Το χιόνι δεν θυμάται Part 4 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία

 

το χιόνι δεν θυμάται 

Part 4

σκηνογραφημένη νουβέλα 2026

τεχνητή Πεζογραφία

The Snow Does Not Remember

A Scenographed Novella, 2026

Artificial Prose



Tο Part 4 εκκινεί με το μέρος Ζ της νουβέλας. 

Περιλαμβάνει και το Μέρος Η της νουβέλας. 

Η νουβέλα αποτελείται από ΙΒ Μέρη. 




ΜΕΡΟΣ Ζ

 

ο γραμματέας

η στρατολόγηση

η αναγνώριση

το σχέδιο

η προσέγγιση της Λούο Τζινγκ

η Λούο Τζινγκ στο Λο Τζιάνγκ

η έκπληξη

η ομολογία

η προξενική πρόταση για τον Λι Γουέν-Τσενγκ

οι ενδόμυχες σκέψεις της Τιάν-Μι

το όνειρο της Τιάν-Μι

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Η

 

ο έπαινος

η μόλυνση

η διάδοση

οι ορίζοντες που στένεψαν

είμαστε και οι δύο μολυσμένοι…

η εορτή

η βέβηλη νύχτα

η θύελλα της έβδομης νύχτας

 



 

  

 

ΜΕΡΟΣ Ζ

 

 

ο γραμματέας

   Εδώ και σχεδόν δεκαπέντε χρόνια, ο Τσεν Γιου-Σιν υπηρετούσε ως προσωπικός γραμματέας του άρχοντα Γουάνγκ Τσε-Λιν. Ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων, με λεπτή γραφή και άψογη ευγένεια. Σπάνια ύψωνε τη φωνή του, ποτέ δεν διέκοπτε τον προϊστάμενό του και είχε τη φήμη πως μπορούσε να θυμηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου αφού το διάβαζε μόνο μία φορά.

    Ο Γουάνγκ Τσε-Λιν, πλέον ηλικιωμένος, εκτιμούσε πάνω απ' όλα την τάξη. Του είχε αναθέσει τη σύνταξη της αλληλογραφίας, την αντιγραφή των φορολογικών καταλόγων και τη διαχείριση των εγγράφων που έφθαναν από την επαρχιακή διοίκηση της Σετσουάν. Ο γραμματέας γνώριζε σχεδόν κάθε διοικητική υπόθεση πριν ακόμη περάσει από τα χέρια του άρχοντα.

   Ωστόσο, εκείνος που είχε κερδίσει πραγματικά την εμπιστοσύνη του οίκου δεν ήταν ο Γουάνγκ Τσε-Λιν αλλά η σύζυγός του. Η Λι Σου-Γιάν παρέμενε η πραγματική δύναμη του σπιτιού. Παρά τα χρόνια που είχαν περάσει, η παρουσία της εξακολουθούσε να επιβάλλεται χωρίς να χρειάζεται να υψώσει τη φωνή της. Οι υπηρέτες τη σέβονταν περισσότερο από τον ίδιο τον άρχοντα, ενώ ακόμη και οι τοπικοί γαιοκτήμονες πρόσεχαν τα λόγια τους όταν βρίσκονταν μπροστά της.

   Ο Τσεν Γιου-Σιν το είχε αντιληφθεί από την πρώτη ημέρα. Δεν την κολάκευε χυδαία. Γνώριζε ότι μια γυναίκα σαν τη Λι Σου-Γιάν θα περιφρονούσε την κενή φιλοφρόνηση.

Την τιμούσε με άλλον τρόπο. Όταν έφθανε επιστολή από τον δεύτερο γιο της, τον Γουάνγκ Τζι-Λιν, που υπηρετούσε ακόμη στο πλευρό του Λι Γουέν-Τσενγκ, ήταν εκείνος που φρόντιζε να της την παραδώσει αμέσως.

    Όταν ο μικρότερος γιος της έστελνε αναφορά από την πρωτεύουσα της επαρχίας, ο Τσεν Γιου-Σιν φρόντιζε να πληροφορηθεί πρώτος την άφιξη του αγγελιαφόρου.

    Και όταν ο πρωτότοκος, ο Γουάνγκ Τζι-Χάο, έγραφε για τη σύζυγό του, που ύστερα από χρόνια γάμου δεν είχε ακόμη κατορθώσει να αποκτήσει παιδί, ο γραμματέας ήταν εκείνος που διάβαζε πρώτος την επιστολή, πριν τη σφραγίσει ξανά και τη μεταφέρει στη Λι Σου-Γιάν.

   «Η νύφη σας επισκέφθηκε πάλι τον βοτανολόγο», της είπε κάποτε διακριτικά. «Οι γιατροί δεν χάνουν ακόμη την ελπίδα.»

    Η Λι Σου-Γιάν αναστέναξε.

   «Ο Ουρανός θα αποφασίσει.»

   «Πολλές γυναίκες αποκτούν παιδί ακόμη και μετά τα τριάντα τους χρόνια», απάντησε ο γραμματέας με σεβασμό. «Δεν πρέπει να εγκαταλείπουν την ελπίδα ούτε οι ίδιες ούτε οι οικογένειές τους.»

Εκείνη έγνεψε αργά.

   «Είσαι πάντοτε προσεκτικός στα λόγια σου, Τσεν.»

   Ο γραμματέας χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Η κυρία του οίκου αξίζει μόνο λόγια που δεν πληγώνουν.»

   Από τότε η Λι Σου-Γιάν άρχισε να τον εμπιστεύεται ολοένα περισσότερο. Του ανέθετε να βρίσκει δώρα για τους γιους της, να ενημερώνεται για τις μετακινήσεις τους και να επιβλέπει τη διαβίβαση προσωπικών επιστολών όταν ο σύζυγός της ήταν απασχολημένος με διοικητικές υποθέσεις.

    Ο Γουάνγκ Τσε-Λιν δεν ενοχλούνταν καθόλου. Ίσα-ίσα, χαιρόταν που ο γραμματέας του υπηρετούσε με τόση αφοσίωση τη γυναίκα που ο ίδιος εξακολουθούσε να θαυμάζει όπως την πρώτη ημέρα του γάμου τους.

    Εκείνος είχε πλέον περάσει τα εξήντα. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει και τα βήματά του είχαν γίνει βραδύτερα. Όμως κάθε φορά που έβλεπε τη Λι Σου-Γιάν να διασχίζει την αυλή του αρχοντικού με το ίδιο ευθυτενές παράστημα, αισθανόταν πως είχε σταθεί ο πιο τυχερός άνθρωπος στη ζωή.

    Δεν είχε αγαπήσει μόνο την ομορφιά της. Είχε αγαπήσει την ευφυΐα της, την αταλάντευτη αξιοπρέπειά της και την ικανότητά της να κρατά ενωμένο τον οίκο τους σε χρόνια ειρήνης αλλά και αναταραχής.

    Κανείς, ούτε ο ίδιος ούτε η Λι Σου-Γιάν, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο άνθρωπος που υπηρετούσε με τόση υποδειγματική ευσυνειδησία το σπίτι τους κρατούσε μέσα του μια δεύτερη ζωή.

    Για όλους ήταν ο άψογος γραμματέας του άρχοντα. Για τους ελάχιστους που εξακολουθούσαν να ονειρεύονται την αναβίωση των Νοτίων Μινγκ, ήταν τα μάτια και τα αυτιά τους μέσα σε έναν σημαντικό διοικητικό οίκο του Λο Τζιάνγκ.

 

 

η στρατολόγηση

    Οι μήνες περνούσαν. Ο γραμματέας εξακολουθούσε να συγκεντρώνει πληροφορίες. Όχι μόνο για τον οίκο. Για όλους. Ονόματα. Συγγένειες. Παλιές δίκες. Εξορίες. Καταναγκαστικά έργα. Ολόκληρες ζωές κρύβονταν μέσα στα κιτρινισμένα κατάστιχα.

   Μια μέρα, καθώς αναζητούσε έναν παλιό φάκελο, το βλέμμα του στάθηκε σε μια αναφορά ηλικίας σχεδόν είκοσι ετών.

    Ένας χωρικός. Καταδικασμένος σε καταναγκαστικά έργα. Η καταγγελία είχε γίνει κατά τη διάρκεια μεγάλης εκκαθαριστικής επιχείρησης που διοικούσε ο τότε ανερχόμενος στρατιωτικός Λι Γουέν-Τσενγκ. Ο άνδρας δεν είχε εκτελεστεί. Είχε σταλεί μακριά. Η υπόθεση είχε ξεχαστεί. Όχι όμως από την οικογένειά του. Ο γραμματέας άφησε αργά το κατάστιχο πάνω στο τραπέζι. Δίπλα στο όνομα υπήρχε μια μικρή σημείωση. «Σύζυγος και ένας υιός.» Χαμογέλασε ανεπαίσθητα.

   Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να βρει τον νεαρό. Ονομαζόταν Πενγκ Γιού. Ζούσε με τη μητέρα του σε ένα φτωχικό σπίτι λίγο έξω από το Λο Τζιάνγκ. Καλλιεργούσε λίγη γη, έκανε περιστασιακές εργασίες και απέφευγε τις πολλές συναναστροφές. Οι γείτονες έλεγαν πως ήταν ήσυχος. Η μητέρα του, όμως, δεν ήταν.

Όποιος την άκουγε να μιλά, πίστευε πως ο χρόνος είχε σταματήσει την ημέρα που πήραν τον άνδρα της. Το όνομα του Λι Γουέν-Τσενγκ ακουγόταν καθημερινά μέσα στο σπίτι.

   «Αυτός μας κατέστρεψε.»

   «Αυτός πήρε τον πατέρα σου.»

   «Αυτός μάς άφησε μόνους.»

   Ο Πενγκ Γιού είχε μεγαλώσει με αυτές τις λέξεις. Δεν γνώριζε αν ήταν όλες αληθινές. Είχε όμως πάψει προ πολλού να τις αμφισβητεί.

   Ο γραμματέας δεν παρουσιάστηκε αμέσως. Πέρασε αρκετές ημέρες στην αγορά, παρατηρώντας τον νεαρό από μακριά. Τον είδε να βοηθά έναν ηλικιωμένο να σηκώσει ένα σακί. Να επιστρέφει τα σωστά νομίσματα σε έναν έμπορο που είχε κάνει λάθος. Να αποφεύγει τους καβγάδες. Δεν ήταν άνθρωπος βίαιος. Αυτό ακριβώς χρειαζόταν.

    Ένας άνθρωπος που θα έπρεπε πρώτα να πειστεί. Η πρώτη τους συνάντηση έμοιαζε τυχαία. Συναντήθηκαν σε ένα μικρό κατάστημα τσαγιού. Ο γραμματέας κάθισε δίπλα του. Άρχισε μια συζήτηση για τις σοδειές. Ύστερα για τους φόρους. Έπειτα για τις αδικίες που γνώριζε η ζωή. Δεν ανέφερε ποτέ το όνομα του Λι Γουέν-Τσενγκ. Όχι ακόμη. Άφησε τον ίδιο τον Πενγκ Γιού να το προφέρει πρώτος. Και όταν ο νεαρός το έκανε, είδε στα μάτια του αυτό που αναζητούσε. Όχι μίσος. Πόνο. Ο πόνος ήταν πολύ πιο χρήσιμος. Γιατί ο πόνος μπορούσε να πάρει οποιοδήποτε σχήμα του έδινε εκείνος που ήξερε να τον καθοδηγήσει.

    Ο γραμματέας Τσεν Γιου-Σιν χαμήλωσε το βλέμμα, σαν να συμμεριζόταν την αδικία.

    «Υπάρχουν άνθρωποι», είπε ήρεμα, «που ο Ουρανός αργεί να τους δικάσει. Κάποτε, όμως, χρειάζεται και το χέρι ενός ανθρώπου για να αποκαταστήσει την ισορροπία.»

   Ο Πενγκ Γιού δεν απάντησε. Όμως, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η σκέψη της εκδίκησης δεν ακουγόταν πια σαν θυμωμένη φωνή της μητέρας του. Είχε αποκτήσει πρόσωπο. Και κάποιος, αόρατος ακόμη, του έδειχνε τον δρόμο.

   Η συνάντηση εκείνη δεν είχε διάρκεια μεγαλύτερη από μισή ώρα. Ο γραμματέας σηκώθηκε πρώτος, πλήρωσε αθόρυβα και υποκλίθηκε ελαφρά.

   «Εύχομαι να ξανασυναντηθούμε.»

   Ο Πενγκ Γιού ανταπέδωσε την υπόκλιση χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία. Όταν όμως ο άγνωστος απομακρύνθηκε, διαπίστωσε ότι δεν του είχε πει ούτε το όνομά του. Το βρήκε παράξενο.

   Οι επόμενες συναντήσεις δεν ήταν ποτέ προγραμματισμένες. Άλλοτε συνέβαιναν στην αγορά. Άλλοτε σε κάποιο μικρό τεϊοποτείο. Μία φορά συναντήθηκαν ακόμη και στον δρόμο προς τους ορυζώνες, όπου ο γραμματέας ισχυρίστηκε πως είχε βγει για να επιθεωρήσει μια κρατική αποθήκη.

   Κάθε φορά η συζήτηση κρατούσε λίγο περισσότερο. Ποτέ όμως δεν γινόταν προσωπική. Ο γραμματέας μιλούσε σαν άνθρωπος που είχε δει πολλά. Γνώριζε ιστορίες για αξιωματούχους που είχαν αδικήσει αθώους. Για οικογένειες που καταστράφηκαν από μια λανθασμένη αναφορά. Για άνδρες που δεν γύρισαν ποτέ από τις φυλακές ή τα καταναγκαστικά έργα. Δεν κατηγορούσε κανέναν ευθέως. Άφηνε τον Πενγκ Γιού να συμπληρώνει μόνος του τα κενά.

   Ένα βράδυ, όταν είχαν πια γνωριστεί αρκετά ώστε να μοιραστούν μία φιάλη κρασί, ο γραμματέας πρότεινε να καθίσουν σε ένα μικρό καπηλειό στις παρυφές της αγοράς. Το μέρος ήταν χαμηλό, με ξύλινα δοκάρια και καπνό από λάδι που έλιωνε στα λυχνάρια. Εκεί έμπαιναν άνθρωποι που δεν ρωτούσαν πολλά και δεν περίμεναν απαντήσεις.

   Ο γραμματέας Τσεν Γιου-Σιν διάλεξε τραπέζι στη γωνία. Από εκεί μπορούσε κανείς να βλέπει την είσοδο, αλλά να μη γίνεται εύκολα αντιληπτός. Ο Πενγκ Γιού έκατσε απέναντί του, κρατώντας τη φιάλη.

   «Εδώ;» ρώτησε.

   Ο γραμματέας έγνεψε.

   «Εδώ.»

   Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, καθώς το κρασί γέμιζε τα κύπελλα. Ο γραμματέας κοίταξε προς την αίθουσα, σαν να θυμόταν κάτι μακρινό.

   «Εκείνη η κοπέλα δεν φοβήθηκε.»

   Ο Πενγκ Γιού σήκωσε το βλέμμα.

   «Ποια;»

   «Η Λαν Χουά.»

   Το όνομα έπεσε ανάμεσά τους σαν κάτι ήδη θαμμένο, αλλά όχι ξεχασμένο. Ο νεαρός χαμογέλασε πικρά.

   «Δεν πρόλαβε να τον σκοτώσει…» είπε, και στη φωνή του υπήρχε μια παράξενη μίξη χαιρεκακίας και απογοήτευσης.

   Ο γραμματέας ήπιε μια μικρή γουλιά πριν απαντήσει.

   «Μην είσαι σίγουρος ότι θα τα κατάφερνε.»

   Ο Πενγκ Γιού τον κοίταξε πιο προσεκτικά.

   «Δεν θα τα κατάφερνε;»

   «Το πολύ να τον τραυμάτιζε. Ένα μαχαίρι είχε, ούτε καν καλά ακονισμένο. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είναι έμπειρος. Και δίπλα του ήταν οι φρουροί του. Το ότι έφτασε τόσο κοντά του είναι από μόνο του αξιοπερίεργο.»

   Ο νεαρός έσφιξε το κύπελλο.

   «Πράγματι… θέλει θάρρος για κάτι τέτοιο.»

   Ο γραμματέας έγνεψε αργά.

   «Όχι μόνο θάρρος.»

   Έκανε μια παύση, σαν να ζύγιζε τα λόγια του.

   «Κάποιοι λένε ότι κοιμόταν μαζί του κάποιες νύχτες.»

   Ο Πενγκ Γιού συνοφρυώθηκε.

   «Και τότε;»

   «Για αυτό τον σέρβιρε μόνο εκείνη εκείνο το βράδυ. Καμία άλλη δεν τον πλησίαζε αν δεν την είχαν ελέγξει πρώτα.»

   Η φλόγα από το λυχνάρι έτρεμε για μια στιγμή, σαν να άκουσε κι αυτή τη φράση. Ο γραμματέας άφησε το βλέμμα του να χαθεί πάνω από τα τραπέζια.

   «Συχνά οι πιο επικίνδυνες στιγμές… είναι εκείνες που ο έλεγχος νομίζεις πως είναι απόλυτος.»

   Ο Πενγκ Γιού δεν απάντησε αμέσως. Ήπιε μια γουλιά κρασί πιο βαριά από πριν. Και για πρώτη φορά, η εικόνα του Λι Γουέν-Τσενγκ στο μυαλό του δεν ήταν απλώς ενός ονόματος. Ήταν ενός ανθρώπου που είχε επιβιώσει από κάτι που θα έπρεπε να έχει συμβεί. Και αυτό, αντί να μειώνει την οργή του, την έκανε πιο συγκεκριμένη. Πιο στοχευμένη.

   Ο  γραμματέας τον ρώτησε σχεδόν αδιάφορα:

   «Η μητέρα σου... εξακολουθεί να περιμένει τον πατέρα σου;»

   Ο Πενγκ Γιού έμεινε σιωπηλός.

   «Κάθε μέρα», απάντησε τελικά. «Ανάβει θυμίαμα για έναν άνθρωπο που ίσως να μη ζει πια. Και κάθε φορά που βλέπει στρατιώτη ή αξιωματούχο, θυμάται εκείνον που τον έστειλε μακριά.»

   Ο γραμματέας έγνεψε αργά.

   «Οι μητέρες δεν ξεχνούν ποτέ.»

   «Ούτε οι γιοι.»

   Η απάντηση βγήκε αυθόρμητα.

   Ο γραμματέας δεν χαμογέλασε. Μόνο κράτησε τη φράση μέσα του.

   Λίγες ημέρες αργότερα παρουσιάστηκε στο σπίτι του. Η μητέρα του Πενγκ Γιού άνοιξε την πόρτα με δυσπιστία. Τα ρούχα του επισκέπτη πρόδιδαν άνθρωπο της διοίκησης.

   Το πρόσωπό της σκλήρυνε αμέσως.

   «Δεν έχουμε φόρους να πληρώσουμε.»

  «Δεν ήρθα για φόρους.»

   «Τότε γιατί ήρθες;»

   Ο γραμματέας υποκλίθηκε.

   «Για να μιλήσω σε ανθρώπους που αδικήθηκαν.»

 Η γυναίκα έμεινε ακίνητη. Τον άφησε να περάσει. Το σπίτι ήταν φτωχικό. Δύο δωμάτια. Μια μικρή αυλή. Λίγα εργαλεία. Ένας οικογενειακός βωμός. Εκεί, ανάμεσα στα θυμιάματα, υπήρχε ακόμη η ξύλινη πινακίδα του πατέρα. Όχι ως νεκρού. Ως απόντος. Η γυναίκα δεν είχε δεχτεί ποτέ να τελεστεί επιμνημόσυνη τελετή.

    «Δεν είναι νεκρός», έλεγε. «Είναι φυλακισμένος από την αδικία.»

   Η κουβέντα κράτησε ώρα. Στην αρχή η γυναίκα μιλούσε ασταμάτητα. Θυμόταν κάθε λεπτομέρεια. Την ημέρα της σύλληψης. Τη φωνή των στρατιωτών. Τον φόβο. Το κλάμα του μικρού τότε Πενγκ Γιού.

   «Και ποιος υπέγραψε;»

    ρώτησε με πίκρα.

   «Ο Λι Γουέν-Τσενγκ.»

   Ο γραμματέας δεν τη διόρθωσε. Γνώριζε πως η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη.

Σε τέτοιες επιχειρήσεις οι αποφάσεις περνούσαν από πολλά χέρια. Ίσως ο Λι Γουέν-Τσενγκ να μην είχε γνωρίσει ποτέ προσωπικά τον άνδρα. Αυτό όμως δεν είχε πια σημασία. Η ιστορία που πίστευε αυτή η γυναίκα είχε γίνει αλήθεια μέσα στην ψυχή της. Και αυτή η αλήθεια αρκούσε.

   Όταν έφυγε από το σπίτι, είχε πλέον βεβαιωθεί. Ο Πενγκ Γιού δεν ήταν άνθρωπος που γεννήθηκε για να σκοτώνει. Ήταν όμως άνθρωπος που είχε μεγαλώσει μέσα στην αδικία. Και τέτοιοι άνθρωποι μπορούσαν να οδηγηθούν εκεί όπου μόνοι τους δεν θα πήγαιναν ποτέ.

   Οι εβδομάδες έγιναν μήνες. Ο γραμματέας δεν πίεζε. Δεν ανέφερε ποτέ τη λέξη «δολοφονία». Μιλούσε μόνο για δικαιοσύνη. Για χρέος προς την οικογένεια. Για τον γιο που όφειλε να αποκαταστήσει την τιμή του πατέρα του. Σε κάθε συνάντηση έριχνε έναν ακόμη σπόρο. Κάθε κουβέντα έσβηνε λίγη από τη διστακτικότητα του νεαρού.

   Μέχρι που, ένα απόγευμα, ο Πενγκ Γιού έκανε μόνος του την ερώτηση.

   «Αν ένας άνθρωπος έχει πραγματικά αδικήσει...»

   Σταμάτησε.

   «...υπάρχει τρόπος να πληρώσει;»

    Ο γραμματέας δεν απάντησε αμέσως. Άφησε τη σιωπή να μεγαλώσει. Έπειτα γύρισε αργά προς το μέρος του.

    «Υπάρχει.»

    «Ποιος;»

    Ο γραμματέας τον κοίταξε στα μάτια.

    «Εκείνος που έχει το θάρρος να κάνει αυτό που οι άλλοι φοβούνται.»

    Ο Πενγκ Γιού ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Για πρώτη φορά αντιλήφθηκε ότι όλες αυτές οι συναντήσεις δεν ήταν τυχαίες. Ο άγνωστος δεν τον είχε πλησιάσει επειδή τον λυπήθηκε. Τον είχε επιλέξει. Και ο δρόμος που άνοιγε μπροστά του δεν είχε πια επιστροφή.

 

 

η αναγνώριση

   Η άμαξα του γραμματέα Τσεν προχωρούσε αργά στον χωματόδρομο που έκοβε τα κτήματα του Λι Γουέν-Τσενγκ. Τα χωράφια απλώνονταν ήσυχα, καλοκαλλιεργημένα, με τα αυλάκια του νερού να αντανακλούν το φως του απογευματινού ήλιου. Από μακριά ακουγόταν μόνο το τρίξιμο των τροχών και το περιστασιακό κάλεσμα των εργατών.

   Ο γραμματέας είχε έρθει για μια από εκείνες τις επισκέψεις που δεν καταγράφονταν σε κανένα επίσημο κατάστιχο. Είχε μαζί του μικρά δώρα. Βότανα. Και λίγα ρούχα.

   «Από την αρχόντισσα Λι Σου-Γιάν», έλεγε πάντα. Και κανείς δεν ρωτούσε περισσότερο.

   Ο τραυματισμένος στρατιώτης, ο Χουά Τσιν, είχε πλέον αποσυρθεί από την πρώτη γραμμή. Το σώμα του είχε αντέξει αρκετές εκστρατείες, αλλά όχι όλες. Ζούσε σε μια μικρή κατοικία μέσα στα κτήματα, μαζί με τη γυναίκα του, τη Χουά Ζι-Γκιάο, η οποία είχε αναλάβει να τον φροντίζει και να τον στηρίζει στις πιο δύσκολες ημέρες. Η ζωή τους ήταν ήσυχη, σχεδόν αόρατη μέσα στη μεγάλη περιουσία του Λι Γουέν-Τσενγκ. Τελευταία είχε και παρέα το νέο φύλακα των κτημάτων, τον Γουέι Τζεν. Μια πυκνή γενειάδα κάλυπτε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Γουέι Τζεν. Κανείς δεν τον πρόσεχε ιδιαίτερα. Με δυσκολία θα τον ταύτιζε με τον σκληροτράχηλο αξιωματικό του Λιού Γιουάν. Και αυτό ήταν το καλύτερο μέρος της δουλειάς του.

   Μέχρι που εκείνο το απόγευμα εμφανίστηκε ο γραμματέας. Η άμαξα σταμάτησε, στάθηκε διακριτικά στο πλάι του δρόμου. Μέχρι που κατέβηκε ο γραμματέας. Ο Γουέι Τζεν σήκωσε το βλέμμα. Για μια στιγμή, τίποτα δεν κινήθηκε μέσα του. Ύστερα, σαν να άνοιξε μια παλιά, σκουριασμένη πόρτα στη μνήμη του. Τον αναγνώρισε. Όχι αμέσως με το όνομα. Αλλά με την αίσθηση. Ήταν άνθρωπος των Νότιων Μινγκ. Πριν από την εξέγερση του Ζιάο Σιεντζόνγκ, είχε περάσει από τη νότια Σετσουάν, συλλέγοντας φόρους για λογαριασμό της διοίκησης. Ήταν τότε και οι δύο πολύ νέοι. Και όμως, η μορφή του δεν είχε αλλάξει τόσο όσο θα περίμενε κανείς. Ιδίως εκείνο το βλέμμα. Το βλέμμα που δεν κρατούσε ποτέ για πολύ τα μάτια του άλλου. Που πάντα γλιστρούσε προς τα ρούχα, την κίνηση, τις λεπτομέρειες. Σαν να διάβαζε τους ανθρώπους χωρίς να τους κοιτάζει πραγματικά. Και κυρίως… η φωνή. Η φωνή ήταν ίδια. Ήρεμη. Σχεδόν υπνωτιστική. Χαμηλή, σταθερή, χωρίς εξάρσεις. Μια φωνή που δεν υψωνόταν ούτε όταν ο τόνος της συνομιλίας το απαιτούσε. Μια φωνή που έδινε την εντύπωση ότι τίποτα δεν την ταρακούναγε πραγματικά.

   Ο γραμματέας πλησίασε τον Χουά Τσιν.

   «Πώς είναι το πόδι ;» ρώτησε απαλά.

   Ο τραυματισμένος στρατιώτης χαμογέλασε αχνά.

   «Καλύτερα. Ο μεγάλος πόνος έχει περάσει. Ξανάρχεται που και που, αλλά όχι όπως πριν.»

   Ο γραμματέας έγνεψε.

   «Η υπομονή είναι επίσης μορφή ανδρείας.»

Έδωσε τα δώρα που είχε φέρει.

Ο Χουά Ζι-Γκιάο υποκλίθηκε βαθιά.

«Η κυρία Λι… δεν μας ξεχνά.»

«Η κυρία Λι δεν ξεχνά κανέναν που έχει υπηρετήσει τον οίκο», απάντησε εκείνος.

   Το  ξύλινο πρόθεμα χτυπούσε απαλά στο πλακόστρωτο κάθε φορά που μετακινούνταν, ένα ρυθμικό, άχαρο “τακ” που γέμιζε τη μικρή αυλή του σπιτιού του. Είχε επιστρέψει από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Λι Γουέν-Τσενγκ ως άλλος άνθρωπος — ή μάλλον ως μισός άνθρωπος, όπως έλεγε η γυναίκα του, η Χουά Ζι-Γκιάο, όταν πίστευε πως δεν την άκουγε κανείς.

    Ο γραμματέας ερχόταν συχνά. Όχι επίσημα. Όχι με τρόπο που να τραβάει προσοχή. Πάντα με το ίδιο πρόσχημα: “να δει πώς είναι ο παλιός στρατιώτης”, “να φέρει λίγα δώρα εκ μέρους της κυρίας Λι Σου-Γιάν”. Η τελευταία φράση άνοιγε πόρτες. Η Λι Σου-Γιάν είχε γίνει πια η πραγματική ραχοκοκαλιά του οίκου, και ακόμη και οι πληγωμένοι άνδρες του στρατού του Λι Γουέν-Τσενγκ θεωρούσαν τιμή το ότι δεν τους είχε ξεχάσει.

    Μα ο γραμματέας δεν ερχόταν για την τιμή. Ερχόταν για τις ιστορίες. Καθόταν χαμηλά, σχεδόν ταπεινά, δίπλα στον Χουά Τσιν, άφηνε το βλέμμα του να φαίνεται άδειο από στρατιωτική κατανόηση και ρωτούσε απλά πράγματα.

    «Και μετά; Πόσοι άνδρες ήταν;»

   «Και πώς έπεσαν οι ορεινοί;»

   «Δεν ήταν επικίνδυνο να προχωρήσετε νύχτα;»

   Ο Χουά Τσιν, κουρασμένος και πικραμένος, απαντούσε. Κι όσο μιλούσε, τόσο ο γραμματέας έγερνε ελαφρά το κεφάλι, σαν να άκουγε απλώς ένα οικογενειακό παραμύθι. Μα μέσα του, δεν έχανε ούτε λέξη.

   Ο Γουέι Τζεν στεκόταν λίγο πιο πέρα, στην άκρη της αυλής, τώρα πια φύλακας των κτημάτων του Λι Γουέν-Τσενγκ. Η γενειάδα του τον είχε αλλάξει. Το πρόσωπό του είχε σκληρύνει από τον χρόνο και τη σιωπή. Κανείς δεν θα αναγνώριζε τον νεαρό άνδρα που κάποτε κινούνταν ανάμεσα σε στρατιωτικές μονάδες και διοικητικά καταλόγια. Τώρα έμοιαζε με άνθρωπο που είχε επιλέξει να ξεχαστεί.

   Όμως εκείνη τη μέρα, καθώς ο γραμματέας πέρασε την πύλη, κάτι μέσα του κινήθηκε. Το βλέμμα. εκείνο το βλέμμα που δεν σταματούσε ποτέ στα μάτια του άλλου. Που έγερνε πάντα λίγο προς τα ρούχα, προς τις κινήσεις των χεριών, προς τα αντικείμενα στο περιθώριο. Και η φωνή. Ήρεμη. Σχεδόν υπνωτιστική. Χωρίς αιχμές, χωρίς ένταση, ακόμα κι όταν οι λέξεις έκρυβαν παρατήρηση ή πίεση. Μια φωνή που δεν απαιτούσε ποτέ να ακουστεί — απλώς έμπαινε μέσα σου χωρίς να το καταλάβεις.

    Ο Γουέι Τζεν ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Τον ήξερε. Πριν από χρόνια. Πριν από τις εξεγέρσεις, πριν από τις εκκαθαρίσεις, πριν από τα νέα ονόματα που σκέπασαν τα παλιά. Ήταν τότε που ακόμη υπήρχαν οι “Νότιοι Μινγκ” στα λόγια των ανθρώπων, σαν σκιά που δεν είχε ξεθωριάσει πλήρως από την αλλαγή των δυναστειών. Ο γραμματέας τότε ήταν νεότερος, αλλά ήδη είχε το ίδιο ύφος: ένας άνθρωπος που δεν έμοιαζε ποτέ να συμμετέχει, μόνο να παρατηρεί.

    Και τώρα ήταν εδώ. Δίπλα στον τραυματισμένο στρατιώτη. Ο Χουά Τσιν είχε γίνει πια σχεδόν μόνιμο σημείο επίσκεψης. Ο γραμματέας ερχόταν και έφερνε μικρά δώρα, φαγητά, ρούχα, “εκ μέρους της Λι Σου-Γιάν”. Εκείνη, όπως έλεγε, θεωρούσε χρέος της να μην εγκαταλείπει τους άνδρες του οίκου της όταν αυτοί δεν μπορούσαν να υπηρετήσουν πια. Και αυτό του έδινε πρόσβαση. Σε όλους.

   Ο Γουέι Τζεν παρακολουθούσε καθώς ο γραμματέας κάθισε, έσκυψε ελαφρά προς τον Χουά Τσιν και άφησε τη φωνή του να κυλήσει.

   «Πρέπει να ήταν δύσκολο… να χάσεις τόσους άνδρες μέσα στη νύχτα.»

   Ο Χουά Τσιν απαντούσε. Κάθε απάντηση ήταν μια μικρή παράδοση εμπειρίας. Κάθε εμπειρία, για τον γραμματέα, γινόταν σημείωση μέσα στο μυαλό του.

   Και όταν ο στρατιώτης κουράστηκε, ο γραμματέας χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο ήρεμο, σχεδόν συμπονετικό. Αλλά ο Γουέι Τζεν το ήξερε πια. Δεν ήταν συμπόνια. Ήταν συλλογή.

   Ο γραμματέας σηκώθηκε λίγο αργότερα και πλησίασε τη Χουά Ζι-Γκιάο, που στεκόταν στην είσοδο του σπιτιού. Της μίλησε με την ίδια γλυκιά, σταθερή φωνή. Τη ρώτησε για την υγεία του άντρα της, για το πώς ζουν τώρα, για το αν τους λείπει κάτι. Και εκείνη, ευγνώμων για την προσοχή, απαντούσε ανοιχτά. Πολύ ανοιχτά.

    Ο Γουέι Τζεν έσφιξε τα δάχτυλά του. Είχε δει πολλούς ανθρώπους να παριστάνουν τους απλούς. Είχε δει πολλούς να “δεν καταλαβαίνουν από στρατιωτικά”, ενώ στην πραγματικότητα ζύγιζαν κάθε λέξη σαν ζυγαριά ακριβείας. Αλλά αυτός εδώ δεν ήταν απλός πληροφοριοδότης. Ήταν κάτι πιο επικίνδυνο. Ήταν άνθρωπος που έκανε τους άλλους να θέλουν να μιλήσουν.

    Και όταν ετοιμάστηκε να φύγει, ο γραμματέας πέρασε μπροστά από τον Γουέι Τζεν. Για μια στιγμή, το βλέμμα του σταμάτησε πάνω του. Όχι πολύ.

   Αλλά όταν ο γραμματέας απομακρύνθηκε, ο πρώην άνδρας των εκστρατειών έμεινε ακίνητος. Γιατί τώρα ήταν σίγουρος. Ο άνθρωπος αυτός δεν ερχόταν απλώς να δει τραυματίες. Ερχόταν να χαρτογραφήσει έναν στρατό που ακόμη δεν είχε ονοματιστεί επίσημα.

    Ο Γουέι Τζεν έμεινε λίγο σιωπηλός μετά την αποχώρηση του γραμματέα. Η παρουσία του έμοιαζε ακόμη να αιωρείται στην αυλή, σαν κάτι που δεν έφευγε εύκολα από τον χώρο — ούτε από τη σκέψη.

    Γύρισε προς τον Χουά Τσιν και τη Χουά Ζι-Γκιάο.

   «Τον γνωρίζετε καλά;» ρώτησε ήρεμα.

   Ο τραυματισμένος στρατιώτης ακούμπησε το ξύλινο πόδι του και έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό, περισσότερο από κόπωση παρά από πόνο.

   «Καλός άνθρωπος», είπε χωρίς δισταγμό. «Αυτός ο γραμματέας… πάντα συμπαραστέκεται σε όσους έχουν ανάγκη.»

    Η γυναίκα του κούνησε το κεφάλι της επιβεβαιωτικά.

   «Ναι. Δεν το κάνει μόνο από εντολή της αρχόντισσας. Το βλέπεις ότι κάθεται, μιλάει μαζί σου. Σε ακούει. Δεν βιάζεται ποτέ.»

    Ο Χουά Τσιν συνέχισε, με μια μικρή υπερηφάνεια στη φωνή του:

   «Και δεν είναι μόνο εδώ. Πηγαίνει σε όλους. Στους παλαίμαχους, στους νεοσύλλεκτους… ακόμα και σε όσους μόλις γύρισαν από τις εκκαθαρίσεις. Ρωτάει, ακούει, συμβουλεύει.»

   Η Χουά Ζι-Γκιάο τον διέκοψε, σχεδόν αυθόρμητα:

   «Και όταν τους βρίσκει μόνους τους, τους ρωτά και για τις κοπέλες στις περιοχές των εκκαθαρίσεων.»

    Ένα μικρό χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό της, αλλά δεν είχε τίποτα το ελαφρύ μέσα του.

    «Έλα, πες τα, μην ντρέπεσαι», πρόσθεσε, κοιτάζοντας τον άντρα της.

   Ο Χουά Τσιν έσφιξε τα χείλη.

   «Εγώ τι να πω… παντρεμένος άνθρωπος ήμουν», μουρμούρισε. «Δεν ανακατεύτηκα.»

    Η γυναίκα του τον κοίταξε πλάγια.

    «Ελπίζω να μην τιμωρήθηκες για καμιά άπορη και ορφανή κοπέλα», είπε χαμηλόφωνα. «Όλα εδώ πληρώνονται.»

    Η φράση έμεινε για λίγο στον αέρα, πιο βαριά απ’ όσο έμοιαζε.

   Ο Γουέι Τζεν δεν σχολίασε. Μόνο παρατήρησε.

  «Από το Λο Τζιάνγκ είναι;» ρώτησε τελικά.

   Ο Χουά Τσιν κούνησε το κεφάλι.

   «Όχι. Ήρθε πριν χρόνια.»

    «Κανείς δεν ξέρει από πού ακριβώς», πρόσθεσε η Χουά Ζι-Γκιάο. «Άλλοι λένε πως αυτομόλησε από τον στρατό του Ζιάο Σιεντζόνγκ, άλλοι πως κρυβόταν από τους Μινγκ. Τότε ήταν άλλες εποχές… κανείς δεν ρωτούσε πολλά.»

   Ο Χουά Τσιν συμπλήρωσε:

    «Πάντως γρήγορα έγινε βοηθός του άρχοντα Γουάνγκ Τσε-Λιν.»

   Ο Γουέι Τζεν έγνεψε αργά.

   «Και είναι παντρεμένος;»

   Η ερώτηση ήρθε σχεδόν ουδέτερα, αλλά το βλέμμα του έμεινε λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν πάνω τους.

   Ο Χουά Τσιν απάντησε:

   «Όχι. Είναι χήρος.»

   Η Χουά Ζι-Γκιάο έγειρε λίγο μπροστά, σαν να θυμόταν κάτι που είχε ειπωθεί πολλές φορές στις αυλές.

    «Του είχαν προξενέψει κάποτε μια καλή κοπέλα», είπε. «Ήταν χήρα κι εκείνη. Είχε χάσει τον άντρα της… αλλά είχε παιδιά.»

    Ο άντρας της κούνησε το κεφάλι.

   «Δεν δέχθηκε.»

  «Είπε πως δεν θα ταίριαζε στη ζωή του», συνέχισε εκείνη. «Ή κάτι τέτοιο. Δεν τον πίεσαν.»

     Ο Γουέι Τζεν δεν μιλούσε. Η εικόνα του γραμματέα επέστρεφε ξανά: η ήρεμη φωνή, το χαμηλό βλέμμα, οι ερωτήσεις που έμοιαζαν απλές αλλά έσκαβαν βαθύτερα από όσο θα έπρεπε.

   «Μιλάει πολύ με τους στρατιώτες…» είπε τελικά ο Γουέι Τζεν, περισσότερο στον εαυτό του παρά στους άλλους.

   Ο Χουά Τσιν γέλασε αχνά.

   «Όχι σαν αξιωματικός. Σαν φίλος. Και οι άλλοι του ανοίγονται εύκολα.»

   «Αυτό είναι το περίεργο», πρόσθεσε η Χουά Ζι-Γκιάο. «Δεν φοβούνται να του πουν πράγματα.»

    Ο Γουέι Τζεν έγειρε το κεφάλι.

    «Ίσως γιατί νομίζουν πως δεν καταλαβαίνει.»

   Ο Χουά Τσιν τον κοίταξε απορημένος.

   «Ε, δεν καταλαβαίνει από στρατιωτικά», είπε απλά.

    Ο Γουέι Τζεν δεν απάντησε. Γιατί αυτό ήταν ακριβώς που τον ανησυχούσε. Οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι δεν ήταν αυτοί που έδειχναν πως ξέρουν. Αλλά αυτοί που άφηναν τους άλλους να νομίζουν πως δεν ξέρουν τίποτα.

 

 

το σχέδιο

    Ο γραμματέας δεν βιαζόταν ποτέ να “βρει” τον Λι Γουέν-Τσενγκ. Αυτό θα ήταν το λάθος ενός απλού ανθρώπου: να κυνηγήσει τον στόχο κατευθείαν. Αντί γι’ αυτό, είχε ήδη αρχίσει να χτίζει κάτι πιο σταθερό και πολύ πιο χρήσιμο: ένα δίκτυο που θα έφερνε τον Λι μόνο του στο φως, όταν θα έρθει η στιγμή που δεν θα μπορεί πια να κρυφτεί.

Το σχέδιό του είχε τρία στρώματα, απλά στην όψη, σχεδόν αθώα.

Το πρώτο ήταν οι άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα να κρύψουν. Οι τραυματίες, οι παλαίμαχοι, οι νεοσύλλεκτοι. Άνθρωποι όπως ο Χουά Τσιν. Δεν είχαν μυστικά, μόνο εμπειρίες. Κι όμως, μέσα στις εμπειρίες τους υπήρχαν οι κινήσεις των μονάδων, οι μετακινήσεις, τα ονόματα διοικητών, οι στιγμές αδυναμίας του στρατού. Ο γραμματέας δεν ρωτούσε ποτέ “ποιος έδωσε διαταγή”. Ρωτούσε “πότε έγινε αυτό” και “ποιος ήταν εκεί”. Έτσι, κομμάτι-κομμάτι, σχημάτιζε έναν χάρτη που κανείς από τους αφηγητές δεν αντιλαμβανόταν ότι σχεδιάζει.

   Το δεύτερο ήταν οι σχέσεις γύρω από τον Λι Γουέν-Τσενγκ. Δεν χρειαζόταν να τον πλησιάσει άμεσα. Χρειαζόταν να πλησιάσει όσους ζούσαν γύρω του: υπασπιστές, φύλακες, γραμματείς, ακόμη και οικιακούς ανθρώπους των κτημάτων. Κάθε ένας από αυτούς είχε πρόσβαση σε μια μικρή ρωγμή της καθημερινότητάς του. Πότε ταξιδεύει. Πότε απομονώνεται. Πότε θυμώνει. Πότε λείπουν οι φρουροί του. Και κυρίως: πότε αισθάνεται ασφαλής. Ο γραμματέας ήξερε ότι οι άνθρωποι δεν σκοτώνονται στις στιγμές κινδύνου, αλλά στις στιγμές χαλάρωσης.

   Το τρίτο ήταν το πιο λεπτό. Η Λι Σου-Γιάν. Όχι ως στόχος. Ως άξονας. Ο γραμματέας την σεβόταν πραγματικά — ή τουλάχιστον είχε μάθει να δείχνει σεβασμό με τρόπο πειστικό. Ήξερε ότι εκείνη δεν ήταν απλώς “η σύζυγος του άρχοντα”, αλλά το κέντρο της ισορροπίας ολόκληρου του οίκου. Ό,τι περνούσε από εκείνη είχε βαρύτητα. Ό,τι ενίσχυε εκείνη γινόταν νόμος χωρίς να γραφτεί.

   Γι’ αυτό και της έφερνε χρήσιμες πληροφορίες, μικρές ειδήσεις, λεπτομέρειες που έδειχναν φροντίδα για τους γιους της και τους άνδρες του οίκου. Δεν την χειραγωγούσε με βία ή πίεση. Την “χρησίμευε”, όπως θα το έλεγε κάποιος ψυχρός παρατηρητής: της έδινε την αίσθηση ότι ο ίδιος ήταν προέκταση της φροντίδας της. Και μέσα από αυτή την εμπιστοσύνη, του άνοιγαν πόρτες που δεν θα άνοιγαν ποτέ σε έναν ξένο.

   Αυτό ήταν το πραγματικό σχέδιο. Να εντοπίσει τις διαδρομές του Γουέν-Τσενγκ, τις αδυναμίες του συστήματος γύρω του, τις ρωγμές στην ασφάλειά του. Και όταν όλα αυτά θα είχαν χαρτογραφηθεί, ο ίδιος ο Λι θα γινόταν απλώς το τελευταίο κομμάτι ενός παζλ που ήδη θα είχε ολοκληρωθεί.

   Το πιο επικίνδυνο όμως δεν ήταν αυτό. Ήταν ότι ο γραμματέας δεν έδειχνε ποτέ πως πλησιάζει κάτι τέτοιο. Στα μάτια όλων ήταν απλώς ένας άνθρωπος που ακούει. Ένας ευγενικός μεσάζων της Λι Σου-Γιάν. Ένας χήρος χωρίς φιλοδοξίες. Κάποιος που “δεν καταλαβαίνει από στρατιωτικά”. Κι αυτό ακριβώς ήταν που έκανε το σχέδιό του σχεδόν αόρατο: δεν έμοιαζε με σχέδιο.

Έμοιαζε με φροντίδα.

   Ο γραμματέας είχε μάθει κάτι που δεν γραφόταν ποτέ σε επίσημες αναφορές, αλλά κυκλοφορούσε σαν ψίθυρος στα στρατιωτικά περάσματα: ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ήταν άνθρωπος εύκολα προβλέψιμος στη μάχη, αλλά στις προσωπικές του επιθυμίες είχε κάποια σημεία εύκολα να διαβαστούν, τις νεαρές γυναίκες.  Κι αυτό, για κάποιον σαν τον γραμματέα, ήταν πιο πολύτιμο από κάθε στρατιωτικό σχέδιο. Έψαχνε το σημείο όπου ο Λι έπαυε να είναι πολέμαρχος και γινόταν απλός άντρας.

   Οι πληροφορίες ήρθαν όπως πάντα: όχι από μία πηγή, αλλά από πολλές μικρές ρωγμές.

    Ο Χουά Τσιν είχε μιλήσει για τις εκστρατείες. Άλλος παλαίμαχος είχε αφήσει να εννοηθεί ότι “ο άρχοντας δεν είναι αδιάφορος στις νεαρές κοπέλες, απλώς το κρύβει όταν βρίσκεται στο στρατό”. Ένας τρίτος είχε γελάσει πικρά, λέγοντας πως “υπάρχουν περιοχές όπου η πειθαρχία λυγίζει πιο εύκολα και ας φαίνεται ότι  είναι από  σίδερο”.

    Ο γραμματέας δεν ρώταγε ποτέ ευθέως. Άφηνε τις φράσεις να πέφτουν μόνες τους, σαν στάλες νερού σε πέτρα. Και κάπου εκεί εμφανίστηκε ένα όνομα: Λούο Τζινγκ. Δεν ήταν σημαντικό από μόνο του. Μια νεαρή γυναίκα που μετά από μια  σύντομη σχέση με τον Γουέν-Τσενγκ σε κάποια εκστρατεία, είχε κουραστεί να τον περιμένει να επιστρέψει και είχε συνδεθεί μετά με έναν αξιωματικό. Μια γυναίκα που δεν ανήκε πια σε κανέναν. Ο άντρας που την προστάτευε είχε κατηγορηθεί για κατάχρηση χρημάτων. Πάντα οι ωραίες γυναίκες έχουν έξοδα. Δώρα που δεν μπορούν να καλυφθούν από την οικονομική δυνατότητα ενός υπαλλήλου.  

    Η δυσμενής μετάθεσή του στρατιωτικού τον έστειλε στη Γιουνάν, στις μακρινές συνοριακές διοικήσεις του νοτιοδυτικού άκρου της αυτοκρατορίας, όπου οι αξιωματικοί δεν υπηρετούσαν· εξορίζονταν. Η Λούο Τζινγκ δεν τον ακολούθησε. Δεν είχε λόγο να χαθεί μαζί του σε μια απομονωμένη επαρχία, όπου η ομορφιά της θα έσβηνε χωρίς μάρτυρες και χωρίς ανταμοιβή.

   Ο γραμματέας το έμαθε σχεδόν τυχαία, από μια συζήτηση δύο στρατιωτικών που μιλούσαν κάπως απερίσκεται,  ελαφρώς μεγαλόφωνα, νομίζοντας ίσως ότι κανείς δεν τους άκουγε ή ελπίζοντας ότι  κάποιος μπορεί και να άκουγε. Κι εκεί σταμάτησε για πρώτη φορά να συλλέγει απλώς πληροφορίες.

   Άρχισε να βλέπει διαδρομές. Η ιδέα του δεν ήταν άμεση. Δεν ήταν ωμή. Ήταν υπολογισμένη. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, όπως κάθε άντρας με εξουσία που ζει χρόνια μέσα στη βία και την πειθαρχία, δεν κινούνταν μόνο από καθήκον. Υπήρχε πάντα ένα σημείο όπου η αυστηρότητα χαλάρωνε — όχι στην αυλή, όχι μπροστά στους αξιωματικούς, αλλά σε απομονωμένες στιγμές, σε μικρές “εξόδους” από τον ρόλο του.

    Εκεί ακριβώς στόχευε ο γραμματέας. Ένας ασφαλής, διακριτικός τόπος. Μακριά από το κέντρο του οίκου των Λι. Όχι δημόσιος, όχι επικίνδυνος, αλλά αρκετά απομονωμένος ώστε να μη σηκώνει υποψίες.

    Ένα μέρος όπου ο πολέμαρχος θα μπορούσε να συναντήσει ξανά αυτό που είχε αφήσει πίσω του χωρίς να το παραδεχτεί. Και η Λούο Τζινγκ μπορούσε να γίνει το “κλειδί”. Όχι γιατί την θεωρούσε κεντρική φιγούρα. Αλλά γιατί αντιπροσώπευε κάτι πιο απλό: τη συνέχεια μιας συνήθειας που δεν είχε σβήσει.

    Ο γραμματέας έβλεπε τον ερωτισμό ως είσοδο.

Ένα σημείο όπου η προσοχή ενός άντρα χαλαρώνει, οι άμυνες πέφτουν, και οι αποφάσεις δεν περνούν πια από τη λογική αλλά από την ανάγκη.

   Η Λούο Τζινγκ είχε μείνει χωρίς προστάτη. Χωρίς σταθερότητα. Ήταν διαθέσιμη. Ο γραμματέας έγνεψε μόνος του, σαν να επιβεβαιωνόταν ένας υπολογισμός. Τώρα το σχέδιο είχε μορφή. Αρκούσε να δημιουργήσει τις συνθήκες όπου ο Λι Γουέν-Τσενγκ θα πίστευε ότι η επιλογή ήταν δική του. Και όταν ένας άντρας με εξουσία πιστεύει ότι επιλέγει ελεύθερα, τότε είναι πιο εύκολο να τον οδηγήσεις απ’ ό,τι αν τον δέσεις.

   Ο γραμματέας έκλεισε τα μάτια για λίγο, σαν να τακτοποιούσε μέσα του τα επόμενα βήματα. Έψαχνε το άνοιγμα. Και τώρα το είχε βρει.

 

 

η προσέγγιση της Λούο Τζινγκ

    Ο άνθρωπος του γραμματέα έφτασε στην Τσενγκντόνγκ χωρίς να τραβήξει προσοχή. Η πόλη ήταν γεμάτη στρατιωτικές μετακινήσεις εκείνη την περίοδο, και κανείς δεν παραξενευόταν για έναν ακόμη άνδρα που περιφερόταν κοντά στα στρατόπεδα, παρατηρώντας, ρωτώντας χαμηλόφωνα, περιμένοντας τη σωστή στιγμή. Η Λούο Τζινγκ δεν ήταν δύσκολο να εντοπιστεί. Δεν είχε αποσυρθεί σε κάποιο ήσυχο σπίτι, ούτε είχε χαθεί μέσα σε προστατευμένα δίκτυα. Παρέμενε εκεί που ήξερε να κινείται καλύτερα: στις παρυφές των στρατιωτικών καταυλισμών, εκεί όπου οι άντρες έρχονταν και έφευγαν, και οι υποσχέσεις κρατούσαν όσο ένα βράδυ.

    Τη βρήκε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Και δεν της μίλησε ως ξένος. Της μίλησε ως άνθρωπος “δικός τους”. Της άφησε πρώτα να δει το πουγγί. Βαρύ. Γεμάτο. Όχι συμβολικό, αλλά καθαρά πρακτικό. Τα μισά χρήματα τώρα, της είπε. Τα υπόλοιπα όταν ολοκληρωθεί η συμφωνία.

    Η Λούο Τζινγκ δεν άγγιξε αμέσως το πουγγί. Το κοίταξε μόνο. Ο άνδρας του γραμματέα δεν βιάστηκε να μιλήσει. Κάθισε απέναντί της, σαν να επρόκειτο για απλή συνομιλία ανάμεσα σε ανθρώπους που καταλαβαίνουν τους ίδιους κανόνες.

    «Είμαστε άνθρωποι του πολέμαρχου Λι Γουέν-Τσενγκ», της είπε χαμηλά. «Και θέλουμε να του κάνουμε μια έκπληξη. Να τον τιμήσουμε για την εκστρατεία στην Τσενγκντόνγκ.»

   Το όνομα του Λι άλλαξε κάτι στο βλέμμα της, ανεπαίσθητα. Όχι φόβο. Ενδιαφέρον. Ο άνδρας συνέχισε ήρεμα.

    «Αυτή την εποχή… είναι μόνος του. Θα έρθεις μαζί μας στο Λο Τζιάνγκ και θα ζητήσεις συνάντηση.»

   Έκανε παύση.

   «Εκεί που θα σου πούμε, θα τον περιμένεις.»

   Η Λούο Τζινγκ τον κοίταξε τώρα πιο σταθερά. Ο άνδρας δεν χαμήλωσε το βλέμμα. Δεν της ζητούσε πίστη. Της προσέφερε επιλογή, αλλά μέσα σε ένα πλαίσιο ήδη κλειστό.

   «Στο χέρι σου είναι να τον κάνεις και πάλι δικό σου», πρόσθεσε ήρεμα. «Εμείς αναλαμβάνουμε μόνο να σε πάμε και να σε επιστρέψουμε.»

   Για πρώτη φορά, το πουγγί δεν ήταν το πραγματικό βάρος της πρότασης. Το βάρος ήταν η ιδέα. Ότι ο Λι Γουέν-Τσενγκ μπορούσε να “ανοίξει” ξανά σε κάτι που είχε μείνει μισοτελειωμένο. Ότι η απόσταση δεν είχε σβήσει τη μνήμη. Ότι μια συνάντηση, σε κατάλληλο τόπο και χρόνο, μπορούσε να μετατρέψει μια παλιά υπόθεση σε νέα ευκαιρία. Η Λούο Τζινγκ αργά έγειρε το κεφάλι της. Δεν είπε ναι. Δεν είπε όχι. Αλλά το χέρι της πλησίασε το πουγγί. Και αυτό, για τον άνθρωπο του γραμματέα, ήταν αρκετό.

    «Αύριο φεύγουμε για το Λο Τζιάνγκ» της είπε μόνο. Όταν έφυγε, δεν γύρισε πίσω να την κοιτάξει.

   Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω του, η Λούο Τζινγκ έμεινε για ώρα ακίνητη. Το βλέμμα της στάθηκε στο βαρύ πουγγί, μα ο νους της βρισκόταν αλλού.

   Θα τον ξανάβλεπε. Άραγε θα τη θυμόταν όπως ήταν τότε στην Τσενγκντόνγκ; Ή θα θυμόταν μόνο πως του είχε υποσχεθεί ότι θα τον περίμενε και πως δεν κράτησε τον λόγο της; Δεν αισθανόταν πως τον είχε προδώσει. Εκείνος έφυγε χωρίς να ξέρει αν θα επέστρεφε ποτέ. Οι πόλεμοι δεν έδιναν υποσχέσεις σε κανέναν. Εκείνη έμεινε μόνη, όπως μένουν πάντα οι γυναίκες όταν οι στρατοί φεύγουν.

   Ύστερα γνώρισε τον αξιωματικό Ταν Γκουάνγκ. Ήταν νέος, πρόθυμος να αποδείξει την αξία του και περισσότερο γενναιόδωρος απ' όσο του επέτρεπε ο μισθός του. Δεν του είχε ζητήσει ποτέ πολυτέλειες. Του είχε πει πολλές φορές πως μπορούσε να περιμένει, πως δεν χρειαζόταν να της αγοράζει δώρα κάθε τόσο. Εκείνος όμως έμοιαζε να βιάζεται, σαν να ήθελε να σβήσει από πάνω της κάθε ίχνος του ανθρώπου που είχε προηγηθεί.

    Το θυμήθηκε καθαρά. Της είχε χαρίσει ένα ακριβό περιδέραιο και, μόλις το φόρεσε, της είχε πει σχεδόν με πείσμα: «Αυτό θα φοράς τώρα. Εκείνο που σου χάρισε ο πολέμαρχος δεν θα το ξαναφορέσεις.»

   Εκείνη είχε χαμογελάσει χωρίς να απαντήσει. Δεν ήταν δική της ευθύνη αν εκείνος ξόδευε περισσότερα απ' όσα μπορούσε. Δεν ήταν εκείνη που καταχράστηκε χρήματα. Ούτε εκείνη που τον οδήγησε στη δυσμένεια και στη μετάθεση στη μακρινή Γιουνάν. Τώρα όμως όλα αυτά ανήκαν στο παρελθόν. Ένα άλλο ερώτημα στεκόταν μπροστά της.

Θα μπορούσε να τον γοητεύσει ξανά;

   Στην Τσενγκντόνγκ ήταν εύκολο. Οι εκστρατείες άλλαζαν τους ανθρώπους. Μακριά από τα σπίτια τους, τις γυναίκες τους και τα βλέμματα όσων τους γνώριζαν, οι άντρες ζούσαν σαν να τους είχε δοθεί μια δεύτερη ζωή. Κανείς δεν ρωτούσε πολλά. Κανείς δεν αναζητούσε εξηγήσεις. Ο πόλεμος σκέπαζε τα πάντα. Το Λο Τζιάνγκ όμως δεν ήταν στρατόπεδο. Εκεί ο Λι Γουέν-Τσενγκ βρισκόταν στον τόπο του. Ανάμεσα στους ανθρώπους του. Εκεί ίσως να μην ήταν ο ίδιος άντρας που είχε γνωρίσει τότε. Ίσως να είχε γίνει πιο προσεκτικός. Ίσως πιο ψυχρός. Ίσως να μην τη συγχωρούσε ποτέ.

   Κι όμως, καθώς άγγιξε τελικά το πουγγί, μια σκέψη γεννήθηκε σχεδόν ακούσια.

   Αν δέχθηκε μία φορά να με κοιτάξει, ίσως μπορέσω να τον κάνω να με κοιτάξει και δεύτερη.

Έσφιξε τα δάχτυλά της γύρω από το δέρμα του πουγγιού. Αύριο θα άφηνε πίσω της την Τσενγκντόνγκ. Και ίσως, χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, να άφηνε πίσω της και την παλιά της ζωή.

   Η φράση του άγνωστου άνδρα γύριζε ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό της.

«Αυτή την εποχή... είναι μόνος του.»

   Μόνος. Αν ήταν πράγματι μόνος, γιατί να μην μπορούσε να τον κερδίσει ξανά;

   Θυμήθηκε την πρώτη εκείνη νύχτα στην Τσενγκντόνγκ. Δεν είχε χρειαστεί να πει πολλά. Είχε αφήσει τον χιτώνα της να γλιστρήσει αργά από τους ώμους της και να πέσει στο χώμα της σκηνής. Είχε δει το βλέμμα του να σταματά επάνω της για μια μόνο στιγμή· αρκετή όμως για να καταλάβει ότι ο πολέμαρχος, όσο πειθαρχημένος κι αν ήταν, παρέμενε άνθρωπος.

   Το σώμα της δεν είχε αλλάξει. Και είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που ένιωσε πάνω του το άγγιγμα ενός άνδρα. Της έλειπε όχι μόνο η ασφάλεια που μπορούσε να προσφέρει ένας ισχυρός προστάτης, αλλά και η αίσθηση ότι κάποιος την ποθούσε πραγματικά.

    Ίσως να μη ζητούσε πολλά. Δεν ονειρευόταν να γίνει η γυναίκα του ούτε να ζήσει κάτω από την ίδια στέγη. Ήξερε πως η ζωή των ισχυρών δεν λειτουργούσε έτσι. Ένα μικρό σπίτι κοντά του θα της αρκούσε. Ένα σπίτι όπου θα μπορούσε να την επισκέπτεται όταν το επέτρεπαν οι υποχρεώσεις του. Ένας τόπος που δεν θα ανήκε ούτε ολοκληρωτικά σ' εκείνον ούτε σ' εκείνη, αλλά στις ώρες που θα μοιράζονταν.

   Κι αν ερχόταν πάλι κάποια εκστρατεία...

Ίσως να την έπαιρνε μαζί του, διακριτικά, όπως είχε συμβεί άλλοτε με γυναίκες που ακολουθούσαν τους στρατούς χωρίς να καταγράφονται σε κανένα κατάστιχο. Μακριά από τα βλέμματα της καθημερινότητας, οι άνθρωποι γίνονταν διαφορετικοί. Ο πόλεμος έδινε άλλο μέτρο στον χρόνο, στις επιθυμίες και στις υποσχέσεις.

   Σηκώθηκε αργά και πλησίασε στο μικρό ξύλινο κιβώτιο όπου φύλαγε όσα θεωρούσε πολύτιμα. Το άνοιξε προσεκτικά. Εκεί βρισκόταν ακόμη το περιδέραιο που της είχε χαρίσει ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Το πήρε στα χέρια της. Τα δάχτυλά της χάιδεψαν για λίγο το μέταλλο, σαν να αναζητούσαν μέσα του μια ανάμνηση που δεν είχε σβήσει. Ο Ταν Γκουανγκ είχε θελήσει κάποτε να το αντικαταστήσει. Να της φορέσει ένα άλλο, λες και ένα νέο κόσμημα μπορούσε να διαγράψει το παλιό. Δεν το είχε πετύχει. Η Λούο Τζινγκ πέρασε αργά το περιδέραιο γύρω από τον λαιμό της και το στερέωσε. Έπειτα στάθηκε μπροστά στον χάλκινο καθρέφτη. Το άγγιξε απαλά.

Με αυτό θα με δει πρώτα, σκέφτηκε.

Αν θυμάται ακόμη εκείνη τη νύχτα, θα θυμηθεί και το δώρο του.

   Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Δεν ήξερε αν εκείνος θα τη συγχωρούσε. Δεν ήξερε αν θα την επιθυμούσε ξανά. Ήξερε μόνο πως, όταν θα ερχόταν η ώρα της συνάντησής τους, δεν ήθελε να παρουσιαστεί ως μια γυναίκα του πλήθους. Ήθελε να εμφανιστεί όπως είχε μείνει στη μνήμη του: όμορφη, σίγουρη για τον εαυτό της και έτοιμη να δοκιμάσει, για μία ακόμη φορά, τη δύναμη που είχε επάνω του.

 

 

η Λούο Τζινγκ στο Λο Τζιάνγκ

   Η Λούο Τζινγκ έφτασε στο Λο Τζιάνγκ χωρίς να της εξηγηθεί τίποτα περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν για να συνεχίσει να κινείται. Ο άνδρας που τη συνόδευε δεν ήταν φιλικός, αλλά ούτε και απειλητικός. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που κάνουν τις εντολές να μοιάζουν αυτονόητες, σαν να μην υπάρχει άλλη εκδοχή του κόσμου πέρα από αυτή που τους έχουν δώσει.

   «Θα μείνεις εδώ», της είπε απλά, δείχνοντάς της ένα μικρό κατάλυμα λίγο έξω από τον κύριο δρόμο της πόλης. «Δεν θα βγεις χωρίς να ειδοποιηθείς.»

   Η Λούο Τζινγκ τον κοίταξε για μια στιγμή.

   «Πότε θα τον δω;»

   Ο άνδρας δεν απάντησε αμέσως. Μόνο έριξε ένα βλέμμα γύρω, σαν να βεβαιωνόταν πως δεν υπήρχε κανείς που να χρειάζεται να ακούσει.

    «Όταν σου πουν», είπε τελικά.

Και έφυγε πριν προλάβει να ρωτήσει κάτι άλλο.

   Την πρώτη νύχτα δεν κοιμήθηκε καλά. Όχι από φόβο — αλλά από την αίσθηση ότι είχε τοποθετηθεί κάπου που δεν της ανήκε, σαν αντικείμενο που περιμένει τη σωστή στιγμή να μετακινηθεί.

    Το πρωί, ο γραμματέας έμαθε ότι όλα είχαν τακτοποιηθεί όπως έπρεπε.

   Η πληροφορία δεν ήρθε επίσημα. Ήρθε όπως ερχόταν πάντα: ήσυχα, από στόμα σε στόμα, μέσα από ανθρώπους που δεν θεωρούσαν ποτέ ότι “μεταφέρουν ειδήσεις”, αλλά απλώς ότι διευκολύνουν τη ροή των πραγμάτων.

    Χωρίς να δείξει βιασύνη, φόρεσε τον εξωτερικό μανδύα του και πήγε στο αρχοντικό του Γουάνγκ Τσε-Λιν. Ο γραμματέας δεν μπήκε βιαστικά. Στάθηκε λίγο πριν το κατώφλι, όπως συνήθιζε όταν κάτι δεν ήταν αρκετά καθαρό για να ειπωθεί απλά, ούτε όμως και αρκετά ασήμαντο για να το αφήσει να περιμένει.

    Η Λι Σου-Γιάν δεν σήκωσε αμέσως το βλέμμα της.

   «Μίλα», είπε τελικά, χωρίς να δείξει αν την απασχολεί κάτι συγκεκριμένο.

   Ο γραμματέας υποκλίθηκε ελαφρά.

  «Αρχόντισσα… ίσως δεν είναι τίποτα ανησυχητικό», άρχισε με εκείνον τον ήπιο τόνο που έκανε τα δύσκολα να μοιάζουν προσωρινά. «Αλλά θεώρησα σωστό να σας το αναφέρω προσωπικά.»

   Η Λι Σου-Γιάν σήκωσε το βλέμμα της τώρα, αργά.

    «Συνήθως δεν έρχεσαι χωρίς χωρίς κάποια αιτία.»

   Εκείνος χαμογέλασε ελάχιστα, σχεδόν απολογητικά. Έκανε μια μικρή παύση, σαν να διάλεγε λέξεις που δεν θα βάραιναν κανέναν.

    «Έχει φτάσει στην περιοχή μια νεαρή γυναίκα.»

   «Μια γυναίκα;»

   «Από την Τσενγκντόνγκ», συνέχισε ήρεμα. «Λέει πως αναζητά τον πολέμαρχο Λι Γουέν-Τσενγκ.»

    Το όνομα ειπώθηκε χωρίς έμφαση. Σχεδόν σαν να μην του ανήκε. Η Λι Σου-Γιάν δεν άλλαξε έκφραση. Ο γραμματέας έσκυψε λίγο το κεφάλι, με εκείνη τη γνώριμη ταπεινότητα που δεν πίεζε ποτέ τον συνομιλητή.

   «Δεν θα τολμούσα να σας ενοχλήσω για κάτι τόσο συνηθισμένο», είπε. «Όμως η γυναίκα… δεν ζητά απλώς να τον δει. Δηλώνει ότι τον γνωρίζει. Ότι υπήρξε κάποτε δεσμός μεταξύ τους.»

   «Πως λέγεται;»

   « Λούο Τζινγκ.»

   Η παύση που ακολούθησε ήταν μετρημένη, σχεδόν προσεκτική — σαν να άφηνε χώρο στη Λι Σου-Γιάν να απορρίψει μόνη της τη σημασία των λόγων.

   «Και εμφανίζεται τώρα», πρόσθεσε χαμηλότερα, «χωρίς να έχει προηγηθεί καμία επίσημη αναφορά, καμία οικογενειακή διαμεσολάβηση. Σκέφτηκα πως… ίσως θα έπρεπε να το γνωρίζετε πρώτα εσείς, πριν διαδοθεί άσκοπα.»

   Η τελευταία φράση ειπώθηκε σαν φροντίδα, όχι σαν προειδοποίηση.

   Η Λι Σου-Γιάν έμεινε σιωπηλή για λίγο. Το βλέμμα της δεν είχε οργή ούτε έκπληξη· είχε εκείνη τη σταθερή, μετρημένη προσοχή ανθρώπου που ζυγίζει πού τελειώνει το τυχαίο και πού αρχίζει το υπολογισμένο.

   «Πού βρίσκεται τώρα;» ρώτησε τελικά.

   Ο γραμματέας σήκωσε ελάχιστα το βλέμμα, αρκετά για να δείξει ειλικρίνεια.

   «Στην πόλη, κυρία μου. Με συνοδεία, αν και διακριτική. Δεν προκάλεσε αναστάτωση.»

   Έγειρε ξανά το κεφάλι.

   «Αν θεωρήσετε ότι δεν έχει σημασία, μπορώ να φροντίσω να μην ενοχλήσει ξανά.»

   Η Λι Σου-Γιάν τον κοίταξε για λίγο.

   «Ο πολέμαρχος δεν θα τη δει.»

   Ο γραμματέας δεν αντέδρασε.

   «Θα μιλήσει μόνο με υπηρέτρια.»

   Γύρισε ελαφρά προς το εσωτερικό του δωματίου.

   «Μάι Λαν.»

   Μια νεαρή υπηρέτρια εμφανίστηκε αμέσως.

   «Θα πας μαζί του», της είπε η Λι Σου-Γιάν. «Θα μιλήσεις μόνο εσύ μαζί της. Ό,τι ειπωθεί θα μεταφερθεί σε μένα. Δεν θα υπάρξει καμία άμεση επαφή με τον πολέμαρχο.»

   Η υπηρέτρια υποκλίθηκε.

   Ο γραμματέας υποκλίθηκε επίσης, βαθιά, αργά.

   «Όπως διατάξετε, κυρία μου.»

   Και όταν αποσύρθηκε, το βήμα του ήταν τόσο ήσυχο που θα μπορούσε κανείς να νομίσει πως απλώς είχε φέρει μια ασήμαντη είδηση — και όχι πως είχε μετακινήσει, με προσοχή, ένα ολόκληρο κομμάτι της ισορροπίας του οίκου.

    Η Μάι Λαν στάθηκε μπροστά στη Λι Σου-Γιάν με το βλέμμα χαμηλωμένο, όπως όριζε η τάξη του σπιτιού.

   «Αρχόντισσα…» είπε διστακτικά. «Η γυναίκα μίλησε μαζί μου αρκετή ώρα.»

   Η Λι Σου-Γιάν δεν έσπευσε να την διακόψει. Μόνο έγειρε ελαφρά το κεφάλι, δίνοντάς της χώρο να συνεχίσει.

    «Έκλαιγε», πρόσθεσε η Μάι Λαν. «Πολύ. Δεν προσποιούνταν.»

    Έκανε μια μικρή παύση.

    «Είπε ότι την είχαν διαβάλει κάποιοι κακόβουλοι. Ότι δεν της έδωσαν ποτέ την ευκαιρία να μιλήσει καθαρά. Εκείνη… τον περίμενε. Είπε πως της είχε υποσχεθεί ότι θα επέστρεφε γρήγορα. Μα εκείνος δεν επέστρεψε ποτέ.»

    Η Λι Σου-Γιάν παρέμεινε ακίνητη.

   Η Μάι Λαν συνέχισε, τώρα πιο γρήγορα, σαν να είχε περάσει το πιο δύσκολο σημείο.

    «Τώρα θέλει μόνο να τον δει. Να ακούσει από τον ίδιο. Να ξέρει αν πρέπει να συνεχίσει να τον περιμένει ή αν… αν η ζωή της πρέπει να πάρει άλλο δρόμο.»

    Έσφιξε τα δάχτυλά της διακριτικά.

    «Και υπάρχει κι άλλο…» είπε. «Μια πρόταση γάμου. Από έναν κατώτερο αξιωματικό στην επαρχία Γιουνάν. Λένε πως είναι έντιμος άνθρωπος. Αλλά εκείνη δεν απάντησε ακόμη.»

    Για πρώτη φορά η φωνή της έσπασε ελάχιστα.

   «Γι’ αυτό ήρθε. Όχι για να δημιουργήσει σκάνδαλο. Για να αποφασίσει.»

   Η Λι Σου-Γιάν σηκώθηκε αργά.

   «Θα πάω εγώ να τον δω.»

   Ο ίδιος ο πολέμαρχος είχε μόλις επιστρέψει στο αρχοντικό του από σύντομη αναφορά όταν του αναγγέλθηκε η άφιξη της Λι Σου-Γιάν.

    Σηκώθηκε αμέσως. Όταν εκείνη μπήκε, δεν υπήρξε τυπική ανταλλαγή περιττών φράσεων. Μόνο μια σύντομη υπόκλιση, και ύστερα το βλέμμα του σε εκείνη — πάντα το ίδιο: θαυμασμός, εμπιστοσύνη, και κάτι πιο σιωπηλό, σχεδόν προσωπικό, που δεν έβγαινε ποτέ στο φως.

    «Κάτι σε ανησυχεί», είπε εκείνος.

    Η Λι Σου-Γιάν δεν κάθισε αμέσως.

    «Μια γυναίκα έχει φτάσει στην πόλη», είπε ήρεμα.

     Το πρόσωπο του Λι Γουέν-Τσενγκ δεν άλλαξε, αλλά το βλέμμα του έγινε πιο προσεκτικό.

    Εκείνη συνέχισε χωρίς υπερβολή:

    «Την ονομάζουν Λούο Τζινγκ. Λέει ότι σε γνωρίζει. Ότι της είχες υποσχεθεί επιστροφή. Ότι την άφησες πίσω χωρίς εξήγηση.»   

    Μια μικρή παύση.

    «Έκλαιγε όταν μιλούσε για σένα.»

    Ο πολέμαρχος δεν μίλησε αμέσως. Με δυσκολία όμως μπορούσε να κρύψει την έκπληξή του. Μετά από τόσο καιρό… 

   Η Λι Σου-Γιάν έκανε ένα βήμα πιο κοντά, όχι ως κατηγορία αλλά ως έλεγχος ισορροπίας.

   «Αν αποφασίσεις να τη δεις», είπε, «να γίνει σωστά. Σε τόπο κρυφό. Χωρίς περιττά μάτια. Και με φρουρούς. Δεν γνωρίζουμε τι πραγματικά ζητά. Ούτε ποιος κινεί τα νήματα πίσω από αυτή την εμφάνιση.»

    Τον κοίταξε σταθερά.

    «Δεν σου λέω να αρνηθείς. Σου λέω να προστατευτείς.»

    Για μια στιγμή, ο Λι Γουέν-Τσενγκ έμεινε σιωπηλός.

   «Θα τη συναντήσω», είπε τελικά, χαμηλά. «Αλλά όπως είπες. Χωρίς μάρτυρες.»

    Η Λι Σου-Γιάν έγνεψε ελάχιστα. Και η συζήτηση έκλεισε εκεί — όχι επειδή είχε τελειώσει, αλλά επειδή είχε ήδη περάσει στο επόμενο, πιο επικίνδυνο στάδιο: αυτό που δεν λεγόταν πια δυνατά.

   Το ίδιο εκείνο απόγευμα, όταν οι δρόμοι του Λο Τζιάνγκ είχαν αρχίσει να αδειάζουν, ένας δωδεκάχρονος αγγελιοφόρος στάθηκε μπροστά στην πύλη του αρχοντικού του Λι Γουέν-Τσενγκ. Δεν φορούσε στολή υπηρέτη ούτε έφερε διακριτικά κάποιου οίκου. Ήταν από εκείνα τα παιδιά που ζούσαν κάνοντας μικροθελήματα για λίγα χάλκινα νομίσματα.

   «Μου είπαν να το παραδώσω μόνο εδώ», είπε στον θυρωρό.

   Άφησε ένα μικρό, προσεκτικά δεμένο μεταξωτό δέμα και έφυγε τρέχοντας, πριν προλάβει κανείς να τον ρωτήσει περισσότερα.

   Ο θυρωρός το παρέδωσε στον υπασπιστή του πολέμαρχου, θεωρώντας πως επρόκειτο για κάποιο προσωπικό μήνυμα. Μέσα υπήρχαν μόνο δύο πράγματα. Ένα μικρό διπλωμένο χαρτί. Και ένα κόσμημα. Ένα περιδέραιο. Χρυσή αλυσίδα, δουλεμένη στο χέρι, που κατέληγε σε έναν μεγάλο σταγόσχημο νεφρίτη βαθύ σμαραγδένιου χρώματος, πλαισιωμένο από μικρά μαργαριτάρια του γλυκού νερού. Ήταν κόσμημα ακριβό, τόσο ακριβό ώστε λίγες γυναίκες στη Σετσουάν θα μπορούσαν να αποκτήσουν παρόμοιο.

   «Είσαι πιο όμορφη από αυτό» της είχε πει όταν   το κρεμούσε στον αυχένα της. Και εκείνη είχε χαμογελάσει σαν να καταλάβαινε την αξία της. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ το αναγνώρισε αμέσως. Δεν υπήρχε αμφιβολία.

   Άνοιξε το χαρτί. Η γραφή ήταν σύντομη, χωρίς προσφωνήσεις, χωρίς υπογραφή.

   «Είμαι για λίγες μέρες στο Λο Τζιάνγκ. Στο πανδοχείο με τα Κίτρινα Φανάρια.»

   Τίποτε άλλο. Ούτε παράπονο. Ούτε εξήγηση. Ούτε παράκληση. Μόνο το κόσμημα, ακουμπισμένο δίπλα στις λίγες αυτές λέξεις, έδινε βαρύτητα σε όσα δεν είχαν γραφτεί.

   Οι αναμνήσεις επέστρεψαν χωρίς να τις καλέσει. Η φτωχή κοπέλα της Τσενγκντόνγκ. Τα βράδια που της είχε υποσχεθεί πως, όταν τελείωνε η εκστρατεία, θα επέστρεφε. Και ύστερα... οι πορείες, οι διαταγές, οι νέες εκστρατείες.

   Ο χρόνος είχε σβήσει την ανάμνησή της, ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Η Λούο Τζινγκ βρισκόταν στο Λο Τζιάνγκ. Η γυναίκα που για αυτήν είχε προδώσει τη Σιάο-Γινγκ.

   Δεν σκέφτηκε περισσότερο. Έδωσε αμέσως τις διαταγές του. Δύο έμπιστοι φρουροί στάλθηκαν διακριτικά στο πανδοχείο με τα Κίτρινα Φανάρια, όχι για να μπουν μέσα, αλλά για να παρακολουθούν ποιος πλησίαζε και ποιος απομακρυνόταν.

   Ταυτόχρονα, ένας νεαρός αγγελιαφόρος πήρε τον δρόμο προς τα κτήματα. Ο Γουέι Τζεν τον συνάντησε στην αυλή, καθώς επέβλεπε τους εργάτες.

   «Ο άρχοντας θα χρειαστεί την καλύβα σήμερα», είπε ο αγγελιαφόρος. «Ίσως και κάποια από τα επόμενα βράδια.»

   Ο Γουέι Τζεν έγνεψε χωρίς να ρωτήσει τίποτε.

   «Θα είναι έτοιμη», αποκρίθηκε.

 

 

η έκπληξη

   Μετά τη δύοη του ήλιου η Λούο Τζινγκ οδηγήθηκε αθόρυβα ως την καλύβα. Άναψε μόνη της το λυχνάρι. Κάθισε για λίγο στην άκρη του κρεβατιού, κοιτάζοντας τη φλόγα να τρεμοπαίζει. Πέρασαν λίγες στιγμές ακόμη. Ύστερα ακούστηκαν βήματα. Η πόρτα άνοιξε.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ στάθηκε για μια στιγμή ακίνητος. Εκείνη δεν περίμενε να μιλήσει. Σηκώθηκε απότομα και έπεσε στην αγκαλιά του.

   «Συγχώρεσέ με...» ψιθύρισε μέσα στους λυγμούς της.

   Έκλαιγε με ορμή, σαν να είχαν συσσωρευτεί μέσα της χρόνια ολόκληρα αναμονής.

   «Ήμουν αθώα...»

   Τον κρατούσε σφιχτά από τον μανδύα.

   «Επειδή κάποιος με ήθελε, δεν σημαίνει πως του ανήκα. Επειδή περνούσε έξω από το σπίτι μου, δεν σημαίνει πως τον κάλεσα ποτέ μέσα. Με διέβαλαν... κάποιοι με διέβαλαν.»

    Σήκωσε το πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα.

   «Αν δεν με πιστεύεις...» είπε με σπασμένη φωνή, «μαστίγωσέ με. Τιμώρησέ με όπως νομίζεις. Αλλά μη με καταδικάζεις χωρίς να με ακούσεις.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοιτούσε χωρίς να μιλά. Δεν ήξερε αν κάθε λέξη ήταν αλήθεια. Ήξερε όμως πως εκείνη η γυναίκα είχε επιστρέψει από το παρελθόν με το ίδιο βλέμμα που θυμόταν. Και εκείνος είχε περάσει μήνες ολόκληρους μέσα σε εκστρατείες, διαταγές, πορείες και αίμα.

   Η ανθρώπινη πλευρά του, που τόσο καιρό έμενε θαμμένη κάτω από τη στολή του πολέμαρχου, λύγισε πρώτη. Την αγκάλιασε. Η Λούο Τζινγκ αφέθηκε επάνω του. Γνώριζε καλά τη δύναμη της ομορφιάς της. Γνώριζε ακόμη καλύτερα πότε ένας άνδρας είχε ανάγκη περισσότερο τη στοργή παρά την αλήθεια. Εκείνο το βράδυ δεν επιχείρησε να τον πείσει με επιχειρήματα. Τον τύλιξε με τη φωνή της, με τα δάκρυά της, με τα χάδια της.

   Και ο Λι Γουέν-Τσενγκ, που τόσο καιρό είχε ζήσει μόνο ανάμεσα σε στρατιώτες και εκστρατείες, παραδόθηκε ολοκληρωτικά στη ζεστασιά της παρουσίας της. Το ξύλινο κρεβάτι έτριζε τόσο δυνατά, σαν τις κλαγγές από όπλα και ασπίδες δύο στρατευμάτων που είχαν παραταχθεί να συγκρουστούν άγρια μέσα στη νύχτα. Μέσα στην απομονωμένη καλύβα, το παρελθόν έμοιαζε να είχε επιστρέψει για μία ακόμη φορά. Κανείς από τους δύο δεν υποψιαζόταν ότι, λίγο πιο μακριά από εκεί, άλλοι άνθρωποι περίμεναν ακριβώς αυτή τη συνάντηση, είχαν  παρασύρει τον πολέμαρχο έξω από  το φρούριό του, απροστάτευτο, γυμνό  και αφοσιωμένο στον ερωτικό ίλιγγο.

    Ο Γουέι Τζεν ήταν ξαπλωμένος πρηνηδόν μέσα στα ψηλά χόρτα. Είχε μόνο μια διαίσθηση. Από τη μέρα που είχε αντικρίσει τον γραμματέα στο σπίτι του Χουά Τσιν, δεν μπορούσε να διώξει από το μυαλό του την ίδια σκέψη. Είναι άνθρωπος των Νότιων Μινγκ.

   Δεν είχε αποδείξεις. Είχε όμως μάθει πως μερικές φορές η εμπειρία αξίζει περισσότερο από τις αποδείξεις. Έτσι περίμενε. Ακίνητος. Με το σώμα χωμένο ανάμεσα στις καλαμιές και το βλέμμα καρφωμένο στην ξύλινη καλύβα.

   Στο  βάθος της νύχτας εμφανίστηκε ένας νέος. Ο Πενγκ Γιού. Προχωρούσε γρήγορα, σχεδόν χωρίς να κοιτάζει γύρω του. Στο χέρι του κρατούσε σφιχτά το δίκοπο σπαθί που του είχαν δώσει. Άριστα ακονισμένο.

   Ο γραμματέας είχε υπάρξει σαφής.

   «Σήμερα μπορεί να είναι η μοναδική ευκαιρία. Ο πολέμαρχος θα είναι μόνος. Η καλύβα είναι απομονωμένη. Γύρω δεν υπάρχει ψυχή. Κανείς δεν θα ακούσει.»

   Ο Πενγκ Γιού δεν αμφέβαλε. Σκεφτόταν μόνο τον πατέρα του. Τα χρόνια στα καταναγκαστικά έργα. Τη μάνα του, που κάθε βράδυ του θύμιζε ποιος έφταιγε για τη δυστυχία τους. Το όνομα του Λι Γουέν-Τσενγκ έκαιγε μέσα του σαν πυρωμένο σίδερο. Σήμερα αποδίδεται δικαιοσύνη, είπε μέσα του. Έφτασε στην πόρτα.

   Μέσα από τα λεπτά ξύλα ακούγονταν φωνές. Ύστερα ένα γέλιο. Ύστερα ψίθυροι. Και λίγο αργότερα οι ανάσες δύο ανθρώπων που είχαν λησμονήσει για λίγο τον υπόλοιπο κόσμο. Ο Πενγκ Γιού έσφιξε τη λαβή του σπαθιού. Έκανε ένα βήμα. Σήκωσε το όπλο. Το χέρι του άγγιξε την πόρτα. «Για την εκδίκηση», είπε και ετοιμάστηκε να ορμήσει μέσα. Μα δεν πρόλαβε να την ανοίξει. Μια σκιά ξεκόλλησε αθόρυβα από τα χόρτα. Ο Γουέι Τζεν. Το σπαθί του κατέβηκε με μία μόνο κίνηση. Καθαρή. Απόλυτη.

   Ο Πενγκ Γιού δεν πρόλαβε ούτε να στραφεί. Η λεπίδα διέσχισε την πλάτη του με τέτοια δύναμη, που το σώμα του σωριάστηκε μπροστά στην πόρτα πριν ακόμη καταλάβει τι είχε συμβεί. Από το στόμα του βγήκε μόνο μια πνιχτή ανάσα. Ο τελευταίος του ήχος χάθηκε μέσα στις φωνές του πάθους που ξεχύνονταν από το εσωτερικό της καλύβας. Κανείς μέσα δεν άκουσε τίποτε.

   Ο Γουέι Τζεν στάθηκε για λίγες στιγμές ακίνητος πάνω από το σώμα. Κοίταξε το πρόσωπο του νεαρού. Δεν είδε δολοφόνο. Είδε ένα παιδί που κάποιος το είχε οδηγήσει μέχρι εκεί. Έσκυψε αργά. Έκλεισε τα μάτια του Πενγκ Γιού με τα δάχτυλά του.

   «Οι ήρωες δεν πεθαίνουν για εκδίκηση. Οι ήρωες πεθαίνουν στον πόλεμο.»

   Σήκωσε το βλέμμα προς το σκοτεινό δάσος. Κατάλαβε. Κάποιος χρειαζόταν έναν πρόθυμο νεκρό. Ύστερα άρπαξε το πτώμα από τους ώμους και το έσυρε αθόρυβα προς τις καλαμιές.

    Πριν χαθεί μέσα στο σκοτάδι, γύρισε για μια τελευταία φορά προς την καλύβα. Τώρα ήταν βέβαιος. Το παιχνίδι είχε αρχίσει. Ο αληθινός εχθρός είναι αυτός που σχεδιάζει. Εκείνος που κρύβεται πάντα χωρίς να φαίνεται. Μαζί με τη Σου Γιν,  το γιο του,  και τη Λου Σινγκ μετέφεραν αθόρυβα καλυμμένο σε σκέπασμα το σώμα του Πενγκ Γιού έξω από το σπίτι του γραμματέα. Το πρωί ο γραμματέας θα αντιμετώπιζε μία έκπληξη. Όχι πάντως αυτή που περίμενε. Άνθρωποι του Λι Γουέν-Τσενγκ θα τον απήγαγαν και θα έμπαιναν στο σπίτι του.

 

 

η ομολογία

   Η καλύβα στεκόταν βουβή μέσα στην πρωινή ομίχλη. Το λυχνάρι είχε ανάψει ξανά και η κιτρινωπή φλόγα του έριχνε μακριές σκιές πάνω στους ξύλινους τοίχους. Το κρεβάτι παρέμενε ανακατεμένο, όπως είχε μείνει τη νύχτα. Στο κατώφλι διακρίνονταν ακόμη οι σκοτεινές κηλίδες από το αίμα που είχε προλάβει να χυθεί πριν ο Γουέι Τζεν σύρει το σώμα του Πενγκ Γιού μακριά.

   Ο γραμματέας στεκόταν δεμένος, με τα χέρια πίσω από την πλάτη. Δύο έμπιστοι στρατιώτες είχαν μείνει έξω από την καλύβα. Κανείς άλλος δεν γνώριζε τι συνέβαινε εκεί.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ καθόταν αμίλητος στην άκρη του κρεβατιού. Το πρόσωπό του δεν πρόδιδε ούτε θυμό ούτε οίκτο. Δίπλα στο τραπέζι στεκόταν η Λου Σινγκ. Άπλωσε ένα μικρό πήλινο κύπελλο προς τον γραμματέα.

   «Πιες.»

   «Τι είναι;»

   «Αφέψημα από βότανα. Θα ηρεμήσει την καρδιά σου. Αν λιποθυμήσεις, η ανάκριση δεν θα ωφελήσει κανέναν.»

   Ο γραμματέας την κοίταξε δύσπιστα.

   «Δεν είναι δηλητήριο;»

   Η ηλικιωμένη χαμογέλασε ανεπαίσθητα.

   «Αν ήθελα να σε σκοτώσω, δεν θα σε ρωτούσα.»

   Εκείνος ήπιε. Η πικρή γεύση του αφεψήματος απλώθηκε στον λαιμό του.

   Ο Γουέι Τζεν έκανε ένα βήμα μπροστά.

   «Ποιος ήταν αυτός που έστειλες στην Τσενγκντόνγκ;»

   Ο γραμματέας συνοφρυώθηκε.

   «Δεν ξέρω για ποιον μιλάς.»

   «Ο νεαρός που προσπάθησε χθες να έρθει εδώ;»

   «Δεν ξέρω για τι μιλάτε».

   «Ονομαζόταν Πενγκ Γιού. Υπάρχουν άνθρωποι που σας είδαν μαζί στο καπηλειό, στο καπηλειό της Λαν Χουά. Ούτε και αυτή τη γνωρίζεις. »

   «Έχω ακούσει για την κοπέλλα. Αλλά δεν την έχω συναντήσει ποτέ.»

   «Ο Πενγκ Γιού βρέθηκε νεκρός μπροστά σε αυτή την πόρτα.»

   Ο γραμματέας σήκωσε απότομα το κεφάλι.

   Ο Γουέι Τζεν περπάτησε αργά ως το κατώφλι.

   «Στάθηκε εδώ.»

   Έβαλε το χέρι πάνω στην ξύλινη πόρτα.

   «Σήκωσε το σπαθί.»

   Έκανε ένα βήμα στο πλάι.

   «Κι εγώ στεκόμουν εδώ.»

   Η φωνή του παρέμενε ήρεμη.

   «Δεν πρόλαβε ούτε να ανοίξει την πόρτα.»

   Η σιωπή έγινε βαριά.

   «Ποιος του είπε ότι ο πολέμαρχος θα ήταν μόνος;»

   «Δεν ξέρω.»

   «Ποιος του είπε ότι δεν θα υπήρχαν φρουροί;»

   «Δεν ξέρω.»

   «Ποιος του έδωσε το σπαθί;»

   Ο γραμματέας απέφυγε το βλέμμα του. Ο Γουέι Τζεν ακούμπησε πάνω στο τραπέζι έναν μικρό δερμάτινο φάκελο.

   «Το σπίτι σου ερευνήθηκε.»

   Άνοιξε τον φάκελο. Έβγαλε το πρώτο χαρτί.

   «Οι αλλαγές των φρουρών.»

   Δεύτερο.

  «Οι πορείες των στρατευμάτων.»

  Τρίτο.

  «Οι αποθήκες τροφίμων.»

  Τέταρτο.

  «Οι καθημερινές διαδρομές του Λι Γουέν-Τσενγκ.»

   Τελευταίο.

  Ο Γουέι Τζεν το κράτησε για λίγο στα χέρια του πριν το διαβάσει.

   «Η γυναίκα του αγνοείται. Δεν έχει ακόμη δημιουργήσει νέα οικογένεια. Η παλιά ερωμένη μπορεί να χρησιμοποιηθεί.»

   Η καλύβα βυθίστηκε στη σιωπή. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν κινήθηκε. Μόνο τα μάτια του έμειναν καρφωμένα στον γραμματέα.

   Ο Γουέι Τζεν συνέχισε.

  «Ποια ήταν η σχέση σου με τη Λούο Τζινγκ;»

   «Καμία.»

   «Τότε γιατί την έφερες στο Λο Τζιάνγκ;»

   Ο γραμματέας έμεινε σιωπηλός.

   «Δεν την έφερα εγώ. Δεν την ξέρω.»

   «Της έδωσαν χρήματα.»

   «Ποιοι;»

  «Οι άνθρωποί σου... Της είπαν ότι θα γιόρταζαν την εκστρατεία του πολέμαρχου στην Τσενγκντόνγκ»

  Το αφέψημα που είχε παρασκευάσει η Λου Σινγκ άρχισε να λειτουργεί και η γλώσσα του γραμματέα άρχισε να κομπιάζει. Το βλέμμα του άρχισε να βαραίνει. Οι απαντήσεις του έπαψαν να είναι κοφτές. Για πρώτη φορά δίσταζε πριν μιλήσει.

   Ο Γουέι Τζεν δεν έδειξε καμία έκπληξη.

  «Ώστε ήρθε εδώ μόνη της. Αποφάσισε να κάνει  τόσο μεγάλο ταξίδι…»

  «Ίσως…»

   «Και  στο πανδοχείο με τα κίτρινα φανάρια πήγε μόνη της; Δεν πήγε με άνθρωπό σου…; Ποιος πλήρωσε, εκείνη; Ο άνθρωπος του πανδοχείου είπε ότι την είχε φέρει κάποιος άγνωστος και είχε πληρώσει για λίγες μέρες.»

  «Μπορεί…»

  «Συνέχισε.»

   «Ξέραμε ότι ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν την είχε ξεχάσει ποτέ. Ξέραμε ότι εκείνη ήταν μόνη. Ο άνδρας με τον οποίο ζούσε είχε μετατεθεί. Από τότε που ήρθε η κόρη του στο Λο Τζιάνγκ, ο πολέμαρχος δεν είχε πλησιάσει άλλη γυναίκα. Η Λούο Τζινγκ ήταν η μοναδική που μπορούσε να τον βγάλει από το αρχοντικό του.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έμεινε ασάλευτος.

   Ο Γουέι Τζεν πήρε άλλο ένα χαρτί. Άρχισε να διαβάζει τις σημειώσεις

   «Ο Τσάο Γουενσίν…»

   Ο γραμματέας αναστέναξε.

   «… Έχει μείνει χωρίς δουλειά. Προσπαθεί να προσεγγίσει και άλλες κοπέλλες. Λίγες αρνήθηκαν. Οι περισσότερες περιμένουν να τις καλέσουν. Όμως μετά την επιστροφή της κόρης του πολέμαρχου τα υπόγεια του αρχοντικού δεν έχουν ξαναχρησιμοποιηθεί.»

   «Καταχράστηκες την εμπιστοσύνη του άρχοντα Γουάνγκ Τσε-Λιν.»

   «Ναι.»

   «Και της συζύγου του, της Λι Σου-Γιάν.»

   Ο γραμματέας χαμήλωσε το κεφάλι.

   «Ήμουν αναγκασμένος.»

   «Αναγκασμένος;»

   «Σε αυτή τη δουλειά δεν μπορείς να ζητήσεις συγγνώμη. Δεν μπορείς να αποκαλύψεις ποιος είσαι. Μόνο να χειρίζεσαι τους ανθρώπους.»

    Για πρώτη φορά ο Λι Γουέν-Τσενγκ μίλησε. Η φωνή του ήταν χαμηλή.

   «Και πόσα χρόνια τους χρησιμοποιούσες;»

   Ο γραμματέας έκλεισε τα μάτια.

   «Από την ημέρα που ήρθα στο Λο Τζιάνγκ.»

  Ο Γουέι Τζεν δεν άφησε να συνεχισθεί η συζήτηση. Αμέσως απευθύνθηκε στον κρατούμενο.

   «Γιατί παρακολουθούσατε την κόρη του πολέμαρχου;»

  Ο γραμματέας δεν απάντησε.

   «Στο σπίτι σου βρέθηκε σημείωση. Γράφει ρητά: ‘Η κόρη του δεν βγαίνει ποτέ χωρίς συνοδεία.’ Γιατί σε ενδιέφερε αυτό;»

   Ο άνδρας κατέβασε το βλέμμα.

   «Αν αποτύγχανε το πρώτο σχέδιο... θα περνούσαμε στο δεύτερο.»

  «Ποιο ήταν το δεύτερο;»

  «Η απαγωγή της.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν κουνήθηκε. Μόνο τα δάχτυλά του έσφιξαν την άκρη του κρεβατιού.

  «Συνέχισε», είπε ο Γουέι Τζεν.

   «Θα διαδίδαμε ότι εμφανίστηκε η μητέρα της. Ότι την πήρε μαζί της. Κανείς δεν θα υποψιαζόταν απαγωγή. Όταν θα ήταν πια αργά, θα ζητούσαμε ό,τι θέλαμε από τον πολέμαρχο.»

  «Και γιατί δεν το επιχειρήσατε;»

  «Προσπαθήσαμε. Τη μια φορά όμως ήταν κοντά της ένας γέρος, ο αλχημιστής Σεν Χουάν. Έχει φίλους εδώ. Είχε δει κάτι. Δεν είμαστε σίγουροι.»

  «Την άλλη φορά;»

  «Οι φύλακές της είχαν στραφεί στην πραμάτεια ενός μικροπωλητή. Κοντά της είχε μόνο ένα μεγάλο σκύλο. Την είχαμε περικυκλώσει. Εμφανίστηκε όμως ένας αντάρτης, ο Ξιάο-Γου.  Τον κυνηγούν χρόνια. Από  τα υπολείμματα του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ. Κρύβεται στα βουνά. Μίλησε μαζί της. Εκείνος έκανε ότι έφυγε, αλλά παρακολουθούσε μέχρι να έρθουν οι φρουροί. Τότε μόνο έφυγε.»

  Ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ κοκκίνησε. Ο Ξιάο-Γου… Αλλά συγκρατήθηκε.

   Η καλύβα βυθίστηκε ξανά στη σιωπή.

   Ο Γουέι Τζεν πήρε άλλο ένα χαρτί.

    «Αυτός που έφερε τη Λούο Τζινγκ από την Τσενγκντόνγκ... πού βρίσκεται;»

   «Έφυγε μόλις την παρέδωσε.»

   «Πού;»

   «Δεν ξέρω.»

   «Θα τον βρούμε.»

   Ο γραμματέας χαμογέλασε πικρά.

   «Όχι. Αυτόν δεν θα τον βρείτε.»

   «Ποιος τη φύλαγε όσο έμενε στο Λο Τζιάνγκ;»

   «Κανείς.»

   «Κανείς;»

   «Δεν χρειαζόταν. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει.»

   Ο Γουέι Τζεν τον κοίταξε προσεκτικά.

  «Ποιος έγραψε την επιστολή προς τον πολέμαρχο;»

   «Εγώ.»

   «Εσύ την έστειλες;»

   «Εγώ.»

   «Το κόσμημα που βρέθηκε μέσα στον φάκελο;»

   «Το έβαλα εγώ.»

   «Συνάντησες τη Λούο Τζινγκ;»

   «Όχι.»

   Ο Γουέι Τζεν ανασήκωσε το φρύδι.

   «Τότε πώς απέκτησες το κόσμημά της;»

   «Είχα δώσει εντολή στον άνθρωπο που τη συνόδευε να ζητήσει από εκείνη κάτι προσωπικό. Κάτι που θα αναγνώριζε ο πολέμαρχος. Ήξερα ότι θα τον έπειθε.»

  «Και μετά;»

  «Μετά... θα περίμενε.»

  «Και όταν όλα τελείωναν; Πώς θα επέστρεφε στην Τσενγκντόνγκ;»

   Ο γραμματέας ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

   «Δεν το γνωρίζω.»

   «Δεν σε ενδιέφερε;»

   «Αν το σχέδιο πετύχαινε, ας έβρισκε εκείνη τον τρόπο.»

   Ο Γουέι Τζεν άφησε για λίγο τα έγγραφα πάνω στο τραπέζι.

   «Γιατί διάλεξες τον Πενγκ Γιού;»

   Ο γραμματέας έμεινε για λίγο σιωπηλός.

   «Επειδή μισούσε τον Λι Γουέν-Τσενγκ.»

   «Πώς το ήξερες;»

   « Είχα μάθει πως πήγαινε συχνά στα κτήματα του πολέμαρχου και μετακινούσε τα όρια των χωραφιών. Το έκανε μόνο και μόνο για να τον προκαλεί.»

   «Για να του σπάει τα νεύρα;»

   «Ναι.»

   «Άρα ήξερες ότι έψαχνε αφορμή.»

   «Δεν χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια. Του έδωσα έναν εχθρό και πίστεψε πως του έδινα την ευκαιρία να πάρει εκδίκηση.»

  Ο Γουέι Τζεν σταμάτησε. Κοίταξε τον γραμματέα και μετά τη Λου Σινγκ. Εκείνη έγνεψε θετικά. Μάλλον επιβεβαίωνε ότι το αφέψημα είχε αρχίσει να λειτουργεί. Ίσως να μην  ήταν η πρώτη φορά που ανέκριναν ανθρώπους αυτοί οι δύο μαζί. Ίσως να ήταν τεχνική από το βασίλειο του Λιού Γιουάν. Κοιτάζονταν σιωπηλά με τα μάτια. Χωρίς κινήσεις. 

  «Ο εμπρησμός στο αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ. Δουλειά του νεαρού ήταν;»

  «Όχι»

  «Δική σου;»

  «Όχι. Ήταν  κάτι που δεν μπορεί να καλυφθεί. Τέτοιες δουλειές δεν γίνονται με φωτιά. Η φωτιά φέρνει κόσμο. Εμείς θέλαμε σιωπή. Τέτοιες ενέργειες γίνονται από ερασιτέχνες.» 

  «Τότε ποιού ήταν;»

  «Ίσως από συγγενείς της Λαν Χουά. Ίσως από κάποιον που ταίριαξε με κάποια από τις κοπέλλες που συναντούσε στα υπόγειά του ο Γουέν-Τσενγκ. Μπορεί να έμαθε τί είχε γίνει.  Μπορεί να ήθελε να τον εκδικηθεί. Μπορεί και από τον πατέρα κάποιας από τις νυχτερινές επισκέπτριες.»  

   Ο Γουέι Τζεν έδειξε το δίκοπο σπαθί που είχε ακουμπήσει δίπλα στο τραπέζι.

   «Το σπαθί είναι άριστα ακονισμένο. Ήταν δικό του;»

   «Όχι.»

   «Ποιος του το έδωσε;»

   «Εγώ.»

   «Ώστε να μην αποτύχει.»

   «Ναι.»

  Ο Γουέι Τζεν τον κοίταξε στα μάτια.

  «Κι αν αποτύγχανε;»

  Ο γραμματέας δεν δίστασε.

  «Πάλι θα μας συνέφερε.»

   «Εξήγησέ το.»

   «Θα λέγαμε ότι σχεδίαζε τη δολοφονία εδώ και πολύ καιρό.»

   «Και γιατί να το πιστέψει κανείς;»

  «Γιατί υπήρχαν ήδη περιστατικά.»

   «Ποια περιστατικά;»

   «Δεν ήταν η πρώτη φορά που πλησίαζε στα κτήματα του πολέμαρχου. Είχε γίνει αντιληπτός.»

   «Από ποιον;»

   «Από τη Χουά Ζι-Γκιάο... τη γυναίκα του Χουά Σιν.»

  «Τον είχε δει;»

  «Ένα βράδυ.»

  «Το γνώριζες;»

  «Μου το είχε πει ο ίδιος.»

    Ο Γουέι Τζεν έγνεψε αργά.

    «Δηλαδή, ακόμη κι αν αποτύγχανε, θα έπεφτε όλο το βάρος επάνω του.»

   «Ναι.»

   «Κανείς δεν θα έψαχνε εκείνον που τον έστειλε.»

   Ο γραμματέας δεν απάντησε. Η σιωπή του ήταν αρκετή.

   «Κι αν πετύχαινε;»

   Ο γραμματέας σήκωσε αργά το βλέμμα.

   «Του είχα δώσει εντολή να φύγει αμέσως.»

   «Πού;»

   «Μακριά από το Λο Τζιάνγκ. Να μη σταματήσει πουθενά.»

   «Με ποια χρήματα;»

   «Του είχα δώσει αρκετά. Είχα δώσει και στη μητέρα του.»

   «Γιατί και στη μητέρα του;»

   «Για να μην τον περιμένει.»

   «Έφυγε;»

   «Ναι. Είχε αναχωρήσει λίγες ημέρες νωρίτερα.»

    «Ώστε όλα ήταν κανονισμένα.»

    «Αν ο πολέμαρχος πέθαινε, ο Πενγκ Γιού θα εξαφανιζόταν. Όταν θα άρχιζαν οι έρευνες, δεν θα υπήρχε ούτε εκείνος ούτε η μητέρα του.»

   Ο Γουέι Τζεν έμεινε για λίγο σιωπηλός.

   «Κι αν τον έπιαναν στον δρόμο;»

   Ο γραμματέας ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

   «Τότε θα πέθαινε.»

   «Δεν σε ένοιαζε;»

   «Ήξερε τον κίνδυνο.»

   Ο Γουέι Τζεν τον κοίταξε σταθερά.

   «Όχι. Δεν τον ήξερε. Ήξερε μόνο όσα του είπες εσύ.»

   «Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις αποφάσεις του. Εκείνος το είχε αποφασίσει. Εγώ απλά τον βοήθησα να το πράξει. Θα γινόταν αργά ή γρήγορα και χωρίς εμένα.»

  «Μας μίλησες για ανθρώπους, διαδρομές, επιστολές και σχέδια. Δεν μου είπες όμως το σημαντικότερο.»

   Σιωπή.

   «Ποιος είσαι πραγματικά;»

   Ο Γουέι Τζεν πλησίασε.

   «Ποιο είναι το πραγματικό σου όνομα;»

   Ο γραμματέας δεν απάντησε αμέσως. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα.

   «Είμαι αξιωματικός των Νότιων Μινγκ.»

   «Αυτό το ξέρω.  Το όνομα θέλω.»

   «Κάποιος που απέτυχε» απάντησε ειρωνικά ο γραμματέας. 

   Η ομολογία έμεινε να αιωρείται μέσα στην καλύβα. Η Λου Σινγκ άνοιξε αργά το μικρό δερμάτινο σακούλι που κρεμόταν από τη ζώνη της. Έβγαλε ένα μικρό κεραμικό φιαλίδιο και το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι.

   Ο γραμματέας το κοίταξε.

   «Τί είναι;»

   «Δηλητήριο.» του απάντησε κοφτά ο Γουέι Τζεν.

   «Όλα θα γίνουν γρήγορα», του είπε ήρεμα η Λου Σινγκ. «Χωρίς πόνο. Χωρίς δημόσια διαπόμπευση.»

    Ο Γουέι Τζεν δεν μίλησε. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ σηκώθηκε από το κρεβάτι.

   «Σου απομένει μία τελευταία επιλογή.»

   Το βλέμμα του γραμματέα έπεσε πάνω στο μικρό φιαλίδιο. Είχε μία  επιλογή. Να δοκιμάσει το δηλητήριο του Λιού Γιουάν. Η Λου Σινγκ είχε ετοιμάσει μια γερή δόση ώστε ο θάνατος να είναι ανακούφιση και όχι αργή τιμωρία.

   Το βλέμμα του γραμματέα θόλωσε. Τα χέρια του χαλάρωσαν και το σώμα του έγειρε στο πλάι.
Η Λου Σινγκ πλησίασε, έλεγξε την αναπνοή του και έγνεψε αργά.

   «Τελείωσε.»

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ κοίταξε για λίγο το άψυχο σώμα του γραμματέα.

«Μόλις τελειώσουμε εδώ, κάντε με το πτώμα του ό,τι νομίζετε.»

Ύστερα στράφηκε προς τον Γουέι Τζεν.

«Η Λούο Τζινγκ;»

«Βρίσκεται ήδη στο σπίτι του Χουά Σιν. Η Χουά Ζι-Γκιάο είναι μαζί της, όπως διατάξατε.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έγνεψε καταφατικά.

«Θα την επιστρέψετε στην Τσενγκντόνγκ. Θα πας εσύ μαζί με τη Λου Σινγκ. Θα της δώσετε κάποια  χρήματα για να μπορέσει να ζήσει.»

Σταμάτησε για μια στιγμή.

   «Στο Λο Τζιάνγκ δεν πρόκειται να ξαναπατήσει.»

 

 

η προξενική πρόταση για τον Λι Γουέν-Τσενγκ

   Στο χωριό Λο Τζιάνγκ, στην επαρχία του νότου, ο χειμώνας είχε αρχίσει να βαραίνει τα κεραμίδια του αρχοντικού των Λι. Ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ στεκόταν στην εσωτερική αυλή, κοιτάζοντας τις γυμνές ροδιές. Το σπίτι είχε γίνει πιο σιωπηλό, κι ας υπήρχαν υπηρέτες και η κόρη του, η Τιάν-Μι.  Σε λίγο καιρό όταν εκείνη θα παντρευόταν το σπίτι του θα έμενε μόνο.

   Οι σχέσεις του με τις παλλακίδες, όπως με τη Σιάο-Γινγκ, είχαν αποδειχθεί κενές. Όμορφη, υπάκουη, αλλά χωρίς τη δύναμη να σταθεί δίπλα του ως ισότιμη. Κι έπειτα υπήρξε η απόπειρα της Λαν Χουά, μια προδοσία που λίγο έλειψε να τον κοστίσει τη ζωή. Από τότε, δεν εμπιστευόταν εύκολα. Και ακόμη χειρότερα η ζωή του οφειλόταν στην πόρτα μιας καλύβας που δεν πρόλαβε να την ανοίξει ο εκτελεστής του, αυτός ο Πενγκ Γιού. Τον είχε σταματήσει ο Γουέι Τζεν, ο νέος φύλακας των κτημάτων. ‘Ηταν παράλογο. Να έχει περάσει τόσους κινδύνους στις εκστρατείες και στις εκκαθαρίσεις και οι δύο απόπειρες να είχαν γίνει στην έδρα του.

   Εκείνο το απόγευμα, η αδελφή του, η Λι Σου-Γιάν, μπήκε στο γραφείο του χωρίς τυπικότητες. Ήταν η μόνη που τολμούσε.

   «Αδελφέ», είπε ήρεμα, «όταν η Τιάν-Μι φύγει, ποιος θα κάθεται σε αυτό το τραπέζι απέναντί σου; Οι παλλακίδες; Οι στρατιώτες; Το κρασί;»

   Εκείνος δεν απάντησε.

   «Έχω τρεις γιους», συνέχισε. «Και μετά από αυτούς, εσύ είσαι ό,τι πολυτιμότερο έχω. Δεν μπορώ να σε βλέπω να σβήνεις μέσα στη σιωπή. Και δεν μπορώ να αφήσω τη γενιά των Λι χωρίς διάδοχο. Χωρίς αγόρι.»

   Έκανε μια μικρή παύση μετά από αυτή την απότομη επιθετική στάση. Μαλάκωσε τη φωνή της.

   «Και όταν ξεκινάς για τις εκστρατείες σου μόνο εγώ ξέρω πόσο ανησυχώ. Αν θα γυρίσεις σώος, χωρίς τραυματισμό. Αν θα γυρίσεις ο ίδιος και όχι κάποιος άλλος. Ο Γουάνγκ Τσε-Λιν έχει μεγαλώσει και εσύ είσαι το μόνο μας στήριγμα. Εσένα έχουν τα παιδιά ως πρότυπο. Και εξαφανίστηκε και  αυτός ο Τσεν Γιου-Σιν. Μας κρατούσε συντροφιά και έφερνε τα νέα που είχε ακούσει, τις ειδήσεις σε ποιο χωριό  βρισκόσαστε. Ήταν δαιμόνιος.»

  «Θα βρήκε αλλού καλύτερη δουλειά» της απάντησε ο αδελφό της.

 «Αποκλείεται. Καλύτερα από εμάς…»

 «Κάποιες φορές οι άνθρωποι κουράζονται να δουλεύουν στους ίδιους ανθρώπους. Χρειάζονται κάποια αλλαγή. Μπορεί να γύρισε στον τόπο του.»

  «Ίσως…» απάντησε η Λι Σου-Γιάν. «Αλλά ούτε μια ειδοποίηση…»

  «Αν σας ενημέρωνε θα κάνατε τα πάντα για να τον κρατήσετε. Δεν θα του αφήνατε χώρο να αποφασίσει. Και οι συναισθηματικοί άνθρωποι κάμπτονται  εύκολα.»

  «Έχεις δίκηο» συναίνεσε στα λόγια του η Λι Σου-Γιάν. 

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έσφιξε τα δάχτυλα πίσω από την πλάτη του. Δεν ήθελε να αποκαλύψει ότι ο γραμματέας, ο τόσο αγαπητός σε όλους, ήταν εκείνος που θα του στερούσε τη ζωή. Η αναστάτωση που θα έφερνε στη Λι Σου-Γιάν και στον άνδρα της, τον Γουάνγκ Τσε-Λιν θα ήταν τόσο μεγάλη αν μάθαιναν όλη την αλήθεια. Θα θεωρούσαν τον εαυτό τους ένοχο που τον είχαν εμπιστευθεί. Η τιμή, το αίμα, η συνέχεια του ονόματος ήταν πράγματα που ένας πολέμαρχος καταλάβαινε καλύτερα από τον καθένα.

   «Και τί προτείνεις;» την ρώτησε τελικά.

   «Δέσμευση. Γάμο. Αυτή τη φορά σίγουρο. Με  γυναίκα που να την ξέρουμε. Όχι ξένη.»

   Η Λι Σου-Γιάν είχε ήδη έτοιμη την απάντηση. Μια χήρα από καλή οικογένεια, μορφωμένη, χωρίς παιδιά, χωρίς σκιές στο παρελθόν της. Μια γυναίκα που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα του, όχι πίσω του.

   «Δεν σου μιλώ για έρωτα», του είπε σταθερά. «Σου μιλώ για ισορροπία. Για σπίτι. Για γιο.»

   Στην αυλή ακούστηκε ο αέρας να περνά μέσα από τις καλαμιές. Ο Λι γνώριζε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει μόνο με τη δύναμη του σπαθιού του. Ο χρόνος δεν χαρίζεται ούτε στους πολέμαρχους. Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν απέρριψε αμέσως την ιδέα του γάμου.

   Η Τιάν-Μι, κρυμμένη πίσω από την κουρτίνα, άκουγε με καρδιά γεμάτη αγωνία τις λέξεις που έπαιρναν μορφή μέσα στον αέρα του δωματίου. Η φωνή της Λι Σου-Γιάν ήταν ήρεμη, αλλά γεμάτη αποφασιστικότητα.

     «Ο έρωτας δεν αρκεί, αδελφέ», συνέχισε εκείνη, αναστενάζοντας ελαφρά, κάνοντας μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε τα ίδια της τα λόγια. Δεν τον κοίταξε στα μάτια· το βλέμμα της στάθηκε σε ένα αόριστο σημείο του δωματίου, σαν να μιλούσε στον νεανικό της εαυτό, στις σκέψεις που κάποτε την είχαν παρασύρει, στα δάκρυα που κάποτε είχαν κυλήσει από τα μάτια της και στις  σιωπηλές πικρίες που ακολούθησαν.

   «Τα πυροτεχνήματα δεν μπορούν να σβήσουν το σκοτάδι, αν δεν πετύχουν τον στόχο τους. Σαν τον ουρανό χωρίς αστέρια, σαν τη γη χωρίς καρπό. Αν δεν αφήσεις απόγονο, αν δεν συνεχίσει το όνομά μας, η ζωή σου θα είναι σαν κενή ηχώ».

   Η Τιάν-Μι ένιωσε τα λόγια αυτά να την πληγώνουν σαν βέλη. Η θεία της η Λι Σου-Γιάν μιλούσε με σκληρότητα, μια αλήθεια αδυσώπητη που έμοιαζε να μιλάει για την απώλεια, για την εξαφάνιση της οικογένειας, για την αμετάκλητη αλήθεια του χρόνου που δεν περίμενε κανέναν.

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, όμως, δεν φαινόταν να την ακούει τόσο στεναχωρημένος όσο η Τιάν-Μι. Στην πραγματικότητα, η σκέψη του γύρισε σε κάτι άλλο, σε μια άλλη πρόταση που είχε κάνει και εκείνος πολλές φορές στον εαυτό του.

   «Έχω απόγονο», είπε, σχεδόν με θυμό, σαν να αμφισβητούσε την ίδια του την αδελφή. «Η Τιάν-Μι είναι ο γιος μου, το αίμα μου.»

    Η Λι Σου-Γιάν όμως, δεν είχε καμία αμφιβολία στην αυστηρότητά της: «Αν είναι σίγουρα δικός σου, και όχι του Ξιάο-Γου, του εξαδέλφου της. Δεν μπορείς να αφήσεις το μέλλον της γενιάς μας στα χέρια αυτών που δεν ανήκουν ολοκληρωτικά σε εσένα. Μην λες λόγια, αδελφέ μου. Η αλήθεια είναι αυτή που φαίνεται, όχι αυτή που πιστεύεις ότι είναι.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ανασηκώθηκε από την καρέκλα του. Κοίταξε την αδελφή του με τα μάτια μισόκλειστα. Αμφιβολίες και θυμός μπλέκονταν στο μυαλό του.  Ήξερε, όμως, ότι η αλήθεια που του έλεγε η Λι Σου-Γιάν ήταν απόλυτη. Χωρίς απογόνους, το όνομα Λι δεν θα υπήρχε.

   Η Τιάν-Μι ένιωθε το αίμα της να παγώνει και την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα όσο άκουγε τις κουβέντες της Λι Σου-Γιάν να ξετυλίγονται. Η φωνή της αδελφής του πατέρα της είχε έναν τόνο που δεν άφηνε περιθώρια για ελπίδα, για αμφιβολία. Κάθε λέξη, κάθε σκέψη που διαπερνούσε τον αέρα του δωματίου, ένιωθε σαν να την πιέζει, σαν να την καταπίνει.

   Το στόμα της ήταν στεγνό. Ανάμεσα στις σκιές της κουρτίνας, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, παρακολουθώντας την κάθε κίνηση. Η Λι Σου-Γιάν συνέχιζε να μιλά με τον ίδιο ψυχρό τόνο, σαν να εξηγούσε κάτι αυτονόητο, κάτι που δεν χρειαζόταν συζήτηση. Η αναφορά στη μητέρα της, στη μοίρα της γυναίκας που είχε φύγει, την έστρεψε ξανά πίσω στον χρόνο.

   “Δεν ξέρουμε αν εκείνη πέθανε ή έφυγε μαζί του στα βουνά,” είπε η αδελφή του στον Λι Γουέν-Τσενγκ με αδιαφορία. “Κάποιοι είπαν ότι την είδαν στις καλύβες των ρητινοσυλλεκτών. Άλλοι, ότι πέθανε και εκείνος γύριζε μόνος του. Η αλήθεια δεν θα αποδειχθεί ποτέ. Αλλά, εσύ πρέπει να συνεχίσεις, αδελφέ. Σε λίγο θα μείνεις μόνος και θα κυνηγάς τις ευκαιρίες.”

   Οι λέξεις αυτές μπήκαν σαν καρφιά στο μυαλό της Τιάν-Μι. Η μητέρα της είχε φύγει για πάντα, μα η αδελφή του πατέρα της μιλούσε για αυτήν σαν να ήταν απλώς ένα φάντασμα, κάτι που έπρεπε να ξεχαστεί. Αλλά το πρόσωπο της μητέρας της ήταν ακόμα ζωντανό στη σκέψη της, και εκείνη, με τα λυπημένα μάτια, ήξερε ότι οι ιστορίες που λέγονταν για την εξαφάνιση της ήταν γεμάτες κενά, μυστήρια, και παγίδες.

    Αυτό που είπε η Λι Σου-Γιάν, όμως, την πάγωσε ακόμη περισσότερο. «Εκτός αν έχεις κάνει παιδιά με τις κοπέλες στις περιοχές που κάνετε εκκαθαρίσεις. Αλλά αν είχες, κάποιο από αυτά δεν θα ερχόταν; Δεν θα το έστελνε η μάνα του να σε βρει;»

   Η Τιάν-Μι ένιωσε μια ελαφριά αναγούλα στο στομάχι της. Η σκέψη ότι ο πατέρας της είχε σχέσεις με γυναίκες στις περιοχές των εκκαθαρίσεων, είχε αφήσει απόγονους που δεν τολμούσαν να έρθουν για να τον βρουν, την έκανε να αισθάνεται ξένη, να αμφισβητεί την ίδια της την ύπαρξη. Ήταν σαν να μιλούσαν για έναν άντρα, μια φιγούρα στον πόλεμο, χωρίς συναίσθημα, χωρίς οικογένεια, χωρίς δεσμούς.

   Η Λι Σου-Γιάν συνέχιζε ατάραχη: «Ούτε με τη Σιάο-Γινγκ έκανες παιδί. Την είχες μαζέψει μέσα σε αυτό το σπίτι τόσο καιρό και εκείνη δεν σου έδωσε αυτό που στο βάθος επιζητούσες. Για αυτό την έδιωξες. Πόσες φορές δεν είχε προσπαθήσει να μου μιλήσει, και εγώ την είχα αποφύγει. Αν μία σε αγάπησε πραγματικά, αυτή θα πρέπει να ήταν. Και τώρα, άντε να την βρεις.»

   «Μετά ήθελες εκείνη την συντόπιτισσά της από το Λιού-Τζιάο, τη Λούο Τζινγκ», είπε η Λι Σου-Γιάν, «όλα μαθαίνονται αδελφέ... Οι στρατιώτες βλέπουν, οι έμποροι σχολιάζουν, οι κοπέλλες κάνουν όνειρα και τα εξομολογούνται στις φίλες τους και στις γυρολόγες που διαβάζουν τα άστρα και λένε την τύχη». Η φωνή της γεμάτη αδιαφορία και αυστηρότητα συνέχισε «Και την άφησες εκεί να περιμένει. Ήθελες να τις έχεις και τις δύο. Ευτυχώς που εκείνη ήταν πιο έξυπνη και βρήκε τον αξιωματικό της και σώθηκες. Εκείνη θα σε τύλιγε με τις χάρες της και μαζί σου και εμάς. Λίγο έλειψε να τα καταφέρει. Δεν δίστασε να φτάσει μέχρις εδώ. Ας ελπίσουμε ότι ξεκουμπίστηκε στη Γιουνάν.»

   Η Λι Σου-Γιάν συνέχισε, αυτή τη φορά με πιο μεγαλύτερη σιγουριά: «Αν δεν θέλεις μια ώριμη γυναίκα που μπορεί να κάνει ακόμη παιδιά, μπορώ να σου βρω νέες κοπέλλες. Είναι πολλές που σε θαυμάζουν, έτσι τουλάχιστον αφήνουν να εννοηθεί, και αυτές και οι μητέρες τους. Τόσες κυρίες της τάξης μας έχουν πει: 'Μακάρι να εύρισκε η κόρη μας έναν άντρα τόσο γενναίο και σπουδαίο όσο τον Λι Γουέν-Τσενγκ.' Άλλες είναι στην ηλικία της κόρης σου, άλλες λίγο μεγαλύτερες από αυτήν. Εξαρτάται αν δεν σε φοβίζουν τα σχόλια. Αν θέλεις, μπορώ να απευθυνθώ σε κάποιες από αυτές.»

   Η φωνή της χαμήλωσε, καθώς ανέφερε μερικά ονόματα, το καθένα από αυτά να είναι σαν νέα δυνατότητα για τη στρατηγική της.

   «Η Γουόνγκ Μάο, για παράδειγμα, από την οικογένεια των Γουόνγκ, είναι κοντά στην ηλικία της Τιάν-Μι, με μια αξιοπρεπή παρουσία και την απαιτούμενη καλλιέργεια. Αν την κοιτάξεις, θα καταλάβεις ότι μπορεί να φέρει τη συνέχεια που επιθυμείς», πρόσθεσε, η έκφρασή της σχεδόν βαρύγδουπη, σαν να προτείνει κάποιο ανεκτίμητο αγαθό.

   «Και η Τσανγκ Λιού, η κόρη του Τσανγκ Χουά από την κοντινή επαρχία, είναι λίγο μεγαλύτερη. Θα μπορούσε να γίνει μια δυνατή σύμμαχος για την οικογένεια. Είναι όμορφη, έξυπνη, και οι κοινωνικές της σχέσεις είναι ευρύτατες. Έχει ήδη αποδείξει την αξία της με τη συμμετοχή της στις κοινωνικές εκδηλώσεις της περιοχής μας.»

   Η Λι Σου-Γιάν έσκυψε λίγο μπροστά, κοιτάζοντας τον Λι Γουέν-Τσενγκ, προσπαθώντας να τον πείσει, να του ανοίξει νέες δυνατότητες, χωρίς καμία απολύτως τύψη.

   «Εξαρτάται από εσένα αν δεν σε φοβίζουν τα σχόλια, φυσικά», και συνέχισε «Αν θέλεις, μπορώ να απευθυνθώ σε κάποιες από αυτές, όπως την Γουόνγκ Μάο ή την Τσανγκ Λιού. Είναι κοπέλλες  από καλές οικογένειες, και όλοι γνωρίζουν την αξιοπρέπεια τους. Αν αποφασίσεις να μην περιμένεις περισσότερο, μπορείς να διαλέξεις μία από αυτές για να συνεχίσεις.»

    Η Λι Σου-Γιάν άφησε το βάρος των λόγων της να πέσει με σταθερότητα και απόλυτη βεβαιότητα. Η κουβέντα είχε πια περάσει σε ένα άλλο επίπεδο, πιο επισημοποιημένο, όπου τα συναισθήματα και οι προσωπικές επιθυμίες φαίνονταν να υποχωρούν μπροστά στην ψυχρή λογική της κοινωνικής διαπραγμάτευσης.

   «Οι επιτυχημένοι γάμοι», είπε με απόλυτη σιγουριά, «οι γάμοι που κρατούν, δεν γίνονται με κοπέλες που δεν τις ξέρουμε. Δεν γίνονται με κοπέλες που δεν γνωρίζουμε τις οικογένειές τους. Όλα φαίνονται φυσικά, και ας είναι από πίσω πλήρως διευθετημένα και οργανωμένα. Το παν είναι να ξέρει κανείς πώς να παρουσιάσει μια πρόταση και αυτός που την ακούει να καταλαβαίνει ακριβώς γιατί τον συμφέρει.»

   Η φωνή της απέκτησε έναν τόνο σαν να δίδασκε τα βασικά ενός μυστικού παιχνιδιού που όχι μόνο εκείνη αλλά αρκετοί άλλοι είχαν μάθει να παίζουν καλά. Εννοούσε ότι η επιτυχία δεν στηρίζεται στην τύχη ή στις συναισθηματικές αποφάσεις. Αντιθέτως, βασίζεται στην οργάνωση, στην κατασκευή των καταλληλότερων συμμαχιών και στην εξασφάλιση του συμφέροντος του κάθε εμπλεκόμενου.

    «Αυτός που αποφασίζει», συνέχισε, «πρέπει να κατανοήσει τη σημασία της σύνδεσης. Πρέπει να αναγνωρίζει το κέρδος που θα του φέρει ο γάμος. Όσο κι αν φαίνεται ότι πρόκειται για προσωπική απόφαση, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια κοινωνική συμφωνία που έχει διευθετηθεί από οικογένειες και συμφέροντα. Αν δεν το έχεις καταλάβει αυτό, τότε κάθε γάμος καταλήγει να είναι απλώς μια προσωρινή αναταραχή χωρίς διάρκεια.»

   Η Λι Σου-Γιάν έριξε ένα βλέμμα προς τον Λι Γουέν-Τσενγκ, έτοιμη να προσθέσει το τελευταίο και πιο κοφτό της επιχείρημα:

   «Αυτός είναι και ο λόγος που όλοι οι μεγάλοι γάμοι του παρελθόντος, οι γάμοι που πραγματικά κράτησαν, δεν έγιναν τυχαία. Έγιναν γιατί οι οικογένειες που τους προώθησαν ήξεραν πώς να δημιουργήσουν τις σωστές συνθήκες. Ήξεραν πώς να παρουσιάσουν μια πρόταση. Και εκείνη τη στιγμή, ο γάμος δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια συμφωνία, ένα βήμα που επηρεάζει όλο το μέλλον.»

   Αυτά τα λόγια της έμοιαζαν τόσο ψυχρά όσο και ο τόνος της, χωρίς ίχνος προσωπικής συναισθηματικής εμπλοκής, και όμως έφεραν μαζί τους μια δύναμη που δύσκολα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Για τη Λι Σου-Γιάν, οι γάμοι δεν ήταν παρά μια επιχείρηση, μια επιχείρηση που εάν διεξαχθεί με σύνεση, με την καλή παρουσίαση και την εξασφάλιση του συμφέροντος, μπορεί να οδηγήσει σε μια σταθερή και ευημερούσα συνέχεια.

   Αυτά τα λόγια ήταν για εκείνη μια αλήθεια. Είχαν παραδοθεί με απόλυτη βεβαιότητα, σαν να προσδιόριζαν την ίδια την ουσία του κοινωνικού παιχνιδιού, του τρόπου που οι οικογένειες διατηρούν την ισχύ τους και η δυναστεία τους διαρκεί πέρα από τα ατομικά συμφέροντα.

   Τα λόγια της Λι Σου-Γιάν έβγαιναν με τέτοια φυσικότητα, σαν να μην υπήρχε καμία αμφιβολία στο τι έπρεπε να γίνει, σαν να ήταν ο δρόμος που όλοι έπρεπε να ακολουθήσουν για να συνεχίσουν την ιστορία τους. Μιλούσε για τις γυναίκες σαν να ήταν απλώς επιλογές σε έναν χάρτη στρατηγικής, κομμάτια του παζλ που έπρεπε να τοποθετηθούν σωστά για να μην χαθεί η πορεία της οικογένειας.

   Η Τιάν-Μι δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη θυμό της, αλλά παρέμενε σιωπηλή, κρυμμένη στην άκρη της σκιάς. Οι λέξεις της Λι Σου-Γιάν της έδειχναν πόσο βαθιά είχε ριζώσει το σύστημα γύρω τους, πόσο το ίδιο το μέλλον της οικογένειας θεωρούταν κάτι το απτό, κάτι που μπορούσε να ρυθμιστεί με τις σωστές κινήσεις.

   Αλλά για την Λι Σου-Γιάν, αυτές οι γυναίκες ήταν απλώς εργαλεία. Και το ίδιο ακριβώς σκηνικό, με την ίδια ψυχρότητα, επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά: η ανάγκη για κληρονόμους, για απόγονους, για την οικογενειακή συνέχεια.

 

 

οι ενδόμυχες σκέψεις της Τιάν-Μι

   Η Τιάν-Μι στέκονταν ακίνητη πίσω από την κουρτίνα, προσπαθώντας να καταπιεί την ένταση που ένιωθε να την πνίγει. Όλα όσα είχε ακούσει από την Λι Σου-Γιάν, η συζήτηση που εξελισσόταν μπροστά της με τον πατέρα της, τον Λι Γουέν-Τσενγκ, είχαν φέρει στη σκέψη της εικόνες και ερωτήματα που ποτέ δεν είχε τολμήσει να σκεφτεί. Ο κόσμος της ήταν μια σφαίρα που δεν άγγιζε ποτέ τις πραγματικές σχέσεις των ανθρώπων, τις δικές της συναισθηματικές ανάγκες, την οικογενειακή της ζωή. Τώρα όμως, όλα αυτά φαίνονταν να καταρρέουν με έναν τρόπο που την έκανε να αισθάνεται αβοήθητη.

   Πώς θα ήταν, αν ο πατέρας της παντρευόταν; Ο γάμος του Λι Γουέν-Τσενγκ με μια άλλη γυναίκα, είτε χήρα είτε νεαρή κοπέλα της ηλικίας της, ήταν κάτι που η ίδια δεν είχε ποτέ φανταστεί. Η σκέψη της προκάλεσε μια ζοφερή αίσθηση στο στήθος της, σχεδόν σαν κάτι άγνωστο που ξαφνικά την καταλάμβανε και την έπνιγε. Θα την ήθελε αυτή την αλλαγή; Η Τιάν-Μι δεν μπορούσε να δεχτεί να μοιραστεί τον πατέρα της με μια άλλη γυναίκα, και πόσο μάλλον, με μια γυναίκα της δικής της ηλικίας ή ακόμα και λίγο  μεγαλύτερη.

    Πώς θα μπορούσε να το δεχτεί; Αναρωτήθηκε ξανά και ξανά. Πώς θα μπορούσε να αποκαλεί μητέρα μια άλλη γυναίκα; Αυτή η σκέψη την γέμιζε με απορία και αμηχανία. Η Τιάν-Μι δεν ήξερε αν ήταν πρόθυμη να παραδώσει σε άλλη γυναίκα το ρόλο που είχε πάντα η ίδια στη ζωή του Λι Γουέν-Τσενγκ. Η μητέρα της είχε πεθάνει όταν εκείνη ήταν ακόμα μικρή. Αν μια άλλη γυναίκα αναλάμβανε αυτόν τον ρόλο, τι θα συνέβαινε με τη δική της θέση στη ζωή του;

   Αυτό το ενδεχόμενο φαινόταν αδιανόητο, παράλογο, και παράλληλα τρομακτικό. Η Τιάν-Μι δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της δίπλα σε μια άλλη γυναίκα που θα προσπαθούσε να καταλάβει τη θέση της στη «θεωρία» του σπιτιού τους, αλλά και τη σχέση που είχε με τον πατέρα της.

   Αλλά οι εικόνες που την προβλημάτιζαν δεν τελείωναν εκεί. Η φωνή της Λι Σου-Γιάν είχε φέρει άλλες σκέψεις, πιο σκοτεινές και απρόβλεπτες. Η αδελφή του πατέρα της είχε αναφέρει τις σχέσεις του Λι Γουέν-Τσενγκ με νεαρές κοπέλες και παλλακίδες, χωρίς κανέναν δισταγμό. Η εικόνα του πατέρα της, όπως τον είχε φανταστεί η Τιάν-Μι για όλη της τη ζωή, ο ισχυρός πολέμαρχος, ο ήρωας που την είχε μεγαλώσει με την στοργή ενός πατέρα, αλλά και την αυστηρότητα ενός ηγέτη,  τώρα έμοιαζε να αποδομείται στα μάτια της. Πώς της φαινόταν η ιδέα ότι ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε άλλες γυναίκες εκτός από εκείνη; Πώς θα μπορούσε να δεχτεί την εικόνα του ως εραστή νεαρών κοριτσιών, παλλακίδων που απλώς ήταν «εργαλεία» για να συνεχιστεί η δυναστεία του;

    Η Τιάν-Μι δεν είχε ποτέ φανταστεί τον πατέρα της με αυτόν τον τρόπο. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι εκείνος είχε μια ζωή πέρα από τη δική της, ότι οι σχέσεις του με άλλες γυναίκες ήταν τόσο διαφορετικές από τη δική τους πατρική σχέση. Η Λι Σου-Γιάν είχε μιλήσει για τον πατέρα της με μια απόσταση, σαν να τον παρουσίαζε ως έναν άντρα που απλώς έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει, χωρίς συναίσθημα, χωρίς αμφιβολίες. Αλλά για την Τιάν-Μι, αυτή η εικόνα ήταν συντριπτική. Η ιδέα ότι ο πατέρας της είχε ερωτικές σχέσεις με άλλες γυναίκες, με κοπέλες σαν την Σιάο-Γινγκ, ή με κάποια άλλη παλλακίδα, της προκαλούσε έναν πόνο που δεν ήξερε πώς να τον εκφράσει.

   Η Τιάν-Μι καθόταν σιωπηλή, οι σκέψεις της έτρεχαν ασταμάτητα, προσπαθώντας να κατανοήσει κάτι που φαινόταν αδιανόητο για εκείνη. Πώς μπορούσαν να τον θέλουν κοπέλλες της ηλικίας της; Η ιδέα ότι νέες γυναίκες, κοντά στην ηλικία της, έβλεπαν τον πατέρα της, τον Λι Γουέν-Τσενγκ, με εκείνον τον τρόπο, την έκανε να αισθάνεται αμηχανία και σύγχυση. Τι ήταν εκείνο που έκανε αυτά τα κορίτσια να θέλουν έναν άντρα τόσο μεγαλύτερο τους;

   Η Τιάν-Μι δεν μπορούσε να το καταλάβει. Η ίδια ποτέ δεν είχε σκεφτεί μια τόσο μεγάλη διαφορά ηλικίας ως κάτι που θα την προσέλκυε, ούτε είχε αναρωτηθεί τι μπορούσε να βρίσκει μια νέα γυναίκα σε έναν άντρα με τόσα χρόνια παραπάνω. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν για εκείνη ο πατέρας, το πρότυπο του ισχυρού άντρα, του πολεμάρχου, του φύλακα του σπιτιού και της οικογένειας. Δεν υπήρχε καμία γοητεία γι' αυτήν σε μια σχέση με έναν άντρα που θα μπορούσε να είναι ο πατέρας της. Αλλά αυτά τα κορίτσια, η Γουόνγκ Μάο, η Τσανγκ Λιού, και όλες οι άλλες που είχε ακούσει να συζητούν, γιατί τον έβλεπαν με άλλους μάτια; Πώς τον ήθελαν;

   «Να ήξεραν κάτι που εγώ δεν ξέρω;» σκέφτηκε. Μήπως υπήρχε κάτι που διέφευγε από την κατανόησή της, κάτι που έκανε αυτές τις κοπέλες να τον επιθυμούν; Ίσως ήταν η δύναμή του, η εξουσία του, αυτή η αίσθηση του μεγαλείου που τον περιέβαλλε. Ήταν όντως ελκυστικός για αυτές γιατί ήταν άντρας που είχε περάσει μέσα από τόσες μάχες, που είχε δει τόσο πολλά και είχε καταφέρει τόσα πολλά στη ζωή του; Ήταν εκείνο το αίσθημα της εμπειρίας, της δύναμης, που έκανε τον Λι Γουέν-Τσενγκ ελκυστικό για αυτές τις νεαρές γυναίκες; Η εικόνα του ως «πολέμαρχου» και όχι μόνο ως πατέρα, την έκανε να αναρωτιέται αν ίσως υπήρχε κάτι σαγηνευτικό στην προσωπικότητά του που ξεπερνούσε απλώς την εξωτερική του εμφάνιση.

   Μήπως ήταν η ανάγκη τους για άμεση αναρρίχηση; Μπορεί να ήταν αυτό που τις έκανε να στρέφονται προς έναν άντρα σαν τον πατέρα της. Ήταν γυναίκες που ήθελαν να ανέβουν στον κοινωνικό σκαλοπάτι, να βρουν έναν σύζυγο που θα τους εξασφάλιζε θέση και κύρος, όχι απλώς για την προσωπική τους ευτυχία, αλλά για το ίδιο το μέλλον τους. Η επιλογή του σωστού συζύγου για εκείνες, ίσως ήταν περισσότερο μια κοινωνική ανάγκη, μια κίνηση προς την εξασφάλιση της θέσης τους στην κοινωνία. Όσο σκληρό κι αν φαινόταν, αυτός ο γάμος ίσως είχε περισσότερο πρακτική σημασία από ό,τι ρομαντική.

   Αλλά υπήρχε και μια άλλη σκέψη που την ταλάνιζε. Μήπως υπήρχε κάτι στην εμπειρία του πατέρα της στην «ερωτική τέχνη» που τις τραβούσε; Είχε ακούσει πολλές φορές να λέγεται ότι οι μεγαλύτεροι άντρες, αυτοί που είχαν ζήσει και είχαν γνωρίσει τη ζωή με κάθε δυνατό τρόπο, ήταν πιο «ικανοί» στην τέχνη του έρωτα. Μπορεί να ήταν αυτό που έκανε τον Λι Γουέν-Τσενγκ τόσο επιθυμητό για αυτές τις νέες κοπέλες; Η εμπειρία του, το γεγονός ότι είχε περάσει τόσα χρόνια με γυναίκες, που είχαν καταφέρει να τον κερδίσουν ή να τον «χρησιμοποιήσουν» για να εξασφαλίσουν κάτι γι' αυτές, μήπως είχε αφήσει ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στον τρόπο που τις προσέγγιζε;

   Αυτή η σκέψη τη συγκλόνισε. Πώς γινόταν να σκεφτόταν η κάθε μία από αυτές τις κοπέλες την ερωτική σχέση με τον πατέρα της ως κάτι διαφορετικό από εκείνη που είχε ζήσει μαζί του; Αν το «παράδειγμα» του Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν τόσο ισχυρό και ελκυστικό για αυτές τις γυναίκες, μήπως η εικόνα του πατέρα της είχε ήδη διαμορφωθεί με έναν τρόπο που η ίδια δεν είχε ποτέ φανταστεί;

   Η Τιάν-Μι αισθανόταν την ταραχή μέσα της να μεγαλώνει, καθώς η ιδέα ότι οι γυναίκες γύρω της έβλεπαν τον πατέρα της σαν κάποιον απόλυτα ελκυστικό, διαφορετικό από εκείνον που γνώριζε εκείνη, την έκανε να αισθάνεται ξεκομμένη, απομονωμένη από την πραγματικότητα που οι άλλοι ζούσαν. Τα συναισθήματα της αρχικής αποστροφής και του αδιόρατου φόβου έγιναν εντονότερα, καθώς οι εικόνες της Λι Σου-Γιάν για τον πατέρα της, τις παλλακίδες του και τις νέες κοπέλες που τον επιθυμούσαν, κυριάρχησαν στις σκέψεις της.

   Η σκέψη αυτή χτύπησε την Τιάν-Μι σαν κεραυνός, φέρνοντας στο μυαλό της μια διαφορετική διάσταση στην όλη κατάσταση, μια ερμηνεία που δεν είχε σκεφτεί μέχρι τότε. Μήπως η έλξη που ασκούσε ο πατέρας της σε αυτές τις κοπέλλες είχε να κάνει με το γεγονός ότι εμφανιζόταν για λίγο και μετά έφευγε; Ένας άντρας που δεν ήταν εκεί καθημερινά, που δεν έμενε να φθείρεται από την καθημερινή ζωή και τα μικρά ελαττώματα που όλοι οι άνθρωποι φέρνουν μαζί τους.

   Η Τιάν-Μι έμεινε για μια στιγμή χαμένη στις σκέψεις της. Μήπως γι' αυτές τις γυναίκες ο πατέρας της ήταν ένα είδος ιδανικού, που δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να «χαλάσει» από την καθημερινότητα; Όταν κάποιος εμφανίζεται για λίγο και φεύγει, η εικόνα του παραμένει καθαρή, αψεγάδιαστη, σαν μια φλόγα που δεν προλαβαίνει να σβήσει. Δεν μπορείς να τον δεις να φθείρεται από τη ρουτίνα, να τον παρακολουθήσεις να αλλάζει, να παρατηρήσεις τις αδυναμίες του και τις ασχήμιες του. Όταν έρχεται με μια τέτοια παρουσία, γεμάτη ισχύ και μυστηριώδη γοητεία, αυτό το προσωρινό, το παροδικό, το μεταβατικό — ίσως είναι αυτό που τον έκανε τόσο ελκυστικό για αυτές.

   Δεν τον έβλεπαν ποτέ στην καθημερινότητα, δεν ήταν ποτέ εκεί για να αντιμετωπίσουν τις κούραση, τις στιγμές αδυναμίας ή τη συνήθεια που μετατρέπει την εικόνα των ανθρώπων σε κάτι πιο «προσιτό», πιο ανθρώπινο και γήινο. Τον έβλεπαν σαν κάτι που ερχόταν και φεύγει, σαν το φως ενός αστέρα που δεν μπορείς ποτέ να πλησιάσεις για να δεις τις ατέλειές του.

   Η διάρκεια της παρουσίας του, πάντα τόσο περιορισμένη χρονικά, δεν του επέτρεπε να γίνει «καθημερινός», «ανθρώπινος», να γίνει κομμάτι της αδυναμίας και της πραγματικότητας. Έμενε πάντα μια ιδέα στη σκέψη τους, πάντα ένας άντρας με την αυστηρότητα και την εξουσία που μεταφέρει η στρατηγική του, αλλά ποτέ δεν αντιμετώπιζαν την πλευρά του που θα μπορούσε να γίνει κοινή και προσβάσιμη. Ο πατέρας της, αυτός ο άντρας που για εκείνη ήταν πάντα ένα σύμβολο δύναμης και αυστηρότητας, δεν είχε την ίδια φθορά που κουβαλούσαν οι άλλοι άντρες με τις καθημερινές τους αδυναμίες και συνήθειες. Αντίθετα, διατηρούσε τη γοητεία του γιατί δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να τον δουν να αποδυναμώνεται από τη ρουτίνα.

   Αυτό το παιχνίδι της αφαίρεσης, αυτή η ιδέα του άντρα που δεν χρειάζεται να παραμένει «παρών» για να διατηρήσει την επιθυμία, ίσως να ήταν εκείνο που έκανε τις νεαρές γυναίκες να τον βλέπουν ως κάτι ποθητό, χωρίς να θέλουν να τον αμφισβητήσουν ή να διαχειριστούν την καθημερινή του πραγματικότητα. Μπορεί αυτές οι κοπέλες να ήταν γοητευμένες από την ιδέα του ως πατέρα και ως άντρα, αλλά με μια απόσταση, με το μυστήριο που δημιουργεί η έλλειψη πλήρους γνώσης και επαφής.

    Η Τιάν-Μι αναρωτήθηκε για τη δική της θέση σ’ αυτή την εξίσωση. Για εκείνη, ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν πατέρας, ήταν κάτι απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο, αλλά για αυτές τις γυναίκες, μήπως ήταν απλώς ένας μύθος που έρχονταν για λίγο, άφηνε την εντύπωση και φευγαλέα αποχωρούσε; Ίσως δεν ήταν η ανδρική του δύναμη που τις έκανε να τον επιθυμούν, αλλά η ιδέα του ανθρώπου που ποτέ δεν μπορούσε να «χαλάσει», που ποτέ δεν προλάβαιναν να τον γνωρίσουν μέχρι το τέλος του.

   Το να παραμένει στην απομάκρυνση, στην αβεβαιότητα, ίσως τον έκανε πιο ελκυστικό από ό,τι αν είχε μια καθημερινή σχέση με αυτές. Η Τιάν-Μι δεν μπορούσε να φανταστεί τον πατέρα της ως αντικείμενο επιθυμίας από άλλη γυναίκα, αλλά αναγνώριζε πως η απομάκρυνση του από τις καθημερινές σχέσεις ήταν πιθανώς το στοιχείο που έκανε την παρουσία του να φαίνεται τόσο ακατανίκητη.

   Η Τιάν-Μι συνέχισε να αναλογίζεται τις εικόνες που είχαν διαμορφωθεί στο μυαλό της, καθώς οι σκέψεις της έτρεχαν, προσπαθώντας να βρουν μια εξήγηση για την έλξη που ασκούσε ο Λι Γουέν-Τσενγκ στις νεαρές κοπέλες. Μήπως η εικόνα του πατέρα της στις επίσημες εμφανίσεις, πάντα μόνος, με τη σκιά της απώλειας της γυναίκας του να τον συνοδεύει, δημιουργούσε μέσα τους την επιθυμία να καλύψουν αυτή τη "κενή θέση" δίπλα του;

   Η Τιάν-Μι ένιωθε μια άβολη αναγνώριση. Όντως, η εικόνα του Λι Γουέν-Τσενγκ ως ενός άντρα που είχε χάσει τη σύζυγό του με άδικο τρόπο, και είχε μείνει μόνος του για χρόνια, ίσως έστελνε ένα πολύ ισχυρό μήνυμα στις κοπέλλες γύρω του. Αυτός ο “σκοτεινός μύθος”, το ότι ο πατέρας της ήταν κάποιος που δεν είχε «αναπληρώσει» τη γυναίκα του, ίσως τις έκανε να πιστεύουν ότι αν εκείνες καταφέρουν να είναι δίπλα του, θα γεμίσουν το κενό της απώλειας και ίσως, έτσι, θα μπορούσαν να βρουν τη θέση τους δίπλα του, χωρίς ανταγωνισμό.

   Πόσο ισχυρό ήταν αυτό το συναίσθημα για αυτές τις νεαρές γυναίκες; Ένιωθαν το πατρικό κενό, το ότι ο Λι Γουέν-Τσενγκ ποτέ δεν είχε επισημοποιήσει κάποια από τις σχέσεις του από την εποχή του θανάτου της μητέρας της. Η Τιάν-Μι αναρωτήθηκε αν το να κατακτήσουν εκείνη τη θέση δίπλα του, να γίνουν εκείνες η γυναίκα που θα τον συμπλήρωνε, τους έδινε ένα αίσθημα ασφάλειας, κάτι που καμία άλλη δεν είχε το δικαίωμα να απαιτήσει. Η μητέρα της είχε πεθάνει εδώ και χρόνια, και όσο κι αν το γεγονός της απώλειας βάραινε την οικογένεια, καμία άλλη γυναίκα δεν είχε πάρει τη θέση της, τουλάχιστον επίσημα. Όλες οι σχέσεις του Λι Γουέν-Τσενγκ μετά το θάνατο της μητέρας της, όποιες και να ήταν αυτές, δεν είχαν επισημοποιηθεί, ούτε είχαν αναγνωριστεί κοινωνικά και νομικά.

   Και αυτό, στην πραγματικότητα, άφηνε χώρο για κάθε νέα γυναίκα να πιστέψει ότι εκείνη μπορεί να είναι η επόμενη, η εκείνη που θα αποκαταστήσει την τάξη, η γυναίκα που θα μπορούσε να προσφέρει τη συνέχεια και την οικογενειακή συνοχή που είχε χαθεί με την απώλεια της μητέρας της.

   Η Τιάν-Μι ένιωσε για μια στιγμή ότι αυτή η σκέψη είχε μια σκοτεινή λογική. Ίσως οι κοπέλλες δεν τον έβλεπαν απλώς ως έναν πανίσχυρο πολέμαρχο, αλλά ως έναν άντρα που έμοιαζε να αναζητά κάποια να μοιραστεί μαζί του τη ζωή, κάποια που θα μπορούσε να γεμίσει το κενό που είχε αφήσει η περασμένη απώλεια. Ίσως ο πόθος αυτών των νεαρών γυναικών να ήταν ακριβώς αυτό: η ανάγκη για να καλύψουν κάτι που έμοιαζε να έχει χαθεί για πάντα.

   Αλλά εκείνη δεν μπορούσε να δεχτεί αυτή την εικόνα. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν ο πατέρας της. Για εκείνη, δεν υπήρχε καμία άλλη γυναίκα που θα έπρεπε να κατακτήσει τη θέση της μητέρας της δίπλα του. Πώς μπορούσε να δεχτεί την ιδέα ότι μια άλλη γυναίκα, κάποια που θα ήταν ίσως ακόμη πιο νέα από αυτήν, θα τολμούσε να πάρει αυτή τη θέση; Μόνο η Τιάν-Μι μπορούσε να καταλάβει την ανάγκη του πατέρα της, την εσωτερική του μοναξιά, αλλά και το ότι οι κοπέλλες αυτές που τον έβλεπαν με άλλον τρόπο, τον αντιλαμβάνονταν με ένα διευρυμένο βλέμμα, σαν κάτι πιο ενιαίο και ευκαιρία για κοινωνική ανέλιξη, αλλά και αγάπη.

   Ποτέ της δεν είχε σκεφτεί τέτοιες εικόνες για τον πατέρα της. Η αντίληψή της για εκείνον είχε πάντα να κάνει με τη στοργή του, με την προστασία που της παρείχε και την δύναμη που απέπνεε. Τώρα όμως, όλα φαινόταν να ταρακουνιούνται, σαν το θεμέλιο που είχε στήσει η ίδια πάνω στην σχέση τους να γκρεμίζεται χωρίς προειδοποίηση. Κάθε σκέψη της την έφερνε πιο κοντά στο να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή του Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ήταν αυτή που είχε φανταστεί. Αλλά και η δική της ζωή δεν ήταν αυτή που είχε ονειρευτεί. Οι φωνές γύρω της, τα λόγια της Λι Σου-Γιάν, όλα την απομάκρυναν από την αθωότητα και την ασφάλεια που είχε γνωρίσει.

  Πώς θα μπορούσε να συμφιλιωθεί με όλα αυτά; Η σκέψη της Τιάν-Μι ήταν γεμάτη από σύγχυση και θλίψη. Και όσο περισσότερο εξετάζει κανείς ένα δύσκολο πρόβλημα, τόσο περισσότερο εκείνο έχει την ικανότητα να τον τραβά μέσα του και να απορροφά όλη τη σκέψη του.

 

 

το όνειρο της Τιάν-Μι

   Εκείνη τη νύχτα η Τιάν-Μι άργησε να παραδοθεί στον ύπνο. Οι λέξεις της Λι Σου-Γιάν συνέχιζαν να περιφέρονται μέσα στο μυαλό της σαν φύλλα που τα παρασέρνει ο άνεμος. Τα ονόματα των νεαρών γυναικών, οι συζητήσεις για γάμους και συμμαχίες, η ιδέα πως κάποια άγνωστη γυναίκα θα μπορούσε μια μέρα να σταθεί στο πλευρό του πατέρα της, είχαν αναστατώσει βαθιά την καρδιά της.

   Όταν τελικά τα βλέφαρά της βάρυναν, ο ύπνος δεν ήρθε σαν λήθη, αλλά σαν συνέχεια των σκέψεών της.

   Βρέθηκε σε έναν κήπο που έμοιαζε γνώριμος και ξένος μαζί. Οι αυλές του αρχοντικού είχαν χαθεί και στη θέση τους απλώνονταν ανθισμένες δαμασκηνιές. Λευκά πέταλα αιωρούνταν στον αέρα και το φως είχε εκείνη τη χρυσή απόχρωση που έχουν μόνο τα όνειρα.

   Ανάμεσα στα δέντρα στέκονταν οι γυναίκες που είχε ακούσει να αναφέρονται στη συζήτηση. Η Γουόνγκ Μάο, η Τσανγκ Λιού και άλλες μορφές που δεν γνώριζε. Τα πρόσωπά τους ήταν ήρεμα, μα τα βλέμματά τους έμοιαζαν στραμμένα προς μια κοινή προσμονή. Σαν να περίμεναν κάποιον.

   Τότε εμφανίστηκε ένας άντρας στο βάθος του κήπου. Κατέβηκε από το άλογό του ξεζώστηκε το κυρτό μονόκοπο σπαθί του και το κρέμασε σε δερμάτινη θήκη στα πλάγια του αλόγου του.

    Έδειχνε περίπου τριάντα πέντε ετών· αρκετά ώριμος ώστε να αποπνέει αυτοπεποίθηση, αρκετά νέος ώστε να κινείται με αβίαστη ζωντάνια. Η παρουσία του ήταν αδύνατον να περάσει απαρατήρητη.

   Οι γυναίκες στράφηκαν προς το μέρος του. Κάποιες χαμογέλασαν. Άλλες ίσιωσαν ασυναίσθητα τη στάση τους. Καθεμία έμοιαζε να βλέπει σε εκείνον κάτι διαφορετικό: ασφάλεια, κύρος, δύναμη ή την υπόσχεση μιας διαφορετικής ζωής.

    Η Τιάν-Μι παρακολουθούσε σιωπηλά.   Περίμενε να τον δει να σταματά μπροστά σε μία από αυτές. Όμως εκείνος συνέχισε να περπατά. Και τελικά στάθηκε μπροστά της.

    «Γιατί μένεις μόνη;» τη ρώτησε.

   Η φωνή του ήταν ήρεμη, χωρίς ίχνος μομφής ή περιέργειας.

   Η Τιάν-Μι δίστασε.

   «Δεν είμαι μόνη», απάντησε.

   Ένα αδιόρατο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του, σαν να είχε ακούσει κάτι περισσότερο από τις λέξεις της.

   Γύρω τους ο κήπος άρχισε να αλλάζει. Οι άλλες μορφές απομακρύνθηκαν σιγά σιγά, χάνοντας τα περιγράμματά τους μέσα στο φως, ώσπου έμοιαζαν με ομίχλη που διαλύεται.

    Η σιωπή έγινε βαθύτερη. Η Τιάν-Μι ένιωσε μια ανεξήγητη ταραχή. Όχι φόβο. Όχι χαρά. Μια αίσθηση πως βρισκόταν μπροστά σε κάτι που δεν μπορούσε ακόμη να κατανοήσει.

Τότε ο άντρας μίλησε ξανά.

   «Οι άνθρωποι συχνά ερωτεύονται τις εικόνες που πλάθουν μέσα τους», είπε. «Και όχι τους ανθρώπους όπως πραγματικά αυτοί είναι.»

   Τα πέταλα των δέντρων άρχισαν να πέφτουν. Το φως ξεθώριασε. Η Τιάν-Μι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του.

«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε.

   Η φωνή της ακούστηκε παράξενη μέσα στην απέραντη σιωπή του ονείρου, σαν να ταξίδεψε πολύ μακριά προτού φτάσει στ’ αυτιά του.

   Εκείνος την κοίταξε χωρίς να απαντήσει αμέσως.

«Κάποιος που έρχεται από μακριά», είπε τελικά. «Κάποιος που έρχεται να πάρει αυτό που του ανήκει.»

   Πριν προλάβει να τον ρωτήσει τι εννοούσε, άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το δικό της. Η επαφή δεν της προκάλεσε φόβο. Αντίθετα, ένιωσε σαν να άγγιζε μια ανάμνηση που είχε ξεχάσει πριν από πολλά χρόνια.

   Γύρω τους η ασημένια λίμνη άρχισε να κυματίζει. Στην επιφάνειά της εμφανίζονταν εικόνες που άλλαζαν διαρκώς: βουνά σκεπασμένα από ομίχλη, μακρινοί δρόμοι, άγνωστες πόλεις, σημαίες που κυμάτιζαν πάνω από τείχη και πρόσωπα που η Τιάν-Μι δεν είχε ξαναδεί.

Η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά.

Για πρώτη φορά το βλέμμα του σκοτείνιασε.

    «Δεν έχει σημασία ποιος είμαι εγώ», είπε. «Σημασία έχει ποια θα γίνεις εσύ.»

   Οι εικόνες της λίμνης άρχισαν να περιστρέφονται ταχύτερα. Οι κυματισμοί έγιναν όλο και πιο έντονοι, ώσπου ολόκληρος ο κόσμος του ονείρου έμοιαζε να παρασύρεται από ένα αόρατο ρεύμα.

    Η Τιάν-Μι προσπάθησε να κρατήσει το βλέμμα της πάνω του.

«Ήρθα για να σου πω ότι είσαι  δική μου»

   Όμως ο άνεμος σήκωσε χιλιάδες λευκά πέταλα ανάμεσά τους και η μορφή του άρχισε να χάνεται μέσα στο φως. Εκείνος της έκλεισε με μια ήρεμη κίνηση το στόμα, πριν εκείνη του απαντήσει.

   «Μην βιάζεσαι. Θα το καταλάβεις όταν έρθει η ώρα να διαλέξεις τον δρόμο σου.»

   Το τελευταίο που άκουσε ήταν η φωνή του, μακρινή πια, σαν ηχώ από άλλη εποχή, καθώς εκείνος επέστρεφε για να ιππεύσει το άλογό που καρτερικά τον περίμενε.

   Το πρώτο φως της αυγής περνούσε ήδη μέσα από τις τελευταίες αναλαμπές του ονείρου. Έμεινε ακίνητη, ακούγοντας μόνο τον ρυθμικό χτύπο της καρδιάς της, τον ρυθμικό χτύπο του καλπασμού του.

   Οι λεπτομέρειες του ονείρου άρχιζαν ήδη να ξεθωριάζουν. Το συναίσθημα, όμως, παρέμενε. Και την ακολούθησε για όλη την ημέρα.

 




 

ΜΕΡΟΣ Η

 

 

ο έπαινος

   Ο βαρύς χειμώνας είχε σκεπάσει τη Σετσουάν με παγωμένες ομίχλες όταν ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ έλαβε την επίσημη πρόσκληση να παρουσιαστεί στο Τσενγκντού, έδρα του Αυτοκρατορικού Επιτρόπου. Το αυτοκρατορικό διάταγμα όριζε ότι όλοι οι ανώτεροι στρατιωτικοί διοικητές της επαρχίας όφειλαν να παραστούν στο μεγάλο χειμερινό συμπόσιο, κατά το οποίο θα απονέμονταν τιμές σε όσους είχαν διαφυλάξει την ειρήνη της Σετσουάν κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους. Η διαταγή έφερε την πορφυρή σφραγίδα του Θρόνου. Κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί.

    Το ταξίδι διήρκεσε τρεις ημέρες. Όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ πέρασε τη νότια πύλη του Τσενγκντού, οι δρόμοι ήταν στολισμένοι με κόκκινα φανάρια και η πόλη έσφυζε από αξιωματούχους, εμπόρους και απεσταλμένους που είχαν καταφθάσει από κάθε γωνιά της επαρχίας.

   Πίσω από τα πανύψηλα τείχη της διοικητικής πόλης, ανάμεσα σε αυλές με κυπαρίσσια και λίμνες γεμάτες άνθη λωτού, υψωνόταν το μέγαρο της αυτοκρατορικής διοίκησης. Εκεί έφθαναν τα διατάγματα από το Πεκίνο, εκεί αποδίδονταν οι φόροι της επαρχίας και εκεί κρίνονταν οι τύχες στρατηγών, αξιωματούχων και τοπικών αρχόντων.

   Από τα δυτικά φρούρια, από τα ορεινά περάσματα του Μινσάν, από τις κοιλάδες του νότου και από τις φρουρές που προστάτευαν τους εμπορικούς δρόμους προς το Γιουνάν, οι πολέμαρχοι ξεκίνησαν για το Τσενγκντού. Ανάμεσά τους και ο Λι Γουέν-Τσενγκ.

   Η μεγάλη αίθουσα ακροάσεων γέμισε από μεταξωτές στολές, πανοπλίες με χρυσές λεπτομέρειες και αξιωματικούς που έφεραν τα διακριτικά των μονάδων τους. Πίσω από τον θρόνο του Επιτρόπου κρεμόταν το αυτοκρατορικό λάβαρο με τον χρυσό δράκο των Τσινγκ.

   Όταν επικράτησε απόλυτη σιωπή, ο Αυτοκρατορικός Επίτροπος σηκώθηκε.

    «Η Αυτού Μεγαλειότητα πληροφορήθηκε με ικανοποίηση», είπε με σταθερή φωνή, «ότι οι πρόσφατες αποσχιστικές ταραχές στη νότια Σετσουάν καταπνίγηκαν χωρίς να παραδοθούν πόλεις στις φλόγες και χωρίς να διακοπεί το εμπόριο της επαρχίας.»

   Ένας γραμματέας ξετύλιξε έναν μεταξωτό κύλινδρο.

   «Ιδιαίτερος έπαινος απονέμεται στον πολέμαρχο Λι Γουέν-Τσενγκ και στους αξιωματικούς του, οι οποίοι, με αποφασιστικότητα και πειθαρχία, διέλυσαν τις δυνάμεις του στασιαστή Λιού Γιουάν και επανέφεραν την ειρήνη στις νότιες διοικήσεις.»

   Όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς τον Λι.

   Ο πολέμαρχος γονάτισε.

   «Υπηρέτησα μόνο τον Θρόνο», απάντησε.

   Ο Επίτροπος κατέβηκε δύο σκαλιά από την εξέδρα και του πρόσφερε με τα ίδια του τα χέρια ένα κύπελλο από λευκό νεφρίτη.

   «Η Αυτοκρατορία δεν λησμονεί όσους την υπηρετούν πιστά.»

   Οι αυλικοί χειροκρότησαν σύμφωνα με το τελετουργικό. Οι υπόλοιποι αξιωματικοί υποκλίθηκαν. Ήταν η μεγαλύτερη τιμή που μπορούσε να λάβει ένας επαρχιακός πολέμαρχος χωρίς να κληθεί στην ίδια την αυτοκρατορική αυλή.

   Το επίσημο συμπόσιο άρχισε αμέσως μετά. Οι μάγειροι παρέλαυναν διαδοχικά μπροστά από τους προσκεκλημένους, παρουσιάζοντας τα εκλεκτότερα εδέσματα της επαρχίας. Αγριογούρουνο αρωματισμένο με πιπέρι της Σετσουάν, κυπρίνους του ποταμού Μιν, πάπιες μαγειρεμένες με άνθη δαμασκηνιάς και κρασί από παλαιωμένο ρύζι.

   Όταν όλοι πίστεψαν πως το γεύμα είχε ολοκληρωθεί, οι μεγάλες πύλες άνοιξαν ξανά. Τέσσερις υπηρέτες εισήλθαν κρατώντας σκεπασμένα δοχεία από λευκή πορσελάνη. Ο τελετάρχης γονάτισε.

   «Δώρο των θαλάσσιων εμπόρων του νότου προς την Αυτοκρατορική Διοίκηση. Φωλιές χελιδονιών, συλλεγμένες από τα παράκτια σπήλαια της Νανχάι. Προορίζονται μόνο για τους εκλεκτούς προσκεκλημένους του Επιτρόπου.»

   Ένα χαμόγελο ικανοποίησης φάνηκε στο πρόσωπο του Επιτρόπου.

   «Σήμερα», είπε, «τιμούμε όσους υπηρέτησαν την ειρήνη της Σετσουάν. Ας μοιραστούμε, λοιπόν, το σπανιότερο έδεσμα που έφθασε ποτέ στην επαρχία.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ύψωσε το κύπελλό του μαζί με τους υπόλοιπους αξιωματικούς. Δεν γνώριζε ότι η ύψιστη τιμή που του απένεμε η Αυτοκρατορία θα γινόταν η αρχή μιας δοκιμασίας πολύ πιο σκοτεινής από κάθε μάχη που είχε δώσει.

   Οι περισσότεροι καλεσμένοι έγνεψαν με θαυμασμό. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δοκίμασε λίγες μόνο κουταλιές. Η γεύση ήταν απαλή, σχεδόν άγευστη, όμως όλοι συμφωνούσαν πως έκρυβε ανυπολόγιστη δύναμη και χάριζε μακροζωία.

   Κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι εκείνο το βράδυ ένας αόρατος εχθρός είχε περάσει στο σώμα του.

 

 

η μόλυνση

    Οι πρώτες ημέρες της επανόδου του πολέμαρχου στο Λο Τζιάνγκ κύλησαν ήρεμα. Έπειτα εμφανίστηκε μια παράξενη κόπωση. Ο πολέμαρχος, άνθρωπος που μπορούσε να ιππεύει από την αυγή ως το σούρουπο χωρίς να λαχανιάζει, άρχισε να κουράζεται ύστερα από λίγες μόνο ώρες.

   Το επόμενο πρωί ξύπνησε με χαμηλό πυρετό.

«Η άνοιξη μπερδεύει το αίμα», αποφάνθηκε ο θεραπευτής, ο γιατρός Ντου Γιάν. Του χορήγησε αφέψημα από χρυσάνθεμο, ρίζα γλυκόριζας και αποξηραμένο τζίντζερ. Ο πυρετός, όμως, δεν υποχώρησε.

   Ο γιατρός Ντου Γιάν ήταν επί είκοσι χρόνια ο θεραπευτής του οίκου Λι. Είχε σπουδάσει τα κλασικά ιατρικά κείμενα, γνώριζε τους παλμούς, τα βότανα και τις μεθόδους των μεγάλων σχολών της αυτοκρατορίας. Είχε θεραπεύσει τραύματα πολέμου, πυρετούς και ασθένειες που είχαν λυγίσει άνδρες νεότερους και δυνατότερους από τον πολέμαρχο. Όμως αυτή τη φορά, μπροστά στον Λι Γουέν-Τσενγκ, τα βιβλία του δεν του έδιναν απάντηση. Επισκεπτόταν καθημερινά την οικία του πολεμάρχου. Άλλοτε άκουγε προσεκτικά την αναπνοή του. Άλλοτε ψηλαφούσε τον σφυγμό στους δύο καρπούς. Άλλοτε παρατηρούσε τη γλώσσα, τα μάτια και το χρώμα του προσώπου. Δοκίμασε αφεψήματα από χρυσάνθεμο, τζίντζερ, γλυκόριζα και αποξηραμένη ρίζα τζίνσενγκ. Εφάρμοσε βελονισμό και μόξα. Όμως ο πυρετός επέμενε, ενώ η εξάντληση γινόταν ολοένα βαθύτερη.

   Στην τέταρτη επίσκεψή του έμεινε σιωπηλός για πολλή ώρα.

   «Δεν μπορώ να δώσω όνομα στην ασθένειά σας, άρχοντά μου», είπε τελικά. «Δεν μοιάζει με κανέναν από τους πυρετούς που έχω αντιμετωπίσει. Δεν είναι η νόσος των πνευμόνων, ούτε η μεγάλη επιδημία του χειμώνα. Κάτι άλλο εξαντλεί τον οργανισμό σας.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ τον κοίταξε χωρίς θυμό.

   «Και τι μου προτείνεις;»

   Ο γιατρός χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Να συνεχίσω να ανακουφίζω τα συμπτώματα, ώσπου να φανεί ο δρόμος της ίασης.»

   Μόλις ο Ντου Γιάν αποχώρησε, ο πολέμαρχος έγειρε κουρασμένος στο προσκέφαλο.

   «Σιάνγκ-Λι...»

   Η πιστή υπηρέτριά του πλησίασε αμέσως.

   «Προστάξτε, κύριέ μου.»

   «Στείλε άνθρωπο να βρει τη Λου Σινγκ. Πες της πως τη χρειάζομαι αμέσως.»

   Η Σιάνγκ-Λι υποκλίθηκε και έφυγε χωρίς να πει άλλη λέξη.

   Η γριά βοτανολόγος πέρασε το κατώφλι της οικίας. Το πρόσωπό της ήταν ρυτιδωμένο σαν φλοιός αιωνόβιου πεύκου, όμως τα μάτια της παρέμεναν ζωηρά. Δεν άγγιξε αμέσως τον ασθενή.

Πρώτα κοίταξε το δωμάτιο. Τα δοχεία με τα φάρμακα. Τα αφεψήματα. Τα κάρβουνα της μόξας. Ύστερα κάθισε απέναντι από τον πολέμαρχο. Έμεινε σιωπηλή για λίγο.

    «Ακόμη θυμάμαι», είπε χαμηλά, «όταν έφεραν το σώμα σου πίσω από τη μάχη με τον Λιού Γιουάν. Το ακόντιό του είχε δηλητήριο. Οι γιατροί πίστευαν πως δεν υπήρχε ελπίδα.»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε.

   «Και εσύ διαφώνησες.»

   Η γριά χαμογέλασε αχνά.

   «Είπα πως ο θάνατος δεν είχε έρθει ακόμη να σε πάρει.»

   Έσκυψε ξανά πάνω από το χέρι του.

  «Επέζησες από το δηλητήριο στο ακόντιο του Λιού Γιουάν. Δεν θα αφήσουμε τώρα έναν άγνωστο πυρετό να μας νικήσει. Αλλά για να τον πολεμήσουμε, πρέπει πρώτα να μάθουμε πού κρύβεται.»

   Πήρε μια  μικρή απόσταση από τον ασθενή.

   «Θα μου απαντήσεις σε ό,τι σε ρωτήσω. Όλη την αλήθεια. Ακόμη και την πιο μικρή λεπτομέρεια που θεωρείς ασήμαντη. Μερικές φορές εκεί κρύβεται η αιτία. Αλλά  πρέπει πρώτα να φύγουν όλοι. Κανείς δεν πρέπει να ακούει.»

   Ο Λι έγνεψε. Κάλεσε την Σιάνγκ-Λι κοντά του και της είπε να απομακρύνει όλες τις υπηρέτριες. Να απομακρυνθεί και αυτή.

   «Υπήρξε κάποια ταλαιπωρία; Κάποια στρατιωτική άσκηση;»

   «Όχι.»

   «Κάποια μετακίνηση;»

   «Ναι. Στο Τσενγκντού.»

   «Για πολλές ημέρες;»

   «Όχι. Έμεινα μόνο δύο ημέρες. Την επομένη της πρόσκλησης του Αυτοκρατορικού Επιτρόπου αναχώρησα.»

   Η Λου Σινγκ τον κοίταξε προσεκτικά.

   «Στο ταξίδι ήρθες σε επαφή με ανθρώπους που έπασχαν από κάποια αρρώστια; Από κάποιον άγνωστο πυρετό;»

   «Όχι. Οι στάσεις ήταν λίγες. Και οι άνθρωποι που συνάντησα ήταν γνωστοί μου ή υπηρέτες της διοίκησης.»

   «Τι έφαγες τις τελευταίες ημέρες πριν εμφανιστεί ο πυρετός;»

   Ο πολέμαρχος άρχισε να απαριθμεί. Ρύζι. Πάπια. Ψάρια. Χοιρινό. Μανιτάρια.

   Η Λου Σινγκ τον διέκοπτε κάθε τόσο.

   «Άλλο.»

   Ο Λι συνέχισε.

   «Κάστανα... λωτούς...»

   Η γριά σήκωσε το βλέμμα.

   «Λευκό λωτό έφαγες;»

   «Όχι.»

   «Είσαι βέβαιος;»

   «Απολύτως.»

   Η βοτανολόγος έμεινε σκεπτική.

   «Στο συμπόσιο τι άλλο υπήρχε;»

   Ο πολέμαρχος προσπάθησε να θυμηθεί.

   «Στο τέλος... μας πρόσφεραν μια διάφανη σούπα... από...»

Σταμάτησε.

«...από φωλιές χελιδονιών.»

   Η Λου Σινγκ ανασήκωσε αργά το κεφάλι. Για πρώτη φορά το πρόσωπό της σκοτείνιασε.

   «Έφαγαν όλοι;»

   «Μόνον οι επίσημοι προσκεκλημένοι.»

   «Και εσύ;»

   «Απλώς δοκίμασα.»

   Η γριά δεν μίλησε. Έμεινε για λίγο συλλογισμένη. Ύστερα άλλαξε κατεύθυνση.

   «Στη Τσενγκντού συνάντησες γυναίκα;»

   Ο Λι συνοφρυώθηκε.

   «Τι σχέση έχει αυτό;»

   «Απάντησε.»

   «Όχι.»

   «Κοιμήθηκες με κάποια γυναίκα όσο έλειπες από το Λο Τζιάνγκ;»

   «Όχι.»

   «Με κάποια παλλακίδα;»

   «Όχι.»

   «Με οποιαδήποτε άλλη γυναίκα;»

    Ο πολέμαρχος την κοίταξε σχεδόν προσβεβλημένος.

   «Όχι.»

   Η Λου Σινγκ έγνεψε αργά.

   «Έπρεπε να το αποκλείσω.»

   «Να αποκλείσεις τι;»

   «Ότι πρόκειται για νόσημα του έρωτα.»

   Στο δωμάτιο επικράτησε σιωπή.

   «Δεν βλέπω τα σημάδια μιας τέτοιας νόσου», συνέχισε. «Και όσα μου είπες δεν οδηγούν προς τα εκεί. Ο πυρετός σου έχει άλλη ρίζα.»

   Ο Λι γύρισε ελαφρά προς το μέρος της.

   «Τότε από πού προήλθε;»

   Η Λου Σινγκ κοίταξε το άδειο κύπελλο του αφεψήματος.

   «Ίσως», είπε τελικά χαμηλόφωνα, «η απάντηση να βρίσκεται σε εκείνη τη σούπα με τις φωλιές των χελιδονιών... Μπορείς να τους καλέσεις πάλι μέσα.»

   Ο πολέμαρχος φώναξε την Σιάνγκ-Λι. Εκείνη εμφανίστηκε. Η Λου Σινγκ της έκανε νόημα να μην  πλησιάσει πολύ, να στέκεται σε απόσταση.

  «Μόνο λίγοι θα πλησιάζουμε τον πολέμαρχο.  Κανείς δεν πρέπει να  έρθει πολύ κοντά του. Δεν θα αφήσεις στις άλλες υπηρέτριες να μπαίνουν στην αίθουσα» είπε η Λου Σινγκ στην Σιάνγκ-Λι. «Θα ανοίγεις τα  παράθυρα για να αλλάζει ο αέρας. Κάθε μέρα και νέα σκεπάσματα.  Δεν θα χρησιμοποιηθούν πάλι όσα χρησιμοποιήθηκαν. Θα πλένονται και θα τα βάζετε σε ειδικό χώρο.» 

   Η Λου Σινγκ δεν έφυγε από την οικία του Λι Γουέν-Τσενγκ την ίδια ημέρα. Παρέμεινε. Όχι επειδή είχε βρει την απάντηση που αναζητούσε, αλλά επειδή γνώριζε πως ορισμένες ασθένειες αποκάλυπταν το πρόσωπό τους μόνο με τον χρόνο.

   Ο γιατρός Ντου Γιάν είχε κάνει ό,τι μπορούσε. Ήταν άνθρωπος μορφωμένος, γνώστης των ιατρικών κειμένων και των μεθόδων των μεγάλων σχολών. Όμως αυτή η αρρώστια δεν ακολουθούσε τους γνωστούς δρόμους.

   Η Λου Σινγκ δεν είχε βιβλία για να συμβουλευτεί. Είχε μόνο την παρατήρηση. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αλλάξει τη θεραπεία. Απομάκρυνε μερικά από τα δοχεία με τα βαριά αφεψήματα που βρίσκονταν στο δωμάτιο.

   «Το σώμα του δεν χρειάζεται άλλη δοκιμασία», είπε στην Σιάνγκ-Λι. «Ήδη πολεμά.»

   Η πιστή υπηρέτρια υποκλίθηκε.

   «Τι πρέπει να κάνω;»

   Η γριά βοτανολόγος την κοίταξε σοβαρά.

   «Να μην τον αφήσεις να ξεχάσει ότι είναι άρρωστος. Οι δυνατοί άνδρες έχουν μια αδυναμία: πιστεύουν πως η θέλησή τους διατάζει το σώμα τους.»

   Η Σιάνγκ-Λι χαμογέλασε ελαφρά.

   Της έδωσε οδηγίες. Μικρές ποσότητες τροφής, αλλά συχνά. Ζεστός ζωμός αντί για βαριά γεύματα. Νερό καθαρό και φρέσκα υφάσματα. Καθαρός αέρας στο δωμάτιο. Όχι πολλές επισκέψεις. Όχι συζητήσεις που θα τον εξουθένωναν.

   «Δεν θέλω να τον κάνεις να νιώθει φυλακισμένος», είπε. «Θέλω μόνο να του δώσεις χρόνο.»

   Έπειτα στράφηκε ξανά στον πολέμαρχο. Η Λου Σινγκ τον κοίταξε ήρεμα.

   «Θυμήσου», του είπε ήρεμα, «επέζησες από το δηλητήριο στο ακόντιο του Λιού Γιουάν. Δεν θα αφήσουμε τώρα έναν άγνωστο εχθρό να σε νικήσει.»

Ο πολέμαρχος χαμογέλασε αχνά.

   «Δεν μου δίνεις εύκολες απαντήσεις.»

   «Οι εύκολες απαντήσεις είναι για όσους δεν έχουν κοιτάξει ποτέ βαθιά μια ασθένεια.»

  Την επόμενη εβδομάδα η Λου Σινγκ συνέχισε να τον παρακολουθεί. Κάθε πρωί εξέταζε τον σφυγμό του. Κάθε απόγευμα τον ρωτούσε αν ένιωθε πονοκέφαλο, ζάλη ή βάρος στο σώμα. Σιγά σιγά ο πυρετός εξαφανίστηκε. Το χρώμα επέστρεψε στο πρόσωπό του. Η δύναμή του άρχισε να επανέρχεται. Όμως παρέμεναν μικρά σημάδια. Μια ξαφνική κόπωση. Μια στιγμή αδυναμίας μετά από λίγο περπάτημα. Μια ανεξήγητη ζάλη που ερχόταν και έφευγε.

   «Μην ανησυχείς», του έλεγε η Λου-Σινγκ. «Υπάρχουν βότανα και τροφές που θα βοηθήσουν το σώμα σου να ξαναβρεί την ισορροπία του.»

   «Άρα θεραπεύτηκα;»

   Η γριά τον κοίταζε κάθε φορά για λίγο πριν απαντήσει.

   «Ο πυρετός έφυγε. Αυτό είναι βέβαιο.»

   Έβαλε το χέρι της στον καρπό του.

   «Το σώμα σου νίκησε. Αλλά η νίκη έχει κόστος.»

   Ο Λι σώπασε.

   «Το σώμα είναι σαν το ξίφος. Μπορεί να ξαναγίνει κοφτερό μετά από ένα δυνατό χτύπημα, αλλά η λεπίδα κρατά πάντα τη μνήμη της μάχης.»

Πέρασαν μερικές στιγμές σιωπής.

Ύστερα η Λου Σινγκ μίλησε ξανά.

   «Υπάρχει όμως κάτι που πρέπει να γνωρίζεις.»

Ο πολέμαρχος την κοίταξε.

   «Τι;»

   «Δεν γνωρίζω ακόμη όλη την αλήθεια. Όμως πιστεύω πως αυτή η αρρώστια αφήνει κάτι πίσω της.»

   «Τι εννοείς;»

   «Όσοι περνούν τον πυρετό και επιζούν δεν φαίνεται να αρρωσταίνουν ξανά με τον ίδιο τρόπο. Το σώμα τους θυμάται τον εχθρό.»

Ο Λι έγνεψε αργά.

   «Αυτό είναι καλό.»

Η Λου Σινγκ δεν απάντησε αμέσως.

«Ναι. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο.»

Η φωνή της χαμήλωσε.

   «Ίσως το σώμα που νίκησε την ασθένεια να κρατά ακόμη ένα ίχνος της.»

   «Και τι σημαίνει αυτό;»

Η γριά τον κοίταξε στα μάτια.

   «Ότι μπορεί να μη κινδυνεύεις εσύ πια. Όμως κάποιος που δεν έχει γνωρίσει αυτή την αρρώστια μπορεί να τη λάβει από εσένα.»

Ο Λι συνοφρυώθηκε.

«Πώς;»

Η Λου Σινγκ δίστασε για λίγο.

   «Με την πιο στενή επαφή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Με την αναπνοή που μοιράζονται. Με τα φιλιά. Με την ένωση του σώματος.»

   Ο πολέμαρχος έμεινε σιωπηλός.

   «Μιλάς για τον έρωτα.»

   Η γριά έγνεψε.

   «Ναι. Όποιος έχει ήδη περάσει την ασθένεια δεν κινδυνεύει από κάποιον άλλον που την πέρασε. Όμως όποιος δεν την έχει γνωρίσει ακόμη μπορεί να αρρωστήσει.»

   Στο δωμάτιο απλώθηκε σιωπή. Ο Λι προσπάθησε να χαμογελάσει.

   «Τότε δεν έχω λόγο να φοβάμαι.»

   Έμεινε σιωπηλή πολλή ώρα.

   «Ίσως. Όμως όσοι περνούν αυτόν τον πυρετό αλλάζουν. Δεν αρρωσταίνουν δεύτερη φορά. Όμως για κάποιο διάστημα —ίσως και περισσότερο— μπορούν να μεταδώσουν τη νόσο σε όσους δεν την έχουν περάσει.»

Στο δωμάτιο απλώθηκε σιωπή.

   «Πώς;»

   «Με την πολύ στενή συμβίωση. Με την ίδια αναπνοή. Με τα φιλιά. Με τις πολλές ώρες στο ίδιο κρεβάτι. Όποιος ήδη νόσησε δεν κινδυνεύει. Όποιος όμως είναι ακόμη αμόλυντος... μπορεί να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.Με τον έρωτα ένας που έχει μολυνθεί τον μεταδίδει σε αυτούς που δεν το έχουν. Μόνο οι μολυσμένοι μεταξύ τους δεν έχουν τέτοιο φόβο.»

   Η Λου-Σινγκ δεν χαμογέλασε. Το βλέμμα της στράφηκε προς την πόρτα.

   «Ποιος σε φρόντιζε όλες αυτές τις ημέρες;»

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένιωσε το αίμα του να παγώνει.

   «Η κόρη μου...»

   Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Από τον εσωτερικό διάδρομο ακούστηκε ένας πνιχτός βήχας. Η νεαρή Τιάν-Μι στάθηκε στο κατώφλι. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό. Τα μάτια της έμοιαζαν κουρασμένα.

«Πατέρα...» ψιθύρισε.

   Έβαλε το χέρι στο ξύλινο πλαίσιο της πόρτας.

«Από το πρωί... έχω πυρετό.»

   Ο Λι σηκώθηκε απότομα. Η Λου Σινγκ όμως σήκωσε το χέρι της.

   «Μην φοβάσαι», είπε ήρεμα. «Τώρα γνωρίζουμε περισσότερα από πριν.»

Κοίταξε τη νεαρή γυναίκα.

   «Είναι νέα. Το σώμα της έχει δύναμη. Θα το αντιμετωπίσουμε γρήγορα.»

   Ύστερα, για μια στιγμή, το βλέμμα της σκοτείνιασε. Γιατί τώρα γνώριζε κάτι που δεν γνώριζε πριν. Η ασθένεια δεν είχε έρθει μόνο από τη σούπα με τις φωλιές των χελιδονιών. Η σούπα είχε ανοίξει την πρώτη πόρτα. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε γίνει η δεύτερη.

 

 

η διάδοση

   Ο χειμώνας βάραινε ακόμη πάνω από τη Σετσουάν. Οι παγωμένες ομίχλες σκέπαζαν κάθε πρωί το Τσενγκντού, ενώ ο ψυχρός άνεμος κατέβαινε από τα βουνά του Μινσάν και στροβιλιζόταν ανάμεσα στα τείχη της διοικητικής πόλης. Δεν είχε περάσει ούτε μήνας από το μεγάλο συμπόσιο του Αυτοκρατορικού Επιτρόπου όταν οι πρώτες ανησυχητικές ειδήσεις άρχισαν να συγκεντρώνονται στα αρχεία της διοίκησης.

   Στην αρχή κανείς δεν έδωσε σημασία. Ένας ανώτερος φοροεισπράκτορας εμφάνισε υψηλό πυρετό και πέθανε μέσα σε δέκα ημέρες. Δύο στρατιωτικοί διοικητές αρρώστησαν σχεδόν ταυτόχρονα. Ένας πλούσιος έμπορος αλατιού, που είχε παρακαθίσει στο συμπόσιο, έπεσε στο κρεβάτι και δεν ξανασηκώθηκε.

   Οι θάνατοι ήταν ακόμη λίγοι για να προκαλέσουν πανικό. Η Σετσουάν γνώριζε κάθε χειμώνα πυρετούς και επιδημίες. Οι περισσότεροι απέδωσαν τις αρρώστιες στο ψύχος και στις συνεχείς ομίχλες. Όμως ο επικεφαλής γραμματέας της διοίκησης ήταν άνθρωπος σχολαστικός. Άνοιξε τους καταλόγους των προσκεκλημένων του συμποσίου και άρχισε να σημειώνει ονόματα. Ύστερα πήρε τους καταλόγους των ασθενών. Τους συνέκρινε μία φορά. Ύστερα δεύτερη. Και τρίτη. Το αποτέλεσμα ήταν πάντοτε το ίδιο. Όλοι οι βαριά άρρωστοι είχαν παραστεί στο επίσημο συμπόσιο του Επιτρόπου.

    Η αναφορά έφθασε αμέσως στο γραφείο του. Ο Αυτοκρατορικός Επίτροπος διάβασε το έγγραφο δύο φορές χωρίς να μιλήσει.

   «Είναι βέβαιο;»

   «Απολύτως, Εξοχότατε.»

  «Υπάρχει άλλο κοινό στοιχείο;»

   Οι γραμματείς έμειναν σιωπηλοί. Έπειτα ένας ηλικιωμένος υπηρέτης, που υπηρετούσε στα μαγειρεία του διοικητηρίου περισσότερα από τριάντα χρόνια, έκανε διστακτικά ένα βήμα μπροστά.

   «Υπήρχε μόνο ένα έδεσμα που προσφέρθηκε αποκλειστικά στους επίσημους προσκεκλημένους.»

   «Ποιο;»

  «Η σούπα από τις χελιδονοφωλιές.»

   Η αίθουσα βυθίστηκε στη σιωπή.

   Ο Επίτροπος σηκώθηκε αργά.

   «Βρείτε όλους όσοι έφαγαν από εκείνη τη σούπα.»

   Οι αγγελιαφόροι έφυγαν προς κάθε κατεύθυνση της επαρχίας. Οι απαντήσεις άρχισαν να επιστρέφουν έπειτα από λίγες ημέρες. Η εικόνα γινόταν ολοένα πιο τρομακτική. Όσοι είχαν ζητήσει δεύτερο και τρίτο κύπελλο πέθαιναν σχεδόν όλοι. Όσοι είχαν δοκιμάσει μόνο λίγες κουταλιές περνούσαν βαρύ πυρετό, αλλά αρκετοί κατόρθωναν να επιζήσουν. Ανάμεσα στους επιζώντες αναφερόταν και ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ του Λο Τζιάνγκ.

   Ο Αυτοκρατορικός Επίτροπος κάλεσε αμέσως τους επικεφαλής των ιατρικών σχολών της Σετσουάν. Δέκα γιατροί συγκεντρώθηκαν στη μεγάλη αίθουσα του διοικητηρίου. Άλλοι ήταν γέροντες με λευκές γενειάδες. Άλλοι νέοι θεραπευτές, γνωστοί για τις γνώσεις τους στον βελονισμό και στα βότανα. Κανείς όμως δεν είχε συναντήσει παρόμοια ασθένεια.

   «Η θερμότητα επιτίθεται στο αίμα», είπε ο πρώτος.

   «Όχι», απάντησε άλλος. «Η αρρώστια ξεκινά από τους πνεύμονες και διαχέεται στους μεσημβρινούς.»

   Ένας τρίτος κουνούσε αρνητικά το κεφάλι.

   «Δεν πρόκειται για κανονικό πυρετό. Είναι ένας διεφθαρμένος άνεμος που εισήλθε στον οργανισμό με την τροφή.»

   Οι διαφωνίες κράτησαν ώρες. Τελικά μίλησε ο γηραιότερος όλων.

   «Αναζητάτε την αιτία στο φαγητό. Εγώ τη βλέπω στους ανθρώπους.»

   Όλοι στράφηκαν προς το μέρος του.

   «Παρατηρήστε κάτι παράξενο. Δεν πέθαναν όλοι όσοι έφαγαν τη σούπα.»

   «Τι σημαίνει αυτό;»

   «Ότι ο Ουρανός δεν ανοίγει την ίδια πύλη σε όλους. Το ίδιο δηλητήριο δεν βρίσκει την ίδια είσοδο σε κάθε σώμα.»

   Άρχισε τότε μια νέα συζήτηση. Μερικοί υποστήριξαν πως όσοι επέζησαν είχαν γεννηθεί με τέλεια ισορροπία ανάμεσα στο γιν και το γιανγκ. Όταν οι δύο δυνάμεις βρίσκονταν σε αρμονία, έλεγαν, το σώμα μπορούσε να αποκρούσει ακόμη και τους πιο ισχυρούς νοσογόνους ανέμους. Άλλοι διαφωνούσαν.

   «Δεν είναι το γιν και το γιανγκ», είπε ένας γιατρός από το Μιανγιάνγκ. «Είναι το αίμα.»

   «Το αίμα;»

   «Κάθε γενιά κληρονομεί διαφορετική φύση αίματος. Ορισμένα γένη φαίνεται να γεννιούνται με "θερμό αίμα", άλλα με "ψυχρό". Ίσως η νόσος να βρίσκει τόπο μόνο σε ορισμένες φύσεις. Υπάρχουν οικογένειες που αντέχουν στα δηλητήρια των φιδιών. Άλλες που δεν παθαίνουν δυσεντερία. Ίσως το ίδιο να συμβαίνει και τώρα.»

   Κανείς δεν μπορούσε να αποδείξει τίποτε. Οι θεωρίες, όμως, διαδόθηκαν γρήγορα. Άλλοι έψαχναν να παντρευτούν ανθρώπους με «δυνατό γιν». Άλλοι αναζητούσαν γενεαλογίες οικογενειών που δεν είχαν γνωρίσει ποτέ μεγάλες επιδημίες. Ο φόβος γεννούσε εξηγήσεις πιο γρήγορα από ό,τι οι γιατροί.

   Εκείνες τις ίδιες ημέρες η συμφορά είχε ήδη αρχίσει να παίρνει άλλη μορφή. Οι πρώτοι προσκεκλημένοι που είχαν δοκιμάσει τη σούπα  από τις χελιδονοφωλιές επέστρεφαν στα σπίτια τους μετά το συμπόσιο στην αυλή του Αυτοκρατορικού Επιτρόπου. Δεν είχε εμφανιστεί πάνω τους κανένα σημάδι για να τους προειδοποιεί. Ένας αξιωματούχος αγκάλιασε τη νεαρή παλλακίδα του. Λίγες ημέρες αργότερα εκείνη εμφάνισε πυρετό. Ένας έμπορος πέρασε τη νύχτα με γυναίκα σε πανδοχείο του Τσενγκντού πριν αναχωρήσει για την πόλη του. Η γυναίκα αρρώστησε. Ύστερα αρρώστησαν δύο ακόμη που εργάζονταν στο ίδιο πανδοχείο.

   Ένας γαιοκτήμονας επέστρεψε στην οικογένειά του. Πρώτα ασθένησε η σύζυγός του. Ύστερα η νεότερη παλλακίδα. Έπειτα η ηλικιωμένη υπηρέτρια που τις φρόντιζε. Οι γιατροί άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι η σούπα είχε υπάρξει μόνο η πρώτη πύλη. Από εκεί και πέρα η ασθένεια εύρισκε μόνη της νέους δρόμους. Έμοιαζε να περνά από τα φιλιά. Από τις νύχτες στο ίδιο κρεβάτι. Από τη στενή συμβίωση. Από τα ίδια σκεπάσματα. Από την κοινή αναπνοή. Κανείς δεν γνώριζε ποιος από αυτούς τους τρόπους ήταν ο αληθινός. Ίσως όλοι. Ίσως μόνο ένας. Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να το διακρίνουν. Παρατηρούσαν μόνο το αποτέλεσμα. Επειδή όμως η επιδημία άρχισε μέσα στα σπίτια των πλουσίων, ο λαός της έδωσε γρήγορα όνομα. «Ο πυρετός των πλουσίων.»

   Στις αγορές οι χωρικοί απομακρύνονταν όταν έβλεπαν μεταξωτές φορεσιές. Οι αχθοφόροι αρνούνταν να αγγίξουν τα φορεία των μεγάλων οικογενειών. Οι φτωχοί πίστευαν πως οι πλούσιοι είχαν προκαλέσει μόνοι τους την οργή του Ουρανού.

   Ο Αυτοκρατορικός Επίτροπος, βλέποντας ότι η κατάσταση ξέφευγε από κάθε έλεγχο, διέταξε να συλληφθούν όλοι όσοι είχαν υπηρετήσει στην κουζίνα του συμποσίου.

   Ο αρχιμάγειρος οδηγήθηκε αλυσοδεμένος μπροστά του. Ήταν άνθρωπος που είχε υπηρετήσει τρεις διαφορετικούς Επιτρόπους. Έπεσε στα γόνατα.

   «Εξοχότατε, οι φωλιές έφθασαν σφραγισμένες. Τις ετοίμασα όπως ορίζουν οι συνταγές της Αυλής.»

   «Τις δοκίμασες;»

   «Όχι. Δεν επιτρέπεται στους μάγειρες.»

   «Είσαι βέβαιος ότι ήταν καθαρές;»

   Ο γέρος χαμήλωσε το βλέμμα.

   «Το πίστευα.»

   Η απάντηση δεν τον έσωσε. Το ίδιο πρωί αποκεφαλίστηκε μαζί με τους τέσσερις βοηθούς του. Τα κεφάλια τους κρεμάστηκαν έξω από τη νότια πύλη του διοικητηρίου. Ο κόσμος περνούσε σιωπηλός. Κανείς δεν πανηγύριζε. Όλοι καταλάβαιναν ότι οι νεκροί αυτοί δεν θα σταματούσαν την επιδημία. Και πράγματι δεν τη σταμάτησαν. Τα κρούσματα συνέχισαν να αυξάνονται.

   Τότε η Αυτοκρατορική Διοίκηση πήρε μια απόφαση που δεν είχε ληφθεί ποτέ άλλοτε στη Σετσουάν. Οι πύλες της επαρχίας έκλεισαν. Καμία άμαξα δεν έφευγε χωρίς άδεια. Κανένα εμπορικό καραβάνι δεν περνούσε τα σύνορα. Οι ποταμοί φυλάσσονταν. Τα ορεινά περάσματα αποκλείστηκαν από στρατιώτες. Οι ταξιδιώτες παρέμεναν για εβδομάδες έξω από τις πόλεις ώσπου να βεβαιωθεί ότι δεν έφεραν πυρετό. Ολόκληρη η Σετσουάν τέθηκε σε καραντίνα. Οι γηραιότεροι έλεγαν πως ούτε στους μεγάλους λιμούς δεν είχαν δει να κλείνει ολόκληρη η επαρχία.

   Λίγες ημέρες αργότερα, τέσσερις αυτοκρατορικοί γιατροί ξεκίνησαν για το Λο Τζιάνγκ. Σκοπός τους ήταν ένας. Να εξετάσουν τον πολέμαρχο Λι Γουέν-Τσενγκ, έναν από τους ελάχιστους που είχαν ασθενήσει και επιζήσει.

   Όταν έφθασαν, ο πολέμαρχος μπορούσε ήδη να βαδίζει χωρίς βοήθεια. Τον εξέτασαν επί πολλές ώρες. Παρατήρησαν τον σφυγμό του. Τη γλώσσα του. Την αναπνοή του. Συζήτησαν ψιθυριστά μεταξύ τους.

   «Το σώμα του νίκησε», είπε τελικά ο επικεφαλής.

   «Όμως η νίκη δεν είναι πλήρης.»

   «Τι εννοείτε;» ρώτησε ο Λι.

   «Υπάρχουν ακόμη υπολείμματα της νόσου μέσα του.»

   Ο πολέμαρχος έμεινε σιωπηλός.

   «Δεν ήμουν ο μόνος που αρρώστησε», είπε έπειτα. «Η κόρη μου με φρόντιζε. Εμφάνισε κι εκείνη πυρετό. Τώρα όμως έγινε καλά.»

   Οι γιατροί ζήτησαν αμέσως να εξετάσουν την Τιάν-Μι. Τα συμπεράσματά τους ήταν τα ίδια. Η νεαρή είχε αναρρώσει. Όμως, όπως και ο πατέρας της, έφερε ακόμη τα ανεξήγητα σημάδια της νόσου.

   Πριν αναχωρήσουν, ο επικεφαλής έδωσε στον Λι μία διαταγή με την αυτοκρατορική σφραγίδα.

    «Για τρεις μήνες δεν θα πλησιάσετε τους στρατιώτες σας. Δεν γνωρίζουμε αν η νόσος μπορεί να αφυπνιστεί ξανά.»

Ύστερα χαμήλωσε τη φωνή.

   «Και κάτι ακόμη.»

   Ο Λι τον κοίταξε.

   «Όσοι απέκτησαν ανοσία δεν πρέπει ποτέ να ενωθούν ερωτικά με άνθρωπο που δεν έχει ακόμη νοσήσει. Αν οι παρατηρήσεις μας είναι σωστές, θα μεταδώσουν την ασθένεια. Από εδώ και πέρα ο ασφαλής σύντροφός τους είναι μόνο κάποιος που έχει ήδη περάσει τον ίδιο πυρετό.»

   Ο πολέμαρχος συνοφρυώθηκε.

   «Εφ' όρου ζωής;»

   Ο γηραιός γιατρός δεν απάντησε αμέσως.

  «Δεν το γνωρίζουμε. Όταν δεν γνωρίζεις, οφείλεις να διαλέγεις τον ασφαλέστερο δρόμο.»

   Οι οδηγίες ήταν αυστηρές.

Όλα τα ενδύματα, τα στρωσίδια, τα σκεπάσματα, τα μαξιλάρια, τα υφάσματα και κάθε ξύλινο αντικείμενο που είχε χρησιμοποιήσει ο πολέμαρχος από την επιστροφή του από το συμπόσιο έπρεπε να συγκεντρωθούν. Όσα μπορούσαν να καούν θα καίγονταν. Όσα δεν καίγονταν έπρεπε να θαφτούν βαθιά αφού πρώτα καθαρθούν με βραστό νερό και δυνατό ξίδι. Ακόμη και τα ρούχα που φορούσε εκείνη τη στιγμή αντικαταστάθηκαν. Το ίδιο ίσχυε και για όσους είχαν περιποιηθεί τον πολέμαρχο κατά την ασθένειά του. Ανάμεσά τους βρίσκονταν μόνο η Σιάνγκ-Λι και η Λου Σινγκ. Καμία από τις δύο δεν είχε νοσήσει.

   «Παράξενο», παρατήρησε ένας από τους γιατρούς. «Στάθηκαν δίπλα του ημέρες ολόκληρες και όμως δεν αρρώστησαν.»

   Και τότε ο άλλος:

   «Ίσως η ηλικία τους να άλλαξε τη φύση του αίματός τους.»

ή

«Ίσως το γιν τους να είναι τόσο ισχυρό ώστε να μην αφήνει την ασθένεια να ριζώσει. Τέλος πάντων το ίδιο ισχύει και για αυτές.»

   Όλα τα τεχνήματα και τα αντικείμενα συγκεντρώθηκαν και παρουσία των  απεσταλμένων κάηκαν στην αυλή του αρχοντικού.

   Πίσω από το ξύλινο παραπέτασμα μια νεαρή υπηρέτρια κρατούσε την αναπνοή της. Στεκόταν στον εξωτερικό διάδρομο κρατώντας τον δίσκο με το τσάι. Δεν τόλμησε να μπει όταν κατάλαβε ότι οι γιατροί μιλούσαν χαμηλόφωνα. Άθελά της άκουσε τις τελευταίες φράσεις.

   Το ίδιο βράδυ τις μετέφερε σε άλλη υπηρέτρια. Εκείνη στη μητέρα της. Η μητέρα της στη γειτόνισσα. Μέσα σε λίγες ημέρες ολόκληρο το Λο Τζιάνγκ μιλούσε για την κόρη του πολέμαρχου. Κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς είχε ειπωθεί. Κάθε στόμα πρόσθετε και κάτι. Άλλοι έλεγαν πως αρκούσε ένα άγγιγμα. Άλλοι πως ακόμη και η σκιά της έφερνε την αρρώστια. Οι προξενητές έσβησαν το όνομά της από τους καταλόγους τους. Οι γυναίκες τραβούσαν διακριτικά τις κόρες τους μακριά όταν τη συναντούσαν στον δρόμο. Και πριν ακόμη τελειώσει εκείνος ο βαρύς χειμώνας, ελάχιστοι θυμούνταν το πραγματικό της όνομα. Στο Λο Τζιάνγκ όλοι την αποκαλούσαν πλέον μόνο με μία λέξη. «Η μολυσμένη.»

 

 

οι ορίζοντες που στένεψαν

  Ο βαρύς χειμώνας εξακολουθούσε να κρατά τη Σετσουάν στην παγωμένη αγκαλιά του. Οι μέρες ήταν σύντομες, ο ουρανός μολυβένιος και η ομίχλη ανέβαινε κάθε πρωί από τον ποταμό σαν να ήθελε να κρύψει τον κόσμο. Στο αρχοντικό του πολέμαρχου Λι Γουέν-Τσενγκ η ζωή είχε επιστρέψει σε μια φαινομενική κανονικότητα. Ο πολέμαρχος μπορούσε πλέον να βαδίζει χωρίς δυσκολία και να περνά λίγες ώρες καθημερινά μελετώντας αναφορές.  Απέφευγε πάντως να δέχεται τους στενότερους συνεργάτες του.

   Η κόρη του, η Τιάν-Μι, είχε επίσης αναρρώσει. Ο πυρετός είχε σβήσει, το χρώμα είχε επιστρέψει στο πρόσωπό της και οι δυνάμεις της αυξάνονταν καθημερινά. Όμως η ψυχή της γινόταν ολοένα πιο βαριά. Ήταν μόλις είκοσι ετών. Μέχρι πριν από λίγους μήνες όλοι θεωρούσαν βέβαιο πως σύντομα θα ερχόταν η ημέρα του γάμου της. Οι προξενητές είχαν ήδη αρχίσει να αναζητούν οικογένειες αντάξιες του ονόματος των Λι. Τώρα κανείς δεν χτυπούσε την πύλη. Η φήμη είχε τρέξει γρηγορότερα από κάθε αγγελιαφόρο. Η κόρη του πολέμαρχου είχε νοσήσει από τον «πυρετό των πλουσίων».

    Κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει αν παρέμενε επικίνδυνη. Κανείς δεν ήξερε αν ένας άνθρωπος που είχε αποκτήσει ανοσία μπορούσε να αγαπήσει χωρίς να μεταδώσει τη νόσο ή αν μια τέτοια ένωση θα αφυπνίζε ξανά την ασθένεια που κοιμόταν μέσα στο σώμα. Η αβεβαιότητα ήταν πιο τρομακτική από κάθε βεβαιότητα.

   Η Λου Σινγκ συνέχιζε να επισκέπτεται το αρχοντικό δύο φορές την εβδομάδα. Έφερνε μαζί της μικρά δεματάκια με αποξηραμένες ρίζες, καρπούς και φύλλα. Παρέδιδε τα βότανα στην Σιάνγκ-Λι.

   «Αυτό θα δυναμώσει το τσι τους», έλεγε.

   Έδειχνε ένα δεύτερο σακουλάκι.

   «Αυτό θα θερμάνει το γιανγκ χωρίς να αναζωπυρώσει τη θερμότητα του πυρετού.»

   Και ύστερα ένα τρίτο.

   «Αυτές οι ρίζες τρέφουν την ουσία των νεφρών. Όταν ένας μεγάλος πυρετός εγκαταλείπει το σώμα, παίρνει μαζί του μέρος από τη ζωτική δύναμη. Πρέπει να την αναπληρώσουμε.»

   Η Σιάνγκ-Λι χαμογελούσε.

   «Δεν είναι αυτά που δίνουν δύναμη στους άνδρες και στις γυναίκες;»

   Η γριά γέλασε.

   «Είναι. Μα όταν δεν υπάρχει έρωτας, η δύναμή τους δεν χάνεται. Γίνεται τροφή για ολόκληρο το σώμα. Είναι σαν να ποτίζεις μια διψασμένη ρίζα.»

   Ένα απόγευμα η Τιάν-Μι τη βρήκε μόνη στην εσωτερική αυλή, την ώρα που τακτοποιούσε τα βότανά της. Κάθισε δίπλα της. Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα ρώτησε χαμηλόφωνα.

   «Πώς δεν αρρώστησες εσύ;»

   Η Λου Σινγκ δεν απάντησε αμέσως. Έκοβε αργά μια αποξηραμένη ρίζα σε μικρά κομμάτια.

   «Δεν γνωρίζω.»

   Σήκωσε το βλέμμα.

   «Έχω περάσει τη ζωή μου δίπλα στους αρρώστους.»

   Χαμογέλασε αχνά.

   «Έχω δει τον πυρετό των βάλτων. Τον κόκκινο πυρετό που γεμίζει το σώμα εξανθήματα. Τον χειμωνιάτικο πυρετό των πνευμόνων. Τον μαύρο πυρετό που κάνει τους ανθρώπους να παραληρούν πριν πεθάνουν.»

   Σταμάτησε για λίγο.

   «Ίσως το σώμα μου να έμαθε να αντιστέκεται. Ίσως ο Ουρανός να μου χάρισε μια προστασία που δεν καταλαβαίνω.»

   Η Τιάν-Μι περίμενε.

Η γριά συνέχισε.

   «Ή ίσως να είναι απλώς τύχη.»

   Έβγαλε από τον κόρφο της λίγα πράσινα φύλλα και τα έφερε στα χείλη της. Τα μάσησε αργά.

   «Πάντα, όταν φροντίζω αρρώστους, μασώ φύλλα αρτεμισίας. Η μυρωδιά τους καθαρίζει την αναπνοή και διώχνει τους κακούς ατμούς. Έτσι πίστευε ο δάσκαλός μου, κι έτσι κάνω κι εγώ.»

   Έγειρε ελαφρά προς την Τιάν-Μι.

   «Και ποτέ δεν στέκομαι απέναντι από την αναπνοή ενός πυρετικού. Προτιμώ να αφήνω τον άνεμο να περνά ανάμεσά μας.»

   Η νεαρή γυναίκα χαμογέλασε αχνά.

  «Και αυτό σε έσωσε;»

   Η Λου Σινγκ ανασήκωσε τους ώμους.

   «Ίσως.»

   Η σιωπή κράτησε αρκετή ώρα. Ύστερα η Τιάν-Μι μίλησε ξανά.

   «Όλοι με θεωρούν μολυσμένη.»

   Η φωνή της έσπασε.

  «Ακόμη και μέσα σε αυτό το σπίτι.»

   Κατέβασε το βλέμμα.

   «Οι υπηρέτριες δεν λένε τίποτε. Όμως το βλέπω. Όταν πλησιάζω, κάνουν ένα μικρό βήμα πίσω. Όταν τους δίνω κάτι, το πιάνουν προσεκτικά, σαν να φοβούνται μήπως αγγίξουν το χέρι μου.»

   Ένα πικρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της.

   «Δεν ξέρουν πως το βλέπω.»

   Η Λου Σινγκ δεν απάντησε αμέσως. Άφησε το σακουλάκι με τα βότανα δίπλα της.

   «Δεν έχεις γνωρίσει ακόμη πολλούς πυρετούς.»

   Η Τιάν-Μι τη κοίταξε απορημένη.

   «Υπάρχουν χειρότεροι;»

   «Πολλοί.»

   Η γριά έγειρε προς τα πίσω.

   «Υπάρχει ο πυρετός του σκορπιού. Όσοι επιζούν βασανίζονται μήνες από πόνους που έρχονται και φεύγουν σαν να τους τσιμπά ακόμη το κεντρί.»

   Σταμάτησε.

   «Και υπάρχει κάτι ακόμη χειρότερο.»

   Η Τιάν-Μι περίμενε.

   «Ο πυρετός από τις αταίριαστες ενώσεις.»

   «Τι σημαίνει αυτό;»

   Η Λου Σινγκ χαμήλωσε τη φωνή.

   «Υπάρχουν ενώσεις που ούτε ο Ουρανός ούτε οι πρόγονοι συγχωρούν.»

   Η νεαρή συνοφρυώθηκε.

  «Δεν καταλαβαίνω.»

  «Όταν άνθρωποι του ίδιου αίματος σμίγουν σαν άνδρας και γυναίκα.»

   Η Τιάν-Μι ένιωσε ένα ξαφνικό ρίγος να διατρέχει το σώμα της. Το πρόσωπό της κοκκίνισε. Μόνη η σκέψη μιας τέτοιας ένωσης της προκαλούσε ντροπή, σαν να είχε αντικρίσει κάτι που ούτε έπρεπε να ειπωθεί ούτε να φανταστεί άνθρωπος.

   Η γριά συνέχισε ήρεμα.

   «Έχω δει ανθρώπους να λιώνουν από τέτοιες ενώσεις. Άλλοι υπέφεραν από το σώμα τους. Άλλοι από τη συνείδησή τους. Ορισμένοι πυρετοί καίνε το σώμα. Άλλοι καίνε τη μνήμη. Οι δεύτεροι είναι δυσκολότεροι.»

   Η Τιάν-Μι έμεινε σιωπηλή. Η Λου-Σινγκ παρατήρησε πως το πρόσωπό της είχε χλομιάσει. Χαμογέλασε ξαφνικά, σαν να ήθελε να διώξει τη σκιά που η ίδια είχε φέρει.

   «Αρκετά μιλήσαμε για δυστυχίες.»

   Έδειξε το μικρό πήλινο δοχείο με τα βότανα.

   «Έλα να μου πεις τώρα αν συνεχίζεις να βρίσκεις πικρό το αφέψημα ή αν επιτέλους συνήθισε η γλώσσα σου.»

   Η Τιάν-Μι χαμογέλασε για πρώτη φορά ύστερα από πολλές ημέρες.

   «Παραμένει απαίσιο.»

   «Τότε σημαίνει πως θα σε ωφελήσει ακόμη περισσότερο.»

   Και για λίγες στιγμές, μέσα στον βαρύ χειμώνα της Σετσουάν, οι δύο γυναίκες γέλασαν μαζί, σαν να είχε μείνει ακόμη λίγη θέση για την ελπίδα ανάμεσα στον φόβο και στη μοναξιά.

 

 

είμαστε και οι δύο μολυσμένοι…

   Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω στο αρχοντικό του Λο Τζιάνγκ. Έξω, ο χειμωνιάτικος άνεμος περνούσε μέσα από τα γυμνά κλαδιά των κυπαρισσιών και έκανε τα ξύλινα παραθυρόφυλλα να τρίζουν απαλά. Στους διαδρόμους έκαιγαν λίγα μόνο λυχνάρια με σησαμέλαιο, κι οι σκιές τους ανέβαιναν και κατέβαιναν στους τοίχους σαν αργές ανάσες.

    Στη μεγάλη αίθουσα δίπλα στο γραφείο του πολέμαρχου, ένα μαγκάλι έκαιγε ακόμη. Η Τιάν-Μι καθόταν μόνη κοντά στη χαμηλή φωτιά. Μπροστά της βρισκόταν ένα ανοιχτό βιβλίο ποίησης, όμως τα μάτια της δεν διάβαζαν τις λέξεις. Κοίταζαν χωρίς να βλέπουν. Στα μάγουλά της κυλούσαν σιωπηλά δάκρυα. Δεν έκλαιγε από τον πυρετό. Ο πυρετός είχε περάσει. Έκλαιγε για όλα όσα είχε πάρει μαζί του. Το όνομά της. Το μέλλον της. Την ελπίδα πως κάποτε κάποιος νέος θα στεκόταν μπροστά στον πατέρα της για να τη ζητήσει σε γάμο.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ επέστρεψε αργά από το γραφείο του. Σταμάτησε στην πόρτα της αίθουσας όταν την είδε. Δεν μπήκε αμέσως. Παρατήρησε το σκυμμένο της κεφάλι και τα χέρια της που έσφιγγαν το ύφασμα του ενδύματός της. Κατάλαβε. Δεν ήταν η ασθένεια που την βασάνιζε πια.

   Ένα απαλό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Εκείνη  δεν πρόλαβε να σκουπίσει τα μάτια της. Ο πατέρας της μπήκε αργά. Ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ είχε μόλις τελειώσει τη μελέτη των στρατιωτικών αναφορών και περνούσε από τα δωμάτια του αρχοντικού, όπως συνήθιζε κάθε βράδυ πριν αποσυρθεί. Πλησίασε αργά και στάθηκε απέναντί της.

«Δεν κοιμάσαι;»

   Η Τιάν-Μι σκούπισε γρήγορα τα μάτια της.

   «Δεν μπορούσα.»

   Ο πατέρας της δεν είπε τίποτε άλλο. Άφησε τη σιωπή να σταθεί ανάμεσά τους. Και όταν εκείνη ήταν έτοιμη, μίλησε.

   Η Τιάν-Μι γύρισε το πρόσωπό της προς το παράθυρο και σκούπισε βιαστικά τα μάτια της.

   «Δεν είναι τίποτα.»

  Ο Λι χαμογέλασε με εκείνο το ήρεμο χαμόγελο που είχε μόνο για εκείνη.

   «Οι άνθρωποι δεν κλαίνε ποτέ για το τίποτα.»

   Εκείνη δεν απάντησε. Η σιωπή κράτησε αρκετή ώρα. Ύστερα μίλησε τόσο χαμηλά, που σχεδόν δεν ακουγόταν.

   «Κανείς δεν θα με πλησιάζει πια.»

   Ο πατέρας της έμεινε ακίνητος.

   «Θα φοβούνται.»

   Τα δάκρυα επέστρεψαν.

   «Θα νομίζουν πως θα τους μεταφέρω την ασθένεια.»

   Ο πολέμαρχος κάθισε δίπλα της.

   «Οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο εκείνα που δεν καταλαβαίνουν.»

Η Τιάν-Μι χαμογέλασε πικρά.

   «Κι αν έχουν δίκιο; Οι ίδιοι οι αυτοκρατορικοί γιατροί δεν γνωρίζουν τι κουβαλά ακόμη το σώμα μας.»

   Ο Λι έμεινε για λίγο σιωπηλός.

   «Οι γιατροί γνωρίζουν πολλά.»

   Ύστερα σήκωσε το βλέμμα.

  «Αλλά κάθε χρόνο μαθαίνουν περισσότερα από όσα γνώριζαν τον προηγούμενο. Θα βρουν νέα βότανα. Νέους τρόπους θεραπείας. Θα μάθουν πώς κινείται αυτή η νόσος μέσα στο σώμα. Καμιά αρρώστια δεν κρατά για πάντα κρυμμένα όλα τα μυστικά της.»

   Η Τιάν-Μι δεν μιλούσε. Εκείνος γύρισε προς το μέρος της.

   «Αν υπάρχει κάποιος που πρέπει να νιώθει βάρος στην καρδιά... αυτός είμαι εγώ.»

   Η νεαρή τον κοίταξε απορημένη.

   «Εγώ σε μόλυνα.»

   Οι λέξεις βγήκαν βαριές.

   «Από εμένα ξεκίνησαν όλα μέσα σε αυτό το σπίτι.»

   Η Τιάν-Μι άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί, όμως εκείνος συνέχισε.

   «Ένας πατέρας οφείλει να προστατεύει το παιδί του. Κι εγώ έφερα την αρρώστια στο ίδιο μας το σπίτι.»

   Άπλωσε αργά το χέρι του. Τα δάχτυλά του ακούμπησαν απαλά τον αυχένα της. Έμειναν εκεί μόνο μια στιγμή. Ύστερα τα τράβηξε πίσω. Σαν να θυμήθηκε ξαφνικά τους λόγους που είχαν κάνει ακόμη και τους γιατρούς να κρατούν αποστάσεις. Η κίνηση ήταν σχεδόν ανεπαίσθητη. Η Τιάν-Μι όμως την είδε. Τα μάτια της γέμισαν ξανά δάκρυα.

Χωρίς να πει λέξη, σηκώθηκε και έπεσε στην αγκαλιά του. Ο πολέμαρχος δίστασε μόνο για μια αναπνοή. Ύστερα την έκλεισε δυνατά στα χέρια του. Για πρώτη φορά μετά την αρρώστια.

«Είμαστε και οι δύο μολυσμένοι...» μονολόγησε η.

   Η φωνή της έτρεμε.

  «Λες και κάποια μοίρα αποφάσισε να μας δέσει έτσι.»

   Ο Λι χαμογέλασε αχνά. Κούνησε αργά το κεφάλι.

   «Δεν υπάρχει μοίρα.»

   Η Τιάν-Μι σήκωσε το βλέμμα.

   «Υπάρχουν μόνο δρόμοι που μας βρίσκουν και μάχες που πρέπει να δώσουμε.»

   Έκανε μια μικρή παύση.

   «Αν ξεκινήσεις μια μάχη φοβισμένη, την έχεις ήδη χάσει.»

   Η φωνή του έγινε πιο σταθερή.

   «Το ίδιο συμβαίνει στον πόλεμο. Το ίδιο και στη ζωή.»

   Η Τιάν-Μι έμεινε σιωπηλή.

   Ο πατέρας της χαμογέλασε.

  «Είσαι μόλις είκοσι ετών.»

   Της σκούπισε απαλά ένα δάκρυ.

  «Όταν περάσει αυτή η κατάρα, θα τη θυμάσαι ύστερα από πολλά χρόνια και θα απορείς γιατί κάποτε σου φαινόταν τόσο μεγάλη.»

   Έστρεψε για λίγο το βλέμμα προς το παράθυρο, όπου ο άνεμος συνέχιζε να φυσά.

   «Εγώ ίσως να μην υπάρχω τότε.»

Η Τιάν-Μι έκανε να μιλήσει, όμως εκείνος την πρόλαβε.

   «Εσύ όμως θα υπάρχεις.»

   Χαμογέλασε.

  «Θα κάθεσαι μια μέρα στην αυλή του δικού σου σπιτιού. Ο άντρας σου θα γελά με κάτι που θα του λες και τα παιδιά σου θα τρέχουν γύρω σου. Και τότε αυτή η ιστορία θα μοιάζει τόσο μακρινή, σαν κακό όνειρο που έσβησε με το πρώτο φως.»

   Η Τιάν-Μι ακούμπησε το μέτωπό της στον ώμο του. Άκουγε μόνο την ήρεμη ανάσα του.

   «Ξέρεις γιατί ο άνθρωπος έφτασε ως εδώ;» τη ρώτησε εκείνος.

   Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

  «Επειδή ποτέ του δεν εγκαταλείπει.»

   Η φωνή του είχε τη βεβαιότητα ανθρώπου που είχε ζήσει αμέτρητες μάχες.

   «Αν σε κάθε δυσκολία πετούσαμε τα όπλα, τα χωριά μας θα είχαν χαθεί, οι πόλεις μας θα είχαν ερημώσει και τα ονόματα των προγόνων μας θα είχαν σβήσει από τη μνήμη.»

   Την απομάκρυνε ελαφά από την αγκαλιά του.

   «Το χρέος του ανθρώπου δεν είναι να μη συναντά δυσκολίες. Το χρέος του είναι να επιβιώνει μέσα από αυτές.»

   Μέσα στο δωμάτιο ο χειμώνας έμοιαζε για πρώτη φορά λιγότερο βαρύς. Για λίγες στιγμές, πατέρας και κόρη έμειναν χωρίς να μιλούν, σαν η κοινή τους πληγή να είχε πάψει να τους χωρίζει και να είχε γίνει ο δεσμός που τους ένωνε ακόμη πιο βαθιά.

 

 

η εορτή

   Στις αρχές της άνοιξης, όταν τα χωράφια γύρω από το Λο Τζιάνγκ πρασίνισαν ξανά οι κάτοικοι της Σετσουάν τίμησαν τα πνεύματα της γης και τους προγόνους τους. Ήταν μια από εκείνες τις γιορτές που, παρά τις πολιτικές πληγές της εποχής κρατούσαν ακόμη ζωντανή την αίσθηση συνέχειας.

   Η εορτή εκείνη τη χρονιά καθυστέρησε λίγο. Όταν εγκρίθηκε η άρση των περιορισμών από  τον αυτοκρατορικό επίτροπο της Τσενγκντού, όλοι άρχισαν να βγαίνουν και σε λίγες ημέρες είχε ξεχαστεί ο φόβος. Και όταν κάποιος ερχόταν να υπενθυμίσει το πρόβλημα οι περισσότεροι απαντούησαν «Εμάς τι μας νοιάζει. Ο πυρετός χτυπά την πόρτα στα σπίτια των πλουσίων.»  

   Στη μεγάλη πλατεία του χωριού Λο Τζιάνγκ, δίπλα στο μικρό ναΰδριο της θεότητας της γης, αφιερωμένο στον Τουντιγκόνγκ, τον Θεό της Τοπικής Γης είχε συγκεντρωθεί το πλήθος. Ήταν η ανοιξιάτικη τελετή ευχαριστίας για τη νέα σπορά, μια γιορτή που ένωνε όλη την κοινότητα της αγροτικής Σετσουάν, ανεξάρτητα από πολιτικές προτιμήσεις και φατριασμούς. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά προσέφεραν θυμίαμα και ρύζι, ζητώντας γονιμότητα και ειρήνη.

   Στη μέση της πλατείας, περίτεχνα καλάθια γεμάτα με φρέσκα λουλούδια και καρπούς σχημάτιζαν έναν κύκλο γύρω από το μεγάλο βωμό, ενώ οι γυναίκες του χωριού, ντυμένες με πολύχρωμα υφάσματα, χόρευαν γύρω από τις φωτιές και τραγουδούσαν ύμνους στην καλή σοδειά.

   Η Τιάν-Μι παρακολουθούσε τα πάντα με μια αίσθηση απόστασης αλλά και ταυτόχρονα αναθεώρησης του περίγυρου. Ο πατέρας της, ο ισχυρός Λι Γουέν-Τσενγκ, ήταν πάντα  προσωπικότητα που συγκέντρωνε τα βλέμματα.    Οι νεαρές κοπέλες που χόρευαν ή στέκονταν γύρω από τα τραπέζια, δεν μπορούσαν να κρύψουν το θαυμασμό τους για τον πατέρα της. Όλες τους, με τα κομψά τους φορέματα, τις βαμμένες μπούκλες και τα φλογερά τους βλέμματα, μιλούσαν μεταξύ τους και γελούσαν, αλλά κάθε τους βλέμμα  φαινόταν να απευθυνόταν στον Λι Γουέν-Τσενγκ, είτε με την ελπίδα είτε με την πίστη ότι θα μπορούσαν να τραβήξουν την προσοχή του. Κάποιες μάλιστα τις είχε αναγνωρίσει ως εκείνες που είχε αναφέρει η θεία της, Λι Σου-Γιάν, όταν είχε αναφέρει την πρόταση για γάμο του πατέρα της. Τα λόγια της θείας ηχούσαν ξανά στο μυαλό της: «Η δύναμη του Γουέν-Τσενγκ, η σοφία και η θέση του... θα έφερναν στον τόπο μας μια νέα δυναστεία. Να μην αφήσεις να περάσει η ευκαιρία.»

   Όμως, ήταν μια άλλη μορφή που την τράβηξε περισσότερο, μια γυναίκα που στεκόταν λίγο πιο μακριά από τον κύκλο των νεαρών κοριτσιών. Ήταν η Χουά-Λι, μια νεαρή χήρα που είχε χάσει τον πλούσιο σύζυγό της, τον έμπορο Σουνγκ Τζι-Γουάνγκ, μεγαλύτερο κατά πολλά χρόνια από αυτήν, πριν από μήνες. Η Χουά-Λι προερχόταν από την οικογένεια του μεγαλογαιοκτήμονα Χουά Τζιάνγκ-Φενγκ, ενός από τους πιο εύπορους άνδρες της επαρχίας Σετσουάν. Την συνόδευαν ο πατέρας της ο Χουά Τζιάνγκ-Φενγκ και η μητέρα της Λινγκ Γιου-Τσαν. Η Χουά-Λι, παρά το πένθος της, διατηρούσε την κομψότητα και την ανεξαρτησία της. Η παρουσία της στη γιορτή δεν ήταν απλώς κοινωνική υποχρέωση. Οι κινήσεις της, η στάση της και το βλέμμα της απέναντι στον Λι Γουέν-Τσενγκ μαρτυρούσαν την αποφασιστικότητα και τη γνώση της δύναμης που κατείχε, τόσο από την οικογενειακή της καταγωγή όσο και από την περιουσία που είχε κληρονομήσει από τον θανόντα σύζυγό της. Η Χουά-Λι κοιτούσε τον Λι Γουέν-Τσενγκ με μια βαθύτερη προσοχή, κάτι που η Τιάν-Μι ένιωσε να παραβιάζει την κανονικότητα του θαυμασμού. Δεν ήταν απλώς το βλέμμα μιας νέας γυναίκας που εκτιμούσε την ισχύ του πατέρα της. Ήταν κάτι

πιο προσωπικό, σχεδόν κάλεσμα επιθυμίας.

   Η εορτή κάτω από την επιφάνεια της κοινωνικής συναναστροφής πίσω από τις χαρούμενες μάσκες και τους ενθουσιαστικούς χορούς  έκρυβε έναν αγώνα για θέση, για δύναμη, για διεκδίκηση, για εξασφάλιση στον κόσμο.   

   Ο άρχοντας Λι Γουέν-Τσενγκ στεκόταν δημόσια ανάμεσα στους χωρικούς, όχι ως οικοδεσπότης, αλλά ως προστάτης της τάξης, και δίπλα του η δεκαεννιάχρονη κόρη του, η Τιάν-Μι, ήρεμη και αφοσιωμένη, χωρίς να τον εγκαταλείπει ούτε στιγμή. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ στεκόταν όρθιος, επιβλητικός αλλά συγκρατημένος. Δεν έπινε πια όσο παλιά. Δεν γελούσε δυνατά. Παρατηρούσε. Δίπλα του η Τιάν-Μι φορούσε απλό αλλά καλοραμμένο μεταξωτό φόρεμα σε απαλό γαλάζιο. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα σε σεμνό κότσο. Δεν φορούσε υπερβολικά στολίδια, μόνο μια φουρκέτα από νεφρίτη που ανήκε στη μητέρα της. Όταν του γέμιζαν το κύπελλο, εκείνη το έπαιρνε πρώτη και δοκίμαζε ελάχιστα, όχι από καχυποψία επιδεικτική, αλλά σαν φυσική φροντίδα. Όταν αυτός καθόταν, εκεινη στεκόταν ελαφρά πίσω του. Όταν εκείνος συνομιλούσε με τοπικούς αξιωματούχους, εκείνη κρατούσε χαμηλωμένο βλέμμα, αλλά το σώμα της ήταν στραμμένο αποκλειστικά προς εκείνον.

   Σε κάποια στιγμή, όταν ο άνεμος σήκωσε σκόνη από την αυλή, εκείνη άπλωσε αυθόρμητα το χέρι της και τίναξε απαλά τον ώμο του από τα κατακάθια της σκόνης. Η κίνηση ήταν απλή, οικεία, τρυφερή. Και παρατηρήθηκε. Στο πλάι της αυλής, δύο γυναίκες ψιθύρισαν:

— «Βλέπεις; Πάντα δίπλα του.»

— «Να γιατί δεν τη δίνει σε γάμο.»

— «Καμιά κόρη δεν μένει έτσι στα δεκαεννιά, αν δεν υπάρχει λόγος.»

   Οι άνδρες δεν μιλούσαν τόσο ανοιχτά. Μα τα βλέμματα υπήρχαν. Μακρόσυρτα. Υπολογιστικά. Για κάποιους, ήταν απλώς μια ευσεβής κόρη που τιμούσε τον πατέρα της, υπόδειγμα κομφουκιανής αφοσίωσης. Για άλλους, ήταν μια παράξενη προσκόλληση. Μια οικειότητα υπερβολική για ανύπαντρη γυναίκα της ηλικίας της.

    Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένιωσε κάποια από αυτά τα βλέμματα. Δεν γύρισε να τα αντικρίσει. Μόνο το χέρι του ακούμπησε στιγμιαία πάνω στο δικό της, σαν σιωπηλή ευχαριστία. Η Τιάν-Μι δεν αντιλήφθηκε τους ψιθύρους. Εκείνη έβλεπε μόνο έναν άνδρα κουρασμένο, που είχε ανάγκη από ηρεμία. Και αν μπορούσε, έστω για μία γιορτή, να του την προσφέρει, τότε ο κόσμος γύρω της, οι πολιτικές αντιπαλότητες, τα παλιά μίση, οι φήμες,  δεν είχαν σημασία.

   Όμως στα χωριά, τίποτα δεν περνά απαρατήρητο. Και οι γιορτές, όσο φωτεινές κι αν είναι, συχνά φωτίζουν και τις σκιές. Καθώς ο άρχοντας Λι Γουέν-Τσενγκ και η κόρη του η Τιάν-Μι απομακρύνονταν από την πλατεία μετά την εορτή, τα βήματά τους ανάμεσα στο πλήθος ήταν ήσυχα, σχεδόν αθόρυβα. Οι χωρικοί  παρακολουθούσαν, κάποιοι ψιθύριζαν, αλλά τα βλέμματα ζωγραφίζονταν  περισσότερο από περιέργεια παρά από κριτική.

   Και τότε, πίσω τους, ακούστηκε μια φράση που ξεχώρισε:

— «Ταιριαστό ζευγάρι… βλέπεις; σαν να το ξέρει κι η ίδια η μοίρα!»

   Η φράση ήταν μισοειρωνική, μισοαποκαλυπτική. Προερχόταν από τη Λιου Τσενγκ-Φέν, μια ηλικιωμένη γυναίκα του χωριού, γνωστή για τα ακατανόητα σχόλιά της που πετούσε στον αέρα χωρίς λόγο, αλλά και χωρίς κανείς να την παρεξηγεί. Κανένας δεν περίμενε ότι εκείνη τη φορά οι λέξεις της θα χαράκωναν τόσο βαθιά.

   Η Τιάν-Μι ένιωσε μια αίσθηση ανησυχίας και ταυτόχρονα μια ανάγκη να μιλήσει. Ο άρχοντας την κοίταξε, καταλαβαίνοντας από το βλέμμα της ότι δεν μπορούσε πια να αγνοήσει τα λόγια που μόλις είχαν ακουστεί. Ήταν σαν να του έδειχνε καθαρά, χωρίς φλυαρίες, πόσο οι ψίθυροι του χωριού τον ακολουθούν, και πόσο η ίδια καταλαβαίνει το βάρος της εικόνας τους.

 

 

η βέβηλη νύχτα

    Μόλις επέστρεψαν στο αρχοντικό, η ατμόσφαιρα ήταν βαρύθυμη. Η εορτή είχε τελειώσει, οι φωνές και τα τύμπανα της πλατείας είχαν σβήσει, και το χωριό είχε επιστρέψει στους ήρεμους ρυθμούς της καθημερινότητας. Ο άρχοντας, στις αρχές της πέμπτης δεκαετίας της ζωής του, περπατούσε αργά στους διαδρόμους του σπιτιού, σκεπτικός, κρατώντας το βλέμμα του χαμηλά, σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει σκέψεις που τον βάραιναν εδώ και χρόνια.

   Η Τιάν-Μι, πατώντας στο εικοστό άνθος της σφριγηλής νεότητάς της, ακολουθούσε ήσυχα, χωρίς να τον ενοχλεί, αλλά με μια αποφασιστικότητα στα μάτια της που δεν είχε ξαναδεί. Μόλις έφτασαν στην κύρια αίθουσα, γύρισε προς εκείνον και τον πλησίασε. Η φράση της Λιου Τσενγκ-Φέν είχε ανοίξει την πόρτα για την ειλικρίνεια.

   «Άρχοντα…» είπε, «ξέρω τι λένε κάποιοι πίσω από την πλάτη μας. Μα δεν είναι αυτό που με ενδιαφέρει. Θέλω μόνο να ξέρετε ότι δεν σας βλέπω όπως σας βλέπουν οι άλλοι. Θέλω να είμαι δίπλα σας, χωρίς φόβο, χωρίς υποκρισία.»

   Ο Γουέν-Τσενγκ δεν απάντησε.

   «Άρχοντα, ξέρω πως φοβάστε για όλα, για τις φήμες, για τους ανθρώπους γύρω σας, για την εξουσία σας…» του είπε με απαλό αλλά σταθερό τόνο η Τιάν-Μι. «Δεν σας βλέπω ως κάποιον που πρέπει να υπακούσω ή να φοβηθώ. Θέλω μόνο να είστε ειλικρινής. Να μη κρύβεστε από εμένα ούτε από τον ίδιο σας τον εαυτό.»

   Ο άρχοντας σιώπησε, νιώθοντας το βάρος των λέξεων της νεαρής κοπέλας. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος του μίλησε τόσο ανοιχτά για τα συναισθήματά του — και τα δικά της. Ένιωσε τα τείχη του να ραγίζουν.

   «Τιάν-Μι…» ξεκίνησε με χαμηλή φωνή. «Ποτέ δεν ήξερα πώς να εμπιστευτώ κάποιον, ούτε καν τον ίδιο μου τον κόσμο. Κι εσύ…» Κι εκεί, χωρίς να χρειάζεται να πει περισσότερα, η κοπέλα πλησίασε, έγειρε ελαφρά και άπλωσε το χέρι της στο δικό του, μια κίνηση απλής, ανθρώπινης σύνδεσης. Η φωνή της ήταν απαλή, αλλά γεμάτη βεβαιότητα: «Ξέρω τι πέρασες όλα αυτά τα χρόνια…» του είπε. «Δεν μπορούσα να σε βλέπω να υποφέρεις. Θέλω μόνο να είμαι εδώ, δίπλα σου, να σου δώσω λίγη ηρεμία.»

   Ο άρχοντας δεν απάντησε αμέσως. Στάθηκε σιωπηλός, με τα μάτια χαμηλωμένα, ανακαλώντας στιγμές από τον θάνατο της γυναίκας του, τις μέρες της μοναξιάς, τις νύχτες που πέρασαν σε σκέψεις και αμφιβολίες. Κάθε ανάμνηση τον πλημμύριζε. Κάθε ανάμνηση τώρα τον έκρινε.

   Ήταν μια στιγμή ειλικρίνειας, ένα σπάσιμο των τειχών που είχαν χτίσει γύρω του, δεκαετίες φόβου και μοναξιάς. Η νεαρή γυναίκα ήθελε μόνο να του δείξει ότι κάποιος μπορούσε να σταθεί δίπλα του, να τον στηρίξει, να τον καταλάβει. Ξέλυσε την φουρκέτα από τα μαλλιά της και τα άφησε να κυλήσουν στις πλάτες της και στο στήθος της. Και εκείνος, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ένιωσε ότι δεν ήταν πλέον μόνος. Η δυνατή  σύνδεση που δημιουργήθηκε εκείνη τη στιγμή άλλαξε ριζικά τη σχέση τους, από παθητική επιτήρηση και απόσταση, σε εμπιστοσύνη, αμοιβαία φροντίδα και έλξη.

   Και εκεί, στην σιωπή του αρχοντικού, η πρώτη αληθινή, συναισθηματική σύνδεση ανάμεσά τους αλλά εντελώς διαφορετική πλέον δημιουργήθηκε, ένα δέσιμο βασισμένο στην κατανόηση, όχι στις φήμες ή στις εξωτερικές ματιές. Στο υπόλοιπο βράδυ σιωπηλά, κάθισαν μαζί. Τα βλέμματα δεν ήταν γεμάτα φόβο, ούτε υποταγή, ούτε έλεγχο, μόνο κατανόηση. Και εκείνη η στιγμή έθεσε τα θεμέλια για μια νέα ισορροπία μεταξύ τους: αληθινή, ανθρώπινη, συναισθηματική. Ήταν έτοιμοι και οι δύο συναινετικά να προχωρήσουν στο ανομολόγητο, χωρίς ενοχές, χωρίς τύψεις, χωρίς φόβους, ερωτικό κάλεσμα, καλά κλεισμένοι στο φρουρούμενο αρχοντικό, αποκλεισμένοι κοινωνικά από την ευρύτερη κοινότητα, ασφαλισμένοι σε μία σχέση τόσο μυστική και τόσο στενή που δεν μπορούσε να εισχωρήσει προδοσία.

   Το μεγάλο δίλημμα του Λι Γουέν-Τσενγκ ερχόταν για δεύτερη φορά στη ζωή του. Και αν την πρώτη φορά είχε καταφέρει να αποτρέψει το βλέμμα και να συγκρατήσει την ορμή του — τότε, με την απεραντοσύνη της νιότης μπροστά του, όλα ήταν υπό έλεγχο — τώρα ένιωθε αδύναμος να το κάνει. Τότε, με τη Σου-Γιάν, η επαπειλούμενη επαφή τους είχε περιοριστεί σε μια αμήχανη αγκαλιά, ένα τρυφερό άγγιγμα των χεριών και της πλάτης, σαν παιγνίδι που δεν είχε ακόμη ωριμάσει. Κάθε επαφή ήταν υπόθεση ελέγχου, η επιθυμία υποτάσσονταν στη θέση του αδελφού, στον κανόνα, στην ηθική που είχε μάθει να τηρεί.

   Τώρα, με τη Τιάν-Μι, όλα ήταν διαφορετικά. Η επαφή ήταν χωρίς επιτήρηση, χωρίς σιωπηρές επιφυλάξεις. Το σώμα που του προσφερόταν ήταν ανοιχτό και ειλικρινές· η καρδιά της τρεμούλιαζε, αλλά το βλέμμα της ζητούσε, και η θέλησή του δεν μπορούσε πλέον να συγκρατηθεί πλήρως. Η διαφορά ήταν βαθιά: κάποτε η νεότητα του επέβαλλε αυτοσυγκράτηση, τώρα η ώριμη γνώση της ζωής άφηναν το σώμα να μιλήσει ελεύθερα — κι όμως, ο νους του δεν μπορούσε να απελευθερωθεί από το βάρος της ηθικής και της συνήθειας.

   Η σύγκριση τον έκανε να τρέμει ελαφρά: η αγωνία εκείνης της νύχτας της αποκάλυψης των αισθημάτων της Σου-Γιάν, η ντροπή που ένιωθε για την παραβίαση των ορίων, τώρα συνδυαζόταν με τη γλυκιά ένταση της τωρινής επαφής· και ο ίδιος καταλάβαινε πως η ηλικία του, και η συνειδητή συγκατάθεση της Τιάν-Μι έκαναν τον πόθο πιο δυνατό, πιο απελευθερωμένο, αλλά ταυτόχρονα πιο δύσκολο να ελεγχθεί.

   Στο μυαλό του Λι Γουέν-Τσενγκ άρχισε να διαγράφεται ένα ερώτημα. Αν κάποτε είχε υπάρξει ακέραιος σε μια ηθική δοκιμασία, τώρα θα μπορούσε να το ξανακάνει; Αν κάποτε είχε σταθεί και είχε πει «όχι», θα είχε τη δύναμη να το επαναλάβει σήμερα; Θα έβγαζε την ίδια απόφαση στην ίδια στιγμή της ζωής του, όταν ήταν νέος, γεμάτος ισχύ και φιλόδοξες προσδοκίες, όπως θα έπραττε τώρα, που οι φιλοδοξίες του είχαν μαλακώσει, η δύναμή του είχε ροκανιστεί από τις εμπειρίες και τις περιπέτειες που είχε περάσει, και ήταν πλέον ευάλωτος; Το μυαλό του γέμιζε από τις σκιές των ετών, συγκρίνοντας την ακαμψία της νιότης με την τωρινή του ηλικία, και αναρωτιόταν αν η ζωή προσφέρει ποτέ δύο φορές τις ίδιες συνθήκες — και αν ναι, πόσο ίδια είναι η ψυχή που καλείται να τις αντιμετωπίσει ή μήπως εκείνη η ψυχή έχει πλέον λυγίσει.

    Η φράση της Τιάν-Μι «μόλυνέ με» τον έκανε να αποδιώξει όλες τις σκέψεις του. Ήταν  αργά πλέον αφού βρίσκονταν και οι δύο γυμνοί.  Ήταν η στιγμή που το αίμα κύλησε με ανακούφιση πάνω στα λευκά σεντόνια, αίμα που αντί να πονάει και να χωρίζει να γίνεται το συμβόλαιο ενός αδιάρρηκτου δεσίματος.

   Σαν να ήταν, με τρόπο σιωπηλό, πλάσματα της ίδιας γης. Οι ζωές τους είχαν πλεχτεί πριν ακόμη αγγίξουν ο ένας τον άλλον.

   Κι όμως, όπως δίστασαν μπροστά στην ιδέα της ένωσης και τελικά την αποδέχθηκαν για να μην μείνει ο κόσμος άδειος, έτσι κι αυτοί ένιωθαν ότι η εποχή τους έσπρωχνε, και κυρίως εκείνη η νόσος είχε καθορίσει τη συνάντησή τους. Δεν ήταν αθώος έρωτας. Ήταν έρωτας που γεννιέται όταν όλα γύρω έχουν ραγίσει. Εκείνος, που είχε χάσει τον εαυτό του σε μάχες, έβρισκε στη μορφή της την πιθανότητα κάποιας συνέχειας. Εκείνη έβρισκε σ’ εκείνον παρουσία.

   Η σχέση τους δεν είχε ακόμη όνομα.
Μα είχε ήδη αρχίσει να τους μεταμορφώνει. Ήταν το πνεύμα των υδάτων, ορμητικό και ατίθασο, που σε μια μάχη για την κυριαρχία χτύπησε το κοσμικό βουνό και έγειρε τον ίδιο τον ουρανό. Αυτή νερό που εξεγείρεται. Αυτός νόμος που ορίζει όρια. Όταν συγκρούστηκαν, ο κόσμος άλλαξε κλίση. Έτσι και αυτοί.

   Ήταν τα ενισχυτικά βότανα που τους τροφοδοτούσε αδιάκοπα όλους αυτούς τους μήνες η Λου Σινγκ για να ενισχύσει τον οργανισμό τους που είχαν θεριέψει μέσα τους και ζήταγαν κάπου να εκβάλουν την ενέργεια που είχε συσσωρευθεί. 

    Εκείνος ήταν η τάξη της εξουσίας, η πέτρα που όριζε ποιος ζει και ποιος χάνεται.
Εκείνη ήταν το νερό, όχι θορυβώδες, αλλά επίμονο, ικανό να διαβρώσει ακόμη και την πιο σκληρή απόφαση. Δεν τον πολεμούσε με κραυγές.
Τον χτυπούσε με ερωτήσεις. Κάθε της λέξη ήταν νερό που έβρισκε ρωγμή. Κάθε του σιωπή ήταν πέτρα που ράγιζε ανεπαίσθητα. Κι αν εκείνος κάποτε έγειρε τον κόσμο άλλων χωριών με τη βία του, τώρα ένιωθε τον δικό του κόσμο να μετατοπίζεται από τη δική της παρουσία.

   Ήταν νερό και πέτρα. Ήταν συγγενείς της ίδιας γης κάτω από ραγισμένο ουρανό. Ήταν σύγκρουση και αναγέννηση μαζί. Κι όπως τα ποτάμια του Λο Τζιάνγκ τον χειμώνα φούσκωναν απότομα, έτσι και η σχέση τους μεγάλωνε, όχι επειδή ήταν εύκολη, αλλά επειδή οι όχθες που τους κρατούσαν χωριστά είχαν χαλαρώσει.

  Η νεαρή κοπέλλα πλησίασε στο αυτί του και του ψιθύρισε: «Δεν θα σε αφήσω ποτέ. Δεν θα σε αφήσω, όπως σε άφησε εκείνη…» Και τον αγκάλιασε με όση δύναμη είχε.

   Το λυχνάρι έκαιγε αργά· η φλόγα λύγιζε κάθε τόσο, σαν να δίσταζε κι εκείνη. Ο Γουέν-Τσενγκ ανακάλεσε στιγμιαία στο μυαλό του την Μέι-Λαν. Τη θυμόταν μικρόσωμη, σχεδόν εύθραυστη. Έφτανε μόλις στον ώμο του,  ένα σώμα που χωρούσε μέσα στην αγκαλιά του χωρίς προσπάθεια. Το πρόσωπό της είχε εκείνη τη γλυκύτητα που μαλάκωνε τον χώρο γύρω της. Όταν χαμογελούσε, τα μάτια της μίκραιναν ελαφρά. Το σώμα της δεν ήταν λεπτό σαν των ζωγραφισμένων κυριών των λογίων. Είχε πλούσιο στήθος, ζεστό και απτό, μια θηλυκότητα που δεν κρυβόταν πίσω από μεταξωτά στρώματα.  Άνοιξε απότομα τα μάτια του και η σκέψη του μετακινήθηκε στη Τιάν-Μι. Δεν ήταν μικρόσωμη σαν τη Μέι-Λαν. Όταν στεκόταν όρθια, το ανάστημά της διέγραφε μια καθαρή, κάθετη γραμμή. Ψηλότερη από τις περισσότερες γυναίκες που είχε γνωρίσει, κάτι που την έκανε να ξεχωρίζει ακόμα και μέσα σε αίθουσα γεμάτη κόσμο. Δεν μπορούσε να την αγνοήσει εύκολα κανείς. Το πρόσωπό της δεν ήταν γλυκό. Τα ψηλά ζυγωματικά και οι καθαρές γραμμές του του έδιναν μια φυσική αυστηρότητα. Υπήρχαν γωνίες στο στόμα της, στον τρόπο που στεκόταν, ακόμη και στη σιωπή της.

   Το στήθος της ήταν πιο συγκρατημένο, πιο λιτό. Μα η γραμμή της μέσης της, η αρμονία των γοφών της και ο τρόπος με τον οποίο το σώμα της διατηρούσε την ίδια ισορροπία ακόμη και όταν ήταν ξαπλωμένη, δημιουργούσαν μια διαφορετική ένταση. Ήταν η αίσθηση ενός σώματος απόλυτα ισορροπημένου, όπου κάθε καμπύλη έμοιαζε να συνεχίζει φυσικά την προηγούμενη, όπου τίποτε δεν περίσσευε και τίποτε δεν έλειπε.

   Η φλόγα του λυχναριού έτρεμε ξανά. Ίσως δεν ήταν θέμα σώματος. Ίσως το σώμα ήταν απλώς η πρώτη γλώσσα. Η Μέι-Λαν μιλούσε τη γλώσσα της απαλότητας. Η Τιάν-Μι μιλούσε τη γλώσσα της σιωπηλής ισχύος, της ισχύος που δίνει η συγκρατημένη έκφραση, η φειδωλή ακόμη και στην διαγραφή του χαμόγελού της.

   Η πρώτη αυτή νύχτα έστω πνιγμένη στους δισταγμούς έφερε το ξεδίπλωμα στις επόμενες νύχτες όπου σιγά σιγά αυξήθηκε η ερωτική ένταση, κυρίως από την πλευρά του μεσήλικα  άρχοντα. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε μείνει τόσο καιρό χωρίς να έχει γευθεί ένα γυναικείο σώμα, και όσα σώματα είχε θωπεύσει μετά την χηρεία του ήταν σώματα νεανικά μεν, αλλά πληρωμένα, σώματα και υποκριτικά αισθήματα που παρέχονταν μόνο επί πληρωμή και για όσο διαρκούσαν τα δώρα και τα νομίσματα. Τώρα είχε πάλι κάτι χωρίς τη μεσολάβηση του χρήματος, χωρίς τη μεσολάβηση κανενός πράγματος, κάτι που μόνον σε αυτόν ανήκε και κάτι που από μόνο του έδειχνε ότι μόνον αυτόν είχε επιλέξει.

   Η επιλογή της Τιάν-Μι για αυτόν τον άνδρα δεν είναι σίγουρο πότε αναδύθηκε. Άρχισε να βγαίνει δειλά στην επιφάνεια όταν ο Γουέν-Τσενγκ είχε απορρίψει τις προτάσεις που του είχαν γίνει να ξαναπαντρευτεί. Τον τελευταίον χρόνο αυτή η επιλογή βαφόταν όλο και πιο έντονα σαν πίνακας που γέμιζε με χρώματα, κάθε φορά που ο πατέρας της αρνιόταν κάποια πρόταση προξενειού για εκείνη. Τόσο πιο σίγουρη αισθανόταν η Τιάν-Μι ότι δεν ήταν μόνο κοινωνικοί οι λόγοι, αλλά ότι προκαλούσε κάτι σαν υπόγεια ερωτική έλξη στον άρχοντα Γουέν-Τσενγκ. Αλλά και εκείνη δεν  ήθελε να συζητήσει αυτές τις προτάσεις που γίνονταν για χάρη της. Δεν ήξερε το γιατι. Της φαίνονταν μικροί, της φαίνονταν κοινωνικά ανίσχυροι, της φαίνονταν … Κάθε φορά εκλιπαρούσε από μέσα της να μην κάνει δεκτή ο πατέρας της την πρόταση του προξενειού που της πήγαιναν. Και κάθε φορά έκλεινε τα μάτια της χαμογελώντας από κρυφή ικανοποίηση όταν η πρόταση απορριπτόταν.

      Στα πενήντα δύο του, ο πολέμαρχος που είχε πυρπολήσει χωριά και είχε διασχίσει επαρχίες σε εκκαθαρίσεις, άνδρας που είχε πολεμήσει, κερδίσει, επιβιώσει, άνδρας που ήξερε να φεύγει πριν ξημερώσει, εκείνη τη νύχτα δεν έφυγε.

   Συναντιούνταν σε ώρες που το χωριό κοιμόταν.
Μιλούσαν χαμηλόφωνα. Δεν αντάλλασσαν αγγίγματα μπροστά σε κανέναν. Η σχέση τους δεν είχε όνομα. Δεν στηριζόταν σε καμμία υπόσχεση, σε κανένα κοινό σχέδιο για το αύριο.

   Στο Λο Τζιάνγκ τίποτε δεν είχε αλλάξει φανερά. Οι άνθρωποι συνέχιζαν να ποτίζουν τα χωράφια. Οι στρατιώτες να πηγαινοέρχονται. Αλλά κάτω από τη σιωπή, κάτι μετατοπιζόταν: Ένας άνδρας που είχε μάθει να καίει, μάθαινε να συγκρατείται.
   Εκείνος πίστευε στην επιβολή. Εκείνη πίστευε στην αφοσίωση και στην αντοχή. Εκείνος είχε παρελθόν. Εκείνη είχε μόνο μέλλον. Και όμως εκείνη ήταν τώρα που έθαβε το μέλλον της. Εκείνος άρχισε να διστάζει. Αλλά η δική του παρουσία την σκλήραινε. Καταλάβαινε ότι για να σταθεί δίπλα σε έναν τέτοιο άνδρα, δεν μπορούσε  να είναι εύθραυστη. Αν ο κόσμος του ήταν φτιαγμένος από εξουσία, εκείνη έπρεπε να μάθει να κινείται μέσα της χωρίς να συνθλίβεται.

    Εκείνος γινόταν ένας άνδρας που μάθαινε να συγκρατεί τη φωτιά του. Εκείνη μια γυναίκα που μάθαινε να γίνεται φωτιά όταν χρειαστεί. Εκείνος είχε συνηθίσει βλέμματα φόβου, επιθυμίας ή συμφέροντος. Στο δικό της είδε κάτι που τον αποσυντόνισε, την έλλειψη δέους. Δεν τον εξιδανίκευσε. Τον κατάλαβε. Και αυτό ήταν πιο επικίνδυνο. Δεν ήταν όμορφη με τρόπο εκθαμβωτικό. Ήταν όμορφη με τρόπο ανθεκτικό σαν δέντρο που μεγάλωσε σε βράχο. Δίπλα της ένιωθε τη φθορά των πενήντα δύο του χρόνων. Ένιωθε ότι, για πρώτη φορά, κάποιος τον έβλεπε όχι ως πολέμαρχο αλλά ως άνθρωπο που μπορούσε ακόμη να αλλάξει. Και αυτό τον μαλάκωνε.

   Εκείνη έμαθε να μη ρωτά για το παρελθόν του. Καταλάβαινε η δύναμη δίπλα σε έναν τέτοιο άνδρα δεν είναι να τον κατέχεις είναι να μη σε αντικαθιστούν.

   Ο άρχοντας Λι Γουέν-Τσενγκ περπατούσε σιωπηλός στα σκοτεινά διαδρόμους του αρχοντικού του, τα βήματά του βαριά από τη σκιά που έφερνε ο χρόνος. Οι νύχτες του είχαν γίνει μεγαλύτερες, πιο βαρειές, όπως και οι σκέψεις του.

   Η σχέση του με τη Τιάν-Μι τον τύλιγε με μια σφιχτή αίσθηση ενοχής και σύγχυσης. Το σώμα της Τιάν-Μι, τόσο ζωντανό και γεμάτο νεανική ζέστη, του προκαλούσε αμηχανία, όχι μόνο για την επιθυμία που ξυπνούσε, αλλά και για την υπενθύμιση του χρόνου που εκείνος κουβαλούσε στους ώμους του.

    Δίπλα της ένιωθε σαν άνδρας που, ύστερα από μακρύ και άνυδρο ταξίδι, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε καθαρή πηγή. Η νεότητά της δεν ήταν απλώς ομορφιά· ήταν ορμή, ήταν κίνηση. Του θύμιζε νεαρό πουλάρι που καλπάζει με δύναμη αδάμαστη, όχι από ανυπακοή αλλά από περίσσευμα ζωής, σαν νεαρή φοράδα της άνοξης που, ύστερα από περιπλάνηση, αναγνωρίζει τον αναβάτη που της ταιριάζει και η κίνηση γίνεται ρυθμός κοινός. Δεν ήταν μόνο η σάρκα· ήταν ο τρόπος που το αίμα της έμοιαζε να κυλά γρηγορότερα, που το γέλιο της ερχόταν εύκολα, που η ανάσα της είχε τον παλμό της άνοιξης.

   Κι όμως, μέσα σε αυτή τη ζωτικότητα, εκείνος αισθανόταν τη δική του ηλικία σαν σκιά. Το σώμα της ήταν υπόσχεση μέλλοντος· το δικό του, μνήμη παρελθόντος. Και ανάμεσα στα δύο απλωνόταν μια γέφυρα εύθραυστη φτιαγμένη από επιθυμία, τρυφερότητα και μια σιωπηλή ερώτηση που δεν τολμούσε να διατυπώσει: αν η αρμονία αυτή ήταν μοίρα ή πλάνη.

  Πόσο θα ήθελε να μην είναι κόρη του, να είναι κόρη κάποιου άλλου, ακόμη και του Ξιάο-Γου. Να μην υπήρχε κανένας δεσμός μεταξύ τους. Γιατί να μην είναι μια άγνωστη κοπέλλα από τις περιοχές των εκκαθαρίσεων και να την είχε φέρει από τα μακρυνά μέρη στο σπίτι του.

   Στο παρελθόν η τακτική απουσία του από το σπίτι είχε δημιουργήσει μια μεγάλη αποξένωση ανάμεσά τους. Το γεγονός ότι ο άρχοντας Λι Γουεν-Τσενγκ έλειπε πολλές φορές από το σπίτι, το γεγονός ότι δεν είχε τόσο συχνές επαφές με την Τιάν-Μι, ότι δεν είχαν συναντηθεί καθόλου τα τελευταία τέσσερα χρόνια, απομάκρυναν την αίσθηση ότι ήταν ζήτημα οικογενειακού δεσμού, ξεθώριαζαν όσες ενοχές μπορούσαν να αναδυθούν στους εναγκαλισμούς τους και στους πνιχτούς ήχους της Τιάν-Μι. Αλλά ήξερε κάτι. Η  Τιάν-Μι δεν μπορούσε ποτέ να γίνει η επίσημη σύζυγός τους, ούτε καν η σύνευνός του, η σχέση τους μπορούσε να ξετυλιχθεί πάντα μόνο σε πυκνό σκοτάδι.    

 

 

η θύελλα της έβδομης νύχτας

   Επτά νύχτες είχαν περάσει από την πρώτη τους βεβήλωση. Το Λο Τζιάνγκ συνέχιζε να ζει όπως πάντα. Οι άνθρωποι άνοιγαν τα μαγαζιά τους, οι αγρότες πήγαιναν στα χωράφια, οι στρατιώτες άλλαζαν βάρδιες στα τείχη. Όμως εκείνη τη νύχτα γύρω από το αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ είχε εγκατασταθεί μια παράξενη σιωπή. Κανείς δεν γνώριζε γιατί. Κανείς δεν τολμούσε να ρωτήσει. Μερικές φορές η γη κρατά τα μυστικά των ανθρώπων περισσότερο από τους ίδιους.

   Το απόγευμα της έβδομης ημέρας ο ουρανός ήταν καθαρός. Ο ήλιος έδυε πίσω από τις δυτικές κορυφογραμμές και το μεγάλο ακαλλιέργητο χωράφι δίπλα στο αρχοντικό έμοιαζε ακίνητο, σαν να είχε ξεχάσει ακόμη και ο άνεμος να περάσει από πάνω του. Τότε εμφανίστηκε το πουλί. Ένας από τους φρουρούς ήταν ο πρώτος που το πρόσεξε. Σήκωσε το βλέμμα και έμεινε ακίνητος. Δεν ήταν συνηθισμένο αρπακτικό. Ήταν ένα τεράστιο μαύρο πουλί των βουνών, με άνοιγμα φτερών που έκανε για μια στιγμή τον ήλιο να χαθεί πίσω του. Κατέβηκε αργά, χωρίς βιασύνη, σαν να γνώριζε πως τίποτε δεν μπορούσε να το εμποδίσει. Πέρασε πάνω από τα τείχη. Κάτω, στο ξερό χορτάρι του ακαλλιέργητου χωραφιού, κάτι κινήθηκε. Το πουλί βούτηξε απότομα το μικρό  ζώο, ένα μικρό λαγό.

   Οι φρουροί είδαν μόνο μια αναστάτωση μέσα στη σκόνη, το τίναγμα των φτερών και ύστερα το αρπακτικό να ανεβαίνει ξανά στον ουρανό κρατώντας το θήραμά του.

    Ένας ηλικιωμένος στρατιώτης χαμήλωσε το βλέμμα.

    «Δεν είναι καλό σημάδι», είπε.

    Κανείς δεν τον ρώτησε γιατί. Στα μέρη εκείνα οι άνθρωποι γνώριζαν πως ορισμένα πράγματα δεν χρειάζονται εξήγηση. Η θύελλα ήρθε πριν προλάβει να νυχτώσει. Δεν υπήρχαν βαριά σύννεφα που να μαζεύονται από μακριά. Ο ουρανός απλώς σκοτείνιασε μέσα σε λίγες ώρες, σαν κάποιος να τράβηξε ένα μαύρο ύφασμα πάνω από την κοιλάδα. Ο άνεμος χτύπησε ξαφνικά. Τα δέντρα λύγισαν. Οι πόρτες του αρχοντικού άρχισαν να χτυπούν. Η θύελλα δεν απλώθηκε αμέσως σε ολόκληρη την περιοχή. Στην αρχή έμοιαζε να έχει συγκεντρωθεί πάνω από το αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ, σαν ο ουρανός να είχε σταθεί εκεί.

   Τα τείχη άντεξαν. Ήταν καινούργια, ενισχυμένα λίγους μήνες πριν με εντολή του ίδιου του πολέμαρχου. Πέτρα πάνω στην πέτρα, βαθύτερα θεμέλια, ισχυρότερα στηρίγματα. Είχαν σχεδιαστεί για να αντέχουν σε πολιορκία. Και πράγματι άντεξαν.

   Ο πρώτος κεραυνός έπεσε στο παλιό περίβολο. Εκεί όπου κάποτε στεκόταν ο ναός των προγόνων.

Ο ναός που είχε καεί στον εμπρησμό. Είχε μείνει μόνο ένας άδειος χώρος με μαυρισμένες πέτρες και σημάδια από τη φωτιά. Εκεί όπου παλαιότερα υψώνονταν οι πλάκες των προγόνων, τώρα υπήρχε μόνο στάχτη και σιωπή. Ο κεραυνός χτύπησε ακριβώς εκεί. Για μια στιγμή ολόκληρος ο περίβολος φωτίστηκε. Οι φρουροί στα τείχη έσκυψαν από τον φόβο τους. Η βροντή ήρθε αμέσως μετά, τόσο δυνατή που έκανε τα παράθυρα να τρέμουν.

   Δεν υπήρχαν υπηρέτες τη νύχτα εκείνη στους διαδρόμους του αρχοντικού. Το σπίτι ήταν σχεδόν άδειο. Μόνο οι φρουροί βρίσκονταν έξω, πάνω στα τείχη.

   Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε μεταβεί στον κοιτώνα της εκείνη είχε λύσει το ζωνάρι της. Καθώς πήγε να την αγγίξει του είπε "εδώ θα αποδειχθεί αν η απόφασή μας είναι τόσο ισχυρή. Αν ξεπεράσει και την διαμαρτυρία των στοιχείων της φύσης". Και άρχισαν την ανόσια περίπτυξή τους. Χωρίς πολλές εισαγωγές, δυνατά, επιτυχαμένα ίσως από τη διάθεση της θύελλας. Τα σώματά τους πάλλονταν με ένα ρυθμό πιο γρήγορο. Σχεδόν εξουθενωτικό. Ίσως να ήταν αυτό που είχε περιγράψει η Λου Σινγκ. Ίσως όταν  έχουν ξεπεράσει τις ενοχές τους δεν μπορούν πλέον να γυρίσουν πίσω. Και οι ενοχές καλύπτονταν από τους βαρείς θορύβους της νύχτας. Οι βροντές ακούγονταν, τα παραθυρόφυλλα έτριζαν. Ένα ξεκόλλησε. Ευτυχώς το υπόλοιπο παρέμεινε στη θέση του. 'Πρέπει να πάμε κάτω, στα υπόγεια" της είπε εκείνος και μισοσκεπασμένοι κατέβηκαν από μια μικρή σκάλα στα υπόγεια. Δεν είχε ξαναπάει εκεί η Τιάν-Μι. Ήταν ένας τόπος απαγορευμένος και κρυφός. Ένας τόπος που μόνο ο πολέμαρχος κάπου κάπου κατέβαινε και επιθεωρούσε.

   «Στα υπόγεια», είπε σα να έδινε παράγγελμα.

   Κατέβηκαν τις παλιές πέτρινες σκάλες. Ο χώρος κάτω από το αρχοντικό ήταν ξεχασμένος. Ήταν ένα παλιό δίκτυο αποθηκών, με κιβώτια που είχαν μείνει κλειστά για χρόνια, σκουριασμένα όπλα και αντικείμενα από εποχές που κανείς πια δεν θυμόταν.

   Στην αρχή ένιωσαν ανακούφιση. Ο θόρυβος της θύελλας ακουγόταν μακρινός. Ξάπλωσαν πάνω σε ένα παλαιό κρεβάτι. Στο ίδιο κρεβάτι που ο πολέμαρχος συναντούσε τις νεαρές κοπέλλες που ‘επισκέπτοναν σιωπηλά το αρχοντικό του πριν επιστρέψει στο Λο Τζιάνγκ η Τιάν-Μι. Και  τώρα είχε εκείνη στη θέση τους. Εκεί μπορούσαν να φωνάξουν. Εκεί δεν χρειαζόταν να συγκρατούν τον πόθο τους. «Εδώ θα με φέρνεις» του είπε εκείνη. «Εδώ θα σε υπηρετώ σα σκλάβα που έφερες από τις εκστρατείες σου και την έχεις κλειδωμένη στα υπόγειά σου» . «Η νύχτα ανήκει  στη  σκλάβα μου. Η μέρα ανήκει στην αρχόντισσα του οίκου μου» της είπε εκείνος. Εκείνη έκλεισε τα μάτια της και δέχθηκε μέσα της την ορμή του.  

   Αλλά φαίνεται  ήταν τόσο έντονη που την αισθάθηκε και η γη. Η γη κινήθηκε. Ένας βαθύς ήχος πέρασε μέσα από τους τοίχους. Όχι σαν να έσπαζε μια πέτρα. Σαν να μετακινούνταν κάτι παλιό και βαρύ κάτω από το χώμα. Νερό άρχισε να εμφανίζεται στις ρωγμές του δαπέδου. Στην αρχή αργά. Μετά γρηγορότερα. Οι παλιοί τοίχοι έτριξαν. Μια πόρτα στράβωσε μέσα στο πλαίσιο της. Ένα κομμάτι πέτρας έπεσε και έκλεισε μέρος του διαδρόμου.

   Το υπόγειο που είχε κατασκευαστεί για να προστατεύει το σπίτι κινδύνευε να γίνει ο τάφος τους. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ κοίταξε γύρω του. Στη γωνία υπήρχαν ξεχασμένα όπλα. Άρπαξε ένα παλιό ξίφος. Δεν ήταν όπλο για μάχη. Ήταν σκουριασμένο από τον χρόνο. Όμως στα χέρια του πολέμαρχου έγινε ξανά εργαλείο επιβίωσης.

   Χτύπησε την πέτρα. Μία φορά. Ύστερα άλλη μία.

Το νερό ανέβαινε. Τα χέρια του μάτωσαν. Δεν σταμάτησε. Για χρόνια είχε ανοίξει δρόμους μέσα από εχθρικές γραμμές. Είχε διασπάσει πολιορκίες. Είχε επιβιώσει εκεί όπου άλλοι είχαν χαθεί.

   Τώρα πάλευε με έναν τοίχο. Με έναν τοίχο και με τη γη. Όταν η πέτρα υποχώρησε, άνοιξε ένα στενό πέρασμα. Με δυσκολία πέρασαν.

    Όταν επέστρεψαν στο κυρίως σπίτι, η θύελλα είχε αρχίσει να απομακρύνεται. Ο άνεμος ήταν ακόμη δυνατός, αλλά ο ουρανός είχε ανοίξει λίγο. Στάθηκαν στη μεγάλη αίθουσα χωρίς να μιλούν. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν αισθανόταν νικητής ούτε ηττημένος. Μόνο ζωντανός. Η Τιάν-Μι τον πλησίασε. Κανείς από τους δύο δεν είπε τίποτε. Μόνο στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο, ακόμη τρέμοντας από τον φόβο που είχαν περάσει. Αγκαλιάστηκαν. Η γυμνή πλάτη της είχε τις εκδορές από το άγγιγμα από τις στενές πέτρες του υπογείου που είχε αναγκαστεί να περάσει από μέσα τους. Τα χέρια του είχαν κάποιο αίμα.  Την  άγγιξε μαλακά σαν να άφηνε πάνω της τη σφραγίδα του, το ίδιο του το αίμα. Αυτή όμως δεν ήταν η αγκαλιά μιας ανόσιας ένωσης, μιας βεβήλωσης των προγόνων. Ήταν η αγκαλιά δυό ανθρώπων που μόλις είχαν ξεφύγει από το να θαφτούν ζωντανοί. Κοιτάζονταν με ενοχή αλλά και την περίεργη αίσθηση ότι είχαν διασωθεί από αυτή τη δοκιμασία. Η Τιάν-Μι έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του. «Στο είπα. Η απόφασή μας είναι πιο δυνατή από τη θέληση των στοιχείων της φύσης. Τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει. Καμμία γυναίκα και καμμία θύελλα.»

    Έξω, η βροχή έπεφτε πάνω στον καμένο χώρο του παλιού ναού των προγόνων. Και το πρωί, όταν οι φρουροί βγήκαν να δουν τις ζημιές, βρήκαν το χώμα του περιβόλου σχισμένο εκεί όπου είχε πέσει ο κεραυνός. Σαν η γη να είχε κρατήσει ένα σημάδι. Κανείς δεν είπε ότι ήταν προειδοποίηση. Αλλά κανείς δεν είπε και το αντίθετο.

 

 


 

Υπερσυνδέσεις αναρτήσεων 





 


: