το χιόνι δεν θυμάται
Part
7
σκηνογραφημένη νουβέλα 2026
τεχνητή Πεζογραφία
The Snow Does
Not Remember
A Scenographed
Novella, 2026
Artificial
Prose
Το Part 7 εκκινεί με το Μέρος ΙΒ της νουβέλας.
Η νουβέλα αποτελείται από ΙΒ Μέρη.
Το κείμενο είναι ενιαίο, αλλά λόγω του φόρτου των αναρτήσεων διασπάστηκε σε Part 1-7, για την διευκόλυνση των αναρτήσεων.
ΜΕΡΟΣ ΙΒ
μια θεατρική παράσταση στο Λο Τζιάνγκ
ο γάμος του υπασπιστή
η νύχτα της σύλληψης
οι αποφάσεις
ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση
ο λευκός γάμος της Τιάν-Μι
η κηδεία του Γουάνγκ Τσε-Λιν
οι οιωνοί
το χιόνι δεν θυμάται
το σμίξιμο
η φύλακας του αρχοντικού
το απογευματινό τσάι
μια άλλη νύχτα στο αρχοντικό των Λι
το δείπνο
το κλείσιμο του κύκλου
ΜΕΡΟΣ ΙΒ
μια
θεατρική παράσταση στο Λο Τζιάνγκ
Το απόγευμα που ο θίασος
έφθασε στο Λο Τζιάνγκ, η ομίχλη της Σετσουάν ανέβαινε από τα χωράφια σαν αχνός
από ζεστό ρύζι. Δύο κάρα κύλησαν βαριά μέσα στην αυλή του ναού· στα πλευρά τους
κρέμονταν τύμπανα και μπαούλα με κοστούμια. Οι χωρικοί σταμάτησαν τις δουλειές
τους και κοίταζαν με περιέργεια.
Ήταν θίασος της βόρειας
όπερας του Τσιν, από εκείνες τις λαϊκές, τραχιές παραστάσεις που γεμίζουν τον
αέρα με τύμπανα και κραυγές πολεμιστών. Δεκαεννέα άνθρωποι όλοι κι όλοι.
Αρχηγός τους ο Λιου Σανγκ
— γηραιός, λιγομίλητος, με βλέμμα που ζύγιζε και άνθρωπο και νόμισμα. Δώδεκα
ηθοποιοί, πέντε μουσικοί, ένας μαθητευόμενος.
Στον θίασο υπήρχαν και
γυναίκες, αν και οι περισσότεροι γυναικείοι ρόλοι παίζονταν από άνδρες. Η
Μει-Χουά, χήρα παλιού ηθοποιού, ερμήνευε μητέρες και τραγικές συζύγους. Οι
νεότεροι άνδρες αναλάμβαναν τους ρόλους νεαρών γυναικών με επιδέξιες κινήσεις
και λεπτή φωνή.
Οι πρώτοι ρόλοι ανήκαν
στον Ζάο Κανγκ, ψηλό και επιβλητικό, που ενσάρκωνε στρατηγούς και ήρωες· και
στον Τσεν Ντα, με πρόσωπο βαμμένο κόκκινο και μαύρο, για τους σκληρούς
πολεμικούς χαρακτήρες.
Και έπειτα ήταν ο Φενγκ
Τζι-Χαν. Λεπτός, ευκίνητος, με πρόσωπο που άλλαζε μορφή σαν να ήταν πηλός. Είχε
το χάρισμα της μίμησης· μπορούσε να γίνει γέρος χωρικός, αυστηρός αξιωματούχος,
πονηρός υπηρέτης ή μεθυσμένος στρατιώτης μέσα σε μια αναπνοή. Το κοινό τον
αγαπούσε.
Μα στα παρασκήνια
ψιθυριζόταν κάτι ακόμη: η καρδιά του δεν χτυπούσε για τις γυναίκες. Το βλέμμα
του αναζητούσε συχνά τον Ζάο Κανγκ όταν εκείνος έλυνε την πανοπλία του. Σε έναν
κόσμο όπου οι άνδρες ενσάρκωναν γυναίκες και η ομορφιά άλλαζε πρόσωπα κάθε
βράδυ, τέτοιες σιωπηλές κλίσεις ζούσαν στη σκιά. Ο θιασάρχης γνώριζε, μα όσο
δεν υπήρχε σκάνδαλο, δεν μιλούσε.
Το πρώτο βράδυ στήθηκε
ξύλινη εξέδρα μπροστά στο ιερό. Κόκκινα φανάρια ταλαντεύονταν πάνω από τα
κεφάλια του πλήθους. Τα τύμπανα αντήχησαν, το γκονγκ έσκισε τη σιωπή.
Το έργο λεγόταν «Η Πίστη
του Στρατηγού», ιστορία τιμής και
αυτοθυσίας. Ο Ζάο Κανγκ τραγούδησε με φωνή διαπεραστική, ικανή να φτάσει ως τα
τελευταία σπίτια του χωριού. Ο Τσεν Ντα εισέβαλε στη σκηνή με βήμα βαρύ, το
βαμμένο του πρόσωπο να λάμπει στο φως των λαδιών. Όταν εμφανίστηκε ο Φενγκ
Τζι-Χαν ως πονηρός υπηρέτης, το κλίμα άλλαξε. Με ένα τίναγμα του μανικιού έγινε
γριά γυναίκα· με μια γκριμάτσα, αφελής στρατιώτης. Τα παιδιά ξέσπασαν σε γέλια.
Οι ηλικιωμένοι κουνούσαν το κεφάλι επιδοκιμαστικά.
Η μουσική δεν σταματούσε
στιγμή. Τα τύμπανα οδηγούσαν τις μάχες, τα έγχορδα έντυναν τον θρήνο.
Ανάμεσα στους θεατές
βρισκόταν η Λι Σου-Γιάν με τον σύζυγό της, τον άρχοντα Γουάνγκ Τσε-Λιν. Δεν
γελούσε δυνατά, μα τα μάτια της έλαμπαν στις σκηνές του ηρωισμού. Όταν η
παράσταση έφθασε στην κορύφωση και ο στρατηγός διάλεξε την τιμή αντί της ζωής,
η Λι Σου-Γιάν χαμήλωσε το κεφάλι συγκινημένη.
Όταν έσβησαν τα φανάρια
και το πλήθος άρχισε να διαλύεται, η Λι Σου-Γιάν πλησίασε τη σκηνή μαζί με τον
σύζυγό της.
Ο Λιου Σανγκ υποκλίθηκε
βαθιά.
«Η τέχνη σας έφερε τιμή στο χωριό μας», είπε εκείνη με καθαρή
φωνή. «Και μνήμη στους προγόνους.»
Ο σύζυγός της παρέδωσε
ένα μικρό πουγκί με ασημένια νομίσματα.
«Μια ταπεινή συνεισφορά
για τα έξοδα του δρόμου.»
Ο θιασάρχης γονάτισε
ελαφρά, όπως όριζε η ευγένεια. Οι ηθοποιοί στάθηκαν πίσω του, ακόμη
μισοντυμένοι με τα κοστούμια τους.
Για μια στιγμή, τα μάτια
της Λι Σου-Γιάν στάθηκαν στον Φενγκ Τζι-Χαν, που κρατούσε ακόμη τα ίχνη της
βαφής στο πρόσωπο. Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα με συστολή.
Η χορηγία εκείνης της
νύχτας εξασφάλισε στον θίασο όχι μόνο τροφή και στέγη, αλλά και κύρος. Το Λο
Τζιάνγκ θα τους κρατούσε τρεις ημέρες ακόμη.
Ύστερα θα ξανάπαιρναν τον
δρόμο με τα τύμπανα δεμένα στα κάρα, με τα κοστούμια διπλωμένα, και με τα
μυστικά τους να ταξιδεύουν μαζί τους μέσα στην υγρή ομίχλη της Σετσουάν.
Η επόμενη ημέρα βρήκε τον
θίασο ακόμη στο Λο Τζιάνγκ, με τα τύμπανα σκεπασμένα και τα κοστούμια απλωμένα
να στεγνώνουν από την υγρασία της Σετσουάν. Το απόγευμα, ο Λιου Σανγκ
παρουσιάστηκε στην οικία της Λι Σου-Γιάν και του συζύγου της, του Γουάνγκ
Τσε-Λιν, ανώτερου αξιωματούχου επιφορτισμένου με την ασφάλεια και τη διοίκηση
της περιοχής, με στρατιωτικές και πολιτικές αρμοδιότητες.
Η αυλή ήταν στολισμένη
ήδη με κόκκινα υφάσματα.
Η Λι Σου-Γιάν μίλησε πρώτη.
«Σε δέκα ημέρες», είπε,
«ο γιος μας, ο υπασπιστής Γουάνγκ Τζι-Λιν, θα νυμφευθεί τη νεαρή χήρα Χουά-Λι.
Θέλουμε ο γάμος να είναι λαμπρός και ευοίωνος.»
Ο αξιωματούχος Γουάνγκ
Τσε-Λιν συνέχισε, ατάραχος. «Δύο ημέρες παραστάσεων. Την παραμονή και την ημέρα
της τελετής. Έργα που υμνούν τη συζυγική πίστη, τη γονιμότητα και την τιμή. Η
τάξη θα διασφαλιστεί από τους άνδρες μου.»
Η διαπραγμάτευση έγινε με
προσοχή. Συμφωνήθηκαν δύο πλήρεις
παραστάσεις, η πλήρης σίτιση του θιάσου
επί τέσσερις ημέρες, η διαμονή σε βοηθητικό κτήριο της οικίας. Η αμοιβή ήταν σε
ασήμι, αρκετή για έναν μήνα περιοδείας καθώς και μεταξωτό ύφασμα για ανανέωση των
κοστουμιών του περιοδεύοντος θιάσου.
Η Λι Σου-Γιάν πρόσθεσε ήρεμα:
«Θέλω το έργο να υψώνει
τη νέα αρχή της νύφης. Να μην υπάρξει σκιά για το παρελθόν της.»
Ο θιασάρχης υποκλίθηκε.
Δύο ημέρες αργότερα, ο
υπασπιστής Γουάνγκ Τζι-Λιν επισκέφθηκε την αυλή του ναού για να επιθεωρήσει τη
σκηνή. Ήταν άνδρας συγκρατημένος, με ήρεμη δύναμη στο βήμα. Φορούσε απλή στολή,
μα το σπαθί στο πλευρό του δήλωνε το αξίωμά του. Τα μάτια του έπεσαν πάνω σε
έναν νεαρό, λεπτό άνδρα με ήρεμη χάρη και ευλύγιστη κίνηση: τον θηλυπρεπή
ηθοποιό Φενγκ Τζι-Χαν, που
καθάριζε τα μανίκια ενός μεταξωτού ενδύματος.
Με ένα χαμόγελο που συνδύαζε
σιγουριά και πονηριά, ο Φενγκ Τζι-Χαν πλησίασε τον Γουάνγκ Τζι-Λιν και,
σκύβοντας ελαφρά, είπε:
«Υπασπιστά, μην ανησυχείτε
για την πρώτη νύχτα του γάμου σας· οι πιο θερμές γυναίκες είναι πάντα οι χήρες.
Κι αν αναρωτιέστε αν είναι αγνή, μην απασχολείστε· κάποιος άλλος έχει ζήσει
αυτά τα ερωτήματα πριν από σας.»
Ο Γουάνγκ Τζι-Λιν πάγωσε
για μια στιγμή, τα μάτια του άστραψαν μεταξύ έκπληξης και αμηχανίας. Πριν
προλάβει να πει οτιδήποτε, ο Λιου Σανγκ, ο θιασάρχης, εμφανίστηκε από το πλάι
και, με αυστηρή φωνή, διέκοψε:
«Φενγκ Τζι-Χαν, αρκετά! Γύρισε
στα καθήκοντά σου. Δεν είναι ώρα για τέτοιες κουβέντες.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν
χαμογέλασε συγκαταβατικά, έκανε μια μικρή υπόκλιση και απομακρύνθηκε αργά, ενώ
ψιθύριζε συγγνώμη προς τον Γουάνγκ Τζι-Λιν, που ακόμη προσπαθούσε να
επεξεργαστεί το θάρρος και το χιούμορ του νεαρού ηθοποιού.
ο
γάμος του υπασπιστή
Η αυλή της μεγάλης οικίας
του άρχοντα Γουάνγκ Τσε-Λιν ήταν
στολισμένη με κόκκινα φανάρια και μεταξωτά πανιά. Το φως της ημέρας είχε γείρει
και οι φαναράκια έδιναν απαλή λάμψη πάνω στις πέτρινες πλάκες. Ο θίασος είχε
ετοιμάσει ειδικά για τον γάμο ένα έργο που υμνούσε την τιμή της χήρας — σοβαρό,
γεμάτο ένταση και συγκίνηση, αλλά με προσεκτικά τοποθετημένα κωμικά στοιχεία
για να ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα.
Ο Φενγκ Τζι-Χαν ανέβηκε
στη σκηνή, υποδυόμενος τον μεσήλικα σύζυγο της νεαρής Τσεν Γιουλίν, ο οποίος
είχε αποβιώσει από τον καημό του ότι ίσως η γυναίκα του αγαπούσε κάποιον
νεότερο. Με βαριά φωνή και θλιμμένο ύφος, ο Φενγκ ζωντάνεψε την αγωνία του
πεθαμένου άνδρα, ενώ με μικρές κινήσεις έδινε και μια ελαφριά δόση χιούμορ,
όπως όταν κοίταζε με υπερβολικό δέος το «νεότερο» πρόσωπο που εμφανιζόταν στη
σκηνή.
Με το θάνατό του,
εμφανίστηκε ο νεαρός άνδρας, μορφή ευγενική, δυναμική και συγκρατημένη, υποσχόμενος
να αποκαταστήσει την τιμή της χήρας, προσφέροντάς της ασφάλεια και σεβασμό. Το
κοινό χειροκρότησε με ενθουσιασμό την ανατροπή, ενώ τα τύμπανα και τα έγχορδα
πλέκονταν αρμονικά με τις φωνές των ηθοποιών.
Στη συνέχεια ο θίασος
παρουσίασε ένα δεύτερο έργο που είχε προσαρμοστεί ειδικά για την περίσταση, με
τίτλο «Η Τιμή της Αυλής». Η
ιστορία αφορούσε μια οικογένεια ευγενών που αντιμετωπίζει δοκιμασίες,
παρεξηγήσεις και παλιές διαμάχες, αλλά τελικά η αλήθεια και η δικαιοσύνη
επικρατούν. Στο έργο αυτό, ο Φενγκ Τζι-Χαν υποδύθηκε έναν πανούργο θείο που με
τα πονηρά του λόγια προκαλούσε μπερδέματα, φέρνοντας γέλιο και ταυτόχρονα
αναδεικνύοντας την ευαισθησία και την ευγένεια των νεαρών ηρώων.
Ανάμεσα στους θεατές
βρίσκονταν ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ καθισμένος με συγκρατημένη χαρά, και
δίπλα του η κόρη του, η Τιάν-Μι,
η οποία παρέμενε άψογη και μετρημένη στο πλευρό του πατέρα της, παρακολουθώντας
με σεβασμό και ενδιαφέρον κάθε σκηνή. Ίσως ήταν για πρώτη φορά εσωτερικά ήρεμη
αφού ένας κίνδυνος, η τέως χήρα Χουά-Λι, μόλις είχε γίνει η νέα κυρία Γουάγκ,
ήταν πλέον εξαδέλφη της. Εκείνη που επόπτευε με το αυστηρό της επίσημο ύφος
ήταν η μητέρα του γαμβρού, αναλογιζόμενη την ειρωνεία της έκβασης των
καταστάσεων. Προόριζε την Χουά-Λι για σύζυγο του χήρου αδελφού της, του Λι
Γουέν-Τσενγκ, και αντί να την νυμφευθεί ο πολέμαρχος, την είχε νυμφευθεί ο
υπασπιστής του, ο γιος της, και έδειχνε να είναι ερωτευμένος μαζί της. Και όσο ο πρωτότοκος
γιος της δεν μπρούσε ακόμη να κάνει παιδί με τη σύζυγό του, η Λι Σου-Γιάν
σκεφτόταν πως καλοδεχούμενο θα ήταν και ένα παιδί στην οικογένεια έστω από μια
χήρα, τη νέα νύφη της.
Η βραδιά κύλησε ανάμεσα
σε συγκίνηση, χιούμορ και τελετουργικό μεγαλείο, ενώ οι φωνές των ηθοποιών και
τα τύμπανα αντηχούσαν ανάμεσα στα κόκκινα φανάρια, χαρίζοντας στη νέα
οικογένεια μια ανάμνηση που θα τους συνόδευε για χρόνια.
η
νύχτα της σύλληψης
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ και η νεαρή Τιάν-Μι
αναχώρησαν από τον γάμο αλλά στα πρόσωπά τους είχαν ακόμη αυτή την γλυκειά
γεύση από τα πρόσωπα των νεονύμφων. Δεν ήταν εκείνοι που είχαν αποτελέσει
αντικείμενο περιέργων βλεμμάτων που έψαχναν να εξιχνιάσουν κάθε τους χειρονομία.
Το ενδιαφέρον είχε πέσει πάνω στη νύφη την Χουά-Λι και στον γαμβρό, τον Γουάνγκ
Τζι-Λιν. Επέστρεψαν στο αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ κάπως απευλεθερωμένοι.
Όταν μπήκαν στο εσωτερικό του σπιτιού η Τιάν-Μι τον αγκάλιασε. Τον κοίταξε στα μάτια και με αποφασιστικότητα
είπε:
«Θα είμαι μαζί σου για
πάντα», ψιθύρισε εκείνη. «Ό,τι κι αν γίνει, ακόμα κι αν η μοίρα σε τραβήξει
μακριά, αν ποτέ με εγκαταλείψεις… δεν θα μπορώ να ζήσω. «Κανένας δρόμος,
κανένας άνεμος δεν θα μας χωρίσει.»
Μέσα στο βαθύ σκοτεινό δωμάτιο,
οι καρδιές τους χτυπούσαν σαν τύμπανα, δυνατά, επίμονα. Ο κόσμος έξω δεν
υπήρχε· υπήρχε μόνο η υπόσχεση που είχαν δώσει ο ένας στον άλλο, και η φωτιά
που τους ένωνε για πάντα. Εκείνο το βράδυ η Τιάν-Μι δεν ήθελε μόνο μια
υπόσχεση. Ήθελε ένα ενέχυρο αυτής της υπόσχεσης. Έκανε τα πάντα για να
ευχαριστήσει τον άνδρα που είχε επιλέξει. Ήταν μια μακρόσυρτη σμείξη. Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ μετρούσε στιγμές, μετρούσε σκέψεις, μετρούσε λέξεις, και δεν είχε
το θάρρος να κορυφωθεί. Η νεαρή γυναίκα το καταλάβαινε, ήθελε να τον φτάσει
στην ύστατη στιγμή, μα καταλάβαινε ότι
εκείνος ήταν διασκορπισμένος στις σκέψεις τους.
Δυνατά καθώς ήταν
σφιχταγκαλιασμένοι του είπε «είμαι η Σου-Γιάν». Εκείνο το βράδυ θα έπαιζε για χάρη
του τον ρόλο της αδελφής του. Αφού είχαν διαπεράσει το δικό τους φράγμα, γιατι
να μην διαπεράσουν και το άλλο, εκείνο που ίσως είχε σκεφθεί όταν ήταν νέος. «Είμαι
η Σου-Γιάν το τελευταίο βράδυ πριν τον γάμο της» του ξαναείπε, σαν να γνώριζε τί
είχε συμβεί ακριβώς πριν από πολλά χρόνια. Και μολονότι τότε δεν είχε γεννηθεί
η Τιάν-Μι, οι ιστορίες που αφηγείτο η γρηά υπηρέτρια Σιάνγκ-Λι, ιστορίες στις
οποίες μπέρδευε τα ονόματα και τις χρονολογίες, είχαν οδηγήσει την Τιάν-Μι να
συμπεράνει πως το κορίτσι που παρακαλούσε τον αδελφό της να μην την παντρέψει
ήταν η Σου-Γιάν και ο νεαρός εικοσιπεντάχρονος τότε νέος ήταν ο Λι
Γουέν-Τσενγκ. Μπορεί η Σιάνγκ-Λι να μην είχε πει ονόματα, να μην είχε υποδείξει
πρόσωπα, μπορεί να είχε περιγράψει το αρχοντικό όπως ήταν τότε και όχι όπως
είναι τώρα, μα υπήρχε κάτι που ίσως δεν είχε αλλάξει, η στολή του νεαρού
εκείνου στρατιώτη που τώρα είχε γίνει πολέμαρχος πλέον.
«Φίλησέ με» του είπε.
Και ο Λι Γουέν-Τσενγκ
μπερδεύοντας τα ονόματα, μπορεί και μπερδεύοντας τα πρόσωπα άφησε να εξέλθει
αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν έρρεε. Αυτό που είχε κάποτε στερήσει στην
όμορφη Σου-Γιάν το άφηνε χωρίς πλέον τη δύναμη να το συγκρατήσει. Το άφηνε σε
άλλο σώμα να κυλήσει καθώς στο μυαλό του διαγραφόταν το νεανικό πρόσωπο της
Σου-Γιάν. Η Τιάν-Μι ήξερε πως πλέον έφερνε μέσα της την σφραγίδα του. Δεν την
ένοιαζε τί θα έλεγαν. Και οι δυο τους ήταν μέσα στο βαθύ σκοτεινό δωμάτιο και
εκεί επιτρέπονταν αυτά που οπουδήποτε αλλού δεν θα γίνονταν. Οι τοίχοι του ήταν
τόσο ανθεκτικοί και απορροφητικοί ώστε να αντέξουν τους ήχους τους, να κρύψουν
κάθε άνομο παράλογο πάθος.
«Πρέπει να δημιουργήσεις
έναν απόγονο. Ένα αγόρι. Και εμένα διάλεξε η τύχη να το γεννήσει» του είπε
καθώς τον αγκάλιαζε με όλη της την
δύναμη.
οι
αποφάσεις
Η εγκυμοσύνη της Τιάν-Μι
εμφανιζόταν. Ο χρόνος δεν μπορούσε πλέον να σιωπήσει. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ πήγε
στην αδελφή του και της ανακοίνωσε το ζήτημα της εγκυμοσύνης της Τιάν-Μι. Η Λι
Σου-Γιάν δεν έκανε κανένα σχόλιο. Το περίμενε ότι κάποτε θα γινόταν. Απλά έγινε
γρηγορότερα. Μετά από λίγο σκέφθηκε εκείνο των κωμικό ηθοποιό, τον Φενγκ
Τζι-Χαν. Ο περιφερόμενος θίασος θα ήταν σε κάποιο κοντινό χωριό. Ίσως θα
μπορούσε να παίξει τον ρόλο του γαμβρού για λίγο καιρό και μετά ας χώριζαν.
Είπε στον Λι Γουέν-Τσενγκ να στείλει τους πιο έμπιστους στρατιώτες τους και να τον
φέρουν για να μιλήσουν. Ο θίασος βρισκόταν στο δρόμο για το Γουτσάγκ.
Ετοιμάστηκε ένα έμπειρο απόσπασμα και τελικά εντόπισε τον Φενγκ Τζι-Χαν με τον
θίασο. Μετά από δύο ημέρες ο Φενγκ
Τζι-Χαν ήλθε συνοδευόμενος για τον μεγαλύτερο ρόλο της ζωής του.
Η αυλή της οικίας της Λι Σου-Γιάν ήταν ήσυχη
εκείνο απόγευμα, με τα φαναράκια να κρεμούν απαλή σκιά πάνω στα πέτρινα δάπεδα.
Ο Φενγκ Τζι-Χαν στεκόταν απέναντί της, με το κεφάλι ελαφρά σκυμμένο, ενώ η Λι
Σου-Γιάν τον παρατηρούσε με σταθερό βλέμμα.
«Η φήμη σας ως ηθοποιού προηγείται
αγαπητέ Φενγκ Τζι-Χαν», είπε, με μια ήρεμη αλλά αποφασιστική φωνή. «Σας
συμπαθώ, Φενγκ Τζι-Χαν, αλλά πρέπει να ξέρετε πόσο σημαντική είναι η εχεμύθεια
σας.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν
χαμογέλασε ελαφρά, σκύβοντας λίγο, σαν να έκανε υπόκλιση όχι μόνο με το σώμα
αλλά και με τη στάση του πνεύματος. «Κυρία μου», είπε, «όταν υπάρχει κίνητρο
για την εχεμύθεια, αυτή είναι πάντοτε εξασφαλισμένη.»
Η Λι Σου-Γιάν τον κοίταξε
στα μάτια, μια λάμψη σοβαρότητας περνώντας από το πρόσωπό της. «Το κίνητρο θα
είναι μεγάλο», είπε χαμηλόφωνα. «Ίσως όσο δεν έχετε δει ποτέ μέχρι τώρα στη ζωή
σου.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν έγειρε
ελαφρά το κεφάλι, και ένα πονηρό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του. «Τότε και
η εχεμύθειά μου θα είναι ανάλογη», απάντησε.
Η Λι Σου-Γιάν έκανε ένα
βήμα πιο κοντά, η φωνή της έσφιξε με σοβαρότητα. «Πρόκειται περί λεπτού
ζητήματος, κύριε Φενγκ Τζι-Χαν», είπε. «Πρόκειται για την τιμή μιας κοπέλας και
για την τιμή μιας ολόκληρης οικογένειας. Κάποιος την ξελόγιασε και την
εγκατέλειψε. Έφυγε μακριά. Τώρα είναι αργά. Τα αποτελέσματα θα φανούν σε λίγους
μήνες.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν
υποκρίθηκε δισταγμό, τα μάτια του περιπλανήθηκαν για λίγο στην αυλή. «Ξέρετε…
εγώ δεν μπορώ να μένω μόνιμα σε έναν τόπο», ψιθύρισε.
Η Λι Σου-Γιάν κούνησε
ελαφρά το κεφάλι, το βλέμμα της σταθερό και αποφασιστικό. «Μα γι’ αυτό ακριβώς
σε σκέφτηκα, αγαπητέ Φενγκ Τζι-Χαν. Εσείς θα είστε ελεύθερος να κάνετε τη ζωή
που θέλετε, όπου θέλετε. Αλλά όποια και να είναι αυτή, αυτό είναι δική σας
επιλογή — μακριά από το Λο Τζιάνγκ. Θα δώσετε μόνο το όνομά σας και θα μπείτε
ως γαμπρός σε μια ένδοξη οικογένεια. Αλλά πρέπει να το αποφασίσετε τώρα. Αν το
αποφασίσετε, η ζωή σας θα αλλάξει για πάντα.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν σιώπησε
για μια στιγμή, νιώθοντας το βάρος των λέξεων και την σοβαρότητα της πρότασης.
Η νύχτα απλώθηκε γύρω τους, και η απόφαση που έπρεπε να πάρει φάνταζε
μεγαλύτερη από οποιοδήποτε έργο είχε υποδυθεί μέχρι τότε.
Η Λι Σου-Γιάν στέκονταν
μπροστά του, η φωνή της αποφασιστική και σταθερή, χωρίς ίχνος δισταγμού. «Δεν
υπάρχει χρόνος», είπε. «Αποφασίστε.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν
χαμογέλασε αχνά, προσπαθώντας να κρύψει την αμηχανία του, και έκανε ένα βήμα
προς τα πίσω. «Μα… θα πρέπει να γνωρίζω κάποιες λεπτομέρειες», είπε, η φωνή του
ήρεμη αλλά με ελαφρύ τρέμουλο.
Η Λι Σου-Γιάν του έγνεψε
απαλά αλλά με απόλυτη σοβαρότητα. «Αυτές αφήστε να τις γνωρίζουν κάποιοι άλλοι
καλύτερα από εσάς. Όταν υποδύεστε ένα ρόλο, δεν ρωτάτε γιατί ο συγγραφέας τον
έγραψε με αυτά τα λόγια, με αυτόν τον τρόπο, και δεν τον σκέφτηκε διαφορετικά.
Έχετε παίξει ρόλους και νομίζω πολλούς μέχρι τώρα, αγαπητέ Φενγκ Τζι-Χαν. Αυτός
είναι ένας ρόλος που θα σας δώσει όνομα, υπερηφάνεια και την ευκαιρία να
καλύψετε κάποιες προσωπικές σας αδυναμίες. Αυτές δεν μας ενδιαφέρουν. Αυτές δεν
επηρεάζουν τον ρόλο που θα έχετε να υποδυθείτε.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν κατάλαβε
τη σοβαρότητα και τη γνώση που είχε η Λι Σου-Γιάν για τις ιδιαιτερότητές του.
Σήκωσε ελαφρά τα φρύδια του, χαμογέλασε πονηρά και ξεκίνησε να μιλάει. «Και
αυτός ο ρόλος…»
«Θα σας εξασφαλίσει
υπόληψη και κυρίως προστασία», τον διέκοψε με ηρεμία αλλά άκαμπτη
αποφασιστικότητα η Λι Σου-Γιάν. Η φράση της δεν άφηνε περιθώριο αμφιβολίας:
ήταν μια ευκαιρία που δεν θα μπορούσε να αρνηθεί, και το μέγεθος της
εμπιστοσύνης που του προσέφερε τον έβαζε ήδη σε νέο πλαίσιο ευθύνης και
προσοχής.
Ο Φενγκ Τζι-Χαν έκανε
μια μικρή υπόκλιση, η φωνή του σταθερή, αλλά με μια λάμψη ενθουσιασμού στα
μάτια. «Αν είναι έτσι», είπε, «θα πρέπει να δεχθώ.»
Η Λι Σου-Γιάν χαμογέλασε
ελαφρά, με μια έκφραση ικανοποίησης και σταθερότητας. «Και πολύ καλά θα κάνετε,
αγαπητέ Φενγκ Τζι-Χαν. Υπάρχουν ρόλοι που, όποιος τους αφήσει, μπορεί να το
μετανοιώσει αργότερα.»
Έκανε ένα βήμα προς τα
μπρος, προσθέτοντας με βεβαιότητα: «Με συνοδεία θα μεταβείτε πάλι στο Γκουσάγκ
και θα ανακοινώσετε πως μνηστευθήκατε. Σε τέσσερις με πέντε ημέρες θα έρθει να
σας παραλάβει από εκεί απόσπασμα.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν κούνησε
καταφατικά το κεφάλι. Η Λι Σου-Γιάν συνέχισε: «Στο γάμο σας είναι καλεσμένος
από τώρα όλος ο θίασος. Και, ως πρώτη εγγύηση των λόγων μας, δεχθείτε αυτό το
ποσό.»
Έκανε μια μικρή παύση,
παρατηρώντας τον νεαρό ηθοποιό να μετρά τις λέξεις της. «Θα φιλοξενηθείτε
σήμερα στην οικία μου. Αύριο, αφού αλλάξετε ενδύματα, τώρα δεν είστε απλός
ηθοποιός πλέον· είστε υποψήφιος γαμβρός ενός μεγάλου άρχοντα. Οι στρατιώτες θα
σας επιστρέψουν στο Γκουσάγκ. Μόλις επανέλθετε, θα γνωρίσετε και τα άτομα που
πρέπει. Αλλά προσοχή: απόλυτη εχεμύθεια.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν
υποκλίθηκε ξανά, το μυαλό του να τρέχει μεταξύ της νέας ευθύνης και του
άγνωστου δρόμου που μόλις άνοιγε μπροστά του.
Ο Φενγκ Τζι-Χαν
εμφανίστηκε στο Γκουσάγκ με βήμα ήρεμο και με αυτοπεποίθηση που ακτινοβολούσε.
Φορούσε ένδυμα από πλούσιο μετάξι, με κεντήματα σε χρυσό και ασημί νήμα, και
μια μακριά, βαριά ρόμπα που σχεδόν άγγιζε τα πόδια του. Στους ώμους του είχε
ένα διακοσμημένο μανδύα με φτερά παγωνιού, ενώ στο χέρι του κρατούσε ένα
κιβώτιο με πολύτιμα δώρα: μικρά σεντούκια γεμάτα ασήμι, καλαίσθητα μεταξωτά
μαντίλια, διακοσμημένα βάζα και χρυσά κοσμήματα, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζαν
μερικά πετράδια και ένα μικρό ξύλινο κουτί με ανάγλυφα χρυσά νομίσματα.
Μόλις τον είδαν τα μέλη
του θιάσου, κυρίως ο θιασάρχης, υπέστησαν ένα μικρό σοκ. Ο Λιου Σανγκ έμεινε να
τον κοιτάζει, τα μάτια του να τρέχουν πάνω και κάτω στα πλούσια ενδύματα και τα
δώρα.
«Φενγκ Τζι-Χαν… εσείς…»
ξεκίνησε, αλλά δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τη φράση, η έκπληξη ήταν τόσο
μεγάλη.
Ο Φενγκ χαμογέλασε ήρεμα
και έκανε μια μικρή υπόκλιση. «Ναι, αγαπητέ μου θιασάρχη», είπε. «Εμνηστεύθην.»
Οι υπόλοιποι ηθοποιοί
άρχισαν να μουρμουρίζουν μεταξύ τους, τα μάτια τους να αστράφτουν από αμηχανία
και θαυμασμό.
«Εμνηστεύθηκες;! Σ’ ένα σπίτι
άρχοντα;» φώναξε ένας νεαρός ηθοποιός, η φωνή του γεμάτη έκπληξη.
«Και πλουσιόσπιτο; Και
δώρα;» ρώτησε μια άλλη, με το στόμα ανοιχτό από την κατάπληξη.
Ο Φενγκ Τζι-Χαν γέλασε απαλά. «Ναι, όλα αυτά… και περισσότερα. Η
τύχη χαμογέλασε, αγαπητοί μου, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η τύχη συνοδεύεται πάντα
από ευθύνη.»
Ο θιασάρχης πήρε μια
βαθιά ανάσα και τα μάτια του έλαμψαν, συνδυάζοντας θαυμασμό και υπερηφάνεια για
το μέλος του θιάσου. «Μια παράσταση σε πλουσιόσπιτο… και τώρα η τύχη και οι
συμπάθειες…» ψιθύρισε σχεδόν για τον εαυτό του.
Όλοι οι ηθοποιοί
περιεργάζονταν τα δώρα και τα ενδύματα, με θαυμασμό και ένα είδος φθόνου — αλλά
πάνω από όλα με χαρά για την τύχη του Φενγκ Τζι-Χαν. Ήταν μια μέρα που θα
θυμούνταν για πάντα: ο θίασος, που ταξίδευε στις αγροτικές περιοχές, είδε
ξαφνικά ένα από τα μέλη του να ανεβαίνει σε νέα ύψη, και η ζωή του να αλλάζει
μέσα σε λίγες μόνο ημέρες.
ο
κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση
Η πομπή που συνόδευε τον Φενγκ Τζι-Χαν κατά την επιστροφή του
στο Λο Τζιάνγκ υπό την επιστασία της Λι
Σου-Γιάν κρατούσε μια ήρεμη αλλά αυστηρή τάξη, τα βλέμματα στραμμένα
μπροστά, κάθε βήμα μετρημένο. Η Λι Σου-Γιάν πλησίασε τον Φενγκ Τζι-Χαν και του
ψιθύρισε, με τόνο που δεν άφηνε περιθώριο αμφισβήτησης:
«Πρόσεξε, Φενγκ Τζι-Χαν.
Σοβαρότητα και διπλωματικές απαντήσεις σε κάθε λέξη. Ποτέ δεν θα απαντάς
ευθέως· θα τα περιγράφεις με πλάγιο τρόπο, με υπανιγμούς. Και μην κάνεις το
λάθος να διερωτηθείς για τις οδηγίες που θα λάβεις.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν έγνεψε με
ελαφρό χαμόγελο, το μυαλό του να τρέχει, αλλά η στάση του παρέμενε άψογη. Καθώς
πλησίασαν το αρχοντικό του Λι
Γουέν-Τσενγκ, οι φρουροί άνοιξαν τις βαριές ξύλινες πύλες και τους
οδήγησαν στην κεντρική αίθουσα.
Η αίθουσα ήταν ευρύχωρη,
με υψηλές οροφές και βαριά ξύλινα δοκάρια, και το φως των φαναριών να αντανακλά
στα μεταξωτά χαλιά και στα γυαλισμένα έπιπλα. Ο Φενγκ Τζι-Χαν έκανε ένα αργό
βήμα μέσα, προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια, ενώ οι αυστηροί αλλά ευγενικοί
υπηρέτες υποχώρησαν, αφήνοντας τον χώρο ελεύθερο.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ στεκόταν στην άκρη της αίθουσας, με τη φυσική
αυστηρότητα ενός πολέμαρχου, τα μάτια του παρατηρούσαν τον νέο επισκέπτη. Μόλις
τον αντιλήφθηκε, η φωνή του παρέμεινε χαμηλή. Ο Φενγκ Τζι-Χαν υποκλίθηκε
ελαφρά, οι ώμοι ίσιοι, η στάση του άψογη — όπως ταίριαζε σε έναν γαμβρό που
ανήκε σε υψηλή οικογένεια.
Η Λι Σου-Γιάν έμεινε λίγο
πίσω, παρακολουθώντας τον, καθώς ο Φενγκ Τζι-Χαν ανταπέδωσε το βλέμμα του Λι
Γουέν-Τσενγκ με ήρεμη ευγένεια, και υπόκλιση. Η αίθουσα γέμισε από σιωπηλό
σεβασμό, η ατμόσφαιρα βαρύθυμη αλλά τίμια· εκείνος, ο νέος γαμβρός, είχε ήδη
μάθει να κινείται σαν ηθοποιός σε σκηνή, μόνο που τώρα η σκηνή ήταν πραγματική,
και οι θεατές ήταν μια ολόκληρη οικογένεια, με εξουσία και παραδοσιακή
αυστηρότητα.
Ο υποψήφιος ήταν πράγματι
καλός ηθοποιός. Χωρίς να ειπωθεί κάτι ρητά και αναλυτικά μεταξύ υποψήφιου
πεθερού και γαμβρού, ο υποψήφιος γαμβρός έδινε μόνος του τις πλάγιες απαντήσεις
σε λύσεις που μπορούσαν να προσφέρουν διέξοδο σε όλους. Δεν μπορούσε να
απαρνηθεί το επάγγελμά του και έτσι θα ταξίδευε συχνά, τώρα συχνότερα από
παληά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι με κάθε ευκαιρία θα έλειπε από το σπίτι της
νύφης. Θα παραστεκόταν μόνο σε επίσημες εορτές και μέρες. Θα ήταν ελεύθερος
όμως για τις προτιμήσεις του, αρκεί αυτές να λάμβαναν χώρα μακρυά, όσο πιο πολύ
μακρύτερα από το Λο Τζιάνγκ. Και θα
χαιρόταν πολύ να αποκτήσει «δικά» του παιδιά. Όλα αυτά έδιναν την κάλυψη στον Λι
Γουέν-Τσενγκ και στη Τιάν-Μι να ζουν ανενόχλητοι και κυρίως ασχολίαστοι
κοινωνικά σε μια επισήμως τυπική συνύπαρξη αφού η νύφη ήταν εύπορη, ο γαμβρός
σχετικά οικονομικά ανίσχυρος και έτσι ήταν λογικό να ζούσαν υπό την οικονομική
προστασία του πεθερού.
ο
λευκός γάμος της Τιάν-Μι
Ο γάμος του Φενγκ Τζι-Χαν
με την Τιάν-Μι ήταν τυπικά μια λευκή
ένωση για τα μάτια του χωριού και για την κοινωνική τάξη. Η τελετή έγινε στο μικρό ναΰδριο της πλατείας
του Λο-Τζιανγκ, μπροστά σε όλους τους κατοίκους του χωριού. Ο άρχοντας στεκόταν
σταθερός, κρατώντας τη Τιάν-Μι στο πλευρό του, ενώ ο Φενγκ Τζι-Χαν στεκόταν απέναντί τους με ήρεμη, ουδέτερη
έκφραση. Παραδίπλα η Λι Σου-Γιάν με τους τρεις γιους της τις δύο νύφες της και
τον άνδρα της, τον άρχοντα Γουάνγκ
Τσε-Λιν. Το σόι του γαμβρού καθόταν ελαφρώς στο βάθος. Τη μάνα του την
υποδύθηκε για την περίσταση η ηθοποιός του θιάσου η Μει-Χουά, χήρα παλιού
ηθοποιού. Ο πατέρας του όπως δηλώθηκε είχε πεθάνει.
Καθώς ο ιερέας τελείωνε
τις τυπικές ευχές, τα βλέμματα του χωριού δεν έλειπαν. Οι ψίθυροι έφταναν σε
κάθε γωνιά της πλατείας:
— «Κοίτα τον Φενγκ Τζι-Χαν, ούτε που κοιτάει τη νύφη!»
— «Πάντως, καλά τα κατάφερε ο άρχοντας…»
— «Μετά από λίγες μέρες θα λείπει ξανά, να δεις…»
Οι κακεντρεχείς φράσεις
ήταν μισοειρωνικές, μισοψιθυριστές, αλλά κανείς δεν αμφισβήτησε την κοινωνική
ισχύ της πράξης. Η Τιάν-Μι δεν έδειξε κανένα σημάδι ανησυχίας. Στάθηκε ήρεμη,
με σεβασμό και αξιοπρέπεια, δίπλα στον πολέμαρχο που την παρακολουθούσε
διακριτικά. Για εκείνους, η τελετή ήταν καθαρά κοινωνική και νομική υποχρέωση.
Ο άρχοντας ένιωσε μια
μικρή ανακούφιση. Η κόρη του Τιάν-Μι είχε
πια την προστασία που απαιτούσαν τα έθιμα, χωρίς να θυσιαστεί η εμπιστοσύνη και
η συναισθηματική τους σύνδεση.
Στην πράξη, η Τιάν-Μι
συνέχισε να ζει στο σπίτι του πατέρα της, του άρχοντα Λι Γουέν-Τσενγκ, να τον
φροντίζει και να στέκεται δίπλα του. Τώρα είχαν απαλλαγεί από την ενοχή ότι
ήταν δέσμιοι του αίματος, αφού ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ είχε βεβαιωθεί από
την αδελφή του ότι η Τιάν-Μι ήταν κόρη
της γυναίκας που τον είχε προδώσει της Μέι-Λαν και του Ξιάο-Γου. Το γεγονός ότι
του είχε προβλέψει κάποτε κάτι τέτοιο η Σιάο-Γινγκ ενίσχυε την πίστη του σε
αυτό ακόμη περισσότερο. Κάποιες φορές είναι βολικό να πιστεύει κανείς αυτό που
τον συμφέρει και να παραβλέπει όλες τις άλλες παραμέτρους. Η πολυεπίπεδη συναισθηματική σχέση του
πραγματικού ζεύγους παρέμεινε ακλόνητη, χωρίς να απειλείται από την ερωτική ή την
ρομαντική διάσταση με τον ταξιδευτή «σύζυγο».
Έτσι, η κοινωνική
απαίτηση του γάμου εκπληρώθηκε, μία εύπορη κόρη είχε παντρευθεί έναν άνθρωπο
από χαμηλότερη τάξη, και όλα κυλούσαν αρμονικά σε αυτό το απομονωμένο και
φρουρούμενο σπίτι του Λι Γουέν-Τσενγκ. Το χωριό έμεινε ικανοποιημένο, και η Τιάν-Μι
απέκτησε έναν μηχανισμό προστασίας για τη θέση της μέσα στο σπίτι, ενώ η
πραγματική σχέση της με τον άρχοντα διατηρήθηκε περιφρουρημένη και ασφαλής.
Όσο θα περνούσαν τα
χρόνια και ο πολέμαρχος θα γερνούσε
ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι μια τόσο αφοσιωμένη κόρη μπορούσε να βλέπει
διαφορετικά τον πατέρα της. Τα χρόνια σκεπάζουν σαν το χιόνι τα ανόσια πάθη και
όσο πέφτει περισσότερο χιόνι τόσο περισσότερο καλύπτεται το έδαφος ώστε στο
τέλος δεν φαίνεται τίποτε.
η
κηδεία του Γουάνγκ Τσε-Λιν
Η τελευταία νύχτα ήρθε
ήσυχα. Δεν υπήρξε δραματική στιγμή. Δεν υπήρξε κραυγή. Ο Γουάνγκ Τσε-Λιν απλώς
κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε. Η Λι Σου-Γιάν ήταν η πρώτη που το κατάλαβε. Καθόταν
δίπλα του όπως έκανε πάντα. Δεν φώναξε. Δεν κατέρρευσε. Έμεινε για λίγο
ακίνητη. Έπειτα έσκυψε και τακτοποίησε το σκέπασμα στους ώμους του, όπως έκανε
όταν εκείνος ήταν άρρωστος.
Η ηλικιωμένη μητέρα του
Γουάνγκ, όταν της ανακοίνωσαν τον θάνατο του γιου της, δεν έκλαψε αμέσως.
Ρώτησε μόνο:
«Η Σου-Γιάν είναι μαζί του;»
«Ναι, κυρία.»
«Τότε δεν ήταν μόνος.»
Ο άρχοντας Γουάνγκ
Τσε-Λιν είχε πεθάνει. Ο άνθρωπος των καταλόγων, των αποθηκών και της τάξης είχε
φύγει. Το παράδοξο ήταν πως ο άνδρας που είχε παντρευτεί μια δεκαεπτάχρονη
ορφανή κοπέλα, επειδή πίστεψε ότι θα έφερνε ζεστασιά στο σπίτι του, είχε τελικά
αφήσει πίσω του μετά από εικοσιοχτώ χρόνια γάμου κάτι πολύ μεγαλύτερο από
πλούτη, μια γυναίκα που μπορούσε να κρατήσει μόνη της ολόκληρο τον οίκο.
Η είδηση του θανάτου του
Γουάνγκ Τσε-Λιν έφθασε στο Λο Τζιάνγκ σαν βαριά σκιά. Ο άρχοντας που επί
δεκαετίες είχε κρατήσει την περιοχή σε τάξη είχε φύγει ήσυχα, χωρίς μάχη, χωρίς
προειδοποίηση, όπως φεύγουν εκείνοι που έχουν περάσει ολόκληρη τη ζωή τους
πιστεύοντας πως κάθε πράγμα έχει τη θέση του.
Η πομπή της κηδείας ήταν μεγαλοπρεπής.
Οι τρεις γιοι του Γουάνγκ Τσε-Λιν στάθηκαν μπροστά από το φέρετρο.
Ο πρωτότοκος, ο Γουάνγκ Τζι-Χάο, στεκόταν δίπλα στη σύζυγό του,
μια γυναίκα που όλοι στο σπίτι γνώριζαν ότι δεν είχε μπορέσει να αποκτήσει
παιδί.
Η Λι Σου-Γιάν την κοίταξε
για μια στιγμή. «Ήταν γραφτό του να μην δει εγγόνι» σκέφθηκε μέσα της.
Ο δεύτερος γιος, ο
Γουάνγκ Τζι-Λιν, είχε έρθει με τη σύζυγό του, τη Χουά-Λι. Η παρουσία της χήρας
νύφης ήταν αναπόφευκτη. Η Χουά-Λι στεκόταν ήσυχη, με τα μάτια χαμηλωμένα, όπως
απαιτούσε το πένθος. Δεν προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή. Ήξερε ότι σε
τέτοιες στιγμές κάθε κίνηση μπορούσε να σχολιαστεί.
Η Λι Σου-Γιάν δεν άφησε τίποτα να φανεί στο πρόσωπό της. Μόνο μέσα
της πέρασε μια σκέψη:
Χήρα νύφη δεν κάναμε. Μας μετέφερε τη γρουσουζιά της.
Ήταν μια σκληρή σκέψη, σχεδόν άδικη.
Ο Γουάνγκ Τζι-Λιν,
σχετικά νιόπαντρος ακόμη, στεκόταν με τη στρατιωτική πειθαρχία του υπασπιστή. Η
Λι Σου-Γιάν τον παρατήρησε. Ήταν ένας από εκείνους τους άνδρες που δεν είχαν
ακόμη βρει τη δική τους θέση. Ο πατέρας του είχε φύγει. Ο μεγαλύτερος αδελφός
του δεν είχε διάδοχο. Και τώρα όλοι κοίταζαν το μέλλον του οίκου.
Ο τρίτος γιος, ο Γουάνγκ
Τζι-Μιν που σπούδαζε στη Τσενγκντού, δεν είχε προλάβει την αρχή της τελετής. Έφθασε
αργά το απόγευμα, όταν οι πρώτες τελετουργίες είχαν ήδη ολοκληρωθεί.
Η άφιξή του προκάλεσε ψιθύρους.
«Ήρθε από τη σχολή;»
«Δεν πρόλαβε ούτε τον πατέρα του ζωντανό...»
Η Λι Σου-Γιάν δεν είπε
τίποτα. Ήξερε ότι ο νεότερος γιος είχε μια διαφορετική ζωή μπροστά του. Ήταν
ακόμη δεμένος με τα βιβλία, όχι με τις αυλές και τις οικογενειακές υποχρεώσεις.
Από την κηδεία απουσίαζε ο
Λι Γουέν-Τσενγκ. Βρισκόταν σε περιοδεία επιθεώρησης που θα διαρκούσε περίπου
είκοσι ημέρες, στην δυτική Σετσουάν προς
την περιοχή του Τσιόνγκλαϊ και των γύρω ορεινών κοινοτήτων. Η αποστολή του αφορούσε
έλεγχο φρουρών, δρόμων ανεφοδιασμού και τοπικών διοικητών
Η Τιάν-Μι επίσης δεν
μπορούσε να εμφανιστεί. Η εγκυμοσύνη της δεν άφηνε πλέον περιθώρια. Και στη θέση της πήγε ο Φενγκ Τζι-Χαν. Ο
ηθοποιός. Ο «σύζυγος» της Τιάν-Μι. «Συγχωρέστε την, έχει πάλι ιλίγγους και
πονοκεφάλους» είπε χαμηλόφωνα στην Λι Σου-Γιάν. Φορούσε το κατάλληλο ένδυμα,
είχε το κατάλληλο ύφος, έκανε τις κατάλληλες υποκλίσεις. Κανείς δεν μπορούσε να
βρει ψεγάδι. Μερικοί χωριανοί
σχολίαζαν χαμηλόφωνα:
«Ο νέος γαμπρός φαίνεται σοβαρός.»
«Τελικά ο άρχοντας Γουέν-Τσενγκ έκανε καλή επιλογή.»
«Δεν είναι από μεγάλη οικογένεια, αλλά ξέρει να στέκεται.»
Κανείς δεν ήξερε ότι εκείνος ο άνθρωπος δεν είχε έρθει ως γαμπρός.
Είχε έρθει ως ηθοποιός. Και ποτέ άλλοτε ίσως ένας ηθοποιός δεν είχε παίξει τόσο
δύσκολο ρόλο μπροστά σε τόσο μεγάλο κοινό.
Το Λο Τζιάνγκ υποδέχθηκε
αξιωματούχους από ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή. Άνθρωποι που είχαν συνεργαστεί
μαζί του, αλλά και άνθρωποι που είχαν κάποτε εξαρτηθεί από τις αποφάσεις του,
ήρθαν για να αποδώσουν τον τελευταίο σεβασμό.
Η μεγάλη αυλή του
αρχοντικού των Γουάνγκ γέμισε από ενδύματα διαφορετικών βαθμίδων: σκούρες
επίσημες ρόμπες διοικητών, στρατιωτικές στολές αξιωματικών, μεταξωτές
ενδυμασίες τοπικών γαιοκτημόνων. Οι υπηρέτες κινούνταν αθόρυβα, ενώ οι
γραμματείς των επισήμων κατέγραφαν ονόματα και τίτλους, όπως απαιτούσε η τάξη
μιας μεγάλης δημόσιας τελετής.
Η αντιπροσωπεία της Μιενγιάνγκ
Η σημαντικότερη άφιξη
ήταν εκείνη από τη Μιενγιάνγκ. Ο νέος στρατιωτικός διοικητής της φρουράς της
πόλης έφθασε επικεφαλής μικρής αλλά επίσημης συνοδείας αξιωματικών. Η παρουσία
του είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Η Μιενγιάνγκ αποτελούσε στρατηγικό σημείο της
Σετσουάν και η φρουρά της ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες σταθερότητας
της περιοχής. Ο διοικητής δεν ήρθε μόνο ως εκπρόσωπος μιας πόλης· ήρθε ως εκπρόσωπος
της νέας στρατιωτικής ισορροπίας που διαμορφωνόταν. Δίπλα του βρισκόταν η νέα
σύζυγός του, η Λαν Γιν.
Κανείς στο πλήθος δεν γνώριζε την πλήρη διαδρομή της. Κανείς δεν
γνώριζε ότι κάποτε είχε βρεθεί πολύ κοντά στον Λι Γουέν-Τσενγκ, ούτε ότι η σχέση
εκείνη είχε αφήσει ίχνη που μόνο ελάχιστοι μπορούσαν να αντιληφθούν.
Η Λαν Γιν στεκόταν ήρεμη,
ντυμένη με σεμνότητα που ταίριαζε σε τέτοια περίσταση. Δεν ήταν η γυναίκα που
ζητούσε να τραβήξει βλέμματα. Ήταν η γυναίκα που γνώριζε πως σε έναν κόσμο εξουσίας
πολλές φορές η σιωπή ήταν ισχυρότερη από την παρουσία.
Από την Μιενγιάνγκ ήρθε
και ο Τζου Χουάι-Τζεν, ο διοικητικός επίτροπος της πόλης. Ο Τζου Χουάι-Τζεν
εκπροσωπούσε την πολιτική διοίκηση. Ήταν άνθρωπος των εγγράφων, των σφραγίδων
και των αριθμών — ακριβώς ο κόσμος στον οποίο είχε ανήκει ο Γουάνγκ Τσε-Λιν. Δεν
ήταν άνθρωπος των μεγάλων λόγων. Στην κηδεία είπε μόνο:
«Ο άρχων Γουάνγκ γνώριζε ότι η διοίκηση δεν είναι δύναμη. Είναι
ευθύνη.»
Η φράση αυτή έγινε αντικείμενο συζήτησης.
Γιατί όλοι γνώριζαν ότι τώρα η ευθύνη περνούσε στη Λι Σου-Γιάν.
Εκτός από τη Μιενγιάνγκ,
έφθασε αντιπροσωπεία από την κοντινή διοικητική πόλη Τζιανγκγιόου, η οποία
διατηρούσε εμπορικές και διοικητικές σχέσεις με το Λο Τζιάνγκ.
Επικεφαλής ήταν ο
τοπικός διοικητής με δύο ανώτερους γραμματείς και έναν εκπρόσωπο των μεγάλων
οικογενειών της περιοχής. Η παρουσία τους είχε περισσότερο πολιτικό παρά
στρατιωτικό χαρακτήρα. Ο Γουάνγκ Τσε-Λιν είχε περάσει τη ζωή του ανάμεσα σε
διοικητικά έγγραφα, γι’ αυτό και οι άνθρωποι της διοίκησης θεώρησαν καθήκον
τους να σταθούν δίπλα στην οικογένειά του.
Ο επικεφαλής της
αντιπροσωπείας μίλησε με λόγια προσεκτικά:
«Ο άρχων Γουάνγκ
υπηρέτησε με σταθερότητα. Οι άνθρωποι μπορεί να θυμούνται περισσότερο τους
άνδρες που κερδίζουν μάχες, αλλά οι τόποι στηρίζονται συχνά σε εκείνους που
διατηρούν την τάξη όταν οι άλλοι αναζητούν τη δύναμη.»
Τα λόγια αυτά άγγιξαν
ιδιαίτερα τη Λι Σου-Γιάν. Γιατί αυτός ήταν ο άνδρας της. Δεν είχε κατακτήσει
εδάφη. Είχε όμως κρατήσει έναν οίκο, μια περιοχή και μια οικογένεια όρθια.
Πέρα από τους ανώτερους διοικητικούς και στρατιωτικούς εκπροσώπους
που είχαν έρθει από τη Μιενγιάνγκ και τις γειτονικές πόλεις, η κηδεία του
Γουάνγκ Τσε-Λιν συγκέντρωσε και εκείνους που εκπροσωπούσαν τη διοίκηση, την
οικονομική ζωή και τις παλαιές οικογένειες της περιοχής. Παρευρέθηκε ο νομικός
επίτροπος της περιφέρειας Λο Τζιάνγκ, άνθρωπος που είχε συνεργαστεί επί χρόνια
με τον Γουάνγκ Τσε-Λιν σε υποθέσεις γης, κληρονομιών και διαφορών μεταξύ
οικογενειών. Η παρουσία του υπενθύμιζε πως ο νεκρός άρχοντας δεν ήταν μόνο ένας
πλούσιος γαιοκτήμονας, αλλά ένας άνθρωπος που είχε συνδέσει το όνομά του με την
τάξη, τη διοίκηση και την επίλυση των καθημερινών προβλημάτων της περιοχής.
Μαζί του στάθηκαν
εκπρόσωποι των παλαιών μεγάλων οικογενειών της Σετσουάν, με επικεφαλής τον
ηλικιωμένο γαιοκτήμονα Χουάνγκ Γουέι-Λο, έναν από τους ανθρώπους που ανήκαν
στον ίδιο κόσμο με τον Γουάνγκ Τσε-Λιν: τον κόσμο της γης, του ρυζιού, των
αποθηκών και των οικογενειακών συμμαχιών. Δεν ήρθε μόνο για να εκπληρώσει μια
κοινωνική υποχρέωση, αλλά για να τιμήσει έναν άνδρα που είχε οικοδομήσει την
ισχύ του με υπομονή και φρόνηση. Σε μια στιγμή σιωπής, καθώς παρατηρούσε το
πλήθος μπροστά στο φέρετρο, ψιθύρισε: «Πολλοί αποκτούν πλούτο. Λίγοι αφήνουν
πίσω τους τάξη.»
Από την πλευρά της
οικονομικής ζωής της περιοχής έφθασε ο πρόεδρος της συντεχνίας των εμπόρων
σιτηρών, συνοδευόμενος από δύο βοηθούς του. Κρατούσε μαζί του έναν κατάλογο
προσφοράς προς την οικογένεια, σύμφωνα με το έθιμο, καθώς οι αποθήκες και το
εμπόριο ρυζιού αποτελούσαν έναν από τους βασικούς πυλώνες της δύναμης του
Γουάνγκ Τσε-Λιν. Η παρουσία τους έδειχνε ότι η επιρροή του δεν περιοριζόταν στα
διοικητικά γραφεία και στις επίσημες αίθουσες, αλλά έφθανε μέχρι τις αγορές και
τους ανθρώπους που εξαρτιόνταν από την οικονομική σταθερότητα που είχε
δημιουργήσει.
Παρευρέθηκε επίσης
υποδιοικητής της φρουράς του Γκουανγκγιουάν, ως εκπρόσωπος μιας ακόμη
στρατιωτικής έδρας της περιοχής. Δεν είχε το κύρος του διοικητή της Μιενγιάνγκ,
όμως η παρουσία του είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς έδειχνε ότι ο οίκος των
Γουάνγκ, κυρίως μέσω του Λι Γουέν-Τσενγκ,
διατηρούσε σχέσεις και με τον στρατιωτικό κόσμο.
Παράλληλα, ήρθαν παλιοί
συνεργάτες του νεκρού άρχοντα: ένας πρώην γραμματέας της διοίκησης, ένας
υπεύθυνος φορολογικών καταλόγων και ένας παλιός σύμβουλος. Ήταν οι άνθρωποι που
γνώριζαν τον Γουάνγκ Τσε-Λιν πριν ακόμη γίνει «ο άρχοντας», όταν η δύναμή του
βρισκόταν περισσότερο στην ακρίβεια των εγγράφων και στην προσωπική του φήμη
παρά στον τίτλο του. Ένας από αυτούς, πλησιάζοντας τη Λι Σου-Γιάν, είπε
χαμηλόφωνα: «Ο σύζυγός σας δεν άφησε πίσω του μόνο γη. Άφησε ανθρώπους που τον
εμπιστεύονταν.»
Τέλος, ανάμεσα στους
παρισταμένους βρισκόταν και εκπρόσωπος κοντινού βουδιστικού μοναστηριού, ένας
ηλικιωμένος μοναχός που ήρθε να προσφέρει ευχές για την ψυχή του νεκρού. Η
παρουσία του έδινε στην τελετή μια διάσταση πέρα από την πολιτική και την
κοινωνική θέση· υπενθύμιζε πως, όσο ισχυρός κι αν ήταν ένας άνθρωπος στη ζωή,
στο τέλος επέστρεφε στην ίδια σιωπή με όλους τους άλλους. Η Λι Σου-Γιάν δέχθηκε
την παρουσία του με σεβασμό, γνωρίζοντας ότι η κηδεία του συζύγου της έπρεπε να
σταθεί αντάξια όχι μόνο της οικογένειας των Γουάνγκ, αλλά και ολόκληρου του
κόσμου που εκείνος είχε αφήσει πίσω του.
Η Λι Σου-Γιάν
παρακολουθούσε την τελετή σιωπηλή. Έβλεπε τον νεκρό σύζυγό της. Έβλεπε τους
γιους του. Και εκείνος που έλειπε στην πιο δύσκολη ώρα της ζωής της ήταν το
στήριγμά της, ο αδελφός της, ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Ένιωσε όμως ένα αδιόρατο
φευγαλέο αίσθημα. Ένιωσε ότι είχε απελευθερωθεί. Δεν ήξερε από τι, δεν ήξερε το
γαιτί. Γρήγορα το καταχώνιασε μέσα της, όπως τόσα άλλα αυτά τα χρόνια του γάμου
της. ‘Ηταν ώρες πόνου και τιμής στο νεκρό. Στον άνθρωπο που την είχε σεβαστεί
και της είχε συμπεριφερθεί με τον καλύτερο τρόπο.
οι
οιωνοί
Η νύχτα είχε απλωθεί
αθόρυβα πάνω από το Λο Τζιάνγκ. Έξω, ο άνεμος περνούσε ανάμεσα από τα γυμνά
κλαδιά των δαμασκηνιών και έκανε τα ξύλινα παραθυρόφυλλα να τρίζουν απαλά. Η
Τιάν-Μι κοιμόταν ανήσυχα. Στο όνειρό της περπατούσε σ' έναν κήπο που δεν
αναγνώριζε. Οι δαμασκηνιές ήταν ανθισμένες, παρότι ήταν χειμώνας. Τα πέταλά
τους έλαμπαν σαν να τα φώτιζε φεγγάρι που δεν υπήρχε. Ανάμεσα στα δέντρα
στεκόταν μια γυναίκα ντυμένη στα λευκά. Η Μέι-Λαν. Η μητέρα της. Όπως ακριβώς
τη θυμόταν όταν ήταν παιδί. Το ίδιο γαλήνιο πρόσωπο. Τα ίδια μακριά μαλλιά. Τα
ίδια μάτια, γεμάτα μια θλίψη που δεν είχε ποτέ κατονομαστεί.
Η Τιάν-Μι έτρεξε προς το μέρος της.
— Μητέρα...
Η Μέι-Λαν χαμογέλασε
αχνά, μα δεν άνοιξε την αγκαλιά της. Ανάμεσά τους κυλούσε τώρα ένα στενό ποτάμι
που πριν από λίγο δεν υπήρχε. Όσο η Τιάν-Μι προσπαθούσε να το διαβεί, τόσο
εκείνο φάρδαινε.
— Γιατί δεν έρχεσαι; της φώναξε.
Η μητέρα της κούνησε αργά το κεφάλι.
— Δεν μπορώ πια να περάσω εκεί όπου βρίσκεσαι εσύ.
Η φωνή της ακουγόταν σαν
να ερχόταν από πολύ μακριά. Ύστερα σήκωσε το βλέμμα προς τις ανθισμένες
δαμασκηνιές. Τα άνθη άρχισαν να πέφτουν. Μα πριν αγγίξουν το έδαφος,
μεταμορφώνονταν σε νιφάδες χιονιού.
Η Μέι-Λαν μίλησε ήρεμα.
— Δύο ζωές ενώθηκαν κάτω από λάθος ουρανό. Ό,τι ανθίσει από αυτό
το κλαδί, ο χειμώνας θα το ζητήσει πίσω.
Η Τιάν-Μι ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.
— Τι σημαίνει αυτό;
Η μορφή της μητέρας της άρχισε να χάνεται μαζί με το χιόνι.
— Μητέρα!
Ξύπνησε απότομα. Η ανάσα
της ήταν κοφτή και το νυχτικό της μούσκευε από τον ιδρώτα. Ασυναίσθητα
ακούμπησε τα δύο χέρια πάνω στην κοιλιά της. Το παιδί δεν κουνήθηκε. Έμεινε
ακίνητη. Ύστερα από λίγες βασανιστικές στιγμές ένιωσε ένα αδύναμο σκίρτημα. Έκλεισε
τα μάτια και αναστέναξε ανακουφισμένη.
Εκείνο το πρωινό, η Λι
Σου-Γιάν πέρασε τη μεγάλη πύλη του πατρικού της χωρίς συνοδεία. Την περίμενε
ήδη η ηλικιωμένη υπηρέτρια Σιάνγκ-Λι, που υπηρετούσε την οικογένεια από τα
χρόνια του πατέρα της.
Η γριά υποκλίθηκε βαθιά.
— Αρχόντισσα... η Τιάν-Μι δεν κοιμήθηκε καλά.
Η Σου-Γιάν σταμάτησε.
— Τι συνέβη;
— Ξυπνούσε πολλές φορές μέσα στη νύχτα. Μιλούσε στον ύπνο της, σαν
να απαντούσε σε κάποιον που δεν βλέπαμε. Δεν είναι η πρώτη φορά. Τις τελευταίες
ημέρες ο ύπνος της είναι ανήσυχος. Άλλοτε αναστενάζει, άλλοτε σφίγγει την
κοιλιά της, κι όταν ξυπνά, κοιτάζει γύρω της σαν να φοβάται πως άφησε κάτι πίσω
μέσα στα όνειρά της.
Η Λι Σου-Γιάν δεν
αποκρίθηκε αμέσως. Έγνεψε μόνο καταφατικά.
— Φώναξε τη μαμή. Θέλω να τη δει πριν ξυπνήσει καλά καλά.
Η Σιάνγκ-Λι υποκλίθηκε
ξανά και απομακρύνθηκε βιαστικά, ενώ η Σου-Γιάν πήρε τον διάδρομο που οδηγούσε
στους ιδιαίτερους κοιτώνες της Τιάν-Μι, με έναν φόβο που δεν μπορούσε ακόμη να
ονοματίσει.
Η πόρτα άνοιξε
διακριτικά. Η Λι Σου-Γιάν μπήκε πρώτη. Πίσω της ακολουθούσε η ηλικιωμένη μαμή.
— Άκουσα πως φώναζες στον ύπνο σου, είπε η θεία της.
Η Τιάν-Μι προσπάθησε να χαμογελάσει.
— Ήταν μόνο ένα όνειρο.
Η Σου-Γιάν κάθισε δίπλα
της και της χάιδεψε τα μαλλιά.
— Τα όνειρα δεν μπορούν να αλλάξουν τη μοίρα.
Η μαμή πλησίασε αθόρυβα.
— Επιτρέπεις;
Η Τιάν-Μι έγνεψε. Η
ηλικιωμένη γυναίκα ψηλάφησε προσεκτικά την κοιλιά της. Τα δάχτυλά της έμειναν
για πολλή ώρα ακίνητα. Έπειτα αφουγκράστηκε, σαν να προσπαθούσε να ακούσει κάτι
που μόνο εκείνη γνώριζε.
Το πρόσωπό της έμεινε ανέκφραστο.
— Το παιδί σήμερα είναι ήσυχο, είπε τελικά.
Η Τιάν-Μι χαμογέλασε αμυδρά.
— Είναι ζωηρό. Όταν ξυπνήσει θα με κάνει πάλι να μην μπορώ να
σταθώ.
Η μαμή ανταπέδωσε το χαμόγελο.
— Να ξεκουράζεσαι.
Δεν είπε τίποτε
περισσότερο. Βγαίνοντας από το δωμάτιο, η Λι Σου-Γιάν την ακολούθησε ως τη
στοά. Περίμενε ώσπου να κλείσει η πόρτα.
— Τώρα μίλησέ μου.
Η γριά αναστέναξε.
— Δεν ήθελα να ανησυχήσει.
— Ούτε εγώ. Όμως θέλω την αλήθεια.
Η μαμή χαμήλωσε τη φωνή της.
— Το παιδί παραμένει πολύ ψηλά. Δεν έχει πάρει τη θέση που θα
έπρεπε. Η κοιλιά της είναι σφιχτή. Τα πόδια της έχουν πρηστεί. Οι πονοκέφαλοι
και οι ζαλάδες της δεν είναι καλό σημάδι.
Η Σου-Γιάν ένιωσε την
καρδιά της να βαραίνει.
— Κινδυνεύει;
Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν
απάντησε αμέσως.
— Έχω δει γυναίκες με τα ίδια σημάδια να κρατούν ύστερα το παιδί
τους στην αγκαλιά. Έχω δει όμως και άλλες να μη ζήσουν για να το αντικρίσουν.
— Υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε;
— Να την αφήσετε να ξεκουράζεται. Να μην ταράζεται. Και να
προσευχηθούμε.
Η Σου-Γιάν έμεινε για
λίγο ακίνητη. Ήξερε πως, όταν μια μαμή κατέφευγε στην προσευχή, είχε ήδη
εξαντλήσει όλες τις γνώσεις της. Την ίδια στιγμή ακούστηκε ένας παράξενος
θόρυβος από την αυλή. Ένας λευκός γερανός κατέβηκε χαμηλά από τον μολυβένιο
ουρανό και στάθηκε πάνω στην πέτρινη λεκάνη του κήπου. Έμεινε ακίνητος. Ύστερα
έβγαλε μια μοναχική, διαπεραστική κραυγή. Χωρίς να τον τρομάξει κανείς, πέταξε
προς τα βουνά.
Η γριά μαμή έκανε
ασυναίσθητα το σημείο με το οποίο οι γέροντες τιμούσαν τους προγόνους.
— Παράξενο πουλί... ψιθύρισε.
Η Σου-Γιάν δεν απάντησε. Για
μια στιγμή θυμήθηκε τα λόγια του ονείρου που της είχε μόλις περιγράψει η ανιψιά
της και ένιωσε έναν ανεξήγητο φόβο να τη διαπερνά. Όταν επέστρεψε στο δωμάτιο,
βρήκε την Τιάν-Μι να κοιτάζει από το παράθυρο.
Η νεαρή γυναίκα γύρισε
προς το μέρος της.
— Νομίζεις πως τα όνειρα λένε αλήθεια;
Η Σου-Γιάν πλησίασε και πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά της.
– Αν λέγαν την αλήθεια,
τότε όλα θα ήταν διαφορετικά, οι ζωές των ανθρώπων, τα μέρη της γης, εμείς οι
ίδιοι.
– Κάποιες φορές όμως;
– Κάποιες φορές φορούν το πρόσωπο των φόβων μας. Αλλά άλλοι οι
φόβοι μας, και άλλο εμείς. Και πάντα πριν από κάθε μεγάλη δοκιμασία κάτι
έρχεται για να μας τρομάξει, αλλά έτσι γίνεται. Στο χέρι μας είναι μην
φοβηθούμε.
– Και όμως ήταν τρομαχτικό.
– Αν σου πω πόσα όνειρα
είχα δει πριν τη γέννηση του πρώτου γιου μου, τότε δεν θα έπρεπε να τον έχω
γεννήσει, ούτε εκείνον ούτε τους άλλους δύο. Οι δυσκολίες είναι μέσα στη ζωή.
Χωρίς δυσκολίες δεν θα αποδεικνύαμε ποιοι πραγματικά είμαστε.
Χαμογέλασε με τρυφερότητα.
— Μη φοβάσαι. Θα τα καταφέρουμε. Είσαι δυνατή. Πάντα ήσουν.
Η Τιάν-Μι προσπάθησε να
πιστέψει τα λόγια της. Η Σου-Γιάν έμεινε λίγο ακόμη κοντά της και ύστερα
αποχώρησε αθόρυβα, κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
Η Τιάν-Μι έμεινε μόνη. Το
δωμάτιο βυθίστηκε ξανά στη σιωπή. Ακούμπησε το χέρι πάνω στην κοιλιά της και
άφησε τις σκέψεις της να γυρίσουν πίσω. Στην αρχή είχε πιστέψει πως όσα ένιωθε
για τον Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν ευγνωμοσύνη. Ύστερα ήρθε η συνήθεια. Και μαζί της
η προσμονή. Περίμενε ασυναίσθητα τα βήματά του στον διάδρομο, τη βαθιά φωνή
του, ακόμη και τις σιωπές του. Δεν ήξερε πότε η ευγνωμοσύνη είχε αρχίσει να
μοιάζει με ανάγκη ούτε πότε η ανάγκη είχε γίνει κάτι που δεν τολμούσε να
ονομάσει.
Ο «πυρετός των πλουσίων»
τους είχε απομονώσει και τους δύο μέσα στο ίδιο αρχοντικό. Η ασθένεια είχε
γίνει το αόρατο τείχος που τους χώριζε από τον υπόλοιπο κόσμο. Οι απομονωμένοι
άνθρωποι τολμούν πράγματα που όσοι ζουν φυσιολογικές ζωές δεν θα τολμούσαν ούτε
να φανταστούν. Κι εκείνοι δεν τα είχαν μόνο φανταστεί. Είχαν διαβεί το όριο.
Ίσως να μην ήταν
πραγματικά κόρη του. Μέσα της το ήξερε καλά. Καμιά απόδειξη δεν υπήρχε πως ο Λι
Γουέν-Τσενγκ ήταν ο πατέρας της. Κι όμως... Είχε υπάρξει ο σύζυγος της μητέρας
της. Αυτό και μόνο έκανε την καρδιά της να βαραίνει. Σαν να είχε πάρει κάτι που
κάποτε ανήκε στη Μέι- Λαν. Σαν να είχε δανειστεί κάτι χωρίς να της ζητήσει ποτέ
την άδεια. Δεν ήξερε καν τι ακριβώς αναζητούσε στον πολέμαρχο. Πατέρα; Προστάτη;
Άνδρα; Ίσως τίποτε από όλα αυτά. Ίσως απλώς έναν άνθρωπο που καταλάβαινε τη
μοναξιά της όσο κι εκείνη καταλάβαινε τη δική του.
Έξω, ο ουρανός είχε
σκοτεινιάσει περισσότερο. Οι πρώτες νιφάδες του χειμώνα άρχισαν να πέφτουν πάνω
στις στέγες του αρχοντικού. Η Τιάν-Μι τις παρακολουθούσε να χάνονται στο χώμα. Και,
για πρώτη φορά, δεν ήξερε αν φοβόταν περισσότερο το όνειρο που είχε δει ή τις
σκέψεις που δεν τολμούσε να ομολογήσει ούτε στον ίδιο της τον εαυτό.
το
χιόνι δεν θυμάται
Ο χειμώνας είχε σκεπάσει
το Λο Τζιάνγκ με ένα βαρύ, μολυβένιο ουρανό. Το χιόνι έπεφτε αργά, σχεδόν
αθόρυβα, σαν να φοβόταν μήπως ταράξει την ησυχία του αρχοντικού των Λι. Οι
αυλές είχαν αδειάσει από υπηρέτες, κι ακόμη και τα άλογα στους στάβλους
έμοιαζαν ανήσυχα, σαν να διαισθάνονταν ότι εκείνη η νύχτα θα άφηνε πίσω της μια
πληγή που δεν θα έκλεινε ποτέ.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
στεκόταν μπροστά στο μαγκάλι, παρακολουθώντας τις φλόγες να καταπίνουν αργά τα
κάρβουνα.
Η αδελφή του, η Λι
Σου-Γιάν, μπήκε στο δωμάτιο χωρίς να αναγγελθεί. Από τότε που είχε χηρέψει,
είχε αποκτήσει το προνόμιο να μπαίνει σχεδόν παντού χωρίς να προκαλεί σχόλια.
Έκλεισε πίσω της την πόρτα.
— Τα χρήματα έφτασαν στη Γιουνάν; τη ρώτησε ο πολέμαρχος.
— Έφτασαν.
— Ποιος το επιβεβαίωσε;
— Ο γιος μου. Ο Γουάνγκ Τζι-Λιν. Μου έστειλε μήνυμα πως
παραδόθηκαν.
Ο Λι έγνεψε αμίλητος.
Η Σου-Γιάν χαμογέλασε πικρά.
— Αυτή η Λούο Τζινγκ... Σου κόστιζε όσο ήταν παλλακίδα και
συνεχίζει να σου κοστίζει τώρα που είναι παντρεμένη.
Ο Λι την κοίταξε αυστηρά.
— Πρόσεχε τα λόγια σου.
— Γιατί; Είπα κάτι ψεύτικο; Κι ακόμη δεν ξέρουμε αν εκείνο το
αγόρι είναι πράγματι δικό σου.
Ο πολέμαρχος έσφιξε τη γροθιά του.
— Αρκετά.
Η Σου-Γιάν δεν φάνηκε να φοβάται.
— Μη βιάζεσαι να θυμώσεις. Αυτά είναι τα μικρότερα νέα.
Έκανε μια μικρή παύση.
— Κάποιος μου μετέφερε πως έχεις αφήσει άλλη μία υποχρέωση στη
Μιενγιάνγκ.
Ο Λι σήκωσε αργά το βλέμμα.
— Τι εννοείς;
— Τη θυμάσαι την κόρη του εμπόρου Σονγκ;
Η έκφρασή του σκλήρυνε.
— Τη Λαν Σιν;
— Ναι. Εκείνη.
Η Σου-Γιάν τον παρατηρούσε προσεκτικά.
— Γέννησε παιδί πριν από περισσότερο από έναν χρόνο. Όσοι
γνωρίζουν τις ημερομηνίες λένε πως ταιριάζουν απόλυτα.
Σιωπή.
— Για έναν μήνα πριν φύγεις από τη Μιενγιάνγκ, σε έβλεπαν να
μπαίνεις κρυφά σ' ένα σπίτι στη νότια αγορά. Δύο μήνες μετά την αναχώρησή σου,
η Λαν Σιν παντρεύτηκε.
Ο Λι δεν αποκρίθηκε.
— Μην ανησυχείς. Δεν θα ζητήσει τίποτε από σένα. Είναι περήφανη
γυναίκα. Δεν έχει ανάγκη από χρήματα.
Ύστερα από αρκετή ώρα ο Λι μίλησε.
— Ποιος σου τα είπε όλα αυτά;
Η Σου-Γιάν χαμήλωσε για λίγο τα μάτια.
— Εκείνη που μου τα είπε, είπε και κάτι ακόμη. Ότι δεν κράτησες
τον λόγο σου.
Ο Λι γύρισε απότομα προς το μέρος της.
— Η Γιουν-Σου;
— Ναι.
Το όνομα έμεινε να αιωρείται ανάμεσά τους.
— Κρατούσα επαφή μαζί της από τότε που έφυγαν από το Λο Τζιάνγκ.
Στην αρχή έστελνα ανθρώπους να τις βοηθούν. Δεν ήθελα καμία τους να επιστρέψει
εδώ. Έπρεπε να ριζώσουν εκεί. Οι γνωριμίες του Γουάνγκ Τσε-Λιν βοήθησαν με
τον τρόπο τους.
Ο Λι την κοιτούσε χωρίς να μιλά.
— Πως νομίζεις ότι μάθαινα νέα σου όταν σε είχαν στείλει διοικητή
στη Μιενγιάνγκ; Οι παραγγελίες για εκλεκτό τσάι δεν γίνονται στο Λο Τζιάνγκ. Οι
καλύτερες ποικιλίες τσαγιού περνούσαν πάντοτε από τη Μιενγιάνγκ. Κάθε έμπορος
έφερνε μαζί του και ειδήσεις.
Πλησίασε ένα βήμα.
— Η Γιουν-Σου είπε πως της είχες υποσχεθεί ότι θα άφηνες ελεύθερη
τη Λαν Σιν να ακολουθήσει τη ζωή της. Να μη γυρίσεις ποτέ ξανά κοντά της.
Ο Λι έκλεισε τα μάτια. Δεν αρνήθηκε τίποτε.
Η Σου-Γιάν αναστέναξε.
— Μια ζωή έτσι ήσουν, αδελφέ. Δεν μπορούσες ποτέ να αρκεστείς σε
μία γυναίκα. Ήθελες και τις δύο. Κι όταν τελείωσε εκείνη η ιστορία με την Γιουν-Σου...
μπλέχτηκες πάλι με την κόρη της.
Η φωνή της δεν είχε οργή.
Μόνο θλίψη.
Εκείνη τη στιγμή, έξω από
το μισάνοιχτο παραβάν, μια σκιά ακινητοποιήθηκε. Η Τιάν-Μι. Είχε έρθει να
ζητήσει να δει τον Λι, όμως τα βήματά της σταμάτησαν όταν άκουσε το όνομά της
Λαν Σιν. Έμεινε ακίνητη. Κάθε λέξη που ακολούθησε έπεφτε πάνω της σαν σταγόνα
παγωμένου νερού.Ο γιος της Λούο Τζινγκ... Το παιδί της Λαν Σιν... Υπήρχαν ήδη
δύο παιδιά. Το δικό της δεν ήταν το μοναδικό. Δεν μπήκε ποτέ στο δωμάτιο. Έκανε
δύο αργά βήματα προς τα πίσω και χάθηκε στον σκοτεινό διάδρομο, κρατώντας
ασυναίσθητα την κοιλιά της, σαν να φοβόταν μήπως κάποιος της πάρει και το
τελευταίο πράγμα που της είχε απομείνει.
Ο εικονικός της σύζυγος,
ο Φενγκ Τζι-Χαν, έλειπε. Ο θίασός του περιόδευε στις πόλεις του βορρά και
κανένα μήνυμα δεν θα προλάβαινε να τον φέρει πίσω εγκαίρως. Εκείνος, που είχε
δεχθεί έναν γάμο για χρήματα, αγνοούσε ότι η γυναίκα της οποίας έφερε το όνομά
του έδινε τη μεγαλύτερη μάχη της ζωής της.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα
άρχισαν οι πόνοι. Οι μαίες έτρεξαν. Άναψαν περισσότερα λυχνάρια, έβρασαν νερό,
ετοίμασαν βότανα και λινά πανιά. Η ηλικιωμένη μαμή, που είχε ξεγεννήσει τρεις
γενιές γυναικών στο Λο Τζιάνγκ, κατάλαβε από τις πρώτες κιόλας ώρες ότι η γέννα
δεν εξελισσόταν όπως έπρεπε.
Οι πόνοι είχαν γίνει
αβάσταχτοι όταν η πόρτα άνοιξε σιγά. Η Λι Σου-Γιάν μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο.
Είχε φορέσει το απλό λευκό ένδυμα της χηρείας και τα μαλλιά της ήταν δεμένα
χωρίς στολίδια. Το πρόσωπό της έδειχνε κουρασμένο, μα το βλέμμα της παρέμενε
σταθερό.
Η ηλικιωμένη μαμή σηκώθηκε να υποκλιθεί.
— «Αρχόντισσα...»
Η Σου-Γιάν έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι.
— «Συνεχίστε. Δεν ήρθα ως αδελφή του στρατηγού. Ήρθα ως γυναίκα.»
Πλησίασε το κρεβάτι και κάθισε δίπλα στην Τιάν-Μι. Το πρόσωπο της
νεαρής γυναίκας ήταν κατάλευκο από τον πόνο. Η Σου-Γιάν της χάιδεψε τα βρεγμένα
από τον ιδρώτα μαλλιά.
— «Μη μιλάς. Φύλαξε τη δύναμή σου.»
Η Τιάν-Μι άνοιξε αργά τα μάτια.
— «Τα έμαθα όλα...»
Η Σου-Γιάν δεν ρώτησε τι
εννοούσε. Το ήξερε.
Ένα δάκρυ κύλησε από την άκρη του ματιού της Τιάν-Μι.
— «Δεν είμαι θυμωμένη... Μόνο λυπάμαι που πίστεψα πως το παιδί μου
θα ήταν μοναδικό.»
Η Σου-Γιάν έσφιξε το χέρι της.
— «Κανένα παιδί δεν είναι ίδιο με ένα άλλο. Και καμιά γυναίκα δεν
αγαπά με τον ίδιο τρόπο.»
Τη στιγμή εκείνη η μαμή αναφώνησε.
— «Ήρθε η ώρα!»
Η Σου-Γιάν δεν έφυγε. Παρέμεινε
δίπλα της, κρατώντας το χέρι της σε κάθε κραυγή, σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το
μέτωπό της και ψιθυρίζοντας λόγια που κάποτε της έλεγε η μητέρα τους όταν ήταν
παιδιά.
Όταν το νεογέννητο
γεννήθηκε χωρίς ζωή, η Σου-Γιάν ήταν η πρώτη που κατάλαβε από τη σιωπή της
μαμής. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, μα δεν λύγισε. Κι όταν λίγο αργότερα
άρχισε η ακατάσχετη αιμορραγία, κράτησε την Τιάν-Μι στην αγκαλιά της σαν μικρό
παιδί.
Η νεαρή γυναίκα αναζήτησε
με δυσκολία το πρόσωπό της. Έσκυψε και φίλησε το μέτωπό της.
— «Ναι... Είμαι εδώ.»
Οι γυναίκες πίεζαν τα
πανιά πάνω στο σώμα της. Έκαιγαν αψιθιά. Προσεύχονταν στους προγόνους. Το αίμα
όμως συνέχιζε να κυλά. Η Τιάν-Μι άνοιξε τα μάτια της για τελευταία φορά.
«Γεννήθηκε;» ψιθύρισε.
Η γριά μαμή χαμήλωσε το
κεφάλι.
«Είναι αγόρι» της απάντησε
η Λι Σου-Γιάν
Ένα αδιόρατο χαμόγελο
ζωγραφίστηκε στα χείλη της νεαρής γυναίκας.
«Θα γίνει γενναίος σαν
τον πατέρα του…»
Ήταν τα τελευταία της
λόγια. Η αναπνοή της έγινε όλο και πιο αδύναμη, ώσπου χάθηκε σαν τον καπνό από
το λυχνάρι.
Η μαμή σκέπασε το πρόσωπό
της με το λευκό πέπλο. Κανείς δεν μιλούσε. Η Σου-Γιάν έμεινε για ώρα κρατώντας
το άψυχο σώμα της, ενώ έξω το χιόνι σκέπαζε σιγά σιγά τις αυλές του αρχοντικού.
Οι ώρες κυλούσαν βασανιστικά.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
στεκόταν έξω. Δεν τολμούσε να περάσει το κατώφλι. Για πρώτη φορά στη ζωή του, ο
άνθρωπος που είχε οδηγήσει στρατούς στη μάχη δεν μπορούσε να δώσει καμία
διαταγή. Όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ μπήκε επιτέλους στο δωμάτιο, κανένας δεν προσπάθησε
να τον εμποδίσει.
Δεν υπήρχε πια λόγος να
διαφυλαχθούν τα προσχήματα. Πλησίασε αργά το κρεβάτι. Η Τιάν-Μι έμοιαζε να
κοιμάται. Δίπλα της βρισκόταν το μικρό δεματάκι από λευκό μετάξι.
Άπλωσε το χέρι του, αλλά
σταμάτησε πριν αγγίξει το πρόσωπό της. Ήξερε πως δεν είχε αυτό το δικαίωμα. Όχι
πια.
Έξω, το πρώτο φως της
αυγής έπεφτε πάνω στο χιόνι. Μέχρι να επιστρέψει ο Φενγκ Τζι-Χαν από την
περιοδεία του, ο τάφος θα είχε ήδη κλείσει. Στα μάτια του κόσμου, εκείνος θα
ήταν ο χήρος μιας γυναίκας που πέθανε φέρνοντας στον κόσμο το παιδί του.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ θα
συνέχιζε να ζει ως ο αήττητος πολέμαρχος του Λο Τζιάνγκ. Κανένα χρονικό δεν θα
έγραφε πως εκείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα γνώρισε τη μοναδική του ήττα. Μόνο το
χιόνι εκείνης της νύχτας γνώριζε ότι, πριν ακόμη ξημερώσει, είχαν χαθεί δύο
ζωές και είχε ταφεί για πάντα ένας έρωτας που δεν μπορούσε να ειπωθεί με το
αληθινό του όνομα.
το
σμίξιμο
Μετά τον θάνατο της
Τιάν-Μι, το αρχοντικό των Λι δεν ξαναβρήκε ποτέ τον ίδιο ήχο. Δεν έλειπαν οι άνθρωποι.
Οι υπηρέτες συνέχιζαν να ανάβουν τα λυχνάρια, οι μάγειρες να ετοιμάζουν τα
γεύματα, οι φρουροί να αλλάζουν βάρδια στις πύλες. Οι έμποροι συνέχιζαν να
φέρνουν δώρα και οι αγγελιοφόροι να φτάνουν με ειδήσεις από τις επαρχίες. Όμως
κάτι είχε φύγει από τους διαδρόμους.
Η Λι Σου-Γιάν όμως ήξερε
πως το κενό δεν μπορούσε να μείνει κενό. Την έβδομη ημέρα μετά την ταφή, όταν
οι προσφορές στους προγόνους είχαν ολοκληρωθεί και οι συγγενείς είχαν
αποχωρήσει, ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κάλεσε στο εσωτερικό δωμάτιο.
Εκείνη στάθηκε απέναντί του χωρίς να υποκλιθεί.
— Θέλεις να φύγω; τον ρώτησε.
Ο Λι σήκωσε το βλέμμα.
— Γιατί να το θέλω; Απλά το σπίτι σου θα ανησυχεί.
– Δεν υπάρχει ζήτημα. Είναι η νύφη μου, η Χουά-Λι και ο γιος μου ο
Γουάνγκ Τζι-Λιν για να το φροντίζουν. Πρέπει να μάθουν να ζουν μόνοι τους.
– Και η πεθερά σου;
– Ας την κουμαντάρει η νέα νύφη. Γάμο δεν ήθελε; Ο γάμος έχει και
υποχρεώσεις. Αρκετά την είχα από πάνω μου τόσα χρόνια. Καιρός να ξαλαφρώσω από το βάρος της.
– Εσύ, μιλάς έτσι;
– Ναι. Τώρα πρέπει να κοιτάξω ποιος έχει περισσότερο την ανάγκη
μου και την συμπαράστασή μου.
Ο πολέμαρχος έμεινε
σιωπηλός. Η Σου-Γιάν κοίταξε γύρω της. Για πρώτη φορά το δωμάτιο δεν έμοιαζε με
κατοικία ισχυρού άνδρα. Έμοιαζε με τόπο όπου κάποιος είχε χάσει κάτι που δεν
μπορούσε να ξαναβρεί.
— Έχεις στρατούς, ανθρώπους που σε υπακούν χωρίς δεύτερη σκέψη,
είπε. Αλλά αυτό το σπίτι δεν διοικείται με διαταγές.
Ο Λι δεν απάντησε.
Η φωνή της μαλάκωσε.
— Δεν θα αφήσω να συμβεί το ίδιο σε αυτό το αρχοντικό.
Και οι δύο γνώριζαν πως η απόφαση είχε ήδη παρθεί.
Η είδηση πως η χήρα Λι
Σου-Γιάν θα εγκατασταθεί μόνιμα στο αρχοντικό των Λι διαδόθηκε γρήγορα. Η
Σου-Γιάν ήταν αδελφή του πολέμαρχου, κόρη της ίδιας οικογένειας και γυναίκα που
είχε περάσει τη ζωή της γνωρίζοντας τους άγραφους κανόνες ενός μεγάλου οίκου. Δεν
ερχόταν ως φιλοξενούμενη. Ερχόταν για να κρατήσει όρθιο ένα σπίτι που είχε
αρχίσει να ραγίζει.
Τα προσωπικά της
αντικείμενα έφτασαν τρεις ημέρες αργότερα. Λίγα πράγματα. Τα ρούχα της χηρείας
της. Μερικά βιβλία. Ένα ξύλινο κουτί με γράμματα του νεκρού συζύγου της.
Όταν οι υπηρέτριες
τακτοποιούσαν τα πράγματά της, μία από αυτές ρώτησε:
— Αρχόντισσα, σε ποια πτέρυγα επιθυμείτε να μείνετε;
Η Σου-Γιάν κοίταξε προς
την ανατολική πλευρά του αρχοντικού.
– Εκεί όπου ήταν το δωμάτιό μου.
Έμεινε σιωπηλή για λίγο.
— Κανείς δεν θα πάρει εκείνο το δωμάτιο, είπε η Σου-Γιάν. Όσο ζω.
Δεν εξήγησε γιατί. Δεν
χρειαζόταν. Από την πρώτη εβδομάδα, το αρχοντικό άλλαξε. Η Σου-Γιάν δεν αύξησε
τις φρουρές ούτε αγόρασε περισσότερα κοσμήματα. Δεν προσπάθησε να πάρει τη θέση
καμιάς γυναίκας που είχε περάσει από τη ζωή του αδελφού της. Έβαλε τάξη. Τα
βιβλία των εξόδων μπήκαν σε σειρά. Οι προμήθειες καταγράφηκαν. Οι υπηρέτες
πληρώνονταν στην ώρα τους. Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, κανείς δεν
φοβόταν να μιλήσει για μικρά προβλήματα πριν γίνουν μεγάλα.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ το
παρατήρησε, αλλά δεν το σχολίασε ποτέ. Μια βραδιά, καθώς έπιναν τσάι στη σιωπή,
της είπε:
— Το σπίτι σε υπακούει.
Η Σου-Γιάν χαμογέλασε αχνά.
— Όχι. Το σπίτι απλώς θυμήθηκε πως κάποιος πρέπει να το φροντίζει.
Ο Λι κοίταξε έξω από το παράθυρο.
— Έπρεπε να είχα καταλάβει νωρίτερα.
Η Σου-Γιάν δεν τον ρώτησε
τι εννοούσε. Ήξερε. Για τη Σιάο-Γινγκ. Για
τη Λούο Τζινγκ. Για τη Λαν Σιν. Για τη Γιουν-Σου. Για την Τιάν-Μι. Για όλα όσα
ένας άνδρας μπορούσε να κερδίσει στον κόσμο και να χάσει μέσα στο ίδιο του το
σπίτι.
— Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, του είπε μόνο.
Ο Λι δεν απάντησε.
Κοίταξε εκείνη τη γυναία που στεκόταν απέναντί του. Τη γυναίκα που κράτησε
ενωμένα τα κομμάτια μιας οικογένειας που είχε γεννηθεί μέσα στη σιωπή, στα
μυστικά και στις υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν.
η
φύλακας του αρχοντικού
Η Λι Σου-Γιάν δεν
επέστρεφε ως κόρη του σπιτιού. Επέστρεφε ως η γυναίκα που είχε αφήσει πίσω της
τον τίτλο, τον σύζυγο και τη δική της ζωή, για να κρατήσει όρθιο το όνομα των
Λι που έμενε πίσω. Το λευκό ένδυμα της χηρείας της δεν είχε στολίδια. Τα μαλλιά
της ήταν δεμένα απλά, χωρίς κοσμήματα, χωρίς τα σημάδια μιας γυναίκας που
ζητούσε να την προσέξουν. Μόνο τα μάτια της πρόδιδαν ότι κουβαλούσε βάρος
μεγαλύτερο από αυτό που μπορούσε να δει κανείς.
Ο αδελφός της είχε
αλλάξει. Όχι στο πρόσωπο. Εκεί παρέμενε ο ίδιος άντρας που οι στρατιώτες του
ακολουθούσαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Η ίδια σκληρή γραμμή στο σαγόνι, το ίδιο βλέμμα
που έκανε τους άλλους να σιωπούν. Όμως η Σου-Γιάν γνώριζε να βλέπει πίσω από
τις πανοπλίες. Και είδε έναν άντρα κουρασμένο.
— Δεν χρειαζόταν να αφήσεις το σπίτι σου, της είπε εκείνος.
Η Σου-Γιάν τον κοίταξε ήρεμα.
— Δεν άφησα το σπίτι μου. Ήρθα στο σπίτι μου.
Ο Λι δεν απάντησε. Ήξερε
πως η αδελφή του δεν μιλούσε ποτέ χωρίς λόγο. Από μικρή ήταν η μόνη που
μπορούσε να σταθεί απέναντί του χωρίς φόβο. Όταν εκείνος ονειρευόταν στρατούς
και κατακτήσεις, εκείνη μάθαινε τις σιωπές των ανθρώπων. Όταν εκείνος κοιτούσε
τα σύνορα στους χάρτες, εκείνη παρατηρούσε τις ρωγμές μέσα στην οικογένεια. Και
οι ρωγμές ήταν αυτές που φοβόταν περισσότερο.
Το πρώτο βράδυ στο
αρχοντικό, η Λι Σου-Γιάν περπάτησε μόνη στους διαδρόμους. Γνώριζε κάθε γωνιά
του σπιτιού. Ήξερε πού έμπαινε ο χειμωνιάτικος άνεμος, ποια πόρτα έκλεινε
δύσκολα, ποιος υπηρέτης έκρυβε περισσότερα από όσα έλεγε.
Τις πρώτες εβδομάδες η
παρουσία της στο αρχοντικό άλλαξε τα πάντα. Οι γυναίκες της οικογένειας άρχισαν
να την συμβουλεύονται. Οι παλιές συνήθειες που είχαν δημιουργήσει χάος άρχισαν
σιγά σιγά να εξαφανίζονται.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
παρατηρούσε χωρίς να σχολιάζει.
Ένα βράδυ, ενώ έπιναν
τσάι στην αίθουσα, της είπε:
— Πάντα ήσουν έτσι.
Η Σου-Γιάν σήκωσε το βλέμμα.
— Πώς;
— Να μπαίνεις σε ένα μέρος και να το αλλάζεις χωρίς κανείς να
καταλάβει πότε έγινε.
Για πρώτη φορά χαμογέλασε ελαφρά.
— Κάποιος πρέπει να φροντίζει αυτά που οι άντρες σαν εσένα αφήνουν
πίσω.
Ο Λι χαμογέλασε αχνά.
— Εννοείς ότι αφήνω χάος;
Η Σου-Γιάν τον κοίταξε. Για
μια στιγμή θέλησε να του πει την αλήθεια. Να του πει πως δεν φοβόταν τους
εχθρούς του. Φοβόταν τις ίδιες του τις αδυναμίες. Να του πει πως ένας άντρας
που είχε κατακτήσει τόσα εδάφη μπορούσε να χάσει τα πάντα από μια στιγμή
πάθους. Να του πει πως τα άστρα δεν την είχαν τρομάξει επειδή προέβλεπαν μια
συμφορά. Την είχαν τρομάξει επειδή προέβλεπαν μια επιλογή. Όμως κράτησε τη
σιωπή της. Γιατί ο αδελφός της είχε ήδη αρκετούς εχθρούς. Δεν χρειαζόταν να
αποκτήσει έναν ακόμη μέσα στον ίδιο του τον καθρέφτη.
— Εννοώ, είπε τελικά, πως ένας πολέμαρχος κοιτάζει πάντα μπροστά.
Κάποιος πρέπει να κοιτάζει πίσω.
Ο Λι την κοίταξε για
λίγο. Ίσως κατάλαβε περισσότερα από όσα του είπε. Ίσως όχι. Για τους συγγενείς
ήταν η γυναίκα που μπορούσε να διαβάσει μια πρόθεση πριν ειπωθεί μια λέξη. Για
τον Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν η μόνη φωνή που μπορούσε ακόμη να τον κάνει να
σωπάσει. Η δύναμη ενός άντρα μπορεί να κατακτήσει έναν κόσμο. Αλλά μόνο μια
γυναίκα μπορεί να κρατήσει ένα σπίτι από το να καταρρεύσει. Και η Λι Σου-Γιάν
είχε διαλέξει τη θέση της. Δεν ήταν η αδελφή του πολέμαρχου. Δεν ήταν η χήρα
ενός άντρα που χάθηκε. Ήταν η φύλακας του αρχοντικού. Η γυναίκα που στεκόταν
ανάμεσα στην οικογένεια και στη μοίρα της.
το
απογευματινό τσάι
Το απογευματινό φως
έπεφτε αργά πάνω στις αυλές του αρχοντικού των Λι. Οι σκιές των δέντρων είχαν
μακρύνει πάνω στις πέτρινες πλάκες και ο αέρας μύριζε υγρασία και καμένο ξύλο
από τα μαγκάλια που είχαν ήδη ανάψει στους διαδρόμους.
Η Λι Σου-Γιάν καθόταν
απέναντι από τον αδελφό της στην ανατολική αίθουσα, εκεί όπου συνήθιζαν να
πίνουν το τσάι τους όταν ήθελαν να μιλήσουν χωρίς τα αυτιά των υπηρετών κοντά. Το
πορσελάνινο φλιτζάνι έμεινε για ώρα ακίνητο στα χέρια της.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την
παρατηρούσε. Ήξερε αυτό το βλέμμα. Ήταν το ίδιο βλέμμα που είχε όταν επρόκειτο
να πει κάτι που είχε κρατήσει μέσα της για πολύ καιρό.
— Έχεις κάτι να μου πεις;
Η Σου-Γιάν σήκωσε αργά τα μάτια της.
— Πολλά.
Έκανε μια μικρή παύση.
— Αλλά κάποια πράγματα πρέπει να λέγονται μόνο όταν ο χρόνος τους
έχει έρθει.
Ο Λι χαμογέλασε ελαφρά.
— Πάντα μιλούσες σαν να ήξερες περισσότερα από όλους.
— Όχι, απάντησε εκείνη. Απλώς θυμάμαι περισσότερα από όλους.
Τα λόγια της τον έκαναν να σωπάσει.
Η Σου-Γιάν κοίταξε έξω
από το παράθυρο. Και για μια στιγμή δεν έβλεπε το σημερινό αρχοντικό.
Έβλεπε εκείνη την ημέρα. Τη μέρα που ο αδελφός της είχε φέρει στο
Λο Τζιάνγκ μια γυναίκα από έναν άλλο κόσμο. Τη Μέι-Λαν.
— Θυμάσαι την πρώτη φορά που την είδα; είπε τελικά.
Ο Λι χαμήλωσε το βλέμμα.
— Τη Μέι-Λαν;
Η Σου-Γιάν έγνεψε.
— Την ημέρα που πέρασε την πύλη αυτού του σπιτιού.
Η φωνή της δεν είχε θυμό.
Μόνο μια παλιά κούραση.
— Εσύ έβλεπες μια γυναίκα που χρειαζόταν προστασία. Εγώ έβλεπα μια
άγνωστη που έφερνες μέσα στην καρδιά της οικογένειάς μας.
Ο Λι αναστέναξε.
— Ήταν κόρη μιας μεγάλης οικογένειας.
— Ήταν κόρη μιας οικογένειας που είχε αφήσει πίσω της περισσότερες
ερωτήσεις από απαντήσεις.
Τα μάτια του σκλήρυναν λίγο.
— Δεν ξεχνώ τι πίστευες τότε.
— Όχι, δεν το ξεχνάς.
Η Σου-Γιάν άφησε το φλιτζάνι της στο τραπέζι.
— Και ίσως γι' αυτό δεν μίλησα τότε όσο έπρεπε.
Ο Λι την κοίταξε.
— Θεωρείς ακόμη ότι έκανα λάθος;
Η ερώτηση έμεινε ανάμεσά τους.
Η Σου-Γιάν θα μπορούσε να
απαντήσει αμέσως. Θα μπορούσε να του πει πως από την πρώτη στιγμή φοβήθηκε τη
Μέι-Λαν. Πως δεν εμπιστεύτηκε ποτέ το παρελθόν της οικογένειας Σου. Πως οι
ψίθυροι για τον Ξιάο-Γου, για τον άνθρωπο που είχε συνδεθεί με την εξέγερση του
Ζιάνγκ Σιεντζόγκ, δεν έφυγαν ποτέ από το μυαλό της. Όμως τώρα, χρόνια μετά,
γνώριζε πως η αλήθεια ήταν πιο περίπλοκη. Δεν ήταν μόνο η Μέι-Λαν. Ήταν ο ίδιος
ο αδελφός της. Η ανάγκη τηςς να τον προστατεύσει.
Η αδυναμία του να αφήσει πίσω του ανθρώπους που είχαν αγγίξει την καρδιά του.
— Πιστεύω, είπε αργά, πως έκανες μια επιλογή που κανείς από εμάς
δεν μπορούσε να καταλάβει τότε.
Ο Λι συνοφρυώθηκε.
— Αυτό δεν είναι απάντηση.
Η Σου-Γιάν τον κοίταξε.
— Είναι η μόνη απάντηση που μπορώ να σου δώσω.
Για λίγο ακούστηκε μόνο ο ήχος του νερού που έβραζε στο μικρό
δοχείο του τσαγιού.
— Ήσουν αντίθετη στον γάμο μου, είπε ο Λι.
— Ναι.
— Δεν ήρθες στην τελετή.
— Όχι.
— Και πίστευες ότι η παρουσία της θα κατέστρεφε το σπίτι μας.
Η Σου-Γιάν χαμήλωσε τα μάτια.
— Πίστευα πως ένας άνθρωπος που κουβαλά τόσο βαρύ παρελθόν μπορεί
να φέρει μαζί του και τις σκιές του.
Ο Λι κοίταξε το χέρι του πάνω στο τραπέζι.
— Και τελικά;
Η Σου-Γιάν δεν απάντησε
αμέσως. Γιατί η απάντηση ήταν δύσκολη. Η Μέι-Λαν δεν είχε καταστρέψει μόνο
εκείνον. Είχε καταστρέψει και τον εαυτό της. Ήταν μια γυναίκα παγιδευμένη μέσα
σε ένα τεράστιο σπίτι, με τοίχους που την προστάτευαν από τον κόσμο αλλά δεν
μπορούσαν να την προστατεύσουν από τις αναμνήσεις της.
Η Σου-Γιάν το είχε καταλάβει αργότερα.
Όταν είχε περπατήσει στους ίδιους διαδρόμους.
Όταν είχε δει πόσο μεγάλη μπορούσε να είναι η μοναξιά μέσα στην
πολυτέλεια.
— Τελικά, είπε, κατάλαβα πως δεν ήταν εκείνη που δεν ανήκε σε αυτό
το σπίτι.
Σήκωσε το βλέμμα.
— Ίσως ήταν το σπίτι που δεν ήξερε πώς να την δεχτεί.
Ο Λι ξαφνιάστηκε. Ήταν η
πρώτη φορά που άκουγε τη Σου-Γιάν να μιλά έτσι για τη Μέι-Λαν.
— Άλλαξες γνώμη για εκείνη;
Η Σου-Γιάν αναστέναξε.
— Άλλαξα γνώμη για τον τρόπο που την έβλεπα.
Ο Λι έμεινε σιωπηλός.
Η αδελφή του πήρε ξανά το φλιτζάνι της.
— Ξέρεις τι φοβόμουν περισσότερο τότε;
— Τι;
— Όχι την καταγωγή της. Όχι τις φήμες. Όχι τον Ξιάο-Γου.
Ο Λι την κοίταξε με προσοχή.
— Τι φοβόσουν;
Η Σου-Γιάν άφησε το
βλέμμα της να χαθεί στον κήπο.
— Ότι εσύ θα ξεχνούσες ποιος είσαι.
Η φράση αυτή τον χτύπησε περισσότερο από οποιαδήποτε κατηγορία.
— Ήσουν πάντα πολέμαρχος, Γουέν-Τσενγκ. Ένας άνθρωπος που
αποφάσιζε για χιλιάδες ζωές. Όμως όταν επρόκειτο για εκείνη... δεν ήσουν πια ο
ίδιος.
Ο Λι δεν αντέδρασε.
Γιατί ήξερε ότι δεν μιλούσε για αδυναμία.
Μιλούσε για κάτι που εκείνος δεν ήθελε να παραδεχτεί.
Η Σου-Γιάν συνέχισε:
— Κάποιες φορές οι πιο δυνατοί άνθρωποι δεν πέφτουν από τους
εχθρούς τους.
Σήκωσε το φλιτζάνι στα χείλη της.
— Πέφτουν από αυτά που αγαπούν.
Εκείνο το απόγευμα η Λι
Σου-Γιάν δεν είπε στον αδελφό της όλα όσα σκέφτηκε. Δεν του είπε ότι χρόνια
αργότερα θα αναρωτιόταν αν η Μέι-Λαν ήταν πράγματι η καταστροφή του ή απλώς η
πρώτη γυναίκα που αποκάλυψε την πληγή που ήδη υπήρχε μέσα του. Δεν του είπε ότι
ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν ερχόταν ποτέ από τους ξένους. Αλλά από τα
πράγματα που ένας άνθρωπος αρνείται να δει στον εαυτό του.
Έτσι κράτησε τη σιωπή της.
Έπειτα μίλησε πιο χαμηλά.
— «Ίσως όμως το μεγαλύτερο λάθος μου δεν ήταν η Μέι-Λαν.»
Ο Λι σήκωσε το βλέμμα.
— «Τι εννοείς;»
Η Σου-Γιάν κοίταξε προς
την κατεύθυνση του εσωτερικού κήπου.
— «Την Τιάν-Μι.»
Ο Λι πάγωσε.
Η αδελφή του συνέχισε πριν προλάβει να μιλήσει.
— «Ίσως φταίει ο τρόπος που τη μεγάλωσα.»
Η φωνή της ήταν ήρεμη,
αλλά είχε μέσα της μια κόπωση που ο αδελφός της δεν είχε ξανακούσει.
— «Της μετέδωσα τον θαυμασμό μου για σένα.»
Ο Λι συνοφρυώθηκε.
— «Για μένα;»
Η Σου-Γιάν χαμογέλασε πικρά.
— «Ναι. Για σένα.»
Έστρεψε το βλέμμα της πάνω του.
— «Κανένα δεν ξέρει πώς λειτουργεί ο θαυμασμός μέσα στην ψυχή ενός
παιδιού. Ένα παιδί δεν ξεχωρίζει πάντα την αγάπη, την ασφάλεια και την ιδανική
εικόνα που έχει πλάσει για κάποιον.»
Σταμάτησε.
— «Εσύ ήσουν πάντα το πρότυπό μου.»
Ο Λι δεν μίλησε.
— «Για σένα μιλούσα στους γιους μου. Περισσότερο απ' όσο μιλούσα
για τον πατέρα τους.»
Ένα αχνό χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό της.
— «Τους έλεγα πως πρέπει να γίνουν άντρες σαν εσένα. Δυνατοί.
Αποφασιστικοί. Άντρες που προστατεύουν τους άλλους.»
Η φωνή της χαμήλωσε.
— «Δεν κατάλαβα πως η Τιάν-Μι άκουγε όλα αυτά τα χρόνια μόνο ένα
πράγμα: πως ο πατέρας της ήταν ο
άνθρωπος που συγκέντρωνε όλα όσα θαύμαζε.»
Ο Λι έσκυψε το κεφάλι.
— «Σου-Γιάν...»
Εκείνη σήκωσε το χέρι της.
— «Άφησέ με να το πω.»
Πήρε μια ανάσα. Τα δάχτυλά της έκλεισαν γύρω από το φλιτζάνι.
— «Απλώς αναρωτιέμαι αν, χωρίς να το θέλω, έβαλα κι εγώ ένα
λιθαράκι στον δρόμο που την οδήγησε εδώ.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταζε χωρίς να βρίσκει απάντηση.
Για πρώτη φορά η αδελφή του, η γυναίκα που πάντα είχε μια λύση,
μια απόφαση, μια αμυντική γραμμή απέναντι σε κάθε κίνδυνο, παραδεχόταν πως
υπήρχαν πράγματα που ούτε η δύναμη ούτε η λογική μπορούσαν να ελέγξουν.
— «Την αγαπούσα σαν κόρη μου», είπε.
Μια μικρή ρωγμή εμφανίστηκε στη φωνή της.
— «Ίσως γι' αυτό έπρεπε να είχα προσέξει περισσότερο τι της
μάθαινα να αγαπά.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έμεινε σιωπηλός.
Η Σου-Γιάν δεν του είπε
το άλλο. Δεν του είπε πως βαθιά μέσα της φοβόταν ότι η Τιάν-Μι δεν είχε
αγαπήσει μόνο τον άνδρα που εκείνος ήταν. Είχε αγαπήσει το σύμβολο. Τον ήρωα. Τον
αήττητο πολέμαρχο. Τον άνθρωπο που η ίδια η Σου-Γιάν είχε βοηθήσει να
δημιουργηθεί μέσα στα μάτια ενός παιδιού. Και αυτό το βάρος θα το κουβαλούσε
μόνη της.
μια
άλλη νύχτα στο αρχοντικό των Λι
«Πόσα χρόνια έχουν
περάσει…» είπε η Λι Σου-Γιάν.
Έμεινε για λίγο σιωπηλή,
κοιτάζοντας το κύπελλο του τσαγιού μπροστά της. Η αχνιστή επιφάνειά του
αντανακλούσε το φως της λάμπας, ενώ έξω από τα παράθυρα ο νυχτερινός άνεμος
περνούσε ανάμεσα από τα δέντρα της αυλής.
«Τότε που έκλαιγα μπροστά
σου και σου ζητούσα να μη με αφήσεις να φύγω από αυτό το σπίτι», συνέχισε.
«Τότε που πίστευα πως αν έχανα εσένα, θα έχανα τον μόνο άνθρωπο που με γνώριζε
πραγματικά.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ καθόταν
απέναντί της, σιωπηλός. Τα χρόνια είχαν αφήσει τα σημάδια τους πάνω του. Δεν
ήταν πια ο νεαρός άνδρας με τη στρατιωτική στολή και το αλύγιστο βλέμμα. Ήταν
ένας άνθρωπος που είχε κουβαλήσει ευθύνες, απώλειες και αποφάσεις που κανείς
άλλος δεν μπορούσε να πάρει για εκείνον.
«Ήσουν παιδί ακόμη», είπε
χαμηλά.
Η Σου-Γιάν χαμογέλασε αχνά.
«Όλοι έτσι το λένε όταν
κοιτούν πίσω στα χρόνια της νεότητας. Ήμουν παιδί. Δεν καταλάβαινα τον κόσμο
όπως τον καταλαβαίνω τώρα.»
Σήκωσε το κύπελλο και ήπιε μια μικρή γουλιά.
«Όμως θυμάμαι πως τότε
εσύ ήσουν ο κόσμος μου. Όχι επειδή ήσουν αλάνθαστος. Αλλά επειδή ήσουν ο μόνος
που έμεινε.»
Ο Γουέν-Τσενγκ χαμήλωσε το βλέμμα.
«Ήμουν ο αδελφός σου.
Ήταν καθήκον μου.»
«Ήσουν κάτι περισσότερο
από αυτό.»
Η φωνή της έγινε πιο ήρεμη.
«Όταν χάσαμε τον πατέρα
και τη μητέρα, εσύ κράτησες το σπίτι όρθιο. Εσύ θυμόσουν μαζί μου πράγματα που
φοβόμουν πως θα ξεχάσω. Τον τρόπο που γελούσε ο πατέρας. Τις συνήθειες της
μητέρας. Μικρές λεπτομέρειες που έκαναν τους ανθρώπους μας να παραμένουν
ζωντανοί μέσα στη μνήμη μας.»
Ο Γουέν-Τσενγκ δεν μίλησε. Πήρε μια ανάσα.
«Ίσως.»
Η Σου-Γιάν χαμογέλασε με λίγη θλίψη.
«Όταν είμαστε νέοι,
νομίζουμε πως οι άνθρωποι που θαυμάζουμε δεν φοβούνται ποτέ. Δεν βλέπουμε τις
αμφιβολίες τους. Δεν βλέπουμε τις στιγμές που κουράζονται. Βλέπουμε μόνο τη
δύναμη.»
«Και τώρα;»
«Τώρα βλέπω τον άνθρωπο
πίσω από τη δύναμη.»
Τα λόγια της έμειναν για λίγο ανάμεσά τους.
«Ξέρεις τι θυμάμαι
περισσότερο από τότε;» συνέχισε. «Όχι τις μεγάλες αποφάσεις. Όχι τις τελετές
και τις συμμαχίες. Θυμάμαι πως όταν αρρώστησα, καθόσουν έξω από την πόρτα μου
όλη τη νύχτα. Θυμάμαι πως όταν φοβόμουν, προσπαθούσες να μη δείξεις ότι
φοβόσουν κι εσύ.»
Ο Γουέν-Τσενγκ χαμογέλασε αχνά.
«Ήμουν μόλις είκοσι πέντε
ετών. Δεν ήξερα τι έκανα.»
«Κανείς δεν ξέρει
πραγματικά.» εκείνη του απάντησε. Η Σου-Γιάν κοίταξε τη φλόγα της λάμπας.
«Αυτό είναι κάτι που
καταλαβαίνουμε μόνο όταν μεγαλώσουμε. Οι μεγαλύτεροι δεν έχουν όλες τις
απαντήσεις. Απλώς μαθαίνουν να ζουν με τις ερωτήσεις τους.»
Ο αδελφός της έμεινε
σιωπηλός. Η Σου-Γιάν έγνεψε. Για λίγο κανείς δεν μίλησε. Το αρχοντικό ήταν
ήσυχο γύρω τους. Οι υπηρέτες είχαν αποσυρθεί, οι διάδρομοι είχαν βυθιστεί στο
σκοτάδι, και μόνο οι δύο τους παρέμεναν ξύπνιοι μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο
αναμνήσεις.
το
δείπνο
Το αρχοντικό των Λι είχε
μάθει πια τη σιωπή. Οι ίδιες ξύλινες δοκοί κρατούσαν ακόμη την οροφή, οι ίδιες
πέτρινες αυλές άνοιγαν προς τον νυχτερινό ουρανό, όμως οι άνθρωποι που κάποτε
γέμιζαν τους χώρους είχαν σκορπίσει. Άλλοι είχαν φύγει για πολέμους, άλλοι για
γάμους, άλλοι απλώς είχαν ακολουθήσει τον δρόμο των χρόνων.
Εκείνο το βράδυ, η Λι Σου-Γιάν και ο Λι Γουέν-Τσενγκ έτρωγαν μαζί
το εσπερινό τους δείπνο στην παλιά αίθουσα.
Δεν υπήρχαν πολλά πιάτα
στο τραπέζι. Μόνο όσα χρειάζονταν. Ένα μικρό σκεύος με ζεστό ζωμό, λίγο ρύζι,
λαχανικά εποχής και το τσάι που άχνιζε ανάμεσά τους. Οι υπηρέτες είχαν
αποσυρθεί διακριτικά, αφήνοντάς τους μόνους, όπως συνέβαινε συχνά τα τελευταία
χρόνια.
Η Σου-Γιάν άφησε αργά τα
ξυλάκια της και κοίταξε τη φλόγα του φαναριού.
«Πόσα χρόνια έχουν
περάσει…» είπε.
Ο Γουέν-Τσενγκ σήκωσε το βλέμμα του.
«Από τότε που το σπίτι
αυτό ήταν γεμάτο κόσμο;»
Εκείνη χαμογέλασε αχνά.
«Από τότε που νομίζαμε
πως τίποτα δεν θα αλλάξει.»
Ο Γουέν-Τσενγκ κοίταξε
γύρω την αίθουσα.
«Τελικά όλα αλλάζουν.»
«Ναι», απάντησε εκείνη.
«Αλλά μερικά πράγματα μένουν μόνο αν κάποιος τα θυμάται.»
Εκείνος δεν απάντησε αμέσως.
«Πάλι μιλάς σαν να κρατάς
βιβλίο ιστορίας μέσα στο μυαλό σου.»
«Ίσως γιατί κάποιος
έπρεπε να το κρατήσει.»
Ένα μικρό χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό του.
«Πάντα ήσουν έτσι.»
«Πώς;»
«Να θυμάσαι πράγματα που
οι άλλοι θεωρούν ασήμαντα.»
Η Σου-Γιάν τον κοίταξε.
«Δεν ήταν ασήμαντα.»
«Για παράδειγμα;»
«Θυμάσαι όταν γύρισες από
την εκστρατεία στα δυτικά; Είχες τρεις μέρες να κοιμηθείς. Μπήκες στην αυλή,
μίλησες πρώτα με τους αξιωματικούς σου, μετά με τους διαχειριστές των κτημάτων…
και μόνο όταν τελείωσαν όλα ήρθες να με ρωτήσεις αν είχα φάει.»
Ο Γουέν-Τσενγκ σκέφτηκε για λίγο.
«Δεν το θυμάμαι.»
Η απάντησή του την έκανε να χαμογελάσει λυπημένα.
«Το ξέρω.»
«Ήταν τόσο σημαντικό;»
«Για μένα ήταν.»
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί.
«Θυμάσαι όμως τις βροχές
εκείνης της χρονιάς;» ρώτησε εκείνος. «Όταν πλημμύρισαν τα χωράφια;»
Τα μάτια της φωτίστηκαν.
«Αυτό το θυμάσαι;»
«Θυμάμαι πως όλοι
πίστευαν ότι θα χαθούν οι σοδειές. Και θυμάμαι πως δεν κοιμήθηκα σχεδόν
καθόλου.»
«Και θυμάσαι πως γύρισες
γεμάτος λάσπη;»
«Όχι.»
«Εγώ θυμάμαι. Και σου
είπα ότι έμοιαζες περισσότερο με εργάτη των χωραφιών παρά με άρχοντα.»
Ο Γουέν-Τσενγκ χαμογέλασε.
«Αυτό μάλλον το είπες.»
«Το είπα.»
«Και τι έκανες μετά;»
«Σου έφερα καθαρά ρούχα.»
«Χωρίς να με ρωτήσεις.»
«Γιατί ήξερα πως θα
έλεγες όχι.»
Εκείνος γέλασε χαμηλά. Για μια στιγμή έμοιαζε νεότερος.
«Αυτό σε θυμάμαι να το
κάνεις.»
Η Σου-Γιάν χαμήλωσε τα μάτια.
«Βλέπεις; Κάποια πράγματα
μένουν.»
Το χαμόγελο έφυγε αργά από το πρόσωπό της.
«Αλλά κάποια άλλα
χάνονται.»
Ο Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε.
«Φοβάσαι ότι ξεχνάω;»
«Φοβάμαι ότι κάποτε θα
ξεχάσουμε και οι δύο.»
«Τι;»
Η Σου-Γιάν άφησε το κύπελλο του τσαγιού στο τραπέζι.
«Ποιοι ήμασταν.»
Η φωνή της ήταν ήρεμη, αλλά είχε μέσα της βάρος χρόνων.
«Δεν έχουμε πια πολλά
πράγματα που να μας ενώνουν. Οι άνθρωποι που γνώριζαν την αρχή της ζωής μας
έφυγαν. Τα σπίτια αλλάζουν. Τα ονόματα αλλάζουν. Οι εποχές περνούν.»
Σήκωσε το βλέμμα της προς εκείνον.
«Μένουν οι αναμνήσεις. Αν
σβηστούν κι αυτές, τότε τι απομένει;»
Ο Γουέν-Τσενγκ έμεινε σιωπηλός.
«Δεν θυμάμαι όλα όσα
θυμάσαι εσύ», είπε τελικά.
«Το ξέρω.»
«Και μερικές φορές
αναρωτιέμαι αν είναι καλό ή κακό. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να κουβαλούν τα
πάντα. Εσύ όμως τα κουβαλάς.»
Η Σου-Γιάν χαμογέλασε αχνά.
«Κάποιος πρέπει.»
«Πες μου κάτι που έχω
ξεχάσει», είπε ο Γουέν-Τσενγκ.
Εκείνη τον κοίταξε.
«Θέλεις;»
«Ναι.»
Η Σου-Γιάν σκέφτηκε για λίγο.
«Θυμάσαι όταν ήσουν
νεότερος και όλοι σε θεωρούσαν άνθρωπο που δεν φοβάται τίποτα;»
«Δεν ήμουν τέτοιος
άνθρωπος.»
«Ήσουν για τους άλλους.»
Σταμάτησε για λίγο.
«Αλλά εγώ ήξερα πως, όταν
τελείωναν όλα, πήγαινες μόνος στην αυλή και κοιτούσες τον ουρανό.»
Ο Γουέν-Τσενγκ συνοφρυώθηκε.
«Δεν το θυμάμαι.»
«Το ξέρω.»
«Και γιατί το θυμάσαι
εσύ;»
Η Σου-Γιάν χαμογέλασε.
«Γιατί τότε ήσουν ο μόνος
άνθρωπος που θυμόταν για μένα ποια ήμουν.»
Εκείνος δεν μίλησε.
«Τώρα είναι η σειρά μου», είπε εκείνη ήσυχα. «Να θυμάμαι για
σένα.»
Και για λίγο, μέσα στην παλιά αίθουσα των Λι, το παρελθόν δεν
έμοιαζε χαμένο. Ήταν απλώς καθισμένο μαζί τους στο τραπέζι, ανάμεσα στο τσάι
και στο φως του φαναριού. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί.
«Θυμάσαι τη βροχή στο
Γιν-Λονγκ;» τον ρώτησε.
Εκείνος συνοφρυώθηκε ελαφρά.
«Τη σπηλιά;»
Τα μάτια της φωτίστηκαν.
«Ναι. Εκείνη τη νύχτα.»
«Θυμάμαι την καταιγίδα»,
είπε μετά από λίγο. «Θυμάμαι πως φοβήθηκα μήπως γλιστρήσεις στο μονοπάτι.
Θυμάμαι πως άναψα φωτιά.»
«Θυμάσαι που μου έδωσες
τον μανδύα σου;»
«Ναι.»
«Θυμάσαι που έμεινες
ξύπνιος όλη τη νύχτα;»
Ο Γουέν-Τσενγκ χαμογέλασε αχνά.
«Αυτό δεν ήταν κάτι
σπουδαίο. Ήσουν μικρή. Ήταν φυσικό.»
Η Σου-Γιάν τον κοίταξε.
«Για σένα ίσως.»
«Για σένα όχι;»
Εκείνη κούνησε αργά το κεφάλι.
«Για μένα ήταν η πρώτη
φορά που ένιωσα πως κάποιος θα έμενε δίπλα μου, ό,τι κι αν συνέβαινε.»
Ο Γουέν-Τσενγκ σώπασε.Η
Σου-Γιάν έμεινε για λίγο σιωπηλή μετά τα λόγια του. Το δείπνο είχε σχεδόν
τελειώσει. Τα πιάτα είχαν απομακρυνθεί και μόνο το τσάι παρέμενε ανάμεσά τους,
ζεστό ακόμη μέσα στα μικρά πορσελάνινα κύπελλα. Κοίταξε τον Γουέν-Τσενγκ σαν να
προσπαθούσε να διαβάσει στο πρόσωπό του μια ανάμνηση που ίσως είχε χαθεί.
«Θυμάσαι τη μέρα του
γάμου μου;» τον ρώτησε.
Εκείνος δεν απάντησε
αμέσως. Το βλέμμα του πήγε προς την αυλή, εκεί όπου κάποτε περνούσαν οι πομπές,
οι αγγελιοφόροι και οι επισκέπτες των μεγάλων οικογενειών.
«Ναι», είπε τελικά. «Αυτό
το θυμάμαι.»
Η Σου-Γιάν χαμογέλασε ελαφρά.
«Όλα;»
Ο Γουέν-Τσενγκ σκέφτηκε.
«Όχι όλα. Αλλά εκείνη η
μέρα… δεν ήταν εύκολο να ξεχαστεί.»
«Τι θυμάσαι;»
Εκείνος ακούμπησε τα χέρια του πάνω στο τραπέζι.
«Θυμάμαι τον ήχο των
τυμπάνων πριν ακόμη δω την πομπή. Θυμάμαι τον κόσμο στους δρόμους. Όλοι ήθελαν
να δουν τη νύφη που έμπαινε στον οίκο του Γουάνγκ Τσε-Λιν.»
Η Σου-Γιάν χαμήλωσε το βλέμμα.
«Κι εγώ;»
Ο Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε.
«Εσένα δεν σε έβλεπα
καλά. Το κόκκινο πέπλο κάλυπτε το πρόσωπό σου.»
«Ίσως ήταν καλύτερα
έτσι.»
Εκείνος κατάλαβε το νόημα πίσω από τα λόγια της, αλλά δεν
απάντησε.
«Θυμάμαι το κόκκινο
ένδυμά σου», συνέχισε. «Τα χρυσά κεντήματα. Τα φανάρια που αντανακλούσαν πάνω
στο μετάξι. Για όλους τους άλλους ήταν μια ημέρα τιμής και ευτυχίας. Ένας
μεγάλος γάμος ανάμεσα σε δύο ισχυρούς οίκους.»
«Και για σένα;»
Ο Γουέν-Τσενγκ έμεινε για λίγο σιωπηλός.
«Για μένα ήταν μια ημέρα
ευθύνης.»
Η Σου-Γιάν χαμογέλασε θλιμμένα.
«Πάντα έτσι έβλεπες τα
πράγματα.»
«Ήμουν ο κύριος του
οίκου. Ο πατέρας μας δεν ζούσε πια. Δεν υπήρχε άλλος να σταθεί μπροστά.»
«Δεν υπήρχε άλλος», επανέλαβε εκείνη χαμηλά.
Για λίγο κανείς τους δεν μίλησε.
«Θυμάσαι όταν έφτασα στην
πύλη του Γουάνγκ;» ρώτησε.
«Θυμάμαι.»
«Εγώ δεν έβλεπα τίποτα
μέσα από το πέπλο. Μόνο άκουγα.»
«Τι άκουγες;»
«Τα τύμπανα. Τα βήματα
των ανθρώπων. Τις φωνές των υπηρετών. Και τη σιωπή ανάμεσα στους ήχους.»
Ο Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε προσεκτικά.
«Τη σιωπή;»
«Ναι. Εκείνη τη στιγμή
κατάλαβα πως ο δρόμος πίσω είχε κλείσει.»
Εκείνος κατέβασε το βλέμμα.
«Σου-Γιάν…»
«Όχι», είπε απαλά. «Δεν
στο λέω για να σε κατηγορήσω.»
Έφερε το κύπελλο στα χείλη της και ήπιε λίγο τσάι.
«Θέλω μόνο να ξέρω αν το
θυμάσαι όπως το θυμάμαι εγώ.»
«Δεν μπορώ», απάντησε
εκείνος.
«Για μένα δεν ήσουν απλώς
ο κύριος του οίκου εκείνη τη μέρα.»
Ο Γουέν-Τσενγκ δεν μίλησε.
«Ήσουν ο τελευταίος
άνθρωπος από τον παλιό μου κόσμο που έβλεπα πριν περάσω σε έναν καινούριο.»
Η φλόγα του φαναριού τρεμόπαιξε ανάμεσά τους.
«Θυμάμαι πως, πριν
φύγεις, έμεινες ακίνητος για λίγο», είπε η Σου-Γιάν. «Όλοι νόμιζαν πως ήταν
ένας τυπικός χαιρετισμός. Μια στιγμή ευγένειας πριν παραδώσεις τη νύφη στον νέο
της οίκο.»
Ο Γουέν-Τσενγκ ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι.
«Το θυμάσαι αυτό;»
«Ναι.»
«Δεν ξέρω αν ήταν έτσι.»
«Εγώ το θυμάμαι έτσι.»
Εκείνος χαμογέλασε αχνά.
«Πάντα είχες τη δική σου
αλήθεια για τις στιγμές μας.»
«Και εσύ είχες τη δική
σου. Απλώς συχνά την έκρυβες πίσω από το καθήκον.»
Ο Γουέν-Τσενγκ δεν αρνήθηκε.
«Ίσως.»
Η Σου-Γιάν κοίταξε το άδειο τραπέζι.
«Εκείνη τη μέρα έφυγα από
το σπίτι μας. Αλλά με έναν τρόπο… έμεινε κάτι εδώ.»
«Τι;»
«Η κοπέλα που ήμουν πριν
από τον γάμο.»
Ο Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε για ώρα.
«Δεν την έχασες.»
«Όχι», είπε εκείνη.
«Απλώς έπρεπε να μάθει να ζει αλλιώς.»
«Και τώρα;» ρώτησε
εκείνος.
Η Σου-Γιάν χαμογέλασε αχνά.
«Τώρα έχουμε μόνο τις
αναμνήσεις μας. Γι’ αυτό σε ρωτώ. Για να δω αν μερικές από αυτές υπάρχουν ακόμη
και στους δύο μας.»
Ο Γουέν-Τσενγκ κοίταξε τη φλόγα.
«Κάποιες υπάρχουν.»
Το δείπνο είχε τελειώσει,
αλλά κανείς από τους δύο δεν σηκωνόταν ακόμη από το τραπέζι. Η νύχτα είχε
προχωρήσει. Στην αυλή δεν ακουγόταν τίποτε άλλο παρά ο άνεμος που περνούσε
ανάμεσα από τα δέντρα και το χαμηλό τρίξιμο των ξύλινων παραθυρόφυλλων. Η Λι
Σου-Γιάν κράτησε το κύπελλο του τσαγιού στα χέρια της, χωρίς να πιει.
«Ξέρεις…» είπε ύστερα από
λίγο, «υπάρχουν ιστορίες που οι γυναίκες δεν λένε ποτέ.»
Ο Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε.
«Γιατί;»
«Γιατί μερικές φορές δεν
ξέρουν ούτε οι ίδιες αν είναι αναμνήσεις ή όνειρα.»
Εκείνος χαμογέλασε ελαφρά.
«Πάλι μιλάς με γρίφους.»
«Ίσως γιατί μερικά
πράγματα, αν τα πεις καθαρά, χάνουν κάτι από την αλήθεια τους.»
Έμεινε λίγο σιωπηλή και ύστερα συνέχισε:
«Ξέρεις, πολλές γυναίκες
την πρώτη νύχτα του γάμου τους, όταν μένουν μόνες σε ένα άγνωστο δωμάτιο, δεν
σκέφτονται απαραίτητα το σπίτι στο οποίο μπήκαν. Ούτε τον άνθρωπο που βρίσκεται
δίπλα τους. Μερικές φορές ο νους ταξιδεύει αλλού.»
Ο Γουέν-Τσενγκ δεν μίλησε.
«Άλλες θυμούνται το
πατρικό τους σπίτι. Την αυλή όπου μεγάλωσαν. Τη φωνή της μητέρας τους. Άλλες
θυμούνται έναν δρόμο που δεν περπάτησαν ποτέ ή μια πόρτα που δεν τόλμησαν να
ανοίξουν.»
Σταμάτησε για λίγο.
«Και υπάρχουν γυναίκες
που ονειρεύονται έναν άνθρωπο που τους έκανε κάποτε να νιώσουν ασφαλείς. Όχι
γιατί θέλουν να αλλάξουν τη μοίρα τους. Αλλά γιατί εκείνη τη στιγμή φοβούνται
τη μοίρα που αρχίζει.»
Ο Γουέν-Τσενγκ χαμήλωσε το βλέμμα.
«Μια ιστορία για μια άλλη
γυναίκα;»
Η Σου-Γιάν χαμογέλασε αχνά.
«Ίσως.»
«Και τι έγινε σε αυτή τη
γυναίκα;»
«Ξύπνησε.»
«Και μετά;»
«Μετά φόρεσε το πρόσωπο
που έπρεπε να φορά. Έγινε σύζυγος, οικοδέσποινα, μητέρα. Έμαθε να κρατά το
σπίτι της, να χαμογελά όταν έπρεπε, να σιωπά όταν χρειαζόταν.»
Κοίταξε τη φλόγα του φαναριού.
«Αλλά κάπου βαθιά μέσα
της κράτησε εκείνο το όνειρο. Όχι σαν επιθυμία. Σαν ανάμνηση ενός δρόμου που
δεν περπάτησε.»
Ο Γουέν-Τσενγκ έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα.
«Και γιατί μου λες αυτή
την ιστορία τώρα;»
Η Σου-Γιάν σήκωσε τα μάτια της.
«Γιατί κάποτε είπες πως
φοβόσουν μήπως ξεχάσουμε ποιοι ήμασταν.»
Εκείνος την κοίταξε.
«Και;»
«Και ίσως κάποιες
ιστορίες πρέπει να ειπωθούν πριν χαθούν.»
Ο Γουέν-Τσενγκ αναστέναξε αργά.
«Έχεις γίνει πολύ
τολμηρή.»
Η Σου-Γιάν χαμογέλασε.
«Όταν η ζωή έχει περάσει,
ίσως δεν υπάρχει πια λόγος να υποκρίνεται κανείς. Ίσως αυτό είναι το μόνο καλό
που δίνουν τα χρόνια. Παίρνουν τον φόβο του τι θα πουν οι άλλοι.»
«Και τι μένει;»
Η Σου-Γιάν κοίταξε γύρω την παλιά αίθουσα.
«Αυτό που πραγματικά
υπήρξε. Και αυτό που κάποτε χάσαμε.»
Ο Γουέν-Τσενγκ δεν
απάντησε. Μόνο έμεινε μαζί της μέσα στη σιωπή. Και για πρώτη φορά εκείνο το
βράδυ, δεν προσπάθησε να θυμηθεί. Άφησε απλώς τη Σου-Γιάν να θυμάται και για
τους δύο.
το
κλείσιμο του κύκλου
Η Σου-Γιάν βρισκόταν στο
δωμάτιό της. Η νυχτερινή συζήτηση κλωθογύριζε στο μυαλό της. Θυμήθηκε την πρώτη
νύχτα του γάμου της. Την μορφή του.
Έβγαλε σιγά σιγά από πάνω της τον λευκό μανδύα του πένθους. Ασυναίσθητα πρόβαρε
τα κοσμήματά της. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Μετά τα απέθεσε στην κασετίνα.
Άφησε τα μαλλιά της να λυθούν. Τα περιποιήθηκε με την χτένα της. Εκείνη
την παιδική χτένα που είχε κρατήσει ως
ενθύμιο της ζωής της. Αυτό το σπίτι της
ανήκε. Όλες οι άλλες που είχαν περάσει
από εδώ ήταν περαστικές, ήταν
φιλοξενούμενες. Καμμία δεν είχε καταφέρει να μείνει. Καμμία δεν την είχε αγαπήσει
το σπίτι. Ήταν ήρεμη. Δεν ήξερε που
οφειλόταν αυτή η ηρεμία της. Είχε πάρει την απόφασή της. Τώρα δεν υπήρχαν εμπόδια. Δεν υπήρχαν κοινωνικοί
κανόνες. Ένιωθε σαν την ψυχοκόρη που είχε αποφασίσει να δοθεί στον γιο της
οικογένειας που την είχε αναθρέψει. Ένιωθε ότι έπρεπε να εκπληρώσει μια
υποχρέωση. Ένιωθε ότι έπρεπε να ξαναγίνει δεκαεπτά χρονών πριν φύγει από αυτό
το σπίτι. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και την έκλεισε. Ήξερε ότι εκεί
δεν θα επέστρεφε πάλι τα βράδυα.
Προχώρησε μέσα από το διάδρομο. Στο απόλυτο σκοτάδι. Ήξερε το σπίτι καλά. Έβαλε τα χέρια της στην πόρτα του δωματίου του Λι
Γουέν-Τσενγκ. Την άνοιξε χωρίς θόρυβο. Και την
έκλεισε πίσω της καλά. Και ο άντρας που επιθυμούσε τόσα χρόνια δεν είπε
τίποτα. Προχώρησε στο κρεβάτι του και ξάπλωσε. Άπλωσε τα χέρια της και τον
αγκάλιασε. Το ίδιο έκανε και εκείνος. Ήταν σιωπή, ήταν σκοτάδι. Στο σκοτάδι
επιτρέπονται αυτά που έχουν βραδυπορήσει
να γίνουν τόσα χρόνια. Αυτή ήταν η φύλακας του αρχοντικού. Αυτή ήταν η φύλακας
της ζωής του Λι Γουέν-Τσενγκ. Τώρα εκπλήρωνε το ρόλο της. Το ρόλο που μετά από
περιπέτειες, διαφορετικές πορείες και
απομακρύνσεις, της είχε αναθέσει η μοίρα. Και
εκείνος δεν είπε τίποτα. Δεν αρνήθηκε. Μετά από τόσα σώματα που του
είχαν χαριστεί σε εκείνο το σώμα που του
παραδιδόταν ένιωθε μια παράξενη ασφάλεια. Μια ασφάλεια και μια θαλπωρή που τον
προστάτευε περισσότερο από τη στολή και το κύρος του πολέμαρχου. Τα υπόλοιπα
χρόνια της ζωής του θα τα περνούσε με την Σου-Γιάν. Ήταν καιρός να παραιτηθεί
από επιθεωρήσεις, εκστρατείες και
εκκαθαρίσεις. Ήταν καιρός να γίνει και αυτός ένας ανώνυμος άνθρωπος όπως οι
περισσότεροι.
ΤΕΛΟΣ
Υπερσυνδέσεις αναρτήσεων
Το χιόνι δεν θυμάται Part 1 σκηνογραφιημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 2 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 3 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογρφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 4 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
: Το χιόνι δεν θυμάται Part 5 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 6 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 7 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία