντρα μου… Με παντρεύτηκε όταν έμεινε χήρος.» Η φωνή της είχε μια μικρή πικρία, αλλά και ψυχραιμία. «Τα τρία παιδιά είναι από τον πρώτο γάμο του. Με … κοιτούσαν κάπως εχθρικά. Αν τα παιδιά είναι κάποιας άλλης, πάντα υπάρχουν προβλήματα.»

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ κούνησε το κεφάλι του, σχεδόν συλλογιστικά. «Ναι, αλλά οι στρατιώτες δεν είναι σαν τους πλούσιους εμπόρους,» της είπε. «Έχουν μάθει στις μάχες, στον πόλεμο. Μπορεί να είναι πιο σκληροί από τους άλλους ανθρώπους. Είναι πεινασμένοι, έχουν στερηθεί πράγματα. Μερικές φορές δεν σέβονται κανόνες…»

   Η Φου Χουέ χαμογέλασε ελαφρά, σχεδόν αινιγματικά. «Όταν μια γυναίκα ανταλλάσσεται, είναι έτοιμη για… για όσα της προστάζει ο νέος της κύριος.»

   Τα μάτια του Λι Γουέν-Τσενγκ στέκονταν πάνω της. «Και συ, είσαι έτοιμη;» τη ρώτησε, με ήρεμη επιμονή.

   Η κοπέλα τον κοίταξε καταφατικά, χωρίς να μιλήσει αμέσως. Μετά, με ήπιο μειδίαμα κοιτώντας σε άλλη πλευρά είπε: «Η επιτυχία μιας γυναίκας είναι όταν καταφέρει να κάνει δικό της τον άνδρα που υπηρετεί. Να τον κάνει να γυρίζει σε αυτή.»

    «Και συ νομίζεις ότι μπορείς να το καταφέρεις;» τη ρώτησε ο Λι Γουέν-Τσενγκ, έχοντας τα μάτια του σταθερά πάνω της, περιμένοντας ειλικρινή απάντηση.

   Η Φου Χουέ ανασήκωσε ελαφρά το πρόωπό της.  «Αυτό δεν εξαρτάται μόνο από εμένα… αλλά και από τον άντρα που θα έχω δίπλα μου. Κανείς δεν προσφέρει αν δεν λαμβάνει, ένα χαμόγελο, μια κίνηση τρυφερότητας, μια μικρή επιδοκιμασία.»

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ χαμογέλασε αχνά, με μια σπίθα εκτίμησης. «Θα δούμε…» της είπε, αφήνοντας τη φράση να κρέμεται ανάμεσα τους, σαν υπόσχεση που ακόμα δεν έχει εκπληρωθεί.  Μετά από λίγο προέκτεινε τη σκέψη του «Και αν αξίζεις, μέχρι που είσαι πρόθυμη να φθάσεις;»

   Η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα της. Δεν υπήρχε δάκρυ, ούτε ικεσία. Μόνο καθαρή πρόθεση. «Μέχρι εκεί που απαιτείται», του απάντησε ήρεμα. «Όχι παραπάνω.»

   Διατυπώνοντας μια εσωτερική του σκέψη μεταξύ παρατήρησης και ερωτήματος της είπε.

«Βλέπω ότι δεν μιλάς πολύ για τον σύζυγό σου.»

   Χωρίς να έχουν τα λόγια της πρόκληση, αλλά διαπίστωση εκείνη απάντησε: «Ο σύζυγός μου διάλεξε τον δρόμο του.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ σηκώθηκε. Μετά σταμάτησε σε απόσταση αναπνοής, χωρίς να την αγγίξει. Μελέτησε το πρόσωπό της.  «Και όμως δεν τρέμεις» της είπε.

   «Τρέμω. Αλλά όχι μπροστά σου.»

   Ο Λι Γουέν Τσενγκ πήγε μέχρι το χαμηλό τραπέζι και έριξε κρασί σε δύο μικρά ποτήρια. Της έδωσε το ένα. «Απόψε δεν θα αποφασίσω. Η αξία δεν μετριέται σε μία νύχτα.» Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήπιε μια γουλιά και ακούμπησε το ποτήρι του αργά στο τραπέζι. Το βλέμμα του δεν είχε βιασύνη· είχε πρόθεση.

     «Μα δεν μου απάντησες καθαρά. Είσαι διατεθειμένη να με υπηρετήσεις;»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ περίμενε χωρίς να την πιέζει. Η σιωπή στο δωμάτιο είχε το βάρος της απόφασης. Η Φου Χουέ κράτησε το ποτήρι ανάμεσα στα δάχτυλά της χωρίς να πιει. Για μια στιγμή κοίταξε το κρασί σαν να ζύγιζε μέσα του τη μοίρα της. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα της προς εκείνον.

     Είπε ήρεμα, «ρωτάς αν είμαι διατεθειμένη να σε υπηρετήσω, λες και η επιλογή αυτή γεννιέται από τη δική μου βούληση.» Χαμογέλασε αμυδρά, όχι με πίκρα αλλά με μια παράξενη διαύγεια. « Στον κόσμο των αντρών πολλές γυναίκες έχουν ήδη δοθεί χωρίς ποτέ να τις ρωτήσει κανείς. 

   Ακούμπησε ελαφρά το ποτήρι στο τραπέζι.

«Πόσοι δεν έχασαν τη γυναίκα τους σε μια νύχτα με ζάρια. Πόσοι δεν την έβαλαν ενέχυρο σε τραπέζια με χαρτιά, ελπίζοντας ότι η τύχη θα τους λυπηθεί. Πόσοι δεν πρόσφεραν τις γυναίκες τους σαν δώρο σε άρχοντες για να εξαγοράσουν εύνοια, αξιώματα ή προστασία. Πόσοι δεν έστειλαν τις γυναίκες τους στα σπίτια ισχυρών ανδρών για να κερδίσουν μια άδεια εμπορίου, μια συγχώρεση, έναν δρόμο ανοιχτό για τα καραβάνια τους.»

Ύστερα τον κοίταξε κατευθείαν.

   «Η δική μου μοίρα σε τι διαφέρει; Είμαι γυναίκα-ενέχυρο. Ο σύζυγός μου έκρινε πως το σώμα μου αξίζει όσο μια εγγύηση.»

    Τα μάτια της δεν κατέβηκαν.

   «Και όμως, υπάρχει μια παράξενη παρηγοριά σε αυτό.»

Ήπιε μια μικρή γουλιά. Μια μικρή παύση.

«Η αξία του ανταλλάγματος αποκαλύπτει και την αξία εκείνου που διακυβεύεται. Κανείς δεν στοιχηματίζει χρυσό για να αγοράσει ένα φτηνό πράγμα.»

Το βλέμμα της δεν χαμήλωσε.

«Δεν νομίζω ότι με έστειλαν εδώ για μια μικρή χάρη ή για ένα ασήμαντο αίτημα.»

Η φωνή της χαμήλωσε ελαφρά.

Σήκωσε αργά το ποτήρι της.

«Τόσο μεγάλο, ώστε να ακουμπά στα όρια της ζωής και του θανάτου.»

   Η φωνή της χαμήλωσε λίγο.

«Δεν νομίζω ότι ο άντρας μου με έστειλε εδώ για μια μικρή χάρη. Ούτε για μια ασήμαντη εύνοια. Αν μια γυναίκα σαν εμένα γίνεται ενέχυρο… τότε το ζήτημα πρέπει να είναι μεγάλο.»

Έγειρε ελαφρά προς το τραπέζι.

«Μεγάλο σαν τη ζωή ή τον θάνατο.»

Μια στιγμή πέρασε πριν ολοκληρώσει.

   «Γι’ αυτό η απάντησή μου είναι απλή. Δεν βρίσκομαι εδώ για να αρνηθώ.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ άφησε για λίγο το βλέμμα του πάνω της, Το δάχτυλό του γύρισε αργά το χείλος του ποτηριού.

    «Η αποδοχή,» της είπε «δεν είναι πάντα το ίδιο πράγμα.» Έκανε μια μικρή παύση. «Η αποδοχή μπορεί να είναι απλώς ένα καθήκον. Ένα έργο που εκτελείται όπως εκτελείται μια εντολή. Υπάρχει η αποδοχή που μοιάζει με εργασία ρουτίνας. Όπως ένας γραφέας που αντιγράφει ένα έγγραφο χωρίς να σηκώνει το βλέμμα από το χαρτί. Κάνει ό,τι του ζητήθηκε και περιμένει να περάσει ο χρόνος.  Τα μάτια του έμειναν επάνω της. «Και υπάρχει και κάτι άλλο. Μια υπηρεσία που γίνεται με θέληση. Με  προθυμία.» Έγειρε ελαφρά προς το τραπέζι.

«Η πρώτη είναι απλώς διεκπεραίωση. Η δεύτερη είναι αφοσίωση.» Το βλέμμα του έγινε πιο διαπεραστικό. «Εσύ ποια από τις δύο εννοείς όταν λες ότι δεν βρίσκεσαι εδώ για να αρνηθείς;»  

   Η Φου Χουέ δεν απάντησε αμέσως. Τα δάχτυλά της γύρισαν αργά το μικρό ποτήρι πάνω στο τραπέζι και το κρασί μέσα του έκανε έναν ήσυχο κύκλο. Για λίγο παρακολούθησε τη σιωπηλή κίνηση. Ύστερα σήκωσε το βλέμμα της. Η φωνή της ήταν ήρεμη, σαν να μιλούσε για κάτι που είχε σκεφτεί πολλές φορές.

   Ακούμπησε το ποτήρι της στο τραπέζι. «Πολλές γυναίκες ζουν έτσι. Εκπληρώνουν ό,τι τους ζητήθηκε, χωρίς να δώσουν τίποτε περισσότερο από αυτό.» Ήπιε μια μικρή γουλιά. «Μερικές φορές μια υποχρέωση μένει υποχρέωση. Μερικές φορές όμως αλλάζει μορφή.» Το βλέμμα της στάθηκε πάνω του. «Όταν κάποιος δείχνει δικαιοσύνη εκεί που θα μπορούσε να δείξει εξουσία… όταν φέρεται με σεβασμό εκεί όπου άλλοι θα ζητούσαν μόνο υπακοή… τότε ακόμη και μια υπηρεσία που άρχισε σαν καθήκον μπορεί να γίνει κάτι διαφορετικό.»

Η σιωπή ανάμεσά τους κράτησε μια στιγμή.

«Κάποτε οι άνθρωποι μπαίνουν σε ένα σπίτι για μία νύχτα και φεύγουν μόλις χαράξει. Άλλοτε όμως μένουν περισσότερο από όσο είχαν σκοπό.»

Η Φου Χουέ κράτησε το βλέμμα της πάνω στον Λι Γουέν-Τσενγκ και συνέχισε πιο ήρεμα, σαν να ξετύλιγε μια σκέψη που είχε ήδη πάρει τον δρόμο της. «Και αυτό δεν το αποφασίζει μόνο ο ένας.»

Το βλέμμα της δεν χαμήλωσε. «Το αποφασίζουν και οι δύο.»

   Το κρασί στο ποτήρι της έτρεμε ελαφρά καθώς το σήκωσε.

«Ο ένας μπορεί να ανοίξει την πόρτα. Ο άλλος μπορεί να διαλέξει πως θα περάσει το κατώφλι, με βήμα μετρημένο… ή χωρίς να κρατά τίποτα πίσω. Ο ένας μπορεί να προσφέρει φιλοξενία. Ο άλλος να αποφασίσει αν θα μείνει μόνο όσο απαιτεί η ευγένεια… ή όσο επιθυμεί η καρδιά.»

    Ήπιε μια μικρή γουλιά και άφησε πάλι το ποτήρι στο τραπέζι.

   «Η τυπική υπηρεσία τελειώνει όταν τελειώσει ο χρόνος που της αναλογεί. Σαν ένας λογαριασμός που κλείνει, σαν μια συμφωνία που εκπληρώθηκε.»

   Έγειρε ελαφρά προς το μέρος του.

    «Αλλά η αφοσίωση δεν γεννιέται από συμφωνίες. Γεννιέται από τον τρόπο με τον οποίο δύο άνθρωποι στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλον. Αν η νύχτα περάσει σαν συναλλαγή, τότε θα τελειώσει σαν συναλλαγή. Όταν έρθει το πρωί, ο καθένας θα πάρει τον δρόμο του.»

   Τα μάτια της στάθηκαν σταθερά στα δικά του.

   «Αν όμως περάσει με τρόπο που να γεννήσει σεβασμό… ίσως και εμπιστοσύνη… τότε μια υπηρεσία που είχε αρχή και τέλος μπορεί να αρχίσει να αλλάζει μορφή.»

   Η φωνή της χαμήλωσε λίγο.

   «Και τότε εκείνο που ξεκίνησε σαν υποχρέωση μπορεί να γίνει προθυμία.»

Μια στιγμή σιωπής απλώθηκε στο δωμάτιο.

«Και αν η προθυμία βρει λόγο να μείνει… τότε ακόμη και μια γυναίκα που ήρθε εδώ ως ενέχυρο μπορεί να ανακαλύψει ότι η υπηρεσία της δεν έχει πια προκαθορισμένο τέλος.»

   Η Φου Χουέ έγειρε ελαφρά πίσω.

«Όμως αυτά τα πράγματα δεν τα αποφασίζει ένας άνθρωπος μόνος του. Τα αποφασίζουν δύο.»

   Το βλέμμα της έμεινε σταθερό. Το ποτήρι της γύρισε αργά ανάμεσα στα δάχτυλά της. Τα μάτια της στάθηκαν πάνω του λίγο πιο σταθερά.

   «Υπάρχουν πράγματα που μια γυναίκα τα κάνει επειδή της ζητήθηκαν. Και υπάρχουν άλλα που δεν τα κάνει ποτέ, ακόμη κι αν της ζητηθούν.»

   Τα δάχτυλά της γύρισαν αργά το ποτήρι. Έσκυψε λίγο προς το τραπέζι, και η φωνή της χαμήλωσε ανεπαίσθητα.

   «Υπάρχουν χαρές που γεννιούνται μόνο όταν τις αναζητά η επιθυμία. Όταν όμως τις ζητούν σαν δικαίωμα, όταν τις απαιτούν σαν να είναι οφειλή… τότε βαραίνουν πάνω στη γυναίκα όπως ένα χρέος που πρέπει απλώς να εξοφληθεί.»

   Το βλέμμα της δεν έφυγε από το δικό του.

    «Υπάρχουν αγγίγματα που, όταν επιβάλλονται, κάνουν το σώμα να σιωπά. Κι όμως τα ίδια αγγίγματα, όταν έρθουν χωρίς προσταγή, μπορούν να ξυπνήσουν πράγματα που αλλιώς θα έμεναν για πάντα κοιμισμένα.»

   Σήκωσε το ποτήρι της και ήπιε μια μικρή γουλιά.

«Τότε μια γυναίκα μπορεί να δώσει πράγματα που αλλού δεν έδωσε ποτέ. Όχι επειδή της τα ζήτησαν… αλλά επειδή δεν αισθάνεται ότι της τα παίρνουν.»

   Ακούμπησε το ποτήρι ξανά στο τραπέζι.

   «Και έτσι, ό,τι κάποτε θα ήταν υποχώρηση… μπορεί να γίνει προσφορά.»

   Η φωνή της έμεινε χαμηλή, αλλά καθαρή.

   «Ίσως γι’ αυτό μερικές νύχτες μοιάζουν με υποχρέωση… ενώ άλλες ανοίγουν δρόμους που κανείς δεν είχε σχεδιάσει.»

    «Κι έτσι, αυτό που αλλού θα ήταν υποχώρηση… εδώ μπορεί να γίνει δώρο.»

Έγειρε ελαφρά πίσω.

   «Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια υπηρεσία που γίνεται επειδή πρέπει… και σε μια που δίνεται επειδή το θέλει η καρδιά.»

    Η Φου Χουέ κράτησε για λίγο τη σιωπή, σαν να διάλεγε προσεκτικά τις λέξεις που θα άφηνε να περάσουν ανάμεσά τους. Το φως του λύχνου άγγιζε το πρόσωπό της και έκανε το κρασί στο ποτήρι της να φαίνεται πιο βαθύ.

   «Κάποτε οι άνθρωποι μπαίνουν σε ένα σπίτι για μία νύχτα και φεύγουν μόλις χαράξει. Άλλοτε όμως μένουν περισσότερο απ’ όσο είχαν σκοπό.»

Σήκωσε το βλέμμα της.

   «Και αυτό δεν το αποφασίζει μόνο ο ένας.» Μια μικρή παύση. «Το αποφασίζουν και οι δύο.»

   Τα μάτια του στένεψαν ελαφρά, από ενδιαφέρον.

   «Και ποιες ικανότητες φέρνεις μαζί σου;»

   Ένα αχνό χαμόγελο άγγιξε τα χείλη της. Όχι προκλητικό· υπολογισμένο. «Ξέρω να ακούω περισσότερο απ’ όσο μιλώ. Και όταν μιλώ, να επιλέγω τη στιγμή.»

    Εκείνος έγειρε και αναλογιζόμενος ίσως κομμάτια από τις εμπειρίες του της είπε: «Πολλοί το ισχυρίζονται. Ελάχιστοι το αποδεικνύουν.»

    Η Φου Χουέ άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί στα ράφια με τα κυλινδρικά αρχεία, στο χαμηλό τραπέζι με τους χάρτες, στη λεπτή σκόνη από μελάνι στα δάχτυλά του.

   «Παρατηρείς πολλά για μια φιλοξενούμενη.»

   «Η φιλοξενία δεν με εμποδίζει να σκέφτομαι.» Πήρε μια μικρή ανάσα και συνέχισε «Ακούω τον τόνο πίσω από τις λέξεις. Βλέπω ποιος φοβάται την απώλεια και ποιος επιδιώκει εύνοια. Στα δείπνα, οι συμφωνίες δεν κλείνονται όταν υψώνεται το ποτήρι, κλείνονται όταν κάποιος νομίζει πως δεν τον προσέχει κανείς.»

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ άγγιξε το τραπέζι με τα δάχτυλά του, ρυθμικά.

   «Και πώς θα χρησιμοποιούσες αυτή την ικανότητα για μένα;»

Η Φου Χουέ δεν βιάστηκε να απαντήσει.

    «Θα σας έλεγα ποιος σας λέει την αλήθεια. Ποιος ζηλεύει τη θέση σας. Ποιος είναι έτοιμος να αλλάξει στρατόπεδο αν φυσήξει άλλος άνεμος.»

Το βλέμμα της έγινε πιο σταθερό.

    Εκείνος χαμογέλασε αργά. «Είναι σα να με προειδοποιείς, σαν να μου δίνεις συμβουλές.»

   «Μου ζητήσατε τις ικανότητές μου.»

    Μια παύση. Ο αέρας ανάμεσά τους δεν ήταν πλέον βαρύς· ήταν τεταμένος σαν χορδή.

   «Και τι ζητάς σε αντάλλαγμα;» τη ρώτησε τελικά.

   Η Φου Χουέ χαμήλωσε το βλέμμα μόνο για μια στιγμή.  «Να μην υποτιμηθώ» είπε και σήκωσε ξανά τα μάτια της. «Αν πρόκειται να σας υπηρετήσω, θα το κάνω με πλήρη συνείδηση. Όχι ως διακόσμηση. Όχι ως όμηρος. Αλλά ως κάποια που προσθέτει δύναμη στον οίκο σας.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ στάθηκε όρθιος. Πλησίασε ένα βήμα εξεταστικά.

    «Και αν αποδειχθεί πως υπερεκτιμάς τον εαυτό σου;»

   Ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο ξαναφάνηκε.

   «Τότε θα το ανακαλύψετε.»

   «Και αν ζητήσω πίστη;»

   «Η πίστη», του είπε σταθερά και χωρίς δισταγμό «κερδίζεται. Δεν αγοράζεται. Όπως είπες κι εσύ η αξία δεν μετριέται σε μια νύχτα. Αν μείνω εδώ θα  υπηρετήσω με τρόπο που να αυξάνει τη δύναμή σου, όχι απλώς να τη στολίζει. Δεν είμαι απλώς ένα όμορφο πρόσωπο για να κοσμεί αίθουσες.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ χαμογέλασε πιο καθαρά αυτή τη φορά.

    «Αν αποδειχθούν αληθινά όσα λες, δεν θα είσαι υπηρέτρια.»

   «Δεν επιδιώκω τίτλο», αποκρίθηκε. «Επιδιώκω θέση που να αντανακλά την αξία μου.»

    Εκείνος πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε έξω στο σκοτάδι. «Ξέρεις», της είπε χωρίς να γυρίσει, «οι περισσότεροι που έρχονται σε μένα ζητούν σωτηρία. Εσύ ζητάς ρόλο, εσύ ζητάς θέση.»

   «Η σωτηρία είναι προσωρινή», απάντησε. «Ο ρόλος είναι δύναμη.»

    Για πρώτη φορά, ένα χαμηλό γέλιο ξέφυγε από τα χείλη του.

   «Τότε θα δοκιμαστείς. Όχι απόψε. Η αξία, πράγματι, δεν μετριέται σε μια νύχτα.»

   Εκείνη έγειρε ελαφρά το κεφάλι σαν αποδοχή μιας πρόκλησης.

   «Ούτε φοβάται τη διάρκεια», απάντησε ήρεμα η Φου Χουέ. «Ό,τι είναι επιφανειακό λάμπει γρήγορα και σβήνει. Ό,τι έχει ρίζες, αντέχει στον χρόνο.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την παρατηρούσε σιωπηλά.  

   «Μιλάς με μεγάλη βεβαιότητα», της είπε. «Η βεβαιότητα συχνά προηγείται της πτώσης.»

   Ένα ανεπαίσθητο φως πέρασε από το βλέμμα της και  έδωσε την απάντησή της.

   «Η αλαζονεία προηγείται της πτώσης. Η επίγνωση όχι. Υπάρχει γνώση των δυνατοτήτων. Υπάρχει και γνώση των ορίων. Και υπάρχει η ικανότητα να διορθώνεται το λάθος πριν χρειαστεί να το διορθώσει άλλος. Αυτή είναι δύναμη πιο σπάνια από το θάρρος.»

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ σταύρωσε τα χέρια του.

   «Και αν υπάρξει απομόνωση; Αν αφεθείς να εργάζεσαι χωρίς υποστήριξη; Αν γίνεις απλώς κάποια που πέρασε και ξεχάστηκε;»

   Η Φου Χουέ τον κοίταξε αργά, χωρίς να δείχνει φόβο. Τα μάτια της ήταν σταθερά, γεμάτα αποφασιστικότητα.

   «Η δύναμη δεν έρχεται μόνο από όσους σε στηρίζουν. Έρχεται από το πώς κρατάς τον εαυτό σου όταν δεν υπάρχει κανείς δίπλα σου.»

    Το βλέμμα του σκοτείνιασε ελαφρά από σκέψη.

   «Και αν υπάρξει πρόκληση; Αν βρεθείς απέναντι σε ανθρώπους που θα επιδιώξουν να σε εκθέσουν;»

   Ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό της.

   «Τότε θα γίνουν γνωστά πρώτα τα δικά τους όρια.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε για πολλή ώρα και μετά ρώτησε «Είσαι βέβαιη ότι μπορείς να υπερβείς κάθε δοκιμασία;»

Η απάντησή της ήταν χαμηλή, αλλά ακλόνητη.

   «Κάθε δοκιμασία όχι. Κάθε φόβο που τη συνοδεύει, ναι.»

   «Ας αφήσουμε τα λόγια», της είπε τώρα πιο ψυχρά ο Λι Γουέν-Τσενγκ. «Μεγάλωσες σε μεγάλο σπίτι. Με αυλές στρωμένες με πέτρα, με δωμάτια που άνοιγαν το ένα μέσα στο άλλο, με υπηρέτριες που πρόσεχαν κάθε σου ανάγκη. Αν παραμείνεις εδώ, ίσως χρειαστεί να ζήσεις σε πρόχειρα καταλύματα. Σε σκηνές. Στη λάσπη. Στο χώμα. Χωρίς μεταξωτά στρώματα. Χωρίς θερμά λουτρά. Δεν είσαι συνηθισμένη σε αυτά.»

   Η Φου Χουέ δεν έσπευσε να υπερασπιστεί τον εαυτό της.   «Η συνήθεια», του απάντησε «δεν είναι φύση. Είναι περίσταση.»

     Εκείνος γύρισε αργά. «Και οι υπηρέτριες; Από εκεί που σε έντυναν και σου έδεναν τα μαλλιά, θα χρειαστεί να φροντίζεις μόνη σου τον εαυτό σου. Ίσως και άλλους.»

Το βλέμμα της δεν χαμήλωσε.

    «Τα χέρια που δεν εργάστηκαν, δεν σημαίνει πως δεν μπορούν να μάθουν να εργάζονται. Το μετάξι δεν καθορίζει το δέρμα. Η άνεση δεν καθορίζει την αντοχή.»

Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε διερευνητικά.

    «Και αν χρειαστεί να υπηρετείς; Όχι να σε υπηρετούν. Να ετοιμάζεις φαγητό. Να καθαρίζεις. Να περιμένεις διαταγές.»

    Για μια στιγμή, η σιωπή έγινε πιο βαριά. Όχι από προσβολή, αλλά από ειλικρίνεια.

   «Η υπηρεσία δεν μειώνει όποιον γνωρίζει ποιος είναι», απάντησε ήρεμα. «Αν χρειαστεί να σκύψει το σώμα, δεν θα σκύψει η αξιοπρέπεια. Εκεί όπου βρισκόμουν, η διαχείριση ενός μεγάλου οίκου απαιτούσε περισσότερη πειθαρχία απ’ ό,τι νομίζετε.»

   «Λες πως δεν θα σε πληγώσει η πτώση;»

    Η απάντησή της ήταν αργή. «Θα πληγώσει. Η λάσπη είναι κρύα. Η απουσία άνεσης κουράζει. Η μοναξιά όμως κουράζει περισσότερο.»

    Σήκωσε το βλέμμα της σταθερά επάνω του.

   «Το μεγάλο σπίτι ήταν μόνο περίσταση», είπε με ήρεμη βεβαιότητα. «Το κύρος, η επιβολή, όλα αυτά δεν προέρχονται από τα τείχη ή τα δωμάτια, αλλά από αυτό που αποφασίζει κανείς να είναι. Από το πώς κρατά τον εαυτό του, ακόμα και όταν τίποτα γύρω του δεν τον στηρίζει. Όσο οι άλλοι μετρούν την αξία με τον πλούτο, εγώ ξέρω ότι η αληθινή δύναμη είναι η ικανότητα να μένεις πιστός σε αυτό που θέλεις, να επιλέγεις τον δρόμο σου και να στέκεσαι όρθιος ακόμη κι όταν όλα γύρω φαίνονται εχθρικά.»

   Στάθηκε για μια στιγμή, αφήνοντας τη φράση να βαρύνει στον χώρο.

   «Ένα σπίτι μπορεί να μεγαλώνει σε μέγεθος, τα πλούτη να πολλαπλασιάζονται, αλλά αν η καρδιά και το μυαλό δεν κρατούν σταθερότητα, όλα αυτά είναι μάταιη λάμψη, επιφανειακό περίβλημα χωρίς ουσία.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε διευρενητικά.

   «Άρα λες πως δεν σε φοβίζει η απώλεια των μεγάλων αιθουσών; Των αυλών που κάνουν τους επισκέπτες να σωπαίνουν από θαυμασμό;»

   «Τα μεγάλα και λαμπερά σπίτια», είπε ήρεμα, «δεν τα αποκτούν οι άνθρωποι επειδή τα χρειάζονται. Τα αποκτούν για να αποδείξουν κάτι.  Για να δείξουν δύναμη. Για να εντυπωσιάσουν. Για να αναγκάσουν τους άλλους να αναγνωρίσουν μια αξία που οι ίδιοι δεν είναι βέβαιοι αν κατέχουν.»

    Πλησίασε αργά το τραπέζι, αγγίζοντάς το με τα δάχτυλά της.

   «Στην πραγματικότητα, κανείς δεν χρειάζεται τόσα δωμάτια. Τόσους διαδρόμους. Όσο μεγαλώνει ο χώρος, μεγαλώνουν και οι αποστάσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Οι φωνές χάνονται. Τα βήματα αντηχούν, αλλά δεν συναντιούνται.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την παρακολουθούσε χωρίς να την διακόπτει.

   «Και οι υπηρέτριες;» τη ρώτησε.

   Η Φου Χουέ χαμογέλασε ελαφρά. «Όταν υπάρχουν πολλές υπηρέτριες, ο κύριος του σπιτιού σπάνια είναι πραγματικά κύριος. Άλλοι ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες. Άλλοι φροντίζουν το φαγητό, τις συναντήσεις, τα λόγια που μεταφέρονται από δωμάτιο σε δωμάτιο.» Η φωνή της χαμήλωσε «Και στο τέλος, χωρίς να το καταλάβει, ρυθμίζουν και τη ζωή του.»

    Μια σύντομη σιωπή.

   «Ώστε», της είπε εκείνος αργά, «λες πως τα μεγάλα σπίτια δεν έχουν πραγματική αξία.»

Το βλέμμα της έμεινε σταθερό.

    «Μόνο όταν θέλει κανείς να αποδείξει κάτι στους άλλους.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένευσε ελαφρά σαν να αποδεχόταν τις διαπιστώσεις της. «Και εσύ; Θα μπορούσες να ζήσεις σε ένα μικρό σπίτι; Χωρίς επιδείξεις; Χωρίς πλήθος υπηρετών;»

   Η απάντησή της ήρθε άμεσα.

   «Αν εκείνος που είναι μαζί μου το σέβεται…»

   Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε χωρίς φόβο, χωρίς δισταγμό.

   «Αν με σέβεται. Αν με τιμά να είμαι η σύντροφος της ζωής του, όχι μόνο η γυναίκα, αλλά η ψυχή του σπιτιού του… τότε ναι. Το μέγεθος των τοίχων δεν καθορίζει το μέγεθος της ζωής μέσα τους.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την παρατηρούσε για αρκετή ώρα προτού μιλήσει ξανά.

    «Πόσο καιρό ήσουν με τον άντρα σου;» ρώτησε ήσυχα. «Δεν δείχνεις δεμένη μαζί του. Ούτε… ίσως… κι εκείνος μαζί σου.»

   Η Φου Χουέ δεν αποκρίθηκε αμέσως σαν να τακτοποιούσε τις σκέψεις της.

   «Πέντε χρόνια», είπε τελικά. «Πέντε χρόνια συμβίωσης.» Μια μικρή παύση. «Όταν τον γνώρισα, είχε μείνει χήρος. Η πρώτη του σύζυγος πέθανε από πυρετό, από εκείνους που έρχονται ύπουλα το καλοκαίρι, φλογίζουν το σώμα και σε λίγες μέρες αφήνουν μόνο σιωπή στο σπίτι. Τη συνάντησή μας την οργάνωσαν συγγενείς. Εκείνος αναζητούσε σταθερότητα για τον οίκο του. Ίσως ήταν και η στιγμή να αποδείξει τη δύναμή του. Εγώ… μια θέση που θα εξασφάλιζε την οικογένειά μου.»

    Σήκωσε ελαφρά το βλέμμα της. «Δεν υπήρξε έρωτας. Υπήρξε συμφωνία.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν τη διέκοψε.

   «Στην αρχή με αντιμετώπισε με ευγένεια. Με σεβασμό. Όμως όχι με οικειότητα. Το σπίτι του ήταν ήδη γεμάτο από τη μνήμη της πρώτης γυναίκας του. Οι υπηρέτες μιλούσαν για εκείνη χαμηλόφωνα, σαν να ήταν ακόμη παρούσα.»

   Μια σκιά πέρασε από το πρόσωπό της. «Εγώ ήμουν… προσθήκη, έστω μια πολυτελής προσθήκη.»

   Πλησίασε αργά το παράθυρο.

«Ξέρεις πώς είναι ένα περίλαμπρο σπίτι; Όταν κάποιος χτίζει κάτι τόσο μεγάλο, τόσο εντυπωσιακό, αισθάνεται την ανάγκη να το στολίσει. Με ακριβά αντικείμενα. Με σπάνια υφάσματα. Με έργα τέχνης.»

   Ένα ελαφρύ χαμόγελο όχι πικρό, αλλά καθαρό διαγράφηκε στο πρόσωπό της. «Καμιά φορά και με ζωντανά. Η σχέση μας ήταν τακτοποιημένη, όπως τα αντικείμενα στις προθήκες του»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε προσεκτικά.

Η φωνή της χαμήλωσε.

    «Με έντυνε με μετάξια που άστραφταν. Με παρουσίαζε στους συνεργάτες του. Τα βλέμματα έπεφταν επάνω μου και εκείνος ένιωθε τη δύναμή του να μεγαλώνει.»

Μια ανάσα.

   «Έζησα πέντε χρόνια σε άνεση. Σε πλούτο. Μα όχι σε πραγματική συντροφικότητα. Υπήρχε φροντίδα, αλλά χωρίς ζεστασιά.»

   Η Φου Χουέ κούνησε απαλά το κεφάλι.

   «Όχι. Έμαθα.»

   Σήκωσε το βλέμμα της σταθερά επάνω του.

   «Έμαθα πώς χρησιμοποιείται η ομορφιά. Πώς ένα σπίτι μπορεί να είναι γεμάτο κόσμο και όμως να είναι άδειο.»

   Μια μικρή παύση.

  «Γι’ αυτό δεν φοβάμαι τις σκηνές. Ούτε τη λάσπη. Ούτε το μικρό σπίτι.»

   Η φωνή της έγινε χαμηλή, μα απόλυτα καθαρή.

   «Φοβάμαι μόνο να ξαναγίνω διακόσμηση.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έμεινε για λίγο σιωπηλός. Έπειτα τη ρώτησε ευθέως: «Δεν κάνατε παιδιά μαζί; Πώς έγινε αυτό;»

   Η Φου Χουέ δεν απέστρεψε το βλέμμα της. «Όχι», απάντησε απλά. «Δεν κάναμε.»

    Μια σύντομη παύση, σαν να διάλεγε τις λέξεις με ακρίβεια.

   «Όταν κάποιος ζει διαρκώς μέσα σε υπολογισμούς… δύσκολα βρίσκει χώρο για κάτι που δεν μετριέται.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν μίλησε.

   «Ο νους του ήταν πάντα στα ρίσκα. Στα φορτία που ταξίδευαν και κινδύνευαν. Στις τιμές που ανέβαιναν και έπεφταν. Στο πόσο έπρεπε να αγοραστεί κάτι και πότε να δημιουργηθεί έλλειψη για να πουληθεί ακριβότερα. Στο ποιός μπορούσε να τον εξαπατήσει. Στο ποιόν έπρεπε να προλάβει.»

    Η φωνή της έμεινε ήρεμη χωρίς πικρία. «Όταν ο νους είναι συνεχώς εκεί, το σώμα μένει πίσω.»

   Πλησίασε αργά το τραπέζι, ακουμπώντας τα δάχτυλά της στην επιφάνειά του.

   «Του αρκούσε να έχει δίπλα του μια όμορφη παρουσία. Να γνωρίζει πως, όταν θα γύριζε το βλέμμα του, θα έβλεπε κάτι ευχάριστο. Κάτι που επιβεβαίωνε την επιτυχία του.»

    Ένα ελαφρύ, σχεδόν αόρατο χαμόγελο.

   «Κάποιες φορές με απολάμβανε. Όμως ακόμη κι εκεί, δεν μπορούσε να μείνει για πολύ. Όταν τα ποσά που διακυβεύονται είναι μεγάλα, η απόλαυση παραμερίζεται, ο χρόνος της πρέπει να μικρύνει.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ σταύρωσε τα χέρια του.

   «Και εσύ; Δεν επιθύμησες παιδί;»

   Για πρώτη φορά, η απάντηση άργησε λίγο περισσότερο.

   «Η επιθυμία υπήρξε», είπε χαμηλά. «Αλλά η επιθυμία χρειάζεται δύο σώματα, όχι μόνο δύο ονόματα στον ίδιο οίκο.»

  Μια ανάσα.

    «Και ίσως… βαθιά μέσα του… δεν ήθελε να μοιράσει την προσοχή του. Η ισχύς του οίκου του ήταν το σπουδαιότερο. Τα υπόλοιπα έρχονταν μετά.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν διαφορετική.

   «Δεν τον κατηγορώ», πρόσθεσε. «Ήταν αυτό που ήταν. Ένας άνθρωπος που έμαθε να ζει σε συνεχή επαγρύπνηση. Μα η επαγρύπνηση δεν αφήνει χώρο για ρίζες.»

   Κοίταξε τον Λι Γουέν-Τσενγκ σταθερά.

   «Και χωρίς ρίζες… τίποτε δεν καρποφορεί.»

   Μια στιγμή η σιωπή ανάμεσά τους έγινε βαριά με δυνατότητα και υπόσχεση. Τα λόγια είχαν ειπωθεί, αλλά η συνέχεια παρέμενε ανοιχτή, κρυμμένη στην ατμόσφαιρα της νύχτας και στην αναμονή των κινήσεών τους.

   Με ορμητικές διαθέσεις, ο Λι Γουέν-Τσενγκ συντονίστηκε εκείνο το βράδυ με την Φου Χουέ. Εκείνη ανταποκρίθηκε, όχι μόνο στην ένταση της στιγμής, αλλά και στην ανάγκη της να αποδείξει την αξία της, την αξία της ως μέσο της ανταλλαγής. Ίσως, σκέφτηκε, το να ικανοποιήσει τον πολέμαρχο ήταν και ένας τρόπος να συμβάλει στη διαφυγή του συζύγου της, μια θυσία που δικαιολογούσε, έστω και με περίεργο τρόπο, την ηδονή και την ένταση που ζούσαν. Καλυμμένη από μια λεπτή ομίχλη ενοχών και αμφιβολίας, απέδειξε ότι προσφέρονταν για έναν σκοπό που μόνο εκείνη καταλάβαινε πλήρως. Τώρα ήταν ελεύθερη, ελεύθερη και δικαιολογημένη, ήταν ερωμένη ενέχυρο, και ως τέτοια έπρεπε να αποδείξει την αξία και την μοναδικότητα αυτού του ενέχυρου. Δεν υπήρχε λόγος για δισταγμούς, δεν υπήρχε λόγος για αρνήσεις.

 

 

το ενέχυρο που γίνεται απαραίτητο 

   Είχαν περάσει δύο μήνες. Ο πλούσιος άντρας της Φου Χουέ είχε διαφύγει με ασφάλεια προς τα εδάφη των Νότιων Μινγκ, και η συμφωνία είχε τηρηθεί. Η Φου Χουέ έδειχνε ήρεμη, σχεδόν γαλήνια, στο πλευρό του Λι Γουέν-Τσενγκ. Τα βαριά χρυσαφικά, τα μεταξωτά ενδύματα, οι περίτεχνες περόνες των μαλλιών που κάποτε δήλωναν τη θέση της στο αρχοντικό του εμπόρου, δεν έμοιαζαν να της λείπουν. Ίσως γιατί οι νύχτες της ήταν τώρα γεμάτες, όχι από πλούτο, αλλά από ένταση, από την αίσθηση ότι κάθε στιγμή μπορούσε να είναι η τελευταία.

   Δεν ανήκε πια πουθενά. Και ακριβώς γι’ αυτό ήθελε να ανήκει ολοκληρωτικά στον Λι Γουέν-Τσενγκ. Είχε πάψει να φέρει αντιρρήσεις. Δεν αρνιόταν τίποτε. Ο ρόλος της ως «ανταλλάγματος», ως γυναίκας που είχε δοθεί για έναν σκοπό, την είχε μεταμορφώσει. Με τον σύζυγό της άλλοτε είχε υψώσει όρια· τότε ήταν νόμιμη σύζυγος, όχι παλλακίδα. Υπήρχαν πράγματα που απέρριπτε, υπερβολές που δεν δεχόταν. Τώρα όμως δεν διαπραγματευόταν. Ήθελε να αποδείξει ότι άξιζε να παραμείνει.

   Η Φου Χουέ κινούνταν με ήρεμη ακρίβεια στην μικρή κουζίνα, όπου οι τοίχοι δεν ήταν καλυμμένοι με μετάξι ή χρυσά φύλλα, αλλά με χοντρό ασβεστόστοκο και τα δάπεδα ήταν από πατημένο χώμα. Κάθε κίνηση της ήταν υπολογισμένη, κάθε υλικό που αγγίζει γνώριζε τη δύναμή του. Η προμήθεια των πρώτων υλών ήταν κοντά. Στις αποθήκες και στην άδεια οικία του φυγάδα συζύγου της. Κάποιες φορές τις έφερνε κάποια έμπιστη υπηρέτρια, κάποιες φορές με κάποιες προφυλάξεις πήγαινε η ίδια ως εκεί.

   Με προσοχή ετοίμαζε επίλεκτα φαγητά, πιάτα που ανήκαν σε τραπέζια αριστοκρατών και πλούσιων εμπόρων, μαριναρισμένα χρυσόψαρα, μαγειρεμένα με σπάνια μπαχαρικά που ταξίδευαν μήνες από την επαρχία του νότου, ζυμαρικά από αλεύρι σπάνιας ποιότητας, μαγειρεμένα με ζωμούς από εκλεκτά κρέατα και αρωματικά.

   Το παράδοξο ήταν ότι όλα αυτά τα εκλεκτά εδέσματα προετοιμάζονταν και σερβίρονταν μέσα σε φτωχικά σκεύη: χοντρές πήλινες γαβάθες, ξύλινες κουτάλες, τα οποία κρατούσαν τη θερμοκρασία ασταθή, με μικρές ρωγμές εδώ κι εκεί, και πιάτα που φέρνανε το άρωμα της γης και της καθημερινότητας στο τραπέζι.

   Η Φου Χουέ άπλωνε προσεκτικά τα μικρά πιατάκια μέσα στη σκηνή, πάνω σε ένα ταπεινό ξύλινο τραπέζι. Αποξηραμένα φρούτα, κρυσταλλωμένα πορτοκάλια, καραμελωμένα αμύγδαλα και μικρά ζυμωτά γλυκίσματα με  φιστικοπάστα γέμιζαν τον αέρα με γλυκιά, σχεδόν μεθυστική μυρωδιά.

   Το τσάι, αρωματισμένο με βότανα που ενίσχυαν τον ερωτισμό, σερβιριζόταν σε χοντρά πήλινα φλιτζάνια.

   Η Φου Χουέ χαμογελούσε ελαφρά, παρατηρώντας τις αντιδράσεις του «οικοδεσπότη» της. Αυτή η μικρή αναντιστοιχία, τα σπάνια εδέσματα σε φτωχικά σκεύη, ήταν το δικό της παιχνίδι γοητείας. Το δείπνο δεν ήταν μόνο τροφή. Ήταν μήνυμα: «Μπορώ να φέρω τον πλούτο και την πολυτέλεια ακόμα κι εδώ, όπου οι συνθήκες είναι απλές και γυμνές.»

    Ένα απομεσήμερο ο Λι Γουέν-Τσενγκ με τα χέρια του ακουμπισμένα στο τραπέζι και ήρεμη φωνή, χωρίς να την κοιτάζει καταπρόσωπο αλλά πλάγια της έκανε την ερώτηση.

    «Θα μπορούσες να ακολουθήσεις κάποιον μακριά, στα μέρη του, σε τόπους άγνωστους για σένα;»

    Τα μάτια της Φου Χουέ με το σπάνιο χρώμα τους, φαίνονταν να έλκουν σαν μαγνήτης. Ένα λεπτό χαμόγελο σκίασε τα χείλη της.

   «Τώρα δεν ανήκω πουθενά», του είπε ήρεμα. «Γιατί να μην ακολουθήσω κάποιον… αν εκείνος αξίζει;»

Ο Λι Γουέν-Τσενγκ βάθυνε τη φωνή του.

    «Χωρίς κανένα συμβόλαιο; Χωρίς καμία εκ των προτέρων υπόσχεση;»

   «Τα μεγάλα ρίσκα», του απάντησε «αποφέρουν και τα μεγαλύτερα κέρδη. Έτσι δεν λένε στο εμπόριο;»

   «Κάποιες φορές μπορεί να αποφέρουν κέρδη», παραδέχτηκε εκείνος, «αλλά τις περισσότερες φορές και τις μεγαλύτερες αποτυχίες.»

   Τα μάτια της δεν έχασαν τη λάμψη τους. «Η αποτυχία», είπε ήρεμα, «είναι μέρος της ζωής. Κανείς δεν είναι εξασφαλισμένος ότι οι αποφάσεις του θα είναι πάντα επιτυχημένες και σίγουρες, όσο αισιόδοξες κι αν φαίνονται.»

    Έκανε ένα βήμα πιο κοντά του, η φωνή της χαμηλή αλλά γεμάτη βεβαιότητα.

    «Το άγνωστο έχει δύναμη που κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει. Την αίσθηση ενός νέου δρόμου. Μιας νέας πορείας. Άσχετα με το πού μπορεί να οδηγεί στο τέλος.» Η στάση της άλλαξε το ίδιο και το χρώμα της φωνής της. «Και στο κάτω κάτω», συνέχισε, «η στιγμή της απόφασης είναι που έχει σημασία. Όχι πάντα το αποτέλεσμα. Εκεί αισθάνεται κάποιος δυνατός. Εκεί ξέρει ότι ζει.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ σαν διευρεύνηση ήθελε να μάθει τις αντιδράσεις της σε προβλήματα που μπορεί να αντιμετώπιζε: «Τί θα έκανες μόνη σε ένα σπίτι, σε έναν άγνωστο τόπο, χωρίς κανένας να σε γνωρίζει και να ήσουν υποχρεωμένη να περιμένεις εκεί μέχρι να γυρίσει ο άντρας που ηπηρετείς, και χωρίς να ξέρεις πότε έρχεται και πότε φεύγει και αν θα επιστρέψει πάλι ζωντανός;»

    Η Φου Χουέ για μια στιγμή κοίταξε το ξύλινο τραπέζι, σαν να σκεφτόταν τον χώρο που της είχε μόλις περιγραφεί ένα σπίτι ξένο, ένας τόπος άγνωστος, ο χρόνος να περνά χωρίς βεβαιότητες. Ύστερα σήκωσε το βλέμμα της.

   «Αν μια γυναίκα βρεθεί μόνη σε ένα σπίτι, σε τόπο όπου κανείς δεν γνωρίζει το όνομά της… τότε το πρώτο που πρέπει να κάνει είναι να πάψει να φοβάται τη σιωπή.»

   Τα δάχτυλά της ακούμπησαν απαλά το τραπέζι. «Θα μάθαινα το σπίτι. Πώς πέφτει το φως το πρωί. Πώς φυσά ο αέρας το βράδυ. Ποια σανίδα τρίζει στο πάτωμα και ποια πόρτα κλείνει αθόρυβα. Ένα ξένο σπίτι παύει να είναι ξένο όταν αρχίσεις να το καταλαβαίνεις.»

   Έγειρε ελαφρά προς το μέρος του. «Έπειτα θα μάθαινα τον τόπο. Ποιος δρόμος οδηγεί στην αγορά, ποιος στο ποτάμι. Ποιοι άνθρωποι μιλούν πολύ και ποιοι παρατηρούν χωρίς να μιλούν. Ένας άγνωστος τόπος γίνεται λιγότερο άγνωστος όταν ξέρεις πού βρίσκονται τα μάτια και πού τα αυτιά του.»

    Το βλέμμα της έμεινε ήρεμο. «Όσο για τον χρόνο της αναμονής… αυτός είναι ο πιο εύκολος αντίπαλος. Ο χρόνος μπορεί να σε νικήσει μόνο αν τον αφήσεις άδειο.Θα τον γέμιζα με σκέψη.»

   Το ποτήρι της γύρισε αργά ανάμεσα στα δάχτυλά της.

    «Στη χώρα μας λένε πως η ζωή μοιάζει με μια παρτίδα στο παιχνίδι όπου μαύρες και λευκές πέτρες απλώνονται πάνω σε ξύλινο πλέγμα. Η σκακιέρα στην αρχή είναι άδεια. Κάθε πέτρα που τοποθετείς δεν κερδίζει αμέσως την παρτίδα· απλώς προετοιμάζει τον χώρο για ό,τι θα ακολουθήσει.»

Σήκωσε τα μάτια της προς τον Λι Γουέν-Τσενγκ.

   «Η αναμονή είναι σαν τις πρώτες κινήσεις πάνω στο ξύλινο πλέγμα του παιχνιδιού. Φαίνονται μικρές. Αλλά εκεί κρίνεται το τέλος.»

Η φωνή της χαμήλωσε λίγο.

   «Κι αν ο άντρας που υπηρετώ φύγει χωρίς να ξέρω πότε θα επιστρέψει… τότε θα μάθω να ζω όπως ζουν οι στρατιώτες στα σύνορα. Με την επίγνωση ότι κάθε επιστροφή είναι δώρο της τύχης.»

   Μια αμυδρή σκέψη πέρασε από το πρόσωπό της και συμπλήρωσε. «Δεν θα ρωτούσα κάθε μέρα αν ζει. Θα ζούσα έτσι ώστε, αν ανοίξει την πόρτα μια νύχτα απρόσμενα, να βρει το σπίτι έτοιμο και όχι μια γυναίκα που έλιωσε από την αγωνία.»

Το βλέμμα της σταθεροποιήθηκε.

   «Σε μια παρτίδα δεν κερδίζει εκείνος που βιάζεται να δει το τέλος.»

Μια μικρή σιωπή.

   «Κερδίζει εκείνος που ξέρει να τοποθετεί τις πέτρες του με υπομονή… μέχρι να φανεί ποιό σχήμα γεννιέται πάνω στο ξύλινο πλέγμα.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ συνέχισε την πορεία των ερωτήσεών του, σαν τις δοκιμές μιας μελλοντικής κατάστασης. «Κι αν όλα αυτά γίνουν και εκείνος δεν σου προσφέρει ποτέ μια επίσημη θέση, μια θέση συζύγου, μια θέση αναγνώρισης στην κοινωνία;»

   Η Φου Χουέ σήκωσε ξανά το βλέμμα της στον Λι Γουέν-Τσενγκ, τα μάτια της ήρεμα αλλά γεμάτα ένταση. «Η θέση που μετράει δεν δίνεται με τίτλους ή σφραγίδες, ούτε με λόγια που μπορούν να ξεχαστούν ή να ακυρωθούν. Και σε αυτό το δωμάτιο, με εσένα απέναντί μου, μαθαίνω να ζω χωρίς τίτλο ή κάποια επίσημη θέση. Από αυτή την άποψη… είμαι πιο δυνατή, πιο έτοιμη για ό,τι θα έρθει.»

    Η Φου Χουέ σήκωσε το βλέμμα της και χαμογέλασε διάπλατα για μια στιγμή, σαν να άφηνε τη φευγαλέα χαρά να περάσει μέσα της. Αλλά γρήγορα το χαμόγελο άρχισε να συρρικνώνεται, να μειώνεται σταδιακά, μέχρι που έγινε μια λεπτή χαρακιά θλίψης που πέρασε από τα χείλη της και στα μάτια της.

   «Η τύχη μου εδώ δεν μου φάνηκε γενναιόδωρη,» είπε με μια φωνή ήρεμη αλλά σκληρή, «μου χαμογέλασε στην αρχή, αλλά μετά έσβησε, αφήνοντας μόνο υποσχέσεις που δεν κράτησε.»

   Σταμάτησε για μια στιγμή και το βλέμμα της περιδιάβηκε το δωμάτιο γύρω της, τα τοιχώματα, το ξύλο και τις σκιές που τρεμόπαιζαν από τον λύχνο.

   «Ίσως σε έναν τόπο όπου κανείς δεν με γνωρίζει, και οι υποσχέσεις είναι λίγες… να μην χρειαστώ τη βοήθεια της τύχης. Πάντα είναι προσωρινή, εύθραυστη, σαν νερό που γλιστρά.»

   Έγειρε ελαφρά προς το τραπέζι και ακούμπησε τα χέρια της στα δικά του σαν να έψαχνε σταθερότητα.

   «Καλύτερα να παλέψω για κάτι που θα πρέπει να φτιάξω μόνη μου. Κάτι που θα κατορθώσω με τα χέρια και τη θέλησή μου, χωρίς δώρα, χωρίς εύνοιες. Κάτι που, όταν το κρατήσω, θα ξέρω ότι είναι δικό μου και μόνο δικό μου.»

   Το βλέμμα της σταθεροποιήθηκε στον Λι Γουέν-Τσενγκ, με μια φωτεινή αποφασιστικότητα να ανατέλλει μέσα από τη σιωπή της.

   « Η τύχη μπορεί να χαμογελά, αλλά η δύναμη να κρατάω ό,τι κερδίζω… αυτή είναι δική μου επιλογή.»

   «Είσαι έτοιμη να φύγεις ακόμη και τώρα;» την ρώτησε ο Λι Γουέν-Τσενγκ.

   «Αν μου το ζητήσεις, οποιαδήποτε στιγμή.»

   Η Φου Χουέ μετά από μια στιγμή σιωπής σηκώθηκε όρθια, έστρεψε το βλέμμα της προς το παράθυρο όπου τα σύννεφα κυλούσαν αργά πάνω από τα βουνά της Χουνάν. «Δεν έχω αποσκευές, «δεν έχω κάτι να με κρατάει εδώ.»

   Έκανε ένα βήμα προς το κέντρο του δωματίου και τα χέρια της κινήθηκαν αργά, σαν να άγγιζαν αόρατα τα αντικείμενα γύρω της.

   «Ταξιδεύει πιο γρήγορα όποιος δεν έχει πίσω του αναμνήσεις… αναμνήσεις που τον κρατάνε στον παλιό του τόπο, στους δρόμους που γνώρισε, στις φωνές που τον καλούν να μείνει.»

   Η φωνή της έγινε πιο μαλακή, σχεδόν στοχαστική, αλλά κάθε λέξη είχε βάρος. Έγειρε ελαφρά. Κοίταξε ξανά τον Λι Γουέν-Τσενγκ, με βλέμμα καθαρό και αποφασισμένο.

   «Έτσι, αν ζητήσεις να φύγω… δεν υπάρχει τίποτε εδώ που να με κρατήσει.»

   Η Φου Χουέ ήξερε. Ήξερε ήδη για το παιδί που κουβαλούσε μέσα της, μα είχε επιλέξει να το κρατήσει κρυφό. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν το γνώριζε, και εκείνη ήθελε να παραμείνει έτσι, τουλάχιστον για τώρα. Το σώμα της, η καρδιά της, κουβαλούσε ένα μυστικό που μόνο η ίδια γνώριζε.

 

 

η εισβολή των ληστών

   Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω στα βουνά της Χουνάν, σκεπάζοντας τα δάση και τις κοιλάδες με ένα σκοτεινό πέπλο. Πέντε ληστές των βουνών είχαν αποφασίσει να επιτεθούν στο μικρό στρατόπεδο που περιφρουρούσε το κατάλυμα  του Λι Γουέν-Τσενγκ. Οι τρεις πρώτοι στράφηκαν στους φρουρούς· κατάφεραν να σκοτώσουν έναν από αυτούς στην αρχική σύγκρουση, αλλά σύντομα η αντίδραση των υπολοίπων τους εξουδετέρωσε πριν προλάβουν να φτάσουν στο περιφραγμένο στρατόπεδο.

   Μόνο δύο ληστές συνέχισαν, κατευθυνόμενοι προς το κατάλυμα με γνώση ακριβή και σκοπό σαφή. Ο ένας είχε μάθει το μυστικό από μια υπηρέτρια του πλούσιου εμπόρου. Η υπηρέτρια, ελαφρώς κουτσή από παιδική ασθένεια, είχε αναγκαστεί να μάθει να κινείται αθόρυβα και να παρατηρεί τα πάντα γύρω της. Το σώμα της είχε γίνει όργανο παρατήρησης: γνώριζε πού τοποθετούνταν τα φορτωμένα μουλάρια, τα σεντούκια και τα πολύτιμα αντικείμενα του εμπόρου.

   Κι όμως, η πληροφορία δεν ήταν αρκετή για τον ληστή. Η υπηρέτρια, φοβούμενη μην τον χάσει, παραδόθηκε αμέσως. Σαν να είχε γίνει δούλα του με τη θέλησή της, άφηνε τις πληροφορίες να κυλήσουν σαν ποτάμι από τα χείλη της, ενώ εκείνος υποκρινόταν ότι δεν την πίστευε, απαιτώντας συνεχώς περισσότερα. Και κάθε φορά που του αποκάλυπτε ακόμα ένα μυστικό, τον οδηγούσε εκεί ακριβώς που ήθελε, βαθύτερα στο σώμα της.  

   Όταν οι δύο ληστές έφτασαν στο κατάλυμα του Λι Γουέν-Τσενγκ ο πολέμαρχος είχε ακούσει τους θορύβους. Στο πρώτο χτύπημα, η λεπίδα του βρήκε το λαιμό του πρώτου ληστή, και το σώμα του σωριάστηκε στο χώμα χωρίς ήχο. Ο δεύτερος ληστής προσπάθησε να τον πιάσει απ’ τα πλευρά, μια γρήγορη κίνηση του Λι Γουέν-Τσενγκ, ένα καθαρό χτύπημα και αυτός έπεσε αμέσως.

   Μέσα στο κατάλυμα, η Φου Χουέ κουβαλούσε στο σώμα της ζωή που ακόμα δεν είχε φανερωθεί. Ένιωσε μια ξαφνική ορμή πόνου, μια έντονη πίεση που δεν μπορούσε να ελέγξει. Το σώμα της, σαν να υπάκουε σε κάποιο αόρατο χέρι του ουρανού, απελευθέρωσε το παιδί που δεν είχε ακόμα γεννηθεί.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ όταν βεβαιώθηκε ότι η απειλή είχε εκκαθαριστεί γύρισε γρήγορα στο κατάλυμα ψάχνοντας αν εκείνη ήταν καλά. Εκείνη κράτησε την αναπνοή της, έκρυψε τον πόνο και την θλίψη, και απλώς είπε, με φωνή σταθερή «Είμαι καλά. Όλα είναι καλά.»

     Η ίδια κράτησε το μυστικό της, όπως είχε κάνει πάντα. Δεν υπήρχε χρόνος για δάκρυα, για λύπη, για φωνές. Η Φου Χουέ είχε φτάσει τόσο κοντά στην ευτυχία ή, τέλος πάντων, σε αυτό που οι άνθρωποι ψάχνουν και ονομάζουν ευτυχία. Είχε βρει έναν άντρα που την κάλυπτε, που της έδινε τη σιγουριά που τόσο της έλειπαν. Τα βράδια μπορεί να μην ήταν πάντα γεμάτα σεβασμό. Μα την ημέρα, με κάθε του πράξη, ήταν εκεί για εκείνη, και το ήξερε.

    Και τώρα θα έφευγε. Μακριά, σε τόπους άγνωστους, κουβαλώντας μέσα της το παιδί του.  Μια αδιόρατη δύναμη όμως την κρατούσε δέσμια του δικού της τόπου, του δικού της βαλτώδους κόσμου. Σκέφτηκε την αδικία της μοίρας, τη σκληρότητα της τύχης. Πόσο άδικη μπορεί να είναι η ζωή, που της έφερνε τόσο κοντά την ολοκλήρωση και τούτη τη στιγμή της την έπαιρνε από τα χέρια της;

 

 

η αποδέσμευση της Φου Χουέ

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ καθόταν μόνος στο κατάλυμά του. Ο κίνδυνος της επίθεσης των ληστών των βουνών τον είχε ξυπνήσει σε μια πραγματικότητα που δεν χωρούσε όνειρα ή βιαστικές αποφάσεις.

   Η Φου Χουέ είχε φτάσει τόσο κοντά στο να μπει στη ζωή του.  Σκέφθηκε ότι για να την έστελνε ασφαλή στο Λο Τζιάνγκ, ενάμισυ μήνα δρόμο, θα χρειαζόταν τουλάχιστον είκοσι στρατιώτες συνοδεία. Είκοσι άνθρωποι, με όπλα και προμήθειες, για να εξασφαλίσουν την ασφάλειά της. Αυτή ήταν δύναμη που προς το παρόν δεν διέθετε, και η λογική τον υποχρέωνε να παγώσει κάθε σχέδιο.

   Σκέφθηκε ξανά τη Φου Χουέ. Τα σχέδιά του να την εγκαταστήσει στο σπίτι του, να ζήσουν μαζί, να χτίσουν κάτι μόνιμο, ανακλήθηκαν σιωπηλά. Η πραγματικότητα —η ασφάλεια, η προστασία, η έλλειψη στρατιωτικής δύναμης— όριζε τα όρια των επιλογών του. Ένιωθε την ψυχρή λογική να κυριαρχεί πάνω στον πόθο. Η επιθυμία δεν αρκεί. Η ζωή απαιτεί στρατηγική, υπομονή, και ρεαλισμό.

   Μια μέρα της το είπε χωρίς περιστροφές.
Θα την επέστρεφε στον άντρα της. Δεν είχε κανένα παράπονο από εκείνη. Όμως δεν μπορούσε να τη μεταφέρει μαζί του σε εκστρατείες και μετακινήσεις. Της ζήτησε κάτι ακόμη. Να πει πως δεν την άγγιξε ποτέ. Πως τη σεβάστηκε. Πως εκείνη περιοριζόταν στο να φροντίζει το πρόχειρο κατάλυμά του. Ας έλεγε πως πέρασε δύσκολα, πως ήταν απότομος, αυστηρός, πως δεν της έδωσε σημασία. Ο άντρας της δεν χρειαζόταν να γνωρίζει την αλήθεια. Θα ήταν καλύτερο για όλους. Πρώτα για εκείνη.

   Η Φου Χουέ δεν διαμαρτυρήθηκε. Μόνο τον κοίταξε με εκείνο το παράξενο, διαυγές βλέμμα της. Εκείνη τη νύχτα έσμιξαν ξανά όπως την πρώτη φορά, με την ίδια ορμή, την ίδια επιθυμία, σαν να προσπαθούσαν να συμπυκνώσουν τέσσερις μήνες σε λίγες ώρες. Δεν υπήρχε υπόσχεση συνέχειας· μόνο η ένταση του παρόντος.

   Το επόμενο πρωί, έφθασε ο έμπιστος του πλούσιου συζύγου της για να την παραλάβει. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ του έδωσε δύο γρήγορα άλογα και μια μικρή συνοδεία τριών στρατιωτών. «Δεν κινδυνεύετε, όσο παραμένετε εδώ. Όσο παραμένετε δεν δείχνετε ύποπτοι.» Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είπε εμπιστευτικά στον έμπιστο γραμματέα του πλούσιου εμπόρου. «Κάποιος έχει μιλήσει. Πρέπει να ήξεραν για αυτά που φέρατε εδώ. Βρες τον γιατι θα πει περισσότερα.»

 

 

το πολύτιμο λάφυρο

    Το σπίτι του εμπόρου είχε βυθιστεί στη σιωπή. Οι αυλές είχαν κλείσει, οι υπηρέτες είχαν αποσυρθεί και μόνο τα φανάρια κάτω από τις στοές φώτιζαν τις πέτρινες πλάκες. Τα πλεούμενα που θα κατέβαιναν προς τη λίμνη περίμεναν στα σκοτεινά νερά της Ντονγκντίνγκ, και πριν ξημερώσει θα έφευγε και εκείνη μαζί τους για το νότο. Όμως η σκέψη της δεν τον άφηνε. Όταν η νύχτα είχε ήδη προχωρήσει, ο Λι Γουέν-Τσενγκ άκουσε πάλι το χτύπημα στην εξώπορτα του μικρού καταλύματος όπου έμενε. Στο φως του φαναριού στεκόταν η Φου Χουέ. Δεν είχε συνοδεία. Μόνο έναν μανδύα ριγμένο πάνω από το μεταξωτό φόρεμα και τα μαλλιά της δεμένα πρόχειρα, σαν να είχε φύγει βιαστικά. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ στάθηκε ακίνητος.

    «Δεν έπρεπε να έρθεις», της είπε χαμηλόφωνα.

    Η Φου Χουέ μπήκε μέσα και έκλεισε η ίδια την πόρτα. «Με παρέδωσες», του απάντησε. «Αλλά εγώ δεν σε άφησα.»

    Από μακριά ακουγόταν το νερό της λίμνης. «Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω σε εκείνον. Όταν ένα σκοινί κοπεί, μπορείς να το δέσεις ξανά, αλλά ποτέ δεν θα κρατήσει το ίδιο βάρος.»

   Σήκωσε το βλέμμα της. «Πάρε με μαζί σου. Δεν θα είμαι  βάρος.»

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε για πολλή ώρα πριν μιλήσει. «Είσαι πολύτιμο λάφυρο», της είπε. «Τόσο πολύτιμο που θα γίνεις απειλή. Αν θελήσουν να χτυπήσουν εμένα», συνέχισε εκείνος ήρεμα, «θα χτυπήσουν πρώτα εσένα. Τόση ομορφιά δεν κρύβεται για πολύ. Και οι εχθροί ενός άντρα ψάχνουν πάντα εκεί που πονά περισσότερο.»

    Εκείνη έπιασε το μανίκι του παρακαλώντας τον «Δεν θέλω να ξυπνήσω πάλι δίπλα του.»

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ κατέβασε αργά το βλέμμα στα χέρια της και το άφησε απαλά ελεύθερο.     «Οι καιροί δεν είναι ήσυχοι», της είπε. «Ένας πολεμιστής δεν μπορεί να αφήνει πίσω του έγνοιες και ανθρώπους που αγαπά. Τότε γίνεται τρωτός. Κι εγώ δεν έχω αυτό το δικαίωμα.»

    Η Φου Χουέ δεν μίλησε.

    «Αν δεν μπορείς να επιστρέψεις σε εκείνον», συνέχισε ο Λι Γουέν-Τσενγκ, «τότε θα επιστρέψεις στο σπίτι σου. Θα περιμένεις εκεί. Κανείς δεν σε υποπτεύεται για τίποτα. Μπορείς ακόμη και να δείξεις συμπάθεια προς τους Μαντσού, αν χρειαστεί.»

   Έκανε ένα βήμα πιο κοντά της αγκαλιάζοντάς της και με τα δυο του χέρια από τους ώμους, όχι με ερωτική διάθεση αυτή την φορά, αλλά σαν κηδεμόνας της, σαν προστάτης της. «Μόνο έτσι θα επιβιώσεις χωρίς εμένα.» Η φωνή του χαμήλωσε. «Πρέπει να φανείς δυνατή.» Σιώπησε για λίγο και την κοίταξε προσεκτικά. «Και ξέρω ότι μπορείς. Έχεις ήδη αποδείξει ότι διαθέτεις ικανότητες. Τώρα θα σου χρειαστούν περισσότερο από ποτέ.»

    Έμεινε για λίγο σκεπτικός. «Αύριο φεύγω», της είπε, φανερώνοντας κάτι που ήταν απόρρητο. Στη μικρή καλύβα από κορμούς, με το φως ενός φαναριού να τρεμοσβήνει πάνω στο τραπέζι, άνοιξε τα ρολά χαρτιού. Στο πρώτο έγραψε την επιστολή εγγύησης: δήλωνε ότι η Φου Χουέ υπακούει στο νέο καθεστώς, ότι η επιχείρηση θα πληρώνει φόρους και ότι ο ίδιος εγγυάται προσωπικά για τη συμπεριφορά της. Στο δεύτερο ετοίμασε το πάσο διέλευσης για τα πλοιάριά της, που λειτουργούσε σαν προσωπική του εγγύηση απέναντι στους τοπικούς άρχοντες. Η σφραγίδα του ήταν στο χέρι του, έτοιμη να επικυρώσει τα έγγραφα και να τους δώσει κύρος.

   Η πρώτη επιστολή δήλωνε ξεκάθαρα ότι η Φου Χουέ υπακούει στο νέο καθεστώς, ότι η επιχείρησή της θα πληρώνει φόρους και ότι ο ίδιος εγγυάται προσωπικά για τη συμπεριφορά της. Κάθε γράμμα ήταν μετρημένο, κάθε σημείο βεβαιωμένο με τη σφραγίδα του. Όταν τελείωσε, το ρολό αναδίπλωσε και το έδωσε στη Φου Χουέ.

    «Αυτό», της είπε, «θα μπορείς να το δείξεις στους τοπικούς άρχοντες. Κανείς δεν θα το αγνοήσει.»

    Κατόπιν, άνοιξε το δεύτερο ρολό. Ήταν ένα έγγραφο διέλευσης για τα πλοιάριά της και τις μεταφορές που θα έκανε στο μέλλον. «Αυτό», εξήγησε, «λειτουργεί σαν προσωπική εγγύησή μου. Αν σε αμφισβητήσουν, θα πρέπει πρώτα να λογαριαστούν μαζί μου. Εσύ απλά πρέπει να  είσαι υπάκουη. Όσο δεν έχεις επαφές με ανθρώπους των Νότιων Μινγκ θα έχεις την προστασία μου.»

    Η Φου Χουέ ένιωσε το βάρος των δύο αντικειμένων στα χέρια της. Η μία ήταν πολιτική προστασία, η άλλη πρακτική ασπίδα για τις κινήσεις της. Της έδιναν δύναμη και ασφάλεια, αλλά και την ευθύνη να φαίνεται δυνατή και προσεκτική.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ χαμήλωσε το βλέμμα του και απάντησε: «Ναι. Θα περιμένεις εκεί, και κανείς δεν θα σε υποπτεύεται. Μόνο έτσι θα επιβιώσεις χωρίς εμένα. Πρέπει να φανείς δυνατή.»

   Η Φου Χουέ άγγιξε τα έγγραφα και αναστέναξε. Το φως των φαναριών έπεφτε πάνω τους, και για πρώτη φορά ένιωσε ότι, μέσα στην ησυχία του καταλύματος, κρατούσε στα χέρια της όχι μόνο έγγραφα, αλλά και τον πυρήνα της δικής της δύναμης και ασφάλειας. Η Φου Χουέ δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω όταν έφυγε. Ίσως γιατί είχε ήδη μάθει πως, για γυναίκες σαν εκείνη, η επιστροφή δεν ήταν ποτέ πραγματική επιστροφή, αλλά μια νέα ανταλλαγή, σε έναν κόσμο όπου η επιβίωση είχε μεγαλύτερη αξία από την αγάπη.

 

 

ο αυτοκρατορικός επιθεωρητής

   Ο αυτοκρατορικός επιθεωρητής έφτασε στην Γιουεγιάνγκ πολύ πρωί, συνοδευόμενος μόνο από ελάχιστους αξιωματούχους και υπαλλήλους για να ελέγξει τις αποθήκες, τα εμπορεύματα και τις δραστηριότητες των μεγαλύτερων εμπόρων της περιοχής. Ο λόγος της επίσκεψης ήταν αυστηρά επίσημος, να επιβεβαιώσει την τάξη, να ελέγξει την οικονομική διαχείριση και να αποτρέψει πιθανές παρατυπίες ή διαφθορά.

    Ο αυτοκρατορικός επιθεωρητής, Τσανγκ Γιουάν,  ανώτατος επιθεωρητής των Βορειοδυτικών Επαρχιών, αυστηρός, ακέραιος και πολύ παρατηρητικός, με πρόσωπο που είχε χαραχτεί από χρόνια υπηρεσίας και μάτια που μπορούσαν να διαβάσουν ψέματα πριν αυτά ακόμα ειπωθούν, ως πρώτο μέλημά του ήταν να επιθεωρήσει τις αποθήκες του συζύγου της Φου Χουέ. Μια σειρά υποψιών είχαν φτάσει στα αυτιά του. Κάποιος είχε μιλήσει, όχι τυχαίος, αλλά η κουτσή υπηρέτρια που ήθελε να εκδικηθεί για τον φόνο του εραστή της. Δεν μπορούσε να αποδείξει τις υποψίες της, αλλά γνώριζε ποιά θα ήταν η τελευταία παράνομη απόπειρα του εραστή της. Μετά από εκείνο το βράδυ κανείς δεν ξαναφάνηκε. Ούτε εκείνος ούτε κάποιος από τους φίλους του. Στοιχεία αναζήτησης δεν υπήρχαν. Τα ίχνη ήταν βαθειά θαμμένα μέσα στον τόπο που είχε στρατοπεδεύσει ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Πέντε θαμμένα αποκεφαλισμένα πτώματα ακόμη και να ανακαλύπτονταν κάποτε, δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ταυτότητα των νεκρών. Η υπηρέτρια είχε αφήσει να διαρρεύσουν ψίθυροι για λαθρεμπόριο και μυστηριώδεις εξαφανίσεις συνεργατών του μεγαλέμπορου, γεγονότα που συνδέονταν με το τελευταίο ταξίδι του άντρα της Φου Χουέ.

   Ο Τσανγκ Γιουάν ήξερε ήδη ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο σύζυγος της Φου Χουέ είχε φύγει και ποτέ δεν επέστρεψε. Με αυτά τα δεδομένα, ο Τσανγκ Γιουάν αποφάσισε να ελέγξει ο ίδιος τις αποθήκες. Δεν επρόκειτο για μια τυπική επιθεώρηση· ήθελε να διαπιστώσει με τα μάτια του αν υπήρχαν ύποπτες κινήσεις, λαθρεμπόριο ή κρυμμένα εμπορεύματα, αλλά και να παρατηρήσει τη Φου Χουέ, τη γυναίκα που διαχειριζόταν τις υποθέσεις του άντρα της απουσία του.

   Οι έλεγχοι ήταν λεπτομερείς. Τα εμπορεύματα της οικογένειας της Φου Χουέ καταμετρήθηκαν, οι αποθήκες επιθεωρήθηκαν και οι υπάλληλοι εξετάστηκαν. Ο επιθεωρητής παρατηρούσε κάθε κίνηση, κάθε αριθμό, κάθε αναφορά. Η αυστηρότητα και η ακέραιότητά του δεν άφηναν περιθώρια για λάθη ή αβλεψίες.

   Μετά το τέλος της καταμέτρησης η Φου Χουέ εμφανίστηκε μπροστά του με ήρεμη φωνή και σταθερό βλέμμα:

— Αξιότιμε επιθεωρητά, ο προσωπικός γραμματέας του συζύγου μου, θα σας ενημερώσει για ο,τι θέλετε. Αυτός είναι που κρατά ζωντανή την επιχείρηση. Ο άντρας μου εδώ και κάμποσους μήνες έχει φύγει… φήμες λένε ότι πνίγηκε στη λίμνη, αλλά ακόμη δεν έχουμε βρει τίποτα. Αν θέλετε, μπορείτε να επισκεφθείτε ο ίδιος την οικία μου και να ελέγξετε ό,τι νομίζετε. Το βράδυ θα σας περιμένουμε για δείπνο, εσάς και τους συνεργάτες σας.

    Ο Τσανγκ Γιουάν στάθηκε για λίγο σκεπτικός, παρατηρώντας την. Το παράστημα και η παρουσία της τον εντυπωσίασαν, αλλά δεν έδειξε τίποτα. Η αυστηρότητα και η λογική του τον κρατούσαν συγκρατημένο, ενώ ταυτόχρονα η πρόσκληση της Φου Χουέ του έδινε την ευκαιρία να διαπιστώσει προσωπικά το μέγεθος του σπιτιού και τον πλούτο του.

   Το απόγευμα έπεφτε σιγά-σιγά στην πόλη, και ο ουρανός βάφονταν σε απαλές αποχρώσεις πορτοκαλί και χρυσού. Μια άμαξα με διακριτικά σύμβολα της αυτοκρατορικής εξουσίας πλησίαζε την πολυτελή οικία της Φου Χουέ. Στην άμαξα καθόταν ο Τσανγκ Γιουάν, ο αυτοκρατορικός επιθεωρητής των Βορειοδυτικών Επαρχιών, συνοδευόμενος από δύο πιστούς συνεργάτες,  έναν για να κρατά σημειώσεις και έναν για να διασφαλίζει την τάξη και την ασφάλεια. Οι συνεργάτες ήταν διακριτικοί, δεν μιλούσαν χωρίς λόγο, αλλά η παρουσία τους υπενθύμιζε ότι η επίσκεψη δεν ήταν απλή κοινωνική δεξίωση.

    Καθώς κατέβηκαν από την άμαξα, η Φου Χουέ εμφανίστηκε στην είσοδο του σπιτιού της. Στάθηκε όρθια, με αυτοπεποίθηση και χάρη. Ο επιθεωρητής δεν έδειξε έκπληξη, αλλά τα μάτια του αξιολόγησαν κάθε λεπτομέρεια, την πολυτέλεια του χώρου, την τάξη στις αυλές, και την ίδια την οικοδέσποινα.

    Μόλις μπήκαν στο σπίτι, τους υποδέχτηκε και ο Τανγκ Σενγκ, ο προσωπικός γραμματέας του συζύγου της Φου Χουέ. Ο Τανγκ Σενγκ υποκλίθηκε διακριτικά.

    Η Φου Χουέ οδήγησε τους προσκεκλημένους της στην αίθουσα του δείπνου. Ο αυτοκρατορικός επιθεωρητής μπήκε αργά αξιολογώντας κάθε δυνατή λεπτομέρεια. Δάπεδα από γυαλισμένο ξύλο κέδρου, μεταξωτά χαλιά που κάλυπταν κάθε γωνία, κουρτίνες από λεπτό μετάξι που κρεμόντουσαν στα παράθυρα με χαρτί ρυζιού, διακοσμημένα με χρυσές λεπτομέρειες. Φαναράκια με απαλή φλόγα ανέμιζαν τον αέρα και έριχναν χρυσές ανταύγειες στα περίτεχνα έπιπλα, στα καθίσματα από βελούδο και στις πορσελάνες που κοσμούσαν τις επιφάνειες. Στους τοίχους, καλλιγραφίες και ζωγραφιές με σκηνές φύσης και θρυλικούς ήρωες γέμιζαν τον χώρο με κύρος και σοφία.

    Το τραπέζι είχε στρωθεί προσεκτικά: πορσελάνες, χάλκινα σκεύη όλα επιλεγμένα για να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα κύρους και πολυτέλειας.

   Καθώς κάθισαν, η Φου Χουέ με ήρεμη φωνή απηύθυνε το λόγο πρώτα στον Τσανγκ Γιουάν:

— Κύριε επιθεωρητά, σας ευχαριστώ που δεχθήκατε την πρόσκληση. Είμαι στη διάθεσή σας για ό,τι χρειαστείτε.

    Ο Τσανγκ Γιουάν στάθηκε για λίγο σιωπηλός, αξιολογώντας την παρουσία της, την τάξη και την πολυτέλεια της οικίας, και τελικά κάθισε κάπως πιο αναπαυτικά, συνοδευόμενος από τους δύο συνεργάτες του. Ο προσωπικός γραμματέας του συζύγου της παρέμεινε διακριτικά παρατηρώντας, έτοιμος να παρέμβει μόνο αν χρειαζόταν.

    Το δείπνο άρχισε, νωρίς το βράδυ, όπως ήταν η παράδοση για επίσημες δεξιώσεις σε πολυτελείς οικίες. Ο Τσανγκ Γιουάν παρακολουθούσε κάθε λεπτομέρεια: την τάξη των υπηρετών, την ποιότητα των τροφών και ποτών, αλλά και την ίδια την οικοδέσποινα. Ο Τσανγκ Γιουάν με ήρεμο ύφος, σήκωσε το φλιτζάνι του τσαγιού και είπε με σταθερή φωνή:

— Furen, η απουσία του συζύγου σας σας αφήνει μεγάλη ευθύνη. Πώς καταφέρνετε να κρατάτε τις υποθέσεις υπό έλεγχο;

   Η Φου Χουέ χαμογέλασε διακριτικά, στρέφοντας το βλέμμα της στους συνεργάτες του που κρατούσαν σημειώσεις και παρατηρούσαν σιωπηλοί. Ο Τανγκ Σενγκ, ο προσωπικός γραμματέας, στεκόταν διακριτικά στη γωνία, έτοιμος να παρέμβει μόνο αν χρειαζόταν.

— «Επιθεωρητά Τσανγκ Γιουάν», είπε με σταθερή φωνή, «έχω τη βοήθεια των πιο αξιόπιστων συνεργατών μου.»

   Ο Τσανγκ Γιουάν άγγιξε το φλιτζάνι του αργά, διατηρώντας την αυστηρότητα του:

— Έχετε ακούσει φήμες για προβλήματα ή αναταραχές στους συνεργάτες σας; Κάποιοι λένε ότι υπήρξαν εξαφανίσεις…

    Η Φου Χουέ έγειρε ελαφρά, και με σταθερή φωνή αλλά πιο προσωπική τόνο είπε:

— Επιθεωρητά Τσανγκ… μπορείτε να με λέτε Φου Χουέ. Οι φήμες δεν έχουν σημασία αν η τάξη και η ακεραιότητα διατηρούνται. Μερικοί μιλούν χωρίς να γνωρίζουν όλη την αλήθεια.

    Ο επιθεωρητής χαμογέλασε ανεπαίσθητα, αλλά συνέχισε να την προσφωνεί Furen, σαν να κρατά τη θέση του, μια θέση που δεν επέτρεπε οικειότητες.

— Πολύ καλά, Φου Φουρεν. Η τάξη και η ικανότητά σας φαίνεται ότι είναι αξιοσημείωτες. Θα ήθελα να δω και ο ίδιος τα στοιχεία με τα μάτια μου.

   Η Φου Χουέ χαμογέλασε πιο πλατιά, νιώθοντας πως η οικειότητα που εισάγει με το μικρό της όνομα δίνει πιο ανθρώπινη διάσταση στην επίσημη συνάντηση.

    Οι δύο συνεργάτες του Τσανγκ Γιουάν, καθισμένοι διακριτικά γύρω από το τραπέζι, κρατούσαν σημειώσεις, παρακολουθούσαν τις κινήσεις της και την πολυτελή οικία, αλλά δεν μιλούσαν ούτε επενέβαιναν. Ο Τανγκ Σενγκ, ο προσωπικός γραμματέας, μετέφερε φαγητά και ποτά με αβίαστη ευγένεια, φροντίζοντας να μην διακόψει τη δυναμική της συνάντησης.

— Αν θέλετε, είπε η Φου Χουέ με χαμηλή φωνή,  θα χαρώ να σας δείξω τον χώρο όπου διευθύνω τις δραστηριότητες της οικογένειας.

    Ο Τσανγκ Γιουάν κούνησε αργά το κεφάλι του, διατηρώντας τον σεβασμό και την αυστηρότητά του, αλλά η σκέψη του φάνηκε να παραχωρεί μια μικρή χαλαρότητα στη γοητεία και την αυτοπεποίθηση της Φου Χουέ. Επανερχόμενος όμως στο θέμα την ρώτησε ήρεμα αλλά επίμονα:

— Και πώς μπορείτε, Furen, να διευθύνετε τόσες υποθέσεις και να διατηρείτε την τάξη σε μια τόσο περίπλοκη επιχείρηση;

   Η Φου Χουέ χαμογέλασε διακριτικά και απάντησε με σταθερή φωνή:

— Ο σύζυγός μου αντιμετώπιζε τελευταία κάποια προβλήματα υγείας. Σιγά-σιγά, τον αντικαθιστούσα σιωπηλά, πάντα υπό τις οδηγίες του. Δεν βρισκόμουν ποτέ μπροστά σε εμπορικές συμφωνίες ή συμβόλαια. Για αυτά θα ενημερωθείτε από τον προσωπικό του γραμματέα, τον Τανγκ Σενγκ.

    Ο Τσανγκ Γιουάν άφησε το φλιτζάνι του να ακουμπήσει απαλά στο τραπέζι και κούνησε το κεφάλι του, με βλέμμα παρατηρητικό:

   Η Φου Χουέ χαμογέλασε λίγο πιο πλατιά, γλιστρώντας έξυπνα γύρω από τις ερωτήσεις του:

— Όλα τα έγγραφα και οι αριθμοί είναι διαθέσιμα, κύριε επιθεωρητά. Θα ήταν άδικο να βασιστεί κανείς μόνο σε λόγια.

— «Πολύ καλά», είπε ο Τσανγκ Γιουάν, «αλλά υπάρχει και το ζήτημα της πίστης σας στη νέα εξουσία. Τα πολλά χρήματα που διαχειρίζεστε, αν δεν απατώμαι, τα κέρδισε ο σύζυγός σας την εποχή των Μινγκ. Πώς μπορώ να είμαι βέβαιος ότι η νομιμοφροσύνη σας προς τους Τσινγκ είναι αληθινή;

    Η Φου Χουέ ανασήκωσε ελαφρά το πηγούνι της και είπε με ήρεμη φωνή:

— Τότε δεν ήμουν παντρεμένη μαζί του. Τον γνώρισα πριν λίγα χρόνια, όταν είχε μείνει χήρος. Από τότε, έχω ενεργήσει με βάση την τάξη και την ηθική, και πάντα προς όφελος της οικογένειας, αλλά και της νέας εξουσίας.

   Ο Τσανγκ Γιουάν έγειρε προς τα μπρος, με βλέμμα αυστηρό:

— Θα μπορούσε να μας το επιβεβαιώσει αυτό κάποιος;

    Η Φου Χουέ απάντησε αμέσως, με ήρεμη αυτοπεποίθηση:

— Ναι, αλλά εκείνος δεν είναι εδώ για να το βεβαιώσει.

    Ο επιθεωρητής κούνησε ελαφρά το κεφάλι, σα να είχε προβλέψει την απάντηση, και συνέχισε με σταθερό τόνο:

— Υπάρχουν όμως οι προσωπικές του επιστολές με τις σφραγίδες του. Αν θέλετε να τις δείτε… Είναι επιστολές του Λι Γουέν-Τσενγκ.

   Ο Τσανγκ Γιουάν πήρε μια μικρή παύση, κοιτάζοντας τα έγγραφα που του είχε μόλις παραδώσει η Φου Χουέ. Τα παρατηρητικά μάτια του έλεγχαν τις σφραγίδες και τις λεπτομέρειες, αλλά η περιέργειά του δεν είχε κοπάσει:

— «Και τί ακριβώς κάνατε για να γράψει ο Λι Γουέν-Τσενγκ αυτές τις εγγυητικές επιστολές;»  την ρώτησε ο επιθεωρητής, με τόνο ήρεμο αλλά απαιτητικό.

    Η Φου Χουέ στάθηκε ευθυτενής, και η φωνή της ήταν σταθερή και ήρεμη:

— Πριν λίγο καιρό είχε στρατοπεδεύσει λίγο έξω από την πόλη. Οι στρατιώτες του δεν είχαν τα απαραίτητα. Τους βοηθήσαμε, προσφέροντάς τους ξυλεία για να στήσουν τον πρόχειρο καταυλισμό τους, στείλαμε άνδρες να φτιάξουν τις καλύβες τους, και τους εφοδιάζαμε με τροφή όποτε επέστρεφαν από τις περιπολίες τους.

   Έκανε ένα μικρό νεύμα προς τον Τανγκ Σενγκ, «Τις λεπτομέρειες θα σας τις αναφέρει ο Τανγκ», κύριε επιθεωρητά.

    Ο Τσανγκ Γιουάν κούνησε ελαφρά το κεφάλι του, με βλέμμα αξιολογητικό, αλλά η Φου Χουέ συνέχισε, αποκαλύπτοντας τη στιγμή που εξασφάλισε την προσωπική εγγύηση:

— Ως μικρή δωρεά της ευχαριστίας του, ο Λι Γουέν-Τσενγκ με κάλεσε προσωπικά μία ημέρα στο πρόχειρο κατάλυμά του και μου παρέδωσε αυτές τις δύο επιστολές.

    Η φωνή της είχε μια φυσική αυτοπεποίθηση. Δεν υπήρχε ίχνος υπεροψίας, αλλά η αφήγηση έδειχνε πως η σχέση της με τον πολέμαρχο ήταν καθαρά πολιτική και έμπρακτη, μια αλληλεπίδραση που βασιζόταν σε αμοιβαίο σεβασμό και πρακτική βοήθεια.

   Ο Τσανγκ Γιουάν σήκωσε το φρύδι του, κοιτώντας την Φου Χουέ με σοβαρότητα:

— Και πότε ακριβώς έγιναν όλα αυτά; Πριν από την εξαφάνιση του συζύγου σας ή μετά;

   Η Φου Χουέ στάθηκε όρθια, το βλέμμα της σταθερό και η φωνή της ήρεμη, σχεδόν με περηφάνια:

— Κύριε επιθεωρητά, η βοήθειά μας ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή που ο Λι Γουέν-Τσενγκ έφθασε εδώ. Ένας στρατιώτης του αναζητούσε ρύζι και έφθασε ως τις αποθήκες μας. Έλεγε ότι κανείς δεν τους έδινε, και αν είχαν να τους πουλήσουν ήταν σε πολύ υψηλές τιμές.

   Η Φου Χουέ έκανε ένα μικρό νεύμα προς τον Τανγκ Σενγκ, που στεκόταν διακριτικά πίσω της, έτοιμος να προσφέρει λεπτομέρειες:

— Ο σύζυγός μου αμέσως έστειλε τον Τανγκ Σενγκ με δύο εργάτες μας, φορτωμένους με τρόφιμα, χωρίς να ζητήσει χρήματα. Αμέσως μετά στείλαμε ξυλεία. Τακτικά ετοιμάζαμε γεύματα και τα αποστέλλαμε στον καταυλισμό του Λι Γουέν-Τσενγκ. Αρκετά από αυτά τα επέβλεπα προσωπικά, μήπως υπάρξει κάποιο πρόβλημα.

   Η Φου Χουέ γύρισε διακριτικά προς τον Τανγκ Σενγκ:

— Τις επακριβείς λεπτομέρειες θα τις αναλύσεις εσύ, Τανγκ Σενγκ.

    Ο Τσανγκ Γιουάν κούνησε ελαφρά το κεφάλι του, παρατηρώντας την οργανωτικότητα της γυναίκας, αλλά η φωνή της συνέχισε να γεμίζει το δωμάτιο με ήρεμη αυτοπεποίθηση:

— Μετά από λίγο καιρό, ο άντρας μου είχε να παραλάβει ένα φορτίο ξυλείας. Από τότε δεν τον ξαναείδαμε. Εμείς συνεχίσαμε να υποστηρίζουμε τον καταυλισμό του Λι Γουέν-Τσενγκ μέχρι εντελώς πρόσφατα που εκείνος έφυγε.

    Ο Τσανγκ Γιουάν ρώτησε τώρα με τον τόνο του ελαφρώς αυστηρό:

— Και με τα παιδιά τι ακριβώς έγινε; Είχα πληροφορίες ότι έχετε τρία. Πού βρίσκονται;

    Η Φου Χουέ στάθηκε ευθυτενής, με το βλέμμα της σταθερό:

— Υπάρχει ένα μικρό ζήτημα, κύριε επιθεωρητά. Τα παιδιά δεν με ήθελαν, δεν μπορούσαν να με δεχθούν ως νέα μητέρα τους. Έτσι, ο σύζυγός μου είχε αποφασίσει εδώ και καιρό να τα στείλει στην αδελφή του, στη Γκουιλίν. Ξέρετε, όσες προσπάθειες κι αν κάνει κάποιος για να γίνει συμπαθής, δεν τα καταφέρνει πάντα, και σε αυτό μπορεί ο ίδιος να μην ευθύνεται.

    Ο επιθεωρητής τέντωσε το κεφάλι του και ρώτησε, εμφανώς δυσαρεστημένος:

— Στη Γκουιλίν; Μα αυτή δεν είναι περιοχή στη σφαίρα των Νότιων Μινγκ;

   Η Φου Χουέ χαμογέλασε διακριτικά και εξήγησε με ψυχραιμία:

— Ναι, είναι. Αλλά εκεί η αδελφή του είχε παντρευτεί πολύ πριν αλλάξουν οι εποχές. Ο σύζυγός της ζει εκεί και, παρά τις αλλαγές στην εξουσία, η εμπορική συνεργασία μας είναι από πολύ παλαιά. Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά βρίσκονται σε ασφαλές περιβάλλον και οι σχέσεις μας παραμένουν σταθερές, ανεξάρτητα από την τρέχουσα πολιτική κατάσταση.

    Ο Τσανγκ Γιουάν σκέφτηκε για λίγο, αξιολογώντας την απάντηση. Η Φου Χουέ συνέχισε, χωρίς να χάσει τη στρατηγική της αυτοκυριαρχία:

— Έτσι, τα παιδιά είναι προστατευμένα, ενώ εμείς εδώ διασφαλίζουμε ότι τίποτα δεν θα τους λείψει.

   Ο επιθεωρητής έγειρε πίσω, με ένα μικρό σημάδι ικανοποίησης:

— Πολύ καλά, Furen. Είναι εμφανές ότι διατηρείτε πλήρη τάξη, ακόμη και σε θέματα οικογενειακά, παρά τις δυσκολίες και τις αλλαγές των καιρών.

    Οι δύο συνεργάτες του Τσανγκ Γιουάν κρατούσαν σημειώσεις, ενώ ο Τανγκ Σενγκ στεκόταν διακριτικά δίπλα της, έτοιμος να παράσχει οποιοδήποτε στοιχείο για την ασφάλεια και τη φροντίδα των παιδιών.

    Ο Τσανγκ Γιουάν άφησε για λίγο το βλέμμα του να διατρέξει τη Φου Χουέ, συνειδητοποιώντας ότι πίσω από την κομψότητα και την αυτοπεποίθησή  της υπήρχε σχέδιο, στρατηγική και πλήρης επίγνωση της ευθύνης της.

   Η Φου Χουέ παρατήρησε τον επιθεωρητή και τους δύο συνεργάτες του να κάθονται απέναντί της, χωρίς να αγγίζουν τα πιάτα που είχαν τοποθετηθεί προσεκτικά μπροστά τους.

— «Μα δεν φαίνεται να τρώτε, κύριε επιθεωρητά, ούτε εσείς ούτε οι συνεργάτες σας», είπε η οικοδέσποινα, με έναν τόνο αφοπλιστικής περιέργειας.

    Ο Τσανγκ Γιουάν χαμογέλασε ελαφρά, αλλά η φωνή του ήταν ήρεμη και αποφασιστική:

— Εκείνοι που κάνουν έλεγχο δεν μπορούν ποτέ να είναι λαίμαργοι. Αν ξεφύγει λίγο η προσοχή, πολλά μπορεί να κρυφθούν. Μ’ αρέσει καλύτερα να εξετάζω, να βλέπω την τάξη στα εδέσματα και στην παρουσίασή τους.

    Κούνησε ελαφρά το κεφάλι του προς τους συνεργάτες του, οι οποίοι κρατούσαν σημειώσεις με ακρίβεια.

— Αν οι κρατικοί λειτουργοί δεν χαρακτηρίζονταν από αυτοέλεγχο, τότε δίκιο θα είχαν όσοι ελέγχονται να μην τηρούν την τάξη.

   Η Φου Χουέ χαμογέλασε διακριτικά, εκτιμώντας την ακρίβεια και την αυστηρότητα της παρατήρησης του επιθεωρητή. Δεν χρειαζόταν να μιλήσει άλλο. Η τάξη του δείπνου, η καθαριότητα, η διακόσμηση και η παρουσίαση των πιάτων ήταν πλέον μέρος της αξιολόγησης, και η ίδια είχε φροντίσει κάθε λεπτομέρεια με την προνοητικότητα που απαιτούσε η στιγμή.

— «Πολύ καλά, Furen», είπε τελικά ο Τσανγκ Γιουάν, «η διαχείριση σας φαίνεται όχι μόνο αποτελεσματική αλλά και ειλικρινής.»

 

 

 η βασίλισσα του εμπορίου της λίμνης Ντονγκτίνγκ

   Το έτος 1653, στην επαρχία Χουνάν, η Φου Χουέ είχε μόλις περάσει τις δυσκολότερες εξετάσεις της ζωής της. Η κρίση του αυτοκρατορικού επιθεωρητή έμοιαζε ευνοϊκή· τίποτε δεν είχε ειπωθεί ανοιχτά, όμως ο τρόπος με τον οποίο έκλεισε τα χαρτιά του και την κοίταξε για μια στιγμή ακόμη, άφηνε να εννοηθεί πως η δοκιμασία είχε τελειώσει.

   Από εκείνη την ημέρα η Φου Χουέ δεν ήταν πια η σιωπηλή σύζυγος ενός εμπόρου. Μαζί με τον πιστό της γραμματέα, τον Τανγκ Σενγκ, ανέλαβε τις επιχειρήσεις του άντρα της. Τα εμπορικά γραφεία, οι αποθήκες, τα φορτία που έφευγαν με βάρκες στη λίμνη και στους ποταμούς της περιοχής, όλα περνούσαν πλέον από τα δικά της χέρια.

   Οι καιροί όμως είχαν αλλάξει. Οι νέοι κυρίαρχοι είχαν πατήσει γερά στη χώρα, και όποιος ήθελε να επιβιώσει όφειλε να δείξει νομιμοφροσύνη. Η Φου Χουέ το κατάλαβε γρήγορα. Έτσι, άρχισε να καλεί άρχοντες και επισήμους για μεγάλα δείπνα στην πολυτελή οικία της. Τα τραπέζια γέμιζαν με ατμούς από σούπες, με πιάτα ψαριών της λίμνης, με κρασί ρυζιού που άστραφτε στο φως των φαναριών. Οι συζητήσεις κρατούσαν μέχρι αργά, και κάθε καλεσμένος έφευγε με την αίσθηση ότι είχε κερδίσει έναν σύμμαχο.

   Σιγά σιγά το σπίτι άρχισε να αποκτά νέο όνομα. Οι άνθρωποι της πόλης δεν μιλούσαν πια για την παλιά έπαυλη του εμπόρου. Το αποκαλούσαν απλά: το σπίτι της Φου Χουέ.

   Με ελιγμούς, διπλωματία και υποχωρήσεις και κάποιες φορές με προσεκτικά επιλεγμένες δωρεές  κατάφερε να κρατήσει όρθια μια επιχείρηση που λίγο είχε λείψει να καταρρεύσει. Οι δρόμοι του εμπορίου ξανάνοιξαν, τα καραβάνια επέστρεψαν και τα πλοιάρια φόρτωναν και πάλι μετάξι, τσάι και κεραμικά.

   Ο σύζυγός της, ο κάποτε σύζυγός της, δεν την κάλεσε ποτέ να πάει κοντά του στη νέα του πατρίδα, στη Γκουιλίν, όπου είχε στήσει τις δικές του επιχειρήσεις. Εκείνος είχε διαλέξει το στρατόπεδο των παλαιών κυρίαρχων. Η Φου Χουέ είχε επιλέξει το άλλο, εκείνο των νέων.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ απέφευγε για καιρό να επιστρέψει σε εκείνη την περιοχή. Ο χρόνος, όπως γνώριζε, απομακρύνει τους ανθρώπους περισσότερο από τις αποστάσεις. Κι όμως, κάθε τόσο έφταναν στ’ αυτιά του ειδήσεις. Μιλούσαν για μια γυναίκα που είχε γίνει η βασίλισσα του εμπορίου της λίμνης. Για μια έμπορο που κανείς δεν μπορούσε εύκολα να ξεγελάσει. Για μια Φου Χουέ που κυβερνούσε τις συναλλαγές ολόκληρης της περιοχής.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ άκουγε και χαμογελούσε σιωπηλά. Μόνο εκείνος γνώριζε ποιά ήταν πραγματικά αυτή η γυναίκα. Ήξερε ότι κάποτε υπήρξε απλώς ένα ενέχυρο σε έναν κόσμο αντρικών συμφωνιών. Και ήξερε επίσης πως είχε βρει μέσα της τη δύναμη να μεταμορφωθεί σε κάτι πολύ περισσότερο. Σε μια γυναίκα που κυριαρχούσε στις ανταλλαγές, στις συμφωνίες, στους αόρατους κανόνες του εμπορίου. Γιατί όποιος έχει υπάρξει αντικείμενο συναλλαγής, όποιος έχει κάτι να ανταλλάξει, μαθαίνει γρήγορα να κατανοεί τις ισορροπίες. Και όποιος κατανοεί τις ισορροπίες, μπορεί τελικά να κυβερνά το παιχνίδι των συναλλαγών.

 

 

 

η γυναίκα του δικαστή: η Χουί-Γιέ

   Σε μια από τις περιοδείες του στις επαρχίες, ο Λι Γουέν-Τσενγκ γνώρισε τον δικαστικό Τανγκ Ζι-Τσεν, έναν άντρα σε προχωρημένη ηλικία με ακαδημαϊκή και εξουσιαστική παρουσία, και τη σύζυγό του, την όμορφη και ζωηρή Χουί-Γιέ. Εκείνη, αν και παντρεμένη, αναζητούσε τις χαρές της ζωής που της είχαν στερηθεί από την αυστηρή κοινωνική της θέση.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έφτασε στη Φουτζιέν με αφορμή μια σειρά πολιτικά φορτισμένων υποθέσεων που συνδέονταν με τη διατήρηση της τάξης στις επαρχίες που αντιστέκονταν σιωπηλά στους Τσινγκ. Η περιοχή, με τα βουνά της και τα ποτάμια που χαράζουν τη γη, ήταν γνωστή για την αντίσταση των τοπικών ηγεμόνων, για φυγάδες που αναζητούσαν καταφύγιο και για δίκες που μπορούσαν να γίνουν αφορμή για συγκρούσεις ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και τους ντόπιους.

   Σκοπός του ταξιδιού του ήταν η αναζήτηση πληροφοριών, να εντοπίσει φυγάδες, διαφωνούντες ή ανθρώπους με πολιτική επιρροή που μπορούσαν να κλονίσουν την εύθραυστη ισορροπία στην επαρχία. Σιωπηρά συγκέντρωνε στοιχεία για όσους προσπαθούσαν να παραμείνουν ανεξάρτητοι από την κεντρική εξουσία.

   Η πόλη της Φουτζιέν ξυπνούσε αργά· ο ήλιος φώτιζε τα στενά σοκάκια, και ο καπνός από τα πρωινά καντήλια τυλίγονταν σαν αχνός καμβάς πάνω από τις ταράτσες. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ περπατούσε αργά, τα χέρια του πίσω από την πλάτη, παρατηρώντας κάθε κίνηση· τους γέρους στις εισόδους, τα παιδιά που έτρεχαν γύρω από τα ζώα, τις γυναίκες που κουβαλούσαν καλάθια με φρούτα. Στη γωνία ενός λιθόστρωτου δρόμου, μια φιγούρα ξεχώριζε: η Χουί-Γιέ, ντυμένη με απλά αλλά κομψά ρούχα, κρατούσε ένα καλάθι με λουλούδια. Την ακολουθούσαν τρεις υπηρέτριες, προσεκτικά τοποθετημένες πίσω της, κρατώντας ανοιχτά μικρά φανάρια και μια ομπρέλα για την προστασία από τον ήλιο. Η παρουσία τους έδινε στην κυρία έναν αέρα κύρους, αλλά ταυτόχρονα τόνιζε τη συνήθη κλειστή της ζωή· κάθε κίνηση ήταν μελετημένη, κάθε βλέμμα προφυλαγμένο.

   «Καλημέρα,» είπε η Χουί-Γιέ, με φωνή απαλή, που είχε μια διάθεση παιχνιδιού αλλά και μια υπονοούμενη πρόκληση.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ στάθηκε για λίγο, παρατηρώντας τη σκηνή· ήξερε να εκτιμά τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική τάξη και την προσωπική επιθυμία. «Καλημέρα,» απάντησε, υποκλινόμενος ελαφρώς.

   Η νεαρή γυναίκα συνέχισε να του απευθύνει το λόγο σα να μην ήθελε να παραμείνει μόνο σε έναν τυπικό χαιρετισμό.  «Δεν σας είχα ξαναδεί στην αγορά.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ χαμογέλασε διακριτικά. «Ήρθα πριν λίγες ημέρες… αλλά οι συνθήκες των καιρών δεν μου επιτρέπουν να μείνω πολύ στη γοητευτική πόλη σας».

   Η γοητευτική κυρία του ανταπάντησε χαμογελώντας: «Ποιός ξέρει… ίσως η πόλη να θέλει να κρατήσει για λίγο περισσότερο έναν άγνωστο επισκέπτη.»

    Η Χουί-Γιέ έκανε ένα βήμα πίσω, οι υπηρέτριες ακολουθούσαν διακριτικά. Χαμογέλασε ελαφρά στον Λι Γουέν-Τσενγκ, κι ενώ γύριζε να αποχωρήσει, άφησε ένα μικρό σακουλάκι με άρωμα να γλιστρήσει διακριτικά κοντά του. Στην επόμενη στιγμή, η μυρωδιά του γιασεμιού και του σανδαλόξυλου απλώθηκε γύρω του σαν αόρατο σύννεφο, ένα σιωπηλό κάλεσμα που τον καλούσε να θυμηθεί τη συνάντηση.

   Η Χουί-Γιέ είχε ήδη απομακρυνθεί, η ροή των υπηρέτριων πίσω της σκέπαζε το βήμα της, αλλά η μυρωδιά παρέμενε, αργή και επίμονη, να τον περιβάλλει, σαν υπόσχεση ή μυστικό σημάδι, αφήνοντας τον Λι Γουέν-Τσενγκ να μείνει εκεί, παγιδευμένος ανάμεσα στην επιθυμία και την αβεβαιότητα.

   Το βράδυ, λίγο μετά το σούρουπο, ο Λι Γουέν-Τσενγκ έλαβε μήνυμα μέσω της πιστής υπηρέτριας της μυστηριώδους γυναίκας. Μαζί με το μήνυμα, η υπηρέτρια άφησε διακριτικά στο χέρι του Λι Γουέν-Τσενγκ ένα μικρό σακουλάκι με άρωμα, το ίδιο αρωματικό που είχε νιώσει εκείνο το πρωινό στην πρώτη τους σύντομη συνάντηση· ένα σιωπηλό σημάδι ότι η πρόσκληση προέρχεται πράγματι από εκείνη. Τον καλούσε να την συναντήσει.

  Η έμπιστη υπηρέτρια με σιγουριά και ήρεμο βήμα, τον οδήγησε μέσα από στενά δρομάκια, δείχνοντάς του διακριτικά την αυλή και την ξύλινη πόρτα που οδηγούσε στο εσωτερικό ενός μικρού, ήσυχου σπιτιού στην καρδιά της πόλης Φουτζιέν. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ στάθηκε με επιφύλαξη. Το μυαλό του σκεφτόταν παγίδες από εχθρούς. Μόλις πέρασαν το κατώφλι, η μυρωδιά από κεριά και διακριτικά αρωματικά μπαχαρικά γέμισε τον χώρο. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήξερε ότι εκεί θα συναντούσε τη γυναίκα που τον είχε προκαλέσει, αλλά ακόμη δεν γνώριζε ποια ήταν· η ταυτότητά της παρέμενε μυστήριο, σαν ένα σύννεφο αρώματος που τον προσκαλούσε σε μια αβέβαιη περιπέτεια.

    Χωρίς λέξη, η νεαρή γυναίκα τον κάλεσε κοντά της. Τα μάτια της έκαιγαν με μια σιωπηλή επιθυμία, και η φωνή της, απαλή αλλά επιτακτική, τον κράτησε δίπλα της για όλο το βράδυ. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ήξερε ποια ήταν· κάθε κίνηση, κάθε ψίθυρος, ήταν παιχνίδι μυστηρίου και πάθους.

    Όταν η νύχτα έφτασε στο τέλος της, και το πρώτο φως της αυγής άρχισε να μπαίνει από τα παράθυρα, εκείνη τον κοίταξε στα μάτια και με έναν τόνο που συνδύαζε παιχνιδιάρικη εξομολόγηση και αθώα αλήθεια, του είπε:

— Ο σύζυγός μου ταξιδεύει πολύ…

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένιωσε το βάρος ενός αινίγμηατος να αιωρείται στον αέρα καθώς εκείνη τον κράτησε για μια τελευταία στιγμή, πριν απομακρυνθεί προς την πόρτα.

— «Θα ξανασυναντηθούμε αύριο» του είπε «Περίμενε για μήνυμά μου. … Αν ο σύζυγός μου επιστρέψει από το ταξίδι του νωρίτερα, θα σε ειδοποιήσω εγκαίρως.»

     Η φωνή της, γεμάτη αυτοπεποίθηση και ταυτόχρονα σαγηνευτική, άφησε πίσω της ένα αχνό ίχνος μυστηρίου, σαν το άρωμα που είχε διακριτικά αφήσει νωρίτερα. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έμεινε μόνος, με την αίσθηση ότι η νύχτα αυτή ήταν μόνο η αρχή ενός παιχνιδιού πάθους και μυστικής επικοινωνίας. Αυτό το πάθος όμως δεν ήταν πρωτόγνωρο για την Χουί-Γιέ.

   Η Χουί-Γιέ είχε εξελίξει ένα παιχνίδι παρατηρητικότητας και στρατηγικής. Μαζί με τις πιστές υπηρέτριές της, παρακολουθούσε προσεκτικά ποιοί ξένοι άνδρες διέσχιζαν τα σοκάκια της Φουτζιέν. Η ίδια αναζητούσε μόνο υποψήφιους που ήταν νεόφερτοι στην πόλη, που δεν επρόκειτο να παραμείνουν πολύ, και που, το σημαντικότερο, δεν θα επέστρεφαν ξανά τακτικά· άνδρες προβλέψιμοι ή με μόνιμη παρουσία δεν της εξασφάλιζαν την εγγυημένη διακριτικότητα και την ανεμπόδιστη απόλαυση.

    Μόλις ένας τέτοιος υποψήφιος εμφανιζόταν, όταν όλα τα δεδομένα έδειχναν ότι η παρουσία του θα ήταν πρόσκαιρη και ελεγχόμενη, τότε άρχιζε το σχέδιο της σαγήνης της. Δεν ήταν ζήτημα αγάπης ή αφοσίωσης· ήταν ζήτημα απόλαυσης με κανόνες και όρια. Η κοινωνική της θέση έπρεπε να παραμείνει άθικτη, αλλά η ηδονή μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της σχέσης με έναν προσωρινό, άγνωστο ταξιδιώτη που θα έφευγε, χωρίς να αφήσει ίχνη. Και πάνω απ’ όλα ο άγνωστος εργάτης της νύχτας δεν θα έπρεπε ποτέ να μάθε την ταυτότητά της.

    Ήταν ένα παιχνίδι υπομονής, παρατηρητικότητας και λεπτών ισορροπιών. Οι μεγάλες περίοδοι απουσίας του συζύγου της διευκόλυναν αυτή την τακτική. Κάποιες φορές μπορεί να ανέμενε λίγο περισσότερο μέχρι να εντοπίσει τον κατάλληλο εραστή της νύχτας, αλλά ίσως αυτή η αναμονή να εξήρε το πάθος της περισσότερο.

    Την επόμενη ημέρα, ο Λι Γουέν-Τσενγκ επισκέφθηκε την οικία του δικαστή Τανγκ Ζι-Τσεν. Το σπίτι, ήσυχο και περιφραγμένο με ψηλούς τοίχους και χαμηλές οροφές, φαινόταν σχεδόν αδιάφορο από τον δρόμο, αλλά η πύλη του κρυβόταν πίσω από ένα τακτοποιημένο κήπο με κυπαρίσσια και βουκαμβίλιες.

    Ο δικαστής Τανγκ Ζι-Τσεν, εμφανώς κουρασμένος αλλά ευγενικός, τον υποδέχθηκε. «Μόλις επέστρεψα από ένα σύντομο ταξίδι από το Νανζίνγκ και το Φουλιάνγκ, δυο μικρά χωριά στα βόρεια της επαρχίας», είπε, «ήταν υπόθεση με διαμαρτυρίες και αναφορές για αναταραχές ανάμεσα σε ορισμένους τοπικούς αξιωματούχους. Πρέπει να διερευνηθούν προσεκτικά υποψίες για αντιστασιακές δραστηριότητες.»

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Η συζήτηση μεταφέρθηκε αμέσως σε πιο εμπιστευτικά ζητήματα: πολιτικοί φυγάδες, ύποπτοι αντιστασιακοί, κινήσεις που έπρεπε να παρακολουθηθούν διακριτικά. Οι δύο άνδρες αντάλλαζαν πληροφορίες, αξιολογούσαν πηγές και εξετάζαν στρατηγικές. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, με την πείρα και τη διπλωματική του διακριτικότητα, αισθανόταν πως αυτή η συνάντηση θα του πρόσφερε πολύτιμες γνώσεις για την κατάσταση στην επαρχία.

    Όταν η συζήτηση έφτασε στο τέλος της, ο Τανγκ Ζι-Τσεν τον κάλεσε να παραμείνει για δείπνο. «Μην φύγεις ακόμα, Λι Γουέν-Τσενγκ. Θα ήταν ευχάριστο να συνεχίσουμε την κουβέντα με ένα απλό γεύμα», είπε με ήρεμη φωνή.

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ χαμογέλασε ελαφρά. «Δεν θέλω να σας κουράσω, κύριε δικαστά.»

    Με μια κίνηση του χεριού του, ο Τανγκ Ζι-Τσεν έδειξε την πόρτα προς την τραπεζαρία που ήταν ανοικτή. «Είναι αγένεια να μην υποδεχθεί κανείς έναν φίλο και ξένο», είπε ο δικαστής. «Ο ξένος που φθάνει στην πόρτα μας αξίζει σεβασμό και καλωσόρισμα».

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ γνώριζε ότι η καθυστέρηση στην οικία του δικαστή μπορεί να είχε ως αποτέλεσμα να μην φθάσει εγκαίρως το μήνυμα που ανέμενε από την χθεσινή του άγνωστη γυναίκα. Αλλά δεν μπορούσε και να αρνηθεί. Η ερωτική απόλαυση μπορούσε για μια βραδυά να παραμεριστεί μπροστά στην επιβολή του καθήκοντος και της εθιμοτυπικής επίσκεψης.

    Ο Τανγκ Ζι-Τσεν κάλεσε τον Λι Γουέν-Τσενγκ να τον ακολουθήσει στην τραπεζαρία. Οι υπηρέτριες είχαν ήδη στρώσει το τραπέζι με τα πιο εκλεκτά σκεύη της οικίας, και μια από αυτές, η ίδια που την προηγούμενη νύχτα είχε φέρει το μήνυμα στον Λι Γουέν-Τσενγκ, φρόντιζε ώστε τα πιάτα να είναι σωστά τοποθετημένα. Το άρωμα των φαγητών και των αρωματικών βοτάνων γέμιζε τον χώρο.

   Η πόρτα άνοιξε ήσυχα, και η Χουί-Γιέ εμφανίστηκε. Το φόρεμά της ακουμπούσε απαλά το πάτωμα, και ένα διακριτικό άρωμα, γλυκό και ξυλώδες, γλίστρησε στον αέρα, περιβάλλοντας τον χώρο σαν αόρατο σύννεφο. Η Χουί-Γιέ εισήλθε στην τραπεζαρία με αργά βήματα, συνοδευόμενη από τις υπηρέτριες. Η Χουί-Γιέ χαμογέλασε με ευγένεια, κρατώντας το βλέμμα της σε ουδέτερη γραμμή· κανένα ίχνος αναγνώρισης, καμία ένδειξη μνήμης της προηγούμενης νύχτας, σαν άγαλμα που στέκεται έχοντας διαγράψει αυτά που έχει ζήσει.

    Ο δικαστής, με ένα απαλό νεύμα των χεριών, τον σύστησε:

   «Αυτή είναι η σύζυγός μου, η Χουϊ-Γιέ», είπε, με υπερηφάνεια που δεν έκρυβε τον θαυμασμό για την εμφάνιση και την οξυδέρκεια της γυναίκας του. «Η γνώση της και η ευστροφία της είναι αρετές που σπανίζουν.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, χωρίς να σηκωθεί εντελώς, γέρνοντας ελαφρά προς το μέρος της, έκανε μια διακριτική υπόκλιση, χαιρετώντας την με σεβασμό και εθιμοτυπική ευγένεια.

    Ο δικαστής στράφηκε προς τον Λι Γουέν-Τσενγκ και άρχισε να μιλά για ποινές που είχαν επιβληθεί σε φυγάδες και ύποπτους, και για εκείνους που προσπαθούσαν να διαφύγουν.

    Η Χουϊ-Γιέ, με ένα ελαφρύ χαμόγελο, πρόσθεσε απαλά αλλά με νόημα:

«Υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν την τιμωρία τους», είπε, κοιτώντας διακριτικά τον Λι Γουέν-Τσενγκ. «Μερικοί ίσως νιώθουν πιο ασφαλείς μέσα στους τοίχους μιας φυλακής παρά στην ελευθερία έξω. Κι άλλοι γοητεύονται από σχέδια απόδρασης… σχέδια που ίσως ποτέ δεν καταφέρουν να πραγματοποιήσουν.»

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένιωσε ένα ρίγος να περνά από την πλάτη του. Οι λέξεις της Χουϊ-Γιέ είχαν διπλό νόημα: μιλούσε για φυλακισμένους, αλλά και για ελεύθερους που έψαχναν μια απαγορευμένη γοητεία, ίσως όπως εκείνος τώρα, μπροστά σε μια άγνωστη γυναίκα που έκρυβε μυστικά.

   Ο δικαστής Τανγκ Ζι-Τσεν, με ήπιο τόνο, γύρισε προς τη Χουί-Γιέ: «Πρέπει να θυμόμαστε», είπε, «ότι κάθε άνθρωπος πρώτα αναλογίζεται την πράξη που σκοπεύει να κάνει και μόνο μετά θα συναντήσει την τιμωρία της· η δικαιοσύνη δεν ενδιαφέρεται για τα σχέδια, αλλά για την πράξη». Η Χουί-Γιέ κούνησε ελαφρά το κεφάλι, ακολουθώντας τον τόνο του. Καληνύχτισε και αποχώρησε.  

 

 

η παλλακίδα Σιάο-Γινγκ: η γνωριμία  

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, ακολουθώντας μάλλον τις διακριτικές υποδείξεις της αδελφής του, όταν πλέον η κόρη του είχε εγγραφεί ως εσώκλειστη στη σχολή, αισθάνθηκε προς στιγμήν απελευθερωμένος από ένα βάρος. Θα μπορούσε ίσως τώρα, ίσως για λίγο, να δημιουργήσει μια πιο μόνιμη σχέση, έστω και αν αυτή δεν ήταν απόλυτα συναινετική ή δεν ήταν απόλυτα φυσιολογική για τα πρότυπα της κοινωνίας του Λο Τζιάνγκ.

   Ο Λι Γουέν‑Τσενγκ βρισκόταν στην περιφέρεια Τσενγκντόγκ, μια κωμόπολη των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων στα νότια της επαρχίας Σετσουάν,  μια περιοχή που ήταν στρατιωτικά και κοινωνικά ρευστή μετά την πτώση των Μινγκ και τον συνεχιζόμενο αγώνα των δυνάμεων των Νότιων Μινγκ και των Τσινγκ για τον έλεγχο της νότιας Κίνας.

  Εκεί, ανάμεσα σε πολλές κοπέλες που βοηθούσαν στις δουλειές, κουβαλούσαν νερό και περιποιούνταν τραυματίες ή πρόσφυγες στις παρυφές των στρατοπέδων, η Σιάο‑Γινγκ ξεχώρισε αμέσως. Δεν ήταν απλώς η ομορφιά της, που ήταν αδιαμφισβήτητη, λεπτά χαρακτηριστικά, μάτια που άστραφταν ακόμα σε δύσκολους καιρούς, έναν ώμο που σήκωνε ευθύνη πέρα από την ηλικία της. Ήταν η ήρεμη σταθερότητα με την οποία κοίταζε τα πράγματα γύρω της, σαν να κατανοούσε πώς λειτουργεί ο κόσμος, ακόμη και όταν εκείνος έμπαινε σε ταραχή. Κι αυτό ήταν που τράβηξε τον Λι Γουέν‑Τσενγκ περισσότερο πάνω της.

   Η Σιάο‑Γινγκ προερχόταν από ένα μικρό χωριό, το  Σινγκ‑Λουο, στα νότια της επαρχίας Σετσουάν, περίπου μια ημέρα δρόμο από την κωμόπολη Τσενγκντόγκ όπου την πρωτοσυνάντησε ο Λι Γουέν‑Τσενγκ. Το Σινγκ‑Λουο ήταν ένα ταπεινό χωριό που είχε υποφέρει βαριά από τις συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων των Νότιων Μινγκ και των Τσινγκ. Τα χωράφια είχαν εγκαταλειφθεί, πολλές οικογένειες είχαν σκορπιστεί, κι όσοι είχαν μείνει προσπαθούσαν να επιβιώσουν με ό,τι μπορούσαν να καλλιεργήσουν. Η Σιάο‑Γινγκ, παρά τις δυσκολίες, είχε μεγαλώσει με ένα αίσθημα εργατικότητας και ευθύνης.

   Ήταν αυτή η απαλή αποφασιστικότητα και το βλέμμα που είχε μάθει να διακρίνει την ουσία αντί για την επιφάνεια, που τράβηξαν τον Λι Γουέν‑Τσενγκ ανάμεσα σε τόσες άλλες κοπέλες που είχε δει στις περιοχές των εκκαθαρίσεων, βλέμμα που έλαμπε μέσα από τη σιωπή.

   Η Σιάο‑Γινγκ τον κοίταξε με αμετακίνητη γαλήνη, με τα μάτια της να λάμπουν σαν να γνώριζαν όσα εκείνος προσπαθούσε να κρύψει από τον ίδιο τον εαυτό του. «Κάθε άνθρωπος που κρατά όπλο,» του είπε με ήρεμη φωνή, «φοβάται να αφήσει το βάρος του καρπού του να γίνει βάρος της ψυχής του. Αλλά να ξέρεις, δεν θα σε φοβηθώ, ούτε θα σε κρίνω για όσα φέρεις. Κρίνω μόνο εκείνους που δεν μπορούν να σταθούν όρθιοι όταν οι άλλοι πέφτουν.»

   Ο Λι Γουέν‑Τσενγκ ένιωσε ένα μικρό ρίγος. Η αυτόνομη δύναμη και η ψυχραιμία της, το να μιλήσει έτσι με ευθύτητα σε έναν πολέμαρχο,  χωρίς μάλιστα εκείνος καν να της απευθύνει το λόγο, ήταν που τον κένττρισε. Κι εκείνη, με μια σχεδόν παιχνιδιάρικη κίνηση, σκέπασε το χαμόγελό της πίσω από τα δάχτυλά της, σαν να ήξερε ότι τον είχε ήδη ανακρίνει χωρίς καν να μιλήσει άλλο. Η Σιάο‑Γινγκ στεκόταν μπροστά στον Λι Γουέν‑Τσενγκ, χωρίς να κατεβάσει το κεφάλι της, αντικρύζοντάς τον στα μάτια με μια ηρεμία που μαγνήτιζε. Από την τσέπη της έβγαλε ένα μικρό ξύλινο κουτί γεμάτο λεπτά ραβδάκια, τα «ραβδάκια της μοίρας» που είχε μάθει να χρησιμοποιεί από τον παππού της στο Σινγκ‑Λουο. Χωρίς φόβο, τα ανακάτεψε με τα δάχτυλά της, κι ύστερα έδωσε στον πολέμαρχο να τραβήξει ένα.

   «Κοίταξε,» είπε με σταθερή φωνή, «σε αυτό που τραβάς το πνεύμα των στοιχείων της ημέρας σου μιλάει. Υπάρχει ένας δρόμος γεμάτος μάχη και αίμα, αλλά και στιγμές που η τύχη θα σου χαμογελάσει, αν ξέρεις να κρατάς ισορροπία ανάμεσα στο Yin και το Yang.»

   Ο Λι Γουέν‑Τσενγκ την παρατηρούσε σιωπηλός, γοητευμένος. «Και τι βλέπεις για εμένα;» τη  ρώτησε.

   Η Σιάο‑Γινγκ χαμογέλασε αχνά, σαν να έκρυβε μια γνώση μεγαλύτερη από τη δική του. «Το όπλο σου είναι ισχυρό, μα η καρδιά σου έχει ένα κενό.  Η ίδια η τύχη μπορεί να γίνει παγίδα, αν την υποτιμήσεις.»

   Κι εκεί, ανάμεσα στα ξύλινα ραβδάκια και τα μυστικά των στοιχείων, ο Λι Γουέν‑Τσενγκ ένιωσε ότι η Σιάο‑Γινγκ δεν ήταν μόνο όμορφη· ήταν ένας άνθρωπος που καταλάβαινε τη μοίρα και ήξερε πώς να διαβάζει τους αόρατους δρόμους της ζωής, και αυτή η συνειδητοποίηση τον άφησε γοητευμένο.

    Η Σιάο‑Γινγκ τράβηξε ένα ακόμη ραβδάκι και το γύρισε ανάμεσα στα δάχτυλά της. «Οι δρόμοι που διάβηκες δεν ήταν πάντα καθαροί,» είπε, κοιτάζοντας τον Λι Γουέν‑Τσενγκ με έντονο βλέμμα. «Κάποια μονοπάτια άφησαν ίχνη που δεν ξεχνιούνται. Ούτε η τύχη ούτε οι άνθρωποι ξεχνούν εύκολα τις επιλογές σου. Κάποιοι σε φοβήθηκαν, άλλοι σε ακολούθησαν, και μερικοί θα σε κρίνουν για πάντα για αυτά που έκανες μακριά από το σπίτι σου.»

   Η Σιάο‑Γινγκ συνέχισε, αυτή τη φορά πιο απαλά: «Κάποτε μια γυναίκα που υπήρξε κοντά σου σε άφησε για τον αγαπημένο της. Το παιδί που έκανε μαζί σου ήταν στην πραγματικότητα του άνδρα που αγαπούσε. Τώρα αυτή η γυναίκα δεν ζει πια. Αλλά η σκιά της ιστορίας αυτής μένει, σαν υπενθύμιση ότι η καρδιά δεν υπακούει πάντα στις δικές μας επιθυμίες.»

   Ο Λι Γουέν‑Τσενγκ ένιωσε ένα μούδιασμα, ούτε  θυμό ούτε η ενοχή, αλλά κάτι σαν αμυδρή θλίψη και συνειδητοποίηση. Η Σιάο‑Γινγκ είχε δει πίσω από τη μάσκα του πολέμαρχου και είχε αγγίξει την πιο ανθρώπινη, ευάλωτη πλευρά του.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την πλησίασε και χαμηλόφωνα της ζήτησε το βράδυ να τον επισκεφθεί στη σκηνή του. Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια και είπε :

   «Αν με θέλεις για να σου πω την τύχη, θα με βρεις αύριο στο ίδιο μέρος. Αν με θέλεις επειδή σου αρέσω, τότε θα έρθω. Αλλά να ξέρεις… θα είμαι μαζί σου μόνο όσο θέλω εγώ. Όταν σταματήσεις να μου αρέσεις, θα φύγω. Ακόμη και να με κρατήσεις θα ξέρεις τότε, πως και να με κρατάς στα χέρια σου θα είναι σαν να αγκαλιάζεις ένα σώμα που αναπνέει… αλλά χωρίς ψυχή.»

   Η φράση της κρέμονταν στον αέρα, ισχυρή και ανεξάρτητη, σαν μια προειδοποίηση που ήξερε καλά ότι θα έπρεπε να τη σεβαστεί.

 

 

τα νήματα του Πεπρωμένου στη σκηνή του Λι Γουέν-Τσενγκ

   Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω από τις περιοχές των εκκαθαρίσεων, και η στρατιωτική σκηνή του Λι Γουέν-Τσενγκ έμοιαζε με νησίδα ησυχίας ανάμεσα σε θορύβους μακρινού πολέμου. Η Σιάο-Γινγκ πλησίασε, ντυμένη με σκοτεινά υφάσματα που σάλευαν με κάθε βήμα της, και το φως της φλόγας από τις λυχνίες έπεφτε πάνω της σαν να ήθελε να ξεκλειδώσει μυστικά.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την περίμενε μέσα στη σκηνή.  η Σιάο-Γινγκ μπήκε, δεν πρότεινε τα χέρια της για αγκαλιά. Αντίθετα, άπλωσε μπροστά της ένα μικρό ξύλινο κουτί: μέσα του, «τα Νήματα του Πεπρωμένου».

   Με ένα διακριτικό χαμόγελο, άφησε τα λεπτά ραβδάκια να τρέξουν ανάμεσα στα δάχτυλά της, κι έπειτα τα σταθεροποίησε με τρόπο που έμοιαζε τυχαίος αλλά δεν ήταν.

  «Δεν είναι μόνο τύχη αυτά που βλέπω,» είπε χαμηλόφωνα. «Ξέρω και πράγματα για ό,τι φέρνει το παρελθόν… Σκιές που ακόμα σε κυνηγούν, μυστικά που δεν έχεις ακόμη κοιτάξει κατάματα.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένιωσε το δέρμα του να σκιρτάει, όχι μόνο από τον αισθησιασμό της παρουσίας της αλλά και από την αίσθηση του πεπρωμένου που η Σιάο-Γινγκ περιέγραφε. Η φωνή της ήταν σαν να μιλούσε για την ψυχή του: γοητευτική, επικίνδυνη, ακατανίκητη.

«Και αν θέλω να δω περισσότερα;» τη ρώτησε.

  – «Αυτός που θέλει να μάθε πεισσότερα θα πρέπει να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει εκείνα  που θα αποκαλυφθούν μπροστά του. Αν δεν είναι έτοιμος και δυνατός, τότε να μην προχωρήσει.»

   Έκατσε κοντά του, αφήνοντας την πνοή της να ακουμπά το λαιμό του, αλλά το βλέμμα της παρέμενε απόμακρο, σαν να έβλεπε πέρα από τη σκηνή, μέσα στα μυστικά της μοίρας. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ κατάλαβε πως αυτή η νύχτα δεν ήταν παιχνίδι· ήταν μια πρόκληση. Μια υπόσχεση για δύναμη, πάθος και μυστικά που δεν θα μπορούσε ποτέ να αγνοήσει.

   Η νύχτα πέρασε ήρεμα, αλλά κάθε σκιά μέσα στη σκηνή κουβαλούσε τον παλμό της επιθυμίας, κάθε ανάσα τους ήταν μια υπόσχεση, κάθε κίνηση ένας κανόνας: τα Νήματα του Πεπρωμένου ήταν ιερά, και η μοίρα τους είχε μόλις αρχίσει να ξεδιπλώνεται.

   Από εκείνη τη νύχτα, η Σιάο-Γινγκ έγινε αναπόσπαστο μέρος της ζωής του Λι Γουέν-Τσενγκ. Τον ακολουθούσε αδιαμαρτύρητα σε κάθε εκστρατεία και αποστολή, είτε ως πιστή σύνευνος, είτε ως διακριτική αγγελιαφόρος των μηνυμάτων του πεπρωμένου. Κάθε στιγμή μαζί του ήταν μια λεπτή ισορροπία: όσο περισσότερη εμπιστοσύνη της έδινε, τόσο μεγαλύτερη και η ερωτική ανταπόκριση που του χάριζε, με τρόπο που συνδύαζε την αφοσίωση, τη σωματική ένταση και το μυστήριο της μοίρας που τους συνέδεε. Η παρουσία της δεν ήταν απλώς συνοδεία· ήταν μια ζωντανή υπενθύμιση των Νημάτων του Πεπρωμένου, που έπλεκαν αόρατα τις ζωές τους σε ένα νήμα αφοσίωσης, πάθους και μοίρας.

 

 

η Σιάο-Γινγκ ένοικος στο αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ

    Η Σιάο-Γινγκ μετά από καιρό, ίσως ένα χρόνο μετά την πρώτη επαφή της στη στρατιωτική σκηνή του Λι Γουέν-Τσενγκ εγκαστάθηκε ως μόνιμη κάτοικος του σπιτιού του Λι Γουέν-Τσενγκ στο Λο Τζιάνγκ, αλλά για την αδελφή του, τη Λι Σου-Γιάν, η παρουσία της ήταν σαν να μην υπήρχε.

   Η Λι Σου-Γιάν δεν ήθελε να αναγνωρίσει ούτε να επικυρώσει δημοσίως ότι μια κοπέλλα από τις κατεχόμενες περιοχές, μια αιχμάλωτη της μοίρας, είχε κερδίσει την καρδιά του αδελφού της. Για εκείνη, η Σιάο-Γινγκ παρέμενε μια «αόρατη» παρουσία, μια παλλακίδα που οφείλει να παραμένει στο περιθώριο, όσο και αν η αφοσίωση και η ερωτική της δύναμη έδεναν τον πολέμαρχο σε αυτήν. Η Σιάο-Γινγκ ήξερε καλά ότι η αδιαφορία της Λι Σου-Γιάν ήταν μέρος του παιχνιδιού εξουσίας, μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αναγνώριση και την απόρριψη.

   Παρά τις μάταιες προσπάθειες της Σιάο-Γινγκ να συναντήσει την αδελφή του Λι Γουέν-Τσενγκ εκείνη της το παράγγειλε κοφτά. Δεν ανήκαν στην ίδια τάξη, εκείνη ήταν κοπέλλα από μια αγροτική φτωχή οικογένεια, αν ήταν κοπέλλα από ανώτερο στρώμα, έστω και από αυτές τις κυριαρχούμενες ή καταληφθείσες περιοχές, τότε θα είχε κάποιο νόημα. Οι κόσμοι δεν γεφυρώνονται.

   Έτσι η Σιάο-Γινγκ έμαθε να ζει με τη σιωπηλή αναγνώριση της θέσης της ως παλλακίδα, ως σύντροφος, ως αγγελιαφόρος της μοίρας, αλλά ποτέ ως ισότιμη στο μεγάλο αρχοντικό με τις επεκτάσεις και τις προσθήκες, ένα αρχοντικό που δεν θύμιζε πλέον το  πατρικό σπίτι των Λι, αλλά τώρα πλαισίωνε με την επιβολή του μεγέθους του, την εδραίωση της εξουσίας και της κοινωνικής ισχύος του πολέμαρχου.

 

 

ο αγώνας της παλλακίδας Σιάο-Γινγκ για να διαγράψει τη μνήμη του Λι Γουέν-Τσενγκ

   Η Σιάο-Γινγκ παρά τη νεαρή ηλικία της γνώριζε καλά τη δύναμη της μνήμης, τη δύναμη των εικόνων που ακολουθούσαν έναν άνδρα για χρόνια. Και όσο κι αν ο Λι Γουέν-Τσενγκ προσπαθούσε να κρύψει την απουσία της γυναίκας του, εκείνη ήξερε ότι η εικόνα της νεκρής συζύγου θα παρέμενε πάντα μέσα του σαν μια ανεξίτηλη πληγή. Όμως, δεν ήταν διατεθειμένη να αφήσει την ιστορία του παρελθόντος να τον στοιχειώνει. Αν η μνήμη ήταν όπλο, τότε η ίδια ήταν έτοιμη να το χρησιμοποιήσει για να του αποσπάσει τη σκέψη  από το βάρος του παρελθόντος του.

   Ξεκίνησε με τα ρούχα. Στην αρχή ήταν μια αθώα  απλή κίνηση. Το μακρύ, βαρύ φόρεμα της συζύγου του, εκείνο το λευκό κι ασημένιο φόρεμα που τη συνόδευε στις γιορτές, κρεμόταν ακόμα στην ντουλάπα του αρχοντικού. Κάθε φορά που ο Λι Γουέν-Τσενγκ το έβλεπε, η θύμηση της γυναίκας του αναδυόταν, τόσο καθαρή και ζωντανή, που δεν μπορούσε να τη διώξει από το μυαλό του. Η Σιάο-Γινγκ αποφάσισε να το αφαιρέσει χωρίς προειδοποίηση. Σε μια νύχτα που ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν απασχολημένος με τις δουλειές του, πήρε το φόρεμα και το έθαψε κάτω από το δάπεδο του δωματίου της. Ήξερε πως ο άρχοντας δεν θα το αναζητούσε εκεί. Στην θέση του άφησε ένα δαντελωτό ύφασμα, απαλό και απαλλαγμένο από τις μνήμες του παρελθόντος.

    Με την ίδια αποφασιστικότητα, προχώρησε σε άλλες πράξεις. Στην κρυστάλλινη βιτρίνα του γραφείου του, όπου φυλάσσονταν τα πολύτιμα κειμήλια της γυναίκας του — το σμαραγδένιο βραχιόλι, το διαμάντι που της είχε χαρίσει για τα γενέθλιά της — τα αντικείμενα που κρατούσαν τη μνήμη της ζωντανή — τα αφαίρεσε. Είχε προετοιμαστεί καλά. Τα αντικείμενα αυτά είχαν κάποια σημασία για τον άρχοντα, τα θεωρούσε αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου του, της συντροφικότητας που είχε μοιραστεί με τη γυναίκα του. Εντούτοις, η Σιάο-Γινγκ ήξερε πως κάθε φορά που τα κοιτούσε ο Λι Γουέν-Τσενγκ, τότε η Σιάο-Γινγκ γινόταν απλώς μια σκιά. Κάποια νύχτα, με αθόρυβη κίνηση, τα αντικατέστησε με άλλα, λιγότερο λαμπερά, ίσως και αδιάφορα. Το διαμάντι είχε αντικατασταθεί με ένα απλό, στρογγυλό κόσμημα από ασημένιο μέταλλο, και το βραχιόλι με ένα ξύλινο φυλαχτό.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ άρχισε να παρατηρεί κάτι περίεργο. Κάθε φορά που γύριζε στο σπίτι, κάτι του φαινόταν ελαφρώς διαφορετικό, σαν να είχε μπλέξει τις αναμνήσεις του με τις εικόνες του παρόντος. Η ίδια η Σιάο-Γινγκ τον παρέσυρε περισσότερο στο δώμα της, προσπαθώντας να δημιουργήσει έναν νέο χώρο, ελεύθερο από τις φωνές του παρελθόντος. Κάθε μέρα που περνούσε, τον έφερνε κοντά της όλο και περισσότερο. Στο δωμάτιό της, τα φώτα ήταν πάντα χαμηλά, οι κουρτίνες τραβηγμένες για να κρύβουν τον ήλιο. Μια ατμόσφαιρα βαριά από λουλούδια και αιθέρια έλαια τον τύλιγε καθώς εκείνη τον καλούσε κοντά της, προσφέροντάς του μια νέα πραγματικότητα, μακριά από τα σημάδια του παρελθόντος. Η σιωπή τους γινόταν συχνά πιο βαρειά από λόγια, πιο παρηγορητική από όλες τις εξηγήσεις που ο Λι Γουέν-Τσενγκ μπορούσε να δώσει στον εαυτό του.

   Κάθε φορά που τον πλησίαζε, η Σιάο-Γινγκ δεν τον άφηνε να ξεφύγει από το βλέμμα της. Τα χέρια της, απαλά, τον κρατούσαν με τρόπο που δεν άφηνε περιθώρια για αντίσταση. Και όταν οι ενοχές άρχιζαν να εμφανίζονται, εκείνη γνώριζε πώς να τις απαλύνει με την γλυκιά της φωνή, την ελαφριά της αναπνοή που τον έπνιγε. Όσο περισσότερο έμενε κοντά της, τόσο λιγότερο θυμόταν τη γυναίκα του. Και όσα ξεθωριασμένα σύμβολα του παρελθόντος εκείνος σήκωνε για να κοιτάξει, τόσο περισσότερο αυτά έγιναν αόρατα για τον Λι Γουέν-Τσενγκ.

   Η Σιάο-Γινγκ δεν ήταν μόνο παλλακίδα. Ήταν η αρχιτέκτονας μιας νέας πραγματικότητας, της πραγματικότητας που εκείνη ήθελε να δημιουργήσει για εκείνον, να του πάρει την ψυχή και να την γεμίσει με τον εαυτό της. Και ο άρχοντας, βυθισμένος στην αδυναμία του, δεν μπορούσε να καταλάβει πως οι εικόνες του παρελθόντος του εξαφανίζονταν σιγά σιγά και  αντικαθίστανταν με τις δικές της.

   Η Σιάο-Γινγκ γνώριζε τη δύναμη της μέθης πολύ καλά, μια δύναμη που μπορούσε να απογυμνώσει τις συνειδήσεις και να αχρηστεύσει τις ενοχές. Στην αρχή, το είχε καταλάβει από το βλέμμα του. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, αν και ισχυρός και αποφασιστικός στους περισσότερους τομείς της ζωής του, έδειχνε αδύναμος όταν το μυαλό του θολωνόταν. Είχε παρατηρήσει πόσο χαλαρός και επιρρεπής γινόταν όταν το ποτήρι του ήταν γεμάτο, πόσο εύκολα άφηνε τις σκέψεις του να διαλυθούν μέσα στην καπνισμένη ατμόσφαιρα των δωματίων της.

   Η Σιάο-Γινγκ άρχισε να ετοιμάζει τα ποτά με φροντίδα. Είχε επιλέξει με προσοχή το κρασί που θα έφερνε εκείνη τη μέρα. Οι Κινέζοι, παρά τη μακρά τους παράδοση του τσαγιού, είχαν τα δικά τους εκλεπτυσμένα αλκοολούχα ποτά, το φημισμένο «κίτρινο κρασί» από αρωματικό και δυνατό ρύζι, καθώς και το κρασί από φρούτα που παλαιωνόταν για χρόνια σε ξύλινα βαρέλια. Ωστόσο, η Σιάο-Γινγκ ήξερε ότι τα καλύτερα κρασιά του κόσμου δεν ήταν εύκολα προσβάσιμα. Αλλά είχε τις γνωριμίες της και πάντα ήξερε πώς να βρει τα πιο σπάνια ποτά, τα οποία είχαν τη δύναμη να πλανέψουν το μυαλό του και να τον κάνουν να ξεχάσει τις νύχτες με τη σύζυγό του.

   Η πρώτη φορά που το έκανε, ήταν σε μια βραδινή συνάντηση, όταν οι φλόγες της φωτιάς έκαιγαν αργά, ρίχνοντας έναν πορτοκαλί χρωματισμό στο δωμάτιο. Στο τραπέζι υπήρχαν λίγα φαγητά, αλλά το ποτήρι του Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν γεμάτο. Η Σιάο-Γινγκ, με το πιο γλυκό χαμόγελο, του πρόσφερε το ποτό της. Ήταν ένα εξαιρετικό «κίτρινο κρασί», που είχε ωριμάσει για δέκα χρόνια και είχε μια έντονη γλυκιά γεύση με νότες φρούτων και μπαχαρικών. Ο άρχοντας, πάντα πρόθυμος να αποδεχτεί ένα καλό ποτό, το ήπιε με την προσδοκία μιας ήρεμης βραδιάς. Αλλά η αίσθηση ήταν διαφορετική αυτή τη φορά. Το αλκοόλ που είχε επιλέξει ήταν πιο ισχυρό από το συνηθισμένο, και η γεύση του έκρυβε κάτι ανατριχιαστικό, κάτι που ερχόταν από μια μακρινή γη.

    Σταδιακά, οι αισθήσεις του άρχισαν να θολώνουν. Οι γωνίες του δωματίου άρχισαν να λιώνουν, ο ήχος της φλόγας να αναμιγνύεται με το γλυκό τραγούδι της φωνής της Σιάο-Γινγκ. Εκείνη, παρατηρώντας το βλέμμα του να αλλοιώνεται, έφερε ένα δεύτερο ποτήρι. Αυτή τη φορά ήταν από το σπάνιο κρασί από λωτούς, που φημιζόταν για τη γλυκύτητα και τη δύναμή του. Το κρασί ήταν βαρύ και γλυκό, σχεδόν σαν νέκταρ, με αόρατους μηχανισμούς που κατακτούσαν τον εγκέφαλο και τον απομάκρυναν από τις βασανιστικές αναμνήσεις.

    «Πιες», είπε με το γλυκό της ψίθυρο, «το βράδυ είναι για να απολαμβάνεις. Άφησε τα πάντα πίσω σου.»

    Με το τρίτο ποτήρι, η φωνή της άρχισε να τον παρασέρνει σε έναν κόσμο χωρίς έγνοιες. Έμοιαζε σαν να έμπαινε σε έναν άλλο κόσμο, μακριά από τις αμφιβολίες του και τις ενοχές του για τη γυναίκα του που είχε χαθεί. Η Σιάο-Γινγκ το ήξερε αυτό. Είχε παρατηρήσει πόσο γρήγορα η μέθη του τον έβγαζε από τον έλεγχο. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, κάποτε σοβαρός και προσεκτικός, τώρα ήταν σαν παιδί στα χέρια της. Το κρασί που του έδινε τον έλυνε, τον εξημέρωνε, τον έκανε να ξεχάσει τη σύζυγό του, να την παραμερίσει χωρίς να το καταλάβει.

    Αυτή η τεχνική της μέθης δεν ήταν απλώς για να τον κάνει να ξεχάσει, αλλά και για να τον ελέγξει. Κάθε φορά που το ποτήρι του ήταν γεμάτο, η Σιάο-Γινγκ γινόταν ο κόσμος του. Η σκιά της γέμιζε το δωμάτιο και εκείνος, μέρα με τη μέρα, αναγνώριζε τη Σιάο-Γινγκ ως την μόνη πραγματικότητα, σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο, ούτε η νεκρή σύζυγός του, ούτε οι παλιές θύμησες που τον βάραιναν. Το αλκοόλ του έδινε την αίσθηση ότι βυθιζόταν σε ένα όνειρο, και όσο προχωρούσε η μέθη, τόσο λιγότερο τον ενδιέφερε η πραγματικότητα.

    Η Σιάο-Γινγκ δεν τον άφηνε να ξεφύγει από το μονοπάτι που εκείνη είχε χαράξει. Η μέθη του δεν ήταν μόνο μια ανακούφιση για εκείνον, ήταν η κατασκευή ενός νέου κόσμου, έναν κόσμο όπου η Σιάο-Γινγκ ήταν η μόνη αλήθεια και οι μνήμες του ανήκαν πια στο παρελθόν.

   Η Σιάο-Γινγκ γνώριζε πως η καρδιά του Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν ακόμα δεμένη με το παρελθόν του, παρόλο που η Σιάο-Γινγκ προσπαθούσε να τον επαναφέρει στον παρόν. Έβλεπε τη δυσκολία του να την κοιτάξει χωρίς ενοχές και την αίσθηση της απώλειας που πάντα την ακολουθούσε. Ήξερε πως, όσο εκείνος συνέχιζε να νιώθει την παρουσία της νεκρής συζύγου του, δεν υπήρχε χώρος για αυτήν στον κόσμο του.

   Αλλά η Σιάο-Γινγκ ήταν αποφασισμένη. Μεθοδικά, άρχισε να διαμορφώνει έναν καινούριο κόσμο για τους δυο τους, να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα, απαλλαγμένη από τις σκιάς του παρελθόντος. Περνούσε ατέλειωτες ώρες δίπλα του, μιλώντας του για όσα μπορούσαν να κάνουν μαζί, για το μέλλον τους, το οποίο εκείνη ήξερε πως θα μπορούσε να οικοδομήσουν αν εκείνος την αποδεχόταν πλήρως. Ο στόχος της ήταν ξεκάθαρος: να τον απομακρύνει από το χώρο της πρώτης του οικογένειας, από τη μνήμη της συζύγου του και από κάθε τί που έμοιαζε με παρελθόν.

   «Αγαπημένε μου», του έλεγε συχνά, το βλέμμα της γεμάτο αποφασιστικότητα και γλυκύτητα, «έχουμε ένα μέλλον μπροστά μας. Όχι πια ζωντανές μνήμες από το παρελθόν, αλλά χρόνια γεμάτα από όνειρα και στιγμές που θα ζήσουμε μαζί. Ο κόσμος μπορεί να μας δει όπως θέλουμε. Δεν χρειάζεται να υπάρχει τίποτε που να μας κρατάει πίσω.»

   Ένα βράδυ, ενώ καθόντουσαν δίπλα στη φωτιά, με το άρωμα του κρασιού να γεμίζει τον αέρα, η Σιάο-Γινγκ τον κοίταξε με τα μάτια της γεμάτα πάθος. «Φαντάσου, αγαπημένε μου, να ταξιδεύουμε μαζί στις επαρχίες της χώρας, να δείχνουμε στον κόσμο την ευτυχία μας. Να πηγαίνουμε όπου θέλουμε, χωρίς αλυσίδες. Να είμαστε ελεύθεροι.»

   Η Σιάο-Γινγκ έκανε τα πάντα για να τον παρασύρει σε αυτή την ιδέα. Του μιλούσε για περιπέτειες σε μακρινούς τόπους, για νέα μέρη που δεν είχαν καμία σχέση με την παλιά του ζωή. Είχε μάθει να του ζωγραφίζει εικόνες ενός κόσμου χωρίς δεσμά, χωρίς τις αναμνήσεις που τον έδεναν με τη γυναίκα του, χωρίς τις υποχρεώσεις που εκείνος είχε παλαιότερα. Του εξηγούσε πώς μπορούσαν να ζήσουν χωρίς την παρουσία του παλιού κόσμου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να επιστρέφει στο σπίτι του.

   «Πήγαινε μαζί μου. Πάμε σε άλλες πόλεις, αφήνουμε πίσω μας ό,τι μας στοιχειώνει», του έλεγε. «Ο κόσμος θα μας αποδεχτεί. Η ζωή μας ανήκει.»

   Προσπαθούσε να του δείξει ότι δεν υπήρχε   κανένα εμπόδιο στη δική τους αγάπη, ότι εκείνη ήταν το παρόν και το μέλλον του. Ήξερε πως για να καταφέρει να τον αποδεσμεύσει πλήρως από το παρελθόν, έπρεπε να του προσφέρει κάτι νέο, κάτι που να μην μπορεί να βρει πουθενά αλλού. Και για να το καταφέρει αυτό, τον προσκαλούσε να ξεκινήσουν μαζί την κοινή τους πορεία, να δείξουν στον κόσμο πως εκείνη ήταν η παρούσα επιλογή του, η μόνη που είχε αξία.

   Η Σιάο-Γινγκ δεν έπαυε να του μιλά για τη δυνατότητα ενός νέου κόσμου, ενός κόσμου που θα μπορούσε να είναι μόνο για εκείνους. Αν μπορούσε να τον παρασύρει σε αυτό το όνειρο, ίσως να κατάφερνε να διαγράψει και την τελευταία ίχνη του παρελθόντος του, να γίνει η μόνη αλήθεια στη ζωή του.

 

 

η προδοσία του Λι Γουέν-Τσενγκ: η Λούο Τζινγκ

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έπρεπε να επιστρέψει για κάποιες εκκαθαρίσεις στην στην περιφέρεια Τσενγκντόγκ. Λογικά δεν θα έλειπε πολύ καιρό.

   Η Σιάο-Γινγκ δεν μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ πριν από την αναχώρηση του Λι Γουέν-Τσενγκ. Τα μάτια της παρέμεναν ανοιχτά καθώς οι σκιές της σκηνής χόρευαν στους τοίχους. Το όνειρο που μόλις είχε δει νωρίτερα της γύριζε στο μυαλό με κάθε λεπτομέρεια: ένα φίδι που έφτανε ως το ύψος ενός ανθρώπου, με γυναικεία μορφή, το στόμα του γεμάτο δόντια που απειλούσαν, δάγκωνε κάποιον άνδρα φορώντας στο μέτωπό του τη σφραγίδα του πολέμαρχου. Οι κινήσεις του ήταν αργές αλλά θανατηφόρες, και κάθε φορά που τα μάτια του άνδρα ανοιγόκλειναν, μια σκιά έκοβε το δρόμο της ζωής του.

    Διφορούμενα σύμβολα γέμιζαν το όνειρο της. Ένας κόκκινος ήλιος που αιωρούνταν χαμηλά στον ορίζοντα, το νερό ενός ποταμού που ανέβαινε αντί να κυλά, και ένα μαύρο περιστέρι που πετούσε μέσα σε φλόγες. Όλα έμοιαζαν να προειδοποιούν για κίνδυνο, τραυματισμό, ίσως και απώλεια, αλλά με τρόπο αινιγματικό, όχι απόλυτα ξεκάθαρο.

   Η Σιάο-Γινγκ ανασήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό, σφίγγοντας τα χέρια της στο στρώμα. Δεν ήθελε να πανικοβληθεί, αλλά η καρδιά της ένιωθε το βάρος της προαισθήσεως. «Ο δρόμος του δεν είναι ασφαλής», ψιθύρισε στον εαυτό της. «Και εγώ πρέπει να είμαι έτοιμη.»

   Το επόμενο πρωί, η Σιάο-Γινγκ περίμενε τον Λι Γουέν-Τσενγκ να ξυπνήσει, η ανάσα της ακόμα βαριά από το όνειρο που είχε δει. Όταν εκείνος άνοιξε τα μάτια του, το βλέμμα της ήταν σταθερό, χωρίς φόβο αλλά γεμάτο βαρύτητα.

   «Πρέπει να προσέξεις», του είπε με φωνή ήρεμη αλλά αποφασιστική. «Τα όνειρά μου δεν είναι απλώς φαντασία. Ένα φίδι, γυναίκα και τραυματισμός… όλα δείχνουν ότι οι δρόμοι που θα ακολουθήσεις θα έχουν κινδύνους. Να θυμάσαι τα νήματα του πεπρωμένου. Όσο τα σέβεσαι, θα γυρίσεις ασφαλής».

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε για μια στιγμή σιωπηλός, η αυστηρή σκέψη του πολέμαρχου  έσμιγε με τον φόβο του ανθρώπου. Η Σιάο-Γινγκ συνέχισε: «Τα όνειρα είναι προειδοποίηση. Κάθε σου βήμα εκεί έξω θα πρέπει να είναι προσεκτικό, και αν κάτι φανεί περίεργο ή απειλητικό… πίστεψέ με, θα πρέπει να ακούσεις την καρδιά σου και τη διαίσθησή σου».

   Ο πολέμαρχος ένιωσε ένα περίεργο βάρος αλλά και ένα ανεξήγητο αίσθημα σιγουριάς. Ήξερε ότι η Σιάο-Γινγκ, πέρα από την ομορφιά και το πνεύμα της, κατείχε κάτι που δεν έβρισκε σε κανέναν άλλον: την ικανότητα να διαβάζει τα σημάδια της μοίρας και να τον κρατάει σε επαγρύπνηση. «Σε ακούω», είπε χαμηλόφωνα, «και θα προσέχω».

   Από εκείνη τη στιγμή, κάθε του κίνηση στις εκκαθαρίσεις απέκτησε μια νέα διάσταση. Ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός και λιγότερο ριψοκίνδυνος,  προειδοποιημένος από νήματα του πεπρωμένου που η Σιάο-Γινγκ του είχε υποδείξει.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ βρισκόταν σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιφέρεια Τσενγκντόγκ. Εκεί, ανάμεσα στους αιχμαλώτους και στους χωρικούς που έσπευδαν να δηλώσουν υποταγή, εμφανίστηκε μια νεαρή γυναίκα. Το όνομά της ήταν  Λούο Τζινγκ και καταγόταν από το χωριό  Λιού-Τζιάο. Ήθελε να δει τον πολέμαρχο για κάτι προσωπικό.

   Τα νέα είχαν ήδη διαδοθεί. Η Σιάο-Γινγκ δεν ήταν πια μια περαστική παλλακίδα, αλλά μόνιμη παρουσία στο αρχοντικό του στο Λο Τζιάνγκ. Για κάποιες από τις κοπέλλες που έτρεφαν κρυμμένες φιλοδοξίες αυτό δεν ήταν μόνο ζήλια, ήταν πρόκληση. Αν μια κόρη αγρότη κατάφερε να σταθεί δίπλα σε πολέμαρχο, γιατί όχι και κάποια άλλη; Κι αν υπήρχε μία ομορφότερη, πιο λυγερή, με πιο καθαρό δέρμα και πιο γλυκιά φωνή;

  Μέσα στη νύχτα η νεαρή κοπέλλα, η Λούο Τζινγκ, πέρασε προσεκτικά τα βαριά υφάσματα της σκηνής, το βλέμμα της γεμάτο προκλητική αποφασιστικότητα. Η Λούο Τζινγκ δεν δίστασε. Παρουσιάστηκε μπροστά του με χαμηλωμένο βλέμμα αλλά ίσια πλάτη. «Άκουσα», είπε με φωνή απαλή, «πως μια από τα μέρη μου στέκεται τώρα στο σπίτι σου. Είναι φίλη μου, και θα ήθελα να της δώσετε τους χαιρετισμούς μου.  Οι άνθρωποι λένε πως η τύχη της ήταν μεγάλη. Μα η τύχη αλλάζει, άρχοντα. Και η ομορφιά… έχει νόημα μόνο όταν ανανεώνεται».

   Δεν υπήρχε αγένεια στα λόγια της, μόνο φιλοδοξία. Στα μάτια της δεν έλαμπε φόβος αλλά υπολογισμός. Δεν ζητούσε έλεος· ζητούσε ευκαιρία. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε σιωπηλός. Ήταν πράγματι όμορφη, ίσως πιο εντυπωσιακή από τη Σιάο-Γινγκ. Όμως η ομορφιά ήταν κάτι που είχε δει πολλές φορές, σε πολλά πρόσωπα, σε πολλές εκστρατείες.

   «Ήθελα να δω… » είπε με φωνή σαν ψίθυρο που τρυπάει τη νύχτα, «πώς διάλεξες εκείνη τότε και όχι εμένα; Εγώ είμαι πιο όμορφη.»

   Η Λούο Τζινγκ έκανε ένα βήμα πιο κοντά. «Δεν θα θελήσεις να δοκιμάσεις;» ψιθύρισε. «Ίσως εκείνη να ήταν η αρχή. Όχι το τέλος» και  άφησε το ένδυμά της να κυλήσει στο χώμα και να αποκαλυφθεί το σμιλεμένο της σώμα.

   Για μια στιγμή, η νύχτα της Τσενγκντόγκ βάρυνε γύρω τους. Δεν ήταν απλώς ζήτημα επιθυμίας,  ήταν ζήτημα εξουσίας, επιλογής και συμβολισμού. Ο πολέμαρχος βλέποντας αυτό το προσφερόμενο δώρο της φύσης δεν το αγνόησε. Ίσως η έννοια της επιλογής που του είχε προβάλλει η νεαρή κοπέλλα από το Λου-Τζιάο να ήταν το δέλεαρ, και σαν κατακτητής είχε το δικαίωμα να διαλέγει. Όλο το βράδυ και όλα τα επόμενα βράδυα που παρέμεινε εκεί η Λούο Τζινγκ ήταν μαζί του και έκανε τα πάντα για να του μείνει αξέχαστη, μέχρι και σημάδια με τα νύχια της στην πλάτη του καθώς ανέπνεε βαθειά στην αγκαλιά του. Έπρεπε να αποδείξει τόσο στον εαυτό της αλλά και στον πολέμαρχο ότι εκείνος είχε κάνει λάθος που παλαιότερα δεν είχε διαλέξει εκείνη. Και τόσο από άποψη ομορφιάς όσο και υπηρεσιών μάλλον είχε δίκηο. Αλλά οι επιλογές κάποιες φορές στηρίζονται και σε άλλους παράγοντες, κάποιες φορές και στην τύχη, κάποιες φορές γιατι ένα πρόσωπο εμφανίστηκε πρώτο.

   Ο πολέμαρχος πριν την επιστροφή του για το Λο Τζιάνγκ κάλεσε στη σκηνή του τη Λούο Τζινγκ και της μίλησε χωρίς σκληρότητα, αλλά με εκείνη την απόσταση που ήξερε να κρατά όταν έπρεπε να ελέγχει τα νήματα.

   «Θα μείνεις εδώ», της είπε. «Θα βρεις ένα ευπρόσωπο σπίτι, όχι καλύβα. Αυτά θα σου φτάσουν.» Της έδωσε ένα πουγκί με νομίσματα. «Αν με περιμένεις, σε τρεις μήνες θα ξαναπεράσω από την Τσενγκντόγκ. Τότε θα δούμε.»

    Η Λούο Τζινγκ χαμογέλασε με εκείνο το μισό χαμόγελο που δεν αποκάλυπτε αν ήταν νίκη ή απλή αναμονή. Δεν ζήτησε περισσότερα. Ήξερε ότι η υπόσχεση της αναμονής ήταν ήδη μια μορφή δεσμού.

    «Θα είμαι εδώ» του είπε.

 

 

η επιστροφή του Λι Γουέν-Τσενγκ και η φυγή της Σιάο-Γινγκ

   Όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ επέστρεψε στο Λο Τζιάνγκ, η αυλή του αρχοντικού έλαμψε από κίνηση. Οι υπηρέτες έσπευσαν, οι στρατιώτες χαλάρωσαν, και η Σιάο-Γινγκ στάθηκε στην είσοδο, ήρεμη, με βλέμμα που έβλεπε πιο βαθιά από όσο έδειχνε. Τον αγκάλιασε, αλλά μέσα της κάτι δεν ταίριαζε. Δεν ήταν μυρωδιά άλλου αρώματος ούτε λέξη που ξέφυγε. Ήταν ο τρόπος που το σώμα του κρατούσε μια ξένη ένταση, σαν να είχε μοιραστεί τη νύχτα του αλλού.

   «Ήταν ήσυχα αυτή τη φορά;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα.

  «Τίποτα πέρα από τα συνηθισμένα», απάντησε εκείνος. Το βλέμμα του δεν λύγισε.

   Η Σιάο-Γινγκ δεν επέμεινε. Περίμενε. Το ίδιο βράδυ, καθώς τον βοηθούσε να λύσει τον χιτώνα του, τα δάχτυλά της σταμάτησαν. Στην πλάτη του, χαμηλά στους ώμους, υπήρχαν λεπτές, καμπύλες γραμμές, νυχιές. Όχι βαθιές, αλλά αρκετές για να μιλήσουν. Έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή. Τα δάχτυλά της άγγιξαν απαλά το σημάδι. Εκείνος αναστέναξε ελαφρά, όχι από πόνο, αλλά από επίγνωση.

   «Ποια ήταν;» ρώτησε χωρίς θυμό. Μόνο με βεβαιότητα.

   «Καμία», είπε εκείνος κοφτά. «Δεν σημαίνει τίποτα.»

   Η Σιάο-Γινγκ χαμογέλασε θλιμμένα. «Τα νήματα του πεπρωμένου δεν μπερδεύονται μόνα τους. Κάποιος τα τραβά.»

   Δεν ύψωσε φωνή. Δεν έκλαψε. Εκείνο που την πλήγωσε δεν ήταν η πράξη, αλλά η άρνηση. Εκείνη του είχε πει από την αρχή: όσο σέβεται τα νήματα, θα είναι δική του. Η προδοσία δεν ήταν μόνο σωματική· ήταν ρήγμα στην εμπιστοσύνη.

   Την αυγή, πριν ακόμη ξυπνήσει το σπίτι, η Σιάο-Γινγκ είχε ήδη φύγει. Δεν πήρε πολλά. Μόνο όσα μπορούσε να κουβαλήσει χωρίς θόρυβο. Άφησε πίσω της τα μεταξωτά που της είχε χαρίσει και το μικρό ξύλινο κουτί με τα «νήματα του πεπρωμένου». Πάνω στο τραπέζι του άφησε ένα μόνο κόκκινο νήμα, κομμένο.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ το βρήκε ώρες αργότερα. Και για πρώτη φορά μετά από πολλές εκστρατείες, δεν ένιωσε απώλεια εδάφους, αλλά απώλεια μοίρας.

 

 

η επανεμφάνιση της Σιάο-Γινγκ

   Η Σιάο-Γινγκ δεν έφυγε βιαστικά από το Λο Τζιάνγκ· έφυγε σιωπηλά. Κι όμως, η σιωπή της δεν σήμαινε λήθη. Για εβδομάδες περιπλανήθηκε σε μικρούς οικισμούς έξω από την πόλη, φιλοξενούμενη πότε σε πανδοχεία και πότε σε σπίτια παλιών γνωστών από τις νότιες περιοχές. Δεν πλησίαζε το αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ, αλλά το παρακολουθούσε.

   Είχε ανθρώπους που της χρωστούσαν μικρές χάρες. Έναν έμπορο υφασμάτων που έμπαινε συχνά στην αυλή. Μια ηλικιωμένη πλύστρα που άκουγε περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Από αυτούς μάθαινε τα νέα.

   Στην αρχή περίμενε. Περίμενε ότι ο πολέμαρχος θα την αναζητούσε. Ότι η απουσία της θα δημιουργούσε κενό αρκετά δυνατό ώστε να τον ταράξει. Όμως οι μέρες έγιναν εβδομάδες και καμία επίσημη αναζήτηση δεν έγινε. Η περηφάνια της την κράτησε μακριά.

    Ώσπου έφτασε η πληροφορία που άλλαξε τη στάση της. Η Λούο Τζινγκ, η κοπέλα από το Λιου-Τζιάο, δεν τον περίμενε πια. Είχε βρει άλλον εραστή. Έναν κατώτερο αξιωματικό που είχε παραμείνει για μήνες στην επαρχία των εκκαθαρίσεων, την Τσενγκντόγκ, και είχε ανάγκη από συντροφιά. Η Λούο Τζινγκ δεν περίμενε κανέναν πολέμαρχο. Επένδυε όπου υπήρχε παρόν.

   Όταν η Σιάο-Γινγκ το άκουσε, δεν ένιωσε ζήλια. Ένιωσε διαύγεια. Ίσως εκείνη η νύχτα να ήταν πράγματι μια στιγμή αδυναμίας. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν πολέμαρχος. Οι πειρασμοί τον ακολουθούσαν όπως η σκόνη ακολουθεί τα άλογα. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Πιθανόν δεν θα ήταν και η τελευταία. Το ερώτημα δεν ήταν αν υπήρξαν άλλες. Το ερώτημα ήταν ποιά από όλες θα έμενε. Και η Σιάο-Γινγκ ήξερε ότι εκείνη δεν ήταν περαστική. Δεν είχε σταθεί δίπλα του μόνο με σώμα αλλά με νου, με διαίσθηση, με εκείνη την επικίνδυνη ικανότητα να διαβάζει τα νήματα του πεπρωμένου. Καμία Λούο Τζινγκ δεν μπορούσε να το αντικαταστήσει αυτό.

   Ένα απόγευμα, κρυμμένη πίσω από τα κυπαρίσσια που έβλεπαν προς τη δυτική πτέρυγα του αρχοντικού, είδε φως στο δωμάτιό του. Όχι γέλια. Όχι μουσική. Μόνο φως. Και τότε πήρε την απόφαση. Αν επέστρεφε, δεν θα επέστρεφε ως ικέτιδα. Θα επέστρεφε ως εκείνη που γνώριζε τη θέση της. Γιατί σημασία δεν είχε ποια πέρασε από τη σκηνή του. Σημασία είχε ποια ανήκε στο σπίτι του.

 

 

η μεταμελημένη Σιάο-Γινγκ

   Στη σκοτεινή αυλή του αρχοντικού του Λι Γουέν-Τσενγκ η νύχτα έχει κατεβεί βαριά, καλύπτοντας τα πάντα με τη σιωπή της, ενώ οι αστραπές σπάνε τη γαλήνη του ουρανού. Οι φρουροί, αμέριμνοι και βυθισμένοι στη ρουτίνα τους, δεν προσέχουν την παρουσία της. Η Σιάο-Γινγκ, με βήμα ελαφρύ και με μια έντονη αποφασιστικότητα στα μάτια της, πλησιάζει την μεγάλη πύλη. Η καρδιά της χτυπά δυνατά, αλλά δεν αφήνει να φανεί η αμφιβολία.

   Η πόρτα ανοίγει αργά, και το βλέμμα του Λι Γουέν-Τσενγκ την βρίσκει σχεδόν αμέσως. Στα μάτια του, δεν υπάρχει θυμός, μόνο μια αόριστη αποδοχή του τέλους του πράγματος. Ίσως, για αυτόν, η απόφαση να φύγει ήταν ήδη γραμμένη. Είχε την αίσθηση πως η Σιάο-Γινγκ, από την πρώτη στιγμή που έφτασε κοντά του, ήταν προορισμένη να φύγει, και τώρα δεν τον εξέπληττε το γεγονός ότι το έκανε.

   "Σιάο-Γινγκ", λέει με τη συνήθη ψυχρότητα του, "Γιατί τώρα; Γιατί επιστρέφεις;"

   Η Σιάο-Γινγκ στάθηκε για μια στιγμή σιωπηλή. Στα μάτια της υπήρχε κάτι που του ήταν αδύνατο να διαβάσει: απολογία, ντροπή, ή απλώς συνειδητοποίηση; Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, λέει με φωνή βραχνή, αλλά γεμάτη ειλικρίνεια:

   "Συγχώρεσέ με για την φυγή μου, πολέμαρχε. Απομακρύνθηκα γιατί πίστεψα ότι αυτό ήταν το καλύτερο. Μα το λάθος ήταν δικό μου. Δεν έπρεπε να φύγω έτσι. Το όνομά σου είναι πια συνυφασμένο με τη ζωή μου και δεν μπορώ να το αφήσω πίσω. Θέλω να σου πω ότι μετάνιωσα."

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν την κοιτάζει πια με τα ίδια μάτια. Τα λόγια της είναι σαν μια βροχή που πέφτει πάνω σε έναν αμετάβλητο βράχο. Ο πόλεμος, τα όπλα, τα καθήκοντα του, όλα τού είχαν αφήσει αυτή τη συναισθηματική απόσταση. Το σπίτι του, το βασίλειό του, ήταν γυάλινο και τα λόγια της ήταν θραύσματα του παρελθόντος που έρχονταν να τον ενοχλήσουν.

   "Όποιος φεύγει, φεύγει για πάντα," είπε εκείνος με την ήρεμη, αλλά αμετάκλητη φωνή του, "Αυτό το σπίτι κάποτε ήταν δικό σου. Τώρα πλέον δεν ανήκει σε σένα. Δεν είσαι η ίδια που ήσουν όταν μπήκες σε αυτό. Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, Σιάο-Γινγκ."

   Η καρδιά της σφίγγεται καθώς ακούει τα λόγια του, αλλά η δική της απόφαση έχει πια ληφθεί. Δεν υπάρχει γυρισμός, αλλά δεν είναι πια το ίδιο άτομο που ήταν όταν έφυγε.

   "Εκείνη η Σιάο-Γινγκ είναι νεκρή για μένα," λέει εκείνη αργά, "Αλλά έχω τη δύναμη να ξαναγεννηθώ, ακόμη και αν δεν έχω πια το δικαίωμα να επιστρέψω σε αυτό το σπίτι."

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοιτάζει και σιωπά. Για πρώτη φορά, νιώθει την απώλεια του ελέγχου. Ένας δισταγμός περνάει για μια στιγμή από το πρόσωπό του, αλλά τον απορρίπτει γρήγορα. Τα πάντα γύρω του, όλα αυτά που τον καθόριζαν, η θέση του, οι αποφάσεις του, όλα αυτά που είχε κτίσει, δεν επιτρέπουν την αμφιβολία. Η εκδοθείσα απόφαση, σωστή, δίκαια, άδικη δεν ανακαλείται. Και είχε εκδώσει ως στρατιωτικός διοικητής αρκετές αποφάσεις στο μεταίχμιο της κρίσης, όχι λίγες, όχι πάντα απολύτως δίκαιες.

   Η Σιάο-Γινγκ φεύγει χωρίς να πει άλλη λέξη. Περπατάει γρήγορα, σαν να απομακρύνεται για πάντα από την παλιά ζωή της. Η απόφαση του Λι Γουέν-Τσενγκ, του πολέμαρχου που είχε την εξουσία να καταστρέψει ή να αναστήσει όποιον ήθελε, ήταν σφιχτά δεμένη με τις αλήθειες του πολέμου και της μοναξιάς. Δεν υπήρχε χώρος για έλεος ή για επιστροφή.

   Όσο για εκείνη, δεν χρειαζόταν πια τίποτα άλλο παρά να σβήσει τα ίχνη της και να αναζητήσει τη νέα της πορεία, αν και θα κουβαλούσε για πάντα τα ερωτηματικά του παρελθόντος.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Γ

 

 

η απόπειρα κατά του Λι Γουέν-Τσενγκ

   Στις πόλεις και στα μεγάλα χωριά της Σετσουάν λειτουργούσαν ταβέρνες, πανδοχεία και οίκοι ψυχαγωγίας όπου εργάζονταν τραγουδίστριες, χορεύτριες και παλλακίδες, συχνά γυναίκες που είχαν πουληθεί λόγω φτώχειας ή είχαν χάσει την οικογένειά τους στον πόλεμο. Μετά τις καταστροφές από τον Ζιάνγκ Σιεντζόγκ και τις συγκρούσεις μεταξύ της δυναστείας των Τσινγκ και των πιστών υποστηρικτών της δυναστείας τω Μινγκ, πολλές νέες γυναίκες κατέληξαν εκεί σχεδόν εξαναγκαστικά.

   Το όνομά της ήταν Λαν Χουά (“Ορχιδέα”). Κόρη ενός μικρογαιοκτήμονα που είχε πολεμήσει υπέρ των Νοτίων Μινγκ στα περάσματα προς το Γκουιτζόου. Ο πατέρας της σκοτώθηκε σε συμπλοκή με δυνάμεις που διοικούσε ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Τα χωράφια τους δημεύθηκαν. Η μητέρα της πέθανε λίγο αργότερα από κακουχίες. Χωρίς προστασία, η Λαν Χουά πουλήθηκε από μακρινό συγγενή σε ένα καταγώγιο στο Λο-Τζιάνγκ, ένα χαμηλοτάβανο πανδοχείο με ομίχλη καπνού, ξύλινα τραπέζια και στρατιώτες που έπιναν ρύζι-κρασί. Επίσημα ήταν «τραγουδίστρια». Στην πράξη, ανήκε στον ιδιοκτήτη. Εκεί έμαθε να χαμογελά χωρίς να αισθάνεται.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε πάει στο καταγώγιο με δύο άνδρες του. Ίσως ήθελε να μην θυμάται την συνάντησή του με την Σιάο Γινγκ. Ίσως ήθελε να δείχνει ότι δεν φοβάται. Να αποδεικνύει πως ελέγχει τον τόπο. Η Λαν Χουά τον αναγνώρισε αμέσως. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει. Το πρόσωπό του το είχε χαράξει στη μνήμη της από την ημέρα που είδε το σώμα του πατέρα της. Τον πλησίασε με δίσκο και κρασί. Στο μανίκι της έκρυβε ένα μικρό στιλέτο, εργαλείο κουζίνας, ακονισμένο επί εβδομάδες. Η στιγμή ήρθε όταν εκείνος σήκωσε το κύπελλο. Η κίνηση ήταν γρήγορη.

   Αλλά ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν πολεμιστής πριν γίνει άρχοντας. Παρατήρησε το σφίξιμο στον καρπό της, την ένταση στον ώμο. Γύρισε απότομα. Το στιλέτο γλίστρησε και του χάραξε μόνο το μανίκι. Άρπαξε τον καρπό της πριν προλάβει να τον ξαναχτυπήσει. Το καταγώγιο πάγωσε. Οι άνδρες του πετάχτηκαν όρθιοι. Κάποιος φώναξε «Προδότρια!»

   Η Λαν Χουά δεν παρακάλεσε. Τον κοίταξε με βλέμμα που δεν είχε φόβο, μόνο μίσος. «Για τη γη μας», ψιθύρισε. Και τα έντονα πυρακτωμένα μάτια της του θύμισαν το όνειρο με το οποίο τον είχε προειδοποιήσει πριν λίγο καιρό η Σιάο-Γινγκ, τη γυναίκα, το φίδι. Μόνο που το όνειρο είχε βγει αληθινό εδώ και όχι στην Τσενγκντόγκ.

   Ο νόμος της νέας εξουσίας ήταν σκληρός. Απόπειρα δολοφονίας αξιωματούχου των Τσινγκ σήμαινε δημόσια εκτέλεση. Όμως ο Λι Γουέν-Τσενγκ δίστασε. Ίσως γιατί είδε στην ηλικία της την κόρη του. Ίσως γιατί το μίσος της ήταν καθρέφτης της δικής του επιλογής. Διέταξε να μην εκτελεστεί. Αντί γι’ αυτό Να παραμείνει στο καταγώγιο. Να επιτηρείται. Να «ανήκει» πλέον επισήμως στην ιδιοκτησία του. Μια τιμωρία χειρότερη από τον θάνατο για μια υπερήφανη κόρη γαιοκτήμονα.

   Η απόπειρα δεν διαδόθηκε επίσημα. Μα τα χωριά δεν χρειάζονται διατάγματα για να μάθουν την αλήθεια. Τώρα οι ψίθυροι άλλαξαν τόνο. Δεν ήταν πια μόνο «σφετεριστής». Ήταν και ο άνδρας που κρατούσε ζωντανή την κόρη ενός νεκρού εχθρού. Και σε μια γη όπου η μνήμη είναι πιο ισχυρή από το ξίφος, αυτό μπορούσε να γίνει είτε ο σπόρος της συμφιλίωσης… είτε η αρχή μιας νέας αιματοχυσίας.

 

 

οι προφυλάξεις του Λι Γουέν-Τσενγκ

    Μετά τη νύχτα της απόπειρας, ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ξαναπέρασε το κατώφλι κανενός οίκου ψυχαγωγίας στο Λο Τζιάνγκ. Μέχρι τότε, οι επισκέψεις του στα καταγώγια και στα πανδοχεία της περιοχής ήταν η σιωπηλή του διέξοδος. Τα βράδια του ήταν είτε γεμάτα αναμνήσεις είτε γεμάτα κρασί και ιδιωτική υπηρεσία από τις νεαρές κοπέλλες των πανδοχείων, φυσικά με γενναιόδωρο αντίτιμο πάντα από μέρους του. Πολλές φορές επέλεγε το δεύτερο. Τώρα όμως έπρεπε να επιλέξει την αποχή. Όχι από αρετή, αλλά από ένστικτο επιβίωσης. Ήξερε ότι η εξουσία του στηριζόταν στην εύθραυστη ισορροπία που είχε επιβάλει η δυναστεία των Τσινγκ στην αιματοβαμμένη Σετσουάν. Οι δυνάμεις που παρέμεναν πιστές στους Μινγκ δεν είχαν εξαφανιστεί· απλώς είχαν μετακινηθεί νοτιότερα, προς τα βουνά του Γκουιτζόου και ακόμη πιο βαθιά στο Γιουνάν.

   Η απόπειρα της Λαν Χουά τον ανάγκασε να σκεφτεί κάτι που ως τότε απωθούσε Ήταν πράγματι μια πράξη προσωπικής εκδίκησης; Ή μήπως μια δοκιμή; Ή ακόμη και η αρχή ενός οργανωμένου σχεδίου που εκπορευόταν από υπόγειους πυρήνες αντίστασης;

   Τα στοιχεία δεν ήταν ξεκάθαρα. Η κοπέλα είχε προσωπικό κίνητρο. Όμως το στιλέτο ήταν καλά ακονισμένο. Η κίνησή της συντονισμένη. Και κάποιος είχε γνωστοποιήσει με ακρίβεια την ώρα και τη θέση του.

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ άρχισε να αλλάζει συνήθειες. Δεν έπινε πια σε δημόσιους χώρους. Περιόρισε τις μετακινήσεις του μετά τη δύση. Αντικατέστησε δύο σωματοφύλακες με άνδρες που του όφειλαν προσωπική χάρη. Διέταξε διακριτική παρακολούθηση σε ορισμένες οικογένειες που είχαν συγγενείς πολεμώντας με τους Νοτίους Μινγκ.

   Παράλληλα, στο εσωτερικό του οίκου του επικράτησε πιο αυστηρή πειθαρχία. Οι υπηρέτες ελέγχονταν. Οι αποθήκες καταγράφονταν. Τα γράμματα που έφταναν από νότιες περιοχές εξετάζονταν πριν παραδοθούν.

    Όμως το μεγαλύτερο βάρος δεν ήταν ο φόβος της δολοφονίας. Ήταν η αβεβαιότητα. Ένας πολεμιστής μπορεί να αντιμετωπίσει στρατό.
Δεν μπορεί όμως να πολεμήσει τη σιωπή. Κάθε βλέμμα στον δρόμο μπορούσε να κρύβει συνενοχή. Κάθε χαμηλή φωνή πίσω από ξύλινη πόρτα μπορούσε να είναι συνωμοσία.
Κάθε φωτιά σε μακρινό λόφο μπορούσε να είναι σήμα.

 

 

αναζητώντας την αθωτότητα

   Μετά την απόπειρα της Λαν Χουά, ο Λι Γουέν-Τσενγκ έγινε άλλος άνθρωπος. Δεν εγκατέλειψε τις υποχρεώσεις του ούτε χαλάρωσε την πειθαρχία του. Αντίθετα, έγινε ακόμη πιο προσεκτικός. Οι δημόσιες εμφανίσεις του περιορίστηκαν. Τα συμπόσια αραιώθηκαν. Οι επισκέψεις στα πανδοχεία και στους οίκους ψυχαγωγίας σταμάτησαν απότομα. Όσοι τον γνώριζαν  απέδιδαν αυτή τη μεταβολή στον φόβο μιας δεύτερης απόπειρας. Ήταν αλήθεια. Αλλά όχι ολόκληρη.

    Εκείνο που δεν μπορούσε να διώξει από τη σκέψη του ήταν η εικόνα της δεκαοχτάχρονης κοπέλας που είχε σταθεί απέναντί του χωρίς φόβο, με το στιλέτο στο χέρι και τον θάνατο ζωγραφισμένο στα μάτια της. Ήταν νέα, σχεδόν παιδί ακόμη, κι όμως είχε πλησιάσει τόσο κοντά ώστε μια στιγμιαία καθυστέρηση θα αρκούσε για να τον ρίξει νεκρό πάνω στο τραπέζι του πανδοχείου. Το γεγονός τον στοίχειωνε. Πολλές νύχτες ξυπνούσε πριν χαράξει. Δεν έβλεπε το πρόσωπο της Λαν Χουά. Έβλεπε μόνο τη νεότητά της. Την ηλικία της. Την αθωότητα που θα έπρεπε να είχε γνωρίσει και που ο πόλεμος είχε μετατρέψει σε μίσος.

   Και τότε γεννήθηκε μέσα του μια παράξενη μανία. Ίσως ήταν φόβος απέναντι στον χρόνο. Ίσως ήταν η αίσθηση ότι είχε αγγίξει τον θάνατο. Ίσως ήταν η ανάγκη να πείσει τον εαυτό του ότι παρέμενε ισχυρός και ζωντανός. Ο ίδιος δεν γνώριζε. Γνώριζε μόνο ότι δεν μπορούσε πια να ανεχθεί την παρουσία των έμπειρων γυναικών των οίκων ψυχαγωγίας. Στα πρόσωπά τους έβλεπε υπολογισμό, μυστικά και πιθανές απειλές. Στις νεαρές κοπέλες, αντίθετα, αναζητούσε κάτι που είχε χαθεί από τον κόσμο γύρω του: την αθωότητα.

    Όλα οργανώνονταν διακριτικά. Οι μεσάζοντες ήταν άνθρωποι που γνώριζαν καλά τις ανάγκες των ισχυρών και τη φτώχεια των χωρικών. Πανδοχείς, έμποροι υφασμάτων, μικροδανειστές και διαχειριστές αποθηκών. Άνδρες που κινούνταν ανάμεσα στα χωριά και στις αγορές χωρίς να τραβούν την προσοχή. Ήξεραν ποια οικογένεια χρωστούσε χρήματα, ποια κοπέλα πλησίαζε την ενηλικίωση, ποιος πατέρας δυσκολευόταν να συγκεντρώσει προίκα για την κόρη του. Πλησίαζαν προσεκτικά. Δεν χρησιμοποιούσαν απειλές. Μιλούσαν για μια μόνο νύχτα. Για ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Για μια ευκαιρία που θα εξασφάλιζε το μέλλον ολόκληρης της οικογένειας.

Οι περισσότερες συμφωνίες κλείνονταν ψιθυριστά, πίσω από ξύλινες πόρτες και χαμηλά λυχνάρια. Έπειτα, όταν έπεφτε η νύχτα, οι κοπέλες οδηγούνταν από την πίσω είσοδο του φρουρίου στο Λο Τζιάνγκ.

    Το μεγάλο οικοδόμημα είχε πλέον μετατραπεί σε πραγματικό οχυρό. Ψηλότεροι τοίχοι, περισσότερες φρουρές, διπλές πύλες και αυστηρός έλεγχος σε κάθε επισκέπτη.  Τα πάντα είχαν αποκτήσει τη μορφή τελετουργίας, την ακρίβεια μιας νυχτερινής στρατιωτικής επιδρομής.

   Οι μεσάζοντες γνώριζαν την ώρα ακριβώς. Ούτε νωρίτερα ούτε αργότερα. Έφερναν την κοπέλα σε  ένα δευτερεύον φυλάκιο κοντά στον εξωτερικό περίβολο του φρουρίου. Δεν αντάλλασσαν σχεδόν καμία κουβέντα με τους φρουρούς. Ένα όνομα, μια σύντομη επιβεβαίωση, ένα νεύμα του κεφαλιού. Έπειτα η κοπέλα παραδιδόταν. Μια μικρή ξύλινη πόρτα άνοιγε μέσα στον τοίχο του φρουρίου και την κατάπινε το σκοτάδι.

   Ο μεσάζοντας απομακρυνόταν. Μερικές φορές έβρισκε καταφύγιο σε κάποιο πανδοχείο της πόλης. Άλλες φορές περίμενε όλη τη νύχτα έξω από τα τείχη, με την πρόφαση ενός ταξιδιώτη που έχασε την ώρα του ή ενός εμπόρου που διανυκτέρευε πρόχειρα στην ύπαιθρο μέχρι το πρωί. Λίγο πριν χαράξει η κοπέλα επέστρεφε. Τότε μια άλλη πόρτα άνοιγε. Μια σκεπασμένη μορφή έβγαινε αθόρυβα. Κανείς δεν μιλούσε. Ο μεσάζοντας παραλάμβανε το πουγκί με τα ασημένια νομίσματα και οδηγούσε την κοπέλα μακριά πριν ξυπνήσει η πόλη.

    Στο μεταξύ, στα υπόγεια του αρχοντικού, επικρατούσε μια παράξενη ησυχία. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε επιλέξει εκείνον τον χώρο ακριβώς επειδή βρισκόταν μακριά από τα βλέμματα των υπηρετών και των αξιωματικών του. Ήταν ένα σύμπλεγμα από πέτρινους θαλάμους που παλαιότερα χρησίμευαν ως αποθήκες σιτηρών και όπλων. Τώρα λίγα μόνο λυχνάρια φώτιζαν τους τοίχους. Το φως ήταν τόσο αδύναμο ώστε οι σκιές έμοιαζαν πιο πραγματικές από τους ανθρώπους.

   Οι κοπέλες έμπαιναν τυλιγμένες στους μανδύες τους, με το κεφάλι σκυμμένο. Πολλές έκρυβαν το πρόσωπό τους πίσω από τα μανίκια ή πίσω από ένα λεπτό πέπλο. Από συστολή, από φόβο ή από αμηχανία. Ίσως από όλα μαζί.

    Και εκείνος σχεδόν ποτέ δεν ζητούσε να δει ποια ήταν. Δεν τον ενδιέφερε το όνομα. Δεν τον ενδιέφερε η οικογένεια. Ούτε καν το πρόσωπο. Καθόταν σιωπηλός στο μισοσκόταδο και περίμενε.

   Μόνο όταν οι μανδύες τους γλιστρούσαν από τους ώμους τους και το αχνό φως άγγιζε το πρόσωπό τους, διέκρινε για πρώτη φορά τα χαρακτηριστικά τους. Κάποιες είχαν ακόμη παιδική όψη. Άλλες προσπαθούσαν να δείχνουν πιο ώριμες απ' όσο ήταν. Καμιά τους όμως δεν θύμιζε τις γυναίκες των πανδοχείων, εκείνες που είχαν μάθει να χαμογελούν επαγγελματικά και να κρύβουν τις σκέψεις τους πίσω από την εμπειρία. Αυτές οι νεαρές κοπέλες έφερναν μαζί τους αμηχανία, αβεβαιότητα και μια ακατέργαστη αθωότητα.

   Και ίσως αυτό ακριβώς αναζητούσε ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Όχι τις ίδιες. Αλλά αυτό που συμβόλιζαν. Τη ζωή πριν από τον πόλεμο. Τη ζωή πριν από τις προδοσίες. Τη ζωή πριν από το μίσος που είχε αντικρίσει στα μάτια της Λαν Χουά.

   Καθώς περνούσαν οι μήνες, άρχισε να αντιλαμβάνεται κάτι παράδοξο. Αυτά τα νεανικά σώματα τον έτρεφαν σαν να του ξανάδιναν, έστω και λίγη, πίσω από τη νεότητά του. Τη νεότητα που είχε χαθεί μαζί με τα καμένα χωριά, με τους νεκρούς στρατιώτες και με τα χρόνια που είχε περάσει κρατώντας ξίφος. Ίσως του θύμιζαν την γυναίκα που τον είχε εγκαταλείψει. Αθώα ήταν και εκείνη. Σαν αυτές τις κοπέλλες στα υπόγειά του. Αλλά δεν ζητούσε να τις ξαναδεί για δεύτερη φορά. Ίσως φοβόταν μια νέα εγκατάλειψη.

    Οι κοπέλες έρχονταν και έφευγαν. Τα ασημένια νομίσματα άλλαζαν χέρια. Μια νύχτα ήταν αυτή. Μια νύχτα θα περνούσε. Και κανείς δεν θα μάθαινε τίποτα. Ίσως κάποιες έλπιζαν ότι θα μπρούσαν να παραμείνουν, αν πρόσφεραν όλο τον εαυτό τους, ίσως κάποιες έλπιζαν ότι  θα μπρούσαν να έχουν και μια επόμενη συνάντηση. Η αποζημίωση άξιζε μια τέτοια μικρή ακόμη θυσία. Οι μεσάζοντες συνέχιζαν τη δουλειά τους. Όμως κάθε φορά που η μικρή πόρτα έκλεινε πίσω από την μορφή που αποχωρούσε, ο υπόγειος θάλαμος που λίγες ώρες πριν είχε γεμίσει με ψιθύρους, λυγμούς, στεναγμούς, με αναφιλητά και ικεσίες παράδοσης, με κινήσεις αφαίμαξης του νεανικού σώματος, γινόταν πάλι άδειος.

    Το επόμενο πρωί έφευγαν αθόρυβα από μια μικρή πλαϊνή πόρτα που έβλεπε προς τα στενά σοκάκια της πόλης. Κανείς δεν τις έβλεπε να μπαίνουν. Κανείς δεν τις έβλεπε να φεύγουν. Στα χέρια τους κρατούσαν ένα βαρύ πουγκί με ασημένια νομίσματα.

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ πλήρωνε όλο και περισσότερα. Ήταν σαν να προσπαθούσε να εξαγοράσει κάτι που δεν μπορούσε να αγοραστεί.

Κάθε φορά που μια νέα κοπέλα έφευγε, εκείνος ένιωθε για λίγες ώρες μια παράξενη ανακούφιση. Σαν να είχε απομακρύνει από πάνω του τη σκιά της θνητότητας. Σαν να είχε κλέψει λίγο χρόνο ακόμη από τη μοίρα. Η αίσθηση όμως δεν κρατούσε. Και τότε ζητούσε άλλη μία κοπέλα. Πάντα νέα. Πάντα άγνωστη. Πάντα αθώα.

   Η κόρη του, η Τιάν-Μι, ήταν ακόμη εσώκλειστη σπουδάστρια σε σχολή της Τσενγκντού. Μακριά. Αρκετά μακριά ώστε να μη χρειάζεται να του δημιουργηθεί η υποψία ότι γευόταν σώματα που ήταν στην ίδια ηλικία με εκείνη. Δεκαεπτά, δεκαοχτώ, δεκαεννέα χρονών. Και τα υπόγεια για αυτό υπήρχαν. Για να κρατούν μακριά το φως. Για να πνίγουν τις σκέψεις που δεν έπρεπε να διατυπωθούν ποτέ. Για να σβήνουν κάθε αναφώνηση πόνου, κάθε ανάσα παράδοσης και ίσως ευχαρίστησης. Εκεί όπου τα πρόσωπα χάνονταν μέσα στις σκιές,  οι τύψεις και  οι ενοχές, αν βέβαια υπήρχαν, δεν έβρισκαν εύκολα τον δρόμο να τον συναντήσουν.

 

 

η βραδιά της Γεχουά

   Η Γεχουά —το «αγριολούλουδο»— είχε συμπληρώσει τα δεκαοκτώ της χρόνια λίγο πριν από τη συγκομιδή του ρυζιού. Ζούσε με τη μητέρα της και τα δύο μικρότερα αδέλφια της σε ένα μικρό χωριό στους λόφους νότια του Λο Τζιάνγκ, εκεί όπου τα μονοπάτια χάνονταν ανάμεσα σε μπαμπού και υγρές αναβαθμίδες. Ήταν λεπτή και μικρόσωμη, όπως πολλές κοπέλες της υπαίθρου. Τα χέρια της είχαν τη σκληράδα της δουλειάς στα χωράφια, όμως το πρόσωπό της διατηρούσε ακόμη τη νεότητα που δεν είχε προλάβει να σβήσει η φτώχεια. Τα μαύρα μαλλιά της έπεφταν ίσια μέχρι τη μέση της, και τα μάτια της είχαν εκείνη τη σιωπηλή σοβαρότητα που αποκτούν οι άνθρωποι όταν αναγκάζονται να μεγαλώσουν νωρίς.

   Ο πατέρας της είχε πεθάνει από πυρετό τον προηγούμενο χειμώνα. Τα χρέη είχαν μείνει. Ένα βράδυ έφτασε στο χωριό ένας άνθρωπος που δεν ανήκε εκεί. Φορούσε καλά ρούχα και μιλούσε ήρεμα. Πρώτα ζήτησε να μιλήσει με τη μητέρα της. Η συζήτηση κράτησε ώρα.  Είχε έρθει εκ μέρους ενός πλούσιου άρχοντα από το Λο Τζιάνγκ που ήθελε να κρατήσει την ανωνυμία του. Όταν βγήκε, η μητέρα της δεν έκλαιγε ούτε μιλούσε. Μόνο καθόταν ακίνητη, σαν να προσπαθούσε να μετρήσει κάτι που δεν ήξερε ακόμη αν έπρεπε να ειπωθεί. Το ποσό που προσφέρθηκε ήταν τόσο μεγάλο, ώστε δεν χρειάστηκε δεύτερη συζήτηση. Η Γεχουά έμαθε την απόφαση το ίδιο βράδυ.
Δεν υπήρξε καβγάς. Δεν υπήρξαν εξηγήσεις.
Μόνο μια ήσυχη βεβαίωση πως «έτσι έπρεπε να γίνει».

   Τρεις νύχτες αργότερα, η Γεχουά βρέθηκε μπροστά στις πύλες του αρχοντικού. Το συγκρότημα υψωνόταν μέσα στο σκοτάδι σαν φρούριο. Οι τοίχοι ήταν ψηλοί, οι πύλες βαριές και οι φρουροί σχεδόν ακίνητοι σαν αγάλματα. Ένας υπηρέτης την παρέλαβε χωρίς να πει λέξη. Διέσχισαν δύο αυλές και κατέβηκαν μια στενή πέτρινη σκάλα προς τα υπόγεια διαμερίσματα. Το φως των λυχναριών ήταν αδύναμο. Οι σκιές χόρευαν πάνω στους τοίχους.

   Η Γεχουά ένιωθε την καρδιά της να χτυπά γρήγορα. Δεν ήξερε αν φοβόταν περισσότερο τον ίδιο τον άρχοντα που θα συναντούσε ή το γεγονός ότι η ζωή της έπαιρνε έναν δρόμο που ποτέ δεν είχε φανταστεί.

   Στάθηκε για λίγο ακίνητη. Σκέφτηκε τη μητέρα της. Σκέφτηκε το σπίτι με τη φθαρμένη στέγη. Σκέφτηκε τα αδέλφια της που κοιμούνταν χωρίς να γνωρίζουν πού βρισκόταν. Και προχώρησε. Η νύχτα κύλησε αργά.

    Όταν οι πρώτες αχνές γραμμές της αυγής άρχισαν να γκριζάρουν τον ουρανό, ένας υπηρέτης την οδήγησε πάλι προς την έξοδο. Στο χέρι της κρατούσε ένα μικρό μεταξωτό σακούλι γεμάτο ασημένια νομίσματα. Ο αέρας της αυγής ήταν ψυχρός. Στάθηκε για μια στιγμή έξω από την πύλη και κοίταξε πίσω της το αρχοντικό. Οι σκοτεινοί τοίχοι έμοιαζαν τώρα πιο μακρινοί, σαν κάτι που ανήκε σε έναν άλλο κόσμο. Δεν ένιωθε θρίαμβο. Δεν ένιωθε ούτε ήττα. Μόνο μια παράξενη σιωπή μέσα της. Σαν να είχε αφήσει πίσω της ένα κομμάτι της παλιάς της ζωής και να μην ήξερε ακόμη τι θα γεννιόταν στη θέση του. Έσφιξε το σακούλι με τα νομίσματα. Το βάρος του ήταν πραγματικό. Με αυτά τα χρήματα τα χρέη θα πληρώνονταν. Η οικογένειά της θα περνούσε τον χειμώνα. Ίσως τα αδέλφια της να είχαν μια καλύτερη τύχη από τη δική της. Καθώς πήρε τον δρόμο προς το χωριό, ο ήλιος άρχισε να ανατέλλει πάνω από τις ομίχλες των ορυζώνων.

 

 

η βραδιά με τη Σουγιέν

   Η Σουγιέν ήταν δεκαεννέα ετών όταν η μοίρα της διασταυρώθηκε με εκείνη του πολέμαρχου Γουέν-Τσενγκ. Ζούσε με τους γονείς της σε μια μικρή κωμόπολη ανατολικά του Λο Τζιάνγκ. Ο πατέρας της ήταν ξυλουργός, γνωστός για τα καλοφτιαγμένα παραβάν και τα σκαλιστά έπιπλα που πουλούσε στους εμπόρους της περιοχής. Δεν ήταν πλούσιοι, αλλά ούτε και φτωχοί. Είχαν ένα καθαρό σπίτι, ένα μικρό εργαστήριο και την ελπίδα ότι οι κόποι τους θα απέδιδαν καρπούς.

   Όμως η τύχη άλλαξε. Ένα δάνειο για την επέκταση του εργαστηρίου, δύο κακές χρονιές και μερικοί ασυνεπείς πελάτες έφεραν την οικογένεια στα όρια της καταστροφής. Τα χρέη συσσωρεύονταν και οι δανειστές άρχισαν να γίνονται ανυπόμονοι.

   Η Σουγιέν καταλάβαινε περισσότερα από όσα νόμιζαν οι γονείς της. Ήξερε να διαβάζει λίγους χαρακτήρες. Κρατούσε λογαριασμούς και βοηθούσε στις συναλλαγές. Είχε μάθει να παρατηρεί τις ανησυχίες πίσω από τα πρόσωπα των ανθρώπων.

   Ήταν ψηλότερη από τις περισσότερες κοπέλες της ηλικίας της. Είχε ήρεμο βλέμμα, μαύρα μαλλιά δεμένα προσεκτικά και λεπτά χαρακτηριστικά που δεν τραβούσαν αμέσως την προσοχή, αλλά έμεναν στη μνήμη όσων τη γνώριζαν.

    Υπήρχε ακόμη κάτι που δεν γνώριζαν πολλοί. Ο Γιν Λιν. Ένας νεαρός γραφέας στην υπηρεσία εμπόρου μεταξιού. Δεν είχαν ανταλλάξει όρκους ούτε υποσχέσεις. Μόνο βλέμματα στην αγορά, σύντομες συνομιλίες και μια αδιόρατη ελπίδα πως κάποια μέρα το μέλλον θα τους έφερνε πιο κοντά.

   Η Σουγιέν δεν ήταν ονειροπόλα. Όμως όταν σκεφτόταν το μέλλον, το πρόσωπο του Γιν Λιν εμφανιζόταν συχνά στις σκέψεις της. Αλλά με αυτές τις δυσκολίες κάθε σχέδιο θα έπρεπε να αναβληθεί Γι' αυτό δεν δυσκολεύτηκε τόσο όταν εμφανίστηκε ο μεσάζων.

   Ο Τσάο Γουενσίν ήταν γνώριμο πρόσωπο στο εργαστήριο του πατέρα της Σουγιέν. Εδώ και χρόνια εμφανιζόταν κάθε εποχή με νέες παραγγελίες, νέα από τις αγορές και προτάσεις για εμπορικές συνεργασίες. Ήταν μεσήλικας, πάντοτε ευγενικός και προσεκτικά ντυμένος. Στα μάτια όλων ήταν απλώς ένας έμπορος με καλές διασυνδέσεις. Κανείς δεν αμφισβητούσε την αξιοπιστία του. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που κινούνταν αθόρυβα ανάμεσα σε χωριά, πόλεις και αρχοντικά, γνωρίζοντας πάντοτε περισσότερα απ' όσα έλεγαν.

   Ο Τσάο Γουενσίν δεν πλησίασε τη Σουγιέν άμεσα. Πρώτα μίλησε στον πατέρα της, όπως πάντα, μέσα στο εργαστήριο, ανάμεσα σε σωρούς από ξύλο και ημιτελή παραβάν. Η φωνή του ήταν χαμηλή, με εκείνη την ήρεμη βεβαιότητα ανθρώπου που δεν χρειάζεται να πιέσει για να γίνει πιστευτός.

    «Στο Λο Τζιάνγκ έχει έρθει νέο φορτίο χαρτιού από τον βορρά», είπε. «Καλύτερης ποιότητας από ό,τι έχουμε δει εδώ και χρόνια. Αλλά η ποσότητα είναι περιορισμένη και οι έμποροι δεν περιμένουν.»

    Άφησε μια παύση. «Θα ήταν κρίμα να χαθεί μια τέτοια ευκαιρία για το εργαστήριό σας.»

   Ο πατέρας της Σουγιέν σήκωσε το κεφάλι. «Και τι προτείνεις;»

   Ο Τσάο Γουενσίν δεν βιάστηκε να απαντήσει. «Να πάει κάποιος που καταλαβαίνει από υλικά. Όχι απλώς ένας βοηθός. Κάποιος που μπορεί να ξεχωρίσει την καλή ίνα από την κακή.»

    Εκεί έκανε μια μικρή κίνηση με το βλέμμα προς τη Σουγιέν, χωρίς να τη δείξει ευθέως.

   «Η κόρη σου γνωρίζει τα λογιστικά. Έχει μάθει να ξεχωρίζει την ποιότητα. Θα ήταν η πιο κατάλληλη.»

  «Ναι θα χρειαστούν χρήματα. Αυτή την εποχή δεν υπάρχουν διαθέσιμα.»

  «Αυτό θα λυθεί. Θα τα καλύψει ένας γνωστός μου. Ίσως τα συμψηφίσουμε με το να αναλάβεις κάποιες εργασίες στο αρχοντικό του.»

    Η πρόταση δεν ακούστηκε παράξενη. Αντίθετα, έμοιαζε λογική και κυρίως συμφέρουσα.

    Αργότερα, όταν ο Τσάο Γουενσίν είχε ήδη φύγει από το εργαστήριο, εμφανίστηκε ξανά — αυτή τη φορά πιο διακριτικά.

   Περίμενε κοντά στην αγορά, σε ένα σημείο όπου περνούσε η Σουγιέν όταν γύριζε από τις μικρές αγορές του πατέρα της. Δεν της μίλησε αμέσως. Όταν εκείνη πέρασε, έκανε απλώς μια ελαφριά υπόκλιση.

   «Σουγιέν.»

   Η φωνή του ήταν ήρεμη, σχεδόν φιλική.

   «Υπάρχει κάτι που πρέπει να το μάθεις αν θέλεις να τελειώνουν μια και καλή τα οικονομικά σας προβλήματα.»

  Η Σουγιέν τον κοίταξε.

  «Θα έλθω το απόγευμα στο εργαστήριο, αλλά πρέπει να σε συναντήσω μόνη.» Δεν πρόσθεσε τίποτε άλλο. Δεν χρειάστηκε.

    Η Σουγιέν κατάλαβε από τον τρόπο που απέφυγε να εξηγήσει περισσότερα

    Ο Τσάο Γουενσίν δεν μίλησε αμέσως για το εμπόριο όταν έμεινε μόνος με τη Σουγιέν, αργά το απόγευμα, πίσω από το εργαστήριο.

    Η αυλή ήταν ήσυχη. Μόνο ο ήχος από το πριόνι του πατέρα της ακουγόταν στο βάθος.

   Ο Τσάο περίμενε να βεβαιωθεί πως δεν τους άκουγε κανείς. Ύστερα μίλησε χαμηλά, με προσεκτική φωνή.

    «Ξέρω την κατάσταση της οικογένειάς σου», είπε απλά. «Δεν είναι κάτι που λέγεται εύκολα, αλλά δεν είναι μυστικό στην αγορά.»

   Η Σουγιέν δεν απάντησε. Τον κοίταξε μόνο.

Εκείνος συνέχισε χωρίς να την πιέσει.

   «Δεν θα σου μιλήσω με γρίφους. Υπάρχει μια υπόθεση. Προσωπική… αλλά απολύτως διακριτική.»

   Έκανε μια παύση.

   «Ένας άρχοντας χρειάζεται μια σύντομη, εμπιστευτική συνάντηση. Μία μόνο νύχτα στο Λο Τζιάνγκ. Θα σε συνοδεύσω εγώ. Κανείς δεν θα μάθει τίποτα. Θα επιστρέψεις την επόμενη μέρα όπως έφυγες.»

   Η φωνή του ήταν σταθερή, σχεδόν καθησυχαστική.

   «Το ποσό είναι μεγάλο. Αρκετό για να ξεχρεώσει το εργαστήριο και να σταθεί ξανά η οικογένειά σου στα πόδια της.»

   Δεν της άφησε χρόνο να χαθεί στις λέξεις. Συνέχισε αμέσως, σαν να ήθελε να αποτρέψει κάθε παρεξήγηση ή φόβο.

   «Και θέλω κάτι ξεκάθαρο από εσένα. Αν δεχτείς, θα μείνει απόλυτα μεταξύ μας. Δεν θα το μάθει κανείς. Ούτε στο σπίτι σου. Ούτε στην αγορά. Ούτε ποτέ.»

   Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν άβολη. Ήταν βαριά. Η Σουγιέν κατάλαβε πως η απόφαση δεν παρουσιαζόταν ως εντολή. Παρουσιαζόταν ως έξοδος. Και αυτό ήταν ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι.

   Ο Τσάο Γουενσίν μίλησε χαμηλόφωνα, μετρημένα.

   «Είναι μόνο ένα βράδυ στο Λο Τζιάνγκ», είπε. «Μια συνάντηση που δεν πρέπει να γίνει γνωστή σε κανέναν.»

   Η Σουγιέν δεν μίλησε. Τον κοιτούσε προσεκτικά.

Εκείνος συνέχισε:

   «Αν δεχτείς, θα εξασφαλίσεις το εργαστήριο της οικογένειάς σου. Το ποσό είναι ήδη μεγάλο… αλλά υπάρχει περιθώριο να αυξηθεί, αν όλα κυλήσουν χωρίς προβλήματα.»

   Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ήθελε να γίνει απολύτως σαφής χωρίς να πιέσει.

   «Όλα εξαρτώνται από το πόσο διακριτικά και υπεύθυνα θα χειριστείς αυτή την εμπιστευτική συνάντηση. Ανάλογα με την  προσφορά σου θα αυξηθεί και η αμοιβή. Υπάρχει περιθώριο να εκτιμηθεί επιπλέον, αν όλα κυλήσουν όπως πρέπει.»

   Την κοίταξε ευθεία, με ήρεμο βλέμμα.

   «Αν δεχτείς… πρέπει να καταλάβεις κάτι ακόμη.»

   Η φωνή του χαμήλωσε ακόμη περισσότερο.

   «Δεν πρέπει ποτέ να μαθευτεί. Ούτε από την οικογένειά σου. Ούτε από κανέναν.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πυκνή. Η Σουγιέν ένιωσε ότι εκείνη τη στιγμή δεν της ζητούσαν απλώς μια απόφαση. Της ζητούσαν να επιλέξει ποια εκδοχή της ζωής της θα υπήρχε από την επόμενη μέρα.

   Το ποσό που προσφερόταν ήταν αρκετό για να σωθεί το εργαστήριο, να εξοφληθούν τα χρέη και να ξανασταθεί η οικογένεια στα πόδια της. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε.

    Την επόμενη νύχτα είχε πάρει την απόφασή της. Ο άνθρωπος δεν θα παρέμενε πολύ. Δεν μίλησε. Μόνο ζήτησε από τη μητέρα της να της ετοιμάσει τα καλύτερα ρούχα που διέθετε. Το ταξίδι μέχρι το αρχοντικό έγινε μέσα στη σιωπή.

   Οι τοίχοι του υψώνονταν μέσα στο σκοτάδι σαν πέτρινο βουνό. Φρουροί περιπολούσαν στις επάλξεις και λυχνάρια έτρεμαν στον νυχτερινό αέρα. Ένας υπηρέτης την οδήγησε στο εσωτερικό. Η Σουγιέν δεν έτρεμε όπως θα περίμενε κανείς. Αισθανόταν κάτι διαφορετικό. Σαν να στεκόταν σε μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο ζωές. Πίσω της βρισκόταν η ζωή που είχε ονειρευτεί. Μπροστά της βρισκόταν η ζωή που είχε επιλέξει.

   Καθώς περίμενε, σκέφτηκε τον πατέρα της σκυμμένο πάνω από τα εργαλεία του. Σκέφτηκε τη μητέρα της. Σκέφτηκε τον Γιν Λιν. Και αναρωτήθηκε αν κάποτε θα μάθαινε ποτέ για εκείνη τη νύχτα.

   Λίγο πριν χαράξει, η Σουγιέν πέρασε ξανά την πύλη του αρχοντικού. Ο ουρανός είχε αρχίσει να φωτίζει πάνω από τους λόφους της Σετσουάν. Στο χέρι της κρατούσε ένα μικρό σακούλι με ασημένια νομίσματα. Στάθηκε για λίγο ακίνητη. Ένιωθε μόνο κουρασμένη, σχεδόν εξουθενωμένη. Σαν να είχε αφήσει πίσω της κάτι που δεν μπορούσε να ονομάσει.

   Και ενώ ο κόσμος ξυπνούσε γύρω της, η Σουγιέν καταλάβαινε πως κανείς δεν θα γνώριζε ποτέ πραγματικά τι είχε σκεφτεί εκείνη τη νύχτα. Ούτε ο πατέρας της. Ούτε η μητέρα της. Ούτε ο Γιν Λιν. Το μόνο που θα έβλεπαν ήταν ότι η οικογένεια είχε σωθεί. Και ίσως, σκέφτηκε καθώς βάδιζε προς την ανατολή, αυτό να ήταν αρκετό. Και γιατι όχι να μην το ξαναδοκίμαζε αν είχε και  δεύτερη κλήση.  Η εχεμύθεια ήταν διασφαλισμένη. Θα έλεγε ότι τα χρήματα κάπου βρέθηκαν ή θα τα άφηνε να τα βρει ο πατέρας της στο εργαστήριό του. Μπορεί να έλεγε ότι τα είχε βρει στο δρόμο και να τα παρέδιδε στη μητέρα της. Έπρεπε να σκεφτεί ποιο απ’ όλα θα ήταν το πιο πιστευτό και δεν θα δημιουργούσε υποψίες. Αλλά πάντα όταν ανακαλύπτονται τυχαία θησαυροί, οι υποψίες για το πώς βρέθηκαν δεν τείνουν να χαλαρώνουν, τουλάχιστον σε αυτούς που τους καρπούνται;

 

 

τα δύο βράδια με την Τζιανγκγιού

    Η Τζιανγκγιού ήταν δεκαεννέα ετών, κόρη μικρού αλλά ευυπόληπτου γραφειοκράτη που υπηρετούσε σε διοικητική θέση στην περιφέρεια του Λο Τζιάνγκ. Η οικογένεια δεν ήταν πλούσια, αλλά ανήκε στον κόσμο των μορφωμένων και των «σεβαστών ονομάτων». Είχε μεγαλώσει με δασκάλους στο σπίτι, μελέτη των κλασικών κειμένων και την προσδοκία ενός καλού γάμου που θα ενίσχυε τη θέση της οικογένειας.

   Ο γάμος της είχε κανονιστεί με τον γιο μιας άλλης διοικητικής οικογένειας. Ήταν συμφωνία σταθερότητας και κοινωνικής ανόδου, όπως συνηθιζόταν.

   Η Τζιανγκγιού δεν είχε προλάβει να συνηθίσει τη λέξη «ακύρωση». Μέχρι πριν λίγες εβδομάδες, το σπίτι της βρισκόταν σε μια ήρεμη τροχιά. Ο γάμος της είχε κανονιστεί με ακρίβεια, όπως γίνονταν όλα στους κύκλους των διοικητικών οικογενειών: προίκα, επιστολές, ευγενικές επισκέψεις, προσεκτικά χαμόγελα. Μέχρι που χωρίς δημόσια κατηγορία, χωρίς σαφή εξήγηση, ήρθε η επιστροφή της προίκας. Μόνο η σιωπηλή απόσυρση της άλλης οικογένειας και μια ψυχρή αλλαγή στον τρόπο που την κοιτούσαν πλέον οι γνωστοί τους.

    Στα μάτια της κοινωνίας, αυτό ήταν αρκετό. Κάτι είχε «σπάσει». Η Τζιανγκγιού δεν είχε οικονομική ανάγκη. Είχε κάτι πιο λεπτό και πιο επικίνδυνο: ένα ρήγμα στην υπόληψή της που μπορούσε να τη συνοδεύει για χρόνια.

   Ήταν λεπτή, με αυστηρά χαρακτηριστικά και βλέμμα που πρόδιδε εκπαίδευση και αυτοσυγκράτηση. Δεν είχε τη σκληρότητα της φτώχειας ούτε την απλότητα της υπαίθρου. Κινούνταν σε έναν κόσμο κανόνων, φήμης και σιωπηλών συμφωνιών. Τις μέρες μετά την ακύρωση του γάμου, δεν έκλαψε μπροστά σε κανέναν. Αντίθετα, άρχισε να μιλά λιγότερο. Και να σκέφτεται περισσότερο.

   Στην αγορά του Λο Τζιάνγκ ο Τσάο Γουενσίν ήταν γνωστός ως άνθρωπος του εμπορίου. Εμφανιζόταν σε τεχνίτες, σε εμπόρους χαρτιού, σε προμηθευτές μεταξιού. Πάντα ήρεμος, πάντα ευγενικός, πάντα με σχέσεις που κανείς δεν μπορούσε εύκολα να ελέγξει. Κανείς δεν τον θεωρούσε επικίνδυνο. Και αυτό ήταν το μεγαλύτερο του πλεονέκτημα.

   Είχε βοηθήσει στο παρελθόν τον πατέρα της Τζιανγκγιού σε μια δύσκολη εμπορική υπόθεση. Είχε μάθει για την ακύρωση του επικείμενου γάμου της Τζιανγκγιού και διαισθάνθηκε μια αμυδρή ευκαιρία. Την είχαν κατηγορήσει ή έτσι είχαν αφήσει να εννοηθεί από την πλευρά του μέλλοντα γαμβρού ότι είχε ανταλλάξει επιστολές με κάποιον φίλο του. Ποιος ήξερε ποια ήταν η αλήθεια. Ποιος γνώριζε αν υπήρχαν πράγματι οι επιστολές και  τι έγραφαν; Προσποιήθηκε ότι πήγε να συναντήσει τον πατέρα της Τζιανγκγιού. Επέλεξε εσκεμμένα τη μέρα που εκείνος έλειπε από το σπίτι. Ο Τσάο Γουενσίν ήταν πάντοτε καλά πληροφορημένος. Αν όχι για όλα, για τα περισσότερα που συνέβαιναν γύρω.

   Έτσι, όταν μπήκε στο σπίτι της οικογένειας της Τζιανγκγιού κανείς δεν το θεώρησε παράξενο, ούτε ύποπτο.

   Τη βρήκε σε έναν μικρό κήπο πίσω από το σπίτι, όπου συνήθιζε να διαβάζει. Δεν πλησίασε απότομα. Δεν επέβαλε παρουσία. Απλώς στάθηκε σε απόσταση που επέτρεπε στον διάλογο να ξεκινήσει χωρίς μάρτυρες.

   «Ξέρω τι συνέβη με τον γάμο σου», της είπε ήρεμα.

  Η Τζιανγκγιού δεν τον κοίταξε.

   «Κακόβουλοι σε κατηγόρησαν άδικα. Αλλά πάντα αυτό γίνεται. Όταν κάποιος ξεκινά να βαδίσει για κάπου,  πάντα βγαίνουν μπροστά αυτοί που θέλουν να κόψουν το δρόμο του.»

   Η Τζιανγκγιού δεν απάντησε.

   Ο Τσάο Γουενσίν έγνεψε ελαφρά, σαν να μην περίμενε κιόλας απάντηση.

«Το θέμα είναι ποιος θα βρει τη δύναμη να τους παραμερίσει. Να συνεχίσει το δρόμο του.»

Δεν αντέδρασε.

Εκείνος συνέχισε:

   «Υπάρχει μια εμπιστευτική πρόσκληση από έναν πολύ ισχυρό άνθρωπο στο Λο Τζιάνγκ. Μια σύντομη συνάντηση. Χωρίς δημόσια έκθεση, χωρίς συνέπειες για το όνομά σου. Δεν θα υπάρξει καταγραφή, ούτε φήμη, αν όλα μείνουν όπως πρέπει.»

   Η φωνή του παρέμεινε σταθερή.

    «Με εμπιστεύεται γιατί του έχω φέρει εις πέρας δύσκολες υποθέσεις στο παρελθόν. Και σου μιλάω μόνο εσένα, όχι στην οικογένειά σου.»

   Την κοίταξε προσεκτικά. Ο Τσάο Γουενσίν χαμήλωσε τη φωνή του ακόμη περισσότερο, σαν να φοβόταν ότι ο αέρας μπορούσε να μεταφέρει τις λέξεις του πέρα από τον κήπο.

    «Αν επιλέξεις να απαντήσεις στο κάλεσμα», είπε, «θα είναι για μια εμπιστευτική συνάντηση. Μία μόνο νύχτα στο Λο Τζιάνγκ. Τίποτα δημόσιο, τίποτα καταγεγραμμένο.»

   Η Τζιανγκγιού δεν μίλησε. Το βλέμμα της έμεινε σταθερό πάνω του.

   Εκείνος συνέχισε, με προσεκτική βεβαιότητα:

«Η αμοιβή θα είναι αντάξια της θέσης σου και της οικογένειάς σου. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.»

   Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε το επόμενο βήμα.

   «Υπάρχουν άνθρωποι στο περιβάλλον του που ακολουθούν τις εντολές του χωρίς ερωτήσεις. Μια απλή λέξη από εκείνον αρκεί για να κλείσουν πόρτες… ή να τις ανοίξουν.»

Το βλέμμα του δεν άλλαξε.

    «Και αυτό σημαίνει ότι, αν η υπόθεση ολοκληρωθεί σωστά, μπορείς να έχεις κάτι πολύ πιο σημαντικό από την αμοιβή.»

   Χαμήλωσε ακόμη περισσότερο τη φωνή του.

   «Προστασία. Σταθερότητα.»

   Η σιωπή άπλωσε ανάμεσά τους.

   Η Τζιανγκγιού ένιωσε τη λογική της πρότασης να στέκεται επικίνδυνα κοντά στην πραγματικότητα του κόσμου της.

   Ο Τσάο Γουενσίν έκανε ένα βήμα πίσω, σαν να είχε ήδη πει αρκετά.

   «Όλα θα μείνουν εχέμυθα», πρόσθεσε. «Κανείς δεν θα μάθει τίποτα. Θα μπεις και θα βγεις τη νύχτα χωρίς ίχνος.»

   Την κοίταξε για τελευταία φορά.

   «Η απόφαση είναι δική σου.»

    Η Τζιανγκγιού έμεινε σιωπηλή. Δεν ήταν το χρήμα που την ενδιέφερε. Ούτε η επιβίωση. Ήταν κάτι πιο λεπτό: το κενό που είχε αφήσει η ακύρωση, και ο τρόπος που οι άνθρωποι τώρα απέφευγαν να τη δουν κατευθείαν.

Ο Τσάο Γουενσίν έκανε ένα βήμα πίσω.

   «Δεν θα σου ζητήσω απάντηση τώρα», είπε. «Αλλά να ξέρεις ότι, αν προχωρήσεις, θα γίνει με απόλυτη διακριτικότητα. Κανείς δεν θα μάθει τίποτα από εμένα.»

   Και τότε έφυγε, όπως είχε έρθει. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς πίεση. Μόνο αφήνοντας πίσω του μια απόφαση που δεν είχε ακόμη ειπωθεί.   

   Η Τζιανγκγιού έμεινε μόνη στον κήπο. Ο ήχος των βημάτων του είχε χαθεί, αλλά τα λόγια του έμεναν πίσω σαν κάτι που δεν καθόταν εύκολα στη σιωπή. Μία νύχτα. Εχέμυθα. Προστασία. Κάθε λέξη έμοιαζε προσεκτικά τοποθετημένη, όχι για να την πείσει με δύναμη, αλλά για να την οδηγήσει χωρίς να το καταλάβει.

    Η Τζιανγκγιού έσφιξε τα δάχτυλά της μέσα στο μανίκι της. Καταλάβαινε πώς λειτουργούσαν οι σχέσεις ισχύος. Πώς ένας άνθρωπος χωρίς φήμη μπορούσε να γίνει ευάλωτος όχι από πράξεις, αλλά από υποψίες. Η ακύρωση του γάμου της είχε ήδη αρχίσει να κάνει τη δουλειά της σιωπηλά. Κανείς δεν την κατηγορούσε ευθέως. Αυτό ήταν το πρόβλημα. Στον κόσμο της, η αβεβαιότητα ήταν χειρότερη από την κατηγορία.

    Σήκωσε το βλέμμα της προς το σπίτι. Ο πατέρας της θα μιλούσε για έγγραφα και υπηρεσίες. Η μητέρα της θα μιλούσε για νέα προξενιά που ίσως ακόμη ήταν δυνατά.

   Η Τζιανγκγιού κάθισε αργά στο πέτρινο κάθισμα του κήπου. Το μυαλό της γύριζε συνεχώς στην ίδια σκέψη: Μια λεπτή, επικίνδυνη πιθανότητα: ότι η πρόσβαση σε έναν άνθρωπο τόσο ισχυρό δεν ήταν μόνο ρίσκο. Ήταν και δύναμη. Όχι δύναμη που φαίνεται. Αλλά δύναμη που σε κρατάει ζωντανό μέσα σε έναν κόσμο που αλλιώς σε ξεχνάει.

    Η Τζιανγκγιού έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Πήρε την απόφασή της. Η παλιά της ζωή δεν υπήρχε πια. Ίσως δεν την ήθελε. Όταν πέρασε εκείνο το βράδυ την πύλη του αρχοντικού του Γουέν-Τσενγκ, όταν την οδήγησαν κάτω, στα υπόγεια δωμάτια, εκεί όπου το φως των λυχναριών δεν έφτανε ποτέ να κάνει τους τοίχους να φαίνονται ολόκληροι ήξερε πως αναζητούσε μια δικαίωση,  μια δικαίωση για την  αδικία που της είχε γίνει.  Μια επιστολή όλη κι όλη, μια επιστολή πριν δύο χρόνια με αόριστα λόγια για την άνοιξη. Καμμία προσωπική αναφορά.  Καμμία ύποπτη λέξη ή φράση.

   Ο Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε για ώρα πριν μιλήσει. Σαν να προσπαθούσε να καταλάβει όχι τι είχε έρθει να κάνει, αλλά τι ήταν πριν φτάσει εκεί.

«Δεν ανήκεις στις συνηθισμένες περιπτώσεις», είπε τελικά.

   Η φωνή του δεν είχε ούτε περιέργεια ούτε οίκτο.

Είχε απλώς διαπίστωση. Η Τζιανγκγιού δεν απάντησε. Αλλά καθώς περνούσε η πρώτη νύχτα στο υπόγειο του αρχοντικού, κάτι μέσα της άρχισε να παίρνει μια μορφή που δεν ταίριαζε με ό,τι είχε μάθει να περιμένει. Δεν ήταν γάμος. Ούτε τελετή. Κι όμως, υπήρχε μια αίσθηση επιλογής από έναν άντρα που δεν ανήκε στον κύκλο των συμφωνημένων δεσμών της ζωής της Και εκεί, μέσα στη σιωπή του υπόγειου, αυτό το κενό έμοιαζε να γεμίζει με κάτι άλλο. Όχι με βεβαιότητα. Αλλά με μια νέα, ασταθή ισορροπία.

  Η Τζιανγκγιού το σκέφτηκε σαν την πρώτη νύχτα ενός γάμου, του γάμου της, ότι έπρεπε να παραδοθεί και να αφιερωθεί στον άντρα που είχε έρθει στο νυφικό της κρεβάτι, στον άντρα που απέκοπτε για πάντα την αγνότητά της, στον άντρα που ήταν πρόθυμος να απολαύσει το σώμα της.

    Το δεύτερο βράδυ δεν ήταν προγραμματισμένο. Η Τζιανγκγιού απλώς δεν έφυγε. Στα υπόγεια του αρχοντικού, ο χρόνος δεν είχε τον ίδιο τρόπο να περνάει. Οι αποφάσεις έμοιαζαν λιγότερο με επιλογές και περισσότερο με συνέχειες.

    Στο σπίτι της επικράτησε αναστάτωση. Για μια ολόκληρη μέρα πίστεψαν ότι είχε εξαφανιστεί. Για δεύτερη, ότι είχε καταρρεύσει ψυχολογικά από την ακύρωση του γάμου, ίσως ότι είχε φύγει προς κάποιον ναό. Έστειλαν ανθρώπους να την αναζητήσουν. Έψαξαν τους δρόμους, τα πανδοχεία, ακόμη και τα μικρά ιερά έξω από την πόλη.

    Όταν επέστρεψε, ήταν νωρίς το πρωί. Η Τζιανγκγιού μπήκε στο σπίτι χωρίς θόρυβο. Το πρόσωπό της ήταν κουρασμένο, αλλά όχι σπασμένο. Υπήρχε κάτι διαφορετικό στην παρουσία της, μια ψυχραιμία που δεν υπήρχε πριν.

    Η μητέρα της έτρεξε να τη ρωτήσει πού ήταν.

Η Τζιανγκγιού απάντησε απλά:

«Πήγα να προσευχηθώ.»

«Στο ναό του Γαληνεμένου Νου», πρόσθεσε, χωρίς να δώσει λεπτομέρειες.

Κανείς δεν ρώτησε περισσότερο.

    Έναν μήνα αργότερα, ο Τσάο Γουενσίν εμφανίστηκε ξανά στο σπίτι τους. Αυτή τη φορά όχι ως επισκέπτης εμπορίου. Αλλά ως διαμεσολαβητής μιας επίσημης πρότασης. Ένας κατώτερος αξιωματικός του στρατιωτικού περιβάλλοντος του Γουέν-Τσενγκ ζήτησε να γίνει γαμήλια προσέγγιση για την Τζιανγκγιού. Οι γονείς της έμειναν άφωνοι. Η κοινωνική θέση του άνδρα δεν ήταν υψηλή, αλλά η υποστήριξη πίσω του ήταν σαφής. Και η διατύπωση της πρότασης δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνειών. Ήταν σαν να είχε ανοίξει μια πόρτα που κανείς δεν ήξερε ότι υπήρχε.

    Ο Τσάο Γουενσίν είχε πει την αλήθεια από την αρχή. Όχι με λέξεις. Αλλά με συνέπειες.

 

 

το βράδι με την Λαν Σιν

   Η Λαν Σιν ήταν η κόρη ενός εμπόρου τσαγιού που δραστηριοποιούνταν στους δρόμους μεταξύ Σετσουάν και των δυτικών ορεινών περιοχών. Η οικογένειά της ήταν εύπορη. Όχι αριστοκρατική, αλλά αρκετά πλούσια ώστε να διαθέτει μεγάλο σπίτι, υπηρέτες και εμπορικές αποθήκες.

   Η Λαν Σιν δεν είχε γνωρίσει τη φτώχεια. Είχε γνωρίσει όμως τη μοναξιά. Ο πατέρας της ταξίδευε συνεχώς. Μεγάλωσε ανάμεσα σε δασκάλους, υπηρέτριες και συγγενείς που ενδιαφέρονταν περισσότερο για τις εμπορικές συμμαχίες παρά για τα συναισθήματά της.

   Ήταν ψηλή, με ανοιχτόχρωμο δέρμα που πρόδιδε ζωή μακριά από τα χωράφια. Είχε μεγάλα μάτια και ένα βλέμμα που συχνά έδινε την εντύπωση ότι κοιτούσε πέρα από τους ανθρώπους. Πολλοί τη θεωρούσαν κακομαθημένη. Στην πραγματικότητα ήταν απλώς ανήσυχη. Διάβαζε ποιήματα, αγαπούσε τις ιστορίες περιπλανώμενων πολεμιστών και βαριόταν αφόρητα τις συζητήσεις περί γάμου και προίκας.

    Ο πατέρας της ετοίμαζε ήδη έναν γάμο με τον γιο άλλου εμπόρου. Η Λαν Σιν δεν είχε αντιταχθεί ανοιχτά. Αλλά δεν είχε δείξει ούτε τον παραμικρό ενθουσιασμό.

    Ο Τσάο Γουενσίν τη γνώριζε από παιδί. Είχε συνεργαστεί πολλές φορές με τον πατέρα της. Ήξερε επίσης κάτι ακόμη. Η Λαν Σιν δεν αναζητούσε χρήματα. Δεν αναζητούσε προστασία. Δεν προσπαθούσε να διασώσει την υπόληψή της. Αναζητούσε διέξοδο από μια ζωή που έμοιαζε ήδη προδιαγεγραμμένη. Γι' αυτό και η προσέγγισή του ήταν διαφορετική. Δεν μίλησε για αμοιβές. Δεν μίλησε για χρέη. Δεν μίλησε για συμφέρον. Της μίλησε για τον ίδιο τον Γουέν-Τσενγκ,  χωρίς να αναφερθεί άμεσα στο όνομά του. Για έναν άνθρωπο που είχε πολεμήσει, είχε επιβιώσει από απόπειρες δολοφονίας και κυβερνούσε τη μισή επαρχία περισσότερο με τη φήμη του παρά με τα όπλα του.

   Και η Λαν Σιν άκουγε. Όχι επειδή γοητεύτηκε. Αλλά επειδή για πρώτη φορά άκουγε κάτι που δεν αφορούσε λογαριασμούς, γάμους ή εμπορικές συμφωνίες.

   Ο Τσάο Γουενσίν την παρατήρησε για πρώτη φορά ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στην αποθήκη τσαγιού του πατέρα της. Πρόσεξε το βιβλίο. Η Λαν Σιν καθόταν μόνη δίπλα σε ένα παράθυρο, διαβάζοντας ένα παλιό αντίγραφο του «Ρομάντζου των Τριών Βασιλείων». Δεν διάβαζε όμως τις μάχες. Είχε σταματήσει σε ένα κεφάλαιο όπου οι ήρωες μιλούσαν για πίστη, φιλοδοξία και ανθρώπους που άλλαζαν τη μοίρα τους με τις αποφάσεις τους.

    Ο Τσάο Γουενσίν στάθηκε για λίγο. «Παράξενη επιλογή για μια νεαρή κοπέλλα.»

   Η Λαν Σιν σήκωσε το βλέμμα.

   «Οι περισσότεροι διαβάζουν τις μάχες», του απάντησε. «Εμένα με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι.»

    Η απάντηση έμεινε στο μυαλό του. Τις επόμενες εβδομάδες τη συνάντησε κι άλλες φορές. Πάντα με βιβλίο. Πάντα να κοιτάζει πέρα από όσα συνέβαιναν γύρω της. Και σιγά σιγά άρχισε να καταλαβαίνει κάτι. Δεν ήταν δυστυχισμένη. Δεν ήταν ερωτευμένη. Δεν ήταν φιλόδοξη με τη συνηθισμένη έννοια. Ήταν περίεργη. Περίεργη για τη ζωή που υπήρχε έξω από τον κόσμο που της είχαν ετοιμάσει.

   Μια μέρα, σχεδόν αδιάφορα, της είπε:

   «Ξέρεις τι κοινό έχουν οι ιστορίες που διαβάζεις;»

   Η Λαν Σιν χαμογέλασε.

   «Τι;»

   «Οι γυναίκες σε αυτές τις ιστορίες θέλουν πάντα να μάθουν αν μπορούν να αλλάξουν την πορεία ενός άντρα.»

   Η Λαν Σιν γέλασε.

  Ο Τσάο Γουενσίν συνέχισε: «Και οι άντρες θέλουν να πιστεύουν ότι δεν αλλάζουν ποτέ πορεία.»

   Ο Τσάο Γουενσίν την κοίταξε προσεκτικά. Τότε ήταν που κατάλαβε. Δεν ήταν ο πλούτος. Δεν ήταν η περιπέτεια. Ήταν η ανάγκη να αναμετρηθεί με κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό της. Ακούμπησε το φλιτζάνι του τσαγιού πάνω στο τραπέζι.

   «Διαβάζεις πολλές ιστορίες, Λαν Σιν.»

   «Ίσως περισσότερες απ' όσες θα έπρεπε», απάντησε εκείνη χαμογελώντας.

   «Τότε θα έχεις προσέξει κάτι.»

   Η Λαν Σιν σήκωσε το βλέμμα της από το βιβλίο.

   «Τι;»

   «Ότι οι άνθρωποι θυμούνται τους μεγάλους άντρες για τα κατορθώματά τους. Οι γυναίκες όμως θυμούνται τους μεγάλους άντρες για κάτι διαφορετικό.»

  «Για τι;»

   Ο Τσάο χαμογέλασε αμυδρά.

   «Για τον τρόπο που τις έκαναν να βλέπουν τον εαυτό τους.»

   Η Λαν Σιν δεν απάντησε αμέσως.

   Ο έμπειρος στα λόγια χειριστής ανθρώπων και συμφωνιών συνέχισε:

    «Μια γυναίκα μπορεί να περάσει ολόκληρη τη ζωή της ακούγοντας κομπλιμέντα από νεαρούς άντρες που δεν έχουν ακόμη αποδείξει τίποτα στον κόσμο. Είναι εύκολο να εντυπωσιάζεις εκείνους που δεν έχουν δει πολλά.»

   Έστρεψε το βλέμμα του προς το παράθυρο.

   «Δύσκολο είναι να συγκινήσεις έναν άντρα που έχει ήδη γνωρίσει τη δόξα, την αποτυχία, τον κίνδυνο και την εξουσία. Έναν άντρα που δεν εντυπωσιάζεται εύκολα.»

   Η Λαν Σιν έκλεισε αργά το βιβλίο της.

   «Και γιατί να ενδιαφέρει αυτό μια γυναίκα;»

   Ο Τσάο Γουενσίν γέλασε χαμηλόφωνα.

   «Επειδή τότε ανακαλύπτει ποια πραγματικά είναι.»

   Έμεινε για λίγο σιωπηλός.

   «Μια γυναίκα καταλαβαίνει τον εαυτό της μόνο όταν συναντήσει έναν άνθρωπο που την αναγκάζει να ξεπεράσει όσα πίστευε για τον εαυτό της. Τέτοιοι άνθρωποι όμως δεν εμφανίζονται συχνά.»

   Η Λαν Σιν αισθάνθηκε ότι η συζήτηση είχε πάψει να αφορά τα βιβλία.

   «Και αν δεν εμφανιστούν ποτέ;» τον ρώτησε.

   «Τότε η ζωή συνεχίζεται όπως την έχουν σχεδιάσει άλλοι.»

   Ο Τσάο Γουενσίν την κοίταξε προσεκτικά.

   «Αλλά υπάρχουν και στιγμές που ανοίγουν οι πύλες της τύχης.»

   «Οι πύλες της τύχης;»

   «Ναι, για όλους τους ανθρώπους είναι πάντα κλειστές. Ανοίγουν για λίγο, για να διώξουν από μέσα τους εκείνους που τη γεύθηκαν για λίγο. Και τότε όποιος προλάβει μπαίνει στη θέση εκείνων που φεύγουν. Το πόσο θα κάτσει μέσα της εξαρτάται μόνο από τον ίδιο».

   «Αυτό τι σχέση μπορεί να έχει με μια γυναίκα;»

   «Αφορά εκείνες που συναντούν, έστω για λίγο,  έναν άνθρωπο που έχει αφήσει το αποτύπωμά του στον κόσμο. Και ανακαλύπτουν αν μπορούν να αφήσουν κι εκείνες το δικό τους αποτύπωμα στη μνήμη του.»

   Για πρώτη φορά η Λανσιν δεν βρήκε αμέσως απάντηση.

   «Υπάρχει  ένας τέτοιος άντρας. Ένας άντρας που πριν ξεκινήσει για το ταξίδι του, χρειάζεται μια νέα κοπέλλα, να τη θυμάται στην πορεία του. Δεν ξέρει αν θα ξαναγυρίσει. Δεν είναι ένα ταξίδι εύκολο. Κάθε φορά ρισκάρει όλο και περισσότερο. Θέλει μια εικόνα να τον διατηρεί ζωντανό, να τον κάνει να θέλει να επιστρέψει πίσω ακέραιος. Και αυτό μόνο μια νεαρή αγνή κοπέλλα το προσφέρει.»

   «Σαν τα βιβλία και τις ιστορίες δηλαδή…»

   «Ναι, κάπως έτσι. Μόνο μια νύχτα, χωρίς να τη γνωρίζει. Όλα σιωπηλά. Όλα μυστικά. Πριν χαράξει εκείνη θα φύγει. Μετά εκείνος θα πρέπει να ξεκινήσει το ταξίδι του.»

   «Και τι πρέπει να κάνει αυτή η κοπέλλα;» ρώτησε η Λαν Σιν.  

  «Να τον σαγηνεύσει, να τον υπηρετήσει, να τον κάνει να θέλει να γυρίσει και πάλι πίσω. Αλλά εσύ δεν έχεις μάθει να υπηρετείς…»

   «Αυτό εξαρτάται από τον άντρα…»

   «Η ανταπόδοση είναι ικανοποιητική. Και εξαρτάται πάντα από τις υπηρεσίες που θα του προσφέρει η κοπέλλα. Ανάλογη θα είναι και η έκτακτη αμοιβή της.»

   «Ναι, αλλά  εγώ δεν χρειάζομαι χρήματα»

   «Όλοι χρειάζονται χρήματα, όσα και αν έχουν. Και μετά δεν είναι μόνο το χρήμα. Είναι το ζύγισμα της αξίας, το πόσο ικανή ήταν η κοπέλλα».

   «Και πού γίνονται αυτά;»

   «Γίνονται μόνο νύχτα. Όχι μακρυά. Αν συγκατανεύσεις, θα  σε οδηγήσω εγώ. Μετά δεν θα πρέπει κανείς να μάθει τίποτε. Θα ξαναπεράσω σε λίγες μέρες. Σκέψου το. Σκέψου αν θέλεις να δεις πόσο αξίζεις πραγματικά, όχι σαν κόρη ενός πλούσιου έμπορα, αλλά σαν γυναίκα, σαν γυναίκα θέλει να αποτιμηθεί.»

    Η Λαν Σιν έμεινε για ώρα μόνη μετά την αναχώρηση του Τσάο Γουενσίν. Το βιβλίο βρισκόταν ακόμη ανοιχτό μπροστά της, αλλά τα μάτια της δεν ακολουθούσαν πια τις γραμμές του κειμένου. Σκεφτόταν τα λόγια του. Όχι επειδή την είχαν πείσει. Επειδή είχαν αγγίξει κάτι που ήδη υπήρχε μέσα της. Όλη της τη ζωή άλλοι αποφάσιζαν ποιον θα συναντήσει, τι θα μάθει, ποιον θα παντρευτεί, ποιο μέλλον της ταίριαζε. Για πρώτη φορά εμφανιζόταν μπροστά της μια πόρτα που δεν είχε ανοίξει κανείς άλλος. Μπορούσε να την αγνοήσει. Μπορούσε όμως και να τη διαβεί.

   Τις επόμενες ημέρες η σκέψη δεν την εγκατέλειψε. Και όταν ο Τσάο Γουενσίν εμφανίστηκε ξανά στην αποθήκη του πατέρα της, δεν ήταν εκείνος που άρχισε τη συζήτηση. Ήταν η ίδια. Τον βρήκε καθώς επιθεωρούσε μερικά κιβώτια τσαγιού στην αυλή.

   «Ο πατέρας μου αναχωρεί σε τρεις ημέρες», του είπε ήρεμα.

   Ο Τσάο σήκωσε το βλέμμα του. Δεν έδειξε έκπληξη.

  «Θα βρίσκεται στον νότο για αρκετές ημέρες.»

   Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε.

   Ο Τσάο κατάλαβε ότι η απόφαση είχε ήδη ληφθεί.

   «Καταλαβαίνω», είπε.

Η Λαν Σιν χαμήλωσε το βλέμμα της.

   «Θέλω να δω μόνη μου αν οι ιστορίες που λέγονται για ορισμένους ανθρώπους είναι αληθινές.»

   Ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπο του Τσάο.

   «Μερικές φορές είναι.»

   «Και άλλες;»

   «Άλλες αποδεικνύονται μικρότερες από την πραγματικότητα.»

   Η Λαν Σιν έγνεψε αργά. Δεν χρειαζόταν να ειπωθούν περισσότερα. Ο διακανονισμός έγινε μέσα σε λίγες προτάσεις. Διακριτικά. Χωρίς λεπτομέρειες. Χωρίς μάρτυρες. Όταν ο πατέρας της θα έφευγε για το ταξίδι του, ο Τσάο Γουενσίν θα περνούσε από το σπίτι μετά τη δύση του ήλιου. Θα οδηγούσε καλυμμένη τη Λαν Σιν στο αρχοντικό του Γουέν-Τσενγκ. Η υπόλοιπη διαδρομή θα ανήκε στη μοίρα. Ή στις επιλογές που οι άνθρωποι ονομάζουν μοίρα όταν δεν θέλουν να παραδεχτούν ότι τις πήραν μόνοι τους. Και στην αφιέρωση της αγνότητας μιας νεαρής κοπέλλας σε ένα ισχυρό άντρα, επιβεβαίωση μέσα από αυτή τη νυχτερινή επίσκεψη στα υπόγεια του αρχοντικού του πολέμαρχου, τόσο για εκείνη όσο και για εκείνον, για εκείνη που προσφέρθηκε και για εκείνον που γεύθηκε. Η Λαν Σιν αποχώρησε με ένα χαμόγελο νίκης, με ένα χαμόγελο που θα αποτελούσε το κριτήριο που θα κατέτασσε όλους τους υπόλοιπους άντρες στη ζωή της, στη ζωή της που μόλις άρχιζε.

 

 

η βραδιά της κλέφτρας

    Η Μέι-Λιν ήταν δεκαοκτώ ετών. Κόρη μικρού κατασκευαστή χαρτιού έξω από το Λο Τζιάνγκ. είχε την ήρεμη ομορφιά των κοριτσιών που δεν γνωρίζουν ακόμη τη δύναμη που ασκούν στους άλλους. Ήταν ευγενική, συγκρατημένη και αρκετά αφελής ώστε να εμπιστεύεται τους ανθρώπους περισσότερο απ' όσο έπρεπε.

   Για χρόνια το εργαστήριο της οικογένειας πήγαινε καλά. Όμως δύο κακές σοδειές μπαμπού, μια πυρκαγιά σε αποθήκη και δάνεια που συσσωρεύονταν είχαν φέρει το σπίτι στα όριά του. Τα βράδια ο πατέρας της καθόταν σιωπηλός μπροστά στους λογαριασμούς. Η μητέρα της προσπαθούσε να κρύψει την αγωνία της. Και η Μέιλίν άκουγε ψιθύρους πίσω από κλειστές πόρτες. Χρέη. Παρατάσεις. Πιστωτές. Λέξεις που είχαν γίνει μέρος της καθημερινότητας.

    Η μόνη στην οποία μπορούσε να μιλήσει ανοιχτά ήταν η μεγαλύτερη εξαδέλφη της, η Γινχουά. Η Γινχουά, ήταν είκοσι τριών. Πιο ώριμη, πιο κοσμική και πολύ πιο φιλόδοξη. Εκεί όπου η Μέι-Λιν έβλεπε ευκαιρίες, η Γινχουά έβλεπε σκάλες ανόδου. Εκεί όπου η Μέι-Λιν εμπιστευόταν, η Γινχουά υπολόγιζε.

   Ένα απόγευμα οι δυο τους κάθονταν κάτω από το υπόστεγο της αυλής, καθώς η βροχή χτυπούσε τις κεραμοσκεπές.

    «Με πλησίασε κάποιος γνωστός του πατέρα μου», είπε ξαφνικά η Μέι-Λιν.

Η Γινχουά σήκωσε το βλέμμα της.

   «Ποιος;»

   «Ένας άνθρωπος που συναλλάσσεται μαζί του χρόνια. Ο Τσάο Γουενσίν.»

   Η Γινχουά δεν έδειξε έκπληξη. Το όνομα ήταν γνωστό στην περιοχή.

   «Και τι ήθελε;»

Η Μέι-Λιν δίστασε.

   «Να συζητήσει μια υπόθεση. Είπε ότι ίσως υπάρχει τρόπος να βοηθηθεί η οικογένειά μας.»

Η Γινχουά την παρατηρούσε προσεκτικά.

   «Και γιατί σου μίλησε προσωπικά;»

Η Μέι-Λιν δεν απάντησε αμέσως.

Η σιωπή της ήταν αρκετή.

   «Υπάρχει κάποιος ισχυρός στο Λο Τζιάνγκ που θέλει μια νέα κοπέλα για να περάσει ένα βράδυ μαζί της. Θα με πάει ο Τσάο Γουενσίν. Κανείς δεν θα μάθε τίποτα. Και η αμοιβή είναι γενναιόδωρη.»

    Τότε η Γινχουά χαμογέλασε αμυδρά. Ένα χαμόγελο χωρίς χαρά.

   «Η ομορφιά σώζει πάντα αυτούς που έχουν χρέη.»

   Η Μέι-Λιν συνοφρυώθηκε.

   «Τι εννοείς;»

   «Πάντα τους έσωζε», είπε η Γινχουά. «Αρκεί να ξέρει κανείς πώς να την αξιοποιήσει.»

   Η Μέι-Λιν χαμήλωσε το βλέμμα. Δεν της άρεσαν τέτοιες κουβέντες. Για εκείνη η ομορφιά ήταν απλώς κάτι που οι άλλοι παρατηρούσαν.

Για τη Γινχουά ήταν εργαλείο. Πόρος. Δύναμη.

    «Δεν μου αρέσει να σκέφτομαι έτσι», είπε τελικά η Μέι-Λιν.

  «Οι σκέψεις μπορεί να είναι ενοχλητικές. Το ίδιο και οι λέξεις. Αλλά τί περιθώρια έχει κανείς είναι εκείνο που μετράει.»

   Η βροχή συνέχισε να πέφτει. Και καθώς η νεότερη εξαδέλφη μιλούσε για την πρόταση που είχε δεχτεί και για τις δυσκολίες του σπιτιού της, η Γινχουά άκουγε προσεκτικά. Πολύ πιο προσεκτικά απ' όσο φανερωνόταν στο πρόσωπό της.

   Γιατί εκεί όπου η Μέι-Λιν έβλεπε μια ελπίδα για την οικογένειά της, η Γινχουά είχε αρχίσει ήδη να διακρίνει μια ευκαιρία για τον εαυτό της.

   Όταν η Μέι-Λιν εκμυστηρεύτηκε το μυστικό της, δεν το έκανε από απροσεξία. Το έκανε από ανάγκη. Η προοπτική μιας εμπιστευτικής συνάντησης στο αρχοντικό του Γουέν-Τσενγκ την φόβιζε. Και η Γινχουά ήταν το μοναδικό πρόσωπο που θεωρούσε αρκετά κοντινό για να ακούσει τους φόβους της.

    «Δεν ξέρω αν πρέπει να πάω», της είπε.

    «Καμμία απόφαση δεν είναι χωρίς κόστος.»  της ανταπάντησε η Γινχουά. «Διαφορετικά δεν είναι απόφαση. Αλλά τί έχεις να χάσεις; Θα το μάθει κανείς; Θα σε δει κανείς;»

    Η Μέι-Λιν δεν απάντησε. Μόνο κούνησε αρνητικά το κεφάλι. 

   «Αυτά θα τα έχουν αναλάβει αυτοί. Μην σε φοβίζει. Το ζήτημα είναι αν με μία φορά καταφέρεις και ξεχρεώσετε. Να μην χρειαστούν και άλλες επισκέψεις. Και στην ανάγκη θα σε καλύψω εγώ, θα πω ότι είμαστε μαζί.»

   Η Μέι-Λιν άκουγε χωρίς να τη διακόψει. «Έχω συμφωνήσει να πάω».

  «Πότε έχει κανονιστεί;» τη ρώτησε η Γινχουά.

   Η Μέι-Λιν δίσταζε να μιλήσει. Χαμήλωσε τη φωνή της.

   «Ίσως χρειαστεί να λείψω από το σπίτι για μια νύχτα.»

   Η Γινχουά γύρισε προς το μέρος της.

   Η Μέι-Λιν κοίταξε γύρω της για να βεβαιωθεί ότι δεν τις άκουγε κανείς.

  «Θα πω στους γονείς μου ότι θα πάω στον ναό της Ευλογημένης Τύχης.»

   «Στον ναό;»

   Η Μέι-Λιν έγνεψε καταφατικά.

«Οι κόρες αρκετών οικογενειών πηγαίνουν κατά καιρούς εκεί. Ανάβουν θυμίαμα, προσεύχονται για την ευημερία του σπιτιού τους και παραμένουν όλη τη νύχτα σε αγρυπνία.»

   Η Γινχουά έδειξε να το θεωρεί απόλυτα λογικό. Μια τέτοια αφιέρωση δεν θα προκαλούσε υποψίες σε κανέναν. Αντιθέτως, οι γονείς συνήθως την έβλεπαν ως ένδειξη ευσέβειας.

   «Και πότε έχει κανονιστεί;» ρώτησε και πάλι αδιάφορα.

   Η Μέι-Λιν δίστασε για μια στιγμή.

   «Μεθαύριο.»

   Η Γινχουά κράτησε ανέκφραστο το πρόσωπό της. Μόνο τα μάτια της έδειξαν ότι η πληροφορία είχε καταγραφεί.

   «Θα λείπεις ολόκληρη τη νύχτα;»

   «Ναι. Θα επιστρέψω την επόμενη ημέρα. Τουλάχιστον αυτό θα πιστεύουν όλοι.»

   Η Γινχουά χαμογέλασε ελαφρά.

     «Οι δικοί σου δεν θα ανησυχήσουν;»

   «Η μητέρα μου είπε πως οι προσευχές για καλή τύχη ίσως βοηθήσουν την οικογένειά μας αυτές τις δύσκολες μέρες.»

   Η Μέι-Λιν αναστέναξε.

   Η Γινχουά άπλωσε το χέρι και της έσφιξε καθησυχαστικά τα δάχτυλα. «Μερικές φορές», είπε ήρεμα, «η τύχη έρχεται από δρόμους που δεν περιμένουμε.»

    Η Μέι-Λιν χαμογέλασε αμυδρά. Δεν κατάλαβε ότι η εξαδέλφη της μόλις είχε αρχίσει να σκέφτεται πολύ σοβαρά τη νύχτα εκείνη. Και πως ήδη, μέσα στο μυαλό της Γινχουά, η «αγρυπνία στον ναό» είχε πάψει να ανήκει αποκλειστικά στη Μέι-Λιν. Αλλά μέσα της είχε γεννηθεί μια σκέψη που δεν έσβηνε. Γιατί εκείνη και  όχι εγώ;

    Την ημέρα της αναχώρησης για την αγρυπνία στο ναό της Ευλογημένης Τύχης, η μοίρα φάνηκε να επεμβαίνει. Ο πατέρας της Μέι-Λιν κατέρρευσε από υψηλό πυρετό. Το σπίτι βυθίστηκε στην αναστάτωση. Η Μέι-Λιν δεν μπορούσε να εγκαταλείψει την οικογένειά της. Και η νύχτα πλησίαζε. Η Γινχουά παρακολουθούσε σιωπηλή. Μέχρι που πήρε την απόφασή της.

   Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα στο Λο Τζιάνγκ. Κάτω από ένα υπόστεγο, ο Τσάο Γουενσίν περίμενε. Δεν του άρεσαν οι αλλαγές της τελευταίας στιγμής. Και όσο περνούσε η ώρα, τόσο περισσότερο υποψιαζόταν ότι η συνάντηση δεν θα πραγματοποιούνταν. Τότε είδε μια μοναχική μορφή να ξεπροβάλλει μέσα από τη βροχή. Μια σκούρα κάπα κάλυπτε ολόκληρο το σώμα. Η φιγούρα πλησίασε αργά.

   «Άργησες», είπε ο Τσάο.

   Η γυναίκα κατέβασε ελαφρά την κουκούλα. Το φως του φαναριού αποκάλυψε ένα πρόσωπο που δεν περίμενε. Ο Τσάο συνοφρυώθηκε.

   «Δεν είσαι η Μέι-Λιν.»

   Η Γινχουά τον κοίταξε σταθερά.

   «Όχι.»

   «Τότε γιατί βρίσκεσαι εδώ;»

   Για μια στιγμή ακούστηκε μόνο η βροχή. Ύστερα εκείνη απάντησε:

   «Επειδή η ευκαιρία που αφήνει κάποιος άλλος πίσω του δεν παύει να είναι ευκαιρία.»

    Ο Τσάο Γουενσίν δεν μίλησε.

   «Η εξαδέλφη μου δεν μπορεί να έρθει. Ο πατέρας της είναι βαριά άρρωστος.»

  «Και εσύ αποφάσισες να πάρεις τη θέση της;»

   Η Γινχουά χαμογέλασε αχνά.

   «Αποφάσισα να μη χαθεί μια συνάντηση που είχε ήδη κανονιστεί.»

   Ο Τσάο Γουενσίν την παρατηρούσε για ώρα. Ήξερε πως αυτό που έκανε ήταν θρασύ. Ίσως και επικίνδυνο. Αλλά διέκρινε επίσης κάτι που είχε δει σε ελάχιστους ανθρώπους. Την απόφαση να αρπάξουν τη μοίρα από τα χέρια κάποιου άλλου.

    Τελικά αναστέναξε.

   «Η Μέι-Λιν δεν θα το εγκρίνει.»

   «Δεν χρειάζεται να το εγκρίνει. Δεν χρειάζεται  να το μάθει.»

   Η βροχή συνέχισε να πέφτει πάνω στα πλακόστρωτα. Και για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, ο Τσάο Γουενσίν χαμογέλασε. Όχι επειδή ενέκρινε αυτό που είχε συμβεί. Αλλά επειδή καταλάβαινε ότι μπροστά του στεκόταν ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος από εκείνον που περίμενε να συναντήσει. Και μερικές φορές, οι ιστορίες αλλάζουν πορεία όχι εξαιτίας των σχεδίων των ισχυρών. Αλλά εξαιτίας εκείνων που τολμούν να κλέψουν μια θέση που δεν προοριζόταν γι' αυτούς.

   Αλλά από  την πλευρά του ο Τσάο Γουενσίν ήταν ο πιο ικανοποιημένος από όλους.  Χωρίς να χρειαστεί να βολιδοσκοπήσει, να προσεγγίσει, να προετοιμάσει, είχε μόλις εξασφαλίσει χωρίς κόπο άλλη μια νυχτερινή  επισκέπτρια για το αρχοντικό του Γουέν-Τσενγκ. Θα άφηνε λίγες μέρες να περάσουν και θα επισκεπτόταν και πάλι το μικρό εργαστήριο χαρτιού. Τα χρέη περίμεναν. Και τότε η Μέι-Λιν δεν θα είχε περιθώρια να  επιλέξει. Θα γινόταν άλλη μία νυχτερινή επισκέπτρια στο φρουρούμενο αρχοντικό του Γουέν-Τσενγκ, άλλη μία κοπέλλα που θα αγρυπνούσε στο ναό της Ευλογημένης Τύχης ή σε κάποιο άλλο ναό. 

 

 

η βραδιά με την Μαν-Γιού

   Η Μαν-Γιού είχε μόλις κλείσει τα είκοσί της χρόνια. Ζούσε με τους γονείς της λίγο έξω από το Λο Τζιάνγκ, σε ένα μικρό σπίτι ανάμεσα σε περιβόλια και μουριές. Ο πατέρας της εμπορευόταν κατά καιρούς μετάξι, βότανα και αποξηραμένα φρούτα, χωρίς ποτέ να αποκτήσει μεγάλη περιουσία. Οι εποχές της οικογένειας εναλλάσσονταν ανάμεσα στην άνεση και στη στέρηση, ανάλογα με τις επιτυχίες ή τις αποτυχίες των εμπορικών ταξιδιών.

   Η Μαν-Γιού ήταν όμορφη χωρίς επιτήδευση. Είχε φωτεινό πρόσωπο, ζωηρό βλέμμα και εκείνη την ήρεμη αυτοπεποίθηση που δεν γεννιέται από την κοινωνική θέση, αλλά από την εμπειρία. Όσοι τη γνώριζαν τη θεωρούσαν ευγενική και συγκρατημένη. Κανείς όμως δεν γνώριζε ολόκληρη την ιστορία της.

   Δύο χρόνια νωρίτερα είχε γνωρίσει έναν παλιό φίλο του πατέρα της, τον περιπλανώμενο έμπορο Σου Τζιν. Ήταν άντρας αρκετά μεγαλύτερός της, που περνούσε τους περισσότερους μήνες στους δρόμους της δυτικής Κίνας. Οι συναντήσεις τους είχαν αρχίσει με αφηγήσεις για πόλεις, ποτάμια και βουνά και είχαν εξελιχθεί σε έναν δεσμό που έμεινε κρυφός από όλους. Δεν της είχε υποσχεθεί γάμο ούτε κοινή ζωή. Της είχε όμως μάθει να βλέπει τον έρωτα ως χαρά και ως ελεύθερη έκφραση δύο ανθρώπων που επιλέγουν ο ένας τον άλλον.

   Ο Τσάο Γουενσίν είχε γνωρίσει τον Σου Τζιν, σε ένα από εκείνα τα ταξίδια όπου οι δρόμοι των εμπόρων συναντούσαν ανθρώπους κάθε είδους. Ο ένας κινούνταν ανάμεσα σε αγορές, αρχοντικά και συμφωνίες· ο άλλος ανάμεσα σε λιμάνια, πανδοχεία και μακρινούς δρόμους. Είχαν διαφορετικό τρόπο ζωής, αλλά μοιράζονταν ένα κοινό χαρακτηριστικό: γνώριζαν να παρατηρούν τους ανθρώπους. Κατά τη διάρκεια μιας νύχτας με κρασί και συζητήσεις, σε ένα πανδοχείο έξω από το Λο Τζιάνγκ, ο Σου Τζιν είχε αναφέρει τη Μαν-Γιού. Δεν το έκανε σαν εξομολόγηση ούτε σαν αποκάλυψη κάποιου μυστικού. Περισσότερο σαν μια ανάμνηση που είχε ξεφύγει μέσα στη ροή της κουβέντας.

   «Υπάρχει μια κοπέλα στο σπίτι του παλιού μου φίλου, του Γου Γιάνγκ. Μαν-Γιού τη λένε. Μην ξεγελαστείς από το ήσυχο βλέμμα της. Έχει περισσότερη ζωή μέσα της απ’ όσο δείχνει.»

   Ο Σου Τζιν δεν του είχε πει ποτέ ξεκάθαρα τι είχε συμβεί. Ο Τσάο όμως ήταν άνθρωπος που διάβαζε πίσω από τις λέξεις. Από τον τρόπο που μιλούσε ο περιπλανώμενος έμπορος για τη Μαν-Γιού, από το χαμόγελό του, κατάλαβε περισσότερα απ’ όσα εκείνος σκόπευε να αποκαλύψει. Ο Τσάο, φυσικά, δεν θα ξεχνούσε ποτέ μια τέτοια πληροφορία. Όχι επειδή τον ενδιέφερε η προσωπική της ζωή, αλλά επειδή καταλάβαινε την αξία μιας τέτοιας γνώσης και την ευκολία μιας πιθανής προσέγγισης.

   Όταν ο Σου Τζιν έφυγε για ακόμη ένα μεγάλο ταξίδι, δεν επέστρεψε ποτέ. Άλλοι έλεγαν πως πέθανε από πυρετό στον νότο, άλλοι πως συνέχισε τις διαδρομές του προς τα δυτικά. Η Μαν-Γιού δεν έμαθε ποτέ την αλήθεια. Εκείνο που έμεινε ήταν η ανάμνηση ενός άντρα που της είχε γνωρίσει έναν κόσμο μεγαλύτερο από το χωριό της.

   Ο Τσάο Γουενσίν πληροφορήθηκε για τα οικονομικά προβλήματα της οικογένειας. Εμφανίστηκε στο σπίτι με τη γνωστή του ευγένεια και, ύστερα από τις συνηθισμένες συζητήσεις περί εμπορίου, και βρίσκοντας την ευκαρία μόλις ετοιμαζόταν  ο πατέρας της για ταξίδι, επέστρεψε και ζήτησε να μιλήσει μόνος με τη Μαν-Γιού.

   «Ο Σου Τζιν είναι αβέβαιο αν θα επιστρέψει. Υπάρχει όμως ένας άνθρωπος», της είπε, «που πριν από ένα δύσκολο ταξίδι επιθυμεί τη συντροφιά μιας νεαρής γυναίκας. Όλα θα γίνουν με απόλυτη εχεμύθεια. Η ανταμοιβή είναι γενναιόδωρη.»

   Η Μαν-Γιού τον άκουσε ατάραχη, όμως για πρώτη φορά το βλέμμα της μετακινήθηκε. Δεν ήταν φόβος. Ήταν μια στιγμή αμφιβολίας.

   Ο Σου Τζιν ήταν ακόμη μέσα στις σκέψεις της. Όχι σαν υπόσχεση — ποτέ δεν της είχε δώσει τέτοια — αλλά σαν ανάμνηση ενός ανθρώπου που είχε ανοίξει μπροστά της έναν κόσμο διαφορετικό από εκείνον που γνώριζε.

Ο Τσάο Γουενσίν κατάλαβε τον δισταγμό της.

«Σκέφτεσαι ακόμη τον Σου Τζιν», είπε ήρεμα.

Η Μαν-Γιού δεν απάντησε.

   «Και τι θα κάνεις;» συνέχισε εκείνος. «Θα περιμένεις έναν άνθρωπο που μπορεί να μην έρθει ποτέ; Θα αφήσεις τη ζωή σου να περάσει περιμένοντας έναν περιπλανώμενο έμπορο που ταξιδεύει από τόπο σε τόπο;»

   Τα λόγια του δεν είχαν σκληρότητα. Ήταν όμως υπολογισμένα.

  «Δεν είναι άδικο;» πρόσθεσε. «Τόσο νέα κοπέλα να κρατάς κλειστή τη ζωή σου για κάποιον που ίσως έχει ήδη πάρει άλλον δρόμο;»

   Η Μαν-Γιού χαμήλωσε το βλέμμα. Για μια στιγμή σκέφτηκε το σπίτι της, τους γονείς της, τα χρόνια που θα περνούσαν και τις επιλογές που θα έκλειναν η μία μετά την άλλη. Δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι ο Τσάο είχε αγγίξει κάτι που φοβόταν ήδη. Ο Σου Τζιν της είχε μάθει να βλέπει τον κόσμο διαφορετικά. Αλλά δεν της είχε υποσχεθεί ότι θα επιστρέψει.

Σήκωσε ξανά το βλέμμα της.

   «Δεν είναι μόνο τα χρήματα που σε απασχολούν, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε ο Τσάο, παρατηρώντας προσεκτικά το πρόσωπό της.

Εκείνη χαμογέλασε ανεπαίσθητα.

«Όχι», αποκρίθηκε.

   Ο Τσάο κατάλαβε τον δισταγμό της. Δεν ήταν η αμοιβή που την έκανε να σιωπά. Ήταν η σκέψη της επόμενης ημέρας. Η σκέψη των ανθρώπων που θα μπορούσαν να μιλήσουν, των βλεμμάτων που θα μπορούσαν να αλλάξουν. Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της και μίλησε χαμηλότερα.

   «Άκουσέ με καλά, Μαν-Γιού. Δεν θα γίνει τίποτα που να αφήσει ίχνη. Όλα θα κανονιστούν αθόρυβα. Θα φύγεις και θα επιστρέψεις χωρίς κανείς να γνωρίζει πού ήσουν.»

    Σταμάτησε για λίγο και την κοίταξε στα μάτια.

   «Και ούτε πρέπει να μάθει ποτέ κανείς κάτι. Ούτε η οικογένειά σου, ούτε οι άνθρωποι της αγοράς, ούτε οποιοσδήποτε άλλος. Οι άνθρωποι μιλούν εύκολα για πράγματα που δεν καταλαβαίνουν. Η σιωπή είναι αυτή που προστατεύει έναν άνθρωπο.»

Η Μαν-Γιού παρέμεινε ακίνητη.

Ο Τσάο συνέχισε:

«Δεν σου ζητώ να ξεχάσεις ποια είσαι. Σου ζητώ μόνο να καταλάβεις τον κόσμο στον οποίο ζεις. Κάποιες πόρτες ανοίγουν μόνο για εκείνους που ξέρουν να περνούν από μέσα χωρίς να αφήνουν πίσω τους θόρυβο.»

Ο Τσάο έμεινε για λίγο σιωπηλός. Εκείνη ακόμη έδειχνε σκεπτική.

   «Αυτός που θα συναντήσεις είναι πιο σημαντικός από τον Σου Τζιν και από οποιονδήποτε Σου Τζιν. Και σίγουρα πολύ πιο εμφανίσιμος. Ανήκει σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό. Έχει δύναμη, θέση και επιρροή.»

   Η Μαν-Γιού κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.

   «Τότε άκουσέ με καλά. Στα μάτια του πρέπει να είσαι αυτό που περιμένει να δει. Μια νέα, άπειρη κοπέλα που βρίσκεται για πρώτη φορά σε μια τέτοια θέση. Μη δείξεις περισσότερα απ’ όσα χρειάζεται. Άφησέ τον να πιστέψει την εικόνα που έχει ήδη στο μυαλό του.»

   Η Μαν-Γιού δεν αντέτεινε τίποτε.

«Θα υποδυθείς την πρωτόβγαλτη. Μίλα λίγο. Κοίτα χαμηλά. Άφησε τον χρόνο να κυλήσει.»

Εκείνη έγνεψε καταφατικά.

«Αν αυτό πρέπει να γίνει, θα γίνει.»

   Το βράδυ της συνάντησης η Μαν-Γιού πέρασε τη μυστική πύλη του αρχοντικού χωρίς να μιλήσει. Οι υπηρέτες τη συνόδευσαν στα υπόγεια δωμάτια, όπου ο χρόνος έμοιαζε να κυλά διαφορετικά από ό,τι στον επάνω κόσμο. Όταν βρέθηκε απέναντι στον Λι Γουέν-Τσενγκ, κράτησε ακριβώς τη στάση που της είχε υποδείξει ο Τσάο. Χαμήλωνε το βλέμμα, απαντούσε με λίγες λέξεις και έμοιαζε διστακτική απέναντι σε κάθε καινούργια στιγμή. Ο πολέμαρχος την παρατηρούσε περισσότερο απ' όσο μιλούσε.

   Η σιωπή όμως δεν κράτησε για πάντα. Καθώς περνούσαν οι ώρες, η Μαν-Γιού άρχισε να αφήνει στην άκρη τον ρόλο που είχε αναλάβει. Η επιφυλακτικότητα μετατράπηκε σε φυσικότητα. Δεν ακολουθούσε μηχανικά ό,τι περίμενε κανείς από εκείνη· αντιδρούσε αυθόρμητα, με φαντασία και αυτοπεποίθηση. Δεν έδειχνε μια γυναίκα που ανακάλυπτε εκείνη τη νύχτα την οικειότητα. Έδειχνε μια γυναίκα που την απολάμβανε και δεν φοβόταν να την εκφράσει.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ άρχισε να υποψιάζεται ότι η ιστορία που του είχε παρουσιαστεί δεν ήταν ολόκληρη.

Κάποια στιγμή την κοίταξε επίμονα.

   «Δεν χρειάζεται να υποδύεσαι», της είπε ήρεμα.

Η Μαν-Γιού χαμογέλασε χωρίς αμηχανία.

   «Αν αυτός που είμαι μαζί του έχει αξία», απάντησε, «τότε πρέπει να παίξω τον ρόλο μου όσο καλύτερα γίνεται.»

   Για μια στιγμή ο πολέμαρχος έμεινε σιωπηλός. Ύστερα εκείνη πλησίασε ξανά κοντά του, αφήνοντας πίσω κάθε προσποίηση. Από εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε πια κανένας ρόλος. Υπήρχε μόνο η απόφασή της να ζήσει τη νύχτα όπως η ίδια επέλεγε.

   Οι ώρες κύλησαν χωρίς να μοιάζουν με καμία από τις προηγούμενες επισκέψεις που είχε οργανώσει ο Τσάο Γουενσίν. Η Μαν-Γιού δεν φαινόταν να καθοδηγείται μόνο από την προοπτική της αμοιβής. Έμοιαζε να αντλεί προσωπική ικανοποίηση από τη συνάντηση, αντιμετωπίζοντάς την ως μια εμπειρία που ήθελε να ζήσει μέχρι τέλους.

   Όταν άρχισε να χαράζει, ο Λι Γουέν-Τσενγκ έμεινε για αρκετή ώρα ακίνητος, κουρασμένος από τη νύχτα που είχε προηγηθεί. Στο πρόσωπό του υπήρχε εκείνη η σπάνια έκφραση ανθρώπου που είχε συναντήσει κάτι διαφορετικό από αυτό που περίμενε.

   Η Μαν-Γιού σηκώθηκε αθόρυβα, τακτοποίησε τα ρούχα της και υποκλίθηκε διακριτικά. Λίγο αργότερα πέρασε από τη μικρή πλαϊνή πύλη του αρχοντικού. Μια άμαξα την περίμενε ακριβώς απ’ έξω. Ο πρωινός αέρας ήταν δροσερός και τα πρώτα χρώματα της αυγής άρχιζαν να απλώνονται πάνω από τους λόφους της Σετσουάν.

   Στο χέρι της κρατούσε το μεταξωτό σακούλι με την αμοιβή της. Όμως εκείνο που πρόδιδε περισσότερο τη διάθεσή της ήταν το χαμόγελο που δεν προσπαθούσε καν να κρύψει. Έμοιαζε να φεύγει όχι μόνο οικονομικά ενισχυμένη, αλλά και με την αίσθηση ότι είχε ζήσει μια εμπειρία που θα θυμόταν για πολύ καιρό.

   Ακόμη πιο ικανοποιημένος ήταν ο Τσάο Γουενσίν. Στην άμαξά του βλέποντάς την δίπλα του κατάλαβε ότι είχε μόλις προσθέσει ένα ακόμη πολύτιμο όνομα στο άτυπο δίκτυο γνωριμιών που διαχειριζόταν. Γνώριζε καλά πως, αν στο μέλλον κάποιος ισχυρός ή εύπορος άντρας αναζητούσε μια διακριτική συντροφιά, η Μαν-Γιού θα είχε πλέον μεγαλύτερη αξία στα μάτια εκείνων που εκτιμούσαν την εχεμύθεια, την ευφυΐα και την ικανότητα προσαρμογής.

   Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της που θα άνοιγε πόρτες. Ήταν και η φήμη, που δεν θα λεγόταν ποτέ δημόσια αλλά θα κυκλοφορούσε αθόρυβα από άνθρωπο σε άνθρωπο, πως κάποτε είχε επιλεγεί ως ερωμένη από  ένα μεγάλο πολέμαρχο.

   «Πότε επιστρέφει ο Γου Γιάνγκ;» τη ρώτησε.

   «Σε λίγες μέρες» του απάντησε η Μαν-Γιού.

   «Τότε δεν προλαβαίνουμε. Στο επόμενο ταξίδι του.»

  «Θα είσαι έτοιμη;»

  «Θα είμαι» εκείνη του απάντησε κρατώντας γερά στα χέρια της το σακκούλι με τα χρήματα και νιώθοντας γεμισμένη από ενέργεια. Ήταν νέα ακόμη. Ο έρωτας εκείνης της νύχτας δεν έδειχνε να την έχει κουράσει. Αντίθετα, της είχε αφήσει μια παράξενη αίσθηση δύναμης και ζωντάνιας.

 

 

μια νύχτα πριν από μια εκστρατεία

   Η Λαν Σιν στεκόταν έξω από τον ψηλό πέτρινο περίβολο του αρχοντικού του Λι Γουέν-Τσενγκ, κρατώντας στα χέρια της ένα μακρόστενο ξύλινο κιβώτιο δεμένο με μεταξωτό κορδόνι. Δεν είχε μαζί της υπηρέτριες ούτε συνοδεία. Μόνο το δώρο της.

    Οι φρουροί αναγνώρισαν τη νεαρή γυναίκα πριν ακόμη πλησιάσει στην πύλη. Ήταν η κόρη του μεγαλέμπορα τσαγιού, του Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι. Η Λαν Σιν είχε έρθει μόνη. Ο πατέρας της είχε αναχωρήσει ξανά για τις εμπορικές διαδρομές του νότου.

   Οι δύο φρουροί της πύλης την παρατηρούσαν χωρίς να μιλούν. Ο ένας πλησίασε.

   «Ποια ζητά τον πολέμαρχο τέτοια ώρα;»

   Η Λαν Σιν στάθηκε ευθεία απέναντί του.

   «Πες του πως η Λαν Σιν ζητά να τον δει.»

   «Έχετε πρόσκληση;»

   «Όχι.»

   «Τότε τι σας κάνει να πιστεύετε πως ο πολέμαρχος θα σας δεχθεί;»

   Η Λαν Σιν χαμογέλασε αμυδρά.

   «Επειδή θα θελήσει να μάθει γιατί ήρθα.»

   Ο δεύτερος φρουρός, μεγαλύτερος σε ηλικία, την παρατηρούσε από την πρώτη στιγμή. Ήταν η νεαρή γυναίκα που είχε περάσει από την πλαϊνή πύλη πριν κάποιες νύχτες, με καλυμμένο πρόσωπο και συνοδεία του Τσάο Γουενσίν. Πλησίασε τον σύντροφό του και του ψιθύρισε λίγες λέξεις. Εκείνος έγνεψε καταφατικά. Η βαριά ξύλινη πύλη άνοιξε αργά.

   Η Λαν Σιν διέσχισε τον μεγάλο περίβολο. Περπατούσε αργά πάνω στις πέτρινες πλάκες, ανάμεσα στα κυπαρίσσια και στη λιθόστρωτη αυλή, χωρίς να κοιτάζει γύρω της. Έσφιγγε μόνο το ξύλινο κιβώτιο στην αγκαλιά της. Στο μέσον της αυλής, σταμάτησε. Ένιωσε ένα βλέμμα επάνω της. Σήκωσε το κεφάλι. Στον εξώστη του επάνω ορόφου στεκόταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Δεν φορούσε πανοπλία ούτε επίσημη στολή. Μόνο έναν σκούρο μεταξωτό χιτώνα. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Ύστερα ο Λι ύψωσε αργά το χέρι του και της έκανε ένα λιτό νεύμα. Να ανέβει.

   Η Λαν Σιν έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. Ανέβηκε τα ξύλινα σκαλοπάτια χωρίς δισταγμό. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε κανείς να την οδηγήσει. Η διαδρομή ήταν αποκλειστικά δική της.

   Όταν έφτασε στον εξώστη για μια στιγμή έμειναν και οι δύο σιωπηλοί. Εκείνος την παρατηρούσε διαφορετικά απ' ό,τι την πρώτη φορά. Η ομορφιά της δεν βρισκόταν μόνο στο φωτεινό πρόσωπό της ούτε στο λευκό δέρμα που δεν είχε γνωρίσει τον ήλιο των χωραφιών. Βρισκόταν στον τρόπο που στεκόταν απέναντί του, με εκείνη τη γαλήνη που έκρυβε ανησυχία, στα μεγάλα μάτια που έμοιαζαν να κοιτούν πάντα λίγο πιο μακριά από τον άνθρωπο που είχαν απέναντί τους.

   Ήταν η ίδια γυναίκα που είχε γνωρίσει πριν από κάποιες νύχτες στα υπόγεια του αρχοντικού του, στο μισοσκόταδο. Και όμως, κάτι είχε αλλάξει.

   Η Λαν Σιν του πρόσφερε το κιβώτιο.

   «Ήρθα για να σου φέρω αυτό.»

   Ο Λι έλυσε προσεκτικά το κορδόνι.

   Μέσα βρισκόταν ένας παράξενος θώρακας. Εξωτερικά έμοιαζε με απλό μεταξωτό επενδύτη. Στο εσωτερικό όμως είχαν ραφτεί, με τέτοια επιδεξιότητα ώστε σχεδόν δεν φαίνονταν, δεκάδες μικρές χαλύβδινες πλάκες.

   Τον σήκωσε. Ήταν εκπληκτικά ελαφρύς.

   «Οι τεχνίτες τον ύφαναν με πολλές στρώσεις μεταξιού», είπε εκείνη. «Ανάμεσά τους έκρυψαν λεπτές χαλύβδινες πλάκες. Το βέλος δυσκολεύεται να βρει δρόμο. Δεν είναι βαρύς. Μπορείς να πολεμάς φορώντας τον όλη την ημέρα.»

   Ο Λι πέρασε το χέρι του πάνω από το μετάξι.

   «Ξόδεψες πολλά γι' αυτό.»

   Η Λαν Σιν χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Εκείνη τη νύχτα με άφησες να φύγω χωρίς να με ρωτήσεις τίποτε. Αυτό με βασάνιζε περισσότερο από κάθε ερώτηση που θα μπορούσες να μου κάνεις.»

   Σήκωσε αργά τα μάτια της.

   «Δεν σου είπα όλη την αλήθεια.»

   Ο Λι δεν μίλησε.

   «Δεν ήμουν φτωχή. Δεν είχα ανάγκη τα χρήματα. Αν τα ήθελα, θα άνοιγα το θησαυροφυλάκιο του πατέρα μου.»

   Πήρε μια βαθιά ανάσα.

  «Τα πήρα γιατί έπρεπε να τα παραδώσω στον Τσάο Γουενσίν. Μου ζήτησε να τον εμπιστευθώ και το έκανα. Με ό,τι απέμεινε παρήγγειλα αυτόν τον θώρακα.»

   Η φωνή της χαμήλωσε.

   «Δεν ήθελα να σε εξαπατήσω. Ήθελα μόνο να μη μεταφέρω εδώ τις υποθέσεις της οικογένειάς μου.»

   Ο Λι έκλεισε προσεκτικά το κιβώτιο. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Η Λαν Σιν τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.Εκείνος της έτεινε το χέρι.

   «Έλα.»

   Πέρασαν μπροστά από τις αίθουσες όπου κρέμονταν χάρτες, πανοπλίες και λάβαρα παλιών εκστρατειών. Στους τοίχους υπήρχαν καλλιγραφημένες ρήσεις για την πειθαρχία, τη δικαιοσύνη και την υπομονή. Η Λαν Σιν  καταλάβαινε πως κάθε αντικείμενο είχε αποκτηθεί όχι για να εντυπωσιάζει, αλλά γιατί είχε υπηρετήσει έναν σκοπό.

    Η κάμαρά του ήταν λιτή. Ένα χαμηλό κρεβάτι, ένα τραπέζι με ανοιχτούς στρατιωτικούς χάρτες, μια μικρή βιβλιοθήκη όπου συνυπήρχαν τα στρατηγήματα με την ποίηση, μια λυχνία και το ξίφος του ακουμπισμένο δίπλα στην πόρτα.

   «Εδώ κοιμάμαι όταν δεν βρίσκομαι στον πόλεμο», της είπε.

   Η Λαν Σιν άγγιξε απαλά τη θήκη του ξίφους.

  «Εύχομαι να σε βρίσκει πάντοτε εδώ η επιστροφή σου.»

   Ο Λι δεν απάντησε. Την πλησίασε. Τα χέρια του στάθηκαν για λίγο στους ώμους της, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι βρισκόταν πραγματικά μπροστά του. Εκείνη σήκωσε το πρόσωπό της προς το δικό του.

   «Δεν σου ταιριάζουν πια τα υπόγεια του αρχοντικού.»

   Η Λαν Σιν χαμογέλασε, κι ένα ίχνος αμηχανίας φώτισε το πρόσωπό της.

Ο Λι την κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να μιλήσει. Ύστερα πήρε στα χέρια του το ξύλινο κιβώτιο με τον θώρακα και χαμογέλασε.

   «Έλα. Υπάρχει ακόμη ένα μέρος που θέλω να γνωρίσεις.»

   Βγήκαν ξανά στον διάδρομο. Ησυχία απλωνόταν σε ολόκληρο το αρχοντικό· μόνο οι φλόγες των λυχναριών έτρεμαν απαλά καθώς περνούσαν. Ο Λι την οδήγησε στο τέλος του διαδρόμου, μπροστά σε μια διπλή ξύλινη πόρτα από σκούρο κυπαρίσσι. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος, σαν να δίσταζε. Έπειτα την άνοιξε.

    «Η κεντρική μου κρεβατοκάμαρα.»

    Το δωμάτιο ήταν μεγαλύτερο από κάθε άλλο που είχε δει ως τότε. Ψηλά παράθυρα άφηναν το αχνό φως του φεγγαριού να πέφτει επάνω στο γυαλισμένο ξύλινο πάτωμα. Ένα φαρδύ κρεβάτι με λεπτές μεταξωτές κουρτίνες δέσποζε στο βάθος, ενώ δίπλα του βρισκόταν ένα χαμηλό τραπέζι με μια κεραμική τσαγιέρα και δύο φλιτζάνια που έμοιαζαν να περιμένουν έναν επισκέπτη που δεν είχε έρθει εδώ και πολύ καιρό.

Η Λαν Σιν κοίταξε γύρω της χωρίς να μιλήσει.

   Το δωμάτιο δεν έδινε την εντύπωση εγκατάλειψης. Έδινε όμως την αίσθηση μιας σιωπής που είχε παραμείνει ανέγγιχτη. Ο Λι ακούμπησε προσεκτικά το κιβώτιο πάνω στο τραπέζι. Είχε πολύ καιρό να ανοίξει αυτή την πόρτα. Από τότε που έφυγε η Σιάο-Γινγκ. Κάποια κεφάλαια της ζωής είχαν  τελειώσει χωρίς θόρυβο και τώρα κάποια νέα άρχιζαν.

   «Έχει πολύ καιρό να ανοίξει αυτή η πόρτα. Σήμερα ανοίγει ξανά... μαζί σου.»

   Τα μάγουλα της Λαν Σιν κοκκίνισαν ανεπαίσθητα.

   «Είναι μεγάλη τιμή αυτό που μου λες.»

   «Δεν είναι τιμή.»

  Εκείνος έκανε ένα βήμα πιο κοντά της.

   «Είναι εμπιστοσύνη.»

   Ύστερα ο Λι άπλωσε το χέρι του και απομάκρυνε μια λεπτή τούφα μαλλιών που είχε πέσει στο πρόσωπό της. Τα δάχτυλά του άγγιξαν σχεδόν ανεπαίσθητα τον κρόταφό της.

   Η Λαν Σιν δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, σήκωσε το βλέμμα της λίγο περισσότερο, ώσπου τα πρόσωπά τους βρέθηκαν σε μικρή απόσταση.

Ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του.

   Εκείνη άγγιξε προσεκτικά το πέτο του χιτώνα του, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως στεκόταν πραγματικά μπροστά της.

   Ο Λι έγειρε αργά προς το μέρος της και τα χείλη τους ενώθηκαν σ' ένα πρώτο, διστακτικό φιλί Όταν απομακρύνθηκαν ελάχιστα, τα μέτωπά τους έμειναν σχεδόν ενωμένα. Κανείς τους δεν μιλούσε. Μέσα στο δωμάτιο η λυχνία συνέχισε να καίει για λίγη ώρα ακόμη.

   Όταν το φως χαμήλωσε, είχαν αφήσει έξω από εκείνη την κάμαρα τον πλούτο, την εξουσία, τις κοινωνικές διαφορές και τον πόλεμο. Έμειναν μόνο ένας άντρας και μια γυναίκα που γνώριζαν πως ο χρόνος τους ήταν λιγότερος απ' όσο θα επιθυμούσαν.

   Η μεγάλη κρεβατοκάμαρα δεν της θύμιζε τίποτε από την πρώτη νύχτα που είχε γνωρίσει το αρχοντικό του. Τότε υπήρχαν πέτρινοι τοίχοι, κλειστές πόρτες, η αίσθηση πως κάθε της κίνηση συμπιεζόταν. Τώρα ο χώρος ήταν ανοιχτός, λουσμένος στο απαλό φως της λυχνίας, κι όμως η μεγαλύτερη διαφορά δεν βρισκόταν γύρω της. Βρισκόταν μέσα της.

   Δεν ήταν πια η νεαρή γυναίκα που περίμενε να αποφασίσει εκείνος για κάθε βήμα. Η αβεβαιότητα είχε υποχωρήσει, όχι επειδή έπαψε να τον σέβεται, αλλά επειδή είχε πάψει να φοβάται την παρουσία του. Τον άφησε να τη φέρει κοντά του και, για μια στιγμή, ακολούθησε αβίαστα τον ρυθμό του. Ύστερα, σχεδόν ανεπαίσθητα, μετατόπισε το βάρος του σώματός της. Ένα μισό βήμα ήταν αρκετό για να αλλάξει η θέση τους. Εκείνος την κοίταξε με μια σύντομη έκφραση απορίας· όχι δυσάρεστης, αλλά γεμάτης περιέργεια.

   Ένα αδιόρατο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. Έτσι λοιπόν μπορούσε να είναι. Όχι όπως στα υπόγεια, όπου κάθε στιγμή περίμενε την επόμενη κίνησή του. Εδώ μπορούσε να απαντά με τη δική της. Για λίγο ακολούθησε πάλι εκείνον. Όταν όμως ένιωσε τη στιγμή να σταθεροποιείται, ξέφυγε απαλά, όχι για να απομακρυνθεί, αλλά για να τον οδηγήσει ασυναίσθητα σε μια διαφορετική τροχιά. Ήταν σαν ένας χορός που άλλαζε συνεχώς κέντρο, χωρίς κανείς να επιμένει να το κρατήσει αποκλειστικά για τον εαυτό του.

   Εκείνος την επανέφερε δίπλα του με μια ήρεμη βεβαιότητα, κι εκείνη δέχτηκε για λίγο την κίνηση αυτή. Όχι σαν υποχώρηση, αλλά σαν μέρος μιας σιωπηλής συνεννόησης. Ύστερα, σχεδόν αθέατα, βρήκε πάλι τον τρόπο να μετακινήσει την ισορροπία ανάμεσά τους. Μια στροφή των ώμων, μια αλλαγή στη θέση των χεριών, μια μικρή μετατόπιση των σωμάτων αρκούσαν για να μεταβληθεί ολόκληρη η εικόνα.

   Της άρεσε αυτή η εναλλαγή. Όχι επειδή επιθυμούσε να επικρατήσει, αλλά επειδή για πρώτη φορά δεν ένιωθε πως όφειλε μόνο να ακολουθεί. Δεν ακολουθούσε πια μόνο τις κινήσεις του· οι δικές της κινήσεις είχαν αρχίσει να διαμορφώνουν τον κοινό τους ρυθμό. Δεν στεκόταν πια απέναντί του σαν νυχτερινή επισκέπτρια· στεκόταν δίπλα του γιατί το είχε επιλέξει η ίδια. Και εκείνος την είχε υποδεχθεί στην κεντρική κρεβατοκάμαρα του αρχοντικού του. Δεν ήταν μια απλή ερωμένη. Δεν ήταν ένα απλό κορίτσι της νύχτας.

   Ίσως αυτό να ήταν τελικά η εμπιστοσύνη, σκέφτηκε. Να μπορείς να πλησιάζεις έναν άνθρωπο χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου. Να αφήνεσαι χωρίς να παύεις να υπάρχεις ως ξεχωριστή ύπαρξη.

   Ο Λι δεν αντιστεκόταν σε αυτή τη σιωπηλή εναλλαγή. Αντίθετα, έμοιαζε να την αποδέχεται με μια ήρεμη έκπληξη. Συνήθως ο ίδιος καθόριζε τον ρυθμό των πραγμάτων· στις μάχες, στις διαπραγματεύσεις, ακόμη και στις σιωπές. Απόψε ανακάλυπτε πως υπήρχε μια παράξενη γαλήνη στο να επιτρέπεις και στον άλλον να αλλάζει τη φορά της στιγμής.

   Ήταν πολλή ώρα αργότερα που η Λαν Σιν  έσπασε τη σιωπή. Το κεφάλι της ήταν ακουμπισμένο στον ώμο του.

   «Δεν μπορώ άλλο να διατάζω...»

   Ο Λι γύρισε προς το μέρος της.

   «Τι εννοείς;»

   «Όλοι με υπακούν. Οι υπηρέτες, οι τεχνίτες, οι άνθρωποι του πατέρα μου. Όλοι περιμένουν από μένα να αποφασίσω. Μερικές φορές νομίζω πως δεν μου μιλούν πραγματικά. Περιμένουν μόνο μια εντολή.»

    Ο Λι χαμογέλασε.

   «Δεν διατάζεις επειδή έχεις χρήματα, Λαν Σιν.»

   Εκείνη τον κοίταξε απορημένη.

   «Οι περισσότεροι άντρες πιστεύουν πως παίρνουν μόνοι τους τις αποφάσεις τους. Κι όμως, όταν συναντήσουν μια πραγματικά όμορφη γυναίκα, αρχίζουν να επιθυμούν πράγματα που εκείνη δεν χρειάζεται καν να τους τα ζητήσει. Αυτό δεν είναι διαταγή. Είναι η δύναμη της ομορφιάς.»

   Η Λαν Σιν χαμογέλασε.

   «Εσύ απλώς έχεις και πλούτο. Έτσι οι επιθυμίες σου ακούγονται σαν προσταγές.»

   «Ο μόνος που δεν διατάζω είσαι εσύ.»

   Ο Λι γέλασε χαμηλόφωνα.

   «Αν με είχες γνωρίσει είκοσι χρόνια νωρίτερα, θα με διέταζες κι εμένα.»

   «Δεν το πιστεύω.»

  «Όλοι οι άντρες υπακούν στην ομορφιά. Άλλοι το παραδέχονται και άλλοι όχι.»

   Η Λαν Σιν χαμογέλασε, όμως το χαμόγελο κράτησε μόνο μια στιγμή. Το βλέμμα της χάθηκε προς το παράθυρο.

   Ο Λι το πρόσεξε.

   «Τι σε βαραίνει;»

   Εκείνη έμεινε για λίγο σιωπηλή, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να μιλήσει.

   « Ο πατέρας μου βρίσκεται πάλι στον νότο.»

Ο Λι περίμενε.

   «Πριν φύγει, μου είπε πως όταν επιστρέψει θέλει να αρχίσει τις συζητήσεις για τον γάμο μου.»

  Η Λαν Σιν σώπασε για λίγο.

  «Έχει διαλέξει τον γιο ενός  πλούσιου εμπόρου. Δεν τον έχω δει ακόμη.»

   Ο Λι έμεινε σιωπηλός.

   «Η μητέρα μου λέει πως μια γυναίκα μπορεί να ζήσει μια ζωή χωρίς να αγαπήσει ποτέ. Δεν θέλει να συμβεί το ίδιο και σε μένα.»

   «Από τότε που επέστρεψα από εκείνη την πρώτη νύχτα μαζί σου, η μητέρα μου με κοίταξε μία μόνο φορά. Δεν με ρώτησε τίποτε. Δεν χρειάστηκε. Είδε στο πρόσωπό μου πως κάτι είχε αλλάξει. Κι από τότε, ξέρω πως με προστατεύει με τη σιωπή της.»

   Ο Λι έμεινε για λίγο σιωπηλός. Όταν μίλησε, η φωνή του ήταν ήρεμη.

  «Μην βιάζεσαι Λαν Σιν. Μην μπερδεύεις τον ενθουσιασμό με τον έρωτα. Όλοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή ξεφτίζουν. Όπως τα χρώματα ενός πίνακα που με τον καιρό θαμπώνουν. Μόνο τότε μπορείς να ξέρεις αν αγαπάς πραγματικά κάποιον. Όταν τον αντικρίσεις σε μια δύσκολη στιγμή, όταν ο πρώτος θαυμασμός θα έχει φύγει κι όμως θα εξακολουθείς να θέλεις να σταθείς δίπλα του.»

   «Και αν αυτό δεν γίνει; Και αν αυτό αργήσει;» τον ρώτησε η Λαν Σιν.

   Ο Λι χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Τότε θα πρέπει να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου.»

   Η Λαν Σιν τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.

   «Δεν θέλω να περιμένεις έναν άνθρωπο που υπάρχει μόνο στη σκέψη σου. Ούτε να αγαπάς μια εικόνα που έχεις φτιάξει για εκείνον. Ο άνθρωπος αυτός μπορεί να μην είναι ο ίδιος με αυτόν που βλέπεις τώρα.»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   «Αν κάποτε τον δεις κουρασμένο, σιωπηλό, διαφορετικό… και παρ' όλα αυτά θέλεις ακόμη να σταθείς δίπλα του, τότε θα ξέρεις. Όχι πριν.»

«Γιατί στο τέλος αυτό είναι που μετράει σε ένα ζευγάρι. Η συμφωνία. Οι ίδιοι στόχοι. Δεν έχει νόημα να μιλά μόνο ο ένας. Ούτε να μιλάς μόνο εσύ. Ούτε να μιλά μόνο ο άντρας σου κι εσύ να υποκρίνεσαι ότι συμφωνείς.»

   Η Λαν Σιν έσφιξε το χέρι του.

   «Μπορώ να περιμένω. Να σε περιμένω.»

   Εκείνος χαμογέλασε με θλίψη.

   «Θα κουραστείς, Λαν Σιν. Όπως κουράστηκαν κι άλλες.»

   «Δεν με νοιάζει.»

   «Με κάθε εκστρατεία που φεύγω, δεν ξέρω αν θα επιστρέψω. Δεν μπορείς να δέσεις τη ζωή σου μ' έναν άνθρωπο σαν κι εμένα.»

   «Και ο πατέρας μου είναι σαν και σένα. Λείπει συνεχώς σε ταξίδια.»

   «Άλλο τα εμπορικά ταξίδια κι άλλο ο πόλεμος. Μην τα μπερδεύεις.»

   Σηκώθηκε, πήγε ως το χαμηλό τραπέζι και πήρε τη μικρή χάλκινη ζυγαριά με την οποία ζύγιζε το ασήμι. Την ακούμπησε ανάμεσά τους στο κρεβάτι.

   «Βλέπεις αυτή τη ζυγαριά; Όσο κι αν αλλάξεις τα βάρη, οι δύο δίσκοι δεν ισορροπούν όταν το φορτίο είναι διαφορετικής φύσης.»

   Την κοίταξε με ηρεμία.

   «Εσύ κουβαλάς μέλλον. Εγώ κουβαλώ παρελθόν. Σε μένα η ζωή αρχίζει να γέρνει. Σε σένα μόλις ανατέλλει.»

   Η Λαν Σιν δεν απάντησε.

   Το πρόσωπό της έδειχνε πως δεν είχε πειστεί.

   «Άλλο μια νύχτα. Άλλο λίγες νύχτες. Κι άλλο μια ολόκληρη ζωή.»

   «Μπορώ να σε ακολουθώ στις εκστρατείες σου. Θα πείθω τον πατέρα μου ότι υπάρχουν εκεί καλές αγορές και νέες συμφωνίες. Θα βρισκόμαστε έστω για λίγο.»

   Ο Λι κούνησε αργά το κεφάλι.

   «Στις εκστρατείες δεν μπορείς να κουβαλάς κι άλλες σκέψεις. Ο πολεμιστής πρέπει να βλέπει μόνο τον δρόμο και τον εχθρό.»

   Της χάιδεψε τα μαλλιά.

   «Κι ύστερα θα γινόσουν στόχος. Για τους εχθρούς μου. Για απαγωγείς. Για εκβιαστές. Θα έπρεπε να πολεμώ και ταυτόχρονα να φοβάμαι για σένα.»

   Έσφιξε απαλά το χέρι της.

   «Εδώ είσαι μια γλυκιά ανάπαυση. Εκεί θα γινόσουν ένα βάρος που εγώ θα κουβαλούσα.»

   Η Λαν Σιν έκλεισε τα μάτια.

   «Σε λίγες μέρες φεύγω», συνέχισε εκείνος. «Δεν θα έχω την πολυτέλεια για συναισθήματα. Ο πολεμιστής τα αφήνει πίσω του, κλεισμένα σ' ένα κουτί. Αν επιστρέψει, το ανοίγει ξανά. Αν δεν επιστρέψει, μένει για πάντα κλειστό.»

   «Θα λείψεις καιρό;»

   «Αυτό δεν το ξέρει κανείς. Δεν υπάρχουν εύκολες μάχες.»

   Η Λαν Σιν δεν μίλησε άλλο. Παραμέρισε τη ζυγαριά και την απέθεσε στην άκρη του κρεβατιού. Τον αγκάλιασε και σκέπασε με το σώμα της το δικό του, σαν να ήθελε να τον προστατεύσει ήδη από όσα τον περίμεναν. Εκείνος έκλεισε τα μάτια.

   Πάνω στο χαμηλό τραπέζι, το ξύλινο κιβώτιο με τον  μεταξωτό θώρακα περίμενε σιωπηλό.

   «Υποσχέσου μου ότι θα φοράς τον θώρακα. Θα είναι σαν να φέρνεις επάνω σου εμένα και την ελπίδα μου να επιστρέψεις.»

  «Θα τον φορώ» της είπε ο πολέμαρχος και την φίλησε.

   Η Λαν Σιν δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει στον πόλεμο. Όμως ένα κομμάτι της τον συνόδευε ήδη. Έστω και ας ήταν αυτός ο περίτεχνος θώρακας. Βυθίστηκαν σε μια νέα φάση της ερωτικής τέχνης. Σαν να ήθελαν να εξερευνήσουν πτυχές που δεν είχαν ακόμη γευθεί. Στην άκρη του κρεβατιού, η μικρή χάλκινη ζυγαριά έτρεμε ανεπαίσθητα σε κάθε τους κίνηση. Από τα σκιρτήματα και τις δονήσεις γλίστρησε αργά και έπεσε στο πάτωμα. Εκείνη τη νύχτα δεν είχε να υπολογίσει ούτε τη διαφορά ηλικίας, ούτε τις εμπειρίες, ούτε το ποιος χρειαζόταν τον άλλο περισσότερο. Εκείνη τη νύχτα δεν χρειαζόταν ισορροπία και σκέψεις για το μέλλον.

   Το πρώτο φως της ημέρας μόλις είχε αρχίσει να χρωματίζει τις κεραμοσκεπές του αρχοντικού όταν η Σιάνγκ-Λι πέρασε την κεντρική πύλη. Όπως κάθε πρωί, ήταν η πρώτη που έφθανε. Συνήθειά της ήταν να επιθεωρεί η ίδια τους κύριους χώρους πριν επιτρέψει στις υπόλοιπες υπηρέτριες να αρχίσουν τις εργασίες τους. Διέσχισε αθόρυβα τους διαδρόμους. Όταν έφτασε στο τέλος τους, σταμάτησε.

   Η πόρτα της κεντρικής κρεβατοκάμαρας ήταν μισάνοιχτη. Έμεινε ακίνητη για μια στιγμή. Από τότε που είχε φύγει η Σιάο-Γινγκ, εκείνη η πόρτα έμενε πάντοτε κλειστή. Έσπρωξε διακριτικά το φύλλο της, μόλις όσο χρειαζόταν για να βεβαιωθεί πως όλα ήταν καλά. Η νεαρή κοπέλα κοιμόταν ακόμη. Τα μακριά μαλλιά της είχαν απλωθεί πάνω στο μαξιλάρι και το πρόσωπό της διατηρούσε εκείνη τη γαλήνη που χαρίζει μόνο ο βαθύς ύπνος. Η Σιάνγκ-Λι δεν έκανε ούτε βήμα μέσα στο δωμάτιο. Έκλεισε ξανά την πόρτα τόσο απαλά, ώστε ούτε ο μεντεσές δεν ακούστηκε.

   «Σιάνγκ-Λι.»

   Η βαθιά φωνή του πολέμαρχου ήρθε από το μελετητήριο. Η ηλικιωμένη γυναίκα στράφηκε αμέσως προς τα εκεί. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ στεκόταν ήδη μπροστά στους ανοιγμένους χάρτες της επικείμενης εκστρατείας, σαν να είχε επιστρέψει στον γνώριμο κόσμο των ευθυνών του.

   «Να ετοιμαστεί η επίσημη άμαξα.»

   «Μάλιστα, κύριε.»

   «Εσύ θα συνοδεύσεις την κόρη του Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι ως την οικία της. Θα έχεις μαζί σου δύο έφιππους φρουρούς.»

   Η Σιάνγκ-Λι έγνεψε καταφατικά.

   «Όποιος φέρνει δώρα στο σπίτι μας, πρέπει να φεύγει από αυτό τιμημένος.»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   «Θα κατεβείς πρώτη από την άμαξα. Έπειτα θα βοηθήσεις τη Λαν Σιν να κατέβει. Θα την υποδεχθείς και θα την αποχαιρετήσεις όπως αρμόζει σε κυρία μεγάλου οίκου.»

   Η ηλικιωμένη γυναίκα σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα της. Είχε υπηρετήσει τρεις γενιές της οικογένειας και γνώριζε καλά τη βαρύτητα κάθε λέξης που επέλεγε ο αφέντης της.

   «Θα γνωστοποιηθεί ότι, όσο ο πατέρας της ταξιδεύει στις εμπορικές διαδρομές, ο οίκος μας θεωρεί καθήκον του να της παρέχει την προστασία και την εκτίμηση που της αρμόζουν.»

   «Όπως προστάζετε.»

  «Και αν σε ρωτήσει κανείς. Ήσουν και εσύ εδώ όλο το βράδυ.»

   Ο Λι έστρεψε για λίγο το βλέμμα προς το παράθυρο.

   «Και το ξύλινο κιβώτιο. Να μη φύγει άδειο.»

   «Τι επιθυμείτε να τοποθετηθεί μέσα;»

   «Θα βρεις στο ερμάριο τα μικρά κοσμήματα από τις τελευταίες εκστρατείες.»

   Η Σιάνγκ-Λι γνώριζε σε τι αναφερόταν. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, κάθε φορά που επέστρεφε από μια νικηφόρα εκστρατεία ή από μια μακρινή περιοδεία, έφερνε μαζί του μικρά δώρα. Άλλα ήταν για την αδελφή του, τη Λι Σου-Γιάν, άλλα για τις γυναίκες που φιλοξενούνταν στο αρχοντικό του. Δεν ήταν άνθρωπος που μιλούσε εύκολα για τη φροντίδα του, αλλά φρόντιζε να φαίνεται στις πράξεις του.

   «Διάλεξε κάτι που να αρμόζει στη νεαρή Λαν Σιν.»

   Η Σιάνγκ-Λι υποκλίθηκε ελαφρά και κατευθύνθηκε προς το ερμάριο. Άνοιξε τα μικρά κιβώτια ένα προς ένα, εξετάζοντας τα περιεχόμενά τους με την προσοχή ανθρώπου που γνωρίζει την αξία των πραγμάτων. Τα δάχτυλά της άγγιζαν για λίγο το ένα κόσμημα, το ένα ύφασμα, το ένα μικρό φιαλίδιο, πριν τα παραμερίσει και στραφεί στο επόμενο. Καθώς επέλεγε, σήκωνε κάθε τόσο το βλέμμα προς τον πολέμαρχο και περίμενε ένα νεύμα έγκρισης.

   «Ένα ζευγάρι βραχιόλια από λευκό νεφρίτη… ένα χτένι από αρωματικό σανδαλόξυλο … και δύο μικρά φιαλίδια με αρώματα λουλουδιών· το ένα από οσμανθό και το άλλο από άνθη δαμασκηνιάς;»

   Ο πολέμαρχος συγκατάνευσε στην επιλογή της.

   «Υπάρχει και ένα μενταγιόν από κροκί αχάτη. Βάλε και αυτό μέσα.»

   Η Σιάνγκ-Λι υποκλίθηκε βαθιά.

   «Όλα θα γίνουν όπως επιθυμείτε.»

   Ο Λι έγνεψε καταφατικά και επέστρεψε στους χάρτες της εκστρατείας.

   Η Σιάνγκ-Λι απομακρύνθηκε αθόρυβα. Καθώς έκλεινε πίσω της την πόρτα του μελετητηρίου, ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Το αρχοντικό είχε μόλις ξανανοίξει μια πόρτα που είχε παραμείνει κλειστή για πολύ καιρό.



 

ΜΕΡΟΣ Δ

 

 

η εκστρατεία στη νότια Σετσουάν

   Ο δρόμος προς τη νότια Σετσουάν ήταν ακόμη βρεγμένος από τις τελευταίες ανοιξιάτικες βροχές. Τα άλογα βούλιαζαν στη λάσπη, ενώ οι σημαίες του Γουέν-Τσενγκ κρέμονταν βαριές από την υγρασία. Εδώ και δύο μήνες οι άνδρες του σάρωναν τα χωριά ανάμεσα στα βουνά και στους παραπόταμους του μεγάλου ποταμού, κυνηγώντας τις τελευταίες ένοπλες ομάδες που εξακολουθούσαν να αρνούνται την υποταγή.

    Ο αντίπαλός του ήταν ο Λιού Γιουάν, ένας πρώην αξιωματικός που είχε μετατρέψει την ορεινή περιφέρεια σε προσωπικό του φέουδο. Ο Λιού Γιουάν δεν ήταν πάντοτε πολέμαρχος. Γεννήθηκε σε μια οικογένεια μικρών γαιοκτημόνων στις ανατολικές παρυφές της Σετσουάν, σε μια εποχή όπου η εξουσία των Μινγκ είχε αρχίσει να καταρρέει και οι δρόμοι γέμιζαν με στρατιώτες χωρίς αφέντη. Νεαρός ακόμη κατατάχθηκε στον στρατό των Μινγκ και υπηρέτησε ως αξιωματικός σε μια τοπική φρουρά. Ήταν άνθρωπος με στρατιωτικό μυαλό, γρήγορος στις αποφάσεις και αδίστακτος απέναντι στον εχθρό. Οι ανώτεροί του τον θεωρούσαν χρήσιμο, αλλά ποτέ δεν τον εμπιστεύθηκαν πλήρως· ο Λιου είχε μάθει νωρίς πως οι σημαίες αλλάζουν πιο γρήγορα από τους ανθρώπους.

    Όταν η εξέγερση του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ σάρωσε τη Σετσουάν, ο Λιού βρέθηκε ανάμεσα σε δύο κόσμους. Ο αυτοκρατορικός στρατός των Μινγκ υποχωρούσε, οι διοικητές εγκατέλειπαν τις θέσεις τους και πολλοί αξιωματικοί έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στον θάνατο και την υποταγή. Ο Λιού πέρασε στο στρατόπεδο του Ζιάνγκ, όχι από πίστη στην εξέγερση, αλλά επειδή γνώριζε ότι ένας ηττημένος αξιωματικός δεν είχε μέλλον.

   Για ένα διάστημα υπηρέτησε ως διοικητής μέσα στον στρατό του Ζιάνγκ Σιετζόγκ. Εκεί έμαθε τις σκληρές μεθόδους με τις οποίες ένας στρατός ζούσε από μια κατεστραμμένη επαρχία: επιτάξεις σιτηρών, φόρους με τη βία, ομήρους από τις οικογένειες των αντιπάλων. Όμως όταν οι δυνάμεις των Τσινγκ προχώρησαν προς τη Σετσουάν και η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει ξανά, ο Λιου εγκατέλειψε τον παλιό του αφέντη και προσχώρησε σε εκείνους που έδειχναν πιθανότερο να επιβιώσουν.

    Οι Τσινγκ δεν τον εμπιστεύονταν, αλλά τον χρειάζονταν. Ένας άνδρας που γνώριζε τα περάσματα των βουνών, τις οικογένειες των τοπικών αρχόντων και τα κρυφά μονοπάτια των ανταρτών είχε αξία. Του επέτρεψαν να διατηρήσει ένα μικρό σώμα ενόπλων και να επιβλέπει μια δυσπρόσιτη περιοχή της νότιας Σετσουάν. Εκεί, αντί να γίνει υπηρέτης μιας νέας αυτοκρατορίας, δημιούργησε τη δική του μικρή εξουσία.

    Στην αρχή οι έμποροι αλατιού και οι έμποροι τσαγιού χρηματοδοτούσαν τη φρουρά του, επειδή τους προστάτευε από ληστές και ανταγωνιστές. Αργότερα όμως οι ίδιοι άνθρωποι έγιναν οι πρώτοι που τον φοβήθηκαν. Ο Λιου άρχισε να επιβάλλει δικούς του φόρους, να κρατάει μέρος των κρατικών εισφορών και να ανταμείβει τους πιστούς του με γη που είχε αφαιρεθεί από όσους θεωρούσε εχθρούς.

    Έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια, ένας αξιωματικός χωρίς πατρίδα έγινε τοπάρχης χωρίς τίτλο. Οι Τσινγκ τον θεωρούσαν προσωρινή ανάγκη. Οι κάτοικοι τον θεωρούσαν συμφορά που είχε αποκτήσει στολή και σφραγίδα εξουσίας. Δεν κρατούσε την εξουσία με την πίστη των κατοίκων, αλλά με τον τρόμο. Όποιος παρέδιδε σιτάρι στον στρατό των Τσινγκ κρεμιόταν στην πλατεία του χωριού. Όποιος έκρυβε λιποτάκτη έχανε το σπίτι του. Κανείς δεν ήξερε ποιος θα ήταν ο επόμενος.

    Για αρκετό καιρό η διοίκηση των Τσινγκ ανεχόταν την ύπαρξη του Λιού Γιουάν. Η αυτοκρατορία είχε μόλις βγει από δεκαετίες πολέμου και η Σετσουάν ήταν μια από τις πιο πληγωμένες επαρχίες της. Χρειάζονταν άνδρες σαν τον Λιού για να κρατούν τους δρόμους ανοιχτούς και να εμποδίζουν την αναζωπύρωση των παλιών εξεγέρσεων. Όσο παρέδιδε φόρους, έστελνε αναφορές υποταγής και κυνηγούσε τους πραγματικούς αντιπάλους της δυναστείας, οι αξιωματούχοι στη Τσενγκντού προτιμούσαν να κλείνουν τα μάτια.

    Όμως ο καιρός άλλαξε. Εκείνη την άνοιξη  έφτασαν στο διοικητήριο της Σετσουάν αλλεπάλληλες αναφορές. Οι έμποροι αλατιού διαμαρτύρονταν ότι τα καραβάνια τους δεν μπορούσαν πλέον να κινηθούν χωρίς να πληρώνουν διπλούς και τριπλούς φόρους. Οι χωρικοί εγκατέλειπαν τα χωριά τους για να αποφύγουν τη στρατολόγηση στα σώματα του Λιού. Ακόμη χειρότερα, αρκετοί τοπικοί αξιωματούχοι άρχισαν να υποψιάζονται ότι ο πρώην διοικητής δεν σκόπευε πλέον να υπηρετήσει τους Τσινγκ, αλλά να δημιουργήσει μια ανεξάρτητη περιοχή κάτω από τη δική του εξουσία.

    Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η δολοφονία τριών αυτοκρατορικών απεσταλμένων.

Είχαν σταλεί από τον διοικητή της Σετσουάν για να ελέγξουν τις καταγγελίες και να απαιτήσουν από τον Λιού να παραδώσει τα όπλα που κρατούσε πέρα από το επιτρεπόμενο όριο. Δεν επέστρεψαν ποτέ.

    Μία εβδομάδα αργότερα βρέθηκαν τα άλογά τους εγκαταλειμμένα σε μια χαράδρα. Τότε ο κυβερνήτης της Σετσουάν κατάλαβε ότι ο Λιού δεν ήταν πλέον χρήσιμος σύμμαχος. Ήταν μια πληγή που μεγάλωνε μέσα στην ίδια την επαρχία.

   Η διαταγή ήρθε από την Τσενγκντού με την επίσημη σφραγίδα της διοίκησης: Ο Λιού Γιουάν κηρύσσεται στασιαστής. Να συλληφθεί ή να εξοντωθεί. Οι άνδρες που τον ακολουθούν να διαλυθούν και οι περιοχές υπό τον έλεγχό του να επανέλθουν στη διοίκηση των Τσινγκ.

    Για την αποστολή επιλέχθηκε ο Λι Γουέν-Τσενγκ.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που του ανέθεταν μια δύσκολη αποστολή. Είχε ήδη φανεί χρήσιμος στις εκκαθαρίσεις των τελευταίων αντιστασιακών ομάδων στη Σετσουάν, επειδή γνώριζε ότι ο πόλεμος δεν κερδίζεται μόνο με μάχες αλλά και με υπομονή. Δεν κυνηγούσε τον εχθρό σαν ληστή· τον απομόνωνε, του έκοβε τις προμήθειες και ανάγκαζε τα χωριά που τον στήριζαν να διαλέξουν πλευρά.

    Για τον Γουέν-Τσενγκ, όμως, ο Λιού Γιουάν ήταν διαφορετική περίπτωση. Δεν ήταν ένας παλιός στρατιώτης των Μινγκ που πολεμούσε από πίστη στην παλιά δυναστεία. Δεν ήταν ούτε ένας απελπισμένος χωρικός που πήρε τα όπλα από ανάγκη. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε υπηρετήσει τρεις διαφορετικές σημαίες και είχε μάθει να χρησιμοποιεί κάθε χάος προς όφελός του.

   Ο Γουέν-Τσενγκ έλαβε διαταγή να αναλάβει τη διοίκηση μιας εκστρατευτικής δύναμης που συγκροτήθηκε στο Τσενγκντού. Υπό τη διοίκησή του τέθηκαν αρκετές στρατιωτικές μονάδες πεζικού από τις φρουρές της επαρχίας, καθώς και ένα τμήμα ιππικού για αναγνώριση και ταχεία καταδίωξη. Οι άνδρες αυτοί δεν ανήκαν στη φρουρά του Λο Τζιάνγκ· ήταν αυτοκρατορικοί στρατιώτες που αποσπάστηκαν προσωρινά για την εκστρατεία και υπάκουαν πλέον στον Γουέν-Τσενγκ.

   Η διαταγή ήταν σαφής: Να διαλύσει το φέουδο του Λιου Γιουάν. Αλλά όσο προχωρούσε βαθύτερα στα βουνά, καταλάβαινε ότι η αποστολή δεν θα ήταν απλώς μια ακόμη εκστρατεία εναντίον ενός ανυπότακτου διοικητή. Θα ήταν η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που είχαν γεννηθεί από την ίδια εποχή χάους.

    Όταν οι δυνάμεις του Γουέν-Τσενγκ κατέλαβαν το τελευταίο οχυρωμένο χωριό στους πρόποδες των βουνών, δεν βρήκαν σχεδόν καμία αντίσταση. Ο Λιού Γιουάν είχε διαφύγει τη νύχτα. Οι χωρικοί άρχισαν να βγαίνουν διστακτικά από τα σπίτια τους. Ήταν σιωπηλοί, με πρόσωπα που έμοιαζαν να έχουν ξεχάσει τι θα πει ελπίδα. Ο γηραιότερος του χωριού γονάτισε μπροστά στον πολέμαρχο.

   «Δεν ζητούμε έλεος», είπε. «Μόνο να μην επιστρέψει εκείνος.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.

   Ο γέροντας δίστασε.

   «Για να φοβηθούν όλοι», συνέχισε χαμηλόφωνα, «διάλεγε κάθε τόσο έναν άνθρωπο και τον εξευτέλιζε μπροστά σε όλο το χωριό. Έναν πατέρα... τον ανάγκασε να ατιμάσει την ίδια του την κόρη. Όποιος γύριζε το βλέμμα αλλού, εκτελούνταν.»

   Ο γέροντας σώπασε. Για λίγες στιγμές κανείς δεν μίλησε. Οι χωρικοί κοιτούσαν το χώμα, σαν να φοβούνταν ότι ακόμη και η ανάμνηση εκείνων των ημερών μπορούσε να τραβήξει ξανά την προσοχή του Λιου.

   Τότε ένας νεότερος άνδρας βγήκε από το πλήθος. Ήταν περίπου τριάντα ετών. Το πρόσωπό του είχε τη σκληράδα ανθρώπου που είχε γεράσει πριν την ώρα του. Στάθηκε μπροστά στον Γουέν-Τσενγκ, αλλά δεν κοίταξε τον Λιου.

   «Υπάρχει κι άλλος τρόπος που κυβερνούσε», είπε.

   Η φωνή του ήταν χαμηλή, αλλά σταθερή.

   «Δεν τον ενδιέφερε μόνο να σκοτώσει. Ήθελε να κάνει τους ανθρώπους να μην μπορούν ποτέ ξανά να σταθούν ανάμεσα στους άλλους.»

   Έσφιξε τα χέρια του.

   «Ήμουν είκοσι χρονών όταν πήραν τον ξάδελφό μου.»

   Σταμάτησε. Οι άνδρες του Γουέν-Τσενγκ έμειναν ακίνητοι.

   «Ο Λιού τον κατηγόρησε ότι έκρυψε έναν άνθρωπο που είχε φύγει από το στράτευμά του. Ήταν ψέμα. Δεν είχε κρύψει κανέναν. Αλλά ο Λιου δεν ζητούσε την αλήθεια.»

   Ο νεαρός σήκωσε τα μάτια.

  «Ζητούσε να παραδειγματίσει τους άλλους.»

   Ο άνεμος πέρασε ανάμεσα στους στρατιώτες.

   «Του είπε πως θα μπορούσε να ζήσει, αν πλήρωνε το τίμημα.»

   Κανείς δεν μίλησε.

   «Το τίμημα ήταν να τον εξευτελίσει. Να κάνει αυτό που κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να αναγκαστεί να κάνει. Να πλαγιάσει με την ίδια του την αδελφή.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαρύτερη από κάθε κραυγή.

   «Ο ξάδελφός μου έζησε», είπε ο άνδρας. «Αυτό ήθελε ο Λιού. Να τον αφήσει ζωντανό αλλά χωρίς όνομα και τιμή.»

Έσκυψε το κεφάλι.

   «Αλλά από εκείνη τη μέρα δεν ήταν πια ζωντανός όπως πριν.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ τον παρακολουθούσε χωρίς να τον διακόψει.

   «Οι άνθρωποι της οικογένειάς του έφυγαν από το χωριό», συνέχισε ο άνδρας. «Όχι γιατί τον μισούσαν. Αλλά γιατί κανείς δεν ήξερε πώς να τον κοιτάξει. Κανείς δεν ήξερε τι να πει.»

   Σήκωσε το βλέμμα προς τον Γουέν-Τσενγκ.

   «Αυτό ήθελε εκείνος. Δεν τον ενδιέφερε μόνο ο φόβος της στιγμής. Ήθελε η τιμωρία να συνεχίζεται κάθε μέρα μετά.»

   Ο Λιού Γιουάν είχε καταλάβει κάτι που πολλοί τύραννοι γνώριζαν καλά. Ο φόβος πεθαίνει όταν απομακρύνεται το ξίφος. Η ντροπή όμως μένει. Γίνεται κομμάτι του ανθρώπου, μπαίνει μέσα στην οικογένεια, περνά από στόμα σε στόμα και συνεχίζει να κυβερνά ακόμη κι όταν ο δήμιος έχει φύγει.

   Ο νεαρός έκανε ένα βήμα πίσω.

   «Αυτός ήταν ο νόμος του Λιού Γιουάν», είπε. «Δεν ήθελε μόνο να υπακούμε. Ήθελε να μην μπορούμε ποτέ ξανά να ξανακοιτάξουμε ο ένας  τον άλλον.»

   Ο άνεμος περνούσε ανάμεσα στα σπίτια και σήκωνε τη σκόνη της πλατείας. Εκεί όπου κάποτε γίνονταν γιορτές, ανταλλαγές και τελετές, ο Λιου είχε φτιάξει τον δικό του τόπο κρίσης. Δεν του αρκούσε να σκοτώσει έναν άνθρωπο. Ο νεκρός τελείωνε μαζί με τη ζωή του. Αυτό που ήθελε ήταν να αφήσει πίσω του ανθρώπους που θα συνέχιζαν να υπάρχουν, αλλά δεν θα ανήκαν πλέον πουθενά.

    Για τον Λιού Γιουάν, η τιμωρία δεν ήταν ο θάνατος. Ήταν η ζωή μετά την καταστροφή της τιμής. Ένας άνθρωπος που είχε υποστεί τέτοιο εξευτελισμό δεν μπορούσε εύκολα να επιστρέψει στην κοινότητα. Οι γείτονες απέφευγαν το σπίτι του. Οι συγγενείς χαμήλωναν τα μάτια όταν τον συναντούσαν. Οι παλιοί φίλοι σταματούσαν να περνούν από την πόρτα του. Δεν ήταν απαραίτητο να δώσει ο Λιού άλλη διαταγή. Ο φόβος και η ντροπή έκαναν τη δουλειά για εκείνον. Δεν κυβερνούσε μόνο με τους άνδρες που κρατούσαν όπλα. Κυβερνούσε με τις σιωπές που δημιουργούσε ανάμεσα στους ανθρώπους. Ένας στρατός μπορεί να νικήσει ένα χωριό· όμως η ντροπή μπορεί να διαλύσει μια κοινότητα από μέσα.

   Οι άνθρωποι εκείνοι γίνονταν ζωντανοί νεκροί. Συνέχιζαν να καλλιεργούν τη γη τους, να φροντίζουν τα σπίτια τους, να τρώνε και να κοιμούνται, αλλά είχαν χάσει τη θέση τους ανάμεσα στους άλλους. Δεν τους έδιωχνε ο νόμος. Τους έδιωχνε η κοινωνία.

    Και αυτή ήταν η πιο σκοτεινή επινόηση του Λιού. Είχε βρει έναν τρόπο να κάνει τα ίδια τα θύματά του να κουβαλούν την τιμωρία του για χρόνια.

   Ο Λιού Γιουάν γνώριζε ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αντέξει τον πόνο, ακόμη και την απειλή του θανάτου. Αυτό που δύσκολα αντέχει είναι να βλέπει τον εαυτό του μέσα στα μάτια των άλλων και να μην αναγνωρίζει πια εκείνον που ήταν.

   Υπήρχαν, μάλιστα, ψίθυροι πως ορισμένοι από αυτούς τους ανθρώπους, αργότερα, όταν η μοναξιά και η απόγνωση γίνονταν αφόρητες, έφταναν να επαναλάβουν την ίδια βία που είχαν υποστεί και αυτή τη φορά με τη θέλησή τους,  απομονωμένοι στα κλειστά σπίτια τους να ξαναενωθούν με το ίδιο σώμα που κάποτε τους είχε επιβληθεί ως τιμωρία,  να επιστρέψουν στην ίδια απαγορευμένη σχέση αλλά  αυτή τη φορά με τη θέλησή τους. Όχι επειδή η ντροπή είχε εξαφανιστεί, αλλά επειδή ο Λιου είχε καταφέρει κάτι ακόμη χειρότερο: είχε κάνει μερικούς να πιστέψουν ότι η ντροπή ήταν το μόνο μέλλον που τους είχε απομείνει.

   Έτσι διοικούσε ο Λιού Γιουάν. Όχι μόνο με το ξίφος. Με τη δημόσια διαπόμπευση. Και πάντα κρατούσε για τον εαυτό του ένα ψεύτικο άλλοθι.

   «Δεν το αποφάσισα εγώ», έλεγε στους ανθρώπους του. «Εκείνοι το αποφάσισαν. Εκείνοι προτίμησαν τη ζωή τους αντί για την τιμή.» Μετά ειρωνικά συμπλήρωνε «κάποιες φορές δεν μπορείς να τα έχεις και δύο ακέραια.»

    Ήταν το πιο ύπουλο ψέμα του.  Γιατί γνώριζε ότι σε έναν κόσμο όπου η εξουσία ανήκε σε εκείνον που κρατούσε το όπλο, η επιλογή του θύματος δεν ήταν ποτέ πραγματικά ελεύθερη. Ενώ ανάγκαζε έναν άνθρωπο να διαλέξει ανάμεσα σε δύο καταστροφές ύστερα τον κατηγορούσε για την επιλογή που του είχε επιβάλει.

   Η πλατεία βυθίστηκε σε απόλυτη σιωπή. Οι αξιωματικοί του Γουέν-Τσενγκ αντάλλαξαν βλέμματα, μα κανείς δεν μίλησε. Ο πολέμαρχος έμεινε ακίνητος για λίγες στιγμές. Είχε δει χιλιάδες νεκρούς, χωριά παραδομένα στις φλόγες και ανθρώπους να σφάζονται για μια χούφτα ρύζι. Ο πόλεμος είχε τους δικούς του νόμους. Εκείνο όμως που άκουγε τώρα δεν ανήκε στον πόλεμο. Ανήκε σε άνθρωπο που είχε πάψει να αναγνωρίζει κάθε όριο.

   «Πού πήγε;» ρώτησε τελικά.

   Ο γέροντας σήκωσε το χέρι προς τα νότια, εκεί όπου οι ομίχλες έκρυβαν τα βουνά.

   «Προς το πέρασμα του ποταμού. Έχει μαζί του τους πιο πιστούς του.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ γύρισε προς τους διοικητές του.

«Δεν θα αφήσουμε αυτόν τον άνθρωπο να βγει από τα βουνά.»

  Δεν υπήρχε οργή στη φωνή του. Μόνο η ψυχρή βεβαιότητα μιας διαταγής που έπρεπε να εκτελεστεί.

    Και για πρώτη φορά σε ολόκληρη την εκστρατεία, οι αξιωματικοί του κατάλαβαν ότι ο διοικητής τους δεν κυνηγούσε πλέον έναν ακόμη στασιαστή. Κυνηγούσε έναν άνθρωπο που θεωρούσε ανάξιο να ζει.

 

 

το Πέρασμα των Σκιών

   Το στρατιωτικό απόσπασμα ξεκίνησε πριν ακόμη χαράξει. Η ομίχλη σκέπαζε τις χαράδρες της νότιας Σετσουάν σαν λευκό πέπλο, και τα βουνά πρόβαλλαν μέσα της σαν σκοτεινά νησιά. Ο Γουέν-Τσενγκ ίππευε στην κεφαλή τριακοσίων επίλεκτων ανδρών. Είχε αφήσει το κυρίως σώμα του στρατού να ασφαλίσει τα χωριά. Αυτή η καταδίωξη δεν απαιτούσε αριθμούς· απαιτούσε ταχύτητα.

    Ο οδηγός τους ήταν ένας νεαρός ξυλοκόπος. Είχε δει τους άνδρες του Λιού Γιουάν να περνούν από το φαράγγι δύο ημέρες νωρίτερα.

   «Θα κατευθυνθεί στο Πέρασμα των Σκιών», είπε. «Εκεί υπάρχει μόνο ένας δρόμος. Αν τον προλάβετε πριν δύσει ο ήλιος, δεν θα μπορέσει να διαφύγει.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ έγνεψε καταφατικά. Δεν χρειαζόταν άλλες εξηγήσεις.

   Λίγο πριν από το μεσημέρι, οι ανιχνευτές επέστρεψαν καλπάζοντας.

    «Ίχνη!» φώναξε ο επικεφαλής τους. «Περίπου εκατόν πενήντα άνδρες. Έχουν δύο άμαξες και αρκετά φορτωμένα μουλάρια.»

   Ο πολέμαρχος χαμογέλασε ανεπαίσθητα.

    Το Πέρασμα των Σκιών ήταν μια στενή λωρίδα γης ανάμεσα σε δύο κατακόρυφους βράχους. Από κάτω βούιζε ο ποταμός, φουσκωμένος από τα χιόνια που έλιωναν στα ψηλά βουνά.

   Οι άνδρες του Λιού Γιουάν είχαν ήδη παραταχθεί. Ο ίδιος στεκόταν μπροστά τους, ντυμένος με σκούρα πανοπλία, κρατώντας ένα μακρύ δόρυ. Ήταν ψηλός, με γκρίζα γενειάδα και μάτια που δεν φανέρωναν ούτε φόβο ούτε οργή. Ο Γουέν-Τσενγκ προχώρησε λίγα βήματα.

   «Παραδώσου.»

   Ο Λιού Γιουάν γέλασε.

   «Άκουσα πως είσαι άνθρωπος της τιμής.»

  «Άκουσες σωστά.»

  «Τότε θα ξέρεις ότι η τιμή είναι πολυτέλεια των νικητών.»

  «Όχι», απάντησε ήρεμα ο Γουέν-Τσενγκ. «Είναι το μόνο που ξεχωρίζει έναν στρατιώτη από ένα θηρίο.»

   Ο Λιού Γιουάν ανασήκωσε τους ώμους.

   «Ο φόβος κυβερνά πιο πιστά από την καλοσύνη.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ τράβηξε αργά το σπαθί του.

   «Ο φόβος κρατά τους ανθρώπους σιωπηλούς. Δεν τους κάνει πιστούς.»

   Για μια στιγμή κανείς δεν κινήθηκε.

   Έπειτα ο Λιού Γιουάν ύψωσε το δόρυ του. «Σκοτώστε τους.»

   Η σύγκρουση ήταν σύντομη και άγρια. Στο στενό πέρασμα, οι αριθμοί δεν είχαν σημασία. Τα άλογα γλίστραγαν στις πέτρες, τα δόρατα έσπαζαν πάνω στις ασπίδες και οι κραυγές χάνονταν μέσα στον βόμβο του ποταμού.

   Ο Γουέν-Τσενγκ αναζήτησε τον Λιού μέσα στη δίνη της μάχης. Τον βρήκε. Οι δύο άνδρες αντάλλαξαν χτυπήματα χωρίς λέξη. Ο ένας πολεμούσε με τη δύναμη ανθρώπου που δεν είχε τίποτε να χάσει. Ο άλλος με την ψυχρή ακρίβεια ανθρώπου που είχε μάθει να επιβιώνει.

   Καμία από τις δύο πλευρές δεν υποχωρούσε. Το δόρυ του Λιού ζωγράφιζε γρήγορους κύκλους στον αέρα, κρατώντας τον αντίπαλό του σε απόσταση, ενώ το σπαθί του Γουέν-Τσενγκ απέκρουε κάθε χτύπημα με λιτές, ακριβείς κινήσεις. Ο ήχος του ατσαλιού αντηχούσε ανάμεσα στους βράχους, καθώς άλλοτε ο ένας κι άλλοτε ο άλλος κέρδιζε ένα βήμα, μόνο για να το χάσει αμέσως μετά. Όσοι παρακολουθούσαν είχαν πάψει να φωνάζουν· ήξεραν πως η μονομαχία θα κρινόταν όχι από τη δύναμη, αλλά από το πρώτο πραγματικό λάθος.

   Το δόρυ του Λιού έσκισε το μανίκι του Γουέν-Τσενγκ. Μια αμυδρή αμυχή, ψηλά, εκεί που ακόμη υπήρχε ύφασμα από τον επενδύτη που του είχε χαρίσει η Λαν Σιν, όχι κάτι το σοβαρό. Αλλά σε λίγο μια χαλαρή υπνηλία απλωνόταν στο χέρι του Γουέν-Τσενγκ. Το σπαθί του Γουέν-Τσενγκ απάντησε. Με μια πλαγιοκόπηση έκοψε το κοντάρι του δόρατος στα δύο.

    Ο Λιού έκανε πίσω. Δεν περίμενε την αυτόματη αντίδραση του Γουέν-Τσενγκ. Είχε ποντάρει στο δηλητήριο με το  οποίο  είχε αλειφθεί η αιχμή του δόρατός του. Αλλά η ενισχυμένη δερμάτινη επένδυση κάτω από την πανοπλία του Γουέν-Τσενγκ είχε απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος. Μόνο μια μικρή ποσότητα είχε περάσει μέσα από την πληγή. 

   Για πρώτη φορά φάνηκε φόβος στα μάτια του.

   «Δεν είσαι καλύτερός μου», είπε λαχανιασμένος.

   «Όχι», αποκρίθηκε ο Γουέν-Τσενγκ. «Η μόνη διαφορά μας είναι ότι εγώ θυμάμαι κάθε άνθρωπο που αναγκάστηκα να σκοτώσω.»

    Με μια απότομη κίνηση ο Γουέν-Τσενγκ τον αφόπλισε. Οι στρατιώτες του Λιού Γιουάν πέταξαν τα όπλα. Το πέρασμα βυθίστηκε στη σιωπή. Ο Γουέν-Τσενγκ κοίταξε τον αιχμάλωτο.

   «Θα δικαστείς δημόσια.»

   Ο Λιού Γιουάν γέλασε πικρά.

  «Ο νικητής πάντα απονέμει τη δικαιοσύνη. Την έχει για το άλλοθί του. Μπορούσες να με είχες  σκοτώσει στη μάχη».

  «Δεν θα κάνω ήρωα κάποιον που δεν του αξίζει.»

  «Νομίζεις ότι αυτό θα σβήσει όσα έγιναν;»

  «Όχι», απάντησε ο πολέμαρχος. «Αλλά θα εμποδίσει να ξαναγίνουν.»

  Μετά γύρισε στους αξιωματικούς του:

   «Ο στρατός του Λιού Γιουάν να παραδώσει τα όπλα του. Κανείς να μην τους πειράξει. Η μάχη τελείωσε. Στη δίκη θα παρασταθούν και αυτοί ως μάρτυρες.»

 

 

η δίκη και η εκτέλεση του Λιού Γιουάν

    Το αίμα δεν είχε ακόμη στεγνώσει πάνω στις πέτρες. Ο ποταμός κυλούσε κάτω από το πέρασμα παρασύροντας σπασμένα δόρατα και ξύλα από τις ασπίδες. Οι τραυματίες βογκούσαν καθώς οι ιατροί περνούσαν ανάμεσά τους.

   Στο κέντρο του περάσματος είχαν στήσει ένα πρόχειρο τραπέζι από σανίδες. Πίσω του στάθηκε ο Γουέν-Τσενγκ. Ο αιχμάλωτος οδηγήθηκε μπροστά του δεμένος.

   Ο Λιού Γιουάν, άλλοτε κύριος των βουνών της νότιας Σετσουάν, στεκόταν όρθιος παρά τα τραύματά του.

   Ο γραμματέας του στρατεύματος ξετύλιξε έναν κύλινδρο από χαρτί.

   «Παρουσία των αξιωματικών του στρατού και των κατοίκων των χωριών που συγκεντρώθηκαν εδώ, αρχίζει η κρίση του Λιού Γιουάν.»

    Από τους γύρω λόφους είχαν κατεβεί δεκάδες χωρικοί. Άλλοι κρατούσαν ακόμη στα χέρια τους γεωργικά εργαλεία. Άλλοι έφερναν τα παιδιά τους, σαν να ήθελαν να βεβαιωθούν ότι ο άνθρωπος που τους είχε καταδυναστεύσει ήταν πράγματι αιχμάλωτος. Κανείς τους δεν φώναζε. Όλοι μιλούσαν χαμηλόφωνα, σαν να φοβούνταν ακόμη ότι ο Λιού μπορούσε να τους ακούσει και να τους τιμωρήσει.

   Ο γραμματέας διάβασε τις κατηγορίες.

   «Στάση κατά της νόμιμης στρατιωτικής αρχής. Φόνος απεσταλμένων. Λεηλασία οικισμών. Παράνομη στρατολόγηση. Εκτελέσεις αμάχων.»

Σήκωσε το βλέμμα.

   «Υπάρχουν μάρτυρες;»

   Ο πρώτος μάρτυρας ήταν ένας άνδρας με κατάλευκα μαλλιά, αν και δεν πρέπει να είχε κλείσει τα πενήντα. Στάθηκε απέναντι στον Λιού χωρίς να τον κοιτάξει.

   «Αυτός...» είπε.

   Η φωνή του έσπασε.

   «Αυτός με ανάγκασε να χάσω την ανθρώπινη υπόστασή μου μπροστά σε ολόκληρο το χωριό.»

   Δεν είπε περισσότερα. Δεν χρειαζόταν. Μια βαριά σιωπή σκέπασε το πέρασμα. Ο Γουέν-Τσενγκ έκλεισε για λίγο τα μάτια.

  Μετά εμφανίστηκε ένας νέος άνδρας, κοντά στα τριάντα. «Αυτός με ανάγκασε να συνευρεθώ με την αδελφή μου.»

    Ο Λιού Γιουάν ανταπάντησε. «Δεν ήταν διαταγή. Είχες επιλογή. Μπορούσες να φύγεις. Δεν το έκανες.» 

  «Και πώς θα ζούσε εκείνη χωρίς κανέναν;»

  «Δεν χρειαζόταν να το ξέρει κανείς. Σας άφησα μόνους σας να αποφασίσετε… Εσύ το διαλάλησες στο χωριό.»

  «Έπρεπε να εξηγήσω πως μας είχες επιτρέψει να μείνουμε. Θα μας περνούσαν όλοι για ανθρώπους σου».

  «Ίσως.  Αλλά το δίλημμα είχε και την καλή του πλευρά. Κοιμήθηκες με την πιο ωραία του χωριού. Και αν δεν σου άρεσε, τότε γιατί αρνιόσουν τις προτάσεις που είχες να την παντρέψεις;»

   «Μήπως το διέδωσες μόνος σου για να μην ξαναγίνει από κανένα κάποια πρόταση; Και άλλοι δέχθηκαν αυτή την επιλογή. Αλλά δεν το διέδωσαν. Το κράτησαν μυστικό. Και κατάφεραν να τις παντρέψουν. Και όμως από τότε εσύ δεν την εγκατέλειψες. Εσύ ακόμη μαζί της είσαι. Έξι χρόνια τώρα.» 

    Ύστερα προχώρησε μια γυναίκα. Ήταν χήρα. Το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο, σαν να είχε εξαντλήσει εδώ και χρόνια κάθε δάκρυ.

    «Τι έχεις να καταθέσεις;» ρώτησε ο γραμματέας.

   «Μετά τον θάνατο του άνδρα μου ζούσα με τον μικρότερο ανιψιό μου. Ήταν δεκαεννέα χρονών. Ήταν ό,τι είχε απομείνει από την οικογένειά μου.»

    Η φωνή της έσπασε μόνο για μια στιγμή.

   «Ο Λιού μάς κάλεσε μπροστά του. Είπε πως, αν θέλαμε να μείνουμε στο σπίτι μας, έπρεπε να περάσουμε τη νύχτα μαζί. Αν αρνιόμασταν, θα έκαιγε το σπίτι και θα μας εκτελούσε.»

    Ένα βουβό μουρμουρητό απλώθηκε ανάμεσα στους χωρικούς.

    «Κάναμε ό,τι μας διέταξε.»

   Για πρώτη φορά σήκωσε το βλέμμα της προς τον Λιού.

   «Την άλλη μέρα διέδωσε ο ίδιος τι είχε συμβεί. Δεν μας εξόρισε από το χωριό· φρόντισε να μας εξορίσουν οι άνθρωποί μας.»

   Ο Λιού χαμογέλασε αμυδρά.

   «Σας άφησα ζωντανούς.»

   Η γυναίκα έγνεψε αργά.

   «Ναι. Αλλά πήρες ό,τι έκανε τη ζωή μας ζωή.»

   Ο Λιού ειρωνικά απάντησε.

   «Και πες μου... δεν του άρεσε;»

   Η γυναίκα δεν απάντησε.

   «Δεν έβλεπες στα μάτια του πόσο σε ποθούσε;» συνέχισε. «Ή μήπως υποκρινόταν;»

   Εκείνη τον κοίταξε κατάματα.

  «Και πες μας γιατί ήσασταν κάτω από την ίδια στέγη; Δεν μπορούσε αυτός να μείνει κάπου αλλού; Σπίτι δεν είχε;»

  «Είχε αλλά το είχαν πάρει οι δανευστές.»

  «Και για αυτούς φταίω εγώ;» 

  «Όχι. Αλλά για όλα τα υπόλοιπα εσύ.»

  «Τον είδαν ευχαριστημένο μετά από την πρώτη νύχτα σας. Αυτό μου είπαν. Τόσο που δεν το έκρυβε.»

  «Ευχαριστημένος κάποιος που έχει να κάνει μια τέτοια πράξη;»

  «Ναι, αν το κρεβάτι ήταν ζεστό και φιλόξενο.»

  «Κλείσαμε τα μάτια και οι δυό.»

   «Ο ίδιος, μεθυσμένος, δεν ξέρω από το κρασί ή από τον πόθο, εξομολογήθηκε σε ανθρώπους μου ότι ήσουν θερμή. Ότι αφέθηκες στα χέρια του. Πέντε χρόνια, είπες, είχε να σε  αγγίξει ανδρικό χέρι.»

  «Ψέμματα.»

   «Σταμάτα να νομίζεις ότι εγώ διέδωσα τις φήμες. Εκείνος τα είπε όλα.»

  «Εγώ είδα τον τρόμο στα μάτια του. Τίποτε άλλο.»

   Ο Λιού ανασήκωσε τους ώμους.

  «Τρόμο στην αρχή, ίσως. Οι άνθρωποι όμως συνηθίζουν. Αλλιώς γιατί έμεινε μαζί σου; Γιατί δεν έφυγε; Γιατί δεν σε άφησε να ξαναπαντρευτείς; Ούτε εσύ εκείνον;»

  Η γυναίκα έμεινε σιωπηλή για λίγες στιγμές.

  «Γιατί από εκείνη τη μέρα δεν ήμασταν πια θεία και ανιψιός στα μάτια του χωριού. Ήμασταν οι άνθρωποι που εσύ στιγμάτισες. Καμιά οικογένεια δεν δεχόταν εμένα για νύφη, ούτε εκείνον για γαμπρό. Όποιος μας πλησίαζε, φοβόταν πως θα μολυνθεί από τη ντροπή που μας φόρτωσες.»

    Ο Λιού γέλασε χαμηλόφωνα.

    «Κι όμως, μείνατε κάτω από την ίδια στέγη.»

   «Γιατί δεν είχαμε άλλη. Εκείνος ήταν ο τελευταίος συγγενής μου κι εγώ η τελευταία δική του. Μας άφησες τη ζωή, αλλά μας πήρες κάθε άλλη επιλογή.»

 «Σας άφησα τις νύχτες. Εκεί δεν υπήρχε κανείς άλλος εκτός από εσάς τους δύο».

Η γυναίκα χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Αυτό ήθελες από την αρχή. Να κάνεις τους ανθρώπους να πιστεύουν πως οι δικές σου πράξεις ήταν δικές τους επιλογές.»

   Χωρίς να περιμένει άλλη ερώτηση, επέστρεψε σιωπηλά στη θέση της.

   «Αρνείσαι τις κατηγορίες;»

   Ο Λιού χαμογέλασε.

   «Έκανα ό,τι έπρεπε για να κυβερνήσω. Ο φόβος είναι το μόνο θεμέλιο της εξουσίας.»

 «Ακόμη και όσα δεν έχουν θέση ούτε στον πόλεμο ούτε στον νόμο;»

   Ο Λιού ανασήκωσε τους ώμους.

   «Ο νικητής γράφει τον νόμο.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ σηκώθηκε.

   «Όχι. Ο νόμος υπάρχει ακριβώς για να συγκρατεί τον νικητή.»

   Γύρισε προς τους αξιωματικούς του.

  «Έχετε αντίρρηση ως προς τις κατηγορίες;»

   Ένας-ένας έκαναν το στρατιωτικό χαιρετισμό.

   «Καμία.»

   Ο γραμματέας βούτηξε τη γραφίδα στο μελάνι.

   Ο Γουέν-Τσενγκ μίλησε με καθαρή φωνή.

   «Λιού Γιουάν. Κρίθηκες ένοχος για στάση, φόνο, λεηλασία και εγκλήματα κατά αμάχων. Ως διοικητής των αυτοκρατορικών δυνάμεων στην εκστρατεία της νότιας Σετσουάν, σε καταδικάζω σε θάνατο διά αποκεφαλισμού. Η ποινή θα εκτελεστεί εδώ, ώστε οι άνθρωποι που τρομοκράτησες να δουν ότι η εξουσία σου τελείωσε.»

   Ο Λιού χαμογέλασε για τελευταία φορά.

   «Θα εμφανιστεί κάποιος άλλος σαν εμένα.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ τον κοίταξε στα μάτια.

   «Ίσως.»

   Έκανε ένα μικρό νεύμα στον δήμιο.

   «Και θα έχει την ίδια κατάληξη.»

   «Θα σε περιμένω εκεί που θα πάω. Σε λίγο θα ακολουθήσεις και εσύ» είπε χαιρέκακα ο Λιού Γιουάν.

   Η λεπίδα έπεσε μία και μόνη φορά.

   Ο ποταμός συνέχισε να βουίζει μέσα στο φαράγγι, σαν να έπαιρνε μαζί του και την τελευταία ανάμνηση του ανθρώπου που είχε σκορπίσει τον τρόμο στα βουνά της νότιας Σετσουάν.

 

 

το δηλητήριο

   Μόνο τα βογκητά των τραυματιών ακούγονταν πότε-πότε μέσα στον απογευματινό αέρα.

   Ο Γουέν-Τσενγκ στεκόταν ακόμη όρθιος, μα το πρόσωπό του είχε χάσει κάθε χρώμα. Ένιωθε το δηλητήριο να απλώνεται αργά στις φλέβες του, σαν παγωμένη φωτιά. Η αιχμή του δόρατος του Λιού Γιουάν είχε ανοίξει μια μικρή πληγή· ασήμαντη στην όψη, θανάσιμη όμως στο περιεχόμενό της.

   Με δυσκολία κράτησε το βλέμμα του σταθερό.

   Οι αξιωματικοί αντάλλαξαν βλέμματα.

   «Οι χωρικοί...» συνέχισε με κομμένη ανάσα «Να επιστρέψουν στα χωριά τους. Τα χωράφια τους τούς χρειάζονται περισσότερο από τα όπλα.»

   Ένας νεαρός υπολοχαγός γονάτισε.

  «Στρατηγέ... Με τους αιχμαλώτους τί θα γίνει;»

  «Δεν θα τους πειράξει κανείς. Θα τους μεταφέρετε στον καταυλισμό. Αν κάποιος απ’ αυτούς παρακούσει δεν θα δείξετε έλεος.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ ύψωσε αδύναμα το χέρι.

   «Αυτές... είναι οι διαταγές μου.»

   Ύστερα γύρισε το άλογό του προς το χωριό όπου είχε στηθεί το πρόχειρο διοικητήριο. Κάθε βήμα του ζώου έμοιαζε να πολλαπλασιάζει τον πόνο. Τα δάχτυλά του είχαν αρχίσει να μουδιάζουν, η όρασή του θόλωνε και ένας κρύος ιδρώτας κάλυπτε το μέτωπό του.

   Όταν έφτασε μπροστά στη μεγάλη σκηνή του διοικητηρίου, δύο στρατιώτες έσπευσαν να τον βοηθήσουν. Εκείνος όμως επέμεινε να σταθεί μόνος του. Έκανε μόλις τρία βήματα στο εσωτερικό. Το γόνατό του λύγισε. Ο κόσμος γύρισε γύρω του. Έπεσε βαριά πάνω στα χαλιά της σκηνής.

   Αναστατωμένες φωνές υψώθηκαν, μα πριν προλάβει κανείς να τον αγγίξει, μια γριά γυναίκα, μικρόσωμη, με λευκά μαλλιά δεμένα πρόχειρα πίσω από το κεφάλι, προχώρησε αθόρυβα ανάμεσά τους. Κρατούσε μόνο ένα φθαρμένο υφασμάτινο σακούλι γεμάτο ρίζες, αποξηραμένα βότανα και μικρά πήλινα δοχεία. Δεν ζήτησε άδεια. Γονάτισε δίπλα στον τραυματία.

   Με σταθερά δάχτυλα άνοιξε το ένδυμά του και αποκάλυψε το τραύμα. Παρατήρησε το χρώμα του αίματος, μύρισε προσεκτικά την πληγή και άγγιξε ελαφρά το πρησμένο δέρμα.

   Τα μάτια της σκοτείνιασαν.

   «Δεν είναι απλό δηλητήριο.»

   Άγγιξε τον καρπό του. Οι σφυγμοί ήταν αργοί και ακανόνιστοι. Σήκωσε το βλέμμα προς τους αξιωματικούς.

   «Είμαι θεραπεύτρια. Γνωρίζω τα βότανα... και γνωρίζω τα δηλητήρια.»

   Έσκυψε ξανά πάνω από την πληγή.

   «Ακονίτης...» μουρμούρισε. «Και κάποιος τον έχει αναμείξει με νερωμένο όπιο.»

   Ένας από τους στρατηγούς συνοφρυώθηκε.

  «Θα πεθάνει;»

   Η γριά δεν απάντησε αμέσως.

  «Το όπιο δεν σκοτώνει εδώ. Θέλει να τον παραδώσει στον ύπνο, ενώ ο ακονίτης παραλύει σιγά-σιγά την καρδιά και την αναπνοή. Αν κλείσει τα μάτια του τώρα, ίσως να μην τα ανοίξει ποτέ ξανά.»

   Άνοιξε το σακούλι της και έβγαλε μια χούφτα αποξηραμένα βότανα με έντονη, πικρή μυρωδιά. Τα κοπάνισε γρήγορα μέσα σε ένα μικρό πέτρινο γουδί και τα ανακάτεψε με λίγο δυνατό ξίδι και ζεστό νερό.

   Με ένα ύφασμα καθάρισε όσο μπορούσε την πληγή, πιέζοντας προσεκτικά ώστε να απομακρυνθεί όσο περισσότερο μολυσμένο αίμα μπορούσε. Ύστερα άπλωσε επάνω της έναν παχύ κατάπλασμα από τα βότανα και τον έδεσε σφιχτά με λωρίδες λινού υφάσματος.

   Έπειτα έφερε κάτω από τη μύτη του ένα σακουλάκι γεμάτο θρυμματισμένες αρωματικές ρίζες. Η έντονη, καυστική οσμή έκανε τον Γουέν-Τσενγκ να μορφάσει.

   «Μην τον αφήσετε να αποκοιμηθεί.»

   Ένας στρατιώτης γονάτισε δίπλα του.

   Η γριά τον σταμάτησε.

   «Μιλήστε του. Αναγκάστε τον να απαντά. Αν πάψει να αποκρίνεται, τρίψτε δυνατά τα χέρια και τα πόδια του. Κρατήστε το αίμα του σε κίνηση.»

    Πήρε ένα λεπτό ξύλινο εργαλείο και άρχισε να πιέζει συγκεκριμένα σημεία στους καρπούς, στους πήχεις και κάτω από τον λαιμό του. Κάθε πίεση προκαλούσε έναν ανεπαίσθητο σπασμό στους μυς του στρατηγού.

   «Άκουσέ με,» είπε με ήρεμη αλλά αυστηρή φωνή.

   Τα βαριά βλέφαρά του άνοιξαν ελάχιστα.

   «Μη με αφήσεις...» ψιθύρισε.

   «Δεν θα σε αφήσω. Αλλά ούτε κι εσύ θα αφήσεις τον εαυτό σου. Μείνε μαζί μας.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ προσπάθησε να συγκεντρώσει το βλέμμα του. Η ανάσα του ήταν κοφτή. Ο πόνος έκαιγε το πλευρό του, ενώ ένα παγωμένο κύμα ανέβαινε προς το στήθος.

   Η γριά συνέχισε ακούραστα τις πιέσεις στα σημεία του σώματος, ανανεώνοντας κάθε τόσο το καυστικό άρωμα κάτω από τη μύτη του και δίνοντάς του μικρές σταγόνες από ένα πικρό αφέψημα που κρατούσε τη συνείδησή του σε εγρήγορση.

   Η μάχη είχε τελειώσει. Η πραγματική όμως μάχη του στρατηγού μόλις άρχιζε.

Ο Γουέν-Τσενγκ άνοιξε με κόπο τα μάτια.

    «Η... μάχη... κερδήθηκε...»

    Η γριά τον κοίταξε για λίγες στιγμές, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να μιλήσει.

    «Μπορεί η μάχη να κερδήθηκε. Αλλά ο κόσμος του Λιού Γιουάν θα μείνει άθικτος.»

   Εκείνος συνοφρυώθηκε.

   «Τί... εννοείς;»

   Η θεραπεύτρια έσφιξε ξανά τον επίδεσμο.

   «Το σύστημά του είναι βαθύ. Δεν ξεριζώνεται εύκολα. Το σπέρνει εδώ και χρόνια. Κι ακόμη κι αν θερίσει κανείς αυτή τη σοδειά, το χώμα θα ξαναβγάλει άλλη.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ μόρφασε από τον πόνο καθώς ένα κύμα καψίματος διαπέρασε το σώμα του.

   «Πες... τί εννοείς...»

   Η γριά πήρε μια βαθιά ανάσα.

   «Οι περισσότεροι πιστεύουν πως κυβερνούσε μόνο με τον φόβο. Κάνουν λάθος. Ο φόβος είναι χρήσιμος, αλλά δεν κρατάει έναν άνθρωπο δεμένο για πάντα.»

   Έβρεξε τα χείλη του με λίγες σταγόνες νερό.

   «Τους καλούσε στα συμπόσιά του. Αξιωματικούς, τοπικούς άρχοντες, προεστούς, όσους ήθελε να δέσει στο άρμα του. Το κρασί έρεε άφθονο. Μα μέσα στο κρασί υπήρχε και όπιο, τόσο όσο να θολώνει τη σκέψη χωρίς να τους κάνει να χάσουν τελείως τις αισθήσεις τους.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ έμεινε σιωπηλός.

  «Ύστερα,» συνέχισε εκείνη, «τους άφηνε μόνους. Έναν άντρα και μια γυναίκα. Άλλοτε κάποιον σύμμαχό του με την κόρη του, άλλοτε κάποιον με μια ανεψιά, μια ξαδέλφη ή κάποια άλλη γυναίκα του κύκλου του. Έναν έμπορο τον κάλεσε με τη νύφη του, τη γυναίκα του γιου του. Ο γιος έλειπε για μήνες στα ταξίδια. Την πρώτη φορά δεν έγινε τίποτε. Τους ξανακάλεσε. Μετά έσμιξαν μαζί. Ο γιος ακόμη ταξιδεύει. Δεν γνωρίζει τίποτα. Τα παιδιά της γυναίκας του είναι και αδέλφια του. Έναν άλλον τον κάλεσε με τη γυναίκα του αδελφού του. Ίσως εκείνοι οι δυο να ήταν έτοιμοι. Να μην χρειάζονταν βοηθητική ουσία για τη μετάβαση. Δεν ήπιαν πολύ. Μετά δικαιολογήθηκαν ότι τους είχε ζαλίσει το κρασί. Ότι δεν έφταιγαν οι ίδιοι. Ο Λιού Γιουάν τους καθησύχασε. Αυτό που είχε συμβεί μεταξύ τους θα έμενε μυστικό. Αυτό που είχε τουλάχιστον διαπραχθεί μέσα στο αρχοντικό του. Για από εκεί και πέρα δεν ήταν εκείνος υπεύθυνος. Όλοι βρίσκονταν στην ίδια θολή κατάσταση, με την κρίση τους αλλοιωμένη, με την επιθυμία τους σα γυπαετό να κάνει βόλτες από ψηλά και να περιμένει να ορμήσει την κατάλληλη στιγμή. Αυτό προετοίμαζε ο Λιού Γιουάν. Την κατάλληλη στιγμή που η επιθυμία θέριευε, εκείνος την έσπρωχνε ακόμη περισσότερο μέσα στα σκοτεινά του δωμάτια. »

   Η φωνή της έγινε πιο χαμηλή.

   «Το επόμενο πρωί δεν είχε σημασία τί είχε πραγματικά συμβεί. Εκείνος φρόντιζε να πιστεύουν πως είχαν παραβεί τα όρια της τιμής τους. Και τους έκανε να φοβούνται ότι, αν του γύριζαν την πλάτη, η ντροπή τους θα γινόταν γνωστή σε όλη την κοινότητα.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ έσφιξε τις γροθιές του.

   «Τους... εκβίαζε...»

   «Ναι. Χωρίς πάντα να το δείχνει καθαρά. Με υπονοούμενα. Με ανακριτικές ματιές και στους δυό. Οι ένοχοι έσκυβαν το κεφάλι.»

    Η γριά έγνεψε αργά.

   «Κι έπειτα τους ξανακαλούσε. Το κρασί επέστρεφε. Το όπιο επίσης. Μερικοί άρχισαν να το αποζητούν. Άλλοι το έπιναν για να ξεχνούν. Άλλοι για να αντέχουν τον φόβο τους. Άλλοι για να ξαμολιέται η απαγορευμένη επιθυμία τους. Έτσι η εξάρτηση έδενε την αλυσίδα ακόμη πιο σφιχτά.»

    «Νομίζεις πως τον υπηρετούσαν μόνο επειδή τον φοβούνταν;» συνέχισε η γριά. «Όχι. Πολλοί υπηρετούσαν τα μυστικά τους. Κι εκείνος κρατούσε το κλειδί αυτών των μυστικών.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ έστρεψε αργά το κεφάλι προς το μέρος της.

   «Είναι... πολλοί;»

   Η γριά χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Περισσότεροι απ' όσους φαντάζεσαι. Σε κάθε χωριό υπάρχουν άνθρωποι που ζουν χρόνια με αυτή τη σκιά. Αν αποκαλύφθηκαν δύο ή τρεις, οι υπόλοιποι τρέμουν μήπως έρθει και η δική τους σειρά. Φοβούνται όχι μόνο την αλήθεια, αλλά και όσα οι άλλοι μπορεί να πιστέψουν για αυτούς.»

    Έσκυψε πάλι πάνω από τον τραυματία και ακούμπησε δύο δάχτυλα στον λαιμό του για να ελέγξει τον σφυγμό.

    «Γι' αυτό σου είπα πως ο κόσμος του Λιού Γιουάν θα μείνει άθικτος. Έναν στρατό μπορείς να τον αφοπλίσεις. Έναν άρχοντα μπορείς να τον νικήσεις. Αλλά η ντροπή, ο φόβος και η εξάρτηση που έχει ριζώσει στις ψυχές των ανθρώπων... αυτά δεν παραδίδονται μαζί με τα όπλα.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ κράτησε τα μάτια του ανοιχτά με εμφανή προσπάθεια.

  «Τότε, τώρα μόλις αρχίζει η δυσκολότερη μάχη...»

   Η γριά τον κοίταξε με μια ανεπαίσθητη θλίψη.

   «Αυτό ακριβώς προσπαθώ να σου πω. Και γι' αυτό πρέπει να μείνεις ζωντανός.»

    Η γριά ανακάτεψε αργά το αφέψημα μέσα στο μικρό πήλινο κύπελλο. Η πικρή μυρωδιά των βοτάνων γέμισε τη σκηνή. Έφερε το χείλος του δοχείου στα χείλη του Γουέν-Τσενγκ και τον άφησε να πιει μόνο δυο μικρές γουλιές.

    «Πικρό...» ψιθύρισε εκείνος.

   «Το πικρό πολεμά το πικρό.»

   Άφησε το κύπελλο στην άκρη και παρακολούθησε προσεκτικά τα μάτια του, που πάλευαν να μείνουν ανοιχτά.

   «Ξέρεις τί συμβαίνει σε όσους συνηθίζουν το όπιο;»

   Ο Γουέν-Τσενγκ έγνεψε αδύναμα.

   Η γριά κούνησε το κεφάλι.

   «Οι περισσότεροι νομίζουν πως είναι μόνο η επιθυμία. Δεν είναι έτσι.»

   Έφερε τα δάχτυλά της στον καρπό του.

   «Όταν περάσουν λίγες ώρες χωρίς αυτό, τους πιάνει πυρετός. Τρέμουν, ιδρώνουν, πονάνε οι αρθρώσεις τους. Το στομάχι τους ανακατεύεται, τα πόδια δεν τους βαστούν. Τα μάτια τους δακρύζουν ασταμάτητα. Η μύτη τους τρέχει. Και μέσα τους ακούνε μια φωνή να τους καλεί.»

   Σταμάτησε για λίγο.

   «Σαν το δηλητήριο που ζητά να ξαναχυθεί στις φλέβες τους.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ κατάπιε δύσκολα.

   «Και... δεν μπορούν... να αντισταθούν;»

   «Μερικοί μπορούν. Οι περισσότεροι όχι. Γιατί δεν πολεμούν μόνο το όπιο. Πολεμούν και όσα έμαθαν να θάβουν με αυτό.»

   Έσκυψε λίγο πιο κοντά.

  «Κάποιοι δεν θέλουν να φύγει από μέσα τους. Δεν ξέρουν τί είναι εκείνο που τους τραβά πίσω. Είναι το όπιο; Είναι το ανακάτωμα του αίματος από την επιθυμία, τον φόβο και τη ντροπή; Είναι η συνήθεια; Όλα γίνονται ένα κουβάρι.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ έκλεισε στιγμιαία τα μάτια.

   Η γριά χτύπησε ελαφρά το μάγουλό του.

   «Όχι. Μείνε ξύπνιος.»

   Εκείνος υπάκουσε.

   «Υπάρχει... θεραπεία;»

   Η ηλικιωμένη έμεινε για λίγο σιωπηλή.

    «Για το όπιο, υπάρχει δρόμος. Δεν είναι εύκολος, αλλά υπάρχει. Οι παλιοί γιατροί δεν κόβουν απότομα το αφέψημα. Δίνουν όλο και λιγότερο, μέρα με τη μέρα, ώσπου το σώμα να πάψει να το ζητά. Στο μεταξύ δίνουν δυνατά πικρά βότανα για να στηρίξουν το στομάχι και την αναπνοή, αφεψήματα από γλυκόριζα, τζίντζερ και ρίζες που δυναμώνουν το σώμα, ζεστά λουτρά και καλή τροφή όταν ο άρρωστος μπορεί πάλι να φάει. Και, πάνω απ' όλα, δεν τον αφήνουν μόνο του τις πρώτες ημέρες. Εκείνες είναι οι δυσκολότερες.»

   Σήκωσε αργά το βλέμμα.

   «Το σώμα μπορεί να μάθει να ζει χωρίς αυτό.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε επίμονα.

   «Το αίμα όμως;»

   Η γριά έσφιξε τα χείλη της.

   «Το αίμα... δεν εννοώ το αίμα των φλεβών. Εννοώ εκείνο που κουβαλά ο άνθρωπος μέσα στη μνήμη του. Τη ντροπή, τον φόβο, τις ενοχές, τα μυστικά που τον έκαναν να απλώνει κάθε φορά το χέρι στο κύπελλο.»

   Η φωνή της έγινε σχεδόν ψίθυρος.

   «Το όπιο μπορούμε να το βγάλουμε από το σώμα. Το άλλο... χρειάζεται χρόνια για να φύγει. Και σε μερικούς δεν φεύγει ποτέ, αν δεν βρεθεί κάποιος να τους πείσει πως μπορούν να ζήσουν χωρίς να κρύβονται.»

   Η γριά ακούμπησε την παλάμη της στο μέτωπο του Γουέν-Τσενγκ.

   «Γι' αυτό σου λέω πως νίκησες τον στρατό του Λιού Γιουάν. Όχι όμως ακόμη την πανώλη που άφησε πίσω του.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ έμεινε για λίγο σιωπηλός. Η ανάσα του έβγαινε βαριά, κοφτή. Έπειτα μίλησε σαν να απευθυνόταν περισσότερο στον εαυτό του παρά στη γριά.

   «Η πανώλη που μόλυνε το βασίλειό του... πρέπει να τελειώσει.»

   Η θεραπεύτρια τον κοίταξε με ήρεμα μάτια.

   «Θα τελειώσει.»

   «Πώς είσαι βέβαιη;»

   «Γιατί οι αρρώστιες των ανθρώπων έχουν ρίζες. Αν βρεις τη ρίζα, κάποτε ξεραίνεται και το δέντρο.»

   Έσφιξε λίγο τον επίδεσμο.

   «Να δουλέψεις έξυπνα και μεθοδικά. Χωρίς να σε καταλάβουν από την πρώτη στιγμή. Όσοι έμαθαν να ζουν μέσα σ' αυτό το σύστημα θα αντιδράσουν. Δεν θα υπερασπιστούν μόνο τον Λιού Γιουάν· θα υπερασπιστούν τη ζωή που έμαθαν να θεωρούν φυσική.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ έγνεψε αργά.

   «Δεν θα πολεμήσουν για εκείνον...Θα πολεμήσουν για τα μυστικά τους.»

   Ο πόνος τον λύγισε ξανά.

   «...Νερό...»

   Η γριά ακούμπησε απαλά το χέρι της στο δικό του και απομάκρυνε το δοχείο.

   «Όχι ακόμη.»

   Εκείνος την κοίταξε με παράπονο.

   «Το στόμα μου καίει...»

   «Το ξέρω. Αλλά πρώτα πρέπει να καθαρίσουμε όσο μπορούμε την πληγή. Ύστερα θα πιεις λίγο, όσο αντέχει το στομάχι σου.»

   Ξετύλιξε προσεκτικά τον επίδεσμο.

   Το μπράτσο είχε πρηστεί αισθητά. Το δέρμα γύρω από την πληγή είχε αποκτήσει σκούρο, πορφυρό χρώμα και ήταν θερμό στην αφή.

   Η γριά έγνεψε αργά.

   «Το δηλητήριο έχει σταθεί εδώ. Πρέπει να του ανοίξουμε δρόμο να φύγει.»

   Έβγαλε από το σακούλι της ένα μικρό χάλκινο νυστέρι, λεπτό σαν φύλλο ιτιάς. Το πέρασε πρώτα από τη φλόγα ενός λυχναριού και ύστερα το σκούπισε με ύφασμα βρεγμένο σε δυνατό απόσταγμα από κρασί και βότανα.

   «Κρατήστε τον.»

   Δύο στρατιώτες πλησίασαν και ακινητοποίησαν προσεκτικά τον ώμο του Γουέν-Τσενγκ.

   Με μία γρήγορη, ακριβή κίνηση, η γριά άνοιξε ελαφρά το ήδη υπάρχον τραύμα, χωρίς να το βαθύνει περισσότερο. Σκούρο αίμα άρχισε να κυλά αργά.

   Πίεσε τους ιστούς γύρω από την πληγή με σταθερό ρυθμό, αφήνοντας το αίμα να τρέξει για λίγες στιγμές μέσα σε ένα πήλινο δοχείο.

   «Οι παλιοί δάσκαλοί μου έλεγαν πως, όταν ένα δηλητήριο μένει συγκεντρωμένο κοντά στην πληγή, πρέπει πρώτα να δώσεις διέξοδο στο στάσιμο αίμα και έπειτα να στηρίξεις την καρδιά, όχι να την εξαντλήσεις.»

   Όταν η ροή άρχισε να γίνεται πιο ζωηρή και το αίμα να αποκτά φυσικότερο χρώμα, σταμάτησε την πίεση.

   Άλεσε φρέσκα βότανα —δρόγη από πλατύφυλλο πλαντάγκο, φύλλα αρτεμισίας και λίγη στυπτική ρίζα— τα ανακάτεψε με μέλι και τα τοποθέτησε επάνω στην πληγή ως κατάπλασμα, πριν τη δέσει ξανά με καθαρό λινό ύφασμα.

   Έπειτα ακούμπησε δύο δάχτυλα στον σφυγμό του.

   «Τώρα περίμενε. Αν η καρδιά κρατήσει τον ρυθμό της, τότε θα του δώσουμε νερό.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια.

Η γριά χαμογέλασε αχνά. Άφησε το χέρι του να ακουμπήσει ξανά στο στρώμα.

   «Τώρα πολεμά η καρδιά σου. Εμείς απλώς προσπαθούμε να της δώσουμε χρόνο.»

    Ο Γουέν-Τσενγκ παραμιλούσε. Ο πυρετός ανέβαινε και κατέβαινε σαν παλίρροια, παρασύροντας τη συνείδησή του σε θραύσματα σκέψεων.

   «Τί... έλεγες...;»

   Η γριά, που είχε μόλις αλλάξει τον επίδεσμο, έσκυψε κοντά του. Δεν ήξερε αν την άκουγε πραγματικά ή αν οι λέξεις της θα ρίζωναν αργότερα, όταν ο νους του θα καθάριζε.

    «Πρέπει πρώτα να ανοίξουν τα σπίτια.»

    Ο Γουέν-Τσενγκ συνοφρυώθηκε.

   «Τα... σπίτια;»

    «Τα κλειστά σπίτια τρέφουν το μίασμα. Εκεί μεγαλώνει ο φόβος, η ντροπή και η σιωπή. Όσο οι άνθρωποι μένουν απομονωμένοι, ο καθένας πιστεύει πως είναι μόνος με τις επιλογές του. Δεν έχει λόγο να δώσει στους άλλους.»

    Εκείνος έμεινε ακίνητος.

   «Μάζεψέ τους στις πλατείες. Κάνε γιορτές για τη νίκη. Όχι μόνο για να πανηγυρίσουν, αλλά για να ξαναμάθουν να ζουν μαζί.»

    Η γριά χαμήλωσε τη φωνή.

   «Βάλε όλους να συμμετάσχουν. Όχι ως διαταγή που τρομάζει, αλλά ως καθήκον προς το χωριό. Στα γεύματα και στις εργασίες ανακάτεψε τις οικογένειες. Κάνε τις ομάδες με κλήρο, ώστε κανείς να μη νομίσει πως ξεχωρίζεις φίλους και εχθρούς.»

    Ο Γουέν-Τσενγκ άνοιξε λίγο τα μάτια.

   «Και... γιατί;»

   «Γιατί έτσι σπας τους κλειστούς κύκλους. Όταν οι άνθρωποι αναγκάζονται να συνεργαστούν με άλλους, οι δεσμοί που τους κρατούσαν αιχμαλώτους αρχίζουν να χαλαρώνουν.»

   Σώπασε για λίγο.

   «Θα σε βοηθήσω να αναγνωρίσεις ποιές οικογένειες κουβαλούν το μεγαλύτερη ενοχή. Όχι για να τις στιγματίσεις. Για να τις προστατεύσεις πρώτες.»

   Ο στρατηγός προσπάθησε να ανασηκωθεί, μα ο πόνος τον κράτησε ξαπλωμένο.

   «Και... οι γυναίκες;»

   Η γριά έμεινε για λίγο σιωπηλή.

   «Όσες νέες γυναίκες θέλουν να φύγουν από τα σιωπηλά δεσμά τους, δώσε τους πραγματική επιλογή. Να σταλούν σε οικογένειες συγγενών ή σε εργαστήρια μεταξιού και υφαντουργίας που εποπτεύει ο έπαρχος. Να μπορούν να πάνε σε άλλη πόλη, να βρουν εργασία, ή να παντρευτούν ελεύθερα, αν το επιλέξουν. Αν κάποιοι από τους στρατιώτες σου θελήσουν να δημιουργήσουν οικογένεια μαζί τους, αυτό να γίνει μόνο με τη δική τους καθαρή συναίνεση και παρουσία μαρτύρων, ώστε να είναι γνωστό πως πρόκειται για έναν νέο, νόμιμο δεσμό και όχι για συνέχεια της παλιάς καταπίεσης.»

    Η φωνή της έγινε βαρύτερη.

   «Οι άνθρωποι πρέπει να αποκτήσουν μια καινούργια ζωή που να είναι δυνατότερη από τις φήμες του παρελθόντος.»

   «Και κάνε το σε κάθε χωριό. Όχι μόνο εδώ. Αλλιώς το παλιό θα επιστρέφει από το διπλανό χωριό, όπως η φωτιά περνά από χωράφι σε χωράφι.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ έμεινε για λίγο ακίνητος.

    Έπειτα ψιθύρισε:

    «Πώς... τα ξέρεις όλα αυτά;»

    Η γριά δεν απάντησε αμέσως.

   «Γιατί υπήρχε κάποιος που κατέγραφε τα πάντα.»

   Τα μάτια του άνοιξαν απότομα.

   «Ποιος;»

    «Ο μυστικοσύμβουλος του Λιού Γιουάν.»

    Ο Γουέν-Τσενγκ ένιωσε για μια στιγμή τον λήθαργό του να υποχωρεί.

    «Ποιος είναι αυτός;»

    Η γριά χαμογέλασε αδιόρατα.

   «Μη βιάζεσαι.»

   «Ζει;»

   «Είναι ζωντανός.»

   «Πού βρίσκεται;»

   Εκείνη κούνησε αργά το κεφάλι.

    «Άνθρωποι σαν κι αυτόν δεν πεθαίνουν εύκολα όταν πέφτει ο αφέντης τους. Ξέρουν να επιβιώνουν. Αλλάζουν πρόσωπο, αλλάζουν όρκο, αλλά δεν χάνουν ποτέ την αξία τους για τον επόμενο ισχυρό.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται.

    Η γριά τον κοίταξε κατάματα.

   «Ξέρει να συνεργάζεται. Το ερώτημα δεν είναι αν θα συνεργαστεί. Είναι με τί αντάλλαγμα.»

    Η γριά ανακάθισε αργά και άφησε το βλέμμα της να χαθεί για λίγο προς την είσοδο της σκηνής, σαν να έβλεπε κάποιον που βρισκόταν πολύ πιο πέρα από τα πανιά της.

   Ο Γουέν-Τσενγκ ανέπνεε με κόπο.

   «Ποιός είναι;» ψιθύρισε.

   Η θεραπεύτρια έμεινε σιωπηλή για λίγες στιγμές.

   «Λέγεται Σεν Τζιάν (Shen Jian).»

   Ο Γουέν-Τσενγκ προσπάθησε να θυμηθεί το όνομα.

   «Δεν... τον γνωρίζω.»

   «Αυτό ακριβώς είναι η δύναμή του. Σχεδόν κανείς δεν τον γνωρίζει. Όλοι όμως έχουν περάσει από τα χέρια του.»

   «Ποιός είναι;»

   «Ο γραμματέας του Λιού Γιουάν. Ο αρχειοφύλακας. Η μνήμη του.»

  Ο στρατηγός συνοφρυώθηκε.

  Η γριά συνέχισε.

   «Δεν κρατούσε σπαθί. Δεν διοικούσε στρατιώτες. Δεν υπέγραφε διαταγές. Κατέγραφε. Τα πάντα.»

   Έγειρε λίγο προς το μέρος του.

   «Γεννήσεις. Θανάτους. Γάμους. Χρέη. Συγκομιδές. Όρκους πίστης. Ποιοί έπιναν όπιο. Ποιοί έπαιρναν δάνεια. Ποιοί εκβιάζονταν. Ποιοί λύγιζαν και πότε.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ ένιωσε έναν νέο πόνο να διαπερνά το μπράτσο του.

   «Και... έμεινε;»

   «Ναι.»

   «Γιατί δεν ακολούθησε τον Λιού Γιουάν;»

   Η γριά χαμογέλασε αχνά.

  «Γιατί δεν ανήκε ποτέ στον Λιού Γιουάν. Ανήκε στα αρχεία του. Οι άνθρωποι σαν τον Σεν Τζιάν δεν υπηρετούν πρόσωπα. Υπηρετούν τη γνώση.»

   «Τον εμπιστεύεσαι;»

   Η θεραπεύτρια κούνησε αργά το κεφάλι.

   «Όχι.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε απορημένος.

   «Αλλά εμπιστεύομαι την ανάγκη του να διαφυλάσσει όσα γνωρίζει. Δεν θα κάψει τα βιβλία του. Εκεί βρίσκεται η δύναμή του.»

   Την ίδια στιγμή ο αξιωματικός της φρουράς μπήκε στη σκηνή και γονάτισε.

   «Στρατηγέ.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ γύρισε δύσκολα το κεφάλι.

   «Γράψε... διαταγή.»

   Ο αξιωματικός έβγαλε αμέσως τη γραφίδα και το ξύλινο πινακίδιο.

   Με κομμένη ανάσα ο Γουέν-Τσενγκ πρόφερε αργά τις λέξεις.

   «Ο... Σεν Τζιάν... να τεθεί... υπό προστασία.»

   Ο αξιωματικός δίστασε.

  «Υπό κράτηση, στρατηγέ;»

   Ο Γουέν-Τσενγκ έκλεισε για λίγο τα μάτια και τα άνοιξε ξανά.

   «Όχι.»

   Πήρε μια βαθιά, επώδυνη ανάσα.

   «Να περιφρουρείται... ημέρα και νύχτα.»

   «Να μη διαφύγει;»

   «Να μη διαφύγει... και να μη τον αγγίξει κανείς.»

   Ο αξιωματικός έμεινε ακίνητος.

   «Ούτε οι δικοί μας;»

   «Ούτε οι δικοί μας.»

   Η γριά χαμογέλασε ανεπαίσθητα.

   Ο Γουέν-Τσενγκ συνέχισε:

    «Αν κάποιος επιχειρήσει να τον σκοτώσει... σημαίνει ότι φοβάται όσα γνωρίζει.»

   Ο αξιωματικός έσκυψε το κεφάλι.

   «Θα εκτελεστεί αμέσως η διαταγή.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ σταμάτησε για να πάρει ανάσα.

   «Τα βιβλία του... να σφραγιστούν. Κανείς να μην τα ανοίξει μέχρι να μπορέσω να τα δω ο ίδιος.»

   «Μάλιστα, στρατηγέ.»

   Ο αξιωματικός σηκώθηκε και βγήκε βιαστικά από τη σκηνή.

   Η γριά τον παρακολούθησε να απομακρύνεται.

   «Πήρες τη σωστή απόφαση.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ χαμογέλασε αχνά, παρά τον πυρετό.

   «Αν είναι... η μνήμη του Λιού Γιουάν...»

   Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια.

  «...τότε ίσως γίνει... η μνήμη του νέου βασιλείου.»

    Η νύχτα είχε πέσει όταν ακούστηκαν βήματα έξω από τη σκηνή.

   Ο επικεφαλής της φρουράς παραμέρισε το παραπέτασμα.

   «Στρατηγέ.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ άνοιξε με κόπο τα μάτια.

   Πίσω από τους στρατιώτες στεκόταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα, λεπτός, με γκρίζους κροτάφους και απλά σκούρα ενδύματα. Δεν είχε δεμένα τα χέρια του, μόνο δύο φρουροί στέκονταν εκατέρωθεν.

   Στο βλέμμα του δεν υπήρχε φόβος. Ούτε προκλητικότητα. Μόνο κούραση.

   «Ποιος είναι;» ψιθύρισε ο Γουέν-Τσενγκ.

   Ο αξιωματικός αποκρίθηκε.

   «Ονομάζεται Χουάνγκ Ρεν (Huang Ren). Ήταν ο γιατρός του Λιού Γιουάν.»

   Μια σιωπή απλώθηκε στη σκηνή. Ο αξιωματικός συνέχισε.

   «Δεν τον συλλάβαμε. Παρουσιάστηκε μόνος του στην πύλη του χωριού. Ζήτησε να οδηγηθεί εδώ. Είπε πως ίσως μπορεί να βοηθήσει.»

   Η γριά βοτανολόγος σήκωσε αργά το βλέμμα.

   Ο Χουάνγκ Ρεν την κοίταξε με σεβασμό.

   «Εσύ περιποιήθηκες την πληγή;»

   Εκείνη έγνεψε.

   «Όσο μπορούσα.»

   Η γριά μετακινήθηκε χωρίς να μιλήσει. Ο γιατρός γονάτισε δίπλα στον Γουέν-Τσενγκ. Δεν άγγιξε αμέσως την πληγή. Πρώτα πήρε τον σφυγμό του, κρατώντας τρία δάχτυλα στον καρπό του. Έπειτα ακούμπησε την παλάμη στο στέρνο, παρακολουθώντας την αναπνοή. Μόνο τότε ξετύλιξε προσεκτικά τον επίδεσμο. Το βλέμμα του σκοτείνιασε.

   «Η πληγή καθαρίστηκε σωστά.»

   Κοίταξε τη γριά.

   «Άνοιξες ξανά το τραύμα για να απομακρύνεις το στάσιμο αίμα.»

   «Ναι.»

   «Και έβαλες ψυχρό κατάπλασμα.»

   «Ναι.»

   Ο Χουάνγκ Ρεν έγνεψε.

   «Καλά έκανες.»

   Πλησίασε τη μύτη του στην πληγή και εισέπνευσε ελαφρά. Ύστερα πήρε μια σταγόνα αίματος στην άκρη ενός λευκού υφάσματος. Έκλεισε για λίγο τα μάτια.

   «Το αναγνωρίζω.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ τον κοίταζε χωρίς να μιλά.

   «Η αιχμή είχε αλειφθεί με εκχύλισμα ακονίτη.»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   «Όχι όμως μόνο.»

   Η γριά έγειρε προς το μέρος του.

   «Το κατάλαβα κι εγώ.»

   «Υπάρχει και αραιωμένο όπιο, ώστε ο τραυματίας να χάνει σταδιακά τη διαύγειά του και να μην αντιστέκεται στον πόνο.»

   Έδειξε με το δάχτυλο το πρήξιμο.

  «Και μια μικρή ποσότητα δηλητηρίου από το φυτό κροτώνη. Όχι αρκετή για να σκοτώσει μόνη της, αλλά αρκετή ώστε να προκαλέσει έντονη φλεγμονή γύρω από την πληγή και να βοηθήσει την απορρόφηση των άλλων ουσιών.»

   Η γριά τον κοίταξε προσεκτικά.

   «Γι' αυτό το οίδημα εξαπλώνεται τόσο γρήγορα;»

   Ο Χουάνγκ Ρεν έγνεψε.

   «Ακριβώς.»

   Έμειναν για λίγο και οι δύο σιωπηλοί, σαν δύο τεχνίτες που παρατηρούσαν το ίδιο έργο.

   Ύστερα ο γιατρός είπε:

   «Έκανες σχεδόν όλα όσα θα έκανα κι εγώ.»

   Η γριά ανασήκωσε το φρύδι.

   «Σχεδόν;»

   Ο Χουάνγκ Ρεν άνοιξε το δερμάτινο σακούλι του.

Από μέσα έβγαλε μια λεπτή θήκη από μπαμπού. Την άνοιξε. Δεκάδες λεπτές μεταλλικές βελόνες γυάλισαν στο φως του λυχναριού.

   «Το δηλητήριο έχει ήδη περάσει στο κανάλι της καρδιάς και του περικαρδίου. Δεν μπορώ να το βγάλω.»

   Σήκωσε μία βελόνα.

   «Μπορώ όμως να βοηθήσω το σώμα του να μην καταρρεύσει όσο το αποβάλλει.»

  Η γριά έγνεψε καταφατικά.

   «Βελονισμός;»

   «Ναι.»

   Τοποθέτησε προσεκτικά μία βελόνα στον πήχη, λίγο κάτω από τον αγκώνα.  Ύστερα μία δεύτερη στον καρπό. Άλλη μία κάτω από το γόνατο. Τέλος μία στη βάση του λαιμού. Οι κινήσεις του ήταν αργές και απόλυτα ελεγχόμενες. Μετά από λίγες αναπνοές ο Γουέν-Τσενγκ ένιωσε το στήθος του να ανοίγει λίγο περισσότερο. Η αναπνοή του έγινε βαθύτερη.

   Η γριά τον κοίταξε έκπληκτη.

   «Ενισχύεις την αναπνοή χωρίς να κουράζεις την καρδιά.»

   «Αυτό μου έμαθε ο δάσκαλός μου.»

   «Δεν το γνώριζα.»

   «Είναι παλιά τεχνική. Τη χρησιμοποιούμε όταν δεν μπορούμε να νικήσουμε το δηλητήριο, αλλά πρέπει να κερδίσουμε χρόνο.»

   Η γριά χαμογέλασε για πρώτη φορά.

   «Τότε σήμερα μαθαίνω κι εγώ.»

   Ο Χουάνγκ Ρεν ανταπέδωσε το χαμόγελο.

   «Κι εγώ έμαθα από εσένα. Αν δεν είχες ανοίξει έγκαιρα την πληγή, τώρα δεν θα είχαμε τίποτα να σώσουμε.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ άνοιξε αργά τα μάτια. Το βλέμμα του στάθηκε πάνω στον γιατρό.

   «Εσύ... γιατί δεν έφυγες;»

   Ο Χουάνγκ Ρεν δεν απάντησε αμέσως.

   Έμεινε για λίγο κοιτάζοντας τις βελόνες.

   «Αν έφευγα, θα ήμουν ένας φυγάς.»

   Σήκωσε το βλέμμα.

   «Αν έμενα... ίσως να μπορούσα να γίνω πάλι γιατρός.»

   Η φωνή του είχε μια ήρεμη θλίψη.

   «Παρασκεύαζα τα φάρμακα του Λιού Γιουάν. Παρασκεύαζα και τα δηλητήριά του. Ανακάτευα το όπιο με το ρυζόκρασο στις αναλογίες που μου ζητούσε. Ήξερα ποιοι ήταν εθισμένοι, γιατί περνούσαν όλοι από τα χέρια μου. Δεν αποφάσιζα ποιος θα το έπινε. Μα δεν μπορώ να πω πως είμαι αθώος.»

   Έσκυψε το κεφάλι.

   «Ένας γιατρός που σώζει μόνο όσους του επιτρέπουν να σώσει, σιγά σιγά παύει να είναι γιατρός. Το κατάλαβα πολύ αργά.»

   Η γριά τον κοίταξε χωρίς αυστηρότητα.

   «Και τώρα;»

   Ο Χουάνγκ Ρεν έκλεισε απαλά τη θήκη με τις βελόνες.

   «Τώρα γνωρίζω ποιοι άνθρωποι θα αρρωστήσουν όταν τους λείψει το όπιο. Γνωρίζω ποιοι μπορούν να σωθούν και ποιοι θα χρειαστούν μήνες για να σταθούν ξανά όρθιοι. Αν με εκτελέσετε, αυτές οι γνώσεις θα πεθάνουν μαζί μου.»

   Σήκωσε το βλέμμα προς τον Γουέν-Τσενγκ.

   «Αν όμως με κρατήσετε ζωντανό, ίσως μπορέσω να διορθώσω ένα μικρό μέρος από το κακό που βοήθησα να εξαπλωθεί.»

 

 

το ντελίριο

    Η νύχτα είχε προχωρήσει. Ο πυρετός έκαιγε τον Γουέν-Τσενγκ σαν κρυφή φωτιά. Το σώμα του έτρεμε πότε από ρίγη και πότε από ιδρώτα. Τα βλέφαρά του βάραιναν ξανά. Ο Χουάνγκ Ρεν ακούμπησε δύο δάχτυλα στον λαιμό του.

   «Όχι. Αν τον αφήσουμε να βυθιστεί τώρα, μπορεί να μην ξαναβγεί.»

   Γύρισε προς τους στρατιώτες.

   «Σηκώστε τον.»

   Τέσσερις άνδρες πλησίασαν. Τον ανασήκωσαν προσεκτικά από τους ώμους και τη μέση. Τα πόδια του λύγιζαν. Η γριά θεραπεύτρια στάθηκε στο πλάι του, κρατώντας τον από τον αριστερό βραχίονα, ενώ ο γιατρός τον συγκρατούσε από τη δεξιά πλευρά.

    «Να περπατήσει», είπε ο Χουάνγκ Ρεν. «Έστω λίγα βήματα.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ έκανε ένα βήμα. Ύστερα άλλο ένα. Κάθε κίνηση έμοιαζε να απαιτεί ολόκληρη τη δύναμη της ψυχής του. Το κεφάλι του έγερνε μπροστά.

   «Μη... μ' αφήνετε...»

   «Δεν θα σε αφήσουμε», αποκρίθηκε η γριά.

   Περπάτησαν έτσι λίγες φορές μέσα στη σκηνή. Ο στρατηγός άρχισε να παραμιλά. Οι λέξεις έβγαιναν ασύνδετες, σαν να συνομιλούσε με πρόσωπα που μόνο εκείνος έβλεπε.

   Ο γιατρός έγνεψε στους στρατιώτες.

   «Αρκετά. Καθίστε τον.»

   Στο βάθος της σκηνής υπήρχε η μεγάλη ξύλινη έδρα όπου ο Γουέν-Τσενγκ δεχόταν τους αξιωματικούς του. Δεν ήταν βασιλικός θρόνος, όμως η ψηλή πλάτη της, σκαλισμένη με σύννεφα και δράκοντες, της έδινε τη μορφή θρόνου. Εκεί τον κάθισαν. Το κεφάλι του έπεσε για λίγο στο στήθος. Ύστερα ανασηκώθηκε απότομα. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά, αλλά δεν κοιτούσαν τη σκηνή. Έβλεπαν αλλού.

   «Πώς...»

   Η φωνή του ήταν βραχνή.

   «Πώς τα ξέρεις... όλα αυτά;»

   Η γριά νόμισε πως δεν απευθυνόταν σε κανέναν. Ύστερα κατάλαβε πως την κοιτούσε. Έστω κι αν δεν την έβλεπε πραγματικά. Έμεινε για λίγο σιωπηλή.

   «Γιατί τους θεράπευα.»

  «Ποιους...;»

  «Τους ενόχους.»

   Η λέξη έπεσε βαριά μέσα στη σκηνή.

   «Με καλούσαν κρυφά στα σπίτια τους. Όχι όταν είχαν πυρετό. Όχι όταν είχαν τραύματα. Με καλούσαν όταν τους έλειπε το όπιο.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ αναστέναξε. Η γριά συνέχισε.

   «Έτρεμαν. Ίδρωναν. Πονούσαν σε όλο τους το σώμα. Δεν άντεχαν το φως. Έφτιαχνα καταπλάσματα για τους πόνους τους, κομπρέσες για το μέτωπο, αφεψήματα για να μαλακώνει λίγο το στερητικό τους σύνδρομο. Ήξερα σχεδόν πάντα γιατί είχαν γίνει έτσι. Κανείς όμως δεν τολμούσε να το ομολογήσει.»

   Ο στρατηγός έγνεψε αδιόρατα. Ξαφνικά όμως γύρισε απότομα το κεφάλι προς τον Χουάνγκ Ρεν. Το βλέμμα του σκλήρυνε.

   «Τα παιδιά...»

   Η φωνή του βγήκε σχεδόν σαν κραυγή.

   «Πού έχετε κρυμμένα τα παιδιά;»

   Ο γιατρός πάγωσε. Η γριά τον κοίταξε αιφνιδιασμένη. Κανείς τους δεν είχε μιλήσει ποτέ για παιδιά. Ο Γουέν-Τσενγκ όμως συνέχιζε να κοιτάζει τον γιατρό σαν να τον ανέκρινε.

   «Τα... παιδιά...»

   Ο Χουάνγκ Ρεν χαμήλωσε το βλέμμα. Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα μίλησε.

   «Στην Κοιλάδα της Κόκκινης Παπαρούνας.»

   Η γριά γύρισε απότομα προς το μέρος του.

   «Υπάρχει τέτοιος τόπος;»

   Ο γιατρός έγνεψε.

   «Πίσω από το Πέρασμα των Σκιών.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ ψιθύρισε σαν να επαναλάμβανε μια ανάμνηση.

   «Πού... είναι;»

   «Κανείς δεν τη βρίσκει αν δεν τον οδηγήσουν. Η κοιλάδα είναι κρυμμένη ανάμεσα σε βράχους και ομίχλες. Εκεί βρίσκονταν οι μεγαλύτερες φυτείες οπιοπαπαρούνας του Λιού Γιουάν.»

   Ο στρατηγός δεν άφησε να περάσει ούτε μια ανάσα.

   «Και... τα παιδιά;»

   Ο γιατρός έκλεισε για λίγο τα μάτια.

   «Τα έπαιρναν αμέσως μόλις γεννιούνταν.»

   Η φωνή του έτρεμε.

   «Τα παρέδιδαν σε παραμάνες. Καμία δεν μεγάλωνε μόνο ένα παιδί. Καθεμιά αναλάμβανε πολλά, ώστε κανένα να μη γνωρίζει τη μητέρα του.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ έσκυψε λίγο μπροστά.

   «Μετά...;»

   «Τα μεγάλωναν όλα μαζί. Αγόρια και κορίτσια.»

   Ο γιατρός πήρε μια δύσκολη ανάσα.

   «Τους έλεγαν πως ήταν αδέλφια. Πως γεννήθηκαν από την ίδια μοίρα. Τα αποκαλούσαν... τα Παιδιά του Σιδερένιου Λύκου.»

   Η γριά ανατρίχιασε.

   «Ο λύκος ήταν το προσωπικό έμβλημα του Λιού Γιουάν.»

   Ο Χουάνγκ Ρεν έγνεψε.

   «Στο αριστερό τους μπράτσο τους χάραζαν από μικρή ηλικία το σύμβολό του. Έναν λύκο με ένα μόνο μάτι, μέσα σε κύκλο που τον περιέζωναν οκτώ ακτίνες. Το σχέδιο γέμιζε με καμένο μελάνι και έμενε για πάντα πάνω στο δέρμα τους.»

   Η σκηνή είχε βυθιστεί σε απόλυτη σιωπή.

   «Από την παιδική ηλικία μάθαιναν πολεμικές τέχνες, τοξοβολία, ιππασία και απόλυτη υπακοή.»

   Η φωνή του έγινε ακόμη χαμηλότερη.

   «Όποιο παιδί αποτύγχανε στις δοκιμασίες... το εγκατέλειπαν μόνο του στο δάσος.»

   Η γριά έκλεισε τα μάτια.

   «Θεέ μου...»

   Ο Γουέν-Τσενγκ μιλούσε σαν να ονειρευόταν.

   «Πόσα... είναι;»

   «Πάνω από τρεις δεκάδες.»

   Ο γιατρός δίστασε.

   «Ίσως να πλησιάζουν τις τέσσερις δεκάδες.»

   «Ποιος... τα διοικούσε;»

    Ο Χουάνγκ Ρεν δίστασε περισσότερο αυτή τη φορά.

   «Ο σύμβουλός του.»

   «Όνομα.»

   «Τιέ Σουάν.»

   Ο γιατρός έσφιξε τα χείλη.

    «Έχασε το αριστερό του χέρι σε μια παλιά εκστρατεία. Φορά πάντοτε έναν ξύλινο τεχνητό βραχίονα δεμένο με δέρμα.»

   Η γριά τον κοίταξε.

   «Αυτός ήταν ο πραγματικός εγκέφαλος;»

   «Ναι.»

   «Δικό του ήταν το σχέδιο;»

   «Εκείνος οραματίστηκε μια γενιά ανθρώπων χωρίς οικογένεια, χωρίς παρελθόν, χωρίς άλλη πίστη πέρα από τον αφέντη τους. Έλεγε πως όποιος δεν γνωρίζει από πού προέρχεται, μπορεί να πεισθεί ότι γεννήθηκε μόνο για να υπηρετεί.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ ψιθύρισε:

   «Οι... μεγαλύτεροι... πόσο χρονών...;»

   «Πρέπει να είναι περίπου δεκαπέντε ετών.»

   «Τα... είδες;»

   «Όχι.»

   «Πώς... ξέρεις;»

   Ο γιατρός κοίταξε τη φωτιά.

   «Υπολόγισα από την πρώτη γέννηση.»

   Η φωνή του σχεδόν έσπασε.

   «Η πρώτη γέννηση που θυμάμαι έγινε πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια», είπε ο Χουάνγκ Ρεν. «Τη νεαρή την έλεγαν Σου Γιν. Ήταν μικρότερη αδελφή του Γουέι Τζεν, ενός από τους νεότερους αξιωματικούς της προσωπικής φρουράς του Λιού Γιουάν.»

    Ο γιατρός σώπασε για λίγο, σαν να ξαναζούσε εκείνα τα χρόνια.

   «Ο Γουέι Τζεν ήταν γενναίος και πιστός. Δεν ήταν όμως άνθρωπος που συμφωνούσε με όλα. Όταν ο Λιού Γιουάν άρχισε να μιλά για αυτονόμηση από τους Τσινγκ, εκείνος τόλμησε να εκφράσει τις επιφυλάξεις του.

   "Δεν συμφέρει να ταράξουμε κι άλλο τα νερά", του είπε. "Η αυτοκρατορία μόλις άρχισε να βρίσκει ισορροπία. Αν υψώσουμε δικό μας λάβαρο, θα φέρουμε τον πόλεμο πάνω στον λαό."

   Ο Λιού Γιουάν δεν θύμωσε. Χαμογέλασε μόνο.

   "Ίσως να έχεις δίκιο", αποκρίθηκε ήρεμα.

   Δεν ξαναμίλησε ποτέ γι' αυτό μπροστά του. Από εκείνη όμως την ημέρα κράτησε τον νεαρό αξιωματικό πολύ κοντά του. Τον καλούσε σε κάθε συμπόσιο. Στην αρχή δεν υπήρχε τίποτε παράξενο. Κρασί, μουσική, ποιήματα. Ύστερα άρχισαν να έρχονται οι τραγουδιστές και οι αφηγητές. Δεν τραγουδούσαν για αυτοκράτορες. Ούτε για νίκες. Τραγουδούσαν για ανθρώπους που αγαπούσαν εκείνον που δεν έπρεπε. Για μια νέα γυναίκα που ερωτεύτηκε έναν άγνωστο πολεμιστή και ανακάλυψε αργότερα πως ήταν ο αδελφός που είχε χαθεί στα παιδικά της χρόνια.

   Για δύο νέα παιδιά που μια μεγάλη φωτιά τα ανάγκασε να μείνουν αγκαλιασμένα ολόκληρη τη νύχτα για να μην πεθάνουν από τον καπνό.

   Για έναν βαρύ χειμώνα που έκλεισε έναν αδελφό και μια αδελφή μέσα σε μια σπηλιά, όπου η παγωνιά έγινε δυνατότερη από τους νόμους των ανθρώπων.

   Κάθε ιστορία τελείωνε με τον ίδιο τρόπο. Οι ήρωες δεν παρουσιάζονταν ως τέρατα. Παρουσιάζονταν ως θύματα της μοίρας. Ο Λιού Γιουάν δεν σχολίαζε ποτέ τα τραγούδια. Άφηνε τις ιστορίες να φωλιάζουν στον νου όσων τις άκουγαν. Μετά ερχόταν περισσότερο κρασί. Περισσότερο όπιο. Περισσότερη μουσική. Οι ίδιες ιστορίες επαναλαμβάνονταν με άλλες μορφές.

   Ώσπου κάποια νύχτα ανακοίνωσε ένα καινούργιο παιχνίδι. Οι λυχνίες χαμήλωσαν. Σε όλους έδεσαν τα μάτια με μεταξωτούς επιδέσμους. Οι άνδρες και οι γυναίκες θα ενώνονταν με κλήρωση.

   "Απόψε", είπε γελώντας, "η μοίρα θα αποφασίσει αντί για εμάς."

   Κανείς δεν αντέδρασε. Ήταν ήδη αρκετά μεθυσμένοι ώστε να θεωρούν το παιχνίδι αστείο.Ο Γουέι Τζεν βρέθηκε σε ένα δωμάτιο. Μια γυναίκα οδηγήθηκε κοντά του. Κανείς από τους δύο δεν έβλεπε. Το κρασί, το όπιο και το σκοτάδι έκαναν τα υπόλοιπα. Όταν ξημέρωσε, έβγαλαν τους επιδέσμους. Απέναντί του στεκόταν η Σου Γιν. Η αδελφή του. Ο νεαρός αξιωματικός κατέρρευσε. Έπεσε στα γόνατα. Δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει. Η Σου Γιν έκλαιγε ασταμάτητα.

   Τότε εμφανίστηκε ο Λιού Γιουάν. Δεν φώναξε. Δεν τους κατηγόρησε. Τους έδιωξε όλους από την αίθουσα και έμεινε μόνος μαζί τους. Έπειτα είπε με ήρεμη φωνή:

   "Για όσα γίνονται εν αγνοία μας, δεν πρέπει να βασανίζουμε τον εαυτό μας."

   Ο Γουέι Τζεν σήκωσε αργά το κεφάλι.

   "Μόνο για όσα κάνουμε με καθαρή θέληση έχουμε ολόκληρη την ευθύνη."

   Σώπασε για λίγο. Ύστερα συνέχισε.

   "Είναι όπως στον πόλεμο. Σκοτώνεις ανθρώπους που δεν γνωρίζεις. Δεν τους διάλεξες εσύ. Η μοίρα τούς έφερε απέναντί σου. Όταν όμως σκοτώσεις κάποιον σε καιρό ειρήνης, τότε όλο το βάρος πέφτει επάνω σου."

   Πλησίασε τον νεαρό αξιωματικό. Ακούμπησε το χέρι στον ώμο του.

   "Δεν θα επιτρέψω να μάθει ποτέ κανείς τι έγινε εδώ."

   Ο Γουέι Τζεν τον κοίταζε χωρίς να μιλά.

    "Πάντα προστατεύω τους ανθρώπους μου", συνέχισε ο Λιού Γιουάν. "Γι' αυτό θέλω να απαλλαγώ από την εξουσία των Τσινγκ. Σήμερα δεν μπορώ να σας προστατεύσω όσο θα ήθελα. Αύριο, αν είμαστε ελεύθεροι, κανείς δεν θα μπορεί να απαιτήσει από εμένα να παραδώσω τους δικούς μου."

   Για πολλή ώρα ο νεαρός αξιωματικός δεν αποκρίθηκε. Έπειτα έσκυψε το κεφάλι. Από εκείνη την ημέρα δεν ξαναμίλησε ποτέ εναντίον της αυτονόμησης. Έγινε ένας από τους πιο αφοσιωμένους αξιωματικούς του Λιού Γιουάν. Ζει ακόμη. Είναι ανάμεσα στους αιχμαλώτους που έφεραν σήμερα οι στρατιώτες σας.»

  « Η πρώτη γέννα; Αυτό σε ρώτησα. Πότε έγινε…»

   « Τη Σου Γιν…»

   Η γριά ανασήκωσε το κεφάλι.

   «Την θυμάμαι.»

  «Την έστειλαν μήνες πριν γεννήσει στην Κοιλάδα της Κόκκινης Παπαρούνας. Όταν άρχισαν οι πόνοι, ήμουν εκεί. Το παιδί γεννήθηκε ζωντανό. Δεν πρόλαβε ούτε να το αγγίξει.»

   Ο γιατρός  έκανε μια παύση.

   «Μια παραμάνα το πήρε αμέσως στην αγκαλιά της. Η Σου Γιν έκλαιγε και ζητούσε μόνο μία φορά να το δει.»

   Σώπασε.

   «Δεν της το επέτρεψαν.»

   Η γριά είχε κατεβάσει το βλέμμα.

   «Λίγες ημέρες αργότερα την έφεραν πίσω στο χωριό.»

   «Μόνη.»

   «Της είπαν πως αν μιλούσε σε οποιονδήποτε, δεν θα ξανάβλεπε ποτέ το παιδί της. Αν και μέσα της ήξερε πως δεν θα το έβλεπε έτσι κι αλλιώς.»

   Η σκηνή έμεινε βουβή. Ο Γουέν-Τσενγκ είχε πια γείρει στο πλάι. Η αναπνοή του ακουγόταν βαριά.

   Ο Χουάνγκ Ρεν πλησίασε αμέσως.

   «Ο πυρετός ξανανεβαίνει.»

   Η γριά ακούμπησε το χέρι στο μέτωπό του.

   «Όμως μίλησε.»

   Ο γιατρός την κοίταξε.

   «Δεν ήταν αυτός.»

   Εκείνη έγνεψε.

   «Όχι.»

   Έστρεψε το βλέμμα προς τον άνδρα που παραληρούσε.

   «Μερικές φορές ο πυρετός ανοίγει πόρτες που ούτε η λογική ούτε ο φόβος μπορούν να ανοίξουν.»

   Κανείς από όσους βρίσκονταν εκεί μέσα δεν μιλούσε πια. Για πρώτη φορά κατάλαβαν πως ο Λιού Γιουάν είχε ηττηθεί. Το έργο του, όμως, μόλις άρχιζε να αποκαλύπτεται.

 

 

η εξομολόγηση

   Η γριά ακούμπησε τα χέρια της πάνω στα πόδια του στρατηγού.

   «Γρήγορα. Ζεστό νερό.»

   Δύο στρατιώτες έφεραν μια χάλκινη λεκάνη που άχνιζε. Εκείνη βύθισε τα πέλματά του μέσα στο νερό μόνο για λίγες αναπνοές.

   «Τώρα κρύο.»

   Άλλος στρατιώτης άδειασε απότομα μια στάμνα πάνω στα πόδια του. Ο Γουέν-Τσενγκ αναπήδησε με έναν βαθύ αναστεναγμό.

   Η γριά άρχισε να του τρίβει δυνατά τα πέλματα και τις γάμπες με ένα τραχύ λινό ύφασμα.

   «Το αίμα», μουρμούρισε, «δεν πρέπει να ξεχάσει τον δρόμο του.»

   Ο Χουάνγκ Ρεν κράτησε το κεφάλι του όρθιο.

   «Κοίτα με.»

   Τα μάτια του στρατηγού άνοιξαν. Όχι όμως για τη σκηνή. Κοίταζαν έναν άλλο χρόνο. Ένα άλλο σπίτι.  Έναν άλλο ουρανό.

   «Σου-Γιάν...»

   Η φωνή του ήταν τόσο απαλή, που όλοι έσκυψαν για να ακούσουν.

   «Μη... μη με κοιτάζεις έτσι...»

   Στα χείλη του φάνηκε ένα χαμόγελο γεμάτο πόνο.

   «Δεν ήξερα...»

   Τα βλέφαρά του έτρεμαν.

   «Μας είπαν πως ήμασταν μόνοι... πως δεν θα μάθαινε ποτέ κανείς...»

   Η γριά δεν τον διέκοψε.

   Ο πυρετός δεν μιλούσε με λέξεις. Μιλούσε με πληγές.

   «Σου-Γιάν... δεν πρέπει...»

   Η ανάσα του έγινε κοφτή.

   «Το παιδί μας...»

   Έσφιξε με δύναμη το μπράτσο του θρόνου.

   «Κρύψε το...»

   Ένα δάκρυ κύλησε χωρίς να ανοίξει τα μάτια.

   «Δεν πρέπει να μάθει... κανείς...»

   Η γριά και ο Χουάνγκ Ρεν αντάλλαξαν βλέμματα.

Κανείς δεν μίλησε. Ο Γουέν-Τσενγκ συνέχιζε να ζει σε μια ανάμνηση που μόνο εκείνος έβλεπε.

   «Θυμάσαι...;»

   Χαμογέλασε αδύναμα.

   «Τρέχαμε στις όχθες του ποταμού...»

   «Έλεγες πως όταν μεγαλώσουμε θα χτίσουμε σπίτι με πολλές κερασιές...»

   Η φωνή του έσπασε.

   «Δεν ξέραμε...»

   Το κεφάλι του έγειρε.

   «Δεν ξέραμε ποιοι ήμασταν...»

   Μια μακρά σιωπή απλώθηκε. Έπειτα ολόκληρο το σώμα του σφίχτηκε.

   «Μας ανάγκασε...»

   Η λέξη βγήκε σαν κραυγή.

  «Εκείνος...»

   Τα δόντια του έτριξαν.

  «Εκείνος...»

   Ο Χουάνγκ Ρεν πλησίασε περισσότερο.

  «Ποιος;»

   Ο στρατηγός όμως δεν τον άκουγε.

  «Μας είπε πως ήμασταν ήδη αμαρτωλοί... Πως αφού είχε γίνει μία φορά... δεν υπήρχε δρόμος πίσω...»

   Η φωνή του έτρεμε.

   «Μας κρατούσε...»

   Η ανάσα του έγινε γρήγορη.

   «Είμαστε αιχμάλωτοί του...»

   Σαν να ξαναζούσε εκείνη τη στιγμή, σήκωσε το χέρι μπροστά στο πρόσωπό του.

   «Μη... Μη μας χωρίζεις... Μη...»

 Ξαφνικά το χέρι του έπεσε. Έκλεισε τα μάτια. Ένα δάκρυ κύλησε ξανά.

   «Δεν πρέπει να το μάθει κανένας... Αν το μάθουν... Θα πιστέψουν... πως το θελήσαμε...»

   Η φωνή του χάθηκε σχεδόν εντελώς.

   «Κανείς... δεν θα πιστέψει...»

   Σιωπή. Η γριά σταμάτησε να τρίβει τα πόδια του.

Δεν ήταν πια μόνο θεραπεύτρια. Ήταν μάρτυρας.

Ο Χουάνγκ Ρεν έσκυψε και ακούμπησε δύο δάχτυλα στον λαιμό του. Ο σφυγμός υπήρχε ακόμη. Αδύναμος. Ακανόνιστος. Μα υπήρχε.

   Η γριά χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Δεν εξομολογείται αμαρτία», είπε σχεδόν ψιθυριστά.

   «Θυμάται

   Και αν αυτό που ο πυρετός έφερνε στην επιφάνεια δεν ήταν ενοχή, αλλά η μνήμη μιας βίας που είχε θαφτεί τόσο βαθιά, ώστε μόνο το δηλητήριο μπορούσε να τη λυτρώσει από τη σιωπή.

   Ο Γουέν-Τσενγκ έμεινε ακίνητος για λίγες αναπνοές. Τα βλέφαρά του έτρεμαν, σαν να πάλευε να ξυπνήσει μέσα από έναν εφιάλτη που δεν έλεγε να τελειώσει. Τα χείλη του κινήθηκαν πάλι.

   «Ήταν... το σημάδι του ουρανού...»

   Η φωνή του ήταν τόσο αδύναμη, που η γριά χρειάστηκε να σκύψει σχεδόν πάνω στο πρόσωπό του.

   «Το κόκκινο φεγγάρι...»

   Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε από το στήθος του.

   «Το φεγγάρι... είχε κύκλο από αίμα... Οι γέροντες έλεγαν πως όταν η Σελήνη φορά κόκκινο πέπλο, ο Ουρανός κλαίει για τα σπίτια των ανθρώπων...»

   Το σώμα του έτρεμε.

   «Ήταν... η Χου Λι Τζινγκ...»

   Η λέξη βγήκε με δυσκολία.

   «Η αλεπού με τις εννιά ουρές...»

   Χαμογέλασε πικρά, χωρίς να ανοίξει τα μάτια.

   «Εκείνη που θολώνει την καρδιά... κάνει τους ανθρώπους να μπερδεύουν την αγάπη με την πλάνη...»

   Η ανάσα του κόπηκε.

   «Ήταν η μοίρα...»

   Ένα δάκρυ κύλησε.

   «...που χαμογέλασε πικρά εκείνη τη νύχτα...»

   Η σκηνή βυθίστηκε στη σιωπή.

   Ο Χουάνγκ Ρεν κοίταξε τη γριά θεραπεύτρια.

 «Μιλά σαν άνθρωπος που χρόνια ολόκληρα προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του πως έφταιγε.»

   Ο γιατρός έσφιξε τα χείλη.

   «Το δηλητήριο...»

   Η γριά ολοκλήρωσε τη σκέψη του.

   «...δεν του έλυσε μόνο τη γλώσσα.»

   Τον κοίταξε βαθιά.

   «Του έσπασε τους φραγμούς που κρατούσαν θαμμένη τη μνήμη.»

   Ο Χουάνγκ Ρεν χαμήλωσε τη φωνή. Πριν προλάβει να προσθέσει άλλη λέξη, ο Γουέν-Τσενγκ τινάχτηκε απότομα. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Με μια δύναμη που κανείς δεν περίμενε, σηκώθηκε μισός από τον ξύλινο θρόνο. Οι στρατιώτες όρμησαν να τον συγκρατήσουν.

   «Μην τον αγγίζετε!» φώναξε η γριά.

   Ο στρατηγός στεκόταν για μια στιγμή σαν να βρισκόταν μπροστά σε ολόκληρο το στράτευμά του. Η φωνή του αντήχησε δυνατή.

   «Δεν θέλω τέτοιο βασίλειο!»

   Η σκηνή πάγωσε.

  «Δεν θέλω βασίλειο χτισμένο πάνω σε ενοχές!»

  Το δεξί του χέρι έσφιξε το μπράτσο του θρόνου.

   «Δεν θέλω θρόνους που στηρίζονται σε κρυφούς όρκους και σιωπηλές ντροπές!»

  Η αναπνοή του έγινε κοφτή.

   «Δεν είναι εξουσία...»

   Τα μάτια του γυάλιζαν από τον πυρετό.

   «...είναι φυλακή!»

   Τα γόνατά του λύγισαν. Οι στρατιώτες τον συγκράτησαν πριν σωριαστεί. Για μια στιγμή, όμως, η θολούρα έφυγε από το βλέμμα του. Κοίταξε ευθεία μπροστά. Αυτή τη φορά έβλεπε πραγματικά.

   «Χουάνγκ Ρεν...»

  Ο γιατρός πλησίασε αμέσως.

  «Είμαι εδώ, στρατηγέ.»

   «Φέρτε τους εδώ...»

   Η φωνή του ήταν χαμηλή αλλά καθαρή.

   «Όλους όσοι γνώριζαν.»

   Πήρε δύσκολα μια ανάσα.

   «Πρέπει να λογοδοτήσουν...»

   Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή και τα ξανάνοιξε.

   «Βρείτε... τα παιδιά.»

   Τα λόγια βγήκαν σχεδόν ψιθυριστά.

   «Βρείτε τα... και ελευθερώστε τα.»

   Έστρεψε αργά το βλέμμα προς τους αξιωματικούς.

   «Κανένα παιδί... δεν γεννιέται για να υπηρετεί το ψέμα.»

   Ύστερα η διαύγεια χάθηκε τόσο γρήγορα όσο είχε έρθει.

   Το κεφάλι του έγειρε πάλι προς τα πίσω. Τα μάτια του άρχισαν να περιπλανώνται σε εικόνες που μόνο εκείνος έβλεπε.

   «Σου-Γιάν...»

   Η φωνή του έγινε παιδική.

   «Εσύ... δεν έφταιγες...»

   Τα δάχτυλά του άνοιξαν σαν να προσπαθούσαν να κρατήσουν ένα χέρι που χανόταν. Ένα ρίγος διέτρεξε ολόκληρο το σώμα του.

  «Εγώ... Εγώ έπρεπε... να μην αγγίξω... τον κορμό εκείνου του δέντρου...»

   Σώπασε για λίγο. Η γριά έκλεισε τα μάτια. Καταλάβαινε πως δεν μιλούσε πια για ένα δέντρο.

Μιλούσε για την αρχή μιας ανάμνησης που είχε στοιχειώσει όλη του τη ζωή.

   «Δεν έπρεπε... να μπω... μέσα στη χαράδρα...»

  Τα χείλη του έτρεμαν. Ένα τελευταίο δάκρυ κύλησε στον κρόταφό του.

   «Συγχώρεσέ με...»

   Το σώμα του χαλάρωσε εντελώς. Η αναπνοή του έγινε βαθιά και αργή. Ο λήθαργος τον είχε καταπιεί ξανά.

   Η γριά ακούμπησε δύο δάχτυλα στον καρπό του.

«Ζει.»

   Ο Χουάνγκ Ρεν άφησε έναν αργό αναστεναγμό.

   «Και τώρα;»

    Η ηλικιωμένη τον κοίταξε χωρίς να πάρει το χέρι της από τον σφυγμό του.

    «Τώρα», είπε σιγά, «δεν πολεμά μόνο το δηλητήριο. Πολεμά τη μνήμη.»

  «Μπορεί να πολεμά τη φαντασίωση» συμπλήρωσε ο γιατρός.  «Κι αν είναι έτσι αυτή είναι μάχη που κανένα βότανο δεν μπορεί να κερδίσει για λογαριασμό του.»

   Ο λήθαργος δεν κράτησε πολύ. Τα βλέφαρά του αναδεύτηκαν ξανά. Το στήθος του σηκώθηκε με δυσκολία, σαν κάθε ανάσα να έπρεπε να διασχίσει βουνά.

    Η γριά έφερε ξανά κάτω από τη μύτη του το σακουλάκι με τις καυστικές ρίζες. Εκείνος μόρφασε. Τα χείλη του άνοιξαν.

  «Σου-Γιάν...»

Η φωνή του ήταν τόσο ήρεμη, που κανείς δεν αναγνώριζε τον σκληρό στρατηγό των μαχών. Ήταν η φωνή ενός νέου άνδρα.

  «Τώρα... που πεθαίνω... πρέπει να στο πω...»

   Έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να περίμενε την απάντησή της. Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του.

   «Καμιά άλλη...»

   Κατάπιε δύσκολα.

   «Μόνο εσύ...»

   Η ανάσα του έσπασε.

   «Μόνο εσύ μου έδωσες... αυτό που ζητούσα...»

   Τα δάχτυλά του κινήθηκαν αργά πάνω στο μπράτσο του θρόνου, σαν να χάιδευαν ένα χέρι που δεν υπήρχε.  

  «Τη δύναμη...»

   Μια μικρή παύση.

   «Την εμπιστοσύνη...»

   Άλλη μία.

   «Την υπομονή...»

  Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.

   «Την ανοχή...»

   Ένα δάκρυ κύλησε ως τον λαιμό του.

   «Μόνο εσύ... με ένιωσες...»

   Η γριά έκλεισε για λίγο τα μάτια. Κανείς δεν μιλούσε. Ο Γουέν-Τσενγκ συνέχιζε.

   «Όλες οι άλλες...»

   Χαμογέλασε πικρά.

   «Ήρθαν... αφού είχες χαθεί...»

  Η φωνή του έγινε βραχνή.

  «Δεν τις αγάπησα...»

  «Τις κοιτούσα... κι έψαχνα εσένα...»

   Το πρόσωπό του συσπάστηκε από πόνο.

  «Καμιά... δεν είχε το βλέμμα σου...»

   «Καμιά... δεν γελούσε όπως εσύ...»

   «Καμιά... δεν ήξερε... πότε σωπαίνω γιατί πονάω...»

   Η ανάσα του έγινε γρήγορη.

  «Ήταν όλες... μια προσπάθεια...»

   Έκλεισε τα μάτια.

   «...να γεμίσω ένα κενό... που δεν γέμιζε...»

   Ο Χουάνγκ Ρεν χαμήλωσε το βλέμμα.

   Η γριά ψιθύρισε τόσο σιγά, που μόνο εκείνος την άκουσε.

«Αυτό δεν είναι ο πυρετός.»

   Ο γιατρός έγνεψε.

   «Είναι πένθος.»

   Η θεραπεύτρια ακούμπησε απαλά το χέρι της στον ώμο του στρατηγού.

   «Πένθος που δεν του επέτρεψαν ποτέ να ζήσει.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ συνέχισε να μιλά, σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος μέσα στη σκηνή.

   «Για σένα... έφευγα...»

   Η φωνή του σχεδόν έσβηνε.

   «Γι' αυτό ζητούσα... κάθε δύσκολη εκστρατεία...»

   Ένα αδύναμο γέλιο ξέφυγε από τα χείλη του.

   «Όλοι νόμιζαν... πως αγαπούσα τον πόλεμο...»

   Κούνησε ανεπαίσθητα το κεφάλι.

   «Δεν αγαπούσα τον πόλεμο...»

   Μια μακρά σιωπή.

   «Αγαπούσα... την απόσταση...»

   Ο Χουάνγκ Ρεν ένιωσε ένα ρίγος.

   «Όσο πιο μακριά βρισκόμουν...» ψιθύρισε ο στρατηγός, «...τόσο λιγότερο φοβόμουν... μήπως σε δω...»

   Η φωνή του ράγισε.

  «Κι όμως... κάθε νύχτα... σε έβλεπα...»

   Έφερε ασυναίσθητα το χέρι στην καρδιά του.

   «Για σένα... έπεφτα στους κινδύνους... Για σένα... στεκόμουν πρώτος στις μάχες...»

   Η ανάσα του έγινε κοφτή.

   «Παρακαλούσα...»

   Σταμάτησε.

   «Παρακαλούσα... κάποιος... να με είχε σκοτώσει...»

   Ολόκληρη η σκηνή πάγωσε.

   «Αφού...»

   Τα χείλη του έτρεμαν.

  «...δεν μπορούσα... να ζω μαζί σου...»

   Έκλεισε τα μάτια.

  «...δεν άξιζε... να ζω...»

  Η γριά έσφιξε το χέρι του.

   «Όχι», είπε σχεδόν ασυναίσθητα, σαν να απαντούσε στον ίδιο και όχι στο παραλήρημά του.

Ο Γουέν-Τσενγκ όμως είχε ήδη βυθιστεί ξανά στις αναμνήσεις του.

   «Αν υπήρχε... άλλη ζωή...» ψιθύρισε «...να μη σε γνωρίσω ως αδελφή...»

   Ένα τελευταίο δάκρυ κύλησε.

  «Να σε γνωρίσω... μόνο... ως τη γυναίκα... που θα ζητούσα... από τον πατέρα σου...»

   Η φωνή του χάθηκε. Μόνο η βαριά, ακανόνιστη αναπνοή του έμεινε να ακούγεται μέσα στη σιωπή της σκηνής. Ο Γουέν-Τσενγκ έμεινε ακίνητος. Η ανάσα του εξακολουθούσε να είναι βαριά, όμως δεν είχε πια εκείνον τον σπασμωδικό ρυθμό που έκανε τη γριά να φοβάται πως κάθε αναπνοή θα ήταν η τελευταία.

   Ο Χουάνγκ Ρεν ακούμπησε τα δάχτυλά του στον καρπό του. Έμεινε για λίγο αμίλητος. Ύστερα άφησε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης.

   «Ο σφυγμός του δυναμώνει.»

   Η γριά έγνεψε.

   «Το δυσκολότερο πέρασε.»

   Πήρε το μικρό πήλινο σακούλι με τα βότανα και διάλεξε λίγες αποξηραμένες ρίζες. Τις κοπάνισε στο γουδί, τις ανακάτεψε με χλιαρό νερό και λίγο αλάτι και παρέδωσε το κύπελλο στον γιατρό.

   «Δώσ' του το αργά.»

   Ο Χουάνγκ Ρεν ανασήκωσε προσεκτικά το κεφάλι του στρατηγού.

   «Πιες.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ κατάπιε με δυσκολία δύο γουλιές. Σχεδόν αμέσως το πρόσωπό του συσπάστηκε. Το στομάχι του αντέδρασε βίαια. Ο γιατρός τον έγειρε στο πλάι. Ένας δυνατός εμετός τον συγκλόνισε. Οι στρατιώτες απομακρύνθηκαν αυθόρμητα, όμως η γριά δεν κουνήθηκε από κοντά του. Περίμενε υπομονετικά ώσπου να τελειώσει. Ύστερα καθάρισε το στόμα του με ένα βρεγμένο ύφασμα.

   «Καλό είναι.»

   Ένας νεαρός αξιωματικός την κοίταξε ξαφνιασμένος.

   «Καλό;»

   «Όσο το σώμα του αποβάλλει ό,τι μπορεί, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει.»

   Ο Χουάνγκ Ρεν πήρε μια δεύτερη στάμνα.

   «Νερό.»

   Άρχισε να του βρέχει τα χείλη. Δεν τον άφηνε να πιει πολύ κάθε φορά. Λίγες σταγόνες. Έπειτα λίγες ακόμη. Και ξανά.

   «Μη βιάζεσαι», του είπε ήρεμα. «Το σώμα σου διψά, αλλά πρέπει να το οδηγήσουμε σιγά-σιγά.»

   Η γριά έλεγχε ξανά και ξανά τον σφυγμό του. Το χρώμα είχε αρχίσει να επιστρέφει αργά στα μάγουλά του. Ο ιδρώτας είχε πάψει να τρέχει ασταμάτητα. Τα βλέφαρά του αναδεύτηκαν. Άνοιξε τα μάτια. Αυτή τη φορά το βλέμμα του δεν περιπλανήθηκε. Είδε τη σκηνή. Είδε τη γριά. Είδε τον Χουάνγκ Ρεν. Έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί πού βρισκόταν.

   «Νερό...» ψιθύρισε.

   Ο γιατρός χαμογέλασε ανεπαίσθητα.

   «Αυτό είναι καλό σημάδι.»

   Του έδωσε ακόμη λίγες γουλιές.

   Ο Γουέν-Τσενγκ έκλεισε πάλι τα μάτια. Όχι από λήθαργο. Από εξάντληση. Ο ύπνος που τον πήρε αυτή τη φορά έμοιαζε ήρεμος. 

    Η γριά στάθηκε για ώρα κοιτάζοντάς τον. Ύστερα έγειρε προς τον Χουάνγκ Ρεν και ψιθύρισε:

   «Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν παντρεύτηκε ποτέ.»

   Δίπλα τους ένας ηλικιωμένος λοχαγός, που είχε υπηρετήσει τον Γουέν-Τσενγκ σχεδόν είκοσι χρόνια, σήκωσε το κεφάλι.

   «Με όλο τον σεβασμό, γιαγιά... παντρεύτηκε.»

  Η γριά τον κοίταξε απορημένη.

  Ο λοχαγός συνέχισε:

  «Η σύζυγός του ήταν ενάρετη γυναίκα. Πέθανε πριν χρόνια.»

   Ένας άλλος αξιωματικός συμπλήρωσε σιγανά:

   «Του άφησε μια κόρη. Είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει.»

   Η γριά έστρεψε πάλι το βλέμμα στον κοιμισμένο στρατηγό. Δεν μίλησε αμέσως. Τότε ο Χουάνγκ Ρεν αποκρίθηκε με φωνή σχεδόν ανεπαίσθητη:

   «Παντρεύτηκε...»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   Η γριά αποφάνθηκε

   «Το σώμα του παντρεύτηκε.»

   Τα μάτια της έμειναν καρφωμένα στο πρόσωπο του Γουέν-Τσενγκ.

   «Η καρδιά του όχι.»

   Η γριά έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα κοίταξε το γαλήνιο, εξαντλημένο πρόσωπο του στρατηγού.

   «Η καρδιά του έζησε χωρισμένη στα δύο.»

   Κανείς δεν βρήκε λόγια να απαντήσει. Έξω από τη σκηνή, το πρώτο φως της αυγής άρχισε να διαλύει το σκοτάδι. Μέσα στη σκηνή, ο άνθρωπος που είχε νικήσει στη μάχη έδινε ακόμη τη δική του, σιωπηλή μάχη με τις φαντασιώσεις ή τις επιθυμίες του που είχαν απλωθεί και είχαν  γίνει σχεδόν μνήμες, όπως συμβαίνει καμιά φορά με μια ζωγραφιά που την κοιτάζει κανείς τόσο επίμονα, ώστε αργότερα δυσκολεύεται να θυμηθεί αν την είδε ή αν την έζησε. Και, για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, κοιμόταν χωρίς να τις φοβάται. Η εξομολόγηση είχε τελειώσει. Και μαζί της είχε σπάσει η πρώτη, πιο βαριά αλυσίδα της σιωπής.

 

 

η υποδοχή του Λι Γουέν-Τσενγκ μετά από την εκστρατεία του στη νότια Σετσουάν

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ περίμενε λίγο ακόμη στη νότια Σετσουάν μέχρι να φτάσει ο αυτοκρατορικός εκπρόσωπος και να παραλάβει επίσημα τη διοίκηση της περιοχής. Είχε καθυστερήσει λίγες ημέρες περισσότερο σ' αυτόν τον παράξενο τόπο, στη γη των κολασμένων, στα απομεινάρια του βασιλείου που είχε οικοδομήσει ο Λιού Γιουάν.

   Το δεξί του μπράτσο τον ενοχλούσε ακόμη. Το ακόντιο του Λιού Γιουάν τον είχε βρει ψηλά, λίγο κάτω από τον ώμο.  Ασυναίσθητα άγγιξε τον επίδεσμο. Ο πόνος ήταν ακόμη εκεί. Ζωντανός. Όπως και η ανάμνηση της υπόσχεσης που είχε δώσει στη Λαν Σιν λίγο πριν φύγει. Να επιστρέψει.

   Όταν η πύλη του αρχοντικού άνοιξε, οι φρουροί υποκλίθηκαν βαθιά. Στην αυλή περίμεναν ήδη δύο γνώριμες μορφές. Η αδελφή του, η Λι Σου-Γιάν. Και λίγο πιο πίσω, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά της όπως πάντα, η ηλικιωμένη υπηρέτρια Σιάνγκ-Λι.

   Μόλις εισήλθαν στην κεντρική αίθουσα υποδοχής του αρχοντικού  η Λι Σου-Γιάν δεν έκρυβε την ανησυχία της. Το βλέμμα της έπεσε αμέσως στον επίδεσμο.

«Πώς είναι το χέρι σου;»

«Καλύτερα.»

   «Ο γιατρός μού έγραψε πως για δύο ημέρες είχες υψηλό πυρετό.»

   «Πέρασε. Ευτυχώς βρέθηκαν ένας καλός γιατρός και μια ακόμη καλύτερη βοτανολόγος. Πρόλαβαν το δηλητήριο πριν απλωθεί.»

   «Δεν ήταν μόνο πυρετός.»

Ο Λι χαμογέλασε αμυδρά.

   «Τα δύσκολα πέρασαν.»

Η Σου-Γιάν τον κοίταξε εξεταστικά.

  «Ο  γιος σου πολέμησε γενναία.» δεν χρειάζεται τη βοήθεια της συγγένειας. Ότι κερδίσει  θα το αξίζει μόνος του.»

Η Λι Σου-Γιάν χαμογέλασε.

   «Από μικρός  ήθελε να  σου μοιάσει.» 

   «Ο Γουάνγκ Τσε-Λιν τι κάνει;»

   «Μεγαλώνει και έχει  ιδιοτροπίες. Αλλά το φαγητό δεν  το κόβει.» 

   «Η μητέρα του;»

   «Αυτή είναι καλύτερα από όλους μας.»

   «Πρόσεχε γιατι αρχίζεις να της μοιάζεις» είπε περιπαιχτικά ο Γουέν-Τσενγκ.

   «Έμαθα ότι εκεί συνέβαιναν περίεργα πράγματα. Αταίριαστες ενώσεις. Οικογένειες όπου οι άνθρωποι ξεπερνούσαν όρια που κανείς δεν θα έπρεπε να πλησιάζει.»

   «Τους υποκινούσε αυτός ο Λιού Γιουάν.»

   «Και αυτοί τί κάναν; Δεν ξέραν;»

   «Άλλους τους εκβίαζε, σε άλλους έδινε όπιο. Δεν μπορεί να ξέρει κανείς που δεν ήταν μπροστά.» 

   «Πως μπορούσαν;»

   «Αν διαρρηχθεί ο δεσμός της οικογένειας, τότε βδελυρές σκέψεις ξεκινούν.»

  «Όχι σε όλους» του απάντησε η Λι Σου-Γιάν.

  «Μα δεν το έκανε σε όλους. Το προετοίμαζε με σχέδιο, με γλέντια, γέλια και ιστορίες. Έβαζε δίπλα τους ανθρώπους που είχαν χαλαρωμένα τα δεσμά. Ένα πατρικό χέρι που άγγιζε τον μηρό της κόρης, έναν αδελφό που αγκάλιαζε περισσότερο την αδελφή του όταν εκείνη του γέμιζε την κούπα με κρασί. Και αυτοί είχαν περικυκλώσει το ζευγάρι που είχε για στόχο του. Το ζευγάρι που θα ενωνόταν.»

   «Δηλαδή ήταν όλα στημένα.»

   «Ναι, εκείνοι πήγαιναν για ένα νυχτερινό συμπόσιο και μπορεί να βρίσκονταν στο τέλος με κάτι που δεν τολμούσαν να ομολογήσουν.»

  «Και μετά τι γινόταν;»

  «Τους εκβίαζε. Μόνο αυτός ήξερε τι είχε συμβεί μεταξύ τους. Αν δεν ακολουθούσαν αυτά που εκείνος ήθελε, θα το διέδιδε.»

  «Και πως ζούσαν μετά από αυτό;»

  «Λίγοι κατάφεραν να ξεφύγουν. Οι περισσότεροι όμως έμειναν δεμένοι λες και αυτή η σχέση τους δημιουργούσε εθισμό. Μπορεί να τους προμήθευε και με όπιο για να μην έχουν ενοχές και  να συνεχίζουν.»

  Η Λι Σου-Γιάν έσκυψε το κεφάλι της.

  Ο πολέμαρχος συνέχισε:

    «Το πρόβλημα είναι ότι ενώ αυτός το έκανε για να ελέγχει τους πλούσιους και τους ισχυρούς, οι φτωχοί από μόνοι τους αντέγραφαν αυτά που έβλεπαν στα σπίτια των πλουσίων. Όταν μια κοινωνία διαλύεται, οι άνθρωποι αρχίζουν να συνηθίζουν πράγματα που παλιότερα θα τους τρόμαζαν. Θα χρειαστούν χρόνια για να καθαρίσει ο τόπος. Αν καθαρίσει ποτέ…»

   «Εμείς εδώ δεν έχουμε τέτοια.»

   «Τουλάχιστον δεν φαίνονται, δεν τα μαθαίνουμε» της απάντησε εκείνος. «Αν μια κοινωνία μολυνθεί, δύσκολα σταματάς την μόλυνση. Διαδίδεται με ταχύτητα. Πάντοτε αυτοό που αντιγράφουν οι πολλοί είναι το λάθος. Λίγοι μπορεί να αντιγράψουν το σωστό.»

Η Σου-Γιάν χαμήλωσε τα μάτια.

   «Και τώρα;»

  «Ο αυτοκρατορικός επίτροπος έχει ενημερωθεί. Τους περισσότερους που είχαν πέσει θύματα του Λιού Γιουάν, τους γνωρίζουμε. Υπάρχουν όμως και άλλοι που κρύβονται. Ίσως γιατι θέλουν να συνεχίσουν αυτό που είχαν μάθει.  Ίσως γιατί δεν θέλουν να λουστούν στον χλευασμό των υπολοίπων. Όλοι εκεί κοιτάζονται  με καχυποψία. Όλοι αποφεύγουν ο ένας τον άλλον. Όλοι υποψιάζονται ότι και ο διπλανός τους μπορεί να ήταν συνένοχος ή θύμα του Λιού Γιουάν. Ακόμη και άνθρωποι ασήμαντοι.»     

   «Θέλεις να μείνω απόψε εδώ;»

   Εκείνος κούνησε αργά το κεφάλι. Έκανε μια μικρή παύση. Σήκωσε το βλέμμα προς την αδελφή του.

   «Πρέπει να γυρίσεις στον άντρα σου.»

   Η Σου-Γιάν δίστασε.

   «Είσαι βέβαιος;»

   «Είμαι σπίτι. Αυτό αρκεί. Πρέπει να πας σε αυτούς που σε χρειάζονται περισσότερο. »

   Η αδελφή του ανταπέδωσε το χαμόγελο, αν και η ανησυχία δεν είχε εγκαταλείψει το πρόσωπό της. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ άνοιξε ένα μικρό ξύλινο κιβώτιο που είχε φέρει μαζί του από την εκστρατεία.

   «Σας έφερα αυτά.»

   Πρώτα πήρε ένα μικρό κύπελλο από λευκή πορσελάνη με λεπτές γαλάζιες γραμμές γύρω από το χείλος.

   «Για τον Γουάνγκ Τσε-Λιν», της είπε ο Λι.

«Είναι από τους τεχνίτες της νότιας περιοχής. Δεν είναι πολύτιμο, αλλά είναι φτιαγμένο με προσοχή.»

   Η Σου-Γιάν χαμογέλασε.

   «Θα του αρέσει περισσότερο επειδή το έφερες εσύ.»

   Ο Λι δεν απάντησε. Έβγαλε ένα δεύτερο αντικείμενο. Ήταν ένα μικρό κουτί από σκούρο ξύλο, με μεταλλικά διακοσμητικά στις γωνίες.

   «Αυτό για τη μητέρα του συζύγου σου.»

   Η Σου-Γιάν το άνοιξε προσεκτικά. Μέσα βρισκόταν ένα παλιό φιαλίδιο από λευκό νεφρίτη με λεπτό καπάκι από ασήμι και ένα μικρό σακουλάκι με αρωματικό τσάι από τα βουνά της νότιας Σετσουάν. Η Σου-Γιάν τον κοίταξε για μια στιγμή. Αυτή ήταν πάντοτε η πλευρά του που λίγοι άνθρωποι γνώριζαν. Όχι ο στρατηγός. Όχι ο πολέμαρχος. Αλλά ο άνθρωπος που θυμόταν μικρές λεπτομέρειες.

   Τέλος, ο Λι πήρε ένα τρίτο μικρό κιβώτιο. Το κράτησε για λίγο στα χέρια του πριν της το δώσει.

   «Αυτό για σένα.»

   Η Σου-Γιάν το άνοιξε. Μέσα βρισκόταν ένα ζευγάρι λεπτά βραχιόλια από λευκό νεφρίτη, χαραγμένα με μικρά μοτίβα από άνθη δαμασκηνιάς. Δεν ήταν βαριά ούτε επιδεικτικά. Ήταν κομψά, φτιαγμένα για μια γυναίκα που δεν χρειαζόταν να αποδείξει την αξία της.

   «Είναι πολύ όμορφα.»

   Ο Λι την κοίταξε.

   «Πρέπει να ξεχωρίζεις από όλες.»

   Η φράση του ήταν απλή. Όμως η Σου-Γιάν ένιωσε ένα περίεργο βάρος μέσα της. Γιατί ήξερε πως κάποτε είχε ξεχωρίσει στα μάτια του με τρόπο που δεν έπρεπε. Και τώρα εκείνος προσπαθούσε, με ένα ζευγάρι βραχιόλια και μια απλή χειρονομία, να της θυμίσει ποια ήταν. Η αδελφή του. Η αρχόντισσα του οίκου Γουάνγκ. Η γυναίκα που έπρεπε να επιστρέψει στη θέση της.

   «Είναι υπερβολικό», είπε χαμηλά.

Ο Λι κούνησε το κεφάλι.

   «Όχι.»

Μια μικρή παύση.

   «Είναι αυτό που αρμόζει.» 

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ άνοιξε το τελευταίο μικρό κιβώτιο. Μέσα βρισκόταν ένα λεπτό περιδέραιο από χρυσό, με μια μοναδική γαλάζια πέτρα στο κέντρο. Δεν ήταν νεφρίτης ούτε γυαλί βαμμένο, όπως συχνά φορούσαν οι πλούσιες οικογένειες για επίδειξη. Ήταν ένα μεγάλο, καθαρό ζαφείρι από τις δυτικές εμπορικές διαδρομές, βαθύ γαλάζιο σαν νερό που κρατούσε μέσα του το χρώμα του ουρανού πριν από τη βροχή. Η πέτρα ήταν δεμένη σε λεπτό χρυσό πλαίσιο, περιτριγυρισμένη από μικρούς λευκούς μαργαρίτες, ώστε το γαλάζιο της να φαίνεται ακόμη πιο έντονο.

   Η Λι Σου-Γιάν έμεινε για λίγο σιωπηλή.

   «Αυτό δεν είναι απλό δώρο.»

   Ο Λι το πήρε στα χέρια του και το εξέτασε.

    «Το αγόρασα στη διάρκεια της εκστρατείας. Σκέφτηκα πως κάποτε θα υπήρχε κάποια γυναίκα στον οίκο μου που θα το φορούσε.»

Σταμάτησε για λίγο.

   «Αλλά δεν υπάρχει ακόμη.»

Η Σου-Γιάν τον κοίταξε.

   «Και γι' αυτό το έφερες σε μένα;»

   Ο Λι χαμογέλασε αμυδρά.

  «Αφού δεν υπάρχει ακόμη εκείνη που θα το φορέσει, αυτό που προοριζόταν για εκείνη, γίνεται δώρο για σένα.»

   «Θα το φορέσω τώρα» του είπε η Λι Σου-Γιάν.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ το πήρε στα χέρια του πήγε πίσω από τη Λι Σου-Γιάν και απαλά της το κρέμασε στο λαιμό. Η Λι Σου-Γιάν χάϊδεψε απαλά την πέτρα και θώπευσε το χέρι του καθώς απομακρυνόταν από τον αυχένα της.

   «Δεν πρέπει να συνηθίσεις να κρατάς κλειστό το σπίτι σου, Γουέν-Τσενγκ.» του είπε έχοντας ακόμη γυρισμένη την πλάτη της σε εκείνον.

   Εκείνος δεν απάντησε.

«Ένας οίκος σαν τον δικό σου δεν μπορεί να έχει μόνο λάβαρα, όπλα και αναμνήσεις εκστρατειών», συνέχισε εκείνη ήρεμα.

   Ο Λι την κοίταξε χωρίς να μιλήσει.

   Η Σου-Γιάν χαμογέλασε ελαφρά.

   «Κάποτε θα βρεθεί εκείνη που σου αξίζει.»

   Η φράση έμεινε για λίγο ανάμεσά τους.

Η Σου-Γιάν δεν απάντησε αμέσως. Ύστερα το ψηλάφισε, όχι σαν σύμβολο κατοχής, αλλά σαν υπενθύμιση πως ακόμη κι ένας άνθρωπος σαν τον αδελφό της, που είχε μάθει να κερδίζει μάχες και να διοικεί ανθρώπους, είχε αφήσει ένα μέρος της ζωής του άδειο.

   «Θα το φορώ», είπε τελικά.

   Και για πρώτη φορά από την επιστροφή του, ο Λι Γουέν-Τσενγκ χαμογέλασε πραγματικά.

   Ο Λι στράφηκε μετά προς τη Σιάνγκ-Λι.

  «Συνόδευσε την αρχόντισσα ως την πύλη.»

  «Δεν χρειάζομαι συνοδεία για να βγω από το σπίτι μου.» του απάντησε η Λι Σου-Γιάν.

   «Το ξέρω. Αλλά τώρα είσαι η σύζυγος του Γουάνγκ. Πρέπε να προσέχουμε τους τύπους» της απάντησε εκείνος

   Η ηλικιωμένη υπηρέτρια υποκλίθηκε αθόρυβα. Ο ήλιος είχε αρχίσει ήδη να χαμηλώνει. Οι μακριές σκιές των κυπαρισσιών σκέπαζαν το λιθόστρωτο της αυλής καθώς η Σιάνγκ-Λι συνόδευε τη Λι Σου-Γιάν προς τη μεγάλη ξύλινη πύλη. Οι δύο φρουροί άνοιξαν τα βαριά θυρόφυλλα. Η άμαξα περίμενε απ' έξω. Η Σου-Γιάν ανέβηκε, έριξε μια τελευταία ματιά προς το αρχοντικό του αδελφού της και έγνεψε στη Σιάνγκ-Λι.

   «Να τον προσέχεις.»

  Η Λι Σου-Γιάν μπήκε στην άμαξά της. Χάϊδεψε τρυφερά το γαλάζιο ζαφείρι. Θυμήθηκε τα λόγια του «Αφού δεν υπάρχει ακόμη εκείνη που θα το φορέσει, αυτό που προοριζόταν για εκείνη, γίνεται δώρο για σένα.» Ήξερε ότι καμμία δεν άξιζε για τον αδελφό της, όσες είχαν  περάσει στη ζωή του, καμμία τους δεν ήταν αντάξιά του. Σαν η μοίρα να τον τιμωρούσε. Σαν να μην του άφηνε λίγες στιγμές ευτυχίας. Σαν να πλήρωνε τις επιτυχίες του με την προσωπική του ζωή.  Ούτε εκείνη η αγρότισσα με τις πιπεριές,  ούτε εκείνη η ξένη, η ακατονόμαστη, η Μέι-Λαν, κι ας είχε ξεκουμπιστεί από τη ζωή του, ούτε εκείνη η τελευταία, η παλλακίδα η Σιάο-Γινγκ. Της είχαν πει τελευταία, πως είχε καταντήσει να πληρώνει νεαρές κοπέλλες να έρχονται το βράδυ στο αρχοντικό του. Μέσα από τα μισόλογα αυτού του δαιμόνιου του Τσεν Γιου-Σιν, αυτό το συμπέρασμα έβγαινε.

   Ο ρυθμός της άμαξας την κοίμιζε. Ίσως να ζούσαν στο βασίλειο του Λιού Γιουάν, ίσως αν εκείνη δεν είχε ακόμη παντρευθεί και  ο Γουέν-Τσενγκ ήταν νεαρός αξιωματικός, ίσως να τους έχει καλέσει στα συμπόσιά του ο Λιού Γιουάν, αυτήν μια αδελφή και αυτόν έναν αδελφό. Ίσως να έδινε και σε αυτούς το κρασί με το όπιο, ίσως να ξυπνούσαν το πρωϊ αγκαλιασμένοι και να μην ήθελαν από τότε να γνωρίσουν άλλο σώμα. ‘Ισως αυτό που να ήταν φυλακή για τους άλλους, για κάποιους να ήταν ασφάλεια για να ζήσουν αυτά που δεν επιτρεπόταν. Η άμαξα σταμάτησε μπροστά στο μεγάλο αρχοντικό της. Ετοιμάστηκε να αποβιβαστεί και να συναντήσει τον ευτραφή γερασμένο σύζυγό της. Το μικρό αυτό νανούρισμα είχε τελειώσει. Τώρα είχε να πάρει το ευχάριστο ύφος της και έπρεπε να τους πάει, σε αυτόν και την μητέρα του, τα δώρα του αδελφού της, τα δώρα που είχε φέρει μέσα από μάχες, τραυματισμούς και θάνατο.

 

 

η θυσία μιας μητέρας

    Οι φρουροί είχαν αρχίσει να σπρώχνουν την πύλη για να την κλείσουν. Τότε ακούστηκαν βήματα.

    «Παρακαλώ...»

   Η φωνή ήταν απαλή, αλλά αρκετά καθαρή ώστε να σταματήσει τους φρουρούς. Μια γυναίκα στεκόταν λίγα βήματα έξω από την πύλη. Πίσω της περίμενε μια πολυτελής άμαξα, διακοσμημένη με επίχρυσες μεταλλικές λεπτομέρειες και το έμβλημα του εμπορικού οίκου των Σονγκ.

   Δύο νεαρές υπηρέτριες κρατούσαν στα χέρια τους περίτεχνα ξύλινα κιβώτια δεμένα με μεταξωτές κορδέλες. Η γυναίκα προχώρησε μόνη. Η Σιάνγκ-Λι σήκωσε το βλέμμα. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη. Ήταν σπάνιο ακόμη και για εκείνη, που είχε γνωρίσει κυρίες μεγάλων οικογενειών, να αντικρίζει τέτοια παρουσία. Η γυναίκα δεν φορούσε υπερβολικά κοσμήματα. Δεν τα είχε ανάγκη.

   Ένα διάφανο μεταξωτό επανωφόρι σε χρώμα απαλού νεφρίτη αγκάλιαζε το ψηλό, καλλίγραμμο σώμα της. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της ήταν πλεγμένα με τέτοια επιμέλεια ώστε να αναδεικνύουν τον λαιμό και τους ώμους της, ενώ ένα μοναδικό χρυσό κόσμημα, διακοσμημένο με λευκά μαργαριτάρια και πράσινο νεφρίτη, συγκρατούσε τον κότσο της. Το πρόσωπό της διατηρούσε την απαλότητα της νεότητας, όμως τα μάτια της είχαν τη γαλήνη μιας γυναίκας που είχε γνωρίσει τη ζωή.

   Η Σιάνγκ-Λι κατάλαβε αμέσως. Δεν χρειαζόταν να ρωτήσει ποια ήταν. Η ομοιότητα με τη Λαν Σιν ήταν αδύνατον να περάσει απαρατήρητη. Μόνο που η ομορφιά της μητέρας είχε αποκτήσει εκείνη τη σπάνια πληρότητα που μόνο ο χρόνος μπορεί να χαρίσει.

   Η γυναίκα υποκλίθηκε ευγενικά.

   «Ονομάζομαι Γιουν-Σου.»

   Η Σιάνγκ-Λι ανταπέδωσε την υπόκλιση.

   «Η σύζυγος του κυρίου Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι

   «Ναι.»

    Έδειξε διακριτικά τα κιβώτια.

   «Έφερα κάποια μικρά δώρα για τον στρατηγό.»

   Η Σιάνγκ-Λι την κοίταξε προσεκτικά. Ύστερα έκανε ένα βήμα στο πλάι.

   «Περάστε.»

   Οι φρουροί άνοιξαν ξανά την πύλη που δεν είχε προλάβει να κλείσει.

    Οι δύο υπηρέτριες ακολούθησαν κρατώντας τα δώρα, ενώ η άμαξα παρέμεινε έξω, περιμένοντας σιωπηλά.

    Η Σιάνγκ-Λι οδήγησε τη Γιουν-Σου μέχρι το κέντρο της μεγάλης αυλής.

    «Περιμένετε εδώ.» Υποκλίθηκε ελαφρά. «Θα ειδοποιήσω τον άρχοντα.» Έστειλε μια νεότερη υπηρέτρια στα πάνω διαμερίσματα.

   Μετά την έγκριση του πολέμαρχου η Σιάνγκ-Λι οδήγησε τη Γιουν-Σου μέσα από τους ήσυχους διαδρόμους του αρχοντικού μέχρι την κεντρική αίθουσα υποδοχής. Ήταν η αίθουσα όπου ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεχόταν αξιωματούχους, τοπικούς άρχοντες και επιφανείς εμπόρους. Ψηλές ξύλινες κολόνες από κυπαρίσσι στήριζαν την οροφή, ενώ πίσω από τη θέση του πολέμαρχου κρεμόταν μια μεγάλη καλλιγραφία με μία μόνο λέξη «Πίστη». Ο Λι είχε ήδη σηκωθεί όταν μπήκε η επισκέπτρια.

   Η Σιάνγκ-Λι υποκλίθηκε.

   «η σεβαστή Γιουν-Σου.»

   Εκείνος έγνεψε καταφατικά.

   Η Γιουν-Σου πλησίασε αργά. Οι δύο υπηρέτριές της ακολούθησαν λίγα βήματα πίσω και ακούμπησαν στο πάτωμα ένα μακρόστενο ξύλινο κιβώτιο από σκούρο τριανταφυλλόξυλο.

   Με μια διακριτική υπόκλιση έκαναν κι εκείνες πίσω και μαζί με την  Σιάνγκ-Λι αποχώρησαν από την αίθουσα. Η Σιάνγκ-Λι έκλεισε ελαφρά τις πόρτες και οδήγησε τις υπηρέτριες της επισκέπτριας στην αυλή. 

  Η Γιουν-Σου γονάτισε μπροστά στο κιβώτιο, έλυσε το μεταξωτό κορδόνι και σήκωσε προσεκτικά το καπάκι. Μέσα βρισκόταν ένας επίσημος χιτώνας. Ήταν υφασμένος από το λεπτότερο μετάξι του Σουτζόου, σε βαθύ κυανό χρώμα, σχεδόν σαν τον ουρανό λίγο μετά τη δύση του ήλιου. Στα πέτα και στα μανίκια είχαν κεντηθεί με χρυσή και αργυρή μεταξωτή κλωστή σύννεφα και γερανοί, ενώ στο εσωτερικό του είχε φοδραριστεί με απαλό λευκό μετάξι από το Χανγκτζόου.

   Η Γιουν-Σου σήκωσε τον χιτώνα με τα δύο της χέρια.

   «Αυτό...»

υποκλίθηκε ελαφρά,

   «...αρμόζει σ' έναν νικητή.»

   Ο Λι τον παρατήρησε. Η ποιότητα του υφάσματος ήταν εξαιρετική.

   «Σας ευχαριστώ.»

   Η γυναίκα χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Είμαι η μητέρα της Λαν Σιν.»

   Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Ο Λι δεν πρόδωσε καμία έκφραση. Μόνο έγνεψε αργά. Η Γιουν-Σου χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα.

    «Η κόρη μου μοιάζει περισσότερο στον πατέρα της.»

   Ο Λι δεν σχολίασε.

   Εκείνη συνέχισε σαν να είχε προετοιμάσει κάθε λέξη.

   «Ήρθα να σας ευχαριστήσω.»

   «Για ποιο πράγμα;»

  «Γιατί προστατεύσατε την κόρη μου.»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   «Από εκείνους τους νεαρούς.»

   Ο Λι την κοίταξε προσεκτικά. Κατάλαβε αμέσως. Η ιστορία είχε ήδη αρχίσει να υφαίνεται.

   Η Γιουν-Σου συνέχισε με απόλυτη φυσικότητα.

   «Ξέρετε πώς είναι τα κορίτσια σ' αυτή την ηλικία.»

   Χαμογέλασε με την πραότητα μιας μητέρας.

   «Είναι κάπως απερίσκεπτα. Ένα χαμόγελο να μοιράσουν...»

σήκωσε για λίγο τους ώμους,

   «...κι ο άλλος νομίζει πως σημαίνει ενδιαφέρον.»

   Η φωνή της παρέμενε γαλήνια.

   «Πριν λίγες εβδομάδες είχαν έρθει στο κατάστημα του συζύγου μου δύο νεαροί έμποροι από το Τσενγκντού.»

   «Η Λαν Σιν τους εξυπηρέτησε ευγενικά, όπως κάνει με όλους τους πελάτες.»

Χαμογέλασε ξανά.

   «Εκείνοι όμως μπέρδεψαν την ευγένεια με την ενθάρρυνση.»

   Ο Λι δεν τη διέκοψε.

   «Άρχισαν να περνούν καθημερινά από το κατάστημα. Να βρίσκουν αφορμές για να της μιλούν. Κι όταν κατάλαβαν πως δεν υπήρχε τίποτε περισσότερο...»

η Γιουν-Σου χαμήλωσε το βλέμμα,

   «...την ακολούθησαν ως το σπίτι.»

   Σήκωσε ξανά τα μάτια της.

   «Περίμεναν έξω από την οικία μας μέχρι αργά τη νύχτα.»

«Ξέρετε...»

είπε σχεδόν απολογητικά,

«ο σύζυγός μου λείπει συχνά στα εμπορικά του ταξίδια.»

«Εκείνο το βράδυ δεν βρισκόταν στο Λο Τζιάνγκ.»

Έκανε μια μικρή παύση.

«Αν δεν ήσασταν εσείς...»

η φωνή της μαλάκωσε,

«...δεν γνωρίζω τι θα μπορούσε να είχε συμβεί.»

   Η αίθουσα βυθίστηκε στη σιωπή. Ο Λι γνώριζε ότι κάθε λέξη ήταν κατασκευασμένη. Η Γιουν-Σου γνώριζε ότι εκείνος το γνώριζε. Κι όμως, το ψέμα δεν ειπώθηκε με σκοπό την εξαπάτηση. Ειπώθηκε για να προστατεύσει.

   Ο πολέμαρχος έγειρε ελαφρά το κεφάλι.

   «Η κόρη σας δεν είχε καμία ευθύνη.»

   Η Γιουν-Σου τον κοίταξε για μια στιγμή. Στα μάτια της φάνηκε μια αδιόρατη ανακούφιση. Η ιστορία είχε πλέον αποκτήσει και δεύτερο μάρτυρα. Και από εκείνη τη στιγμή, θα γινόταν η μόνη ιστορία που θα μπορούσε να ειπωθεί έξω από τους τοίχους του αρχοντικού.

   Η Γιουν-Σου άφησε τη σιωπή να απλωθεί ανάμεσά τους. Τα δάχτυλά της χάιδεψαν για μια στιγμή το μεταξωτό ύφασμα του χιτώνα, σαν να τακτοποιούσε μια αδιόρατη πτυχή που μόνο εκείνη μπορούσε να διακρίνει.

   «Ο σύζυγός μου δεν βρίσκεται πλέον στο Λο Τζιάνγκ.»

   Ο Λι την κοίταξε.

  «Έφυγε πριν από τρεις ημέρες για το Τσενγκντού.»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   «Πήρε μαζί του και τη Λαν Σιν.»

   Για πρώτη φορά από την αρχή της συνάντησης, το βλέμμα του Λι μεταβλήθηκε ανεπαίσθητα.

   Η Γιουν-Σου το πρόσεξε.

   «Ένας παλιός συνεργάτης του συζύγου μου διαθέτει εκεί έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς οίκους της πόλης.»

   Χαμογέλασε με ευγένεια.

   «Ο πρωτότοκος γιος του ζήτησε επισήμως το χέρι της κόρης μας.»

   Η αίθουσα έμεινε σιωπηλή.

   «Ο άντρας μου θεωρεί πως είναι μια εξαιρετική ένωση.»

   Ο Λι δεν είπε τίποτε.

   «Είναι πλούσιος. Νέος. Υγιής. Με καλή φήμη.»

Έγειρε ελαφρά το κεφάλι.

   «Ό,τι θα επιθυμούσε κάθε πατέρας για την κόρη του.»

Ο πολέμαρχος απάντησε ήρεμα.

   «Και η μητέρα;»

Η ερώτηση φάνηκε να αιφνιδιάζει τη Γιουν-Σου. Χαμογέλασε, αλλά αυτή τη φορά το χαμόγελο δεν έφτασε στα μάτια της.

   «Οι μητέρες...»

είπε χαμηλόφωνα,

   «σπάνια ερωτώνται.»

Σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε ευθεία.

   «Μόνο παρακολουθούν.»

Έκανε δύο αργά βήματα μέσα στην αίθουσα.

   «Όταν γεννήθηκε η Λαν Σιν, πίστευα πως κάποια ημέρα θα την άφηνα να φύγει χωρίς να πονέσω.»

Γέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα.

   «Έκανα λάθος.»

Ο Λι παρέμενε ακίνητος.

   «Υπάρχουν όμως αποχωρισμοί που είναι ευκολότεροι από άλλους.»

   Η Γιουν-Σου άγγιξε για μια στιγμή το περιδέραιο από νεφρίτη που φορούσε.

   «Μια μητέρα μπορεί να δεχθεί να χάσει την καθημερινή παρουσία της κόρης της.»

   Η φωνή της χαμήλωσε.

   «Δυσκολεύεται όμως να δεχθεί πως θα χάσει και την καρδιά της.»

   Η σιωπή έγινε βαρύτερη. Η Γιουν-Σου πήρε μια βαθιά ανάσα.

   «Γι' αυτό ήρθα σήμερα.»

   Έκανε άλλη μία μικρή παύση.

   «Δεν μπορώ να αλλάξω την απόφαση του άντρα μου. Ούτε να εμποδίσω τον γάμο, αν εκείνος επιμείνει.»

   Το βλέμμα της έμεινε σταθερό πάνω στον Λι.

   «Μπορώ όμως να προσφέρω κάτι άλλο.»

   Ο Λι την παρατηρούσε χωρίς να μιλά.

   «Εγώ έχω ήδη ζήσει τη ζωή που εκείνη μόλις αρχίζει.»

  Η φωνή της παρέμεινε γαλήνια.

   «Γνώρισα τον γάμο.Τη μητρότητα. Τις χαρές και τις απογοητεύσεις μιας γυναίκας.»

Τα λόγια της αιωρήθηκαν στην αίθουσα.

  «Εκείνη δεν γνώρισε ακόμη σχεδόν τίποτε.»

Η Γιουν-Σου δεν έκανε άλλο βήμα. Δεν χρειαζόταν.

   «Αν κάποιος πρέπει να μείνει πίσω...» είπε σχεδόν ψιθυριστά, «ίσως θα έπρεπε να είναι εκείνος που έχει ήδη ολοκληρώσει τον κύκλο του.»

   Η πρόταση έμεινε μισή. Δεν χρειάστηκε να ολοκληρωθεί. Το νόημά της είχε ήδη φτάσει στον αποδέκτη της. Η Γιουν-Σου χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα.

   «Και η Λαν Σιν...»

Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.

   «...όπως κάθε νέα κοπέλα πριν από τον γάμο της, πρέπει να αφήσει πίσω της τους νεανικούς ενθουσιασμούς.»

Η φωνή της παρέμενε γαλήνια.

   «Τις σκέψεις για εκείνο που θα επιθυμούσε, αλλά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί.»

Σήκωσε αργά τα μάτια της προς τον Λι.

   «Και να κοιτάξει μπροστά. Προς εκείνο που είναι εφικτό. Προς εκείνο που είναι λογικό. Προς εκείνο που μπορεί να της προσφέρει συνέχεια.»

   Ο Λι δεν απάντησε.

   Η Γιουν-Σου συνέχισε σαν να μιλούσε περισσότερο στον εαυτό της.

   «Οι άντρες έχουν την πολυτέλεια να αλλάζουν τη μοίρα τους. Μπορούν να φύγουν για τον πόλεμο, να αποκτήσουν αξιώματα, να χτίσουν τη φήμη τους. Οι γυναίκες...»

Χαμογέλασε αμυδρά.

«...σπάνια διαλέγουν τον δρόμο τους.»

Έκανε μια μικρή παύση.

«Το μόνο που μπορούν να διαλέξουν είναι με ποια αξιοπρέπεια θα τον περπατήσουν.»

   Η σιωπή κράτησε αρκετές αναπνοές. Ύστερα η Γιουν-Σου πλησίασε ένα ακόμη βήμα. Όχι τόσο κοντά ώστε να θεωρηθεί απρέπεια. Αρκετά όμως ώστε η φωνή της να γίνει σχεδόν προσωπική.

   «Υπάρχουν πράγματα που μια κοπέλα δεν πρέπει ποτέ να κουβαλήσει μαζί της στον γάμο της.»

   Ο Λι την παρακολουθούσε προσεκτικά.

   «Αναμνήσεις που θα την ακολουθούν σε όλη της τη ζωή.»

Το βλέμμα της έμεινε σταθερό.

   «Υπάρχουν όμως γυναίκες...»

Η φωνή της χαμήλωσε ακόμη περισσότερο.

   «...που έχουν ήδη ζήσει αρκετά ώστε να μπορούν να κουβαλήσουν οι ίδιες αυτά τα βάρη.»

   Δεν είπε τίποτε άλλο. Δεν χρειαζόταν. Η αίθουσα γέμισε από τη σιωπή όσων δεν τολμούσαν ακόμη να ειπωθούν.

   Η Γιουν-Σου έμεινε για λίγο σιωπηλή, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να συνεχίσει.

   «Η Λαν Σιν μού μίλησε για εσάς.»

Ο Λι σήκωσε ανεπαίσθητα το βλέμμα.

   «Μου είπε με πόση αξιοπρέπεια και πόσο σεβασμό της φερθήκατε.»

Ένα απαλό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.

   «Πως δεν εκμεταλλευτήκατε τον νεανικό της ενθουσιασμό.»

Έκανε μια μικρή παύση.

   «Πως της είπατε να μην ακολουθεί τα πεταρίσματα της νιότης, αλλά τον δρόμο της λογικής.»

   Ο Λι δεν τη διόρθωσε. Η Γιουν-Σου χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα.

   «Είναι σπάνιο ένας άντρας να συμβουλεύει έτσι μια νέα γυναίκα όταν αυτή του ανοίγει την  ψυχή της. »

   Τα δάχτυλά της ενώθηκαν μπροστά της.

   «Οι περισσότεροι θα προτιμούσαν την εκμεταλλευθούν στην αδυναμία της.»

   Σήκωσε ξανά το πρόσωπό της.

   «Εσείς επιλέξατε να προστατεύσετε το μέλλον της.»

   Ένα ίχνος θλίψης πέρασε από τα μάτια της.

   «Μακάρι...»

Η λέξη βγήκε σχεδόν σαν ανάσα.

   «...μακάρι να είχε υπάρξει και για εμένα, όταν ήμουν στην ηλικία της, κάποιος ώριμος άνθρωπος.»

Χαμογέλασε αχνά.

   «Κάποιος με περισσότερη πείρα από τη δική μου. Κάποιος που να μου είχε πει να μη συγχέω την προσμονή με την ευτυχία.»

   Σταμάτησε για λίγο. 

   «Ίσως τότε να είχα καταλάβει νωρίτερα πως υπάρχουν και άλλες μορφές μοναξιάς.»

   Ο Λι την παρακολουθούσε σιωπηλός.

  «Τουλάχιστον στην Τσενγκντού...»

συνέχισε εκείνη,

  «...αν τελικά γίνει αυτός ο γάμος, η Λαν Σιν δεν θα χρειάζεται να αποχωρίζεται τόσο συχνά τον σύζυγό της.»

Ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.

   «Οι μεγάλες εμπορικές συμφωνίες κλείνονται εκεί. Οι περισσότερες υποθέσεις μπορούν να διευθετηθούν μέσα στην ίδια την πόλη.»

Το χαμόγελο έσβησε.

   «Ο δικός μου σύζυγος, αντίθετα, ζει πάνω στους δρόμους.»

Η φωνή της έγινε πιο ήρεμη.

  «Άλλοτε στον νότο. Άλλοτε στον Γιανγκτσέ. Άλλοτε στα βουνά του Γιουνάν. Περνούν μήνες μέχρι να επιστρέψει.»

Χαμήλωσε τα μάτια.

   «Στην αρχή μετρούσα τις ημέρες. Ύστερα τους μήνες. Μετά σταμάτησα να μετρώ.»

Η αίθουσα βυθίστηκε ξανά στη σιωπή.

   «Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν μόνοι επειδή δεν έχουν οικογένεια.»

Σήκωσε αργά το βλέμμα της.

   «Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που ζουν μέσα στον γάμο τους και, παρ' όλα αυτά, γνωρίζουν την ίδια μοναξιά.»

   Τα μάτια της συναντήθηκαν με τα δικά του. Δεν υπήρχε παράπονο μέσα τους. Μόνο μια ήρεμη αλήθεια.

   «Μόνο όποιος έχει μείνει πραγματικά μόνος μπορεί να την αναγνωρίσει όταν τη δει σε κάποιον άλλον.»

Άφησε μια βαθιά ανάσα.

   «Δεν θα ήθελα η Λαν Σιν να γνωρίσει αυτή τη σιωπή.»

Έκανε μια μικρή υπόκλιση.

   «Αν είναι να θυσιάσει κάτι από τη νιότη της, ας είναι μόνο ένας νεανικός ενθουσιασμός.»

Η φωνή της μαλάκωσε.

   «Όχι ολόκληρη τη ζωή της.»

   Τα τελευταία λόγια αιωρήθηκαν στην αίθουσα. Δεν είχαν τη μορφή παράκλησης. Είχαν τη μορφή μιας εξομολόγησης που έκρυβε, πίσω από κάθε λέξη, κάτι ακόμη πιο βαθύ, το οποίο ούτε η ίδια τολμούσε ακόμη να ονομάσει.

   Η Γιουν-Σου χαμήλωσε το βλέμμα για λίγο. Για πρώτη φορά από την αρχή της συνομιλίας, η φωνή της έχασε εκείνη τη σταθερή, προσεκτικά μετρημένη χροιά.

   «Ας είναι τυχερή...»

είπε χαμηλά.

  «Όπως κάθε νέα κοπέλα που βρίσκεται μπροστά στη ζωή της.»

   Τα δάχτυλά της άγγιξαν αφηρημένα το μεταξωτό μανίκι του φορέματός της.

   «Ας μη γνωρίσει τη δική μου τύχη.»

   Ο Λι παρέμεινε σιωπηλός.

  «Οι δικοί μου με πάντρεψαν πολύ μικρή.»

Ένα αχνό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της, χωρίς χαρά.

  «Ήμουν μόλις δεκαπέντε ετών. Δεν ήξερα ακόμη τι σημαίνει να επιλέγεις έναν άνθρωπο για ολόκληρη τη ζωή σου.»

Σήκωσε το βλέμμα της.

   «Για την οικογένειά μου ήταν μια καλή ένωση. Ο άντρας μου ήταν από ευκατάστατο σπίτι και θεωρούσαν πως το μέλλον μου ήταν εξασφαλισμένο.»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   «Δεν πρόλαβα όμως να τον γνωρίσω πραγματικά.»

   Η φωνή της χαμήλωσε.

   «Τρεις μήνες μετά τον γάμο μας πέθανε.»

   Ο Λι την κοίταξε χωρίς να μιλήσει.

   «Ήταν στη μεγάλη πυρκαγιά των αποθηκών ρυζιού στην ανατολική αγορά του Λο Τζιάνγκ.»

   «Είχε πάει εκεί με άλλους εμπόρους για να βοηθήσει να σωθούν τα εμπορεύματα πριν επεκταθεί η φωτιά.»

   Χαμήλωσε τα μάτια.

   «Δεν επέστρεψε ποτέ.»

Για λίγες στιγμές ακούστηκε μόνο η αδύναμη φλόγα του λυχναριού.

   «Έμεινα χήρα πριν ακόμη προλάβω να μάθω τι σημαίνει να είσαι σύζυγος.»

   Η Γιουν-Σου χαμογέλασε αχνά.

   «Και τότε βρέθηκε ο Σονγκ.»

   Ο Λι γνώριζε το όνομα.

   «Ο Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι.»

   Η γυναίκα έγνεψε.

   «Ήταν ο πρώτος μου εξάδελφος από την πλευρά της μητέρας μου. Ο Τζιάνγκ-Χάι ήταν γιος της μεγαλύτερης αδελφής της μητέρας μου. Οι οικογένειές μας γνωρίζονταν από γενιά σε γενιά.»

Έκανε μια μικρή παύση.

  «Ήταν  φίλος με τον άντρα μου. Ο άντρας μου του έλεγε όταν  έφευγε για λίγες μέρες. ‘Να την προσέχεις’. Μόνο σε εκείνον είχε εμπιστοσύνη.»     

   «Δεν με είδε ως χήρα που έπρεπε κάποιος να αποκαταστήσει.»

Το βλέμμα της μαλάκωσε.

   «Με είδε ως άνθρωπο. Με είδε ως το άτομο που είχε αναλάβει την εντολή να προσέχει.  Μου πρόσφερε έναν νέο δρόμο όταν πίστευα πως η ζωή μου είχε ήδη αποφασιστεί.»

Ο Λι παρέμεινε ακίνητος.

   «Τον παντρεύτηκα.»

Η φωνή της έγινε πιο ζεστή.   

   «Και στα δεκαέξι μου χρόνια έφερα στον κόσμο τη Λαν Σιν.»

Για πρώτη φορά χαμογέλασε πραγματικά.

   «Ήταν ένα μικρό παιδί που ήρθε σε μια ζωή γεμάτη αβεβαιότητα και την έκανε ξανά να έχει σκοπό.»

Έμεινε για λίγο σιωπηλή.

   « Ίσως γι' αυτό την προστατεύω περισσότερο απ' όσο πρέπει.»

Σήκωσε τα μάτια της προς τον Λι.

   «Γιατί ξέρω τι σημαίνει να οδηγείται μια γυναίκα σε έναν δρόμο που δεν διάλεξε.»

   Η τελευταία φράση δεν ήταν απλώς για την κόρη της. Και οι δύο το κατάλαβαν.

   Η Γιουν-Σου έκανε μια μικρή υπόκλιση.

   «Θέλω μόνο να έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει τη ζωή πριν αποφασίσει για αυτήν.»

Μια σύντομη σιωπή.

   «Αυτό είναι το μόνο προνόμιο που ζητώ για εκείνη.»

   Και για μια στιγμή, πίσω από τη μητέρα που μιλούσε για την κόρη της, ο Λι είδε τη νεαρή κοπέλα που κάποτε είχε σταθεί μόνη μπροστά σε μια μοίρα που άλλοι είχαν επιλέξει για εκείνη. Η Γιουν-Σου άφησε τη σιωπή να παραμείνει για λίγο ανάμεσά τους. Ύστερα το βλέμμα της μετακινήθηκε προς το ανθοδοχείο που βρισκόταν κοντά στο παράθυρο. Μέσα του υπήρχαν λίγα λευκά άνθη δαμασκηνιάς, προσεκτικά τοποθετημένα.

   «Ξέρετε...»

είπε ήρεμα,

   «η ζωή μοιάζει πολλές φορές με ένα ανθοδοχείο.»

Ο Λι ακολούθησε το βλέμμα της.

   «Οι άνθρωποι το γεμίζουν με λουλούδια που αγαπούν. Τα φροντίζουν. Τα ποτίζουν. Συνηθίζουν να τα βλέπουν κάθε πρωί στην ίδια θέση.»

Ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της.

   «Και κάποτε ξεχνούν πως ακόμη και τα πιο όμορφα άνθη έχουν τον δικό τους χρόνο.»

Δεν απάντησε.

   «Έρχεται μια μέρα που ένα λουλούδι μαραίνεται.»

Η φωνή της παρέμεινε γαλήνια.

   «Ή που ο άνεμος το παίρνει μακριά, όσο κι αν προσπάθησε κάποιος να το προστατεύσει.»

Τα μάτια της στράφηκαν ξανά προς εκείνον.

   «Το ανθοδοχείο όμως δεν μένει για πάντα άδειο.»

Μια μικρή παύση.

   «Αν φύγουν κάποια λουλούδια, μπορεί κάποτε να τοποθετηθούν άλλα στη θέση τους.»

Ο Λι δεν κουνήθηκε.

Η Γιουν-Σου συνέχισε:

   «Όχι επειδή τα πρώτα ξεχάστηκαν. Ούτε επειδή τα δεύτερα είναι ίδια με τα πρώτα. Κάθε λουλούδι έχει το δικό του άρωμα.»

Η φωνή της χαμήλωσε.

   «Απλώς η ζωή δεν αφήνει πάντοτε τα πράγματα όπως τα βρήκαμε.»

Έγειρε ελαφρά το κεφάλι.

   «Υπάρχουν στιγμές που όλα φαίνονται ακίνητα. Σαν μια λίμνη χωρίς άνεμο. Και ύστερα, μέσα σε μία μόνο ημέρα, μια απόφαση, μια είδηση ή μια αλλαγή δρόμου μπορεί να μετακινήσει τα πάντα.»

Ο Λι την παρατηρούσε.

   «Η Λαν Σιν θα ακολουθήσει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει.»

Το είπε με έμφαση.

   «Αυτό είναι το σωστό για μια νέα γυναίκα.»

Έπειτα άφησε μια μικρή σιωπή.

   «Αλλά και όσοι μένουν πίσω...»

Τα μάτια της κατέβηκαν ξανά στα άνθη.

   «...δεν είναι καταδικασμένοι να κοιτούν για πάντα ένα άδειο ανθοδοχείο.»

   Για μια στιγμή η αίθουσα έμεινε ακίνητη. Ο Λι κατάλαβε. Δεν του ζητούσε να ξεχάσει τη Λαν Σιν. Δεν του ζητούσε να αντικαταστήσει ένα πρόσωπο με ένα άλλο. Του πρόσφερε, με τον πιο προσεκτικό τρόπο που επέτρεπαν τα όρια της ευγένειας μια ιδέα: πως μια γυναίκα μπορεί να φύγει από τη ζωή ενός άντρα, αλλά η ζωή του άντρα δεν τελειώνει μαζί της. Και πως κάποια άλλη γυναίκα, με διαφορετική ηλικία, διαφορετική εμπειρία και διαφορετική θέση, μπορεί να σταθεί κάποτε δίπλα του.

   Η Γιουν-Σου χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Συγχωρέστε με αν μιλώ περισσότερο απ' όσο πρέπει. Μια μητέρα συχνά μιλά για την κόρη της... όταν στην πραγματικότητα φοβάται για περισσότερα πράγματα απ' όσα λέει.»

   Η Γιουν-Σου έμεινε για λίγο σιωπηλή κοιτάζοντας τα άνθη στο ανθοδοχείο.

   «Ίσως αυτό είναι το δύσκολο με τη νεότητα.»

Ο Λι την κοίταξε.

   «Η νεότητα μοιάζει με την άνοιξη. Όλα είναι καινούργια. Όλα φαίνονται δυνατά, όλα μοιάζουν να μπορούν να κρατήσουν για πάντα.»

   Άγγιξε απαλά ένα από τα άνθη.

   «Όμως η καρδιά ενός νέου ανθρώπου αλλάζει όπως αλλάζει ο καιρός εκείνη την εποχή του χρόνου. Σήμερα μπορεί να γοητευτεί από κάτι που αύριο θα δει διαφορετικά. Μπορεί να ενθουσιαστεί, να ονειρευτεί, να πιστέψει πως βρήκε εκείνο που αναζητούσε... και ύστερα να ανακαλύψει πως η πραγματικότητα δεν μοιάζει με το όνειρο.»

    Δεν υπήρχε κριτική στη φωνή της. Μόνο η ηρεμία κάποιου που είχε ζήσει αρκετά.

   «Έτσι είναι η νιότη. Δοκιμάζει. Αναζητά. Αλλάζει.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ συμπλήρωσε:

   «Δεν είναι ελάττωμά της νιότης. Είναι η φύση της.»

  Τότε εκείνη σήκωσε το βλέμμα της προς τον Λι.

   «Όμως υπάρχει μια ηλικία όπου ο άνθρωπος παύει να ακολουθεί κάθε άνεμο που περνά.»

  Αυτή τη φορά τον κοίταξε στα μάτια.

   «Γνωρίζει πλέον τι τον συγκινεί πραγματικά.»

Μετά κατέβασε το βλέμμα της

  «Τι μπορεί να αντέξει δίπλα του όταν περάσουν οι πρώτες εντυπώσεις.»

  Η φωνή της έγινε πιο χαμηλή.

   «Ένα ώριμο λουλούδι δεν ανοίγει επειδή πέρασε ένας άνεμος από πάνω του. Ανοίγει όταν έχει βρει το κατάλληλο χώμα.»

Μια μικρή παύση.

   «Δεν είναι πια ένα πέταλο που το παίρνει ο αέρας από εδώ κι από εκεί. Έχει ρίζες.»

   Τα μάτια της ξαναγύρισαν  πάνω του.

   «Ίσως γι' αυτό οι επιλογές της ωριμότητας έχουν διαφορετικό βάρος από τις επιλογές της νιότης.»

«Δεν γεννιούνται μόνο από τη λάμψη μιας στιγμής.»

«Γεννιούνται από τη γνώση του ανθρώπου για τον εαυτό του.»

   Άφησε τα λόγια της να μείνουν λίγο στον αέρα.

   «Και όταν δύο άνθρωποι συναντηθούν σε μια τέτοια στιγμή της ζωής τους...»

   χαμήλωσε ελαφρά το βλέμμα,

   «ίσως να μην χρειάζονται τόσες υποσχέσεις.»

   «Ίσως απλώς να γνωρίζουν.»

   Ο Λι έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα πήρε τον χιτώνα που του είχε προσφέρει και τον ακούμπησε προσεκτικά στο τραπέζι.

   «Πρέπει να προσέχει κανείς.»

Η φωνή του ήταν ήρεμη.

   «Να μην υπόσχεται πράγματα που δεν μπορεί να προσφέρει.»

   Σήκωσε το βλέμμα του προς τη Γιουν-Σου.

   «Εγώ δεν είμαι άνθρωπος των υποσχέσεων.»

Μια μικρή παύση.

   «Ούτε των εύκολων λόγων. Έχω δει πολλούς ανθρώπους να μιλούν για το μέλλον σαν να τους ανήκει. Και ύστερα μια μάχη, μια αρρώστια, μια απρόβλεπτη αλλαγή τούς θυμίζει πως κανείς δεν κρατά πραγματικά στα χέρια του την επόμενη ημέρα.»

   Η Γιουν-Σου τον άκουσε χωρίς να διακόψει.

  «Δεν θα ήθελα να δημιουργήσω προσδοκίες που ίσως δεν μπορώ να δικαιώσω.»

   Για πρώτη φορά ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της. Όχι ειρωνικό. Περισσότερο σαν να περίμενε αυτή ακριβώς την  απάντηση.

  «Δεν ζητά κανείς υποσχέσεις» του απάντησε.

Ο Λι την κοίταξε.

   «Ούτε εγγυήσεις.»

Έκανε ένα μικρό βήμα προς το μέρος του.

   «Αυτά είναι για τις εμπορικές συμφωνίες. Για τους εμπόρους. Για τους ανθρώπους των παζαριών, που ζυγίζουν το κέρδος και την απώλεια πριν ανταλλάξουν ένα νόμισμα.»

Η φωνή της παρέμεινε ήρεμη.

   «Οι άνθρωποι όμως δεν είναι εμπορεύματα. Ούτε οι σχέσεις τους μπορούν να γραφτούν σαν συμβόλαια.»

Σταμάτησε.

   «Αυτό που ζητά ένας άνθρωπος δεν είναι πάντοτε υπόσχεση. Είναι ευθύτητα.»

Ο Λι δεν μίλησε.

   «Να γνωρίζει πού στέκεται. Να μην ακούει λόγια που λέγονται μόνο για να τον καθησυχάσουν. Να μην του προσφέρεται ένα μέλλον που κανείς δεν σκοπεύει πραγματικά να δώσει.»

Τα μάτια της παρέμειναν στα δικά του.

  «Μερικές φορές η αλήθεια είναι πιο πολύτιμη από μια υπόσχεση. Γιατί η υπόσχεση μπορεί να σπάσει. Η ευθύτητα όμως επιτρέπει στον άλλον να επιλέξει γνωρίζοντας.»

Ο Λι κατέβασε για λίγο το βλέμμα.

Η Γιουν-Σου συνέχισε πιο απαλά:

   «Δεν σας ζητώ να μου πείτε πως η ζωή θα ακολουθήσει έναν δρόμο που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει.»

   «Οι άνθρωποι που έχουν ζήσει αρκετά δεν ζητούν τέτοια πράγματα.»

   Μια μικρή σιωπή.

  «Ζητούν μόνο να μη χρειάζεται να προσποιούνται.»

   Ο Λι την παρατήρησε προσεκτικά.

   «Και αν η ευθύτητα οδηγήσει σε απογοήτευση;»

Η Γιουν-Σου χαμογέλασε αχνά.

   «Η απογοήτευση από την αλήθεια περνά γρήγορα. Η  απογοήτευση όμως από μια ζωή που χτίζεται πάνω σε μια ψευδαίσθηση κρατά πολύ περισσότερο.»

  Έστρεψε για λίγο το βλέμμα προς το ανθοδοχείο.

   «Ένα λουλούδι που ξέρει πως θα μαραθεί μπορεί να χαρεί τον χρόνο που έχει. Ένα λουλούδι όμως που μεγαλώνει πιστεύοντας πως δεν θα έρθει ποτέ ο χειμώνας...»

Άφησε τη φράση ανολοκλήρωτη.

«...θα υποφέρει περισσότερο όταν αλλάξει η εποχή.»

   Ο Λι δεν απάντησε αμέσως. Για πρώτη φορά από τότε που είχε μπει στην αίθουσα, η Γιουν-Σου δεν έμοιαζε με μητέρα που μιλούσε για την κόρη της. Έμοιαζε με μια γυναίκα που στεκόταν απέναντι σε έναν άντρα και του ζητούσε μόνο ένα πράγμα: να τη δει όπως πραγματικά ήταν.

   Ο Λι έμεινε για λίγο ακίνητος. Έξω από την αίθουσα, ο άνεμος μετακίνησε ελαφρά τα κλαδιά των δέντρων. Μια σκιά πέρασε πάνω από τα ξύλινα παραθυρόφυλλα και χάθηκε.

   «Είστε παράξενη γυναίκα, σεβαστή Γιουν-Σου.»

Εκείνη χαμογέλασε.

   «Οι περισσότεροι άνθρωποι έρχονται σε έναν πολέμαρχο ζητώντας κάτι.»

Σήκωσε το βλέμμα του προς εκείνη.

   «Εσείς ήρθατε μιλώντας για το τι πρέπει να χάσει κάποιος.»

Η Γιουν-Σου χαμήλωσε ελαφρά το κεφάλι.

   «Ίσως επειδή έχω χάσει αρκετά ώστε να γνωρίζω την αξία όσων μένουν.»

Ο Λι την παρατήρησε.

   «Και τι πιστεύετε πως μένει;»

Η ερώτηση έμεινε για λίγο ανάμεσά τους.

   «Η παρουσία» του απάντησε χωρίς δισταγμό.   «Όχι οι μεγάλες λέξεις. Όχι οι όρκοι που δίνονται όταν όλα είναι εύκολα. Η παρουσία ενός ανθρώπου όταν η ημέρα τελειώνει.»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   «Όταν επιστρέφει κάποιος κουρασμένος. Όταν δεν χρειάζεται να εξηγήσει γιατί σιώπησε. Όταν υπάρχει κάποιος που καταλαβαίνει χωρίς να ζητά πάντοτε απαντήσεις.»

  Ο Λι έστρεψε το βλέμμα προς το παράθυρο.

   «Η ζωή μου δεν είναι εύκολη για κανέναν που βρίσκεται κοντά μου.»

   «Το γνωρίζω.»

   «Οι εκστρατείες μου μπορεί να κρατήσουν μήνες.»

   «Το γνωρίζω.»

   «Μπορεί να μην επιστρέψω.»

Η Γιουν-Σου δεν απέστρεψε το βλέμμα.

   «Αυτό το γνωρίζω περισσότερο από πολλούς.»

Η απάντησή της τον έκανε να σωπάσει.

   «Δεν θα σας ζητούσε κανείς να αλλάξετε τη ζωή σας.»

συνέχισε.

   «Ούτε να του δώσετε κάτι που δεν μπορείτε να δώσετε.»

«Μόνο...»

σταμάτησε για μια στιγμή,

   «να μην κλείνετε όλες τις πόρτες επειδή κάποτε κάποια άλλη πόρτα άνοιξε και έκλεισε.»

   Ο πολέμαρχος κατάλαβε. Δεν μιλούσε πλέον για τη Λαν Σιν. Μιλούσε για εκείνη.

   «Και εσείς;»

τη ρώτησε.

   «Τι θα θέλατε;»

   Η Γιουν-Σου χαμογέλασε ελαφρά.

   «Σε μια άλλη ηλικία υποθέτω θα απαντούσα διαφορετικά. Θα ζητούσα πράγματα που ζητούν οι νέοι άνθρωποι. Να με διαλέξουν. Να με προτιμήσουν. Να μου υποσχεθούν.»

Χαμήλωσε τα μάτια.

   «Τώρα κάποια γυναίκα στην ηλικία μου θα ζητούσε κάτι απλούστερο.»

Τον κοίταξε ξανά.

   «Να υπάρχει ένας χώρος όπου δύο άνθρωποι μπορούν να είναι ειλικρινείς.»

   Χαμήλωσε για λίγο τη φωνή της.

   «Σήμερα το ανθοδοχείο σας έχει ακόμη λουλούδια.»

   Το βλέμμα της πέρασε για μια στιγμή προς το μέρος που βρισκόταν το άδειο σημείο δίπλα στα άνθη.

   «Κανείς δεν ξέρει όμως πόσο διαρκεί κάθε άνθος. Και κανείς δεν ξέρει ποια άνοιξη θα φέρει το επόμενο.»

   Ο Λι πήρε μια αργή ανάσα και της απάντησε:

   «Κανείς δεν είναι βέβαιος για το μέλλον που θα συναντήσει.»

   Η Γιουν-Σου αποκρίθηκε ήρεμα:

   «Είμαι βέβαιη μόνο για ένα πράγμα. Ότι οι άνθρωποι δεν συναντιούνται πάντοτε στη ζωή όταν είναι νέοι και ελεύθεροι να διαλέξουν.»   

   Έκοψε λίγο τον ρυθμό της ταχύτητας του λόγου της.

   «Μερικές φορές συναντιούνται αργότερα. Όταν έχουν ήδη κουβαλήσει βάσανα Και τότε δεν ζητούν να ξεκινήσουν από την αρχή.»

Μια μικρή παύση  στα λόγια της.

   «Ζητούν μόνο να περπατήσουν για λίγο δίπλα σε κάποιον που καταλαβαίνει τον δρόμο.»

   Ο Λι δεν απάντησε. Όμως αυτή τη φορά η σιωπή του δεν ήταν άρνηση.

   «Δεν θα ζητήσω από έναν πολεμιστή να υποσχεθεί πως ο πόλεμος δεν θα τον αλλάξει.»

Μια μικρή παύση.

   «Μόνο να θυμάται πως, όταν επιστρέφει, κάποιος μπορεί ακόμη να τον αναγνωρίζει.»

   Μπροστά του ο μεταξωτός χιτώνας. Και δίπλα του το ανθοδοχείο με τα λουλούδια που, για πρώτη φορά μετά από καιρό, δεν του φάνηκαν τόσο αιώνια όσο πίστευε. Ο Λι έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα την κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που χρησιμοποιούσε όταν ζύγιζε μια κατάσταση όχι με την καρδιά, αλλά με τη λογική.

   «Υπάρχει όμως κάτι που δεν πρέπει να παραβλέψετε.»

Η Γιουν-Σου τον κοίταξε.

   «Ακόμη κι αν το επιθυμούσατε...»

Σταμάτησε για μια στιγμή.

   «...δεν θα ήταν εύκολο να συναντήσετε έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να ενδιαφερθεί για εσάς.»

   Δεν το είπε σαν απόρριψη. Το είπε σαν διαπίστωση.

   «Είστε σύζυγος. Μητέρα. Μέλος μιας μεγάλης οικογένειας. Υπάρχουν όρια που δεν μπορούν εύκολα να αγνοηθούν.»

Η Γιουν-Σου χαμογέλασε αχνά.

   «Τα όρια των ανθρώπων είναι πολλές φορές πιο περίπλοκα από όσο φαίνονται.»

   Ο Λι δεν απάντησε. Εκείνη συνέχισε ήρεμα:

   «Φροντίζω τη μητέρα μου. Η υγεία της δεν είναι πια όπως παλιά.»

Χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Πολλές φορές μένω στο σπίτι της τη νύχτα. Ο Σονγκ το γνωρίζει.»

   Ο Λι την άκουγε προσεκτικά.

   «Δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Οι γυναίκες φροντίζουν τις μητέρες τους. Κανείς δεν το θεωρεί παράξενο.»

Έκανε μια μικρή παύση.

   «Πολλές φορές πηγαίνω εκεί ακόμη κι όταν ο σύζυγός μου βρίσκεται στο σπίτι.»

Σήκωσε τα μάτια της.

«Και τις περισσότερες φορές που λείπει...»

Η φωνή της χαμήλωσε ελαφρά.

«...πηγαίνω πάλι εκεί.»

Ο Λι έμεινε σιωπηλός.

Η Γιουν-Σου δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί.

Δεν χρειαζόταν.

   «Έτσι είναι η ζωή μας εδώ και χρόνια. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι παντρεμένος και παρ' όλα αυτά να έχει μάθει να ζει μόνος.»

Τα λόγια της είχαν την απλότητα μιας καθημερινής αλήθειας.

   «Ο Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι είναι καλός άνθρωπος. Με σεβάστηκε όταν κανείς άλλος ίσως δεν θα το είχε κάνει.»

Σταμάτησε.

   «Αλλά ο σεβασμός και η παρουσία δεν είναι πάντοτε το ίδιο πράγμα.»

   Ο Λι χαμήλωσε το βλέμμα για λίγο.

   Η Γιουν-Σου συνέχισε:

   «Υπάρχουν γάμοι που στηρίζονται στην εμπιστοσύνη. Και υπάρχουν στιγμές που η εμπιστοσύνη αφήνει χώρο για σιωπές που οι άλλοι δεν βλέπουν.»

    Η αίθουσα βυθίστηκε ξανά στην ηρεμία. Δεν είχε πει τίποτε που να μπορούσε να κατηγορηθεί ως ομολογία. Δεν είχε προσφέρει τίποτε που να μπορούσε να θεωρηθεί απαίτηση. Κι όμως, ο Λι κατάλαβε. Η Γιουν-Σου δεν ζητούσε να αλλάξει τη ζωή του. Του έδειχνε απλώς πως η δική της ζωή είχε ήδη δημιουργήσει έναν χώρο ανάμεσα στις υποχρεώσεις και στις επιθυμίες. Έναν χώρο που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμενε κενός.

 

 

το βράδυ της θυσίας

    Ο Λι την κοίταξε για αρκετές στιγμές.

   «Και αν...»

Η φωνή του έμεινε χαμηλή.

   «Αν ένας άνθρωπος που ενδιαφερόταν για εσάς σας ήθελε τώρα;»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   «Αυτό το βράδυ;»

   Η Γιουν-Σου δεν απάντησε αμέσως. Δεν αιφνιδιάστηκε. Σαν να είχε γνωρίσει από την αρχή πως κάποια στιγμή η συζήτηση θα έφτανε εκεί.    Σήκωσε αργά το βλέμμα της.

   «Αν πραγματικά είχε αποφασίσει...»

είπε ήρεμα,

   «και αν εκείνος ο άνθρωπος άξιζε μια τέτοια θυσία, τότε ίσως να βρισκόταν ένας τρόπος.»

Ο Λι δεν μίλησε.

   «Όμως όχι επειδή ειπώθηκαν μερικά όμορφα λόγια.»

Η Γιουν-Σου χαμήλωσε τη φωνή.

   «Ούτε επειδή μια στιγμή μοναξιάς έκανε κάποιον να πιστέψει πως ένιωσε κάτι περισσότερο.»

Ένα αδιόρατο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της.

   «Οι άνθρωποι συχνά μπερδεύουν τη ζεστασιά μιας λυχνίας μέσα στη νύχτα με τον ήλιο που μπορεί να τους φωτίσει για μια ολόκληρη ζωή.»

Ο Λι την παρατηρούσε σιωπηλός.

   «Μια γυναίκα δεν θα έκανε μια τέτοια επιλογή για ένα παιχνίδισμα.»

Συνέχισε.

   «Ούτε για έναν άνθρωπο που αύριο θα ξυπνούσε και θα αναρωτιόταν αν αυτό που έκανε ήταν απλώς μια επιθυμία της στιγμής.»

Σήκωσε το βλέμμα της προς εκείνον.

   «Μια γυναίκα μπορεί να θυσιάσει πολλά. Την ηρεμία της. Τη φήμη της. Την ασφάλειά της. Αλλά δεν πρέπει να τα θυσιάζει για κάτι που δεν έχει βάθος.»

Η σιωπή κράτησε λίγο.

   «Τα όμορφα λόγια ξεχνιούνται. Οι αποφάσεις όμως μένουν.»

Ο Λι έγειρε ελαφρά το κεφάλι.

   «Και πώς ξέρει κανείς τη διαφορά;»

Η Γιουν-Σου τον κοίταξε.

   «Από το τίμημα που είναι διατεθειμένος να πληρώσει.»

Μια μικρή παύση.

   «Όποιος θέλει μόνο μια στιγμή, ζητά να του δοθεί κάτι χαριστικά και απερίσκεπτα. Όποιος θέλει έναν άνθρωπο, σκέφτεται τι θα πρέπει να αναλάβει ο ίδιος.»

   Τα λόγια της έμειναν ανάμεσά τους. Για πρώτη φορά εκείνη τη νύχτα, ο Λι δεν άκουγε μια γυναίκα να προσπαθεί να τον γοητεύσει. Άκουγε μια γυναίκα που του έλεγε πως η γοητεία χωρίς ευθύνη δεν είχε αξία.

   Ο Λι έμεινε σιωπηλός για λίγο. Ύστερα είπε:

   «Και αν κάποιος σας χρειάζεται δίπλα του...»

Σταμάτησε, σαν να επέλεγε προσεκτικά τις λέξεις.

   «Και εσείς δεν μπορείτε να είστε εκεί;»

Το βλέμμα του παρέμεινε σταθερό πάνω της.

   «Όχι επειδή δεν θα το θέλατε. Αλλά επειδή οι οικογενειακές σας υποχρεώσεις δεν σας το επιτρέπουν.»

   Η Γιουν-Σου χαμήλωσε τα μάτια. Για λίγες στιγμές έμεινε σιωπηλή.

   «Οι υποχρεώσεις αλλάζουν με τον χρόνο.»

Ο Λι δεν την διέκοψε.

   «Όταν τα παιδιά είναι μικρά, μια γυναίκα έχει πάντοτε έναν λόγο να τρέχει. Το σπίτι, οι ανάγκες τους, η ανατροφή τους. Κάθε μέρα έχει κάτι που ζητά την προσοχή της.»

   Ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της.

   «Και τότε νομίζει πως αυτή η ζωή δεν θα τελειώσει ποτέ.»

Σήκωσε το βλέμμα.

   «Ύστερα όμως έρχεται μια μέρα που το σπίτι ησυχάζει. Τα παιδιά μεγαλώνουν. Φεύγουν. Δημιουργούν το δικό τους σπίτι, τη δική τους ζωή. Και ξαφνικά εκείνος ο χρόνος που κάποτε δεν έφτανε για τίποτε...»

Σταμάτησε.

   «...γίνεται περισσότερος απ' όσο ξέρει κανείς τι να τον κάνει.»

Ο Λι την άκουγε χωρίς να μιλά.

   «Τότε μια γυναίκα βλέπει διαφορετικά τα πράγματα. Θυμάται ποια ήταν πριν γίνει μόνο μητέρα. Κοιτάζει τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα της και αναρωτιέται πόσο κοντά είναι πραγματικά οι δυο τους. Όχι επειδή έπαψε να υπάρχει σεβασμός. Αλλά επειδή η σιωπή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους μπορεί να γίνει πολύ μεγάλη όταν δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να γεμίζει τον χώρο.»

   Το βλέμμα της πέρασε για λίγο προς τα παράθυρα της αίθουσας.

   «Ο Σονγκ είναι συχνά μακριά. Οι εμπορικές του υποθέσεις τον κρατούν σε ταξίδια. Το γνωρίζω. Το γνώριζα από την αρχή. Δεν του το χρεώνω.»

Έκανε μια μικρή παύση.

   «Αλλά υπάρχουν νύχτες που ένα μεγάλο σπίτι μοιάζει μεγαλύτερο απ' όσο είναι.»

Ο Λι χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Και πιστεύετε πως αυτός ο χρόνος θα έρθει σύντομα;»

Η Γιουν-Σου χαμογέλασε ελαφρά.

   «Όχι. Πιστεύω πως έχει ήδη αρχίσει. Η Λαν Σιν μεγάλωσε. Σύντομα θα έχει τη δική της οικογένεια, τη δική της θέση σε έναν άλλο οίκο.  Και τότε η μητέρα παύει σιγά-σιγά να είναι απαραίτητη.»

Η φωνή της δεν είχε πίκρα. Μόνο αποδοχή.

   «Αυτό είναι το φυσικό. Τα παιδιά δεν γεννιούνται για να μείνουν για πάντα δίπλα μας.»

Έστρεψε ξανά το βλέμμα στον Λι.

   «Αλλά και οι γονείς δεν παύουν ξαφνικά να έχουν ανάγκη να αισθάνονται πως η παρουσία τους έχει ακόμη αξία.»

   Ο Λι έμεινε σιωπηλός. Η Γιουν-Σου δεν είπε περισσότερα. Δεν χρειαζόταν. Δεν του είχε μιλήσει για επιθυμία. Δεν του είχε μιλήσει για αντικατάσταση. Του είχε μιλήσει για ένα σπίτι που αδειάζει αργά. Και για έναν άνθρωπο που, όταν επιστρέφει από τον πόλεμο, ίσως να χρειάζεται κάποιον να βρει εκεί.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε για αρκετή ώρα χωρίς να μιλήσει. Η προηγούμενη ηρεμία είχε φύγει από το βλέμμα του. Δεν υπήρχαν πλέον μεταφορές, λουλούδια και υπαινιγμοί. Ήταν πάλι ο άνθρωπος που έδινε διαταγές στο πεδίο της μάχης, ο άντρας που είχε μάθει να αποφασίζει όταν η στιγμή έφτανε.

   «Πού θα διανυκτερεύσετε σήμερα, Γιουν-Σου;»

   Η ερώτηση ήρθε απλά, σχεδόν απότομα. Εκείνη δεν αιφνιδιάστηκε. Ήξερε πως κάποια στιγμή θα έπρεπε να σταματήσουν να μιλούν γύρω από αυτό που και οι δύο είχαν ήδη καταλάβει.

   «Εξαρτάται.»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   «Ίσως στη μητέρα μου.»

   Ο Λι έγνεψε αργά. Ύστερα το βλέμμα του μετακινήθηκε προς τον μεταξωτό χιτώνα που βρισκόταν ακόμη πάνω στο τραπέζι.

   «Αν όλα αυτά που είπαμε δεν ήταν μόνο λόγια της στιγμής...»

Η Γιουν-Σου παρέμεινε σιωπηλή.

   «Αν δεν μιλούσαμε απλώς για κάποιους άλλους ανθρώπους, για κάποιες άλλες καταστάσεις...»

   Σταμάτησε. Τα μάτια του έμειναν πάνω στο δώρο της.

   «Και αν αυτός ο χιτώνας δεν είναι μόνο ένα δώρο ευγνωμοσύνης και φιλίας...»

   Η σιωπή ανάμεσα τους έγινε βαριά. Η Γιουν-Σου δεν κατέβασε το βλέμμα. Δεν υπήρχε θρίαμβος στο πρόσωπό της. Ούτε ανακούφιση. Μόνο η ήρεμη αποδοχή μιας επιλογής που είχε ήδη ζυγίσει.

   Ο Λι πήρε μια ανάσα.

   «Θα σας συνοδεύσουν μέχρι το σπίτι της μητέρας σας δύο άνδρες μου.»

Η φωνή του ήταν σταθερή.

   «Σε τρεις ώρες θα έρθει κάποιος που εμπιστεύομαι να σας φέρει πίσω εδώ.»

Έκανε μια μικρή παύση.

   «Κανείς δεν πρέπει να σας αναγνωρίσει. Πριν από τα χαράματα θα σας επιστρέψει εκεί απ' όπου θα φύγετε.»

Η Γιουν-Σου έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.

   «Καταλαβαίνω.»

Ο Λι στράφηκε προς την εσωτερική πόρτα.

   «Σιάνγκ-Λι.»

   Η ηλικιωμένη υπηρέτρια εμφανίστηκε σχεδόν αμέσως. Όπως πάντα, είχε ακούσει χωρίς να δείξει ότι άκουσε.

   «Θα συνοδεύσεις τη σεβαστή κυρία Γιουν-Σου ως την έξοδο. Δύο φρουροί θα την οδηγήσουν μέχρι την οικία της μητέρας της. Θα επιστρέψουν μόνο όταν βεβαιωθούν πως έφτασε με ασφάλεια.»

   Η Σιάνγκ-Λι υποκλίθηκε.

   «Όπως προστάζετε, άρχοντα.»

   Η Γιουν-Σου υποκλίθηκε βαθιά στον Λι Γουέν-Τσενγκ.

    «Σας ευχαριστώ για την ευθύτητα.»

Εκείνος την κοίταξε.

   «Και εγώ σας ευχαριστώ για τα δώρα σας.»

   Εκείνη χαμογέλασε.

   «Ελπίζω να μπορέσω να σας τα ανταποδώσω όσο πιο γρήγορα γίνεται.» 

   Δεν πρόσθεσαν τίποτε άλλο. Η Σιάνγκ-Λι την οδήγησε έξω από την αίθουσα. Οι δύο υπηρέτριες της περίμεναν στην αυλή Τα φανάρια έριχναν απαλό φως στις πέτρινες πλάκες, ενώ οι φρουροί άνοιγαν αργά τη μεγάλη πύλη. Η Γιουν-Σου πέρασε το κατώφλι χωρίς να κοιτάξει πίσω. Γνώριζε πως αυτή η έξοδος δεν ήταν πραγματικό τέλος. Ήταν μόνο μια αναχώρηση που έπρεπε να φανεί ως αναχώρηση.

   Εκείνο το βράδυ δεν θα περνούσε τη νύχτα στο δωμάτιο της μητέρας της, δεν θα καθόταν δίπλα σε ένα κρεβάτι περιμένοντας την αυγή. Θα επέστρεφε κρυφά από τη μικρή πλαϊνή είσοδο του αρχοντικού, εκεί όπου οι σκιές των τοίχων έκρυβαν τα βήματα όσων δεν έπρεπε να φανούν.

Θα επέστρεφε στην κεντρική κρεβατοκάμαρα του Λι Γουέν-Τσενγκ. Και εκεί, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, δεν θα ήταν μόνο η μητέρα, η σύζυγος ή η γυναίκα ενός μεγάλου οίκου. Θα ήταν απλώς η Γιουν-Σου. Μια γυναίκα που, μέσα στη σιωπή της ώριμης ηλικίας, είχε επιλέξει να θυμηθεί πως υπήρχε ακόμη. Και ο  Λι Γουέν-Τσενγκ θα την έκανε να αισθανθεί, όπως είχε κάνει  να αισθανθεί και την κόρη της, την Λαν Σιν, να αισθανθεί γυναίκα.

   Αυτό θα ήταν το πρώτο βράδυ, ένα από τα πολλά που θα ακολουθούσαν όσο ο Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι και η Λαν Σιν θα παρέμεναν ακόμη πολλές μέρες στη Τσενγκντού και μέσα στην άδεια της οικογενειακή φωλιά,  η Γιουν-Σου είχε το χρόνο να προσφέρει τις νύχτες στον Λι Γουέν-Τσενγκ το σώμα της και τον πόθο της. Δεν  ήταν μια θυσία για την ίδια. Ήταν  μια θυσία για την κόρη της. Για να μην ξαναγγίξει το σώμα της Λαν Σιν ο πολέμαρχος. Η Λαν Σιν έπρεπε να παντρευτεί και κάποιος έπρεπε να θυσιαστεί για την ευημερία του γάμου της. Άλλο αν κάποιες θυσίες κοντά στην προσφορά φέρνουν και την ευχαρίστηση. Άλλο αν κάποιες θυσίες μοιάζουν με εθελούσιες παραδόσεις. Άλλο αν σε κάποιες θυσίες δεν ζητήθηκε να θυσιαστεί  αυτός που αυτοπροτάθηκε να υποστεί τις συνέπειες για να διασφαλίσει το μέλλον όλων των υπόλοιπων. 

   Εκείνο που θα προσπαθούσε η Γιουν-Σου θα ήταν να κάνει αυτές τις βραδιές όσο μπορούσε πιο θερμές, να μεγαλώσει το χρόνο της νύχτας. Να αντλήσει αυτά που της είχαν στερηθεί στη ζωή της. Από τον σύντομο πρώτο γάμο της, από  τον δεύτερο γάμο της με τον Σονγκ, από τον περιορισμό που ένιωθε να είναι ομόκοιτη με ένα συγγενή της, όπως ήταν ο Τζιάνγκ-Χάι. Δεν είχε προλάβει να αφήσει τον εαυτό της. Μπορεί η ομορφιά της να έκανε τους δύο άντρες της ζωής της να την σέβονται αλλά κανείς δεν ήθελε να την μεταχειριστεί σε όλες της τις δυνατότητες, σαν ένα έπιπλο ή  ένα μπιμπελό που το φοβόνταν, που το γυάλιζαν και προτιμούσαν να το κοιτούν παρά να το απολαμβάνουν και  να το  τσαλακώσουν. Με τον πολέμαρχο υπήρχε εκείνη η απόσταση, εκείνη η αίσθηση ότι  τίποτε δεν θα κρατούσε, και για αυτό και εκείνος και εκείνη δεν είχαν επιφυλάξεις. Και μέσα της ήθελε να τον κάνει να νιώσει πιο έντονα από τις νύχτες που είχε ζήσει με την κόρη της. Έπρεπε άλλωστε να τον κάνει να ξεχάσει την Λαν Σιν. «Όταν έχεις το πρωτότυπο, δεν σου χρειάζεται το αντίγραφο» του είπε το πρώτο τους βράδι στην κρεβατοκάμαρά του. Και ήξερε ότι  εκείνη ήταν  το πρωτότυπο. Ένα πρωτότυπο που δεν χρειαζόταν να δείξει συστολή. Η συστολή ήταν για τα επίσημα λόγια, όχι για την ιδρωμένη νύχτα.    

 

 

το παρελθόν και το παρόν της Γιουν-Σου

   Πολύ πριν γίνει η σεβαστή κυρία του εμπορικού οίκου στο Λο Τζιάνγκ, η Γιουν-Σου ήταν γνωστή με άλλο τρόπο. Στο Τζιντάνγκ, όπου γεννήθηκε η Γιουν-Σου, η οικογένειά της καλλιεργούσε λίγα στρέμματα γης. Ο πατέρας της ήταν εργατικός άνθρωπος, αλλά η γη δεν αρκούσε για να θρέψει τόσα στόματα. Η Γιουν-Σου είχε δύο μικρότερα αδέλφια και μια μεγαλύτερη αδελφή, και υπήρχαν χρονιές που μια κακή σοδειά αρκούσε για να βρεθούν όλοι στα χρέη.

   Όταν ήταν περίπου δώδεκα ετών, στο Τζιντάνγκ έφτασε ένα μεγάλο πανηγύρι. Ανάμεσα στους εμπόρους και τους ακροβάτες εμφανίστηκε κι ένας θίασος μουσικών και χορευτριών από τη Μιενγιάνγκ.

   Η Γιουν-Σου δεν είχε δει ποτέ κάτι παρόμοιο. Τα μεταξωτά φορέματα, οι κινήσεις των χεριών, η μουσική, ο τρόπος που οι άντρες παραμέριζαν για να τις αφήσουν να περάσουν... όλα της φάνηκαν σαν ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός από τα χωράφια. Εκείνο το βράδυ είπε στη μητέρα της:

   «Δεν θέλω να περάσω όλη μου τη ζωή σκυμμένη πάνω από το χώμα.»

   Η μητέρα της τη μάλωσε. Μερικούς μήνες αργότερα, άλλη μια κακή σοδειά έφερε νέα χρέη. Τότε εμφανίστηκε ένας μεσάζων από τη Μιενγιάνγκ.

   «Η κόρη σας είναι όμορφη. Έχει παράστημα και καθαρή φωνή. Ο οίκος της κυρίας Λιν ζητά νεαρές μαθήτριες. Θα μάθει χορό, μουσική και εθιμοτυπία. Αν ξεχωρίσει, θα έχει ζωή καλύτερη από αυτή που μπορεί να της προσφέρει το χωράφι.»

    Ο πατέρας της αρνήθηκε.

    Η Γιουν-Σου όμως τον πλησίασε μόνη της εκείνο το βράδυ.

   «Άφησέ με να πάω.»

   Εκείνος την κοίταξε σιωπηλός.

   «Δεν θα χρειάζεται να πουλήσεις τη γη.»

   Ήταν η πρώτη φορά που ο πατέρας της κατάλαβε πως η μικρή του κόρη δεν ονειρευόταν μια διαφορετική ζωή μόνο για τον εαυτό της. Ονειρευόταν να ξεφύγει από τη φτώχεια που κρατούσε ολόκληρη την οικογένεια δεμένη.

   Έτσι, στα δεκατρία της χρόνια, έφυγε για τη Μιενγιάνγκ. Πίστευε ότι πήγαινε να μάθει χορό. Στην πραγματικότητα, εκεί έμαθε κάτι πολύ δυσκολότερο. Πως ο κόσμος δεν κυβερνιέται μόνο από την εργασία. Αλλά και από την επιθυμία, τη φιλοδοξία και την ικανότητα να καταλαβαίνεις τι λαχταρά ο άνθρωπος που στέκεται απέναντί σου.

    Στην αρχή εκπαιδεύτηκε για έναν περίπου χρόνο και, όταν έκλεισε τα δεκατέσσερα, άρχισε να εμφανίζεται στις βραδιές ενός μεγάλου οίκου  μουσικής και χορού  στη Μιενγιάνγκ, όπου νέες κοπέλες εκπαιδεύονταν στον χορό, στο τραγούδι, στην ποίηση και στην τέχνη της συντροφιάς. Οι άντρες των πλούσιων οικογενειών έρχονταν για να πιουν κρασί, να ακούσουν μουσική και να θαυμάσουν την ομορφιά τους.

   Στις πρώτες κιόλας εμφανίσεις της, η Γιουν-Σου άρχισε να τραβά τα βλέμματα των νεαρών θαμώνων. Ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών, όμως χόρευε με μια χάρη που έκανε ακόμη και τους πιο έμπειρους μουσικούς να χαμηλώνουν τον τόνο των οργάνων τους για να μη σπάσουν τη μαγεία της στιγμής.

   Ανάμεσα σε όσους άρχισαν να επισκέπτονται συχνά τον οίκο ήταν και ο εικοσιτριάχρονος Χου Μινγκ-Γιουάν, πρωτότοκος γιος μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες εμπόρων μεταξιού της Μιενγιάνγκ. Ερχόταν αρχικά μαζί με φίλους του, όμως σύντομα άρχισε να ζητά πάντοτε τη Γιουν-Σου. Εκείνη τον ξεχώριζε από τους υπόλοιπους. Δεν την πλησίαζε με αλαζονεία ούτε με χονδροειδή λόγια. Της έφερνε μικρά δώρα —ένα κεντημένο μαντίλι, ένα βιβλίο με ποιήματα, ένα κλαδί ανθισμένης δαμασκηνιάς την άνοιξη— και προτιμούσε να την ακούει να μιλά παρά να την επιδεικνύει μπροστά στους φίλους του.

   Για πρώτη φορά από τότε που είχε φύγει από το πατρικό της, η Γιουν-Σου ένιωσε πως κάποιος έβλεπε σε εκείνη κάτι περισσότερο από μια όμορφη χορεύτρια. Κι ο Μινγκ-Γιουάν, μεγαλωμένος μέσα σε πλούτη και αυστηρούς κανόνες, γοητεύτηκε από τη ζωντάνια και την εξυπνάδα της. Το σύντομο ειδύλλιό τους φούντωσε γρήγορα. Κάθε επίσκεψή του στον οίκο ήταν μια ακόμη αφορμή για κλεφτές ματιές, λίγες ψιθυριστές κουβέντες και υποσχέσεις πως κάποτε θα μπορούσαν να ζήσουν μακριά από τους περιορισμούς που τους χώριζαν.

    Η πραγματικότητα, όμως, αποδείχθηκε ισχυρότερη από τα νεανικά τους όνειρα. Η μητέρα του, η Χου Σιανγκ-Λάν, γυναίκα με ισχυρή προσωπικότητα και αδιαμφισβήτητη εξουσία μέσα στην οικογένεια, πληροφορήθηκε τις συνεχείς επισκέψεις του στον οίκο μουσικής και χορού. Τον κάλεσε μπροστά της και του μίλησε χωρίς περιστροφές.

   «Ένας γιος της οικογένειας Χου δεν θα αμαυρώσει το όνομά της για μια κοπέλα του οίκου. Αν συνεχίσεις να πηγαίνεις εκεί, θα σε αποκληρώσω. Ό,τι έχτισαν ο πατέρας σου κι οι πρόγονοί σου θα περάσει σε άλλους.»

   Ο Μινγκ-Γιουάν προσπάθησε να αντισταθεί, όμως η απειλή ήταν πραγματική. Λίγες ημέρες αργότερα, η Σιανγκ-Λάν τον έστειλε στο Χανγκτζόου για να αναλάβει, για σχεδόν έναν χρόνο, τις αγορές μεταξιού και τη λειτουργία ενός νέου εμπορικού καταστήματος της οικογένειας. Ήταν μια τιμητική αποστολή, αλλά και ο ασφαλέστερος τρόπος να κοπεί κάθε δεσμός με τη νεαρή χορεύτρια.

   Ο Μινγκ-Γιουάν δεν πρόλαβε ούτε να την αποχαιρετήσει. Μόνο ένα μικρό ποίημα έφτασε στα χέρια της μέσω ενός έμπιστου υπηρέτη, γραμμένο βιαστικά πάνω σε λεπτό χαρτί. Η Γιουν-Σου το κράτησε για χρόνια κρυμμένο ανάμεσα στα λιγοστά προσωπικά της αντικείμενα. Κάποτε, όμως, το έριξε μόνη της στη φωτιά. Καθώς το χαρτί μαύριζε και γινόταν στάχτη, κατάλαβε πως οι άνθρωποι της δικής της μοίρας δεν είχαν την πολυτέλεια να ζουν με αναμνήσεις.

   Λίγες εβδομάδες μετά την αναχώρηση του Μινγκ-Γιουάν, δύο νέοι έμποροι πέρασαν για πρώτη φορά το κατώφλι του οίκου. Ο ένας ήταν ο εξάδελφός της, ο Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι. Δίπλα του στεκόταν ο παιδικός του φίλος, ο Λιανγκ Ξουάν. Ο Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι εμπορευόταν τσάι, ο Λιανγκ Ξουάν μετάξι. Και όσα χρήματα κέρδιζαν τότε, τα σκόρπιζαν χωρίς πολλή σκέψη.

   Η Γιουν-Σου χόρευε αργά κάτω από το φως των λυχναριών. Το κόκκινο μετάξι του φορέματός της ακολουθούσε κάθε κίνησή της σαν φλόγα. Ο Λιανγκ Ξουάν δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της ούτε και ο Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι. Τις επόμενες εβδομάδες επέστρεψαν πολλές φορές.

   Η Γιουν-Σου ήξερε να χαμογελά στον έναν και λίγο αργότερα να αφήνει το βλέμμα της να σταθεί στον άλλον. Δεν έδινε ποτέ ολόκληρη την καρδιά της. Μόνο την υπόσχεσή της.

   Ένα βράδυ, βγαίνοντας από τον οίκο ψυχαγωγίας, ο Λιανγκ Ξουάν είπε χαμηλόφωνα:

   «Νομίζω πως την αγαπώ.»

   Ο Σονγκ έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα χαμογέλασε πικρά.

   «Εγώ δεν μπορώ να προχωρήσω.»

   Ο φίλος του τον κοίταξε απορημένος.

   «Είναι εξαδέλφη μου.»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   «Εσύ όμως...»

   Δεν ολοκλήρωσε τη φράση. Δεν χρειαζόταν. Λίγους μήνες αργότερα, ο Λιανγκ Ξουάν την παντρεύτηκε. Της έταξε πολλά για να την φέρει  από την πόλη στο άσημο Λο  Τζιάνγκ. Εκεί είχε παντρευθεί η μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας της,  η Τζεν-Λι,  η μητέρα του Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι. 

   Ο γάμος τους κράτησε μόλις τρεις μήνες. Ύστερα ήρθε η μεγάλη πυρκαγιά στις αποθήκες ρυζιού της ανατολικής αγοράς του Λο Τζιάνγκ. Οι καμπάνες χτυπούσαν ασταμάτητα. Ο ουρανός είχε γίνει κατακόκκινος. Ο Λιανγκ Ξουάν στεκόταν στην αυλή, αβέβαιος. Δεν ήταν άνθρωπος που έπαιρνε εύκολα αποφάσεις. Πάντοτε δίσταζε μπροστά στον κίνδυνο.

   Η Γιουν-Σου έπιασε τα χέρια του. Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα.

   «Οι αποθήκες...»

Η φωνή της έτρεμε.

   «Θα τα χάσουμε όλα...»

Εκείνος δίστασε. «Υπάρχουν ήδη άνθρωποι εκεί.»

   «Μετά δεν θα μας υπολογίζει κανείς.»

Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.

   «Ούτε εσένα ούτε εμένα.»

Μια τελευταία παύση.

   «Θα λένε πως εγώ δεν σε άφησα να πας.»

    Αυτή ήταν η φράση που τον λύγισε. Ο Λιανγκ Ξουάν άρπαξε τον μανδύα του και έτρεξε προς τις φλόγες. Δεν επέστρεψε ποτέ.

   Στην κηδεία του, ο Σονγκ στάθηκε δίπλα της χωρίς να μιλήσει. Για εβδομάδες φρόντιζε τις υποθέσεις του φίλου του, πλήρωνε τα χρέη, προστάτευε τη νεαρή χήρα.

   Σιγά σιγά η Γιουν-Σου άρχισε πάλι να του χαμογελά. Έναν χρόνο αργότερα έγινε γυναίκα του. Ο γάμος τους όμως είχε από την αρχή έναν όρο που έθεσε εκείνη.

   «Κανείς δεν πρέπει να μάθει πως είμαι εξαδέλφη σου.»

Ο Σονγκ συνοφρυώθηκε.

   «Οι οικογένειές μας το γνωρίζουν.»

   «Ναι, αλλά οι υπόλοιποι όχι. Πρέπε να φύγουμε από εδώ.»

   «Πού;»

  «Μακριά.»

   Έτσι εγκαταστάθηκαν στην άλλη πλευρά του Λο Τζιάνγκ, αρκετά μακριά τόσο από τους συγγενείς του Σονγκ και αρκετά μακρύτερα από τους συγγενείς του πρώτου άνδρα της, του Λιανγκ Ξουάν.

   Ο Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι έγινε ένας από τους σημαντικότερους εμπόρους της περιοχής. Έλειπε μήνες ολόκληρους. Κάθε φορά που επέστρεφε, της έφερνε μεταξωτά από το Σουτζόου, νεφρίτες από το Χοτάν, φίνα κεραμικά και αρώματα. Ήταν ο τρόπος του να της λέει πως τη σκεφτόταν. Εκείνη όμως ζητούσε κάτι διαφορετικό.

   Μόνο μία φορά τον συνόδευσε σε εμπορικό ταξίδι. Πήγαν μαζί στη Μιενγιάνγκ. Στην πόλη όπου κάποτε είχε χορέψει. Στους ίδιους δρόμους με τα θέατρα, τα συμπόσια και τα μεγάλα γλέντια.

Εκείνη την εποχή η κόρη τους, η Λαν Σιν, ήταν μόλις λίγων μηνών. Η Γιουν-Σου την άφησε στα χέρια της πεθεράς της, της Τζεν-Λι, χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήθελε να ξαναδεί την πόλη που της θύμιζε τη νιότη της.

   Με τα χρόνια, όμως, ο Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι άρχισε να υποφέρει από αυτό που οι γιατροί αποκαλούσαν «νόσο της εξάντλησης της δίψας». Οι θεραπευτές παρατηρούσαν ότι οι ασθενείς διψούσαν ασταμάτητα, ουρούσαν πολύ συχνά, έχαναν βάρος, κουράζονταν εύκολα και εμφάνιζαν αδυναμία στα άκρα. Πίστευαν ότι οφειλόταν σε εξάντληση των σωματικών υγρών και σε εσωτερική θερμότητα.

    Ο Σονγκ αδυνάτισε. Κουραζόταν εύκολα. Η επιθυμία του για τη γυναίκα του μειώθηκε αισθητά και πολλές νύχτες προτιμούσε να κοιμηθεί εξαντλημένος παρά να τη συνοδεύσει στο κρεβάτι.

    Η Γιουν-Σου δεν παραπονέθηκε ποτέ φανερά. Όμως μέσα της επέστρεφαν όλο και συχνότερα οι αναμνήσεις της Μιενγιάνγκ. Της πόλης όπου είχε μάθει πως ένα βλέμμα μπορούσε να γίνει δύναμη, πως ένας άντρας μπορούσε να οδηγηθεί εκεί όπου εκείνη επιθυμούσε και πως, καμιά φορά, η πραγματική τέχνη δεν ήταν ο χορός. Ήταν η τέχνη να κυβερνάς τις καρδιές των άλλων χωρίς να φαίνεται ότι κινείς ούτε ένα δάχτυλο.

   Όταν πέθανε ο  πατέρας της, έφερε τη  μάνα της στο Λο Τζιανγκ, της βρήκε ένα σπίτι. Όχι μακρυά από το δικό της, όχι κοντά. Τελικά ο Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι το αγόρασε. «Δεν μπορεί η μητέρα σου κάθε τόσο να φοβάται αν  θα τη διώξουν» είπε στη Γιουν-Σουν μόλις είχε ολοκληρωθεί η αγορά.

   Τώρα, στα τριάντα έξι της χρόνια, η Γιουν-Σου ένιωθε πως είχε συναντήσει ξανά κάτι που πίστευε ότι είχε αφήσει για πάντα πίσω της, στους δρόμους της Μιενγιάνγκ. Ό,τι δεν είχε προλάβει να ζήσει τότε με τον Μινγκ-Γιουάν έμοιαζε να ξαναγεννιέται, με τρόπο παράδοξο, στις νυχτερινές επισκέψεις της στο αρχοντικό του Γουέν-Τσενγκ.

   Μόνο που τώρα όλα ακολουθούσαν την αντίθετη πορεία. Με τον Μινγκ-Γιουάν είχαν προηγηθεί οι συζητήσεις, τα χαμόγελα, οι διστακτικές ματιές, η ευγένεια που σιγά σιγά είχε γίνει τρυφερότητα. Το σώμα δεν είχε προλάβει ποτέ να ακολουθήσει. Με τον Γουέν-Τσενγκ είχε συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Πριν ακόμη γνωρίσουν ο ένας την ψυχή του άλλου, είχαν γνωρίσει τα σώματά τους. Κι όμως, έπειτα από κάθε νυχτερινή συνάντηση, η σιωπή ανάμεσά τους γινόταν όλο και πιο οικεία, οι κουβέντες κρατούσαν λίγο περισσότερο και τα βλέμματά τους έμεναν το ένα πάνω στο άλλο χωρίς την ανυπομονησία των πρώτων βραδιών.

   Δεν ήξερε ακόμη τι όνομα να δώσει σε αυτό που γεννιόταν. Ήξερε μόνο πως, για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, ανυπομονούσε να πέσει το σκοτάδι.

   Ο Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι έλειπε στην Τσενγκντού έχοντας μαζί του τη Λαν Σιν. Το αρχοντικό ήταν ήσυχο, και οι νύχτες έμοιαζαν να κυλούν έξω από τον χρόνο, σαν να της δάνειζαν λίγες κλεμμένες ώρες από μια ζωή που δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι θα ζούσε.

   Θα μπορούσε άραγε να συνεχιστεί αυτό; Γιατί όχι; Ο Σονγκ έλειπε συχνά για μήνες ολόκληρους στα εμπορικά του ταξίδια. Ο Γουέν-Τσενγκ, από την άλλη, δεν ήταν άνθρωπος που έμενε διαρκώς στο Λο Τζιάνγκ. Οι επιθεωρήσεις των φρουρών, οι περιοδείες στις επαρχίες και οι στρατιωτικές αποστολές τον κρατούσαν πολλές φορές μακριά.

   Ίσως οι απουσίες του ενός να συναντούσαν τις παρουσίες του άλλου. Το δύσκολο θα ήταν μόνο όταν και οι δύο βρίσκονταν στην πόλη. Ύστερα όμως συλλογίστηκε πως ούτε αυτό ήταν αξεπέραστο. Η ζωή είχε τα δικά της κενά. Ίσως εκεί, ανάμεσα στις αναχωρήσεις και στις επιστροφές, να υπήρχε αρκετός χώρος για να κρυφτεί ένα μυστικό.

   Ένιωσε σχεδόν ένοχη που το σκεφτόταν. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχε νιώσει πάνω της τη δύναμη ενός άνδρα που την ποθούσε χωρίς δισταγμό, που τα χέρια του την κρατούσαν με βεβαιότητα και την έκαναν να ξεχνά κάθε άλλη σκέψη. Στο πλευρό του Σονγκ η τρυφερότητα είχε μείνει· η παλιά φλόγα όμως είχε αρχίσει εδώ και χρόνια να σβήνει σιωπηλά.

   Και υπήρχε ακόμη κάτι που δεν είχε ομολογήσει ποτέ, ούτε στον ίδιο ούτε στον εαυτό της. Όσο κι αν αγαπούσε τον άνδρα της, κάποιες φορές ανάμεσά τους στεκόταν σαν σκιά η γνώση πως ήταν παιδιά του ίδιου αίματος, έστω κι αν η συγγένεια ερχόταν από τις μητέρες τους. Μια σκέψη που εμφανιζόταν απρόσκλητη, μόνο για μια στιγμή, πριν χαθεί πάλι.

    Με τον Γουέν-Τσενγκ δεν υπήρχε τίποτε από όλα αυτά. Δεν τους συνέδεε ούτε συγγένεια ούτε κοινό παρελθόν ούτε υποχρεώσεις. Μόνο η επιθυμία. Μια επιθυμία που δεν ζητούσε εξηγήσεις ούτε απολογίες.

   Ίσως έφταιγε και το ότι ήταν πολεμιστής, κατακτητής. Υπήρχε στον τρόπο που περπατούσε, στον τρόπο που την αγκάλιαζε, μια αποφασιστικότητα που δεν είχε γνωρίσει ποτέ ως τότε. Καμιά φορά τον φανταζόταν σαν στρατηγό που πλησίαζε τα τείχη μιας καλά φυλαγμένης πόλης. Κι εκείνη, αντί να διατάξει να κλείσουν οι πύλες, ένιωθε να τις ανοίγει μόνη της, χωρίς μάχη και χωρίς αντίσταση.

   Η Γιουν-Σου είχε ακούσει το όνομα του Γουέν-Τσενγκ πριν ακόμη τον γνωρίσει. Το είχε ακούσει από τον Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι, σε κάποια από εκείνες τις βραδιές που επέστρεφε από τα ταξίδια του και μιλούσε για ανθρώπους που είχε συναντήσει στους εμπορικούς δρόμους. Ανάμεσα στα πολλά ονόματα εμπόρων, αξιωματούχων και ανθρώπων με επιρροή, είχε αναφέρει και εκείνο της Φου Χουέ.

   Ήταν, όπως της είχε πει, μία από τις σημαντικότερες εμπόρους της Χουνάν. Η δύναμή της απλωνόταν γύρω από τη λίμνη Ντονγκτίνγκ, όπου τα πλοία της μετέφεραν εμπορεύματα και οι συμφωνίες της έφταναν σε μακρινές πόλεις. Ο Σονγκ τη θαύμαζε, όχι μόνο για τον πλούτο της, αλλά και για την ικανότητά της να στέκεται ανάμεσα στους ισχυρότερους άνδρες του εμπορίου χωρίς να υποχωρεί σε κανέναν.

   Κάποτε, όταν ο Σονγκ μιλούσε για τις γνωριμίες του στη Χουνάν, είχε χαμογελάσει ελαφρά.

   «Η Φου Χουέ έστειλε χαιρετισμούς για τον Λι  Γουέν-Τσενγκ. Συνεχώς για αυτόν ρωτάει. »

   Τότε η Γιουν-Σου δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία. Το όνομα του πολέμαρχου δεν ήταν παρά ένα ακόμη όνομα ανάμεσα σε πολλά που περνούσαν από τις συζητήσεις του άντρα της. Δεν γνώριζε ακόμη πως πίσω από εκείνον τον χαιρετισμό υπήρχε μια ιστορία παλαιότερη από τη δική της. Δεν γνώριζε ακόμη πως ο άνδρας που άρχιζε τώρα να επισκέπτεται τις νύχτες της είχε αφήσει κάποτε το αποτύπωμά του στη ζωή μιας γυναίκας που η ίδια τον σκεπτόταν ακόμη μετά από τόσα χρόνια..

   Αρκεί το προξενιό για τη Λαν Σιν να είχε θετική κατάληξη. Αρκεί ο άνθρωπος που θα της πρότειναν να ήταν κάποιος που η ίδια θα μπορούσε να αγαπήσει ή, τουλάχιστον, να σεβαστεί. Αυτό ήταν το μόνο που είχε σημασία.

   Η Γιουν-Σου της το είχε πει πολλές φορές.

«Εδώ στο Λο Τζιάνγκ η ζωή σου θα είναι περιορισμένη. Ένας άνθρωπος μπορεί εύκολα να εγκλωβιστεί εκεί όπου γεννήθηκε. Οι ίδιοι δρόμοι, οι ίδιες φωνές, οι ίδιες προσδοκίες. Κάποια στιγμή μπορεί να ξεχάσεις πως υπάρχει ένας κόσμος μεγαλύτερος από αυτόν που βλέπεις κάθε μέρα.»

   Η ίδια, όταν ήταν νέα, δεν είχε πραγματικά επιλογές. Η ζωή την είχε οδηγήσει εκεί όπου την έσπρωξαν η φτώχεια, η ανάγκη της οικογένειας και οι αποφάσεις άλλων ανθρώπων. Η Λαν Σιν όμως ήταν διαφορετική. Είχε μόρφωση. Είχε ικανότητες. Είχε μπροστά της δρόμους που η μητέρα της δεν είχε ποτέ μπορέσει να διαβεί. Γι’ αυτό πίστευε πως θα ήταν κρίμα να αφήσει τον εαυτό της να βαλτώσει σε έναν τόπο μόνο και μόνο επειδή εκεί είχε γεννηθεί. Όταν κάποιος είχε τη δύναμη να αναζητήσει κάτι μεγαλύτερο, δεν έπρεπε να φοβάται να το ακολουθήσει.

   Το μόνο που φοβόταν ήταν μήπως η Λαν Σιν επέστρεφε χωρίς να εγκρίνει τον υποψήφιο γαμπρό και αποφάσιζε να μείνει οριστικά στο Λο Τζιάνγκ. Τότε όλα θα γίνονταν πιο δύσκολα. Γιατί η Γιουν-Σου είχε δει ήδη κάτι που δεν μπορούσε να ξεχάσει. Η κόρη της είχε γνωρίσει τον Γουέν-Τσενγκ. Η Λαν Σιν δεν της είχε εξομολογηθεί λεπτομέρειες. Δεν χρειαζόταν όμως. Η μητέρα της γνώριζε να διαβάζει όσα οι άλλοι προσπαθούσαν να κρύψουν. Όταν είχε επιστρέψει από το αρχοντικό του πολέμαρχου, το πρόσωπό της είχε μια λάμψη διαφορετική. Δεν ήταν μόνο θαυμασμός για έναν ισχυρό άνδρα ούτε ενθουσιασμός από μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Ήταν η λάμψη μιας νέας γυναίκας που είχε αγγίξει κάτι άγνωστο μέχρι τότε. Και το άγνωστο και το πρωτόγνωρο πάντα γοητεύει. Ίσως κάτι από την ίδια  λάμψε να  φώτιζε τώρα και το πρόσωπο της Γιουν-Σου, όσο και αυτή  να  προσπαθούσε να την κρύψει. 

   Χάϊδεψε απαλά το  χέρι  της μητέρας της. Εκείνη αν και μισοκοιμόταν ήταν σα να είχε ακούσει τις σκέψεις της. Σε λίγο θα ερχόταν η γυναίκα που θα την φρόντιζε τη νύχτα. Η Γιουν-Σου ετοιμάστηκε να επιστρέψει για έναν τελευταίο έλεγχο στο κατάστημα του Σονγκ. Έπειτα θα περνούσε από το σπίτι της φίλης της, της Τανγκ Τσινγκ-Λιέν. Ήταν ίσως η μοναδική γυναίκα με την οποία είχε αποκτήσει πραγματικά φιλική σχέση στο Λο Τζιάνγκ. Κι εκείνη είχε χάσει τον άνδρα της στη μεγάλη πυρκαγιά των αποθηκών και γνώριζε τι σήμαινε να πρέπει να ξαναχτίσεις τη ζωή σου από την αρχή.

   Όταν, χρόνια πριν, η Γιουν-Σου είχε δεχθεί την πρόταση γάμου του Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι, στη Τσινγκ-Λιέν το είχε εκμυστηρευτεί πρώτη.

   «Δεν έχεις άλλες επιλογές εδώ στο Λο Τζιάνγκ. Είσαι ξένη. Ο Σονγκ θα ενδιαφερόταν για σένα από την πρώτη στιγμή. Μαζί είχες πει ότι σε είχαν γνωρίσει στον οίκο μουσικής και χορού στη Μιενγιάνγκ. Τότε απλώς σε πρόλαβε ο Λιανγκ. Τώρα ίσως ήρθε η σειρά του. Πρέπει να προχωρήσεις. Δεν έχεις παιδιά να σε δένουν με τον Λιανγκ. Αυτό που σου έτυχε δεν ήταν γάμος. Ήταν μόνο τρεις μήνες, χωρίς καλά καλά να προλάβετε να γνωριστείτε.»

   Εκείνη η συμβουλή είχε αποδειχθεί καθοριστική. Από τότε οι δυο γυναίκες συναντιούνταν τακτικά, άλλοτε για τσάι κι άλλοτε για να ανάψουν μαζί θυμίαμα στον ναό της Γκουανγίν, ζητώντας από τη Θεά της Συμπόνιας γαλήνη για τους νεκρούς και προστασία για όσους συνέχιζαν να ζουν.

   Έτσι θα έκαναν και εκείνο το σούρουπο. Θα πήγαιναν μαζί στον ναό, θα έμεναν σιωπηλές μπροστά στο άγαλμα της θεότητας και, όταν θα έβγαιναν στην αυλή, θα αποχαιρετιούνταν όπως τόσες άλλες φορές.

   Για την Τσινγκ-Λιέν, όμως, η μοίρα είχε αποφασίσει διαφορετικά. Μετά τον θάνατο του άνδρα της στη μεγάλη πυρκαγιά, κανείς δεν είχε ζητήσει το χέρι της. Κι ας μην είχε αποκτήσει παιδιά. Στο Λο Τζιάνγκ πολλοί πίστευαν ακόμη πως μια γυναίκα που είχε χάσει τόσο τραγικά τον σύζυγό της κουβαλούσε μαζί της την κακοτυχία. Κανένας δεν ήθελε να δοκιμάσει την τύχη του παντρεύοντάς την.

   Όλα εκείνα τα χρόνια, η μόνη που δεν την εγκατέλειψε ήταν η Γιουν-Σου. Τη φρόντιζε όσο μπορούσε, άλλοτε με ένα καλάθι τρόφιμα, άλλοτε με ύφασμα για καινούργια ρούχα ή λίγα ασημένια νομίσματα, πάντοτε όμως με τρόπο που δεν πλήγωνε την αξιοπρέπειά της.

   «Το ότι χαμογέλασε σε κάποιον η τύχη, δεν σημαίνει πως πρέπει να ξεχνά τους παλιούς φίλους του», της έλεγε συχνά η Γιουν-Σου.

    Η Τσινγκ-Λιέν γνώριζε μόνο ότι η φίλη της είχε κάποια προσωπική υπόθεση να τακτοποιήσει ύστερα από την επίσκεψη στον ναό. Δεν είχε ρωτήσει ποτέ περισσότερα. Η διακριτικότητα ήταν μία από τις αρετές που εκτιμούσε περισσότερο στους ανθρώπους και πίστευε πως, όταν κάποιος δεν σου ανοίγει μόνος του την καρδιά του, δεν έχεις δικαίωμα να τη βιάσεις με ερωτήσεις.

   Αν κανείς τη ρωτούσε αργότερα, θα έλεγε απλώς την αλήθεια· πως είχαν προσευχηθεί μαζί στη Γκουανγίν και πως κατόπιν η Γιουν-Σου της είχε πει ότι είχε ακόμη μια δουλειά στην πόλη πριν επιστρέψει στο σπίτι της. Τίποτε περισσότερο. Δεν ήξερε πού θα πήγαινε, ούτε ποιον επρόκειτο να συναντήσει.

   Αυτό ακριβώς ήταν που έκανε την παρουσία της τόσο πολύτιμη. Χωρίς να το επιδιώκει, πρόσφερε στη Γιουν-Σου ένα φυσικό άλλοθι, βασισμένο όχι στο ψέμα αλλά στην άγνοια. Λίγο πιο κάτω από τον ναό, εκεί όπου ο δρόμος στένευε ανάμεσα στις μάντρες δύο παλιών αρχοντικών, μια μικρή κλειστή άμαξα θα περίμενε ήδη τη Γιουν-Σου. Η Τσινγκ-Λιέν δεν θα τη συναντούσε ποτέ. Θα είχε ήδη πάρει τον δρόμο της επιστροφής, πιστεύοντας πως η φίλη της απλώς καθυστερούσε για κάποια συνηθισμένη υπόθεση της οικογένειας Σονγκ.  Η Γιουν-Σου θα έμπαινε στη μικρή  άμαξα που θα την περίμενε πιο κάτω και σιωπηλά θα περνούσε την πύλη του αρχοντικού του πολέμαρχου. 

 

 

οι ψίθυροι στο αρχοντικό

    Ύστερα από το μεσημεριανό γεύμα, το αρχοντικό του Γουάνγκ Τσε-Λιν βυθίστηκε στη σιωπή. Ήταν η ώρα της ανάπαυσης. Οι υπηρέτες περπατούσαν στις ξύλινες στοές σχεδόν χωρίς να ακούγονται, οι φρουροί στις πύλες αντάλλασσαν λίγες μόνο κουβέντες και ακόμη και τα πουλιά στους κήπους έμοιαζαν να έχουν σωπάσει κάτω από τη ζέστη του καλοκαιρινού ήλιου.

   Ο άρχοντας είχε αποσυρθεί στο εσωτερικό του δωμάτιο για τον καθημερινό μεσημεριανό του ύπνο. Οι γιατροί τον είχαν συμβουλεύσει να ξεκουράζεται έπειτα από κάθε γεύμα. Τα τελευταία χρόνια κουραζόταν ευκολότερα και η Λι Σου-Γιάν φρόντιζε να μην παραβιάζεται ποτέ αυτή η συνήθεια. Όσο εκείνος κοιμόταν, κανείς δεν επιτρεπόταν να τον ενοχλήσει, εκτός αν είχε συμβεί κάτι που αφορούσε την ασφάλεια της επαρχίας.

    Η ίδια δεν απομακρυνόταν ποτέ. Καθόταν στην εξωτερική αίθουσα, όπου μπορούσε να ακούσει κάθε βήμα που πλησίαζε προς τους ιδιαίτερους θαλάμους του συζύγου της. Δίπλα της στεκόταν ο γραμματέας Τσεν Γιου-Σιν. Είχε τη φήμη ανθρώπου που γνώριζε πότε να μιλήσει και, κυρίως, πότε να σωπάσει. Πολλοί τον θεωρούσαν αυλοκόλακα· δεν είχαν άδικο. Ήξερε να επαινεί, να συμφωνεί και να αποφεύγει κάθε λόγο που θα δυσαρεστούσε τους ισχυρούς. Όμως όσοι τον υποτιμούσαν γι' αυτό το σφάλμα τους το πλήρωναν ακριβά. Πίσω από τις φιλοφρονήσεις του κρυβόταν ένας νους που πρόσεχε τα πάντα και λησμονούσε ελάχιστα.

   Εδώ και χρόνια είχε αναλάβει έναν άτυπο ρόλο. Καμία πληροφορία που μπορούσε να ταράξει τον άρχοντα δεν έφθανε στ' αυτιά του χωρίς να περάσει πρώτα από τον ίδιο και από τη Λι Σου-Γιάν. Οι δυο τους προστάτευαν την ηρεμία του, όπως οι φρουροί προστάτευαν τις πύλες του αρχοντικού.

   Εκείνη σήκωσε το βλέμμα από το φλιτζάνι του τσαγιού.

   «Λοιπόν, Τσεν;»

   Ο γραμματέας έσκυψε ελαφρά.

   «Κάποιοι λένε πως ο πολέμαρχος τα απογεύματα δεν δέχεται κανέναν στο αρχοντικό του. Ούτε τους αξιωματικούς του ούτε στρατιώτες που επιθυμούν να του ζητήσουν κάποια χάρη.»

   Η Λι Σου-Γιάν ανακάτεψε αργά το τσάι της.

   «Πέρασε πολλές ταλαιπωρίες στην τελευταία εκστρατεία.»

   «Έτσι φαίνεται», αποκρίθηκε ο Τσεν. «Έχει όμως επιστρέψει και από δυσκολότερες εκστρατείες χωρίς να κλείνεται στον εαυτό του. Νομίζω πως τώρα τον βαραίνει κάτι διαφορετικό.»

   Η Λι Σου-Γιάν τον κοίταξε επίμονα.

   «Τσεν, όταν αρχίζεις μια κουβέντα από τόσο μακριά, σημαίνει πως δεν θέλεις να φτάσεις εύκολα στον προορισμό της. Αν γνωρίζεις κάτι και το αποκρύψεις, θα το θεωρήσω παράλειψη απέναντί μου.»

   Ο γραμματέας χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Δεν θα ήθελα ποτέ να χάσω την εμπιστοσύνη σας.»

   Ένα αδιόρατο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της.

   «Άφησε τις φιλοφρονήσεις. Πες όσα γνωρίζεις.»

   Ο Τσεν έμεινε για λίγες στιγμές σιωπηλός.

   «Τότε θα σας διηγηθώ την ιστορία μιας γυναίκας. Δεν θα πω το όνομά της. Άλλωστε, πολλές φορές το όνομα έχει μικρότερη σημασία από όσα ψιθυρίζονται γι' αυτό.»

   «Μπορεί αυτό να με ενδιαφέρει;»

   «Όλα μπορεί να μας ενδιαφέρουν. Αν αρχίσουν να μας αγγίζουν, να αγγίζουν δικά μας πρόσωπα.»

  «Ελπίζω να μην κάνεις να χάσω τον χρόνο μου.» 

  «Αυτό θα το αποφασίσετε εσεις στο τέλος.» 

   Ο Τσεν έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να διάλεγε με προσοχή τις λέξεις του.

   «Η γυναίκα αυτή γεννήθηκε σε φτωχή οικογένεια. Όσοι τη γνώρισαν νέα, έλεγαν πως διέφερε από τα άλλα κορίτσια του χωριού της. Δεν συμβιβαζόταν εύκολα με τη μοίρα της.»

   Η Λι Σου-Γιάν δεν τον διέκοψε.

   «Αργότερα βρέθηκε στη Μιενγιάνγκ, σε έναν οίκο μουσικής και χορού. Εκεί έμαθε όχι μόνο να τραγουδά και να χορεύει, αλλά και να διαβάζει τις καρδιές των ανθρώπων. Μερικοί θεωρούν πως αυτή ήταν η μεγαλύτερη τέχνη που απέκτησε.»

   Ο γραμματέας χαμήλωσε λίγο ακόμη τη φωνή του.

   «Πριν από τον πρώτο της γάμο άρχισε να κυκλοφορεί μια ιστορία. Δεν γνωρίζω αν ήταν αληθινή. Ούτε βρέθηκε ποτέ κάποιος να την αποδείξει.»

   Σήκωσε το βλέμμα του προς τη Λι Σου-Γιάν.

   «Έλεγαν πως ο γιος ενός από τους πλουσιότερους εμπόρους της Μιενγιάνγκ την επισκεπτόταν συχνά. Άλλοι έλεγαν πως είχε ζητήσει να την παντρευτεί. Άλλοι πως συναντιούνταν κρυφά σε έναν κήπο έξω από τα δυτικά τείχη της πόλης.»

    Χαμογέλασε αδιόρατα.

   «Ποτέ κανείς δεν ξέρει.»

   Η Λι Σου-Γιάν έγειρε ελαφρά το κεφάλι.

   «Και εσύ τι πιστεύεις;»

   «Πιστεύω πως, όταν μια ιστορία επιβιώνει τόσα χρόνια, κάτι την κράτησε ζωντανή. Αν όμως αυτό το κάτι είναι η αλήθεια ή η ανθρώπινη φαντασία, ούτε οι πιο σοφοί δικαστές δεν μπορούν να το ξεχωρίσουν.»

   Σώπασε για λίγο.

   «Ύστερα παντρεύτηκε έναν νέο έμπορο. Ο γάμος κράτησε ελάχιστα. Ο άνδρας της χάθηκε στη μεγάλη πυρκαγιά των αποθηκών του Λο Τζιάνγκ πριν χρόνια.»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   «Οι περισσότεροι τον επαίνεσαν για την αυτοθυσία του. Βρέθηκαν όμως και κάποιοι που αναρωτήθηκαν γιατί έτρεξε τόσο βιαστικά προς τις φλόγες.»

Η Λι Σου-Γιάν σήκωσε το βλέμμα.

   «Υπονοείς κάτι;»

Ο Τσεν έσπευσε να χαμηλώσει το κεφάλι.

   «Δεν υπονοώ τίποτε. Μεταφέρω μόνο όσα ψιθύριζαν τότε στις αγορές. Άλλοι έλεγαν πως εκείνη τον παρακάλεσε να πάει. Άλλοι πως του είπε ότι, αν δεν εμφανιζόταν, θα τον θεωρούσαν δειλό. Αν είναι αλήθεια ή ψέμα, ποιος μπορεί να το γνωρίζει έπειτα από τόσα χρόνια; Πάντως οι συγγενείς του άνδρα της δεν έχουν πάψει να την κατηγορούν ακόμη και μέχρι σήμερα. Δεν το δηλώνουν ρητά, το αφήνουν με υπονοούμενα, χωρίς ποτέ να την κατονομάζουν. ‘Αν δεν υπήρχε εκείνη ίσως ο Λιανγκ Ξουάν να ζούσε ακόμη’.»

   Η Λι Σου-Γιάν παρέμεινε ανέκφραστη.

   Ο γραμματέας συνέχισε.

   «Πέρασε μόλις ένας χρόνος και έγινε σύζυγος του καλύτερου φίλου του νεκρού.»

   «Αυτό δεν αποτελεί κατηγορία.»

   «Όχι. Καμία.»

   Ο Τσεν χαμογέλασε ανεπαίσθητα.

   «Οι άνθρωποι όμως αγαπούν περισσότερο τις συμπτώσεις παρά τις εξηγήσεις. Και όταν βλέπουν δύο ανθρώπους να παντρεύονται τόσο σύντομα, αρχίζουν μόνοι τους να πλάθουν ιστορίες.»

   Έσκυψε λίγο προς το μέρος της.

   «Μάλιστα, κάποιοι έλεγαν πως ο δεύτερος σύζυγός της την αγαπούσε ήδη από τότε που εκείνη χόρευε στη Μιενγιάνγκ. Άλλοι πως στάθηκε δίπλα της μόνο από οίκτο για τη χηρεία της. Κάποιοι λένε πως είναι εξάδελφός της. Ποιος γνωρίζει;»

   Η Λι Σου-Γιάν ακούμπησε τα δάχτυλά της στο τραπέζι.

   «Συνεχίζεις να μου μιλάς μόνο για φήμες.»

   «Οι φήμες, όταν επιζούν πολλά χρόνια, αξίζει να ακούγονται. Όχι επειδή είναι αληθινές, αλλά επειδή αποκαλύπτουν τι είναι πρόθυμος να πιστέψει ο κόσμος.»

   Η παρατήρηση αυτή έκανε τη Λι Σου-Γιάν να χαμογελάσει για πρώτη φορά.

«Αυτό είναι σοφό.»

Ο Τσεν έσκυψε ευλαβικά.

    «Υπήρχε ακόμη ένας νεαρός υπάλληλος στο εμπορικό κατάστημα της οικογένειας. Μια μέρα εξαφανίστηκε από την υπηρεσία τους. Επισήμως είχε καταχραστεί χρήματα.»

Ο γραμματέας ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους.

   «Μα από ένα μόνο στόμα μπορεί να πιστέψει κανείς όσα κατηγορούν έναν άνθρωπο; Κανείς δεν είδε τα λογιστικά βιβλία. Κανείς δεν άκουσε τον ίδιο να απολογείται. Κι όμως, η ιστορία έμεινε.»

 «Είναι τόσο σημαντική η υπόθεση μιας πιθανής κατάχρησης; Νέος ήταν.  Μπορεί να ήταν άμυαλος.»

  «Μπορεί. Μπορεί όμως και να είχε δείξει ενδιαφέρον για την σύζυγο του έμπορα στον οποίο εργαζόταν. Μπορεί και εκείνη να κολακευόταν  από  τις φιλοφονήσεις του…»

   Η Λι Σου-Γιάν έμεινε σκεπτική.

   «Υπάρχει τίποτε πιο ενδιαφέρον;»

   «Ένα τελευταίο.»

Ο Τσεν δίστασε επίτηδες.

   «Την κόρη της τη μεγάλωσε με τρόπο ασυνήθιστο. Δεν την έκλεισε πίσω από παραβάν ούτε την έμαθε να χαμηλώνει το βλέμμα μπροστά στους ξένους. Την άφηνε να συνομιλεί με εμπόρους, λογίους και αξιωματούχους σαν να ήταν άνδρας της οικογένειας.»

   «Αυτό δεν είναι έγκλημα.»

   «Βεβαίως όχι.»

   Ο Τσεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι.

   «Η κόρη είναι όμορφη. Και όταν μια όμορφη νέα γυναίκα μιλά με άνδρες κάθε ηλικίας, άλλοι βλέπουν ευγένεια, άλλοι ευκαιρία, άλλοι πάλι όσα επιθυμούν να δουν. Έτσι γεννιούνται οι ψίθυροι.»

   Ο γραμματέας περίμενε λίγες αναπνοές πριν συνεχίσει.

   «Ο σύζυγος και η κόρη της βρίσκονται τώρα στην Τσενγκντού. Η ίδια όμως έμεινε πίσω. Είπε πως δεν ήθελε να αφήσει μόνη τη γηραιά μητέρα της.»

   «Και;»

   «Ίσως αυτός να είναι ο μόνος λόγος.»

Η φωνή του έγινε σχεδόν ψίθυρος.

     «Ίσως όμως να είναι και μια ευκαιρία. Όχι απαραίτητα για την ίδια... αλλά για εκείνους που θα ήθελαν να την πλησιάσουν.»

    Η Λι Σου-Γιάν δεν αποκρίθηκε αμέσως. Το βλέμμα της στράφηκε προς την κλειστή πόρτα πίσω από την οποία κοιμόταν ο σύζυγός της. Εκείνος αναπαυόταν ήσυχος, δίχως να γνωρίζει ότι, λίγα μόλις βήματα μακριά, δύο άνθρωποι ζύγιζαν όχι την αλήθεια, αλλά τη δύναμη που μπορούσαν να αποκτήσουν οι ψίθυροι όταν έπεφταν στα κατάλληλα αυτιά.

   Ο Τσεν έμεινε για λίγο σιωπηλός. Έπειτα συνέχισε με την ίδια ήρεμη φωνή.

   «Υπάρχει όμως και κάτι πιο πρόσφατο.»

   Η Λι Σου-Γιάν ανασήκωσε ελαφρά το βλέμμα.

   «Αν δεν απατώμαι, λίγες ημέρες μετά την επιστροφή του πολέμαρχου από την εκστρατεία, δεν ξέρω ακριβώς πότε, η γυναίκα αυτή πέρασε την πύλη του αρχοντικού του.»

   Η Λι Σου-Γιάν συνοφρυώθηκε.

   «Τον επισκέφθηκε;»

   «Έτσι λέγεται. Δεν πήγε με άδεια χέρια. Του πρόσφερε και ένα δώρο.»

   Για πρώτη φορά η Λι Σου-Γιάν φάνηκε πραγματικά προβληματισμένη.

   «Τι δουλειά μπορεί να έχει μια όμορφη γυναίκα στο αρχοντικό ενός πολέμαρχου; Και γιατί να του προσφέρει δώρο αμέσως μετά την επιστροφή του από την εκστρατεία;»

    Ο Τσεν άπλωσε διακριτικά τις παλάμες του.

   «Αυτό δεν το γνωρίζω.»

   Σταμάτησε για μια στιγμή.

   «Μερικές υπηρέτριες, που συνήθιζαν να αφουγκράζονται πίσω από τις πόρτες, είπαν πως την άκουσαν να τον ευχαριστεί επειδή είχε προστατεύσει την κόρη της.»

   «Την είχε προστατεύσει; Από τι;»

   «Αυτό δεν το έμαθαν. Η πόρτα έκλεισε και η συζήτηση συνεχίστηκε χωρίς μάρτυρες.»

   Η Λι Σου-Γιάν έμεινε συλλογισμένη.

    Ο Τσεν συνέχισε:

   «Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ιστορία.»

   «Πες την.»

   «Ένας γείτονας του σπιτιού όπου κατοικεί η νεαρή Λαν Σιν είπε πως την είχε δει να επιστρέφει συνοδευόμενη από έφιππους φρουρούς. Δεν έφθασαν με οποιαδήποτε άμαξα.»

   Ο γραμματέας έκανε μια μικρή παύση.

   «Ήταν η άμαξα του Λι Γουέν-Τσενγκ.»

   Η Λι Σου-Γιάν ανασήκωσε αργά το κεφάλι.

   «Είσαι βέβαιος;»

   «Ο άνθρωπος επέμενε πως γνώριζε καλά το έμβλημα της οικογένειας. Είπε ακόμη πως από την άμαξα κατέβηκαν μαζί η Λαν Σιν και η Σιάνγκ-Λι. Αυτά είχαν συμβεί πριν ο πολέμαρχος ξεκινήσει για την εκστρατεία του.»

    Η αίθουσα βυθίστηκε για λίγο στη σιωπή. Η Λι Σου-Γιάν χτύπησε απαλά με τα δάχτυλά της την επιφάνεια του τραπεζιού.

   «Αυτό... είναι πράγματι περίεργο.»

   Ο Τσεν δεν σχολίασε. Άφησε τη σιωπή να κάνει τη δουλειά της, γνωρίζοντας πως πολλές φορές ένας υπαινιγμός που δεν εξηγείται είναι ισχυρότερος από μια ολόκληρη κατηγορία.

 Ύστερα από λίγο συνέχισε.

    «Υπάρχει ακόμη κάποιος που ίσως έχει ενδιαφέρον.»

   Η Λι Σου-Γιάν τον κοίταξε εξεταστικά.

  «Ονομάζεται Τσάο Γουενσίν. Τον γνωρίζετε;»

  «Όχι.»

   «Λίγοι τον γνωρίζουν πραγματικά. Είναι άνθρωπος κοινωνικός. Βρίσκεται παντού χωρίς να ανήκει πουθενά. Τον συναντά κανείς στις αγορές, στα πανδοχεία, στα καταστήματα των εμπόρων, ακόμη και στα συμπόσια των πλουσίων. Ζει ως μεσάζων. Κλείνει μικροσυμφωνίες, φέρνει σε επαφή ανθρώπους που δεν γνωρίζονται και, πάνω απ' όλα, εμπορεύεται πληροφορίες. Συχνά μαθαίνει τα νέα πριν από όλους και τα μεταπωλεί σε εκείνον που είναι πρόθυμος να πληρώσει περισσότερο.»

   «Και τι σχέση έχει με τη νεαρή;»

   «Έχει παράπονα από αυτήν.»

   Η Λι Σου-Γιάν ανασήκωσε το φρύδι της.

   «Την αποκάλεσε "αχάριστη". Σε άλλη περίσταση είπε πως "του χάλασε μια σπουδαία δουλειά".»

   «Τι δουλειά μπορούσε να έχει με ένα κορίτσι;»

   Ο Τσεν χαμογέλασε ανεπαίσθητα.

   «Κυκλοφορούν πολλές φήμες για τον Τσάο Γουενσίν. Λένε πως μπορεί να βρει οτιδήποτε ζητήσει ένας πλούσιος, αρκεί να πληρωθεί καλά.»

   «Παραδείγματος χάριν;»

   «Σε έναν άρχοντα έφερε ένα ζευγάρι λευκών παγονιών από τον νότο για να περιφέρονται στους κήπους του. Σε άλλον προμήθευσε ένα τεράστιο κομμάτι κόκκινου κοραλλιού που έφθασε διά θαλάσσης από μακρινούς τόπους. Σε κάποιον τρίτο βρήκε έναν περίφημο μουσικό για τα γενέθλια της κόρης του, που κανείς δεν κατάφερνε να πείσει να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα.»

    Ο γραμματέας δίστασε πριν συνεχίσει.

   «Άλλοτε πάλι βρίσκει ανθρώπους. Δασκάλους. Γραφείς. Θεραπευτές. Υπηρέτες. Νέες γυναίκες για τις επαύλεις των πλουσίων. Οτιδήποτε θεωρείται δυσεύρετο αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν περνά από τα χέρια του.»

    Η Λι Σου-Γιάν έμεινε για λίγο σιωπηλή.

   «Και τι σχέση μπορεί να έχει ένας τέτοιος άνθρωπος με τη νεαρή;»

   Ο Τσεν ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους.

   «Δεν γνωρίζω.»

   Έπειτα πρόσθεσε ήρεμα:

   «Ίσως κάποτε να της είχε προτείνει μια εμπορική συμφωνία. Ίσως να την είχε προσεγγίσει για να πείσει τον πατέρα της. Πάντως από τότε δεν έχει ξαναπατήσει στο κατάστημα του πατέρα της.»

  «Και τι εμπορεύεται ο πατέρας της;»

  «Είναι έμπορας τσαγιού. Από τους μεγαλύτερους στην περιφέρεια. Ο Σονγκ.»

  Η Λι Σου-Γιάν κούνησε το κεφάλι.

   «Ένας τόσο έμπειρος, όπως λες, να προσπαθήσει να κλείσει εμπορική συμφωνία με νεαρή κοπέλλα, ακούγεται δύσκολο.»

  «Ίσως να είχε αναλάβει να τη συστήσει σε κάποιον ισχυρό ή πλούσιο άνθρωπο. Ίσως εκείνη να αρνήθηκε. Ίσως πάλι να του χάλασε κάποια συμφωνία.»

Έγειρε ελαφρά το κεφάλι.

   «Αυτά λένε οι φήμες. Και οι φήμες, όπως γνωρίζετε, μεγαλώνουν κάθε φορά που αλλάζουν στόμα.»

Η Λι Σου-Γιάν έμεινε συλλογισμένη.

    «Αν ο άνθρωπος αυτός πράγματι ζει από τις συμφωνίες του, τότε μια αποτυχία είναι αρκετή για να κρατήσει κακία.»

   «Κι ένας άνθρωπος που κρατά κακία», αποκρίθηκε ο Τσεν, «συχνά γίνεται η πιο πρόθυμη πηγή πληροφοριών. Αληθινών ή ψεύτικων.»

   «Ακόμα δεν βλέπω τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά.»

   «Μην  βιάζεστε σεβαστή Λι Σου-Γιάν».

   «Ελπίζω να μην με ταλαιπωρείς για πολύ με την φλυαρία σου. Αν ξυπνήσει ο Τσε-Λιν θα σε παραδώσω σε αυτόν να του πεις τα υπόλοιπα.»

   «Ίσως δεν πρέπει να τα μάθει ο άρχοντας.»

   «Αν είναι σημαντικά πρέπει  να τα μάθει.»

  «Ίσως να μην είναι σημαντικά για εκείνον.  Μπορεί όμως να είναι για κάποιον άλλον.»

   «Συνέχισε» του είπε η Λι Σου-Γιάν.

   «Κάποιοι λένε πως αυτός ο Τσάο Γουενσίν γνωρίζεται με τον πολέμαρχο.  Παλαιότερα τον ακολουθούσε στις εκστρατείες του. Έφτανε πρώτος μετά τη νίκη. Ποτέ πριν. Περίμενε να δει πάντα το αποτέλεσμα.» 

   «Και…;»

   «Κάποιοι λένε ότι έφερνε μυστικά νέα κορίτσια από εκείνους τους τόπους και τα παρέδιδε σε ανθρώπους που μπορούσαν να τα φιλοξενήσουν.»

   «Υπάρχουν τόσο φιλάνθρωποι άνθρωποι;»

   «Γιατί όχι; Απλά τα κορίτσια αυτά ήταν πάντα όμορφα. Ϊσως για αυτά να ήταν η καλύτερη επιλογή μέσα στις στάχτες που είχαν αφήσει οι μάχες και οι εκκαθαρίσεις.» 

   «Υπάρχει μια κοπέλα.  Ονομάζεται Γινχουά. Λέει ότι ο Τσάο Γουενσίν της πήρε την αμοιβή. Ενώ είχαν κανονίσει εκείνος να πάρει το τρία δέκατα, επειδή δεν  ήταν η κανονική σειρά της, της πήρε τα πέντε δέκατα. Ενώ αργότερα στην εξαδέλφη της για την  ίδια συνάντηση με κάποιον πλούσιο, πήρε μόνο τα τρία δέκατα. Όπως περιγράφει το αρχοντικό του πλούσιου μοιάζει με του πολέμαρχου.  Δεν υπάρχουν τόσα πολλά στο Λο Τζιάνγκ με τόσο  ψηλούς τοίχους στον  περίβολο.»

   «Είπε ότι συναντήθηκε με τον πολέμαρχο;»

   «Όχι. Δεν τον ξέρει. Ούτε έμαθε ποτέ το όνομα εκείνου που συναντήθηκε. Την πήγαν σε κάτι  υπόγεια σχεδόν με κλεστά τα μάτια. Εκεί μέσα είχε σκοτάδι. Και όταν βγήκε από εκεί πάλι της είχαν κλείσει τα μάτια. Έβγαλε την κορδέλα από το μέτωπό της ο Τσάο Γουενσίν μόλις είχαν απομακρυνθεί από το Λο Τζιάνγκ.»

  «Βλέπω μαθαίνεις πολλά Τσεν…»

  «Ναι, αλλά είναι όλα αλήθεια;»

Η Λι Σου-Γιάν έμεινε για λίγο σιωπηλή.

   «Και τώρα; Πού βρίσκεται το ζήτημα;»

Ο Τσεν ένωσε τα χέρια μέσα στα μανίκια του.

   «Τις τελευταίες δεκαεπτά νύχτες η γυναίκα αυτή δεν κοιμάται ούτε στο σπίτι της μητέρας της ούτε στη δική της κατοικία.»

Η Λι Σου-Γιάν συνοφρυώθηκε.

   «Αυτό αφορά τον σύζυγό της. Πώς τον λένε; Σονγκ...»

   «Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι.»

   «Ναι. Αν γνωρίζει πού βρίσκεται η γυναίκα του, τότε δεν μας αφορά.»

   Ο Τσεν έγνεψε καταφατικά.

   «Ίσως.»

   Η Λι Σου-Γιάν τον κοίταξε σταθερά.  

  «Το "ίσως" δεν μου αρκεί.»

   «Η γυναίκα που πληρώνεται για να φροντίζει τη μητέρα της τις νύχτες είπε πως, λίγο πριν χαράξει, η Γιουν-Σου επιστρέφει πάντοτε αθόρυβα. Δεν έρχεται μόνη. Δύο άνδρες τη συνοδεύουν μέχρι την πίσω πόρτα. Εκείνοι περιμένουν ώσπου να μπει στο σπίτι και ύστερα απομακρύνονται.»

   Η Λι Σου-Γιάν έγειρε ελαφρά προς το μέρος του.

   «Έμαθες πώς επιστρέφει. Έμαθες πώς φεύγει;»

   «Όχι.»

   «Γιατί;»

   «Επειδή δεν φεύγει από το σπίτι της μητέρας της.»

   Η Λι Σου-Γιάν τον κοίταξε απορημένη.

   «Την ημέρα πηγαίνει  στο εμπορικό κατάστημα του συζύγου της, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. Κανείς δεν γνωρίζει από εκεί πότε φεύγει και πού πηγαίνει όταν κλείσει η αγορά.»

   Στην αίθουσα επικράτησε σιωπή. Ύστερα η Λι Σου-Γιάν ρώτησε:

   «Και από πού προέρχονται όλες αυτές οι πληροφορίες;»

   «Από τη γυναίκα που αγρυπνά τα βράδια δίπλα στη μητέρα της.»

   «Και γιατί μιλά σε εσένα;»

Ο Τσεν χαμογέλασε διακριτικά.

   «Κατά διαστήματα έρχεται και καθαρίζει το σπίτι μου. Είναι χήρα. Συμπληρώνει έτσι το εισόδημά της. Την γνωρίζω αρκετά χρόνια.»

Έκανε μια μικρή παύση.

   «Δεν μου έλειψε ποτέ ούτε το πιο μικρό αντικείμενο. Μερικές φορές, όταν μαγειρεύει κάτι καλό, μου αφήνει κι ένα πιάτο πριν φύγει.»

Η Λι Σου-Γιάν χαμογέλασε ανεπαίσθητα.

   «Επομένως την θεωρείς αξιόπιστη.»

   «Δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι όσα βλέπει τα ερμηνεύει σωστά. Μπορώ όμως να εγγυηθώ ότι δεν συνηθίζει να επινοεί πράγματα.»

   Η Λι Σου-Γιάν άφησε το βλέμμα της να χαθεί για λίγο στον κήπο.

   «Ωραία. Έστω ότι μάθαμε κάτι για τη Γιουν-Σου. Τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με εμένα;»

   Ο Τσεν δίστασε, σαν να αναρωτιόταν αν έπρεπε να συνεχίσει.

   «Ίσως καμία.»

   «Και όμως συνεχίζεις.»

   «Υπάρχει μόνο μία σύμπτωση.»

   Η Λι Σου-Γιάν περίμενε.

   «Τις ίδιες δεκαεπτά νύχτες που η Γιουν-Σου δεν κοιμάται στο σπίτι της, ο πολέμαρχος δεν δέχεται κανέναν στο αρχοντικό του μετά τη δύση του ηλίου. Ούτε αξιωματικούς. Ούτε διοικητές. Ούτε ανθρώπους που μέχρι πρότινος έμπαιναν χωρίς προειδοποίηση.»

    Η Λι Σου-Γιάν δεν μίλησε.

    Ο Τσεν έσπευσε να προσθέσει:

   «Μπορεί να είναι μια απλή σύμπτωση.»

   Η σιωπή κράτησε αρκετές αναπνοές.

   Ύστερα η Λι Σου-Γιάν είπε αργά:

   «Οι συμπτώσεις υπάρχουν.»

   Ο Τσεν χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Βεβαίως.»

   «Αλλά όταν πολλές συμπτώσεις βαδίζουν στον ίδιο δρόμο», συνέχισε εκείνη, «παύουν να μοιάζουν με συμπτώσεις.»

   Ο γραμματέας δεν αποκρίθηκε. Ήταν ακριβώς η σκέψη που ήθελε να γεννηθεί· όχι από τα δικά του χείλη, αλλά από το μυαλό της Λι Σου-Γιάν.

 

 

η συνάντηση στο εμπορικό

   Το μεθεπόμενο πρωί, λίγο αφότου άνοιξε η αγορά του Λο Τζιάνγκ, μια λιτή αλλά επιβλητική άμαξα σταμάτησε μπροστά στο εμπορικό κατάστημα της οικογένειας Σονγκ. Δύο φρουροί κατέβηκαν πρώτοι και στάθηκαν διακριτικά εκατέρωθεν της εισόδου. Αμέσως μετά εμφανίστηκε η Λι Σου-Γιάν, ντυμένη με μεταξωτό φόρεμα σε απαλό χρώμα νεφρίτη, χωρίς υπερβολικά κοσμήματα· η αρχοντιά της δεν χρειαζόταν επίδειξη. Ένα βήμα πίσω της ακολουθούσε ο γραμματέας, ο Τσεν Γιου-Σιν.

    Η παρουσία της προκάλεσε μια στιγμιαία αναστάτωση. Οι υπηρέτες έσπευσαν να υποκλιθούν και κάποιος έτρεξε να ειδοποιήσει την κυρία του καταστήματος. Ύστερα από λίγες στιγμές εμφανίστηκε η Γιουν-Σου. Υποκλίθηκε με την ευγένεια που ταίριαζε απέναντι σε μια τόσο υψηλή επισκέπτρια.

   «Μεγάλη μου τιμή η παρουσία σας στο ταπεινό μας κατάστημα.»

   Η Λι Σου-Γιάν ανταπέδωσε με ένα μειδίαμα.

   «Η φήμη του οίκου Σονγκ έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια του Λο Τζιάνγκ. Είπα να διαπιστώσω κι εγώ αν οι έπαινοι είναι δικαιολογημένοι.»

   Η Γιουν-Σου χαμογέλασε διακριτικά.

   «Ελπίζω να μη σας απογοητεύσουμε.»

   Ο Τσεν Γιου-Σιν παρατηρούσε αθόρυβα τον χώρο. Σαν να θυμήθηκε κάτι, στράφηκε προς τη γυναίκα.

   «Αν δεν απατώμαι... η κόρη σας είναι η δεσποινίς Λαν Σιν;»

   Η Γιουν-Σου έγνεψε καταφατικά.

  «Μάλιστα.»

  «Όταν είχα επισκεφθεί παλαιότερα το κατάστημα, εκείνη με είχε εξυπηρετήσει.»

   Ένα αδιόρατο χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο της μητέρας.

   «Λείπει εδώ και λίγες ημέρες. Βρίσκεται στην Τσενγκντού μαζί με τον πατέρα της. Τον συνοδεύει στις εμπορικές του υποθέσεις.»

   «Κι εσείς δεν τον ακολουθήσατε;»

  «Δεν μπορούσα. Η μητέρα μου είναι ηλικιωμένη και η υγεία της δεν είναι καλή. Δεν θα ήταν σωστό να την αφήσω μόνη.»

   Για πρώτη φορά παρενέβη η Λι Σου-Γιάν.

  «Το ήθος ενός ανθρώπου φαίνεται από τον τρόπο που φέρεται στους γονείς του.»

   Η φωνή της ήταν ήρεμη, σχεδόν ζεστή.

   «Είστε τυχερή, κυρία Σονγκ. Η μητέρα σας ζει ακόμη. Εγώ έχασα τη δική μου πολύ νέα. Δεν πρόλαβα ποτέ να της προσφέρω όσα θα ήθελα.»

   Για μια στιγμή η Γιουν-Σου δεν βρήκε λόγια. Έσκυψε μόνο ελαφρά το κεφάλι.

   «Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια.»

   Η συζήτηση στράφηκε στο τσάι. Η Λι Σου-Γιάν ζήτησε να της δείξουν τις σπανιότερες σοδειές. Δοκίμασε αργά δύο διαφορετικές ποικιλίες, έκανε λίγες εύστοχες παρατηρήσεις για το άρωμα και την επίγευσή τους και τελικά επέλεξε τις ακριβότερες ποσότητες που υπήρχαν στο κατάστημα.

Η Γιουν-Σου δεν έκρυψε την έκπληξή της.

   «Κυρία μου, πρόκειται για εξαιρετικά σπάνιο τσάι.»

   «Γι' αυτό ακριβώς το επέλεξα.»

Η Λι Σου-Γιάν χαμογέλασε απαλά.

   «Αύριο φιλοξενώ στην οικία μου μια συγκέντρωση των κυριών του Λο Τζιάνγκ. Τα έσοδα θα διατεθούν για φιλανθρωπικό σκοπό. Θα ήταν χαρά μου να σας έχω κοντά μας.»

Η Γιουν-Σου δίστασε.

   «Με τιμά ιδιαίτερα η πρόσκλησή σας... όμως δεν γνωρίζω αν θα μπορέσω. Η μητέρα μου χρειάζεται τη φροντίδα μου.»

   «Η συγκέντρωση θα αρχίσει νωρίς το απόγευμα», αποκρίθηκε ήρεμα η Λι Σου-Γιάν. Πολύ πριν από τη δύση του ηλίου.»

Η Γιουν-Σου εξακολουθούσε να φαίνεται διστακτική.

   «Δεν συνηθίζω να αφήνω πολλές ώρες μόνη τη μητέρα μου.»

   «Είστε μόνη στο Λο Τζιάνγκ τόσες ημέρες», είπε η Λι Σου-Γιάν με φυσικότητα. «Θα σας κάνει καλό να γνωρίσετε τις κυρίες της πόλης. Πιστεύω πως κι εκείνες θα χαρούν να γνωρίσουν εσάς.»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   «Αν σας απασχολεί η μετακίνησή σας, ο γραμματέας μου, ο Τσεν Γιου-Σιν, θα περάσει να σας παραλάβει και να σας συνοδεύσει πίσω στην οικία σας όταν θελήσετε να αποχωρήσετε.»

Ο Τσεν υποκλίθηκε σιωπηλά.

   Η Γιουν-Σου έμεινε για λίγο σκεπτική. Τελικά χαμογέλασε ευγενικά. «Εντάξει... θα έρθω. Δεν χρειάζεται να  βάλουμε σε κόπο τον γραμματέα σας.»

Ύστερα πρόσθεσε σχεδόν απολογητικά:

   «Θα πρέπει όμως να φύγω σχετικά νωρίς.»

   Η Λι Σου-Γιάν την κοίταξε με το ίδιο ήρεμο χαμόγελο.

   «Μην ανησυχείτε, κυρία Σονγκ. Όλες οι κυρίες αποχωρούν πριν από τη δύση του ηλίου.»

   Τα λόγια ακούστηκαν απολύτως φυσικά.

Μόνο ο Τσεν Γιου-Σιν, που στεκόταν μισό βήμα πίσω από την Λι Σου-Γιάν, διέκρινε τη λεπτή αιχμή που κρυβόταν πίσω από εκείνη την τελευταία φράση. Δεν είπε τίποτε. Άλλωστε, η καλύτερη παγίδα ήταν εκείνη που έμοιαζε με απλή χειρονομία ευγένειας.

 

 

για έναν φιλανθρωπικό σκοπό

   Η ώρα είχε περάσει χωρίς να το καταλάβουν. Οι περισσότερες κυρίες είχαν ήδη αποχωρήσει. Οι υπηρέτριες μάζευαν σιωπηλά τα φλιτζάνια και ανανέωναν μόνο το τσάι των δύο γυναικών.

Η Γιουν-Σου έκανε μια κίνηση να σηκωθεί.

«Δεν θα ήθελα να σας καταχραστώ περισσότερο τον χρόνο.»

Η Λι Σου-Γιάν χαμογέλασε.

   «Μείνετε λίγο ακόμη, κυρία Σονγκ. Οι καλοί συνομιλητές σπανίζουν περισσότερο κι από το καλό τσάι.»

   Η Γιουν-Σου κάθισε ξανά. Για λίγες στιγμές επικράτησε σιωπή. Η Λι Σου-Γιάν κοίταζε τον ατμό που ανέβαινε από το φλιτζάνι.

   «Ξέρετε... πάντοτε πίστευα πως έχουμε χρέος να φροντίζουμε τους ανθρώπους μας. Την οικογένειά μας... αλλά και όσους αρχίζουμε να συμπαθούμε.»

  Σήκωσε αργά το βλέμμα.

  «Μου είστε ιδιαίτερα συμπαθής, κυρία Σονγκ. Παρότι γνωριζόμαστε μόλις λίγες ώρες.»

   Η Γιουν-Σου υποκλίθηκε ελαφρά.

  «Με τιμάτε.»

  «Όχι. Απλώς έχω μάθει να εμπιστεύομαι αρκετά την κρίση μου.»

Έκανε μια μικρή παύση.

   «Κάποτε πίστευα πως πρώτα γνωρίζουμε έναν άνθρωπο και ύστερα σχηματίζουμε γνώμη γι' αυτόν. Όσο μεγαλώνω, όμως, διαπιστώνω ότι συνήθως συμβαίνει το αντίθετο.»

Η Γιουν-Σου δεν μίλησε.

   «Η φήμη προηγείται της γνωριμίας.»

Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της.

   «Γι' αυτό πάντοτε λυπάμαι όταν βλέπω έναν άνθρωπο να αδικείται από όσα λέγονται γι' αυτόν.»

   Η Γιουν-Σου ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται, χωρίς να καταλαβαίνει ακόμη προς τα πού οδηγούσε η συζήτηση.

   «Άκουσα, πριν από χρόνια, πως κάποιοι σας απέδιδαν ευθύνες για τον θάνατο του πρώτου συζύγου σας.»

Σήκωσε αμέσως το χέρι.

   «Οι άνθρωποι αγαπούν να βρίσκουν έναν ένοχο. Και συνήθως διαλέγουν εκείνον που δυσκολεύεται περισσότερο να υπερασπιστεί τον εαυτό του.»

   Η Γιουν-Σου αναστέναξε ανεπαίσθητα.

   «Σας ευχαριστώ...»

   «Δεν με ευχαριστείτε. Δεν σας υπερασπίζομαι. Απλώς γνωρίζω τους ανθρώπους.»

Η Λι Σου-Γιάν άφησε το βλέμμα της να χαθεί για λίγο στον κήπο.

   «Είστε από τη Μιενγιάνγκ, αν δεν κάνω λάθος.»

   «Ναι.»

   «Ο άνδρας μου είχε αρκετές γνωριμίες εκεί. Κι εγώ έτυχε να ακούσω κατά καιρούς ονόματα παλιών οικογενειών.»

Σταμάτησε σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί.

«Χου...»

   Η Γιουν-Σου ένιωσε ένα ανεπαίσθητο ρίγος.

   «Χου Μινγκ-Γιουάν, νομίζω λεγόταν ο νεαρός.»

Η σιωπή κράτησε μία μόνο αναπνοή.

   «Είχε, λένε, ερωτευθεί κάποτε μια χορεύτρια.»

Η Λι Σου-Γιάν χαμογέλασε θλιμμένα.

   «Η μητέρα του δεν επέτρεψε ποτέ εκείνον τον γάμο.»

Έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.

   «Παράξενο πράγμα οι γονείς... Πιστεύουν πως προστατεύουν τα παιδιά τους, ενώ μερικές φορές τα καταδικάζουν στη μοναξιά.»

   Έκανε άλλη μία μικρή παύση.

   «Ο Μινγκ-Γιουάν δεν παντρεύτηκε ποτέ.»

Η Γιουν-Σου κατέβασε το βλέμμα στο τσάι της.

   «Έτσι άκουσα.»

Η Λι Σου-Γιάν δεν την κοίταζε πλέον.

Σαν να μιλούσε στον εαυτό της.

   «Μερικοί άνθρωποι συναντούν τον έρωτα τη λάθος στιγμή.»

   Η σιωπή απλώθηκε ξανά. Ύστερα η Λι Σου-Γιάν άλλαξε θέμα τόσο φυσικά, ώστε η αλλαγή έμοιαζε τυχαία.

   «Ο αδελφός μου μού μίλησε με πολύ καλά λόγια για την κόρη σας.»

   Η Γιουν-Σου σήκωσε απότομα το βλέμμα.

   «Τη Λαν Σιν;»

   «Ναι.»

   «Είχε την καλοσύνη να τη βοηθήσει κάποια μέρα. Μου είπε πως μερικοί νεαροί την ακολουθούσαν όταν έκλεινε το κατάστημα και θεώρησε φρόνιμο να τη φιλοξενήσει για λίγο στο αρχοντικό του μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα.»

Χαμογέλασε.

   «Η Σιάνγκ-Λι ήταν μαζί της όλη την ώρα. Εκείνη μας μεγάλωσε όλους. Της έχω μεγαλύτερη εμπιστοσύνη κι από τον εαυτό μου.»

Η Γιουν-Σου έγνεψε αργά.

   «Σας ευχαριστούμε για τη φροντίδα.»

   «Ελπίζω το ταξίδι στην Τσενγκντού να αποδειχθεί ευνοϊκό.»

Η φωνή της έγινε πιο απαλή.

«Το εύχομαι κι εγώ.»

«Δεν θα ήταν σωστό να επιστρέψει και να βρει τη μητέρα της στεναχωρημένη.»

Η Γιουν-Σου έμεινε ακίνητη.

Η Λι Σου-Γιάν συνέχισε σαν να μην είχε συμβεί τίποτε.

   «Πάντως σας αξίζουν συγχαρητήρια. Φροντίζετε τη μητέρα σας, διευθύνετε το κατάστημα του συζύγου σας... Δεν είναι λίγα.»

   «Έχω και μια γυναίκα που μένει μαζί της τις νύχτες. Δεν θα τα προλάβαινα όλα μόνη μου.»

   Η Λι Σου-Γιάν έγνεψε μία φορά.

   «Λογικό.»

Δεν είπε τίποτε άλλο.

Άφησε λίγες στιγμές να περάσουν.

Ύστερα ακούμπησε απαλά το φλιτζάνι.

   «Ξέρετε ποιο είναι το πιο δύσκολο πράγμα στη ζωή μιας γυναίκας;»

Η Γιουν-Σου περίμενε.

   «Να συναντήσει τον έρωτα όταν έχει πάψει να πιστεύει ότι μπορεί ακόμη να τον συναντήσει.»

Χαμογέλασε χωρίς χαρά.

   «Όταν είμαστε νέοι, έχουμε την πολυτέλεια να ερωτευόμαστε, να απογοητευόμαστε και να ξαναρχίζουμε. Νομίζουμε ότι ο χρόνος είναι ανεξάντλητος.»

Σήκωσε αργά το βλέμμα.

   «Ύστερα μεγαλώνουμε. Τότε κάθε συναίσθημα αποκτά μεγαλύτερο βάρος.»

Η Γιουν-Σου δεν μιλούσε.

   «Ίσως όχι γιατί είναι βαθύτερο...»

Η Λι Σου-Γιάν χάιδεψε αφηρημένα το χείλος του φλιτζανιού.

   «...αλλά γιατί φοβόμαστε πως δεν θα υπάρξει άλλο.»

Η σιωπή έγινε σχεδόν αισθητή.

   «Και τότε ένας άνθρωπος που εμφανίζεται μόνο πότε πότε μπορεί να μοιάζει πιο σπουδαίος απ' όσο πραγματικά είναι.»

Ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο.

   «Ακριβώς όπως ένα ταξίδι.»

Η Γιουν-Σου έμεινε απολύτως ακίνητη.

   «Όταν ταξιδεύουμε, όλα μας φαίνονται θαυμαστά. Οι τόποι, οι άνθρωποι, ακόμη και οι μυρωδιές.»

Η Λι Σου-Γιάν σήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε για πρώτη φορά κατάματα.

   «Αν όμως μέναμε εκεί για πάντα... ίσως κάποτε να ανακαλύπταμε πως ήταν ένας τόπος σαν όλους τους άλλους.»

    Η Λι Σου-Γιάν ακούμπησε το φλιτζάνι πάνω στο τραπέζι.

    «Γνωρίζετε τον αδελφό μου μόνο από όσα ίσως έχετε ακούσει στην πόλη.»

Η Γιουν-Σου χαμογέλασε διακριτικά.

    «Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τους ισχυρούς μόνο από τις φήμες.»

   «Οι φήμες...» αποκρίθηκε η Λι Σου-Γιάν. «Μερικές φορές τους αδικούν. Άλλες φορές πάλι είναι υπερβολικά επιεικείς.»

Έμεινε για λίγο σιωπηλή.

    «Ο αδελφός μου είναι άνθρωπος της μάχης. Έμαθε να παίρνει αποφάσεις γρήγορα, να προχωρεί χωρίς να κοιτάζει πίσω. Αυτή είναι αρετή στον πόλεμο. Δεν είναι πάντοτε αρετή στη ζωή.»

Η Γιουν-Σου δεν αποκρίθηκε.

   «Οι άνθρωποι σαν κι εκείνον δεν ξέρουν ποτέ πού θα βρίσκονται ύστερα από έναν μήνα. Ίσως εδώ. Ίσως στα βουνά. Ίσως σε κάποια άλλη επαρχία. Ίσως σε εκστρατεία.»

Χαμογέλασε αμυδρά.

   «Δύσκολα υπόσχεται κανείς ένα αύριο, όταν δεν γνωρίζει αν θα του ανήκει.»

Η Γιουν-Σου κράτησε το βλέμμα της χαμηλωμένο.

    «Γι' αυτό», συνέχισε η Λι Σου-Γιάν, «οι περισσότερες σχέσεις του ήταν σύντομες. Όχι επειδή έπαυε να εκτιμά τις γυναίκες που γνώριζε, αλλά επειδή η ζωή του δεν του επέτρεπε να μείνει.»

Έκανε μια μικρή παύση.

    «Το παράξενο είναι πως εκείνες, πολλές φορές, δεν έφευγαν ποτέ πραγματικά.»

Η Γιουν-Σου ένιωσε έναν ανεπαίσθητο κόμπο στον λαιμό της.

    «Μερικές εξακολουθούν ακόμη να πιστεύουν πως μια μέρα θα γυρίσει κοντά τους.»

Η Λι Σου-Γιάν χαμογέλασε λυπημένα.

   «Δεν υπάρχει πιο θλιβερό πράγμα από έναν άνθρωπο που περιμένει μια υπόσχεση η οποία δεν δόθηκε ποτέ.»

Άφησε λίγες στιγμές να περάσουν.

   «Ή, ακόμη χειρότερα, από μια γυναίκα που εξακολουθεί να αγαπά έναν άνδρα ο οποίος έχει ήδη πάρει άλλον δρόμο.»

Η Γιουν-Σου δεν σήκωσε τα μάτια της.

Η Λι Σου-Γιάν άλλαξε πάλι, σχεδόν ανεπαίσθητα, θέμα.

    «Σε λίγο επιστρέφει και η κόρη του από την Τσενγκντού.  Η Τιάν-Μι Ολοκληρώνει τις σπουδές της.»

Ένα ζεστό χαμόγελο φώτισε για λίγο το πρόσωπό της.

   «Τα παιδιά μεγαλώνουν χωρίς να το καταλαβαίνουμε.»

Έπειτα το χαμόγελο έσβησε.

   «Ξέρετε... πολλές φορές αναρωτιέμαι ποιο πράγμα πληγώνει περισσότερο ένα παιδί.»

Η Γιουν-Σου περίμενε.

«Όχι οι στερήσεις. Ούτε η φτώχεια.»

Η Λι Σου-Γιάν γύρισε αργά το φλιτζάνι ανάμεσα στα δάχτυλά της.

   «Νομίζω πως περισσότερο το πληγώνει όταν ανακαλύπτει πως οι γονείς του έχουν μια ζωή που εκείνο αγνοούσε.»

Η σιωπή κράτησε αρκετές αναπνοές.

   «Φανταστείτε μια κόρη να μάθαινε πως ο πατέρας της συναντά κρυφά μια γυναίκα τα βράδια.»

Σταμάτησε.

   «Ή πως η μητέρα της επισκέπτεται κρυφά έναν άνδρα.»

Δεν κοίταζε πλέον τη Γιουν-Σου.

Μιλούσε σαν να στοχαζόταν.

   «Δεν ξέρω ποιο από τα δύο θα πονούσε περισσότερο.»

Η Γιουν-Σου έμεινε ακίνητη.

   «Ευτυχώς», συνέχισε ήρεμα η Λι Σου-Γιάν, «ο αδελφός μου είναι χήρος εδώ και πολλά χρόνια. Δεν θα πρόδιδε καμιά σύζυγο.»

Σήκωσε αργά το βλέμμα.

   «Αλλά ακόμη κι έτσι... αναρωτιέμαι τι θα ένιωθε η Τιάν-Μι αν πίστευε πως ο πατέρας της αγαπά περισσότερο μια άγνωστη γυναίκα απ' ό,τι τη μνήμη της μητέρας της.»

   Δεν περίμενε απάντηση. Άφησε τη φράση να αιωρηθεί. Ύστερα, σαν να κουράστηκε από ένα τόσο σοβαρό θέμα, χαμογέλασε ξανά.

   «Αλλά ας αφήσουμε αυτά.»

Έπιασε πάλι το φλιτζάνι.

   «Πώς είναι η υγεία του κυρίου Σονγκ;»

Η Γιουν-Σου ξαφνιάστηκε από την απότομη αλλαγή.

   «Οι ίδιες ενοχλήσεις... Οι γιατροί λένε πως χρειάζεται ξεκούραση.»

   «Το φαντάστηκα.»

Η Λι Σου-Γιάν έγνεψε καταφατικά.

   «Το Λο Τζιάνγκ είναι όμορφος τόπος, αλλά δεν διαθέτει τους θεραπευτές της Μιενγιάνγκ ή της Τσενγκντού.»

Σταμάτησε.

   «Καμιά φορά ένας άνθρωπος ταξιδεύει εκατοντάδες λι για να βρει τον κατάλληλο γιατρό.»

Κοίταξε για μια στιγμή έξω από το παράθυρο.

   «Όταν πρόκειται για τους ανθρώπους μας, δεν πρέπει ποτέ να λυπόμαστε τον κόπο.»

   Η Λι Σου-Γιάν έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ανακάτεψε αργά το τσάι της και κοίταξε προς τον κήπο, όπου το φως του απογεύματος είχε αρχίσει να μαλακώνει.

   «Σας ζηλεύω σε ένα μόνο πράγμα, κυρία Σονγκ.»

Η Γιουν-Σου ύψωσε ελαφρά το βλέμμα της.    Χαμογέλασε ελαφρά.

  «Μακάρι να μπορούσα κάποτε να φύγω από το Λο Τζιάνγκ. Η θέση του συζύγου μου δεν το επιτρέπει. Οι αξιωματούχοι είναι σαν τα μεγάλα δέντρα. Όσο πιο ψηλά μεγαλώνουν, τόσο πιο βαθιά πρέπει να μένουν οι ρίζες τους. Δεν διαλέγουν πάντα τον τόπο όπου θα ζήσουν. Τον διαλέγει το αξίωμά τους.»

   Η Λι Σου-Γιάν άφησε το φλιτζάνι στο τραπέζι.

«Αν ήταν έμπορος... μάλιστα, έμπορος της κλίμακας του κυρίου Σονγκ... όλα θα ήταν διαφορετικά. Θα μπορούσαμε να μετακινηθούμε σε μια μεγάλη πόλη. Θα άνοιγαν νέοι εμπορικοί κύκλοι, νέες γνωριμίες, άλλος τρόπος ζωής. Ίσως και τα παιδιά μου να είχαν μπροστά τους μεγαλύτερους ορίζοντες.»

Σταμάτησε για μια στιγμή.

«Εκτός...»

Δεν ολοκλήρωσε αμέσως τη σκέψη της.

«...εκτός αν υπήρχε κάτι που θα με κρατούσε εδώ.»

Η Γιουν-Σου δεν απάντησε.

   «Εσείς, βέβαια, έχετε τη μητέρα σας.»

   «Ναι. Την έφερα πριν από λίγα χρόνια, όταν πέθανε ο πατέρας μου.»

   «Δεν γεννήθηκε όμως στο Λο Τζιάνγκ.»

   «Όχι.»

   «Άρα ο τόπος αυτός δεν είναι πραγματικά δικός της.»

Η Γιουν-Σου έγνεψε καταφατικά.

Η Λι Σου-Γιάν χαμογέλασε αδιόρατα.

   «Ξέρετε... πολλοί άνθρωποι έχουν μια παράξενη επιθυμία. Θέλουν να πεθάνουν εκεί όπου γεννήθηκαν. Σαν να πιστεύουν ότι ο κύκλος της ζωής πρέπει να κλείσει στο ίδιο χώμα όπου άρχισε.»

Η φωνή της έμεινε γαλήνια.

«Δεν ξέρω αν είναι σοφία ή απλώς συνήθεια.»

Έφερε ξανά το φλιτζάνι στα χείλη της.

«Αναρωτιέμαι, όμως... αν η δεσποινίς Λαν Σιν παντρευτεί μακριά... στην Τσενγκντού, στη Μιενγιάνγκ ή σε κάποια άλλη μεγάλη πολιτεία... Δεν θα θελήσετε να ζήσετε κοντά της;»

   Η ερώτηση ακούστηκε τόσο φυσικά, ώστε θα μπορούσε να ήταν απλή περιέργεια. Η Γιουν-Σου χρειάστηκε μια στιγμή πριν απαντήσει.

«Αν είναι ευτυχισμένη... ίσως.»

«Το φαντάστηκα.»

Η Λι Σου-Γιάν χαμογέλασε.

    «Οι μητέρες σπάνια αντέχουν να βρίσκονται μακριά από τα παιδιά τους. Αργά ή γρήγορα τα ακολουθούν. Κι έτσι αλλάζουν πόλη, αλλάζουν σπίτι, αλλάζουν συνήθειες... μερικές φορές αλλάζουν ακόμη και ολόκληρη τη ζωή τους.»

Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της.

    «Οι άνθρωποι, κυρία Σονγκ, πολλές φορές πιστεύουν πως τους κρατούν δεμένοι οι τόποι. Δεν είναι αλήθεια. Οι άνθρωποι μάς κρατούν. Όταν λείψουν εκείνοι, κανένας τόπος δεν έχει πια την ίδια δύναμη.»

Η Γιουν-Σου ένιωσε μια ανεπαίσθητη ταραχή, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει γιατί.

Η οικοδέσποινα συνέχισε με τον ίδιο ήρεμο τόνο.

«Κάποτε νόμιζα πως η μεγαλύτερη φυλακή είναι οι τέσσερις τοίχοι ενός σπιτιού. Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι είναι οι δεσμοί που δημιουργούμε μόνοι μας. Άλλους τους λέμε καθήκον. Άλλους αγάπη. Άλλους επιθυμία.»

   Στα μάτια της πέρασε μια λάμψη που έσβησε σχεδόν αμέσως.

   «Το δύσκολο δεν είναι να φύγει κανείς από έναν τόπο. Το δύσκολο είναι να φύγει από έναν άνθρωπο όταν έχει ήδη αφήσει εκεί ένα κομμάτι του εαυτού του. Έστω και αν δεν τον έχει γνωρίσει για πολύ  καιρό.»

  Η Λι Σου-Γιάν σταμάτησε προς στιγμήν. «Αλλά η ευτυχία δεν είναι οι λίγες έντονες στιγμές που μας χάρισε και χαρίσαμε σε έναν άνθρωπο… Αν παρατεινόταν για πολύ και οι στιγμές θα ατονούσαν και η ένταση θα μειωνόταν, η μαγεία θα χανόταν.»  

   Δεν εξήγησε τι ακριβώς εννοούσε. Ούτε χρειαζόταν. Η σιωπή που ακολούθησε είπε περισσότερα από οποιαδήποτε διευκρίνιση. Έξω, ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να γέρνει προς τη δύση.

   Η Γιουν-Σου σηκώθηκε «Με συγχωρείτε, αλλά θα πρέπει να επιστρέψω στη μητέρα μου.»

  «Το σπίτι μου θα είναι γιας εσάς πάντα ανοικτό αγαπητή Γιουν-Σου. Ίσως σας κούρασα με τις ανησυχίες μου….»

  Εκείνο το βράδυ η Γιουν-Σου μπήκε στην άμαξα που την περίμενε την καθορισμένη ώρα. Κοίταξε καλά πριν  μπει. Και μετά κατευθύνθηκε αθόρυβα στο αρχοντικό του πολέμαρχου. Λίγες μέρες μόνον ακόμη απόμεναν μέχρι την επιστροφή του Σονγκ από την Τσενγκντού. Δεν τους απόμεναν μαζί πολλές ακόμη νύχτες. Εκείνη η φράση της Λι Σου-Γιάν που ερχόταν διακρώς  στο μυαλό της ήταν    «Φανταστείτε μια κόρη να μάθαινε πως η μητέρα της επισκέπτεται κρυφά έναν άνδρα.» Και αυτό έκανε ακριβώς η Γιουν-Σου, και μάλιστα συναντούσε τα βράδυα τον άνδρα που είχε χαρίσει την πρώτη ηδονή στη ζωή της Λαν Σιν. Η ίδια βέβαια έλεγε ότι το έκανε για να αφήσει ο Γουέν-Τσενγκ ελεύθερη την Λαν Σιν να προχωρήσει στη ζωή  της.  Ίσως να ήταν έτσι. Ίσως όμως, κάπου στην πορεία, ο σκοπός να είχε αρχίσει να συγχέεται με την επιθυμία. Και η ίδια δεν ήταν πλέον βέβαιη πού τελείωνε το ένα και πού άρχιζε το άλλο. Όπως πολλές φορές στη ζωή για άλλο ξεκινάνε οι άνθρωποι και αλλού καταλήγουν. Και αυτή η κατάληξη της Γιουν-Σου στην κεντρική κρεβατοκάμαρα του πολέμαρχου της είχε χαρίσει  κάτι που  της είχε στερήσει η ζωή τόσα χρόνια.  Ίσως αυτή η καθυστέρηση της εμφάνισης του ορμητικού πάθους στη ζωή της να το έκανε να δείχνει πιο έντονο. Της έμεναν λίγες νύχτες ακόμη να το απολαύσει. Το νερό έχει μεγαλύτερη αξία όταν  διψά κανείς, και η Γιουν-Σου διψούσε, διψούσε πολλά χρόνια.  

 

 

φεύγοντας από μια βαλτωμένη ζωή

   Το πρωί η Γιουν-Σου ξύπνησε πριν ακόμη χαράξει. Δεν είχε κοιμηθεί πολύ. Οι λέξεις της Λι Σου-Γιάν δεν είχαν φύγει ούτε στιγμή από το μυαλό της. Δεν της είχε ζητήσει να εγκαταλείψει τον αδελφό της. Δεν της είχε απαγορεύσει τίποτε. Είχε κάνει κάτι πολύ δυσκολότερο· της είχε δείξει το μέλλον, αν συνέχιζε στον ίδιο δρόμο.

   Την επόμενη νύχτα πήγε ξανά στο αρχοντικό του Γουέν-Τσενγκ με ακόμη μεγαλύτερη λαχτάρα, σαν να προσπαθούσε να αποτυπώσει στη μνήμη της κάθε άγγιγμα, κάθε ανάσα, κάθε λέξη. Και με μανία του δόθηκε. Ήξερε πως η απόφαση είχε ήδη αρχίσει να ωριμάζει μέσα της. Οι νύχτες τους τελείωναν.

   Δύο ημέρες μετά τη φιλανθρωπική συγκέντρωση στο  αρχοντικό της Λι Σου-Γιάν, παρουσιάστηκε στο κατάστημα του Σονγκ ο γραμματέας Τσεν Γιου-Σιν. Η εμφάνισή του ήταν τόσο διακριτική, ώστε κανείς από τους πελάτες δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Περίμενε υπομονετικά να αδειάσει ο χώρος και μόνο τότε ζήτησε ευγενικά να μιλήσει ιδιαιτέρως με την κυρία Σονγκ.

   Η Γιουν-Σου τον οδήγησε στο μικρό γραφείο πίσω από την αποθήκη.

   Ο άνδρας υποκλίθηκε.

   «Σας μεταφέρω έναν χαιρετισμό της σεβαστής  Λι Σου-Γιάν.»

   Η Γιουν-Σου ένιωσε την καρδιά της να χτυπά λίγο δυνατότερα.

   «Είναι καλά η κυρία;»

   «Άριστα.»

   Έβγαλε από το μανίκι του έναν μικρό κατάλογο και τον άφησε πάνω στο τραπέζι, χωρίς όμως να τον ανοίξει.

   «Η κυρία μού ζήτησε να σας ενημερώσω για κάτι που ίσως σας φανεί χρήσιμο.»

   Η φωνή του ήταν ήρεμη, σχεδόν υπηρεσιακή.

   «Τις προσεχείς εβδομάδες η διοίκηση θα ξεκινήσει εκτεταμένους ελέγχους στις αποθήκες και στους εμπορικούς οίκους της περιοχής.»

Η Γιουν-Σου δεν μίλησε.

   «Υπάρχουν πληροφορίες ότι ορισμένοι έμποροι δεν δήλωσαν σωστά τα εμπορεύματά τους. Άλλοι απέκρυψαν ποσότητες. Άλλοι κατέγραψαν διαφορετική ποιότητα από την πραγματική. Η διοίκηση δεν μπορεί να αδιαφορήσει.»

Έκανε μια μικρή παύση.

   «Όταν παρανομούν λίγοι, είναι υποχρέωση της διοίκησης να ερευνήσει τους πάντες.»

   Η Γιουν-Σου έγνεψε αργά.

   «Το κατανοώ.»

   Ο γραμματέας χαμήλωσε ελαφρά τη φωνή.

«Η κυρία Λι Σου-Γιάν, όμως, μου ζήτησε να σας πω και κάτι ακόμη.»

Σήκωσε το βλέμμα.

   «Πιστεύει πως θα ήταν βαθιά άδικο να βρεθούν υπό κατηγορία άνθρωποι έντιμοι.»

   Η Γιουν-Σου κράτησε την αναπνοή της.

  «Ένας μεγάλος εμπορικός οίκος μπορεί να έχει δεκάδες υπαλλήλους.»

   Ο γραμματέας χαμογέλασε ανεπαίσθητα.

   «Αρκεί ένα κιβώτιο που καταχωρήθηκε λανθασμένα... ένα τσουβάλι που ξεχάστηκε σε κάποια αποθήκη... μια αβλεψία ενός κακού ή απρόσεκτου υπαλλήλου...»

   Άφησε τη φράση να αιωρηθεί.

   «...και ξαφνικά ένας τίμιος έμπορος βρίσκεται να αποδεικνύει την αθωότητά του.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.

   «Η κυρία θεωρεί πως αυτό δεν θα έπρεπε να συμβεί σε ανθρώπους που εργάστηκαν μια ζωή με αξιοπρέπεια.»

   Τα μάτια του έμειναν σταθερά πάνω της.

   «Γι' αυτό σας συμβουλεύει, εφόσον το κρίνετε σκόπιμο, να εξετάσετε προσεκτικά τα λογιστικά σας βιβλία και τις αποθήκες σας πριν αρχίσουν οι επιθεωρήσεις.»

   Η Γιουν-Σου κατάλαβε. Δεν επρόκειτο για φορολογική συμβουλή. Ήταν μια τελευταία προειδοποίηση. Η Λι Σου-Γιάν δεν της έσωζε μόνο τη φήμη. Προστάτευε και τον Σονγκ. Προστάτευε έναν άνθρωπο που δεν έφταιγε σε τίποτε.

Ο γραμματέας υποκλίθηκε ξανά.

   «Η κυρία μού ζήτησε να σας μεταφέρω και τα τελευταία της λόγια.»

Η Γιουν-Σου τον κοίταξε.

   «Η αρχόντισσα», είπε αργά, «θεωρεί καθήκον της να προστατεύει όσους εκτιμά. Ιδίως όταν γνωρίζει ότι δεν θα μπορέσουν να προστατευθούν μόνοι τους.»

  Χαμήλωσε το κεφάλι. Έφυγε τόσο αθόρυβα όσο είχε έρθει. Η Γιουν-Σου έμεινε μόνη στο γραφείο.

Το βλέμμα της έπεσε στις στοίβες των λογιστικών βιβλίων. Για πρώτη φορά δεν είδε αριθμούς. Είδε μια γυναίκα που της άπλωνε το χέρι για δεύτερη φορά. Και κατάλαβε πως δεν επρόκειτο να υπάρξει τρίτη.

   Τρεις ημέρες αργότερα έφθασε η είδηση πως η άμαξα του Σονγκ είχε περάσει το τελευταίο φυλάκιο πριν από το Λο Τζιάνγκ. Η Γιουν-Σου στάθηκε πολλή ώρα στην αυλή του σπιτιού της, κοιτάζοντας αφηρημένα τις καμέλιες. Ένιωθε πως είχε φτάσει σε ένα σταυροδρόμι. Δεν μπορούσε να αλλάξει το παρελθόν. Ίσως όμως μπορούσε ακόμη να αλλάξει το μέλλον.

   Ο Σονγκ επέστρεψε κουρασμένος αλλά εμφανώς ευδιάθετος. Ταξίδι μεγάλο, δρόμοι δύσβατοι, εμπορικές συμφωνίες που χρειάζονταν υπομονή· αυτά διηγούνταν στους υπηρέτες. Μόνο όταν έμειναν οι δυο τους, άφησε να φανεί η πραγματική του ικανοποίηση.

   «Η Λαν Σιν μεγάλωσε περισσότερο απ' όσο περίμενα.»

   Το πρόσωπό του φωτίστηκε.

   «Δεν είναι πια κορίτσι.»

   Η Γιουν-Σου χαμογέλασε αδιόρατα.

   «Το ξέρω.»

   «Ο νεαρός που γνώρισε...»

   Σταμάτησε για μια στιγμή.

   «...νομίζω πως της άφησε πολύ καλή εντύπωση.»

    Η Γιουν-Σου δεν είπε τίποτε.

   «Η οικογένειά του διαθέτει μεγάλη περιουσία. Οι αποθήκες τους προμηθεύουν σχεδόν τη μισή δυτική Σετσουάν. Και το σημαντικότερο...»

Χαμογέλασε.

   «Ο ίδιος φαίνεται συνετός.»

   Η Γιουν-Σου ένιωσε την καρδιά της να γαληνεύει. Η Λαν Σιν ίσως να είχε πράγματι μια ευκαιρία για μια ευτυχισμένη ζωή.

   Το ίδιο βράδυ, όταν οι υπηρέτες είχαν αποσυρθεί, η Γιουν-Σου έφερε η ίδια το τσάι στον σύζυγό της. Εκείνος την κοίταξε με απορία.

   «Σπάνια το κάνεις εσύ.»

   «Ήθελα να μιλήσουμε.»

   Ο Σονγκ ακούμπησε το φλιτζάνι.

   «Σε ακούω.»

   Η Γιουν-Σου χρειάστηκε λίγες στιγμές πριν αρχίσει.

   «Σκέφτομαι εδώ και καιρό κάτι.»

   «Τι είναι;»

   «Να φύγουμε από το Λο Τζιάνγκ.»

   Ο Σονγκ δεν μίλησε αμέσως.

   «Απότομα δεν είναι αυτό;»

   «Όχι τόσο όσο φαίνεται.»

   Σήκωσε ήρεμα το βλέμμα της.

   «Η επιχείρησή μας έχει μεγαλώσει. Κάθε χρόνο ταξιδεύεις περισσότερο. Οι καλύτεροι έμποροι βρίσκονται στην Τσενγκντού και στη Μιενγιάνγκ. Οι μεγάλες συναλλαγές γίνονται εκεί.»

Ο Σονγκ έγνεψε αργά.

    «Αυτό είναι αλήθεια.»

   «Εδώ έχουμε φτάσει σχεδόν στα όριά μας.»

Άφησε μια μικρή παύση.

   «Αν μεταφέραμε την έδρα μας σε μια μεγαλύτερη πόλη, το δίκτυό μας θα αποκτούσε άλλες δυνατότητες.»

   Ο Σονγκ την κοίταξε προσεκτικά. Δεν ήταν συνηθισμένος να την ακούει να μιλά τόσο αναλυτικά για τις επιχειρήσεις. Ο Σονγκ έμεινε σιωπηλός αρκετή ώρα.

   «Υπάρχει όμως και η μητέρα σου.»

   Η Γιουν-Σου χαμογέλασε αχνά.

   «Η μητέρα μου δεν γεννήθηκε εδώ.»

   Σώπασε για λίγο.

   «Όπως ούτε η δική σου.»

   Ο Σονγκ έγνεψε καταφατικά.

   «Η μητέρα μου ήρθε στο Λο Τζιάνγκ νύφη, όταν παντρεύτηκε τον πατέρα μου. Δεν πρόλαβε ποτέ να ξαναδεί τον τόπο όπου γεννήθηκε.»

Η Γιουν-Σου έγνεψε αργά.

«Όταν έφερα τη μητέρα μου εδώ, η αδελφή της είχε ήδη φύγει από τη ζωή.»

Ο Σονγκ χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Πέντε χρόνια πέρασαν κιόλας από τότε που έφυγε...»

Η Γιουν-Σου συνέχισε σιγανά.

   «Περίμεναν χρόνια πως θα ξαναβρεθούν. Δεν πρόλαβαν ούτε να καθίσουν άλλη μια φορά στο ίδιο τραπέζι.»

   «Και η Λαν Σιν;» ρώτησε εκείνος.

   Η Γιουν-Σου πήρε βαθιά ανάσα.

   «Αυτός είναι ο σημαντικότερος λόγος.»

   Σήκωσε για πρώτη φορά τα μάτια της και τον κοίταξε σταθερά.

   «Αν παντρευτεί εκεί...»

   Δεν χρειάστηκε να ολοκληρώσει. Ο Σονγκ χαμογέλασε.

   «Δεν θα αντέξεις να ζεις μακριά της.»

   Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο ζωγραφίστηκε και στα δικά της χείλη.

   «Όχι.»

   «Ούτε εγώ, αν θέλεις την αλήθεια.»

    Ο Σονγκ άφησε αργά το φλιτζάνι πάνω στο τραπέζι και έμεινε για λίγο σιωπηλός.

   «Ξέρεις...»

Η Γιουν-Σου περίμενε.

   «Όσο βρισκόμουν στην Τσενγκντού, σκεφτόμουν συνέχεια πως ίσως έφτασε η ώρα να αφήσουμε το Λο Τζιάνγκ.»

   Η ίδια δεν έδειξε την έκπληξή της.    Σταυρώνοντας τα χέρια πίσω από την πλάτη του, άρχισε να περπατά αργά μέσα στο δωμάτιο.

   «Το εμπόριό μας μεγάλωσε πολύ τα τελευταία χρόνια. Κάποτε αρκούσε να αγοράζουμε τσάι από τα γύρω χωριά και να το διαθέτουμε στους γνωστούς εμπόρους. Τώρα όμως οι μεγαλύτερες συναλλαγές γίνονται αλλού.»

   Σταμάτησε μπροστά στο παράθυρο.

   «Στην Τσενγκντού συνάντησα ανθρώπους που μετακινούν εκατοντάδες κιβώτια κάθε μήνα. Τα δίκτυά τους απλώνονται σε ολόκληρη τη Σετσουάν.»

   Χαμογέλασε.

   «Δεν είναι εύκολο να τους ανταγωνιστεί κανείς μέσα στην ίδια τους την πόλη.»

   Η Γιουν-Σου έγνεψε καταφατικά.

   «Έχεις δίκιο.»

   «Κι όμως...»

Στράφηκε προς το μέρος της.

   «Υπάρχει μια πόλη που όσο περισσότερο τη σκεφτόμουν τόσο περισσότερο μου φαινόταν η σωστή επιλογή.»

   «Ποια;»

      «Η Μιενγιάνγκ.»

   Η Γιουν-Σου κράτησε χαμηλωμένο το βλέμμα για να μην προδώσει την ταραχή της.

   «Η Μιενγιάνγκ;»

   «Ναι.»

Κάθισε απέναντί της.

   «Είναι αρκετά μεγάλη ώστε να αναπτυχθεί ένας εμπορικός οίκος σαν τον δικό μας, αλλά όχι τόσο μεγάλη ώστε να χαθούμε ανάμεσα σε δεκάδες ισχυρότερους εμπόρους. Στην Τσενγκντού όλοι κυνηγούν τις ίδιες ευκαιρίες. Στη Μιενγιάνγκ υπάρχουν ακόμη δρόμοι που δεν τους έχουν περπατήσει πολλοί.»

Έσκυψε ελαφρά μπροστά.

    «Ένας καλός έμπορος δεν πηγαίνει πάντοτε εκεί όπου βρίσκονται όλοι οι άλλοι. Πηγαίνει εκεί όπου μπορεί να γίνει απαραίτητος.»

   Η Γιουν-Σου χαμογέλασε αδιόρατα.

   «Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη. Η υγεία μου.»

Έτριψε αφηρημένα τον καρπό του.

   «Κάθε φορά που χρειάζομαι καλό γιατρό, αναγκάζομαι να ταξιδεύω. Στη Μιενγιάνγκ υπάρχουν θεραπευτές που τους εμπιστεύονται ακόμη και οι άρχοντες της περιοχής.»

Σώπασε για λίγο.

   «Δεν γερνά κανείς όταν το αποφασίσει. Γερνά σιγά σιγά. Κι εγώ οφείλω να σκέφτομαι το μέλλον του οίκου μας.»

Η Γιουν-Σου τον κοίταζε χωρίς να τον διακόπτει.

   «Και υπάρχει και η μητέρα σου.»

Η έκφρασή της μαλάκωσε.

   «Έζησε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της εκεί. Αν και δεν το λέει, πιστεύω πως θα της έκανε καλό να επιστρέψει ανάμεσα σε τόπους και ανθρώπους που γνώρισε στα νιάτα της.»

   Η Γιουν-Σου ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό. Χαμογέλασε.

  «Και τέλος... η Λαν Σιν.»

Στα μάτια του φάνηκε η τρυφερότητα του πατέρα.

   «Αν όλα πάνε καλά, είναι πολύ πιθανό να εγκατασταθεί στην Τσενγκντού.»

Η Γιουν-Σου δεν μίλησε.

   «Από τη Μιενγιάνγκ θα απέχουμε μόλις μία ημέρα δρόμο. Θα μπορούμε να τη βλέπουμε συχνά, χωρίς να χρειάζεται να ζούμε μέσα στη βοή της πρωτεύουσας.»

Έμεινε για λίγο σιωπηλός.

   «Όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο πιστεύω πως εκεί βρίσκεται το μέλλον μας.»

   Η Γιουν-Σου χαμήλωσε τα μάτια στο φλιτζάνι της. Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. Η Λι Σου-Γιάν είχε δίκιο. Μερικές φορές οι άνθρωποι πιστεύουν πως αλλάζουν τόπο για χάρη των εμπορικών συμφερόντων, της υγείας ή των παιδιών τους. Ίσως όμως, χωρίς να το γνωρίζουν, να αλλάζουν ολόκληρη τη ζωή τους.

   Αργότερα, όταν έμεινε μόνη στο δωμάτιό της, άνοιξε το παράθυρο. Ο αέρας του Λο Τζιάνγκ μύριζε όπως πάντα υγρασία και χώμα. Της φάνηκε ακίνητος. Σαν νερό που λιμνάζει. Τότε κατάλαβε τι ακριβώς είχε εννοήσει η Λι Σου-Γιάν χωρίς να το πει ποτέ με λόγια. Υπάρχουν τόποι που δεν μας φυλακίζουν επειδή είναι κακοί. Μας φυλακίζουν επειδή δεν αλλάζει τίποτε μέσα τους. Και κάποτε, χωρίς να το αντιληφθούμε, αρχίζουμε κι εμείς να μοιάζουμε με αυτούς.

   Η Γιουν-Σου ακούμπησε το μέτωπό της στο ξύλινο πλαίσιο του παραθύρου. Δεν ήξερε αν θα κατάφερνε ποτέ να ξεχάσει τον Γουέν-Τσενγκ. Δεν ήταν βέβαιη πως το ήθελε κιόλας. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν έφευγαν ποτέ πραγματικά από την καρδιά. Αλλά μπορούσαν να φύγουν από την καθημερινότητα. Και καμιά φορά αυτό αρκούσε για να σωθεί μια ζωή, μια οικογένεια. Για πρώτη φορά η Γιουν-Σου δεν ένιωσε πως περίμενε τη νύχτα. Περίμενε το αύριο.

 

 τέλος του Part 1

To Part 1 περιλαμβάνει τα Μέρη Α, Β, Γ, Δ της νουβέλας