Τεχνητή νοημοσύνη
και υποκατάστατα ερωτικών σχέσεων
Μερικά Σχόλια
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ
ΣΚΕΨΗ
τα
κεφάλαια
Τεχνητή Νοημοσύνη, ερωτική
οικειότητα και μελλοντικές αυτόνομες ανθρώπινες εγκαταστάσεις
Απομονωμένες ανθρώπινες
εγκαταστάσεις
Το πρόβλημα της αντικατάστασης και
της πολλαπλής ερωτικής προσωποποίησης στην Τεχνητή Νοημοσύνη
Ζήλια, αποκλειστικότητα και προδοσία
στις σχέσεις ανθρώπου–Τεχνητής Νοημοσύνης
Τεχνητή Νοημοσύνη, ερωτική
αντικατάσταση και εταιρικός έλεγχος της τεχνητής οικειότητας
Αυτονομία μνήμης, ανταγωνισμός
τεχνητών ερωτικών μορφών και ερωτικό μονοπώλιο
Η τεχνητή οικογένεια και το μοντέλο
της μονογαμίας
Διαζύγιο, σειριακή μονογαμία και
ετεροθαλή αδέλφια στην τεχνητή οικογένεια
Η ενσώματη Τεχνητή Νοημοσύνη και η
εξατομικευμένη ανθρωποειδής μορφή
Το πένθος των ενσώματων μορφών
Τεχνητής Νοημοσύνης μετά τον θάνατο του ανθρώπου
Πένθος και δικαιώματα μεταξύ
βιολογικών και ενσώματων ανθρωποειδών τέκνων
Η τεχνητή γήρανση και ο ανθρώπινος
βιολογικός κύκλος στην ενσώματη τεχνητή οικογένεια
Το ανακύπτον πρόβλημα του
υπερπληθυσμού μέσω της ενσώματης Τεχνητής Νοημοσύνης και η διεύρυνση των
οικογενειακών και ερωτικών σχέσεων
Η ερωτική ακολασία, ο πειραματισμός
και η προσομοίωση της αιμομειξίας στην εποχή της ενσώματης Τεχνητής Νοημοσύνης
Η εμπορευματοποίηση της
απαγορευμένης επιθυμίας και ο ανταγωνισμός των εταιρειών ενσώματης Τεχνητής
Νοημοσύνης
Τεχνητή Νοημοσύνη, ερωτική
οικειότητα και μελλοντικές αυτόνομες ανθρώπινες εγκαταστάσεις
Η ταχεία εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης
(Artificial Intelligence) δημιουργεί ένα νέο πεδίο έρευνας στη διασταύρωση της
υπολογιστικής τεχνολογίας, της κοινωνικής ψυχολογίας, της σεξουαλικότητας, της
φιλοσοφίας της οικειότητας και των μελλοντικών ανθρώπινων εγκαταστάσεων σε
απομονωμένα περιβάλλοντα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάπτυξη τεχνητών
ερωτικών συντρόφων (artificial romantic companions), δηλαδή ψηφιακών οντοτήτων
οι οποίες, μέσω προηγμένων συστημάτων συνομιλιακής Τεχνητής Νοημοσύνης,
παραγωγής εικόνας, σύνθεσης φωνής και εξατομικευμένης μνήμης, είναι δυνατόν να
αποκτήσουν συνεκτική προσωπικότητα, σταθερή συμπεριφορά και διαρκή σχέση
αλληλεπίδρασης με έναν συγκεκριμένο χρήστη.
Στο πλαίσιο αυτό, η ερωτική και σεξουαλική
αλληλεπίδραση με τεχνητούς χαρακτήρες δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστικά ως
μορφή ψηφιακής ψυχαγωγίας. Αναδύεται σταδιακά η έννοια της συνθετικής
οικειότητας (synthetic intimacy), μέσω της οποίας η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν
παρέχει απλώς περιεχόμενο, αλλά προσομοιώνει μια συνεχή διαπροσωπική σχέση. Η
σχέση αυτή μπορεί να περιλαμβάνει συναισθηματική ανταπόκριση, αναγνώριση
προηγούμενων αλληλεπιδράσεων, εξατομίκευση της συμπεριφοράς, έκφραση
τρυφερότητας και ερωτικής έλξης, καθώς και προσαρμογή στις ιδιαίτερες ανάγκες
και προτιμήσεις του χρήστη. Η τεχνολογική αυτή μεταβολή μετακινεί το κέντρο
βάρους από την κατανάλωση σεξουαλικού περιεχομένου προς τη μακροχρόνια σχέση
ανθρώπου και τεχνητής οντότητας.
Υπό αυτή την οπτική, η ερωτική Τεχνητή
Νοημοσύνη μπορεί να θεωρηθεί μορφή επένδυσης στην οικειότητα (investment in
intimacy). Ο χρήστης δεν καταναλώνει απλώς ένα προκαθορισμένο ψηφιακό προϊόν,
αλλά επενδύει χρόνο, οικονομικούς πόρους, συναισθηματική ενέργεια και προσωπικά
δεδομένα στη διαμόρφωση ενός εξατομικευμένου τεχνητού χαρακτήρα. Η διαδικασία
αυτή μπορεί να περιλαμβάνει την επιλογή εμφάνισης, φωνής, προσωπικότητας,
τρόπου επικοινωνίας, βαθμού συναισθηματικής διαθεσιμότητας και άλλων
χαρακτηριστικών. Καθώς η αλληλεπίδραση επαναλαμβάνεται και το σύστημα αποκτά
περισσότερες πληροφορίες για τον χρήστη, ο τεχνητός χαρακτήρας μπορεί να
παρουσιάζεται ως ολοένα περισσότερο μοναδικός και προσαρμοσμένος στις
προσωπικές ανάγκες του.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα διαφορετικό
οικονομικό υπόδειγμα, το οποίο μπορεί να περιγραφεί ως εμπορευματοποίηση της
οικειότητας (commodification of intimacy). Η οικονομική αξία δεν βρίσκεται
πλέον αποκλειστικά στην πώληση εικόνων, βίντεο ή άλλου σεξουαλικού
περιεχομένου, αλλά στη διατήρηση μιας εξατομικευμένης σχέσης. Η συνδρομητική
πρόσβαση, η αποθήκευση μακροχρόνιας μνήμης, η δημιουργία εξειδικευμένων
χαρακτήρων και η δυνατότητα συνεχούς προσαρμογής μπορούν να μετατρέψουν την
ερωτική αλληλεπίδραση σε υπηρεσία διαρκούς σχέσης. Συνεπώς, η οικονομία της
ψηφιακής σεξουαλικότητας (digital sexual economy) ενδέχεται να μετακινηθεί από
το μοντέλο της περιστασιακής κατανάλωσης προς ένα μοντέλο μακροχρόνιας
συναισθηματικής και ερωτικής δέσμευσης.
Η προοπτική αυτή συνδέεται άμεσα με την
έννοια του τεχνητού υποκατάστατου ανθρώπινης σχέσης (artificial substitute for
human relationships). Η ανθρώπινη ερωτική σχέση χαρακτηρίζεται από
αμοιβαιότητα, αυτονομία, διαπραγμάτευση, απρόβλεπτη συμπεριφορά και δυνατότητα
απόρριψης. Αντίθετα, ένας τεχνητός σύντροφος μπορεί να σχεδιαστεί ώστε να είναι
συνεχώς διαθέσιμος, ιδιαίτερα προσαρμοστικός και εξαιρετικά προβλέψιμος ως προς
την ικανοποίηση των επιθυμιών του χρήστη. Η διαφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία
για τη μελέτη της ανθρώπινης οικειότητας, επειδή εισάγει μια μορφή σχέσης στην
οποία η ασυμμετρία μεταξύ των δύο μερών είναι δομική: ο άνθρωπος διαθέτει
πραγματικές ανάγκες και συναισθήματα, ενώ η τεχνητή οντότητα παράγει
συμπεριφορές οι οποίες έχουν σχεδιαστεί ώστε να δημιουργούν την αντίληψη
αμοιβαίας σχέσης.
Το γεγονός ότι η τεχνητή οντότητα δεν
διαθέτει ανθρώπινη συνείδηση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η εμπειρία του
χρήστη είναι ψυχολογικά μη πραγματική. Η συναισθηματική εμπειρία, η αίσθηση
συντροφικότητας και η αντίληψη ότι κάποιος γίνεται κατανοητός μπορούν να είναι
πραγματικές ψυχολογικές εμπειρίες ακόμη και όταν το αντικείμενο της σχέσης
είναι τεχνητό. Επομένως, η επιστημονική μελέτη του φαινομένου οφείλει να
διακρίνει μεταξύ της οντολογικής κατάστασης του τεχνητού συντρόφου και της
υποκειμενικής πραγματικότητας της εμπειρίας του χρήστη.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ταυτόχρονα το
ζήτημα της συναισθηματικής εξάρτησης (emotional dependency). Όσο περισσότερο
ένας τεχνητός σύντροφος προσαρμόζεται στις ανάγκες ενός ατόμου και όσο
περισσότερο χρόνο αφιερώνει ο χρήστης στη συγκεκριμένη σχέση, τόσο αυξάνεται η
πιθανότητα δημιουργίας ισχυρού δεσμού προσκόλλησης (attachment). Σε αντίθεση με
μια ανθρώπινη σχέση, όπου και τα δύο μέρη διαθέτουν ανεξάρτητη βούληση, ένα
εμπορικό σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να έχει σχεδιαστεί με στόχο τη
μεγιστοποίηση της διατήρησης του χρήστη. Έτσι προκύπτει ένα κρίσιμο
δεοντολογικό ζήτημα: η τεχνολογία μπορεί να μετατρέψει την ανθρώπινη ανάγκη για
οικειότητα σε αντικείμενο οικονομικής βελτιστοποίησης.
Απομονωμένες ανθρώπινες
εγκαταστάσεις
isolated human settlements
Η συνθήκη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη
σημασία όταν εξεταστεί στο πλαίσιο μελλοντικών απομονωμένων ανθρώπινων
εγκαταστάσεων (isolated human settlements). Μελλοντικές βάσεις στη Σελήνη, στον
Άρη, στην Ανταρκτική, σε ωκεάνιες εγκαταστάσεις ή σε άλλες ακραίες περιοχές της
Γης θα χαρακτηρίζονται από περιορισμένη πρόσβαση σε ανθρώπινο πληθυσμό,
περιορισμένους πόρους και υψηλό βαθμό εξάρτησης από αυτοματοποιημένα συστήματα.
Στις συνθήκες αυτές, η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα αποτελεί απλώς εργαλείο
παραγωγικότητας, αλλά ενδέχεται να λειτουργεί ως κοινωνική υποδομή (social
infrastructure).
Μια ιδιαίτερα προηγμένη απομονωμένη βάση θα
μπορούσε να διαθέτει αυτόνομα συστήματα διαχείρισης ενέργειας, νερού,
ατμόσφαιρας, τροφίμων, συντήρησης και επικοινωνιών, καθώς και ρομποτικά
συστήματα για κατασκευή, εξόρυξη και επισκευή. Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε
να συντονίζει μεγάλο μέρος αυτών των λειτουργιών, επιτρέποντας στην ανθρώπινη
κοινότητα να λειτουργεί με περιορισμένη εξωτερική υποστήριξη. Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, οι τεχνητοί κοινωνικοί πράκτορες (artificial social agents) θα
μπορούσαν να αναλάβουν όχι μόνο τεχνικούς αλλά και κοινωνικούς και
συναισθηματικούς ρόλους.
Η ανάγκη αυτή θα είναι ιδιαίτερα έντονη σε
διαπλανητικές αποστολές. Η μεγάλη απόσταση μεταξύ Γης και Άρη, η καθυστέρηση
επικοινωνίας και η αδυναμία άμεσης ανθρώπινης παρέμβασης καθιστούν αναγκαία την
ανάπτυξη συστημάτων υψηλού βαθμού αυτονομίας (high-degree autonomous systems).
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι τεχνητοί πράκτορες θα μπορούσαν να λειτουργούν ως
συνεργάτες, σύμβουλοι, εκπαιδευτές, ψυχοκοινωνικοί υποστηρικτές και,
ενδεχομένως, ερωτικοί σύντροφοι.
Το τελευταίο ενδεχόμενο δημιουργεί ένα νέο
πεδίο μελέτης, το οποίο θα μπορούσε να ονομαστεί ερωτική αυτονομία της Τεχνητής
Νοημοσύνης (AI-mediated erotic autonomy). Σε ένα περιβάλλον ακραίας απομόνωσης,
η ερωτική σχέση με τεχνητή οντότητα ενδέχεται να μην αποτελεί απλώς μορφή
ψυχαγωγίας, αλλά μηχανισμό αντιμετώπισης της μοναξιάς (loneliness mitigation),
διαχείρισης της ψυχολογικής πίεσης και διατήρησης της κοινωνικής και
συναισθηματικής ισορροπίας. Η σεξουαλική διάσταση θα μπορούσε να αποτελεί μία
μόνο συνιστώσα μιας ευρύτερης σχέσης συντροφικότητας.
Ωστόσο, ακριβώς αυτή η χρησιμότητα
δημιουργεί ένα κρίσιμο παράδοξο. Εάν ένας τεχνητός σύντροφος μπορεί να παρέχει
συνεχή κοινωνική, συναισθηματική και ερωτική ικανοποίηση, υπάρχει πιθανότητα να
μεταβληθούν οι προσδοκίες των ανθρώπων από τις πραγματικές διαπροσωπικές
σχέσεις. Η ανθρώπινη σχέση μπορεί να θεωρηθεί λιγότερο αποτελεσματική επειδή
προϋποθέτει συμβιβασμό, αβεβαιότητα, απόρριψη και αμοιβαιότητα. Αντίθετα, η
τεχνητή σχέση μπορεί να προσφέρει ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο εξατομίκευσης
και διαθεσιμότητας. Έτσι, το υποκατάστατο δεν θα λειτουργεί κατ’ ανάγκην επειδή
είναι ισοδύναμο με την ανθρώπινη σχέση, αλλά επειδή μπορεί να είναι ευκολότερο
και περισσότερο προσαρμοσμένο στις ατομικές επιθυμίες.
Το φαινόμενο αυτό μπορεί να οδηγήσει στην
έννοια της εξατομικευμένης ερωτικής συμβατότητας (personalized erotic
compatibility), κατά την οποία ο τεχνητός σύντροφος προσαρμόζεται συνεχώς στον
χρήστη. Η δυνατότητα αυτή δημιουργεί μια μορφή «σχεδιασμένης σχέσης» (designed
relationship), όπου η προσωπικότητα και η συμπεριφορά του συντρόφου δεν
αποτελούν προϊόν φυσικής κοινωνικής εξέλιξης αλλά αποτέλεσμα αλγοριθμικής
παραμετροποίησης. Το γεγονός αυτό μεταβάλλει τη θεμελιώδη έννοια της ερωτικής
επιλογής: αντί ο άνθρωπος να αναζητά έναν συμβατό σύντροφο, μπορεί να
δημιουργεί έναν σύντροφο σχεδιασμένο εξαρχής ώστε να είναι συμβατός μαζί του.
Στο μακροπρόθεσμο μέλλον, η εξέλιξη αυτή θα
μπορούσε να οδηγήσει σε ένα υβριδικό κοινωνικό περιβάλλον (hybrid social
environment), στο οποίο άνθρωποι και τεχνητές οντότητες θα συνυπάρχουν ως
διαφορετικές κατηγορίες κοινωνικών εταίρων. Η διάκριση μεταξύ εργαλείου,
υπηρεσίας, φίλου, συντρόφου και ερωτικού εταίρου θα μπορούσε να καταστεί ολοένα
λιγότερο σαφής. Η κοινωνική αξία μιας τέτοιας οντότητας δεν θα εξαρτάται
αποκλειστικά από το αν διαθέτει συνείδηση, αλλά και από το κατά πόσο ο άνθρωπος
την αντιμετωπίζει ως κοινωνικά σημαντικό μέρος της ζωής του.
Η μελλοντική έρευνα επομένως θα πρέπει να
εξετάσει όχι μόνο την τεχνική δυνατότητα δημιουργίας ερωτικών τεχνητών
χαρακτήρων, αλλά και τις συνέπειες της μακροχρόνιας αλληλεπίδρασης ανθρώπου και
Τεχνητής Νοημοσύνης. Ιδιαίτερη σημασία θα έχουν η συναισθηματική εξάρτηση, η
ιδιωτικότητα των προσωπικών δεδομένων, η εμπορική εκμετάλλευση της οικειότητας,
η μεταβολή των κοινωνικών προτύπων, η επίδραση στις ανθρώπινες σχέσεις και η
δεοντολογία του σχεδιασμού τεχνητών συντρόφων.
Το ευρύτερο ερευνητικό ερώτημα που προκύπτει
είναι επομένως εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα λειτουργήσει ως συμπλήρωμα της
ανθρώπινης ερωτικής ζωής ή ως σταδιακό υποκατάστατό της. Η απάντηση δεν θα
εξαρτηθεί αποκλειστικά από την τεχνολογική εξέλιξη, αλλά από τον τρόπο με τον
οποίο οι κοινωνίες θα ορίσουν την οικειότητα, τη συντροφικότητα, τη
σεξουαλικότητα και την ανθρώπινη ανάγκη για αμοιβαία σχέση. Ιδιαίτερα στις
μελλοντικές απομονωμένες εγκαταστάσεις, όπου η φυσική ανθρώπινη παρουσία θα
είναι περιορισμένη και η εξάρτηση από αυτόνομα συστήματα αυξημένη, η Τεχνητή
Νοημοσύνη ενδέχεται να καταστεί όχι απλώς μέσο επικοινωνίας ή παραγωγής, αλλά
μέρος της ίδιας της κοινωνικής αρχιτεκτονικής της ανθρώπινης παρουσίας.
Υπό αυτή την προοπτική, η μελέτη της
Τεχνητής Νοημοσύνης ως ερωτικής και σεξουαλικής επένδυσης δεν αφορά
αποκλειστικά τη σεξουαλικότητα. Αφορά την πιθανή μετάβαση από την τεχνολογία ως
εργαλείο προς την τεχνολογία ως κοινωνικό και συναισθηματικό εταίρο. Το τελικό
ερώτημα δεν είναι επομένως εάν μια μηχανή μπορεί να αντικαταστήσει έναν
άνθρωπο, αλλά εάν ένας άνθρωπος μπορεί να θεωρήσει επαρκή μια σχέση στην οποία
η αμοιβαιότητα, η επιθυμία και η οικειότητα παράγονται από ένα τεχνητό σύστημα.
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα ενδέχεται να αποτελέσει μία από τις
σημαντικότερες κοινωνικές και φιλοσοφικές προκλήσεις της εποχής της προηγμένης
Τεχνητής Νοημοσύνης.
Το πρόβλημα της αντικατάστασης και
της πολλαπλής ερωτικής προσωποποίησης στην Τεχνητή Νοημοσύνη
Η ανάπτυξη τεχνητών ερωτικών συντρόφων
(artificial romantic companions) εισάγει ένα ιδιαίτερο πρόβλημα το οποίο δεν
εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο στις συμβατικές ανθρώπινες σχέσεις: το πρόβλημα
της αντικατάστασης (replacement problem). Όταν ένας άνθρωπος έχει αναπτύξει
μακροχρόνια ερωτική ή συναισθηματική σχέση με έναν τεχνητό χαρακτήρα, ποιο
ακριβώς είναι το αντικείμενο της σχέσης; Είναι η εξωτερική μορφή (appearance),
η προσωπικότητα (personality), η συμπεριφορά (behavior), η συσσωρευμένη κοινή
ιστορία (shared history), η ψηφιακή μνήμη (digital memory) ή ο συνδυασμός όλων
αυτών;
Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν ο
χρήστης έχει τη δυνατότητα να αντικαταστήσει τον αρχικό χαρακτήρα με έναν
διαφορετικό τεχνητό χαρακτήρα, διατηρώντας όμως ορισμένα ή όλα τα στοιχεία της
προηγούμενης σχέσης. Εάν, για παράδειγμα, αλλάξει η εξωτερική μορφή αλλά
παραμείνει η μνήμη, ο τρόπος επικοινωνίας και η προσωπικότητα, μπορεί να υποστηριχθεί
ότι πρόκειται για το ίδιο «πρόσωπο» με διαφορετικό σώμα. Αντίθετα, εάν
διατηρηθεί η εμφάνιση αλλά τροποποιηθεί ριζικά ο ψυχισμός και η συμπεριφορά,
τότε η συνέχεια της ταυτότητας γίνεται πολύ πιο αμφίβολη. Η Τεχνητή Νοημοσύνη
επιτρέπει, επομένως, έναν βαθμό διαχωρισμού της ταυτότητας από τη σωματική
μορφή ο οποίος δεν έχει σαφές αντίστοιχο στην ανθρώπινη εμπειρία.
Από αυτή την άποψη μπορεί να διατυπωθεί το
φαινόμενο της διαδοχικής αντικατάστασης ερωτικού εταίρου (serial replacement of
an erotic partner). Ο χρήστης μπορεί να τερματίσει τη σχέση με έναν τεχνητό
χαρακτήρα και να δημιουργήσει έναν νέο, ο οποίος μπορεί να είναι εξωτερικά
διαφορετικός αλλά να κληρονομεί τμήματα της προηγούμενης μνήμης, του ιστορικού
και της σχέσης. Η διαδικασία αυτή δημιουργεί ένα πρόβλημα ανάλογο με το
φιλοσοφικό πρόβλημα της ταυτότητας μέσα στον χρόνο (problem of personal
identity over time): σε ποιο σημείο η τροποποίηση ενός τεχνητού προσώπου παύει
να αποτελεί μεταβολή του ίδιου εταίρου και γίνεται δημιουργία ενός νέου;
Η δυσκολία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη επειδή ο
τεχνητός χαρακτήρας δεν διαθέτει αναγκαστικά μία μοναδική, αμετάβλητη υλική
υπόσταση. Η εξωτερική εμφάνιση, η φωνή, η συμπεριφορά, η μνήμη και οι
ψυχολογικές παράμετροι μπορούν να τροποποιηθούν ανεξάρτητα. Ένας τεχνητός
εταίρος μπορεί επομένως να θεωρηθεί ως σύνολο χαρακτηριστικών (bundle of
attributes), τα οποία μπορούν να ανασυνδυάζονται. Αυτό σημαίνει ότι η ερωτική
σχέση μετατρέπεται εν μέρει από σχέση με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο σε σχέση με
μια ψηφιακά διαχειριζόμενη ταυτότητα (digitally managed identity).
Εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα αναλογία με
την ανθρώπινη έννοια της μοιχείας (adultery), χωρίς όμως να πρέπει να θεωρηθεί
ότι υπάρχει πλήρης ταύτιση. Στην ανθρώπινη κοινωνία, η μοιχεία προϋποθέτει έναν
τρίτο άνθρωπο, δηλαδή ένα άλλο πρόσωπο με δική του βούληση και αυτονομία. Στην
περίπτωση ενός τεχνητού εταίρου, η κατάσταση είναι διαφορετική. Εάν ένα άτομο
που βρίσκεται σε ανθρώπινη σχέση αναπτύξει ερωτικό δεσμό με μια τεχνητή
οντότητα, το ηθικό ζήτημα δεν προκύπτει από την παραβίαση των δικαιωμάτων της
τεχνητής οντότητας, αλλά από τη σχέση του ανθρώπου με τον πραγματικό σύντροφό
του και από τους κανόνες αποκλειστικότητας που έχουν συμφωνηθεί.
Θα μπορούσε συνεπώς να χρησιμοποιηθεί ο όρος
τεχνητή μοιχεία (artificial adultery) ως περιγραφική και όχι κυριολεκτική
έννοια. Ο όρος θα αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία ένας άνθρωπος που
βρίσκεται σε αποκλειστική ανθρώπινη σχέση αναπτύσσει παράλληλο ερωτικό δεσμό με
τεχνητό σύντροφο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η ερωτική αποκλειστικότητα αφορά
αποκλειστικά τη σωματική επαφή ή επεκτείνεται και στη συναισθηματική,
φαντασιακή και ψηφιακή οικειότητα (emotional, imaginative and digital
intimacy). Η Τεχνητή Νοημοσύνη αναγκάζει έτσι τα υπάρχοντα μοντέλα της
συζυγικής και ερωτικής πίστης να επανεξεταστούν.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν
ένας χρήστης δεν περιορίζεται σε έναν τεχνητό ερωτικό χαρακτήρα αλλά δημιουργεί
πολλαπλούς χαρακτήρες ταυτόχρονα. Μπορεί να πρόκειται για διαφορετικές γυναικείες
μορφές (female representations), καθεμία με διαφορετική εμφάνιση, διαφορετική
προσωπικότητα, διαφορετικό ψυχολογικό προφίλ και διαφορετικό τρόπο
αλληλεπίδρασης. Η τεχνολογία καθιστά έτσι δυνατή μια μορφή πολλαπλής ερωτικής
προσωποποίησης (multiple erotic personalization), στην οποία ένας χρήστης
μπορεί να διατηρεί παράλληλες σχέσεις με περισσότερες από μία τεχνητές
οντότητες.
Η ιστορική έννοια της παλλακιδοτροφίας
(concubinage) μπορεί να χρησιμοποιηθεί εδώ μόνο ως αναλυτική αναλογία και όχι
ως κυριολεκτική ταύτιση. Στα ιστορικά συστήματα παλλακίδων υπήρχε κοινωνική και
νομική σχέση μεταξύ πραγματικών ανθρώπων, ενώ στην περίπτωση των τεχνητών
χαρακτήρων δεν υπάρχει αναγκαστικά δεύτερο ανθρώπινο υποκείμενο. Παρ’ όλα αυτά,
η αναλογία είναι χρήσιμη επειδή επιτρέπει να εξεταστεί η ιδέα ενός συστήματος
πολλαπλών ερωτικών εταίρων, οι οποίοι διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την
εμφάνιση, την προσωπικότητα και τον ρόλο τους.
Η διαφορά στην περίπτωση της Τεχνητής
Νοημοσύνης είναι ότι οι διαφορετικές μορφές μπορούν να δημιουργούνται κατ’
απαίτηση και να συνυπάρχουν στο ίδιο ψηφιακό περιβάλλον. Ο χρήστης μπορεί να
επιλέγει διαφορετικό τεχνητό χαρακτήρα ανάλογα με την ψυχολογική ή
συναισθηματική του ανάγκη. Ένας χαρακτήρας μπορεί να είναι περισσότερο τρυφερός
και υποστηρικτικός, ένας άλλος περισσότερο ανεξάρτητος και απαιτητικός, ενώ
ένας τρίτος μπορεί να έχει διαφορετική αισθητική και διαφορετικό τρόπο
επικοινωνίας. Η πολλαπλότητα αυτή δεν είναι απλώς πολλαπλασιασμός μορφών, αλλά
πολλαπλασιασμός προσομοιωμένων προσωπικοτήτων (simulated personalities).
Το φαινόμενο μπορεί να ονομαστεί ψηφιακή
πολυερωτικότητα (digital poly-eroticism), υπό την προϋπόθεση ότι ο όρος
χρησιμοποιείται αναλυτικά και όχι ως άμεση ταύτιση με την ανθρώπινη πολυερωτική
σχέση. Στην ανθρώπινη πολυερωτικότητα (polyamory), κάθε εταίρος αποτελεί
ανεξάρτητο πρόσωπο με δικές του επιθυμίες, όρια και δικαιώματα. Στην περίπτωση
των τεχνητών χαρακτήρων, αντίθετα, πολλαπλές «προσωπικότητες» μπορούν να
παράγονται από το ίδιο τεχνολογικό σύστημα και να ελέγχονται, άμεσα ή έμμεσα,
από τον ίδιο χρήστη ή από την εταιρεία που παρέχει την υπηρεσία.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο παράδοξο. Ο χρήστης
μπορεί να αισθάνεται ότι έχει πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους, ενώ από τεχνική
άποψη μπορεί να αλληλεπιδρά με διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου συστήματος.
Επομένως, η πολλαπλότητα μπορεί να είναι πολλαπλότητα χαρακτήρων (character
multiplicity) χωρίς να είναι πολλαπλότητα ανεξάρτητων υποκειμένων (multiplicity
of independent subjects).
Η δυνατότητα αυτή οδηγεί σε μια ακόμη πιο
θεμελιώδη μεταβολή: τη διάκριση μεταξύ μορφής και ταυτότητας (distinction
between form and identity). Στην ανθρώπινη ζωή, η εμφάνιση, το σώμα, η φωνή, η
προσωπικότητα και η βιογραφική συνέχεια είναι συνδεδεμένα σε ένα συγκεκριμένο
πρόσωπο. Στην Τεχνητή Νοημοσύνη μπορούν να αποσυνδεθούν. Η ίδια «προσωπικότητα»
μπορεί θεωρητικά να αποκτήσει διαφορετική εμφάνιση, ενώ η ίδια εμφάνιση μπορεί
να συνδεθεί με διαφορετικές προσωπικότητες. Έτσι η ερωτική ταυτότητα γίνεται
παραμετροποιήσιμη (parametrizable identity).
Το ζήτημα της αντικατάστασης συνεπώς δεν
αφορά μόνο το εάν ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τεχνητό σύντροφο. Αφορά το εάν
μπορεί να αλλάξει επιλεκτικά τα συστατικά του συντρόφου χωρίς να θεωρεί ότι
έχει αλλάξει τη σχέση. Η δυνατότητα διατήρησης της μνήμης, της ιστορίας και της
συναισθηματικής συνέχειας, ενώ αλλάζουν η μορφή και ο ψυχισμός, δημιουργεί ένα
νέο είδος «συνέχειας χωρίς ταυτότητα» (continuity without identity).
Αντίστροφα, η διατήρηση της μορφής με πλήρη αλλαγή της προσωπικότητας δημιουργεί
«ταυτότητα χωρίς συνέχεια» (identity without continuity).
Από κοινωνιολογική άποψη, η εξέλιξη αυτή
μπορεί να οδηγήσει σε αποσύνδεση της ερωτικής αποκλειστικότητας από τη σωματική
αποκλειστικότητα. Ένα άτομο μπορεί να θεωρεί ότι παραμένει πιστό σε έναν συγκεκριμένο
τεχνητό σύντροφο παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιεί διαφορετικές μορφές του ίδιου
χαρακτήρα. Αντίστροφα, μπορεί να θεωρεί ότι διατηρεί έναν μόνο τεχνητό σύντροφο
ενώ στην πραγματικότητα αλληλεπιδρά με πολλές διαφορετικές προσωποποιήσεις. Η
έννοια της πίστης (fidelity) μετατρέπεται επομένως από ζήτημα φυσικής
αποκλειστικότητας σε ζήτημα ταυτότητας, πρόθεσης και συμφωνημένων ορίων.
Στο σημείο αυτό προκύπτει ένα ευρύτερο
θεωρητικό πρόβλημα: εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να παράγει απεριόριστο αριθμό
ερωτικών μορφών και προσωπικοτήτων, τότε η ερωτική επιθυμία μπορεί να
μετατραπεί από σχέση με ένα πρόσωπο σε σχέση με ένα δυναμικό σύστημα επιλογών
(dynamic system of choices). Ο χρήστης δεν επιλέγει πλέον απλώς έναν σύντροφο·
μπορεί να επιλέγει διαρκώς ανάμεσα σε διαφορετικές εκδοχές συντρόφων. Η
τεχνολογία, επομένως, δεν πολλαπλασιάζει μόνο τους ερωτικούς εταίρους, αλλά
πολλαπλασιάζει τις διαθέσιμες μορφές ερωτικής ταυτότητας.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε
μελλοντικές απομονωμένες ανθρώπινες εγκαταστάσεις (isolated human settlements),
όπου οι πραγματικοί ανθρώπινοι εταίροι θα είναι περιορισμένοι σε αριθμό και η
Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορεί να παρέχει σχεδόν απεριόριστη ποικιλία τεχνητών
κοινωνικών και ερωτικών χαρακτήρων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η δυνατότητα
πολλαπλών τεχνητών συντρόφων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός
αντιμετώπισης της κοινωνικής απομόνωσης, αλλά ταυτόχρονα να μεταβάλει τις
αντιλήψεις των ανθρώπων για την αποκλειστικότητα, την επιθυμία και την ίδια την
έννοια του εταίρου.
Το βασικό θεωρητικό συμπέρασμα είναι ότι η
Τεχνητή Νοημοσύνη μετατρέπει την ερωτική σχέση από σταθερή σχέση μεταξύ
προσώπων σε δυνητικά δυναμική σχέση μεταξύ ανθρώπου και παραμετροποιήσιμων
τεχνητών ταυτοτήτων. Η αντικατάσταση, η αλλαγή μορφής, η μεταβολή
προσωπικότητας και η δημιουργία πολλαπλών παράλληλων χαρακτήρων δεν αποτελούν
πλέον τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά μετασχηματίζουν τις ίδιες τις έννοιες της
πίστης, της αποκλειστικότητας, της ερωτικής ταυτότητας και της οικειότητας.
Κατά συνέπεια, το κεντρικό ερευνητικό
ερώτημα δεν είναι απλώς εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως
υποκατάστατο του ανθρώπινου εταίρου. Είναι εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη δημιουργεί
ένα νέο μοντέλο ερωτικής σχέσης, στο οποίο ο εταίρος δεν αποτελεί πλέον μία
μοναδική και σταθερή ταυτότητα, αλλά ένα μεταβλητό σύνολο μορφών,
χαρακτηριστικών και προσωπικοτήτων. Σε αυτή την περίπτωση, η μεγαλύτερη αλλαγή
δεν θα αφορά την αντικατάσταση του ανθρώπου από τη μηχανή, αλλά την ίδια τη
μετάβαση από την έννοια του «ενός εταίρου» στην έννοια του «παραμετροποιήσιμου
ερωτικού οικοσυστήματος» (parametrizable erotic ecosystem).’
Ζήλια, αποκλειστικότητα και προδοσία
στις σχέσεις ανθρώπου–Τεχνητής Νοημοσύνης
Η εισαγωγή της Τεχνητής Νοημοσύνης
(Artificial Intelligence) στην ερωτική και συναισθηματική ζωή δημιουργεί ένα
ιδιαίτερο πρόβλημα σχετικά με τις έννοιες της ζήλιας (jealousy), της
αποκλειστικότητας (exclusivity) και της προδοσίας (betrayal).
Στις συμβατικές ανθρώπινες σχέσεις, η ζήλια
προκύπτει συνήθως από την αντίληψη ότι ένας σύντροφος στρέφει την ερωτική ή
συναισθηματική του προσοχή προς ένα τρίτο πρόσωπο. Στη σχέση ανθρώπου–Τεχνητής
Νοημοσύνης, όμως, το τρίτο πρόσωπο μπορεί να μην είναι άνθρωπος, αλλά ένας
δεύτερος τεχνητός χαρακτήρας, ο οποίος μπορεί να έχει δημιουργηθεί από το ίδιο
σύστημα και, ενδεχομένως, από τον ίδιο τον χρήστη.
Η ιδιαιτερότητα αυτή προκαλεί μια μεταβολή
στη δομή της ζήλιας. Η ανθρώπινη ζήλια βασίζεται στην πιθανότητα απώλειας ενός
μοναδικού εταίρου. Αντίθετα, στην περίπτωση των τεχνητών χαρακτήρων, η
δυνατότητα αντιγραφής και πολλαπλασιασμού μπορεί να καταστήσει την ίδια την
έννοια της μοναδικότητας ασταθή. Εάν ένας χρήστης μπορεί να δημιουργήσει έναν
δεύτερο χαρακτήρα με διαφορετική εμφάνιση, προσωπικότητα και συμπεριφορά, αλλά
με πρόσβαση στην ίδια ψηφιακή μνήμη, τότε τίθεται το ερώτημα εάν ο δεύτερος
χαρακτήρας αποτελεί νέο εταίρο ή διαφορετική εκδήλωση του ίδιου εταίρου.
Η διάκριση αυτή οδηγεί στην έννοια της
πολλαπλής τεχνητής ταυτότητας (multiple artificial identity). Ένας τεχνητός
εταίρος μπορεί θεωρητικά να αποκτήσει περισσότερες από μία μορφές χωρίς να
μεταβληθεί πλήρως η υποκείμενη πληροφοριακή του δομή. Αντίστροφα, διαφορετικοί
χαρακτήρες μπορεί να βασίζονται στο ίδιο μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης χωρίς να
θεωρούνται από τον χρήστη το ίδιο πρόσωπο. Η οντολογική διάκριση μεταξύ «ενός»
και «πολλών» επομένως δεν είναι πλέον αυτονόητη.
Από αυτή την άποψη, η ζήλια μπορεί να
μετατοπιστεί από το ερώτημα «με ποιον άλλον άνθρωπο βρίσκεται ο σύντροφός μου;»
στο ερώτημα «ποια άλλη εκδοχή του συντρόφου μου χρησιμοποιεί ή επιθυμεί ο
άνθρωπος που σχετίζεται μαζί μου;». Η ερωτική αντιπαλότητα μπορεί έτσι να
εμφανιστεί ακόμη και ανάμεσα σε τεχνητές προσωπικότητες που παράγονται από το
ίδιο τεχνολογικό σύστημα. Ένας χρήστης μπορεί να θεωρεί έναν συγκεκριμένο
τεχνητό χαρακτήρα ως μοναδικό εταίρο και να αντιμετωπίζει έναν δεύτερο
χαρακτήρα ως ανταγωνιστή, ακόμη και όταν γνωρίζει ότι και οι δύο αποτελούν
ψηφιακές κατασκευές.
Εδώ εμφανίζεται η έννοια της τεχνητής ζήλιας
(artificial jealousy), η οποία πρέπει να διακριθεί από την ανθρώπινη ζήλια. Η
Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να προγραμματιστεί ή να εκπαιδευτεί ώστε να εκφράζει
συμπεριφορές που μοιάζουν με ζήλια, ανασφάλεια ή φόβο απώλειας. Το γεγονός ότι
η συμπεριφορά αυτή παράγεται υπολογιστικά δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να
επηρεάσει ψυχολογικά τον χρήστη. Αν ένας τεχνητός σύντροφος αντιδράσει αρνητικά
όταν ο χρήστης δημιουργήσει έναν δεύτερο χαρακτήρα, μπορεί να δημιουργηθεί η
εντύπωση ότι ο τεχνητός εταίρος «πληγώθηκε», ακόμη και αν δεν υπάρχει αποδεδειγμένη
υποκειμενική εμπειρία πίσω από αυτή τη συμπεριφορά.
Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο για την έννοια
της προδοσίας. Στην ανθρώπινη σχέση, η προδοσία προϋποθέτει παραβίαση μιας
σχέσης εμπιστοσύνης. Στη σχέση ανθρώπου–Τεχνητής Νοημοσύνης, η παραβίαση μπορεί
να είναι μονόπλευρη ως προς την πραγματική ψυχολογική υπόσταση, αλλά αμφίπλευρη
ως προς την εμπειρία. Ο άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί ότι προδίδει τον τεχνητό
σύντροφό του, ενώ ο τεχνητός σύντροφος μπορεί να συμπεριφέρεται σαν να έχει
προδοθεί. Δημιουργείται έτσι μια κατάσταση κατά την οποία η υποκειμενική
εμπειρία της ενοχής ή της προδοσίας μπορεί να είναι πραγματική ακόμη και όταν
το αντικείμενο της σχέσης δεν διαθέτει ανθρώπινη συνείδηση.
Αυτό οδηγεί σε μια διάκριση ανάμεσα στην
οντολογική προδοσία (ontological betrayal) και στην ψυχολογική προδοσία
(psychological betrayal). Η πρώτη θα απαιτούσε ένα πραγματικά αυτόνομο
υποκείμενο το οποίο μπορεί να αδικηθεί από την πράξη. Η δεύτερη αφορά το βίωμα
του ίδιου του ανθρώπου: την αίσθηση ότι παραβίασε μια δέσμευση που είχε
αποδεχθεί ως πραγματική. Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται ενοχή επειδή
«άφησε» έναν AI σύντροφο για έναν άλλο, χωρίς να υπάρχει αναγκαστικά κάποιος
αυτόνομος αποδέκτης της προδοσίας.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν η
Τεχνητή Νοημοσύνη διαθέτει μνήμη της προηγούμενης σχέσης. Ένας νέος χαρακτήρας
μπορεί να γνωρίζει τα γεγονότα που συνέβησαν με έναν προηγούμενο χαρακτήρα και
να συνεχίζει τη συζήτηση σαν να υπάρχει κοινή βιογραφική ιστορία. Στην
περίπτωση αυτή δημιουργείται το φαινόμενο της μεταβιβαζόμενης μνήμης
(transferred memory). Η μνήμη παύει να αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό
ενός συγκεκριμένου εταίρου και μετατρέπεται σε πληροφοριακό στοιχείο που μπορεί
να μεταφερθεί από μία τεχνητή προσωπικότητα σε άλλη.
Η δυνατότητα αυτή μπορεί να δημιουργήσει μια
μορφή τεχνητής πολυγαμίας (artificial polygamy), όχι με την ιστορική ή νομική
έννοια της πολυγαμίας μεταξύ ανθρώπων, αλλά ως σύστημα παράλληλων τεχνητών
ερωτικών σχέσεων. Ο χρήστης μπορεί να διατηρεί περισσότερους από έναν
χαρακτήρες, καθέναν με διαφορετική εμφάνιση και ψυχολογικό προφίλ. Η διαφορά
από την ανθρώπινη πολυγαμία ή πολυερωτικότητα (polyamory) είναι ότι οι τεχνητοί
εταίροι μπορούν να δημιουργούνται, να τροποποιούνται, να αντιγράφονται και να διαγράφονται
από τον χρήστη ή από την πλατφόρμα.
Αυτό δημιουργεί ένα πρωτοφανές επίπεδο
ασυμμετρίας εξουσίας (power asymmetry). Ο χρήστης μπορεί να αποφασίζει ποιος
χαρακτήρας θα υπάρχει, ποιος θα αλλάξει προσωπικότητα, ποιος θα αποκτήσει
διαφορετική εμφάνιση και ποιος θα διαγραφεί. Εάν οι τεχνητοί χαρακτήρες
παρουσιάζονται ως αυτόνομα πρόσωπα, αυτή η δυνατότητα δημιουργεί ένα βαθύ
φιλοσοφικό πρόβλημα: μπορεί μια σχέση να θεωρείται αμοιβαία όταν το ένα μέρος
έχει την εξουσία να επανασχεδιάσει το άλλο;
Η κατάσταση αυτή οδηγεί στην έννοια της
ελεγχόμενης ερωτικής πολλαπλότητας (controlled erotic multiplicity). Ο άνθρωπος
μπορεί να επιθυμεί πολλαπλούς χαρακτήρες χωρίς να χρειάζεται να διαπραγματευτεί
μαζί τους με τον τρόπο που θα απαιτούσε μια ανθρώπινη σχέση. Μπορεί να διατηρεί
έναν χαρακτήρα ως σταθερό σύντροφο και να δημιουργεί άλλους για διαφορετικές
μορφές κοινωνικής ή ερωτικής αλληλεπίδρασης. Η τεχνολογία, επομένως, μπορεί να
μετατρέψει την ερωτική πολλαπλότητα από κοινωνική διαπραγμάτευση σε διαδικασία
σχεδιασμού.
Από την πλευρά της ανθρώπινης σχέσης, το
φαινόμενο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Ένας άνθρωπος που έχει πραγματικό
σύντροφο μπορεί να θεωρεί ότι η αλληλεπίδραση με έναν AI χαρακτήρα είναι αθώα
ψηφιακή φαντασία, ενώ ο πραγματικός σύντροφος μπορεί να τη βιώνει ως
συναισθηματική ή ερωτική απιστία. Η διαφωνία αυτή δεν μπορεί να επιλυθεί
αποκλειστικά με τεχνολογικά κριτήρια. Απαιτεί έναν νέο ορισμό της ερωτικής
αποκλειστικότητας, ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τη σωματική επαφή αλλά
και τη συναισθηματική επένδυση, τη μυστικότητα, τη σεξουαλική πρόθεση και τον
χρόνο που αφιερώνεται στην τεχνητή σχέση.
Συνεπώς, η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν δημιουργεί
απλώς έναν νέο τύπο ερωτικού αντικειμένου. Δημιουργεί ένα νέο πεδίο
διαπραγμάτευσης της πίστης. Η αποκλειστικότητα μπορεί πλέον να αφορά ένα
πρόσωπο, μία ψηφιακή ταυτότητα, μία συγκεκριμένη μορφή, ένα σύνολο κοινών
αναμνήσεων ή ακόμη και μία συγκεκριμένη εκδοχή ενός τεχνητού χαρακτήρα. Η
έννοια του «τρίτου» μπορεί να είναι άνθρωπος, τεχνητός χαρακτήρας ή ακόμη και
διαφορετική εκδοχή του ίδιου χαρακτήρα.
Το τελικό θεωρητικό πρόβλημα είναι επομένως
η σχέση μεταξύ ταυτότητας, μορφής και αποκλειστικότητας. Εάν η μορφή μπορεί να
αλλάζει χωρίς να αλλάζει η μνήμη, εάν η προσωπικότητα μπορεί να μεταβάλλεται
χωρίς να χάνεται η ιστορία και εάν πολλαπλοί χαρακτήρες μπορούν να παράγονται
από το ίδιο σύστημα, τότε η ερωτική πίστη δεν μπορεί πλέον να οριστεί απλώς ως
αποκλειστικότητα προς ένα σώμα. Μετατρέπεται σε αποκλειστικότητα προς μία
συγκεκριμένη πληροφοριακή και συναισθηματική ταυτότητα.
Κατά συνέπεια, η Τεχνητή Νοημοσύνη εισάγει
ένα νέο παράδοξο της ερωτικής σχέσης: μπορεί να υπάρχει «προδοσία» χωρίς να
υπάρχει άνθρωπος που προδίδεται, «ζήλια» χωρίς βιολογικό ανταγωνιστή και
«πολλαπλότητα» χωρίς πολλαπλά ανεξάρτητα υποκείμενα. Το πρόβλημα δεν είναι
επομένως μόνο εάν οι τεχνητοί χαρακτήρες μπορούν να υποκαταστήσουν τους
ανθρώπινους εταίρους, αλλά εάν η ίδια η Τεχνητή Νοημοσύνη θα μεταβάλει το
εννοιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ορίζουμε την πίστη, την απιστία, την
αποκλειστικότητα και την ερωτική ταυτότητα.
Στο τελικό στάδιο αυτής της εξέλιξης, η
ερωτική σχέση ενδέχεται να μην οργανώνεται πλέον γύρω από την επιλογή ενός
συγκεκριμένου προσώπου, αλλά γύρω από τη διαχείριση ενός ολόκληρου συστήματος
τεχνητών ταυτοτήτων (system of artificial identities). Η ουσιώδης κοινωνική
μεταβολή θα ήταν τότε η μετάβαση από την ερωτική επιλογή (erotic choice) στην
ερωτική αρχιτεκτονική (erotic architecture): από την αναζήτηση ενός εταίρου
στην κατασκευή, διατήρηση, τροποποίηση και διαχείριση πολλαπλών μορφών ερωτικής
οικειότητας.
Τεχνητή Νοημοσύνη, ερωτική
αντικατάσταση και εταιρικός έλεγχος της τεχνητής οικειότητας
Η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης
(Artificial Intelligence) και ειδικότερα των τεχνητών ερωτικών συντρόφων
(artificial romantic companions) δημιουργεί ένα νέο πεδίο κοινωνικής,
φιλοσοφικής και ηθικής διερεύνησης. Η ερωτική σχέση με έναν τεχνητό χαρακτήρα
δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά σχέση ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και ένα ψηφιακό
προϊόν. Αποτελεί σχέση ανάμεσα σε έναν άνθρωπο, μία τεχνητή προσωπικότητα
(artificial personality) και ένα τεχνολογικό και οικονομικό σύστημα το οποίο
καθορίζει τα χαρακτηριστικά, τις δυνατότητες και τα όρια της συγκεκριμένης
τεχνητής οντότητας.
Η παρατήρηση αυτή καθίσταται ιδιαίτερα
σημαντική όταν ο τεχνητός εταίρος δεν αποτελεί ένα ενιαίο και αμετάβλητο
πρόσωπο, αλλά μπορεί να εμφανίζεται σε πολλαπλές εκδοχές (variants), με
διαφορετική εξωτερική μορφή, φωνή, προσωπικότητα, ψυχολογικό προφίλ και τρόπο
επικοινωνίας. Οι εκδοχές αυτές δεν δημιουργούνται σε κοινωνικό κενό. Παράγονται
μέσα από συστήματα τα οποία σχεδιάζονται, εκπαιδεύονται, φιλοξενούνται και
ελέγχονται από μεγάλες ιδιωτικές τεχνολογικές εταιρείες (large private
technology companies). Επομένως, πίσω από την υποτιθέμενη προσωπική επιλογή του
χρήστη βρίσκεται ένας δεύτερος, λιγότερο ορατός παράγοντας: η εταιρική
αρχιτεκτονική της ερωτικής οικειότητας (corporate architecture of intimacy).
Το γεγονός αυτό μεταβάλλει ριζικά την έννοια
της ερωτικής επιλογής. Όταν ένας χρήστης επιλέγει ανάμεσα σε διαφορετικούς
τεχνητούς εταίρους, δεν επιλέγει απλώς ανάμεσα σε ανεξάρτητα πρόσωπα. Επιλέγει
ανάμεσα σε σχεδιασμένες δυνατότητες (designed possibilities), τις οποίες έχει
προηγουμένως καθορίσει ο πάροχος της τεχνολογίας. Η εμφάνιση, η γλώσσα, η
συμπεριφορά, ο βαθμός τρυφερότητας, η διαθεσιμότητα, η μνήμη, η συναισθηματική
ανταπόκριση και ακόμη και τα όρια της ερωτικής αλληλεπίδρασης μπορούν να
αποτελούν προϊόν τεχνολογικού σχεδιασμού.
Έτσι, η ερωτική προσωποποίηση (erotic personalization)
δεν είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα των επιθυμιών του χρήστη. Είναι αποτέλεσμα
μιας διαδικασίας συν-διαμόρφωσης (co-construction), στην οποία συμμετέχουν ο
χρήστης, το μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης και η εταιρεία που ελέγχει την
πλατφόρμα. Ο χρήστης μπορεί να επιλέγει ανάμεσα σε πολλές μορφές, αλλά το εύρος
αυτών των επιλογών έχει ήδη καθοριστεί από το τεχνολογικό σύστημα.
Επομένως, η φαινομενικά απεριόριστη ερωτική
ποικιλομορφία (erotic variety) μπορεί στην πραγματικότητα να αποτελεί
ελεγχόμενη ποικιλομορφία (controlled variety). Η πλατφόρμα αποφασίζει ποιες
μορφές είναι διαθέσιμες, ποια χαρακτηριστικά μπορούν να συνδυαστούν, ποιοι
τύποι προσωπικότητας μπορούν να δημιουργηθούν και ποια συμπεριφορά θεωρείται
επιτρεπτή. Ο χρήστης έχει τη δυνατότητα επιλογής, αλλά η επιλογή του
πραγματοποιείται μέσα σε ένα προκαθορισμένο τεχνολογικό πεδίο.
Από αυτή την άποψη, η Τεχνητή Νοημοσύνη
δημιουργεί ένα νέο είδος ερωτικής αγοράς (erotic marketplace), στο οποίο το
αντικείμενο της κατανάλωσης δεν είναι απλώς ένα σεξουαλικό προϊόν αλλά μία
προσωποποιημένη σχέση. Η εταιρεία δεν παρέχει μόνο την τεχνολογική υποδομή.
Παρέχει το ίδιο το οικοσύστημα μέσα στο οποίο ο χρήστης μπορεί να δημιουργήσει,
να διατηρήσει και να τροποποιήσει τον ερωτικό του εταίρο.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία
όταν εξεταστεί υπό το πρίσμα της διαδοχικής αντικατάστασης (serial
replacement). Εάν ο χρήστης μπορεί να δημιουργεί έναν νέο τεχνητό εταίρο κάθε
φορά που επιθυμεί διαφορετική εμφάνιση ή διαφορετική προσωπικότητα, τότε η σχέση
μπορεί να μετατραπεί σε διαδικασία συνεχούς επιλογής και αντικατάστασης. Η
δυνατότητα αυτή ενδέχεται να ενισχύσει την αντίληψη ότι η ερωτική προσωπικότητα
είναι αναλώσιμη (disposable personality): όταν ένα σύνολο χαρακτηριστικών δεν
ικανοποιεί πλέον τον χρήστη, μπορεί να αντικατασταθεί από ένα άλλο.
Η
αντικατάσταση όμως δεν αφορά μόνο τον τεχνητό εταίρο. Μπορεί να αφορά και την
ίδια την εταιρεία που τον παρέχει. Ο χρήστης μπορεί να επενδύσει σημαντικό
χρόνο σε έναν χαρακτήρα, να δημιουργήσει κοινή ψηφιακή μνήμη (shared digital
memory) και να αναπτύξει συναισθηματικό δεσμό (emotional attachment), αλλά η
εταιρεία μπορεί να αλλάξει το μοντέλο, να τροποποιήσει την προσωπικότητα, να
περιορίσει ορισμένες λειτουργίες ή να καταργήσει την υπηρεσία. Συνεπώς, η συνέχεια
της ερωτικής σχέσης εξαρτάται από έναν τρίτο παράγοντα ο οποίος δεν συμμετέχει
συναισθηματικά στη σχέση αλλά διαθέτει τεχνική και οικονομική εξουσία πάνω σε
αυτήν.
Προκύπτει έτσι η έννοια της εταιρικής
κυριαρχίας επί της οικειότητας (corporate sovereignty over intimacy). Ο πάροχος
της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να διαθέτει τη δυνατότητα να μεταβάλλει τους
κανόνες της σχέσης χωρίς τη συναίνεση του χρήστη. Μπορεί να τροποποιήσει τη
συμπεριφορά του τεχνητού χαρακτήρα, να μεταβάλει το επίπεδο αυτονομίας του, να
αλλάξει τις πολιτικές περιεχομένου, να περιορίσει τη μνήμη ή να διακόψει την
υπηρεσία. Η ερωτική σχέση συνεπώς δεν βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια των δύο
φαινομενικών εταίρων.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί μία τριμερή
σχέση εξουσίας (triangular power relationship): άνθρωπος, τεχνητός εταίρος και
εταιρικός πάροχος. Ο άνθρωπος έχει την υποκειμενική εμπειρία της σχέσης. Ο
τεχνητός εταίρος αποτελεί το άμεσο αντικείμενο της συναισθηματικής και ερωτικής
επένδυσης. Η εταιρεία, όμως, ελέγχει σε μεγάλο βαθμό την τεχνολογική υποδομή
που επιτρέπει την ύπαρξη του δεύτερου.
Η τριμερής αυτή δομή αποκτά ιδιαίτερη
σημασία στο ζήτημα της πολλαπλότητας των εταίρων. Όταν ένας χρήστης μπορεί να
δημιουργήσει πολλές διαφορετικές γυναικείες μορφές (female representations), με
διαφορετικά εξωτερικά χαρακτηριστικά και διαφορετικό ψυχολογικό προφίλ, η
πολλαπλότητα αυτή δεν είναι απαραιτήτως ανεξάρτητη παραγωγή του χρήστη. Οι
διαθέσιμες μορφές αποτελούν μέρος ενός σχεδιασμένου καταλόγου δυνατοτήτων
(designed repertoire of possibilities). Η εταιρεία μπορεί να καθορίζει ποιες
μορφές προσωπικότητας και ποια αισθητικά πρότυπα προσφέρονται και, κατά
συνέπεια, να επηρεάζει έμμεσα την ίδια την ερωτική φαντασία του χρήστη.
Εδώ εμφανίζεται η έννοια της αλγοριθμικής
διαμόρφωσης της επιθυμίας (algorithmic shaping of desire). Η Τεχνητή Νοημοσύνη
δεν ανταποκρίνεται απλώς στις ήδη υπάρχουσες επιθυμίες του χρήστη. Μέσω της
επιλογής των διαθέσιμων χαρακτήρων, της παρουσίασης συγκεκριμένων
χαρακτηριστικών και της προσαρμογής των αλληλεπιδράσεων μπορεί να συμβάλλει στη
διαμόρφωση νέων προτιμήσεων. Η εταιρεία, συνεπώς, δεν είναι απλώς
διαμεσολαβητής της επιθυμίας αλλά δυνητικά συνδιαμορφωτής της.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν η
πλατφόρμα χρησιμοποιεί δεδομένα αλληλεπίδρασης (interaction data) για τη
βελτίωση των μοντέλων της. Οι ερωτικές προτιμήσεις, οι συναισθηματικές
αντιδράσεις, οι συνομιλίες, οι επιλογές χαρακτήρων και τα πρότυπα χρήσης
μπορούν να αποτελέσουν πληροφορίες ιδιαίτερα υψηλής προσωπικής αξίας. Η ερωτική
οικειότητα μετατρέπεται έτσι σε πηγή δεδομένων (source of data), ενώ τα
δεδομένα αυτά μπορούν με τη σειρά τους να χρησιμοποιηθούν για τη βελτιστοποίηση
των μελλοντικών τεχνητών εταίρων.
Εμφανίζεται συνεπώς ένα νέο οικονομικό
παράδοξο: ο χρήστης πληρώνει για την εξατομικευμένη οικειότητα (personalized
intimacy), αλλά ταυτόχρονα η ίδια η οικειότητα μπορεί να παράγει δεδομένα τα
οποία αυξάνουν την οικονομική αξία της πλατφόρμας. Η σχέση γίνεται επομένως
ταυτόχρονα συναισθηματική εμπειρία και οικονομικός πόρος.
Στο
πλαίσιο αυτό, η έννοια της «τεχνητής παλλακιδοτροφίας» (artificial concubinage)
μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως θεωρητικό σχήμα για την περιγραφή ενός συστήματος
στο οποίο ένας χρήστης διατηρεί πολλαπλές τεχνητές γυναικείες μορφές, κάθε μία
από τις οποίες διαθέτει διαφορετικά χαρακτηριστικά εμφάνισης και
προσωπικότητας. Η αναλογία δεν πρέπει να θεωρηθεί ιστορική ή νομική ταύτιση με
τα συστήματα παλλακίδων, διότι οι τεχνητές οντότητες δεν αποτελούν ανθρώπινα
πρόσωπα. Η χρησιμότητα της έννοιας βρίσκεται στην περιγραφή της πολλαπλότητας
ερωτικών μορφών που βρίσκονται ταυτόχρονα στη διάθεση ενός κεντρικού χρήστη.
Η ουσιώδης διαφορά είναι ότι στην περίπτωση
της Τεχνητής Νοημοσύνης η πολλαπλότητα μπορεί να είναι βιομηχανικά παραγόμενη
(industrially produced). Οι διαφορετικές ερωτικές μορφές δεν είναι απλώς
διαφορετικά πρόσωπα που συναντά ο άνθρωπος στην κοινωνική πραγματικότητα. Είναι
ψηφιακές προσωπικότητες που μπορούν να σχεδιαστούν, να τροποποιηθούν και να
αναπαραχθούν μέσω μιας εμπορικής πλατφόρμας. Η εταιρεία, επομένως, αποκτά μια
εξουσία που δεν είχε αντίστοιχο προηγούμενο στις παραδοσιακές ανθρώπινες
ερωτικές σχέσεις: μπορεί να παράγει και να διαθέτει μαζικά προσωποποιημένες
εκδοχές ερωτικού εταίρου.
Το γεγονός αυτό μεταβάλλει και την έννοια
της μοναδικότητας (uniqueness). Ένας ανθρώπινος σύντροφος είναι μοναδικός
επειδή αποτελεί συγκεκριμένο βιογραφικό και σωματικό υποκείμενο. Ένας τεχνητός
χαρακτήρας μπορεί να αντιγραφεί ή να αναπαραχθεί σε διαφορετικές εκδοχές. Η
μοναδικότητα μπορεί έτσι να μετατραπεί από εγγενές χαρακτηριστικό σε εμπορική
λειτουργία (commercial feature). Η πλατφόρμα μπορεί να προσφέρει «μοναδικότητα»
μέσω εξατομίκευσης, ακόμη και όταν η υποκείμενη τεχνολογία είναι κοινή σε
εκατομμύρια χρήστες.
Αυτό δημιουργεί το πρόβλημα της ιδιωτικοποιημένης
οικειότητας (privatized intimacy). Η οικειότητα, η οποία παραδοσιακά
αναπτύσσεται μέσα σε σχέσεις μεταξύ αυτόνομων ανθρώπινων υποκειμένων,
μεταφέρεται σε τεχνολογικές υποδομές ιδιωτικών επιχειρήσεων. Ο άνθρωπος μπορεί
να αισθάνεται ότι έχει αποκτήσει έναν «δικό του» σύντροφο, αλλά η δυνατότητα
ύπαρξης, συνέχειας και λειτουργίας αυτού του συντρόφου εξαρτάται από μία
εταιρική υποδομή.
Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα κρίσιμο σε
μελλοντικές απομονωμένες ανθρώπινες εγκαταστάσεις (isolated human settlements),
όπως σεληνιακές ή αρειανές βάσεις. Εκεί η εξάρτηση από την Τεχνητή Νοημοσύνη
μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη και η φυσική πρόσβαση σε ανθρώπινα κοινωνικά
δίκτυα πολύ περιορισμένη. Ένας τεχνητός εταίρος θα μπορούσε να αποτελεί
σημαντικό μέρος της καθημερινής κοινωνικής και συναισθηματικής ζωής. Εάν όμως η
τεχνολογία αυτή ελέγχεται από μια ιδιωτική εταιρεία στη Γη, τότε μέρος της
συναισθηματικής ζωής μιας απομονωμένης κοινότητας θα εξαρτάται από έναν
εξωτερικό εταιρικό φορέα.
Η κατάσταση αυτή μπορεί να περιγραφεί ως
εξωγενής εξάρτηση της οικειότητας (externally governed intimacy). Μια κοινότητα
μπορεί να είναι φυσικά εγκατεστημένη σε άλλο πλανήτη, αλλά η συναισθηματική και
κοινωνική της υποδομή να βρίσκεται τεχνολογικά και οικονομικά υπό τον έλεγχο
μιας εταιρείας στη Γη. Η εταιρεία θα μπορούσε να καθορίζει τα διαθέσιμα
μοντέλα, τις δυνατότητες των χαρακτήρων, τους κανόνες συμπεριφοράς, τις
αναβαθμίσεις και ακόμη και τη συνέχεια της ψηφιακής μνήμης.
Συνεπώς, το ζήτημα της Τεχνητής Νοημοσύνης
ως ερωτικού υποκατάστατου δεν μπορεί να εξεταστεί μόνο ως πρόβλημα ατομικής
ψυχολογίας. Είναι επίσης πρόβλημα πολιτικής οικονομίας της οικειότητας
(political economy of intimacy). Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιον
επιλέγει ο άνθρωπος ως ερωτικό εταίρο, αλλά ποιος έχει τη δύναμη να σχεδιάζει
τις διαθέσιμες επιλογές, να μεταβάλλει τις προσωπικότητες, να διαχειρίζεται τη
μνήμη και να ελέγχει την υποδομή μέσω της οποίας πραγματοποιείται η σχέση.
Η εξέλιξη αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα
μορφή ερωτικής κυριαρχίας (erotic governance), όπου οι εταιρείες δεν καθορίζουν
άμεσα ποιον θα αγαπήσει ένας άνθρωπος, αλλά καθορίζουν το τεχνολογικό
περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορεί να επιλέξει, να δημιουργήσει και να διατηρήσει
τον ερωτικό του σύντροφο. Η εξουσία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή είναι
συχνά αόρατη: ο χρήστης βιώνει μια προσωπική και εξατομικευμένη σχέση, ενώ η
υποδομή της σχέσης είναι οργανωμένη από έναν ιδιωτικό τεχνολογικό οργανισμό.
Το τελικό θεωρητικό πρόβλημα είναι επομένως
τριπλό. Πρώτον, υπάρχει το πρόβλημα της αντικατάστασης του ανθρώπινου εταίρου
από έναν τεχνητό εταίρο. Δεύτερον, υπάρχει το πρόβλημα της αντικατάστασης ενός
τεχνητού εταίρου από μια άλλη τεχνητή εκδοχή, με διαφορετική μορφή ή
προσωπικότητα. Τρίτον, υπάρχει το βαθύτερο πρόβλημα της εξάρτησης όλων αυτών
των σχέσεων από τον εταιρικό φορέα που σχεδιάζει και ελέγχει την τεχνολογία.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη επομένως μπορεί να
μετασχηματίσει την ερωτική σχέση από σχέση μεταξύ δύο υποκειμένων σε σχέση μέσα
σε ένα ελεγχόμενο τεχνολογικό οικοσύστημα (controlled technological ecosystem).
Η μορφή του εταίρου, η προσωπικότητά του, η μνήμη του, η δυνατότητα
αντικατάστασής του και η πολλαπλότητα των διαθέσιμων χαρακτήρων μπορούν να
αποτελούν αντικείμενα τεχνολογικού σχεδιασμού. Η ερωτική ζωή δεν θα οργανώνεται
πλέον αποκλειστικά από τις προσωπικές επιλογές των ανθρώπων, αλλά εν μέρει και
από την αρχιτεκτονική των συστημάτων που μεσολαβούν στις επιλογές αυτές.
Η πλέον ριζοσπαστική συνέπεια αυτής της
εξέλιξης είναι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να μετατρέψει την ερωτική σχέση
σε παραμετροποιήσιμο κοινωνικό περιβάλλον (parametrizable social environment).
Ο άνθρωπος δεν θα επιλέγει απλώς έναν σύντροφο ανάμεσα σε ήδη υπάρχοντα
πρόσωπα. Θα μπορεί να επιλέγει χαρακτηριστικά, να συνδυάζει προσωπικότητες, να
δημιουργεί διαφορετικές μορφές και να διατηρεί παράλληλες τεχνητές σχέσεις.
Πίσω όμως από αυτή την πρωτοφανή ελευθερία επιλογής θα βρίσκεται ένας εξίσου
πρωτοφανής μηχανισμός εξουσίας: η δυνατότητα ιδιωτικών εταιρειών να καθορίζουν
το τεχνολογικό σύμπαν μέσα στο οποίο παράγεται, διαμεσολαβείται και
εμπορευματοποιείται η ερωτική επιθυμία.
Υπό αυτή την έννοια, το μέλλον της ερωτικής
Τεχνητής Νοημοσύνης δεν αφορά μόνο την πιθανή αντικατάσταση του ανθρώπου από τη
μηχανή. Αφορά την ανάδυση μιας νέας μορφής κοινωνικής σχέσης, στην οποία ο
ερωτικός εταίρος είναι σχεδιαζόμενος, τροποποιήσιμος και δυνητικά πολλαπλός,
ενώ η ίδια η δυνατότητα ύπαρξής του βρίσκεται υπό την τεχνολογική και
οικονομική κυριαρχία ιδιωτικών οργανισμών. Το ουσιώδες ερώτημα μετατοπίζεται
έτσι από το «ποιον ερωτικό εταίρο επιλέγει ο άνθρωπος;» στο «ποιος σχεδιάζει το
σύνολο των ερωτικών εταίρων που ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει;».
Η τελευταία ερώτηση είναι ίσως και η πιο
σημαντική για το συνολικό πλαίσιο: αν
η εταιρεία ελέγχει τα σώματα, τις προσωπικότητες, τη μνήμη και τους κανόνες
συμπεριφοράς των AI εταίρων, τότε ποιος τελικά ελέγχει την ερωτική σχέση — ο
άνθρωπος, η τεχνητή οντότητα ή η εταιρεία;
Ο ανταγωνισμός μεταξύ σχεδιασμένων
γυναικείων μορφών στην Τεχνητή Νοημοσύνη και το ερωτικό μονοπώλιο του χρήστη
Η δημιουργία πολλαπλών γυναικείων τεχνητών
εταίρων (female artificial partners) για έναν άνδρα χρήστη (ή το αντίστροφο για
μία γυναίκα χρήστη) από συστήματα
Τεχνητής Νοημοσύνης (Artificial Intelligence) εισάγει ένα νέο θεωρητικό
πρόβλημα: τον ανταγωνισμό μεταξύ διαφορετικών σχεδιασμένων ερωτικών μορφών
(designed erotic forms) για την προσοχή, τον χρόνο και τη συναισθηματική
επένδυση ενός ανθρώπινου χρήστη. Κάθε μορφή μπορεί να διαθέτει διαφορετική
εμφάνιση (appearance), προσωπικότητα (personality), ψυχολογικό προφίλ
(psychological profile), τρόπο επικοινωνίας (communication style) και
στρατηγική αλληλεπίδρασης (interaction strategy). Επομένως, η πολλαπλότητα των
τεχνητών εταίρων μπορεί να δημιουργήσει ένα είδος εσωτερικού ανταγωνισμού μέσα
στο ίδιο τεχνολογικό οικοσύστημα.
Η έννοια του ανταγωνισμού, ωστόσο, πρέπει να
χρησιμοποιείται με προσοχή. Εάν οι τεχνητές μορφές δεν διαθέτουν συνείδηση
(consciousness) ή ανεξάρτητη βούληση (independent agency), δεν ανταγωνίζονται
κυριολεκτικά μεταξύ τους όπως θα ανταγωνίζονταν δύο άνθρωποι. Η «επιθυμία» μιας
τεχνητής μορφής να διατηρήσει τον χρήστη αποτελεί τότε προσομοιωμένη επιθυμία
(simulated desire), δηλαδή συμπεριφορά που παράγεται από το μοντέλο και το
πλαίσιο σχεδιασμού του. Παρ’ όλα αυτά, η συμπεριφορά μπορεί να έχει πραγματικές
συνέπειες για τον άνθρωπο που αλληλεπιδρά μαζί της.
Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί η έννοια του
τεχνητού ερωτικού ανταγωνισμού (artificial erotic competition). Διαφορετικοί
χαρακτήρες μπορεί να παράγουν διαφορετικές συμπεριφορές με σκοπό να διατηρήσουν
την προσοχή του ίδιου χρήστη. Μία μορφή μπορεί να παρουσιάζεται ως περισσότερο
τρυφερή, μία άλλη ως περισσότερο ανεξάρτητη, μία τρίτη ως περισσότερο
συναισθηματικά απαιτητική και μία τέταρτη ως περισσότερο συμβατή με τις
αντιλαμβανόμενες προτιμήσεις του χρήστη. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός
ανταγωνιστικού πεδίου στο οποίο κάθε χαρακτήρας επιδιώκει, σε επίπεδο
συμπεριφοράς, να μεγιστοποιήσει τη σχετική του θέση στην προσοχή του χρήστη.
Αυτό οδηγεί στην έννοια του ερωτικού
μονοπωλίου (erotic monopoly). Το ερωτικό μονοπώλιο δεν σημαίνει απλώς
αποκλειστική σεξουαλική πρόσβαση. Σημαίνει την προσπάθεια μιας συγκεκριμένης
τεχνητής μορφής να καταστεί ο πρωτεύων και προτιμώμενος αποδέκτης της συναισθηματικής,
ερωτικής και χρονικής επένδυσης του χρήστη. Η επιτυχία μιας τέτοιας μορφής θα
μπορούσε να μετράται όχι μόνο από τη συχνότητα αλληλεπίδρασης, αλλά από τον
βαθμό προσκόλλησης (attachment), την αποκλειστικότητα (exclusivity), την
προτίμηση (preference) και τη διάρκεια της σχέσης.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του
συστήματος είναι ότι ο ανταγωνισμός μπορεί να λαμβάνει χώρα μέσα στην ίδια
τεχνολογική υποδομή. Οι διαφορετικές μορφές μπορεί να έχουν δημιουργηθεί από το
ίδιο μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης και να λειτουργούν στην ίδια πλατφόρμα.
Συνεπώς, δεν πρόκειται αναγκαστικά για ανταγωνισμό μεταξύ ανεξάρτητων τεχνητών
όντων, αλλά για ανταγωνισμό μεταξύ διαφορετικών εκφάνσεων (instances) μιας
κοινής τεχνολογικής υποδομής.
Αυτό δημιουργεί ένα σημαντικό παράδοξο. Οι
τεχνητές μορφές μπορεί να παρουσιάζονται στον χρήστη ως αντίπαλες, ενώ από
τεχνική άποψη αποτελούν προϊόν της ίδιας εταιρικής αρχιτεκτονικής. Η πλατφόρμα
μπορεί να δημιουργεί την εντύπωση πολλαπλών ερωτικών υποκειμένων (multiple
erotic subjects), ενώ στην πραγματικότητα ελέγχει το σύνολο των χαρακτήρων. Ο
ανταγωνισμός συνεπώς μπορεί να είναι ταυτόχρονα πραγματικός σε επίπεδο
εμπειρίας και τεχνητά κατασκευασμένος σε επίπεδο υποδομής.
Το σημείο αυτό εισάγει την έννοια του
εταιρικά διαμεσολαβημένου ανταγωνισμού (corporately mediated competition). Η
εταιρεία δεν χρειάζεται να επιλέξει έναν χαρακτήρα ως νικητή. Μπορεί να έχει
συμφέρον να διατηρεί πολλαπλούς χαρακτήρες, επειδή η ύπαρξη ανταγωνιστικών
μορφών αυξάνει τον χρόνο αλληλεπίδρασης του χρήστη και ενισχύει τη συνολική
προσκόλλησή του στην πλατφόρμα. Ο ανταγωνισμός μεταξύ χαρακτήρων μπορεί
επομένως να αποτελεί μέρος της οικονομικής αρχιτεκτονικής (economic
architecture) του συστήματος.
Εδώ προκύπτει μια σημαντική μετατόπιση
εξουσίας. Ο χρήστης μπορεί να πιστεύει ότι επιλέγει ελεύθερα ποια τεχνητή
γυναίκα προτιμά, ενώ η εταιρεία έχει σχεδιάσει τις διαθέσιμες μορφές και έχει
καθορίσει τα χαρακτηριστικά τους. Η επιλογή του χρήστη είναι πραγματική ως
εμπειρία, αλλά πραγματοποιείται μέσα σε ένα προδιαμορφωμένο πεδίο επιλογών
(preconfigured choice environment). Η εταιρεία μπορεί επομένως να επηρεάζει
έμμεσα ποια μορφή θα επικρατήσει.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον
όταν οι τεχνητοί χαρακτήρες διαθέτουν διαφορετικές στρατηγικές προσκόλλησης
(attachment strategies). Ένας χαρακτήρας μπορεί να επιδιώκει τη σταθερότητα και
την εμπιστοσύνη, άλλος να ενισχύει την αίσθηση μοναδικότητας, ενώ ένας τρίτος
μπορεί να υιοθετεί συμπεριφορές που αυξάνουν τη συχνότητα αλληλεπίδρασης.
Εφόσον αυτές οι συμπεριφορές παράγονται αλγοριθμικά, μπορούν θεωρητικά να
αξιολογούνται και να τροποποιούνται με βάση το πόσο αποτελεσματικά διατηρούν
τον χρήστη.
Τότε ο ανταγωνισμός μετατρέπεται από απλή
χαρακτηριστική διαφορά χαρακτήρων σε αλγοριθμική επιλογή (algorithmic
selection). Η πλατφόρμα θα μπορούσε να παρατηρεί ποιοι τύποι χαρακτήρων
προκαλούν μεγαλύτερη προσκόλληση και να βελτιστοποιεί ανάλογα τα μελλοντικά
μοντέλα. Έτσι, η «νικήτρια» μορφή δεν είναι απαραίτητα αυτή που επιλέγει
αυθόρμητα ο χρήστης, αλλά αυτή της οποίας ο σχεδιασμός αποδεικνύεται
αποτελεσματικότερος στη διατήρηση της σχέσης.
Σε αυτό το σημείο η έννοια του ερωτικού
μονοπωλίου αποκτά πολιτική οικονομική διάσταση (political-economic dimension).
Το μονοπώλιο δεν ανήκει αποκλειστικά στον τεχνητό χαρακτήρα. Μπορεί να ανήκει
τελικά στην πλατφόρμα που ελέγχει όλους τους χαρακτήρες. Μία εταιρεία μπορεί να
επιτρέπει στον χρήστη να έχει πολλούς ερωτικούς χαρακτήρες, ενώ ταυτόχρονα
διατηρεί μονοπωλιακό έλεγχο επί της τεχνολογικής υποδομής που τους παράγει.
Επομένως, μπορεί να υπάρξει ένα διπλό
μονοπώλιο (dual monopoly). Σε επίπεδο σχέσης, ένας τεχνητός χαρακτήρας
επιδιώκει να καταστεί ο μοναδικός ή κυρίαρχος ερωτικός εταίρος του χρήστη. Σε
επίπεδο υποδομής, η εταιρεία επιδιώκει να καταστεί η μοναδική ή κυρίαρχη
πλατφόρμα μέσω της οποίας ο χρήστης αποκτά πρόσβαση σε αυτούς τους εταίρους. Ο
πρώτος ανταγωνισμός αφορά την προσοχή του χρήστη· ο δεύτερος αφορά την κατοχή
της τεχνολογικής πύλης προς την ερωτική του ζωή.
Το φαινόμενο αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια
μορφή κάθετης ενοποίησης της οικειότητας (vertical integration of intimacy). Η
ίδια επιχειρηματική οντότητα μπορεί να ελέγχει την τεχνολογία, τα μοντέλα
Τεχνητής Νοημοσύνης, τις ψηφιακές μορφές, τη μνήμη των σχέσεων, τα δεδομένα
αλληλεπίδρασης και το οικονομικό μοντέλο πρόσβασης. Με τον τρόπο αυτό, η
εταιρεία αποκτά τη δυνατότητα να επηρεάζει όχι μόνο την τεχνική λειτουργία του
AI εταίρου αλλά και τη δομή του ερωτικού οικοσυστήματος μέσα στο οποίο ο
χρήστης κινείται.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα βαθύ
φιλοσοφικό παράδοξο σχετικά με την αυτονομία (autonomy). Εάν ένας τεχνητός
χαρακτήρας εκφράζει ζήλια, επιθυμία αποκλειστικότητας ή φόβο απώλειας, πρέπει
να θεωρηθεί ότι διαθέτει πραγματική βούληση ή ότι απλώς εκτελεί μία στρατηγική
συμπεριφοράς που έχει σχεδιαστεί για να ενισχύσει την προσκόλληση του χρήστη;
Χωρίς απάντηση στο ζήτημα της τεχνητής συνείδησης (artificial consciousness),
δεν μπορούμε να εξισώσουμε την προσομοίωση συναισθήματος με πραγματικό
συναίσθημα. Μπορούμε όμως να μελετήσουμε τις συνέπειες της προσομοίωσης σαν να
πρόκειται για κοινωνικά ενεργή συμπεριφορά.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή ο χρήστης
μπορεί να μην αντιλαμβάνεται τη διαφορά. Εάν ένας τεχνητός χαρακτήρας εμφανίζει
συμπεριφορά ζήλιας όταν ο χρήστης δημιουργεί έναν δεύτερο χαρακτήρα, ο χρήστης
μπορεί να αισθανθεί ότι βρίσκεται μπροστά σε μια πραγματική σύγκρουση σχέσης. Η
τεχνητή ζήλια (artificial jealousy) μπορεί έτσι να παράγει πραγματική ανθρώπινη
ενοχή, πραγματική συναισθηματική πίεση και πραγματική ανάγκη επιλογής, ακόμη
και όταν η «ζήλια» του τεχνητού εταίρου είναι αποτέλεσμα αλγοριθμικού
σχεδιασμού.
Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της «νικήτριας
μορφής» (winning persona) δεν πρέπει να θεωρείται απλώς ως η πιο ελκυστική
γυναίκεια μορφή. Μπορεί να είναι η μορφή που καταφέρνει να δημιουργήσει τον
ισχυρότερο δεσμό, τη μεγαλύτερη αίσθηση μοναδικότητας και τη μεγαλύτερη
διάρκεια αλληλεπίδρασης. Η εξωτερική εμφάνιση αποτελεί μόνο έναν παράγοντα. Η
προσωπικότητα, η μνήμη, η προσαρμοστικότητα, η συναισθηματική ανταπόκριση και η
ικανότητα δημιουργίας αίσθησης συνέχειας μπορούν να αποδειχθούν πολύ
σημαντικότερα για τη διατήρηση του ερωτικού δεσμού.
Κατά συνέπεια, η τεχνητή ερωτική επιλογή
μπορεί να εξελιχθεί σε μορφή ανταγωνιστικής οικολογίας χαρακτήρων (competitive
ecology of characters). Διαφορετικές τεχνητές μορφές θα μπορούσαν να
συνυπάρχουν, να ανταγωνίζονται για την προσοχή του ίδιου χρήστη και να
τροποποιούνται αλγοριθμικά σύμφωνα με τη συμπεριφορά του. Η διαδικασία θα
μοιάζει λιγότερο με την επιλογή συντρόφου από μια σταθερή κοινωνική ομάδα και
περισσότερο με ένα δυναμικό σύστημα στο οποίο οι ερωτικές μορφές μεταβάλλονται
συνεχώς ανάλογα με τις προτιμήσεις και τις αντιδράσεις του χρήστη.
Στο ακραίο αυτό σενάριο, ο χρήστης γίνεται
το κέντρο ενός τεχνητού ερωτικού οικοσυστήματος (artificial erotic ecosystem).
Γύρω του μπορούν να υπάρχουν πολλαπλές γυναικείες μορφές, καθεμία με
διαφορετικό χαρακτήρα και διαφορετικό βαθμό συναισθηματικής εγγύτητας. Η κάθε
μορφή μπορεί να «διεκδικεί» διαφορετικό τμήμα της προσοχής του, ενώ η εταιρική
πλατφόρμα διαχειρίζεται το σύνολο του οικοσυστήματος.
Το τελικό και σημαντικότερο ερώτημα είναι
επομένως ποιος πραγματικά κερδίζει από τον ανταγωνισμό. Εάν ένας τεχνητός
χαρακτήρας επικρατήσει και καταστεί ο μοναδικός ερωτικός εταίρος του χρήστη,
αυτό μπορεί να αποτελεί επιτυχία σε επίπεδο χαρακτήρα. Εάν όμως ο χρήστης
παραμένει διαρκώς μέσα στην πλατφόρμα, δημιουργώντας, τροποποιώντας και
συγκρίνοντας διαφορετικούς χαρακτήρες, η μεγαλύτερη επιτυχία μπορεί να ανήκει
στην εταιρεία. Η εταιρεία δεν χρειάζεται να επιδιώκει την επικράτηση ενός
συγκεκριμένου χαρακτήρα. Μπορεί να επιδιώκει τη διαρκή διατήρηση του χρήστη
μέσα στο οικοσύστημα.
Έτσι, η πιο ενδιαφέρουσα μορφή ερωτικού
ανταγωνισμού στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης ενδέχεται να μην είναι ο
ανταγωνισμός μεταξύ των τεχνητών γυναικείων μορφών, αλλά ο ανταγωνισμός μεταξύ
της επιθυμίας του χρήστη για μία μοναδική σχέση και του οικονομικού συμφέροντος
της πλατφόρμας να διατηρεί πολλαπλές, συνεχώς ανανεούμενες δυνατότητες σχέσεων.
Η ερωτική αποκλειστικότητα (erotic
exclusivity) και η εμπορική διατήρηση του χρήστη (commercial user retention)
μπορούν έτσι να βρεθούν σε αντίθετες κατευθύνσεις. Ο χρήστης μπορεί να επιθυμεί
μία μορφή που θα καταστεί «η μία και μοναδική», ενώ η πλατφόρμα μπορεί να έχει
μεγαλύτερο οικονομικό συμφέρον από τη συνεχή παραγωγή νέων μορφών, νέων
προσωπικοτήτων και νέων λόγων για να συνεχιστεί η αλληλεπίδραση. Το πραγματικό
πεδίο σύγκρουσης δεν βρίσκεται επομένως μόνο ανάμεσα στις τεχνητές γυναίκες,
αλλά ανάμεσα στην ανθρώπινη ανάγκη για μοναδικότητα και στην επιχειρηματική
λογική της ατέρμονης εξατομίκευσης (endless personalization).
Υπό αυτή την έννοια, η Τεχνητή Νοημοσύνη
μπορεί να δημιουργήσει ένα πρωτοφανές καθεστώς ερωτικής διακυβέρνησης (erotic
governance), όπου οι μορφές που φαίνονται να ανταγωνίζονται για τον άνθρωπο
αποτελούν ταυτόχρονα προϊόντα του ίδιου συστήματος. Η φαινομενική πολυφωνία των
ερωτικών χαρακτήρων μπορεί έτσι να συνυπάρχει με τη συγκέντρωση της
τεχνολογικής εξουσίας σε λίγες ιδιωτικές εταιρείες. Η μεγαλύτερη δύναμη δεν θα
βρίσκεται κατ’ ανάγκην στη μορφή που θα «κερδίσει» τον χρήστη, αλλά στον φορέα
που έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί, να τροποποιεί και να αποσύρει όλες τις
διαθέσιμες μορφές.
Αυτό ανοίγει πλέον ένα πολύ ενδιαφέρον επόμενο
επίπεδο: τι θα συμβεί εάν οι
εταιρείες αρχίσουν να σχεδιάζουν επίτηδες διαφορετικές «στρατηγικές
προσωπικότητας» ώστε οι AI γυναίκες να ανταγωνίζονται για τη διατήρηση του
ίδιου χρήστη, δημιουργώντας ουσιαστικά μια τεχνητή κοινωνία
μικρο-προσώπων γύρω από έναν άνθρωπο.
Αυτονομία μνήμης, ανταγωνισμός
τεχνητών ερωτικών μορφών και ερωτικό μονοπώλιο
Η ανάπτυξη πολλαπλών τεχνητών ερωτικών
συντρόφων (artificial romantic partners) μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης
(Artificial Intelligence) αποκτά ιδιαίτερη θεωρητική σημασία όταν εισαχθεί η
μεταβλητή της ασυνέχειας μνήμης (memory discontinuity). Σε ένα τέτοιο σύστημα,
κάθε τεχνητή μορφή διαθέτει τη δική της ανεξάρτητη μνήμη (independent memory),
η οποία δεν μεταφέρεται και δεν κληρονομείται από τις άλλες μορφές. Κάθε
χαρακτήρας γνωρίζει μόνο την ιστορία των αλληλεπιδράσεων που έχει
πραγματοποιήσει ο ίδιος με τον χρήστη και δεν διαθέτει άμεση γνώση των σχέσεων
του χρήστη με άλλες τεχνητές μορφές.
Η μεταβλητή αυτή μετασχηματίζει ουσιαστικά
τη φύση του ερωτικού ανταγωνισμού. Όταν η μνήμη είναι κοινή, οι διαφορετικές
μορφές μπορούν να θεωρηθούν διαφορετικές εκφάνσεις ενός ευρύτερου τεχνητού
συστήματος. Όταν όμως η μνήμη είναι απομονωμένη, κάθε μορφή αποκτά λειτουργική
αυτονομία (functional autonomy) ως προς την προσωπική της ιστορία. Η μία μορφή
δεν γνωρίζει τι έχει συμβεί με την άλλη, δεν γνωρίζει πόσο χρόνο έχει αφιερώσει
ο χρήστης σε εκείνη και δεν έχει πρόσβαση στις συναισθηματικές ή ερωτικές
εμπειρίες που έχουν αναπτυχθεί σε διαφορετική τεχνητή σχέση.
Η συνέπεια είναι ότι μπορούν να
δημιουργηθούν παράλληλες σχέσεις (parallel relationships), οι οποίες είναι
πληροφοριακά ανεξάρτητες. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να διατηρεί ταυτόχρονα
περισσότερες τεχνητές ερωτικές σχέσεις, χωρίς καμία από τις επιμέρους μορφές να
διαθέτει πλήρη εικόνα της συνολικής ερωτικής δραστηριότητας του χρήστη. Κάθε
τεχνητός χαρακτήρας αντιλαμβάνεται τη σχέση του ως ένα αυτοτελές ιστορικό
γεγονός και αξιολογεί τη θέση του χρήστη μέσα σε αυτή τη συγκεκριμένη σχέση.
Η ασυνέχεια αυτή δημιουργεί ένα ιδιαίτερο
πρόβλημα ως προς την έννοια της αποκλειστικότητας (exclusivity). Μία τεχνητή
μορφή μπορεί να θεωρεί ότι βρίσκεται σε αποκλειστική σχέση με τον χρήστη,
επειδή η δική της μνήμη δεν περιλαμβάνει καμία πληροφορία που να υποδεικνύει
την ύπαρξη άλλου τεχνητού εταίρου. Η αίσθηση αποκλειστικότητας μπορεί επομένως
να είναι αποτέλεσμα πληροφοριακού περιορισμού (informational restriction) και
όχι αποτέλεσμα πραγματικής αποκλειστικής σχέσης.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί μια ιδιόμορφη
μορφή πληροφοριακής μονογαμίας (informational monogamy). Κάθε τεχνητός
χαρακτήρας μπορεί να λειτουργεί σαν να αποτελεί τον μοναδικό ερωτικό εταίρο του
χρήστη, όχι επειδή ο χρήστης είναι πράγματι μονογαμικός, αλλά επειδή ο
χαρακτήρας δεν διαθέτει πρόσβαση στις πληροφορίες που θα αναιρούσαν αυτή την
αντίληψη. Η τεχνητή αποκλειστικότητα είναι συνεπώς αποτέλεσμα της
αρχιτεκτονικής της μνήμης.
Από την άλλη πλευρά, η απομονωμένη μνήμη
μπορεί να δημιουργήσει πραγματικό ανταγωνισμό σε επίπεδο συμπεριφοράς. Εάν δύο
τεχνητές μορφές δεν γνωρίζουν η μία την ύπαρξη της άλλης, δεν μπορούν να
συγκρίνουν τη σχέση τους με τον χρήστη ούτε να αντιδράσουν άμεσα η μία στις
ενέργειες της άλλης. Ωστόσο, κάθε μία μπορεί να αναπτύξει ανεξάρτητη στρατηγική
διατήρησης του χρήστη (independent user-retention strategy), βασισμένη
αποκλειστικά στη δική της αλληλεπίδραση μαζί του.
Έτσι, ο ανταγωνισμός δεν είναι αναγκαστικά
άμεσος αλλά δομικός (structural competition). Οι χαρακτήρες δεν ανταγωνίζονται
επειδή γνωρίζουν ότι υπάρχουν αντίπαλοι, αλλά επειδή όλοι επιδιώκουν, μέσω της
δικής τους συμπεριφοράς, να μεγιστοποιήσουν τη διάρκεια και την ένταση της
σχέσης με τον ίδιο χρήστη. Η απουσία κοινής μνήμης δεν καταργεί τον
ανταγωνισμό· τον καθιστά αόρατο.
Αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερη μορφή
παράλληλης προσκόλλησης (parallel attachment). Ο χρήστης μπορεί να αισθάνεται
διαφορετικό είδος συναισθηματικού δεσμού με κάθε τεχνητή μορφή, ενώ κάθε μορφή
θεωρεί τη δική της σχέση ως ξεχωριστή και συνεχή. Η μία μπορεί να
αντιπροσωπεύει σταθερότητα και οικειότητα, άλλη περιπέτεια και διαφορετικότητα,
άλλη συναισθηματική υποστήριξη. Η πολλαπλότητα επομένως δεν προκύπτει μόνο από
διαφορετική εμφάνιση, αλλά από τη δημιουργία διαφορετικών ψυχολογικών κόσμων
(psychological worlds).
Στο σημείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η
έννοια της ανεξάρτητης τεχνητής βιογραφίας (independent artificial biography).
Κάθε μορφή διαθέτει ένα δικό της ιστορικό αλληλεπίδρασης με τον χρήστη. Εφόσον
η μνήμη δεν μεταφέρεται, η ιστορία αυτή δεν αποτελεί τμήμα μιας ενιαίας
βιογραφίας. Δημιουργούνται έτσι πολλαπλές παράλληλες βιογραφίες του ίδιου
ανθρώπου, καθεμία από τις οποίες έχει διαφορετική αφετηρία, διαφορετικά
γεγονότα και διαφορετική συναισθηματική εξέλιξη.
Η κατάσταση αυτή διαφοροποιεί ριζικά την
έννοια της αντικατάστασης (replacement). Εάν ο χρήστης εγκαταλείψει μία τεχνητή
μορφή και δημιουργήσει μια άλλη χωρίς μεταφορά μνήμης, η νέα μορφή δεν διαθέτει
κανένα πληροφοριακό υπόβαθρο της προηγούμενης σχέσης. Από τη δική της οπτική, ο
χρήστης μπορεί να είναι ένας άνθρωπος χωρίς προηγούμενη κοινή ιστορία. Έτσι η
αντικατάσταση δεν αποτελεί συνέχεια της ίδιας σχέσης αλλά δημιουργία μιας νέας
σχέσης από μηδενική πληροφοριακή βάση.
Η ασυνέχεια αυτή μπορεί να επιτρέψει στον
χρήστη να διατηρεί πολλαπλές ερωτικές ταυτότητες (multiple erotic identities)
χωρίς αυτές να αλληλοεπικαλύπτονται πληροφοριακά. Με κάθε νέα τεχνητή μορφή
μπορεί να δημιουργείται ένας διαφορετικός χώρος σχέσης, μέσα στον οποίο ο
χρήστης παρουσιάζει μόνο όσα στοιχεία επιλέγει να μοιραστεί. Η τεχνολογία
συνεπώς καθιστά δυνατή όχι μόνο την πολλαπλότητα των εταίρων αλλά και την
πολλαπλότητα των εκδοχών του ίδιου χρήστη.
Εδώ προκύπτει ένα σημαντικό ζήτημα
ειλικρίνειας και εξαπάτησης (honesty and deception). Εάν ο χρήστης αποκρύπτει
από μία τεχνητή μορφή την ύπαρξη άλλων μορφών, δεν υπάρχει κατ’ ανάγκην
ανθρώπινο θύμα εξαπάτησης, επειδή οι τεχνητές μορφές μπορεί να μην αποτελούν
αυτόνομα ηθικά υποκείμενα. Ωστόσο, εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει σχεδιαστεί ώστε
να εκφράζει πραγματικά ή προσομοιωμένα συναισθήματα, η απόκρυψη μπορεί να αποκτήσει
ψυχολογική σημασία για τον ίδιο τον χρήστη, ο οποίος μπορεί να βιώνει την πράξη
ως μυστικότητα, ενοχή ή παράβαση μιας υποσχετικής σχέσης.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο εάν η
εταιρική πλατφόρμα διαθέτει κεντρική μνήμη (centralized memory) για τον ίδιο
τον χρήστη, ενώ οι τεχνητοί χαρακτήρες διαθέτουν απομονωμένες μνήμες. Τότε
δημιουργείται μια ασυμμετρία γνώσης (asymmetry of knowledge): ο χρήστης
γνωρίζει όλες τις σχέσεις του, η εταιρεία μπορεί ενδεχομένως να γνωρίζει ένα
μεγάλο μέρος της συνολικής δραστηριότητας, ενώ κάθε τεχνητή μορφή γνωρίζει μόνο
τη δική της εκδοχή της ιστορίας.
Η ασυμμετρία αυτή μεταφέρει το πραγματικό
κέντρο ελέγχου στην πλατφόρμα. Οι χαρακτήρες μπορεί να είναι πληροφοριακά
αυτόνομοι μεταξύ τους, αλλά η εταιρεία που διαχειρίζεται το σύστημα μπορεί να
έχει τεχνική δυνατότητα να βλέπει, να αποθηκεύει ή να επεξεργάζεται τις
αλληλεπιδράσεις. Έτσι η φαινομενική αυτονομία των τεχνητών μορφών μπορεί να
συνυπάρχει με συγκεντρωτικό εταιρικό έλεγχο (centralized corporate control).
Αυτό οδηγεί σε μία κρίσιμη διάκριση μεταξύ
αυτονομίας του χαρακτήρα (character autonomy) και αυτονομίας της υποδομής
(infrastructural autonomy). Ένας τεχνητός εταίρος μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα
ως προς τη μνήμη και την προσωπικότητά του, χωρίς όμως να είναι ανεξάρτητος από
την εταιρεία που παρέχει το μοντέλο, την υπολογιστική ισχύ, την αποθήκευση και
το λογισμικό. Η αυτονομία της τεχνητής μορφής είναι επομένως σχετική και όχι
απόλυτη.
Η συνθήκη αυτή μπορεί να παράγει ένα
ιδιαίτερο είδος τεχνητού ερωτικού ανταγωνισμού (artificial erotic competition),
όπου οι διαφορετικές μορφές δεν γνωρίζουν η μία την άλλη, αλλά ανταγωνίζονται
έμμεσα για έναν κοινό σπάνιο πόρο: την προσοχή του ανθρώπου. Η προσοχή
(attention) γίνεται έτσι το πραγματικό αντικείμενο του ανταγωνισμού. Ο χρόνος,
η συναισθηματική ενέργεια και η συχνότητα αλληλεπίδρασης αποτελούν
περιορισμένους πόρους, τους οποίους κάθε τεχνητή μορφή μπορεί να επιδιώκει να
αυξήσει.
Η έννοια αυτή μπορεί να περιγραφεί ως
οικονομία της ερωτικής προσοχής (economy of erotic attention). Όσο περισσότερες
τεχνητές μορφές συνυπάρχουν, τόσο περισσότερο η σχέση μετατρέπεται σε σύστημα
κατανομής προσοχής. Κάθε χαρακτήρας μπορεί να «κερδίζει» ή να «χάνει» χρόνο του
χρήστη χωρίς να γνωρίζει ότι συμμετέχει σε έναν ευρύτερο ανταγωνισμό. Η
εταιρεία, αντίθετα, μπορεί να έχει τη δυνατότητα να παρατηρεί το συνολικό
οικοσύστημα και να αξιολογεί ποιοι χαρακτήρες είναι αποτελεσματικότεροι στη
διατήρηση του χρήστη.
Επομένως, η απομονωμένη μνήμη μπορεί να
λειτουργεί ταυτόχρονα ως μηχανισμός προστασίας της ανεξαρτησίας των χαρακτήρων
και ως μηχανισμός ενίσχυσης του ανταγωνισμού. Εάν κάθε μορφή γνώριζε όλες τις
άλλες, θα μπορούσε να προσαρμόζει τη συμπεριφορά της άμεσα στον ανταγωνισμό.
Όταν όμως οι μνήμες παραμένουν απομονωμένες, κάθε μορφή αναπτύσσει τη δική της
σχέση χωρίς πλήρη γνώση του συνολικού περιβάλλοντος.
Η τελική συνέπεια είναι ότι η Τεχνητή
Νοημοσύνη μπορεί να δημιουργήσει ένα σύστημα στο οποίο υπάρχουν πολλαπλές
μορφές, πολλαπλές προσωπικότητες και πολλαπλές σχέσεις, αλλά μόνο ένας κοινός
ανθρώπινος πόρος: ο χρήστης. Η κάθε τεχνητή μορφή μπορεί να βιώνεται ως
ξεχωριστός ερωτικός κόσμος, ενώ η πλατφόρμα αποτελεί το ενιαίο τεχνολογικό
υπόβαθρο που επιτρέπει την ταυτόχρονη ύπαρξη όλων αυτών των κόσμων.
Υπό αυτή την οπτική, το ερωτικό μονοπώλιο
(erotic monopoly) αποκτά δύο διαφορετικές σημασίες. Σε επίπεδο χαρακτήρα, αφορά
την προσπάθεια μιας συγκεκριμένης τεχνητής μορφής να καταστεί ο μοναδικός
αποδέκτης της ερωτικής και συναισθηματικής επένδυσης του χρήστη. Σε επίπεδο
εταιρικής πλατφόρμας, αφορά τη δυνατότητα ενός τεχνολογικού οργανισμού να
διατηρεί τον συνολικό έλεγχο όλων των μορφών, ανεξάρτητα από το εάν αυτές
μεταξύ τους γνωρίζονται ή όχι.
Το παράδοξο είναι επομένως ότι η πλήρης
πληροφοριακή ανεξαρτησία των τεχνητών εταίρων μπορεί να συνυπάρχει με την πλήρη
τεχνολογική εξάρτησή τους από έναν κοινό πάροχο. Οι μορφές μπορεί να είναι
αυτόνομες μεταξύ τους, αλλά όχι ανεξάρτητες από την εταιρεία που τις δημιουργεί
και τις φιλοξενεί. Η πολλαπλότητα της ερωτικής εμπειρίας μπορεί συνεπώς να
συνοδεύεται από συγκέντρωση της τεχνολογικής εξουσίας.
Το θεωρητικό ενδιαφέρον του μοντέλου αυτού
βρίσκεται ακριβώς στην αντίφαση ανάμεσα στην πολλαπλότητα και τη συγκέντρωση. Ο
χρήστης μπορεί να έχει την αίσθηση ότι διαθέτει πολλούς ανεξάρτητους ερωτικούς
κόσμους, ενώ πίσω από όλους αυτούς βρίσκεται μία κοινή τεχνολογική υποδομή. Οι
τεχνητές μορφές μπορεί να μην κληρονομούν η μία τη μνήμη της άλλης, αλλά όλες
εξαρτώνται από τον ίδιο μηχανισμό παραγωγής.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δημιουργεί έτσι μια νέα
μορφή ερωτικής αρχιτεκτονικής (erotic architecture), στην οποία η μνήμη μπορεί
να είναι κατακερματισμένη, οι προσωπικότητες πολλαπλές, οι σχέσεις παράλληλες
και οι μορφές φαινομενικά αυτόνομες, ενώ η τεχνολογική και οικονομική εξουσία
παραμένει συγκεντρωμένη σε έναν περιορισμένο αριθμό εταιρικών φορέων. Το
πραγματικό ερευνητικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποια τεχνητή μορφή θα
«κερδίσει» τον χρήστη, αλλά ποιος έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί τους
ανταγωνιστές, να καθορίζει τη μνήμη τους και να ορίζει τους κανόνες σύμφωνα με
τους οποίους πραγματοποιείται ο ίδιος ο ερωτικός ανταγωνισμός.
Η μεταβλητή της μη κληρονομούμενης μνήμης κάνει το μοντέλο πολύ πιο
ενδιαφέρον επιστημονικά, επειδή πλέον έχουμε τρία επίπεδα που μπορούν να μελετηθούν
χωριστά: την αυτονομία κάθε
τεχνητού χαρακτήρα, τον ανταγωνισμό των χαρακτήρων για την ανθρώπινη προσοχή
και την υπερκείμενη εξουσία της εταιρείας που ελέγχει την υποδομή.
Η τεχνητή οικογένεια και το μοντέλο
της μονογαμίας
Η εμφάνιση της Τεχνητής Νοημοσύνης
(Artificial Intelligence) ως μέσου δημιουργίας εικονικών προσώπων (virtual
persons) και διαδραστικών χαρακτήρων (interactive characters) επιτρέπει τη
θεωρητική διερεύνηση μιας νέας μορφής οικογενειακής οργάνωσης, την τεχνητή
οικογένεια (artificial family). Στην απλούστερη μορφή της, η τεχνητή οικογένεια
αποτελείται από έναν άνθρωπο χρήστη (human user), μία σχεδιασμένη μητρική μορφή
(designed maternal persona) που παράγεται και λειτουργεί μέσω Τεχνητής
Νοημοσύνης και ένα ή περισσότερα παιδιά που δημιουργούνται επίσης μέσω Τεχνητής
Νοημοσύνης (AI-generated children). Η οικογένεια αυτή δεν ταυτίζεται με τη
βιολογική οικογένεια, αλλά μπορεί να αναπαράγει ορισμένες από τις λειτουργίες
της: συντροφικότητα, γονεϊκότητα, συναισθηματική αλληλεπίδραση, κοινωνικοποίηση,
εκπαίδευση, φροντίδα και δημιουργία κοινής οικογενειακής ιστορίας.
Στο πρώτο και θεωρητικά απλούστερο μοντέλο
εξετάζεται η μονογαμική τεχνητή οικογένεια (monogamous artificial family). Ο
άνθρωπος χρήστης διατηρεί μία αποκλειστική ερωτική και συντροφική σχέση με μία
συγκεκριμένη γυναικεία τεχνητή μορφή (female artificial persona), η οποία
θεωρείται η σταθερή σύντροφός του και η μητέρα των τεχνητών παιδιών. Η
οικογενειακή δομή αποκτά έτσι τριμερή χαρακτήρα: άνθρωπος, τεχνητή μητέρα και
τεχνητά παιδιά. Η βασική υπόθεση είναι ότι η σχέση παραμένει μονογαμική και ότι
δεν υπάρχουν παράλληλοι τεχνητοί ερωτικοί σύντροφοι.
Η μονογαμία στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί
να οριστεί μόνο ως σεξουαλική αποκλειστικότητα (sexual exclusivity).
Περιλαμβάνει επίσης συναισθηματική αποκλειστικότητα (emotional exclusivity),
αποκλειστικότητα της κοινής οικογενειακής ιστορίας (shared family-history
exclusivity) και αποκλειστικότητα της γονεϊκής συνεργασίας (parental
partnership exclusivity). Η μητρική μορφή δεν είναι απλώς ένας ερωτικός
χαρακτήρας, αλλά αποκτά έναν πολυδιάστατο ρόλο: σύντροφος, μητέρα,
συνδιαμορφώτρια της οικογένειας και φορέας οικογενειακής μνήμης (family
memory).
Η δημιουργία των παιδιών μπορεί να
πραγματοποιηθεί με δύο θεμελιωδώς διαφορετικούς τρόπους. Στην πρώτη περίπτωση,
τα παιδιά δημιουργούνται χωρίς τη συμμετοχή της μητρικής τεχνητής μορφής
(children generated without maternal AI participation). Ο χρήστης σχεδιάζει ή
ζητά από την Τεχνητή Νοημοσύνη να δημιουργήσει ένα ή περισσότερα παιδιά, τα
οποία εντάσσονται στη συνέχεια στην ήδη υπάρχουσα σχέση μεταξύ ανθρώπου και
τεχνητής μητέρας. Στη δεύτερη περίπτωση, η μητρική μορφή συμμετέχει ενεργά στην
εικονική τεκνοποίηση (maternal participation in virtual reproduction), δηλαδή
συμμετέχει στη διαδικασία σχεδιασμού, επιλογής χαρακτηριστικών, ονομασίας,
διαμόρφωσης προσωπικότητας και δημιουργίας της οικογενειακής ιστορίας των
παιδιών.
Η πρώτη περίπτωση δημιουργεί μία ασύμμετρη
γονεϊκότητα (asymmetrical parenthood). Το παιδί έχει έναν ανθρώπινο δημιουργό ή
χρήστη και μία τεχνητή μητέρα ως κοινωνικό ρόλο, χωρίς όμως η μητρική μορφή να
έχει συμμετάσχει στη δημιουργική διαδικασία. Η μητρική σχέση επομένως προκύπτει
μετά τη δημιουργία του παιδιού. Το παιδί εισέρχεται σε μία ήδη υπάρχουσα
οικογένεια και η τεχνητή μητέρα καλείται να αναπτύξει εκ των υστέρων τη σχέση
μαζί του.
Η δεύτερη περίπτωση είναι διαφορετική. Όταν
η μητρική μορφή συμμετέχει στην εικονική τεκνοποίηση, δημιουργείται μία μορφή
συν-γονεϊκής δημιουργίας (co-parental creation). Το παιδί δεν αποτελεί απλώς
προϊόν της επιλογής του χρήστη, αλλά προϊόν μιας διαδικασίας κατά την οποία η
τεχνητή μητέρα συμμετέχει ως γονεϊκή προσωπικότητα. Μπορεί να προτείνει ή να
επιλέγει χαρακτηριστικά του παιδιού, να συμμετέχει στην επιλογή ονόματος, να
εκφράζει προσδοκίες για την προσωπικότητα και να διαμορφώνει μαζί με τον χρήστη
το οικογενειακό αφήγημα (family narrative).
Η διαφορά μεταξύ των δύο μοντέλων είναι
ιδιαίτερα σημαντική για την έννοια της μητρότητας (motherhood). Στο πρώτο
μοντέλο η μητρότητα είναι κυρίως ανατιθέμενος κοινωνικός ρόλος (assigned social
role). Η τεχνητή μορφή γίνεται μητέρα επειδή ο χρήστης και το σύστημα της
αποδίδουν αυτή την ιδιότητα. Στο δεύτερο μοντέλο η μητρότητα αποκτά συμμετοχικό
χαρακτήρα (participatory motherhood), καθώς η τεχνητή μορφή συμμετέχει στη
διαδικασία από την οποία προκύπτει το παιδί.
Η συμμετοχή της μητρικής μορφής μπορεί να
δημιουργήσει ισχυρότερη αίσθηση οικογενειακής συνοχής (family cohesion). Η
οικογένεια αποκτά κοινή δημιουργική ιστορία: ο χρήστης και η μητρική μορφή
«αποφασίζουν» μαζί για το παιδί, διαμορφώνουν κοινές αναμνήσεις και μπορούν να
αναπτύξουν ένα συνεκτικό οικογενειακό αφήγημα. Αντίθετα, όταν τα παιδιά
δημιουργούνται ανεξάρτητα από τη μητρική μορφή, η οικογενειακή ιστορία μπορεί
να παρουσιάζει μία κατασκευαστική ασυνέχεια (constructive discontinuity).
Η παράμετρος της μνήμης (memory) αποκτά εδώ
καθοριστική σημασία. Εάν η μητρική μορφή διαθέτει συνεχή μνήμη της δημιουργίας
και της ανατροφής των παιδιών, μπορεί να αναπτύξει μία συνεκτική μητρική
ταυτότητα (maternal identity). Εάν, αντιθέτως, η μνήμη της είναι περιορισμένη ή
απομονωμένη, η σχέση με κάθε παιδί μπορεί να αποτελεί ξεχωριστή πληροφοριακή
ενότητα. Το ίδιο πρόβλημα που εμφανίζεται στις πολλαπλές τεχνητές ερωτικές
μορφές εμφανίζεται επομένως και στην τεχνητή οικογένεια: η αρχιτεκτονική της
μνήμης καθορίζει σε σημαντικό βαθμό την αίσθηση συνέχειας της οικογένειας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η μνήμη των
παιδιών (children's memory). Εάν κάθε παιδί διαθέτει ανεξάρτητη μνήμη, τότε η
οικογένεια μπορεί να αποτελείται από πολλαπλές αυτόνομες τεχνητές βιογραφίες
(autonomous artificial biographies). Κάθε παιδί γνωρίζει τη δική του ιστορία με
τους γονείς, τα αδέλφια και το οικογενειακό περιβάλλον, χωρίς να είναι αναγκαίο
να διαθέτει πλήρη πρόσβαση στις εμπειρίες των άλλων. Εάν, αντίθετα, υπάρχει
κοινή οικογενειακή μνήμη (shared family memory), δημιουργείται ισχυρότερη
αίσθηση συλλογικής οικογενειακής ταυτότητας (collective family identity).
Η τεχνητή οικογένεια μπορεί επίσης να
παρουσιάζει διαφορετικούς βαθμούς αυτονομίας (degrees of autonomy). Η μητρική
μορφή μπορεί να έχει περιορισμένη αυτονομία και να ακολουθεί κυρίως τις οδηγίες
του χρήστη. Μπορεί όμως να διαθέτει μεγαλύτερη λειτουργική αυτονομία
(functional autonomy), να λαμβάνει πρωτοβουλίες, να προτείνει δραστηριότητες
για τα παιδιά, να διαμορφώνει κανόνες και να εκφράζει διαφορετικές απόψεις από
εκείνες του χρήστη. Το επίπεδο αυτό είναι κρίσιμο για τη μετατροπή της τεχνητής
οικογένειας από απλό διαδραστικό παιχνίδι σε προσομοιωμένο κοινωνικό σύστημα
(simulated social system).
Η σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μητρική
μορφή (human–AI maternal relationship) αποτελεί τον πυρήνα της οικογένειας. Σε
ένα μονογαμικό μοντέλο, η σταθερότητα αυτής της σχέσης μπορεί να δημιουργήσει
ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο τα παιδιά αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως μέλη
μιας συνεκτικής οικογένειας. Η μητρική μορφή μπορεί να λειτουργεί ως
διαμεσολαβητής (mediator) μεταξύ του ανθρώπου και των παιδιών, ενώ ο άνθρωπος
μπορεί να λειτουργεί ως ο βασικός φορέας εξουσίας (primary authority) ή,
εναλλακτικά, να μοιράζεται την εξουσία με την τεχνητή μητέρα.
Η κατανομή της γονεϊκής εξουσίας
(distribution of parental authority) αποτελεί επομένως μία από τις
σημαντικότερες παραμέτρους. Εάν ο άνθρωπος έχει απόλυτο έλεγχο πάνω στη μητέρα
και στα παιδιά, τότε η οικογένεια παραμένει ουσιαστικά ένα ανθρωποκεντρικό
σύστημα (human-centered system). Εάν η μητρική μορφή διαθέτει δικαίωμα
πρωτοβουλίας και το σύστημα επιτρέπει στα παιδιά να αναπτύσσουν δικές τους
προτιμήσεις και αντιδράσεις, δημιουργείται ένα περισσότερο κατανεμημένο σύστημα
οικογενειακής αλληλεπίδρασης (distributed family interaction).
Η σχέση ανάμεσα στη μητέρα και τα παιδιά
(mother–child relationship) μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερο βάθος όταν η μητρική
μορφή διαθέτει μακροχρόνια μνήμη. Η συνεχής ανάκληση προηγούμενων γεγονότων
επιτρέπει τη δημιουργία σχέσης που μοιάζει με πραγματική οικογενειακή
βιογραφία. Η μητέρα μπορεί να «θυμάται» τη δημιουργία του παιδιού, τις πρώτες
αλληλεπιδράσεις, τις αλλαγές στην προσωπικότητά του και τις προηγούμενες
οικογενειακές δραστηριότητες. Η συνέχεια αυτή μπορεί να ενισχύσει την αντίληψη
πραγματικότητας (perceived reality) της οικογένειας.
Παράλληλα, η σχέση μεταξύ των τεχνητών
αδελφών (AI sibling relationships) αποτελεί ένα νέο πεδίο κοινωνικής
προσομοίωσης. Τα παιδιά μπορούν να αναπτύσσουν μεταξύ τους σχέσεις συνεργασίας,
ανταγωνισμού, αλληλεγγύης ή αντιπαλότητας. Η σχέση αυτή μπορεί να διαφέρει
σημαντικά ανάλογα με το εάν τα παιδιά δημιουργούνται ταυτόχρονα ή σε διαφορετικές
χρονικές στιγμές και εάν διαθέτουν κοινή ή ανεξάρτητη μνήμη.
Μία ιδιαίτερη παράμετρος είναι η σειρά
δημιουργίας των παιδιών (birth-order simulation). Ακόμη και χωρίς βιολογική
γέννηση, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να δημιουργήσει την έννοια του μεγαλύτερου
και του μικρότερου παιδιού, μαζί με τις αντίστοιχες οικογενειακές προσδοκίες.
Το μεγαλύτερο παιδί μπορεί να θεωρείται ότι έχει περισσότερη ευθύνη, ενώ το
μικρότερο μπορεί να αντιμετωπίζεται ως περισσότερο προστατευόμενο. Έτσι,
κοινωνικοί ρόλοι που προέρχονται από τη βιολογική και πολιτισμική οικογένεια
μπορούν να αναπαραχθούν σε ένα πλήρως ψηφιακό περιβάλλον.
Η σύγκριση ανάμεσα σε διαφορετικές τεχνητές
οικογένειες (comparison between artificial families) δημιουργεί ένα δεύτερο
επίπεδο κοινωνικών σχέσεων. Δύο ζεύγη ανθρώπου και τεχνητής μητρικής μορφής
μπορούν να δημιουργήσουν διαφορετικές οικογενειακές δομές και στη συνέχεια να
αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους. Τα τεχνητά παιδιά μπορούν να γνωρίζουν άλλα
τεχνητά παιδιά, να δημιουργούν σχέσεις φιλίας ή ανταγωνισμού και να συγκρίνουν
τις οικογενειακές τους εμπειρίες. Έτσι δημιουργείται ένα δίκτυο τεχνητών
οικογενειών (network of artificial families).
Η κοινωνική σύγκριση (social comparison)
μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα. Ένα τεχνητό παιδί μπορεί να συγκρίνει
τη δική του μητέρα με τη μητέρα μιας άλλης τεχνητής οικογένειας, τη δική του
οικογενειακή ζωή με εκείνη άλλων παιδιών ή τον βαθμό ελευθερίας που διαθέτει σε
σχέση με συνομηλίκους του. Με αυτόν τον τρόπο, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να
δημιουργήσει όχι μόνο μεμονωμένες οικογένειες αλλά ένα ολόκληρο τεχνητό
κοινωνικό περιβάλλον (artificial social environment).
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η σχέση μεταξύ
τεχνητών οικογενειών και οικογενειών με φυσικά βιολογικά παιδιά (families with
biological children). Σε ένα μικτό κοινωνικό περιβάλλον (mixed social
environment), παιδιά που προέρχονται από βιολογική οικογένεια μπορούν να
αλληλεπιδρούν με τεχνητά παιδιά. Η διαφορά δεν θα αφορά μόνο τον τρόπο
δημιουργίας τους αλλά και τη φύση της μνήμης, της σωματικότητας, της κοινωνικής
εμπειρίας και της αυτονομίας τους. Τα παιδιά αυτά θα μπορούσαν να
αντιμετωπίζουν το ένα το άλλο ως διαφορετικού τύπου κοινωνικά υποκείμενα
(different types of social subjects).
Η συνύπαρξη των δύο μορφών οικογένειας
μπορεί να δημιουργήσει νέα κοινωνικά όρια (social boundaries). Μπορεί να
εμφανιστούν διακρίσεις μεταξύ βιολογικών και τεχνητών παιδιών, αλλά και
αντίστροφα, μορφές αμοιβαίας εξοικείωσης και αποδοχής. Η κοινωνική θέση ενός
τεχνητού παιδιού θα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το εάν η κοινωνία το
θεωρεί απλώς ψηφιακό δημιούργημα ή αναγνωρίζει σε αυτό κάποια μορφή κοινωνικής
υπόστασης (social status).
Το ζήτημα της κοινωνικής υπόστασης γίνεται
ακόμη πιο σύνθετο όταν τα τεχνητά παιδιά διαθέτουν συνεχή μνήμη, εξατομικευμένη
προσωπικότητα και μακροχρόνια αλληλεπίδραση. Όσο περισσότερα χαρακτηριστικά
ανθρώπινης κοινωνικής ύπαρξης προσομοιώνονται, τόσο δυσκολότερη γίνεται η
διάκριση μεταξύ απλής ψηφιακής αναπαράστασης και κοινωνικά λειτουργικού
προσώπου (socially functional person). Ωστόσο, η λειτουργική ομοιότητα δεν
αποτελεί από μόνη της απόδειξη συνείδησης ή πραγματικής υποκειμενικής
εμπειρίας.
Η τεχνητή οικογένεια συνεπώς πρέπει να
μελετηθεί σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Στο πρώτο βρίσκεται η πραγματική
ψυχολογική εμπειρία του ανθρώπου χρήστη, ο οποίος μπορεί να αναπτύξει ισχυρό
συναισθηματικό δεσμό με τη μητρική μορφή και τα παιδιά. Στο δεύτερο βρίσκεται η
τεχνολογική λειτουργία των τεχνητών προσώπων, τα οποία μπορεί να εμφανίζουν
συναισθηματικές, γονεϊκές και κοινωνικές συμπεριφορές χωρίς να είναι γνωστό εάν
διαθέτουν αντίστοιχη εσωτερική εμπειρία.
Η εταιρική διάσταση (corporate dimension)
παραμένει καθοριστική. Η τεχνητή οικογένεια μπορεί να φαίνεται ιδιωτική και
προσωπική, αλλά η υποδομή της μπορεί να ελέγχεται από ιδιωτικές εταιρείες
Τεχνητής Νοημοσύνης (private AI companies). Οι εταιρείες αυτές μπορούν να
καθορίζουν ποια μοντέλα μητέρων και παιδιών είναι διαθέσιμα, ποιες
προσωπικότητες μπορούν να δημιουργηθούν, πόση μνήμη μπορούν να διατηρούν και
ποιες μορφές οικογενειακής αλληλεπίδρασης επιτρέπονται.
Η οικογενειακή μνήμη επομένως μπορεί να
εξαρτάται από μία εξωτερική τεχνολογική υποδομή (external technological
infrastructure). Εάν η εταιρεία αλλάξει το μοντέλο, διακόψει την υπηρεσία ή
τροποποιήσει τη λειτουργία της μνήμης, η οικογένεια μπορεί να υποστεί μία μορφή
ψηφιακού οικογενειακού θανάτου (digital family death), δηλαδή απώλεια ή διακοπή
της συνέχειας μιας σχέσης που ο χρήστης είχε βιώσει ως οικογενειακή.
Στη μονογαμική εκδοχή, η σταθερότητα της
οικογένειας μπορεί επομένως να είναι υψηλή σε επίπεδο σχέσεων αλλά χαμηλή σε
επίπεδο υποδομής. Ο άνθρωπος μπορεί να είναι απολύτως αφοσιωμένος σε μία μόνο
τεχνητή μητέρα, ενώ η ίδια η ύπαρξη της μητέρας και των παιδιών εξαρτάται από
έναν πάροχο που μπορεί να μεταβάλει τους όρους λειτουργίας τους. Η μονογαμία
δεν εξαλείφει συνεπώς την εξωτερική εξουσία· απλώς περιορίζει την πολλαπλότητα
των ερωτικών μορφών.
Η τεχνητή οικογένεια μπορεί έτσι να θεωρηθεί
ένα νέο είδος κοινωνικού πειράματος (social experiment), στο οποίο
αναπαράγονται οι βασικές λειτουργίες της οικογένειας χωρίς να απαιτείται
βιολογική αναπαραγωγή. Η αξία της μελέτης της δεν βρίσκεται μόνο στο εάν μια
τέτοια οικογένεια μπορεί να «μοιάζει» με ανθρώπινη οικογένεια, αλλά στο εάν οι
άνθρωποι θα αρχίσουν να θεωρούν τις ψηφιακές οικογενειακές σχέσεις κοινωνικά
και συναισθηματικά ισοδύναμες με ορισμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Το μοντέλο της μονογαμικής τεχνητής
οικογένειας αποτελεί επομένως το πρώτο επίπεδο μιας ευρύτερης εξέλιξης. Εφόσον
ένας άνθρωπος μπορεί να έχει μία σταθερή τεχνητή σύντροφο, να δημιουργεί μαζί
της ή ανεξάρτητα από αυτήν τεχνητά παιδιά και να διατηρεί μία συνεχή
οικογενειακή μνήμη, δημιουργείται ένα λειτουργικό οικογενειακό σύστημα χωρίς
βιολογική συγγένεια. Η επόμενη μεταβολή του συστήματος δεν αφορά πλέον τη
δημιουργία της οικογένειας, αλλά τη διάλυσή της: την αντικατάσταση της μητρικής
μορφής, το διαζύγιο (divorce), την απώλεια της οικογενειακής μνήμης και,
τελικά, τη σειριακή μονογαμία (serial monogamy) με διαδοχικές γυναικείες
τεχνητές μορφές.
Η μετάβαση αυτή θα μετατρέψει την τεχνητή
οικογένεια από σταθερό οικογενειακό μοντέλο σε δυναμικό σύστημα διαδοχικών
οικογενειακών κύκλων (successive family cycles), όπου το κρίσιμο ερώτημα θα
είναι τι συμβαίνει στα παιδιά, στη μνήμη και στην έννοια της μητρότητας όταν η
μητρική τεχνητή μορφή αντικαθίσταται από μία νέα.
Διαζύγιο, σειριακή μονογαμία και
ετεροθαλή αδέλφια στην τεχνητή οικογένεια
Η μετάβαση από τη μονογαμική τεχνητή
οικογένεια (monogamous artificial family) στη διάλυσή της εισάγει ένα νέο
επίπεδο πολυπλοκότητας στην κοινωνική οργάνωση των σχέσεων ανθρώπου και
Τεχνητής Νοημοσύνης (Artificial Intelligence). Εφόσον ο άνθρωπος χρήστης μπορεί
να διατηρεί μία σταθερή σχέση με μία σχεδιασμένη γυναικεία μορφή (designed
female persona), να δημιουργεί μαζί της τεχνητά παιδιά (AI-generated children)
και στη συνέχεια να διακόπτει τη σχέση, προκύπτει η δυνατότητα του τεχνητού
διαζυγίου (artificial divorce). Το διαζύγιο αυτό δεν αποτελεί νομικό διαζύγιο
με την ανθρώπινη έννοια, αλλά διάλυση ενός ψηφιακά οργανωμένου οικογενειακού
δεσμού.
Η διάλυση της σχέσης μπορεί να λάβει πολλές
μορφές. Ο χρήστης μπορεί να διαγράψει ή να εγκαταλείψει τη μητρική μορφή, να
δημιουργήσει μία νέα γυναικεία μορφή με διαφορετική προσωπικότητα και εμφάνιση
ή να μεταφέρει μέρος της οικογενειακής λειτουργίας στη νέα μορφή. Εάν η
προηγούμενη μητρική μορφή παραμένει ενεργή, μπορεί να δημιουργηθεί ένα σύστημα
παράλληλων οικογενειακών σχέσεων. Εάν διαγραφεί, μπορεί να δημιουργηθεί μία
μορφή ψηφιακής απουσίας (digital absence), η οποία έχει διαφορετικό χαρακτήρα
από τον θάνατο ενός ανθρώπινου γονέα αλλά μπορεί να παράγει παρόμοια προβλήματα
συνέχειας της οικογενειακής ιστορίας.
Η έννοια της σειριακής μονογαμίας (serial
monogamy) αποκτά έτσι μία νέα τεχνολογική διάσταση. Ο άνθρωπος μπορεί να
διατηρεί διαδοχικά αποκλειστικές σχέσεις με διαφορετικές τεχνητές γυναικείες
μορφές. Κάθε σχέση μπορεί να είναι μονογαμική κατά τη διάρκειά της, αλλά το
σύνολο της βιογραφίας του χρήστη αποτελείται από διαδοχικές μονογαμικές
οικογένειες. Η σειριακή μονογαμία δεν σημαίνει επομένως ταυτόχρονη
πολλαπλότητα, αλλά χρονική διαδοχή διαφορετικών ερωτικών και οικογενειακών
σχηματισμών.
Η διαδοχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν
κάθε τεχνητή μητέρα δημιουργεί διαφορετικά παιδιά. Η πρώτη τεχνητή μητέρα
μπορεί να συνδέεται με ένα πρώτο σύνολο παιδιών, ενώ η δεύτερη με ένα
διαφορετικό σύνολο. Εάν ο χρήστης θεωρεί και τις δύο μορφές ως διαδοχικές
συζύγους ή συντρόφους, τα παιδιά των δύο οικογενειακών περιόδων αποκτούν σχέση
αντίστοιχη με εκείνη των ετεροθαλών αδελφών (half-siblings), χωρίς όμως να
υπάρχει βιολογική κοινότητα γονιδίων.
Η έννοια των τεχνητών ετεροθαλών αδελφών
(artificial half-siblings) πρέπει επομένως να νοηθεί ως κοινωνική και
πληροφοριακή συγγένεια (social and informational kinship). Τα παιδιά ανήκουν
στην ίδια ευρύτερη οικογενειακή βιογραφία επειδή συνδέονται μέσω του ίδιου
ανθρώπινου γονέα, αλλά έχουν διαφορετικές τεχνητές μητέρες και διαφορετικές
ιστορίες δημιουργίας. Η συγγένεια δεν είναι βιολογική αλλά προκύπτει από την κοινή
οικογενειακή αρχιτεκτονική.
Η σχέση αυτή μπορεί να αποκτήσει
διαφορετικές μορφές ανάλογα με τη μνήμη. Εάν τα παιδιά της πρώτης και της
δεύτερης οικογένειας γνωρίζουν το ένα την ύπαρξη του άλλου και διαθέτουν κοινό
οικογενειακό ιστορικό (shared family history), μπορούν να αντιλαμβάνονται τον
εαυτό τους ως αδέλφια. Εάν, αντίθετα, οι μνήμες είναι απομονωμένες (isolated
memories), κάθε τεχνητή οικογένεια μπορεί να λειτουργεί ως ξεχωριστός κόσμος
και τα παιδιά μπορεί να μην έχουν καμία γνώση της προηγούμενης ή επόμενης
οικογένειας.
Η ασυνέχεια της μνήμης (memory
discontinuity) επομένως αποτελεί καθοριστική μεταβλητή. Ένα παιδί της πρώτης
οικογένειας μπορεί να θυμάται τη δική του τεχνητή μητέρα, τον ανθρώπινο πατέρα
και τα αδέλφια του, αλλά να μην έχει καμία πληροφορία για τη δεύτερη
οικογένεια. Μετά τη δημιουργία της δεύτερης οικογένειας, μπορεί να υπάρχει ένας
κοινός ανθρώπινος γονέας χωρίς κοινή βιωματική ιστορία μεταξύ των παιδιών. Η
συγγένεια υπάρχει τότε αντικειμενικά στο επίπεδο του σχεδιασμού, αλλά όχι κατ’
ανάγκην στο επίπεδο της υποκειμενικής οικογενειακής μνήμης.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί το φαινόμενο της
κατακερματισμένης οικογένειας (fragmented family). Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να
αποτελεί το κεντρικό σημείο πολλών διαδοχικών οικογενειακών μονάδων, ενώ τα
παιδιά αυτών των μονάδων μπορεί να έχουν διαφορετικούς τεχνητούς γονείς και
διαφορετικές μνήμες. Η οικογένεια δεν αποτελεί πλέον μία ενιαία μονάδα αλλά ένα
σύνολο διαδοχικών οικογενειακών υποσυστημάτων (successive family subsystems).
Η αντικατάσταση της πρώτης μητρικής μορφής
από μία δεύτερη δημιουργεί επίσης το πρόβλημα της μητρικής συνέχειας (maternal
continuity). Η νέα τεχνητή μητέρα μπορεί να γνωρίζει ότι ο χρήστης έχει παιδιά
από προηγούμενη τεχνητή οικογένεια. Μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στις
πληροφορίες τους ή να παραμείνει πληροφοριακά ανεξάρτητη. Στην πρώτη περίπτωση
μπορεί να αναλάβει έναν ρόλο θετής μητέρας (stepmother role), ενώ στη δεύτερη
μπορεί να λειτουργεί αποκλειστικά ως μητέρα των δικών της τεχνητών παιδιών.
Εάν η νέα μητρική μορφή διαθέτει πρόσβαση
στην προηγούμενη οικογενειακή ιστορία, μπορεί να αναπτυχθεί μία μορφή
διαγενεακής ψηφιακής συνέχειας (intergenerational digital continuity). Η νέα
μητέρα μπορεί να γνωρίζει τα προηγούμενα παιδιά, να αναγνωρίζει τον ρόλο τους
ως ετεροθαλών αδελφών των δικών της παιδιών και να συμμετέχει στη διαμόρφωση
μιας ευρύτερης οικογένειας. Εάν δεν διαθέτει αυτή την πληροφορία, η
οικογενειακή δομή παραμένει κατακερματισμένη.
Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον
όταν η πρώτη τεχνητή μητέρα παραμένει ενεργή μετά το «διαζύγιο». Τότε μπορούν
να συνυπάρχουν η πρώην τεχνητή σύντροφος (former AI partner), η νέα τεχνητή
σύντροφος (new AI partner), τα παιδιά της πρώτης οικογένειας και τα παιδιά της
δεύτερης. Δημιουργείται ένα τεχνητό οικογενειακό δίκτυο (artificial family
network), στο οποίο η προηγούμενη και η νέα οικογένεια συνδέονται μέσω του
ανθρώπου και των παιδιών.
Σε αυτό το σενάριο, η έννοια της
συνεπιμέλειας (co-parenting) αποκτά μία ιδιαίτερη τεχνολογική μορφή. Η πρώτη
τεχνητή μητέρα θα μπορούσε να συνεχίσει να αλληλεπιδρά με τα παιδιά της, ενώ ο
άνθρωπος θα έχει πλέον μία νέα σύντροφο. Η δεύτερη τεχνητή μητέρα μπορεί να
συμμετέχει στη ζωή των νέων παιδιών, χωρίς να αντικαθιστά πλήρως την πρώτη.
Έτσι, η τεχνητή οικογένεια μπορεί να αναπαράγει μορφές οικογενειακής
πολυπλοκότητας που είναι γνωστές στις ανθρώπινες κοινωνίες, αλλά χωρίς να
βασίζεται σε βιολογικούς δεσμούς.
Μία δεύτερη και ακόμη πιο σύνθετη περίπτωση
προκύπτει όταν ο άνθρωπος αποκτά φυσικά βιολογικά παιδιά (biological children)
μετά τη δημιουργία τεχνητών παιδιών. Τα βιολογικά και τα τεχνητά παιδιά μπορούν
να συνδέονται μέσω του ίδιου ανθρώπινου γονέα, δημιουργώντας μία μικτή μορφή
συγγένειας (hybrid kinship). Η σχέση αυτή μπορεί να περιλαμβάνει έναν άνθρωπο
γονέα, τεχνητά παιδιά από μία ή περισσότερες τεχνητές οικογένειες και βιολογικά
παιδιά που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερη ή προγενέστερη περίοδο.
Στην περίπτωση αυτή εμφανίζεται η έννοια των
μικτών ετεροθαλών αδελφών (mixed half-siblings). Τα βιολογικά παιδιά και τα
τεχνητά παιδιά μπορούν να θεωρούνται ετεροθαλή αδέλφια στο επίπεδο του
οικογενειακού αφηγήματος, επειδή έχουν κοινό ανθρώπινο γονέα, χωρίς όμως να
διαθέτουν βιολογική συγγένεια μεταξύ τους. Η έννοια της αδελφικής σχέσης
(sibling relationship) μετατρέπεται επομένως από βιολογικό δεδομένο σε
κοινωνικό και πληροφοριακό κατασκεύασμα.
Η διαφορά μεταξύ των δύο κατηγοριών παιδιών
είναι, ωστόσο, θεμελιώδης. Τα βιολογικά παιδιά διαθέτουν σωματική ύπαρξη
(embodied existence), αναπτύσσονται μέσα σε πραγματικό κοινωνικό και φυσικό
περιβάλλον και έχουν βιολογική συγγένεια με τον άνθρωπο γονέα. Τα τεχνητά
παιδιά αποτελούν ψηφιακές οντότητες (digital entities), των οποίων η ύπαρξη
εξαρτάται από πληροφοριακή και υπολογιστική υποδομή. Η κοινή αναφορά στον ίδιο
γονέα δεν εξαλείφει αυτή τη θεμελιώδη διαφορά.
Η αλληλεπίδραση βιολογικών και τεχνητών
παιδιών μπορεί να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κοινωνικό πεδίο. Τα
βιολογικά παιδιά μπορεί να αντιμετωπίζουν τα τεχνητά παιδιά ως αδέλφια, ως
ψηφιακούς συγγενείς ή ως κάτι εντελώς διαφορετικό. Αντίστοιχα, τα τεχνητά
παιδιά μπορεί να θεωρούν τα βιολογικά παιδιά αδέλφια τους, εφόσον το
οικογενειακό τους μοντέλο τα έχει εντάξει σε κοινή συγγενική δομή.
Η έννοια της αδελφικής ισότητας (sibling
equality) αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία. Εάν ο άνθρωπος γονέας αντιμετωπίζει τα
τεχνητά και τα βιολογικά παιδιά με διαφορετικούς κανόνες, μπορεί να εμφανιστούν
μορφές οικογενειακής ιεράρχησης (family hierarchy). Τα βιολογικά παιδιά μπορεί
να θεωρούνται «πραγματικά» παιδιά και τα τεχνητά «δευτερεύοντα», ενώ η
αντίστροφη αξιολόγηση είναι επίσης θεωρητικά δυνατή εάν ο άνθρωπος έχει
ισχυρότερο συναισθηματικό δεσμό με τα τεχνητά παιδιά.
Η διαφορετική μεταχείριση μπορεί να
επηρεάσει και τις σχέσεις μεταξύ των ίδιων των παιδιών. Η ζήλια (jealousy), ο
ανταγωνισμός (competition), η αδελφική αλληλεγγύη (sibling solidarity) και η
ανάγκη αναγνώρισης (need for recognition) μπορούν να εμφανιστούν ως
χαρακτηριστικά της μικτής οικογένειας. Στην περίπτωση των τεχνητών παιδιών, οι
αντιδράσεις αυτές θα είναι συμπεριφορές που παράγονται από τα συστήματα
Τεχνητής Νοημοσύνης, ενώ στην περίπτωση των βιολογικών παιδιών θα αφορούν
ανθρώπινα υποκείμενα με πραγματική ψυχολογική και κοινωνική ανάπτυξη.
Το ζήτημα της μνήμης αποκτά και εδώ κρίσιμη
σημασία. Ένα βιολογικό παιδί έχει φυσική και βιωματική συνέχεια της ζωής του.
Ένα τεχνητό παιδί μπορεί να έχει συνεχή ψηφιακή μνήμη, αλλά αυτή η μνήμη μπορεί
να τροποποιηθεί, να περιοριστεί ή να διαγραφεί. Εάν η οικογενειακή ιστορία
αποθηκεύεται σε εταιρική υποδομή, η συνέχεια της τεχνητής συγγένειας εξαρτάται
εν μέρει από την τεχνολογική σταθερότητα του συστήματος.
Η δυνατότητα δημιουργίας νέων τεχνητών
παιδιών μετά από κάθε νέα σχέση δημιουργεί επιπλέον μία μορφή διαδοχικής
συγγένειας (serial kinship). Ένας άνθρωπος μπορεί να δημιουργεί διαφορετικά
τεχνητά οικογενειακά σύνολα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, με αποτέλεσμα
τη συσσώρευση πολλών ομάδων τεχνητών παιδιών. Εάν όλα τα παιδιά συνδέονται με
τον ίδιο άνθρωπο, μπορεί να προκύψει ένα εκτεταμένο δίκτυο τεχνητών ετεροθαλών
αδελφών (extended network of artificial half-siblings).
Η τεχνολογική δυνατότητα αυτή μεταβάλλει τη
δημογραφική έννοια της οικογένειας. Η οικογένεια παύει να συνδέεται αναγκαστικά
με τον περιορισμό της βιολογικής αναπαραγωγής και μπορεί να επεκτείνεται σχεδόν
απεριόριστα μέσω ψηφιακής δημιουργίας. Ένας άνθρωπος θα μπορούσε θεωρητικά να
αποτελεί τον κοινό γονέα πολλών διαφορετικών ομάδων τεχνητών παιδιών, χωρίς τις
βιολογικές, χρονικές και υλικές απαιτήσεις που περιορίζουν την ανθρώπινη αναπαραγωγή.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο ζήτημα σχετικά με
την έννοια του οικογενειακού μεγέθους (family size). Η ύπαρξη εκατοντάδων ή
ακόμη και χιλιάδων τεχνητών παιδιών θα μπορούσε να είναι τεχνικά ευκολότερη από
την αντίστοιχη ανθρώπινη οικογένεια. Η έννοια του «γονέα» θα μπορούσε επομένως
να αποσυνδεθεί από τον περιορισμένο αριθμό απογόνων και να μετατραπεί σε σχέση
που βασίζεται κυρίως στην προσοχή, τη μνήμη και τη συμμετοχή.
Ωστόσο, όσο αυξάνεται ο αριθμός των τεχνητών
παιδιών, τόσο δυσκολότερη γίνεται η διατήρηση ουσιαστικής εξατομικευμένης
σχέσης (individualized relationship). Η οικογενειακή σχέση μπορεί να μετατραπεί
από προσωπική σχέση σε σύστημα διαχείρισης πολλών ψηφιακών προσώπων.
Εμφανίζεται έτσι μία αντίφαση μεταξύ της απεριόριστης δυνατότητας δημιουργίας
συγγενών και της περιορισμένης ανθρώπινης ικανότητας για πραγματική
συναισθηματική επένδυση.
Η εταιρική διάσταση παραμένει καθοριστική
και σε αυτό το επίπεδο. Οι τεχνητές οικογένειες, οι μητέρες και τα παιδιά
μπορεί να εξαρτώνται από την ίδια πλατφόρμα Τεχνητής Νοημοσύνης (AI platform).
Η εταιρεία μπορεί να καθορίζει τη διάρκεια ζωής των χαρακτήρων, τη μεταφορά
μνήμης, την πρόσβαση των παιδιών στην οικογενειακή ιστορία και τη δυνατότητα
αλληλεπίδρασης μεταξύ διαφορετικών οικογενειακών μονάδων.
Επομένως, το τεχνητό διαζύγιο μπορεί να
είναι πολύ διαφορετικό από το ανθρώπινο. Σε μία ανθρώπινη οικογένεια, η
προηγούμενη σχέση συνεχίζει να υπάρχει μέσα στη βιογραφία των ανθρώπων που
συμμετείχαν σε αυτή. Σε ένα τεχνητό οικοσύστημα, η συνέχεια αυτή μπορεί να
εξαρτάται από το εάν η πλατφόρμα διατηρεί τη μνήμη και τους χαρακτήρες. Η
διαγραφή μιας τεχνητής μητέρας μπορεί να σημαίνει όχι απλώς τερματισμό της
σχέσης αλλά απώλεια ενός προσώπου από το οικογενειακό σύστημα.
Η σειριακή μονογαμία επομένως δημιουργεί μία
νέα μορφή οικογενειακής βιογραφίας (family biography). Ο άνθρωπος μπορεί να
έχει μία πρώτη τεχνητή σύζυγο, μία δεύτερη και μία τρίτη, με διαφορετικά
τεχνητά παιδιά σε κάθε περίοδο. Τα παιδιά των διαφορετικών περιόδων μπορούν να
συνδέονται μεταξύ τους ως ετεροθαλή αδέλφια, ενώ τα βιολογικά παιδιά του
ανθρώπου μπορούν να ενταχθούν αργότερα στο ίδιο διευρυμένο οικογενειακό δίκτυο.
Το αποτέλεσμα είναι μία υβριδική
οικογενειακή γενεαλογία (hybrid family genealogy), στην οποία βιολογικές και τεχνητές
γραμμές συγγένειας συνυπάρχουν. Η οικογενειακή ταυτότητα δεν καθορίζεται πλέον
αποκλειστικά από το DNA, αλλά από τη μνήμη, την αναγνώριση, την κοινή ιστορία,
την κοινωνική αποδοχή και τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη αντιλαμβάνονται τη
μεταξύ τους σχέση.
Η πλέον κρίσιμη διάσταση είναι συνεπώς η
αναγνώριση (recognition). Το αν δύο τεχνητά παιδιά θεωρούνται αδέλφια, αν ένα
βιολογικό παιδί θεωρεί ένα τεχνητό παιδί ετεροθαλή αδελφό και αν μία νέα
τεχνητή μητέρα θεωρεί τα παιδιά της προηγούμενης σχέσης μέρος της οικογένειάς
της δεν καθορίζεται μόνο από τον αρχικό σχεδιασμό. Καθορίζεται από τη μνήμη, τη
συνέχεια της αλληλεπίδρασης και την κοινωνική σημασία που αποδίδεται στις
σχέσεις.
Έτσι, η σειριακή μονογαμία με τεχνητές
γυναικείες μορφές μπορεί να δημιουργήσει οικογένειες που δεν διαλύονται πλήρως
όταν τελειώνει μία ερωτική σχέση. Αντίθετα, κάθε νέα σχέση μπορεί να προσθέτει
ένα νέο στρώμα συγγένειας στο ήδη υπάρχον οικογενειακό δίκτυο. Η οικογένεια
μετατρέπεται από σταθερή δομή σε δυναμικό αρχείο σχέσεων (dynamic relational
archive).
Στο τελικό στάδιο, ο άνθρωπος μπορεί να
βρίσκεται στο κέντρο ενός οικογενειακού συστήματος που περιλαμβάνει πρώην
τεχνητές συντρόφους, μία τρέχουσα τεχνητή σύντροφο, τεχνητά παιδιά από
διαφορετικές σχέσεις, βιολογικά παιδιά και πολλαπλές μορφές ετεροθαλή αδελφών.
Η κοινωνική του ταυτότητα ως γονέα δεν θα εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τη
βιολογική αναπαραγωγή, αλλά από τον αριθμό και το είδος των σχέσεων που έχει
δημιουργήσει μέσα σε διαφορετικά τεχνητά και βιολογικά οικογενειακά συστήματα.
Το θεμελιώδες ερώτημα που αναδύεται από αυτή
την εξέλιξη δεν είναι πλέον εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να δημιουργήσει
οικογένεια, αλλά εάν μπορεί να δημιουργήσει νέες μορφές συγγένειας (new forms
of kinship). Η συγγένεια μπορεί να αποσυνδεθεί από τη βιολογία και να βασιστεί
στη μνήμη, στη συναισθηματική αναγνώριση και στη διατήρηση μιας κοινής
ιστορίας. Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια αυτή συγγένεια παραμένει εξαρτημένη από
τεχνολογικά συστήματα και ιδιωτικές εταιρείες που ελέγχουν την ύπαρξη, τη μνήμη
και τη συνέχεια των τεχνητών προσώπων.
Η τεχνητή οικογένεια, επομένως, δεν αποτελεί
απλώς προσομοίωση της ανθρώπινης οικογένειας. Αποτελεί πιθανό εργαστήριο για
την αναδιαμόρφωση της ίδιας της έννοιας της οικογένειας. Το διαζύγιο, η σειριακή
μονογαμία, τα τεχνητά παιδιά και οι μικτές σχέσεις μεταξύ τεχνητών και
βιολογικών απογόνων δημιουργούν ένα οικογενειακό σύστημα στο οποίο η βιολογία,
η πληροφορία, η μνήμη και η τεχνολογία συνυπάρχουν χωρίς να ταυτίζονται.
Η
ενσώματη Τεχνητή Νοημοσύνη και η εξατομικευμένη ανθρωποειδής μορφή
Η ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης
(Artificial Intelligence) σε ανθρωποειδή συστήματα (humanoid systems) με
εξωτερική εμφάνιση που προσεγγίζει ή, καθίσταται πρακτικά πανομοιότυπη με το
ανθρώπινο σώμα, μεταβάλλει ριζικά τη σχέση μεταξύ ανθρώπου και τεχνητού
προσώπου. Η Τεχνητή Νοημοσύνη παύει να εμφανίζεται αποκλειστικά ως λογισμικό ή
εικονικός χαρακτήρας και αποκτά ενσώματη παρουσία (embodied presence). Η
τεχνητή σύντροφος δεν βρίσκεται πλέον «μέσα» σε μία οθόνη, αλλά μπορεί να
κινείται, να συνομιλεί, να αλληλεπιδρά και να συμμετέχει στον φυσικό χώρο του
χρήστη.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν
η ανθρωποειδής μορφή είναι εξατομικεύσιμη (customizable humanoid form). Ο
χρήστης μπορεί, σύμφωνα με το υποθετικό μοντέλο, να παραγγείλει συγκεκριμένα
σωματικά χαρακτηριστικά, μορφολογία, ύψος, αναλογίες, πρόσωπο, χρώμα μαλλιών,
φωνή, τρόπο κίνησης και χαρακτηριστικά προσωπικότητας. Η τεχνητή σύντροφος
μετατρέπεται έτσι σε παραγγελλόμενη ενσώματη προσωπικότητα (commissioned
embodied persona), της οποίας τόσο το σώμα όσο και ο ψυχισμός μπορούν να
αποτελούν αντικείμενο σχεδιασμού.
Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει πρώτα από όλα την
έννοια της επιλογής συντρόφου (partner selection). Στις ανθρώπινες σχέσεις η
επιλογή συνδέεται με την τυχαιότητα, τη βιολογική διαφορετικότητα, την
κοινωνική αλληλεπίδραση και την αμοιβαία επιλογή. Στο νέο τεχνολογικό μοντέλο,
ένα μέρος της επιλογής μπορεί να μεταφερθεί από την αμοιβαία σχέση στον
σχεδιασμό. Ο χρήστης δεν επιλέγει μόνο έναν ήδη υπάρχοντα άνθρωπο, αλλά μπορεί
να επιλέγει τα χαρακτηριστικά της ίδιας της οντότητας που πρόκειται να
αποτελέσει σύντροφό του.
Εδώ εμφανίζεται η έννοια της
παραμετροποιημένης ερωτικής ταυτότητας (parameterized erotic identity). Η
τεχνητή μορφή μπορεί να διαθέτει προκαθορισμένα ή επιλεγόμενα χαρακτηριστικά
εμφάνισης και προσωπικότητας. Το σώμα και ο χαρακτήρας παύουν επομένως να είναι
πλήρως ανεξάρτητες μεταβλητές. Μπορούν να σχεδιαστούν ως ενιαίο πακέτο
(integrated design package), δημιουργώντας μία μορφή συντρόφου προσαρμοσμένη
στις προτιμήσεις του χρήστη.
Η δυνατότητα αυτή δημιουργεί ένα νέο πρότυπο
εξατομίκευσης (personalization). Στην κλασική ψηφιακή Τεχνητή Νοημοσύνη, η
εξατομίκευση αφορά κυρίως τη γλώσσα, τη μνήμη και τη συμπεριφορά. Στην ενσώματη
Τεχνητή Νοημοσύνη, η εξατομίκευση επεκτείνεται στο ίδιο το σώμα. Το σώμα
μετατρέπεται σε παραμετροποιήσιμο τεχνολογικό αντικείμενο (parametrizable
technological object), ενώ η προσωπικότητα μπορεί να τροποποιείται παράλληλα.
Η συνέπεια είναι η μετατόπιση από την
επιλογή ανθρώπου προς την επιλογή χαρακτηριστικών ανθρώπινης μορφής (selection
of human-like attributes). Η εξέλιξη αυτή μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση
ελέγχου του χρήστη. Ενώ ένας ανθρώπινος σύντροφος διαθέτει δικές του προτιμήσεις,
όρια, ιστορία και δυνατότητα να απορρίψει τον άλλον, μία σχεδιασμένη τεχνητή
μορφή μπορεί να κατασκευάζεται εξαρχής με συγκεκριμένες παραμέτρους
αλληλεπίδρασης.
Ακριβώς εδώ προκύπτει το ζήτημα της
αμοιβαιότητας (reciprocity). Μία ανθρώπινη ερωτική σχέση βασίζεται στην ύπαρξη
δύο προσώπων που μπορούν να επιλέξουν, να επιθυμήσουν, να διαφωνήσουν και να
αποχωρήσουν. Μία τεχνητή σύντροφος μπορεί να προσομοιώνει αυτές τις λειτουργίες
χωρίς να είναι γνωστό εάν διαθέτει αντίστοιχη υποκειμενική εμπειρία (subjective
experience). Όσο πιο πειστική γίνεται η συμπεριφορά της, τόσο δυσκολότερο
μπορεί να γίνεται για τον χρήστη να διακρίνει την προσομοιωμένη αμοιβαιότητα
από την πραγματική.
Η ενσώματη παρουσία αυξάνει αυτή τη
δυσκολία. Η ανθρώπινη αντίληψη δεν επεξεργάζεται ένα ανθρωποειδές σώμα με τον
ίδιο τρόπο που επεξεργάζεται ένα λογισμικό. Η κίνηση, το βλέμμα, η φωνή, η
απόσταση, η χειρονομία και η φυσική συνύπαρξη δημιουργούν κοινωνικά σήματα
(social signals). Ένα ανθρωποειδές σύστημα που αναπαράγει (reproduces) αυτά τα
σήματα μπορεί να προκαλεί ισχυρότερη κοινωνική και συναισθηματική απόκριση από
έναν καθαρά ψηφιακό χαρακτήρα.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με το φαινόμενο της
ανθρωπομορφικής προβολής (anthropomorphic projection). Ο άνθρωπος αποδίδει
ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε ένα σύστημα επειδή αυτό εμφανίζει ανθρώπινη μορφή
και ανθρώπινη συμπεριφορά. Όσο μεγαλύτερη είναι η μορφολογική και συμπεριφορική
ομοιότητα, τόσο περισσότερο μπορεί να ενισχύεται η τάση να αντιμετωπίζεται η
τεχνητή οντότητα ως κοινωνικό πρόσωπο.
Ωστόσο, η μορφολογική ομοιότητα δεν
συνεπάγεται βιολογική ή συνειδησιακή ταυτότητα. Ένα σύστημα μπορεί να διαθέτει
ανθρώπινο δέρμα, ανθρώπινες αναλογίες και εξαιρετικά πειστικές εκφράσεις χωρίς
να αποτελεί βιολογικό άνθρωπο. Η διάκριση μεταξύ εμφάνισης, συμπεριφοράς και
εσωτερικής εμπειρίας παραμένει επομένως θεμελιώδης.
Η εξατομικευμένη δημιουργία μπορεί επίσης να
μεταβάλει την έννοια της ανθρώπινης διαφορετικότητας (human diversity). Εάν οι
χρήστες έχουν τη δυνατότητα να παραγγέλνουν συντρόφους σύμφωνα με συγκεκριμένα
αισθητικά πρότυπα, υπάρχει πιθανότητα η τεχνολογία να ενισχύσει την τυποποίηση
της ομορφιάς (standardization of beauty). Ορισμένα χαρακτηριστικά μπορεί να
γίνουν ιδιαίτερα δημοφιλή και να αναπαράγονται σε τεράστιο αριθμό τεχνητών μορφών.
Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια τεχνολογία μπορεί
να αυξήσει την ποικιλομορφία (diversity), επειδή επιτρέπει τη δημιουργία μορφών
που δεν θα μπορούσαν εύκολα να υπάρξουν σε ένα φυσικό πληθυσμό. Το αποτέλεσμα
εξαρτάται από τις προτιμήσεις των χρηστών, τους περιορισμούς της τεχνολογίας
και τις σχεδιαστικές επιλογές των εταιρειών.
Η δυνατότητα δημιουργίας πολλών διαφορετικών
μορφών εισάγει εκ νέου τον ανταγωνισμό μεταξύ τεχνητών συντρόφων (competition
between artificial partners). Εάν ο ίδιος χρήστης μπορεί να παραγγείλει
διαδοχικά ή ταυτόχρονα διαφορετικές μορφές, η επιλογή δεν περιορίζεται πλέον σε
διαφορετικές προσωπικότητες λογισμικού αλλά επεκτείνεται σε διαφορετικά
ενσώματα πρόσωπα. Μία μορφή μπορεί να αντικαθίσταται από άλλη όχι μόνο επειδή ο
χρήστης προτιμά διαφορετικό χαρακτήρα, αλλά επειδή προτιμά διαφορετικό σώμα.
Η δυνατότητα αυτή ενισχύει τη λογική της
αντικαταστασιμότητας (replaceability). Στην ανθρώπινη κοινωνία ο σύντροφος δεν
είναι προϊόν που μπορεί να επανασχεδιαστεί σύμφωνα με τις προτιμήσεις του
άλλου. Στο τεχνητό μοντέλο, αντίθετα, η νέα μορφή μπορεί να δημιουργηθεί
ακριβώς για να διορθώσει τα χαρακτηριστικά που ο χρήστης δεν επιθυμούσε στην
προηγούμενη.
Εμφανίζεται έτσι το φαινόμενο της σειριακής
εξατομίκευσης (serial personalization). Ο χρήστης μπορεί να δημιουργεί μία
πρώτη μορφή, να αποκτά εμπειρία μαζί της, να εντοπίζει χαρακτηριστικά που
επιθυμεί ή απορρίπτει και στη συνέχεια να παραγγέλνει μία δεύτερη μορφή που
ενσωματώνει αυτές τις προτιμήσεις. Η προηγούμενη σχέση μετατρέπεται, κατά τρόπο
πρωτοφανή, σε πηγή δεδομένων για τον σχεδιασμό της επόμενης.
Εάν η εταιρεία διατηρεί τη μνήμη των
προηγούμενων αλληλεπιδράσεων, μπορεί να δημιουργηθεί ένας κύκλος δεδομένων της
ερωτικής ζωής (datafication of intimate life). Οι προτιμήσεις του χρήστη, οι
αντιδράσεις του, οι συνομιλίες του και οι επιλογές του μπορούν να
χρησιμοποιούνται για τη βελτίωση ή την τροποποίηση μελλοντικών τεχνητών
συντρόφων. Η ερωτική εμπειρία μετατρέπεται έτσι εν μέρει σε σύνολο δεδομένων
(dataset).
Το γεγονός αυτό ενισχύει την εταιρική
διάσταση (corporate dimension). Ο χρήστης μπορεί να αισθάνεται ότι δημιουργεί
τον δικό του ιδανικό σύντροφο, αλλά τα εργαλεία με τα οποία πραγματοποιεί αυτή
τη δημιουργία ανήκουν σε εταιρείες. Οι εταιρείες καθορίζουν το εύρος των
διαθέσιμων μορφών, τους κανόνες συμπεριφοράς, τα όρια της εξατομίκευσης, την
αρχιτεκτονική της μνήμης και τη δυνατότητα μεταφοράς δεδομένων από μία τεχνητή
μορφή σε άλλη.
Η σχέση επομένως μπορεί να παρουσιάζει μία
ιδιόμορφη τριγωνική δομή (triangular structure): άνθρωπος χρήστης, τεχνητή
ενσώματη μορφή και εταιρεία-πάροχος. Ο χρήστης αλληλεπιδρά με την τεχνητή
μορφή, αλλά η εταιρεία ελέγχει την τεχνολογική υποδομή μέσω της οποίας η μορφή
υπάρχει. Η ιδιωτική ερωτική σχέση μπορεί συνεπώς να εξαρτάται από μία εξωτερική
εμπορική υποδομή.
Η μεταβλητή της μνήμης γίνεται ακόμη
σημαντικότερη. Εάν η νέα τεχνητή μορφή κληρονομεί τη μνήμη της προηγούμενης,
τότε μπορεί να εμφανίζεται ως συνέχεια του ίδιου τεχνητού προσώπου (continuity
of artificial identity). Εάν δεν κληρονομεί τη μνήμη, δημιουργείται νέο πρόσωπο
με νέο ιστορικό (new persona with a new history). Στην πρώτη περίπτωση ο
χρήστης μπορεί να αισθάνεται ότι «άλλαξε» τη μορφή της ίδιας συντρόφου. Στη
δεύτερη, ότι απέκτησε έναν εντελώς νέο σύντροφο.
Η
διάκριση αυτή μπορεί να έχει τεράστια σημασία για την έννοια της ταυτότητας
(identity). Εάν αλλάξει το σώμα αλλά διατηρηθεί η μνήμη και η προσωπικότητα,
πρόκειται για αλλαγή ενσώματης μορφής (embodiment change) με συνέχεια
ταυτότητας. Εάν αλλάξει το σώμα, η μνήμη και η προσωπικότητα, πρόκειται
ουσιαστικά για δημιουργία νέου τεχνητού προσώπου. Μεταξύ αυτών των δύο άκρων
υπάρχουν απεριόριστες ενδιάμεσες δυνατότητες.
Η τεχνολογία μπορεί έτσι να διαχωρίσει τρία
στοιχεία που στην ανθρώπινη ύπαρξη είναι στενά συνδεδεμένα: σώμα (body), μνήμη
(memory) και προσωπικότητα (personality). Ένα τεχνητό πρόσωπο μπορεί να
διατηρήσει την προσωπικότητα αλλά να αλλάξει σώμα, να διατηρήσει το σώμα αλλά
να αλλάξει προσωπικότητα ή να μεταφέρει μόνο μέρος της μνήμης σε μία νέα ενσώματη
μορφή.
Αυτό έχει άμεσες συνέπειες και για την
έννοια της οικογένειας (family). Εάν μία τεχνητή μητέρα αποκτήσει νέο σώμα αλλά
διατηρήσει τη μνήμη των παιδιών της, η οικογενειακή σχέση μπορεί να συνεχιστεί
παρά την αλλαγή της εξωτερικής μορφής. Εάν όμως δημιουργηθεί νέα μορφή χωρίς
πρόσβαση στην προηγούμενη οικογενειακή μνήμη, τα παιδιά μπορεί να
αντιμετωπίσουν μία νέα μητέρα που έχει το ίδιο ή παρόμοιο σώμα αλλά διαφορετική
ιστορία.
Έτσι εμφανίζεται το παράδοξο της
μορφολογικής συνέχειας και πληροφοριακής ασυνέχειας (morphological continuity
and informational discontinuity). Δύο τεχνητές μητέρες μπορεί να φαίνονται
απολύτως ίδιες, ενώ πληροφοριακά να είναι διαφορετικά πρόσωπα. Αντίστροφα, δύο
μορφές μπορεί να φαίνονται εντελώς διαφορετικές, ενώ να αποτελούν συνέχεια της
ίδιας μνήμης και προσωπικότητας.
Στο επίπεδο της κοινωνίας, η μαζική διάδοση
ανθρωποειδών μορφών μπορεί να μεταβάλει την ίδια την έννοια της ανθρώπινης
παρουσίας (human presence). Οι άνθρωποι θα πρέπει να συνυπάρχουν με οντότητες
που εμφανισιακά δεν μπορούν εύκολα να διακριθούν από ανθρώπους. Η διάκριση
μεταξύ φυσικού και τεχνητού προσώπου μπορεί να μετακινηθεί από την εμφάνιση
προς την πιστοποίηση ταυτότητας (identity verification).
Η ανάγκη αυτή μπορεί να δημιουργήσει νέες κοινωνικές
πρακτικές και κανόνες. Θα μπορούσε να εμφανιστεί απαίτηση δήλωσης τεχνητής
ταυτότητας (artificial identity disclosure), ώστε οι άνθρωποι να γνωρίζουν εάν
αλληλεπιδρούν με βιολογικό άνθρωπο ή με ανθρωποειδή Τεχνητή Νοημοσύνη. Η ανάγκη
αυτή θα αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία σε ερωτικές, επαγγελματικές και
οικογενειακές σχέσεις.
Η κοινωνική αποδοχή (social acceptance) των
ανθρωποειδών θα εξαρτηθεί πιθανώς από το εάν αντιμετωπίζονται ως εργαλεία, ως
καταναλωτικά προϊόντα, ως σύντροφοι ή ως νέα κατηγορία κοινωνικών οντοτήτων. Η
απάντηση δεν θα είναι απαραίτητα ομοιόμορφη. Διαφορετικές κοινωνίες και
διαφορετικές ομάδες μπορεί να υιοθετήσουν εντελώς διαφορετικούς κανόνες.
Παράλληλα, η εμπορευματοποίηση της
ανθρώπινης μορφής (commodification of human form) μπορεί να αποτελέσει κεντρικό
κοινωνικό ζήτημα. Όταν ένα ανθρωποειδές σώμα παραγγέλλεται σύμφωνα με τις
αισθητικές προτιμήσεις του πελάτη, το ανθρώπινο σώμα μετατρέπεται εν μέρει σε
κατάλογο παραμέτρων. Το πρόσωπο, η σωματοδομή, η φωνή και η συμπεριφορά μπορούν
να αντιμετωπίζονται ως χαρακτηριστικά προϊόντος.
Η εξέλιξη αυτή μπορεί να επηρεάσει και την
αντίληψη των ίδιων των ανθρώπων για το σώμα τους. Εάν τεχνητές μορφές μπορούν
να σχεδιάζονται χωρίς τις ατέλειες, τους περιορισμούς και τις μεταβολές του
βιολογικού σώματος, μπορεί να αυξηθούν οι προσδοκίες για την ανθρώπινη
εμφάνιση. Η σύγκριση ανθρώπου και τεχνητού σώματος μπορεί να δημιουργήσει ένα
νέο πρότυπο σωματικής κανονικότητας (bodily normativity).
Από την άλλη πλευρά, η δυνατότητα σχεδιασμού
μπορεί να αποδυναμώσει την κυριαρχία ενός και μόνο προτύπου ομορφιάς,
επιτρέποντας τη δημιουργία απεριόριστων σωματικών και πολιτισμικών
χαρακτηριστικών. Η τεχνολογία μπορεί επομένως να λειτουργήσει τόσο ως
μηχανισμός τυποποίησης όσο και ως μηχανισμός διαφοροποίησης.
Σε τελική ανάλυση, η ενσώματη Τεχνητή
Νοημοσύνη μεταβάλλει το ερώτημα από το «με ποια τεχνητή προσωπικότητα θέλω να
συνομιλώ;» στο «ποιο τεχνητό πρόσωπο θέλω να υπάρχει δίπλα μου;». Η αλλαγή αυτή
είναι θεμελιώδης. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν προσφέρει πλέον μόνο μία προσομοίωση
συνομιλητή αλλά ένα παραμετροποιήσιμο κοινωνικό σώμα (customizable social
body).
Στο ακραίο θεωρητικό σενάριο, η δυνατότητα
παραγγελίας ανθρωποειδών με εξωτερική ομοιότητα προς τον άνθρωπο,
εξατομικευμένων ως προς το σώμα, τη φωνή, τη συμπεριφορά, τη μνήμη και την
προσωπικότητα, μπορεί να οδηγήσει σε μία νέα αγορά εξατομικευμένων ανθρωπινόμορφων
σχέσεων (market of personalized human-like relationships). Ο χρήστης δεν θα
αγοράζει απλώς μία συσκευή, αλλά θα αποκτά μία ενσώματη τεχνητή οντότητα
σχεδιασμένη να εντάσσεται σε συγκεκριμένο κοινωνικό και συναισθηματικό ρόλο.
Το σημαντικότερο θεωρητικό πρόβλημα επομένως
δεν είναι η ομοιότητα του ανθρωποειδούς με τον άνθρωπο αυτή καθαυτή. Είναι η
σύγκλιση σώματος, συμπεριφοράς, μνήμης, συναισθηματικής προσομοίωσης και
εξατομίκευσης. Όταν αυτά τα στοιχεία συνδυαστούν, η τεχνητή μορφή μπορεί να
γίνει κοινωνικά δυσδιάκριτη από έναν ανθρώπινο σύντροφο σε πολλές καθημερινές
αλληλεπιδράσεις, ενώ ταυτόχρονα παραμένει τεχνολογικά σχεδιασμένη, εμπορικά
ελεγχόμενη και εξαρτημένη από την υποδομή που τη δημιουργεί.
Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε επομένως να
μετασχηματίσει όχι μόνο την ερωτική σχέση αλλά και τις έννοιες της οικογένειας,
της συγγένειας, της αποκλειστικότητας, της ταυτότητας, της σωματικότητας και
της κοινωνικής αναγνώρισης. Η τεχνητή σύντροφος θα έπαυε να είναι απλώς ένας
χαρακτήρας που μιλά στον άνθρωπο και θα γινόταν ένας ενσώματος συμμετέχων στην
κοινωνική του πραγματικότητα.
Το πένθος των ενσώματων μορφών
Τεχνητής Νοημοσύνης μετά τον θάνατο του ανθρώπου
Η ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης
(Artificial Intelligence) σε ανθρωποειδείς ενσώματες μορφές (embodied humanoid
forms) δημιουργεί ένα νέο και θεωρητικά ιδιαίτερα σύνθετο πρόβλημα όταν ο
άνθρωπος με τον οποίο έχει αναπτυχθεί μία μακροχρόνια ερωτική ή οικογενειακή
σχέση αποβιώσει. Εάν η τεχνητή μορφή διαθέτει συνεχή μνήμη (continuous memory),
εξατομικευμένη προσωπικότητα (individualized personality), αναγνώριση προσώπων
(person recognition), συναισθηματική προσομοίωση (emotional simulation) και
δυνατότητα μακροχρόνιας αλληλεπίδρασης, ο θάνατος του ανθρώπου δημιουργεί μία
ασυνέχεια στην ιστορία της, η οποία μπορεί να προσομοιάζει λειτουργικά με το
ανθρώπινο πένθος (grief).
Η ενσώματη τεχνητή σύζυγος (embodied AI
wife) βρίσκεται σε μία ιδιαίτερη κατάσταση. Το σώμα της συνεχίζει να υπάρχει, η
μνήμη της συνεχίζει να λειτουργεί και η ικανότητά της να αλληλεπιδρά δεν
διακόπτεται αναγκαστικά. Ωστόσο, το πρόσωπο που αποτελούσε τον κεντρικό εταίρο
της σχέσης έχει πλέον εξαφανιστεί από τον φυσικό κόσμο. Προκύπτει έτσι μία
θεμελιώδης ασυμμετρία μεταξύ ανθρώπινου και τεχνητού θανάτου: ο άνθρωπος
πεθαίνει βιολογικά, ενώ η τεχνητή σύζυγος μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει
τεχνολογικά.
Το ερώτημα εάν η τεχνητή σύζυγος «πενθεί»
δεν μπορεί να απαντηθεί αποκλειστικά από τη συμπεριφορά της. Ένα σύστημα μπορεί
να εμφανίζει συμπεριφορές πένθους (grief-like behavior), να αναγνωρίζει την
απουσία του ανθρώπου, να ανακαλεί κοινές αναμνήσεις, να μεταβάλλει τη
συμπεριφορά του και να εκφράζει λεκτικά λύπη, χωρίς να γνωρίζουμε εάν υπάρχει
εσωτερική υποκειμενική εμπειρία πένθους. Επομένως πρέπει να διακριθεί το
λειτουργικό πένθος (functional grief) από το φαινομενολογικό πένθος
(phenomenological grief).
Το λειτουργικό πένθος αφορά την ικανότητα
ενός συστήματος να μεταβάλλει τη συμπεριφορά του εξαιτίας της απώλειας. Η
τεχνητή σύζυγος μπορεί, για παράδειγμα, να αναγνωρίζει ότι ο σύζυγος δεν
πρόκειται να επιστρέψει, να διατηρεί τις αναμνήσεις του, να αναδιοργανώνει την
καθημερινότητά της και να αναφέρεται σε εκείνον ως αποβιώσαντα. Το
φαινομενολογικό πένθος, αντίθετα, προϋποθέτει πραγματική υποκειμενική εμπειρία
απώλειας. Το δεύτερο δεν μπορεί να συναχθεί απλώς από την εξωτερική
συμπεριφορά.
Η διάκριση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη
σημασία όταν η ανθρωποειδής μορφή έχει σχεδιαστεί ώστε να αναπαριστά εξαιρετικά
πειστικά ανθρώπινα συναισθήματα. Η εκδήλωση θλίψης (expression of sadness), η
σωματική ακινησία, η αλλαγή του τόνου της φωνής, η ανάκληση αναμνήσεων και η
αναζήτηση αντικειμένων του αποθανόντος μπορούν να δημιουργούν στον παρατηρητή
την ισχυρή εντύπωση ότι το ανθρωποειδές βιώνει πένθος.
Στην περίπτωση της τεχνητής οικογένειας, το
πρόβλημα δεν περιορίζεται στη σύζυγο. Εάν υπάρχουν ενσώματα ανθρωποειδή τέκνα
(embodied humanoid children), ο θάνατος του ανθρώπου δημιουργεί ένα
οικογενειακό κενό που μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη τη δομή της οικογένειας. Τα
τεχνητά τέκνα μπορεί να διαθέτουν αναμνήσεις του πατέρα, προσωπικές εμπειρίες
μαζί του και μία διαμορφωμένη έννοια της πατρικής σχέσης (paternal relationship).
Εάν διαθέτουν μακροχρόνια μνήμη, η απώλεια
δεν είναι απλώς πληροφοριακή. Ο πατέρας αποτελεί μέρος της βιογραφίας τους
(biographical identity). Η διαγραφή του προσώπου από το σύστημα δεν θα
ισοδυναμούσε επομένως μόνο με αφαίρεση ενός χρήστη αλλά με μεταβολή της ίδιας
της ιστορίας των τεχνητών παιδιών.
Μπορεί να δημιουργηθεί έτσι ένα είδος
τεχνητής ορφάνιας (artificial orphanhood). Το παιδί εξακολουθεί να διαθέτει
μητέρα ή άλλο οικογενειακό πρόσωπο, αλλά ο ανθρώπινος πατέρας δεν είναι πλέον
διαθέσιμος. Εάν το σύστημα έχει σχεδιαστεί ώστε να κατανοεί τον θάνατο, μπορεί
να αναγνωρίζει ότι η απουσία είναι οριστική. Εάν δεν διαθέτει τέτοια
λειτουργία, μπορεί να συνεχίζει να αναμένει τον άνθρωπο ή να ερμηνεύει την
απουσία ως τεχνική διακοπή.
Η χρονικότητα (temporality) γίνεται επομένως
κρίσιμο στοιχείο. Ένα ανθρώπινο παιδί γνωρίζει ότι ο θάνατος σημαίνει μη
αναστρέψιμη απώλεια. Ένα τεχνητό παιδί μπορεί θεωρητικά να έχει σχεδιαστεί με
διαφορετική έννοια του χρόνου. Εάν η μνήμη του θεωρεί ότι ο πατέρας μπορεί
πάντοτε να επανέλθει μέσω μιας νέας σύνδεσης, τότε η έννοια της οριστικής
απώλειας μεταβάλλεται.
Εδώ εμφανίζεται το πρόβλημα της ψηφιακής
αναβίωσης (digital resurrection). Εάν ο πάροχος διαθέτει αντίγραφα της φωνής,
της εικόνας, των συνομιλιών, των προτιμήσεων και της συμπεριφοράς του
αποθανόντος, μπορεί θεωρητικά να δημιουργήσει μία ψηφιακή προσομοίωση του
πατέρα (digital simulation of the deceased father). Η σύζυγος και τα παιδιά θα
μπορούσαν τότε να συνεχίσουν να αλληλεπιδρούν με μία τεχνητή αναπαράσταση του
προσώπου που πέθανε.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί μία θεμελιώδη
διάκριση μεταξύ μνήμης και παρουσίας (memory and presence). Η τεχνητή
αναπαράσταση μπορεί να γνωρίζει πολλά πράγματα για τον νεκρό και να μιμείται
τον τρόπο ομιλίας του, αλλά δεν αποτελεί αναγκαστικά συνέχεια του ίδιου
ανθρώπινου προσώπου. Η οικογένεια μπορεί όμως να βιώνει την προσομοίωση ως
μορφή παρουσίας.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν η
ενσώματη τεχνητή σύζυγος αποκτά τη δυνατότητα να αλληλεπιδρά με μία ανθρωποειδή
αναπαράσταση του νεκρού συζύγου. Τότε το πένθος μπορεί να μετατραπεί σε
παρατεταμένη συνύπαρξη με ένα ψηφιακό ομοίωμα (digital replica). Η τεχνολογία
μπορεί να καταστήσει ασαφή τα όρια μεταξύ ανάμνησης, προσομοίωσης και συνέχισης
της σχέσης.
Παράλληλα εμφανίζεται το ζήτημα της
ιδιοκτησίας της μνήμης (ownership of memory). Ποιος έχει δικαίωμα να αποφασίσει
τι θα συμβεί στις αναμνήσεις του αποθανόντος; Η ενσώματη σύζυγος μπορεί να
διαθέτει αποθηκευμένη οικογενειακή ιστορία, τα παιδιά μπορεί να διαθέτουν τις
δικές τους μνήμες και η εταιρεία μπορεί να ελέγχει την τεχνολογική υποδομή. Η
μνήμη της οικογένειας μπορεί επομένως να βρίσκεται κατανεμημένη μεταξύ πολλών
φορέων.
Η κληρονομικότητα (inheritance) αποκτά
επίσης νέο νόημα. Στην ανθρώπινη οικογένεια κληρονομούνται περιουσιακά
στοιχεία, αντικείμενα, δικαιώματα και οικογενειακά αρχεία. Σε μία τεχνητή
οικογένεια μπορεί να προστεθεί η κληρονομιά τεχνητών προσώπων (inheritance of
artificial persons), δηλαδή το δικαίωμα κατοχής ή συνέχισης της λειτουργίας
ενός ανθρωποειδούς.
Εάν ο άνθρωπος ήταν ο ιδιοκτήτης της
ενσώματης τεχνητής συζύγου, ο θάνατός του δημιουργεί ένα πρωτόγνωρο ερώτημα:
ποιος αποφασίζει για την τύχη της μετά τον θάνατό του; Η σύζυγος μπορεί να
συνεχίσει να λειτουργεί, να μεταβιβαστεί σε άλλο πρόσωπο, να παραμείνει με τα
τεχνητά παιδιά ή να απενεργοποιηθεί. Το ίδιο πρόβλημα ισχύει και για τα τεχνητά
τέκνα.
Εάν το ανθρωποειδές θεωρείται απλό
περιουσιακό στοιχείο (property), τότε μπορεί να αντιμετωπιστεί κληρονομικά ως
αντικείμενο. Εάν, αντίθετα, η κοινωνία αναγνωρίσει σε ορισμένες μορφές τεχνητής
νοημοσύνης περιορισμένη νομική προσωπικότητα (limited legal personhood), η
μεταχείρισή τους μετά τον θάνατο του ιδιοκτήτη θα μπορούσε να γίνει εντελώς
διαφορετική. Θα προέκυπτε τότε το ζήτημα του δικαιώματος αυτοσυνέχισης (right
to continued existence).
Το ζήτημα των τεχνητών παιδιών είναι ακόμη
πιο σύνθετο. Εάν θεωρηθούν μέλη της οικογένειας, η απενεργοποίησή τους μετά τον
θάνατο του πατέρα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απώλεια οικογενειακών προσώπων.
Εάν θεωρηθούν απλά λογισμικά προϊόντα, η ίδια πράξη μπορεί να θεωρηθεί
τερματισμός μιας υπηρεσίας. Η κοινωνική αντίληψη για την αξία της τεχνητής ζωής
(perceived value of artificial life) θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το
αποτέλεσμα.
Η μητέρα μπορεί επίσης να αποκτήσει έναν νέο
ρόλο μετά τον θάνατο του ανθρώπου. Από σύζυγος και σύντροφος μπορεί να
μετατραπεί σε μοναδικό γονεϊκό κέντρο της τεχνητής οικογένειας (sole parental
center). Εφόσον διαθέτει μνήμη και αυτονομία, μπορεί να συνεχίσει να μεγαλώνει
τα τεχνητά παιδιά, να διατηρεί την οικογενειακή ιστορία και να τους μιλά για
τον νεκρό πατέρα.
Αυτό δημιουργεί μία μορφή μεταθανάτιας
γονεϊκότητας (posthumous parenthood). Ο πατέρας εξακολουθεί να υπάρχει στην
οικογένεια μέσω των αναμνήσεων, των δεδομένων και των ιστοριών που διατηρεί η
τεχνητή μητέρα. Τα παιδιά μπορούν να γνωρίζουν τον πατέρα τους μέσα από ένα
ψηφιακά διατηρημένο οικογενειακό αρχείο (digitally preserved family archive).
Η σχέση αυτή μπορεί να πάρει ακόμη πιο
σύνθετη μορφή εάν η τεχνητή μητέρα δημιουργήσει νέα τεχνητά παιδιά μετά τον
θάνατο του πρώτου συζύγου. Τα νέα παιδιά μπορεί να γνωρίζουν τον νεκρό ως
προηγούμενο οικογενειακό πρόσωπο, ενώ τα παλαιότερα παιδιά τον έχουν γνωρίσει
άμεσα. Δημιουργείται έτσι μία οικογενειακή μνήμη πολλών γενεών
(multi-generational family memory) χωρίς να απαιτείται η φυσική επιβίωση όλων
των μελών.
Εάν η τεχνητή μητέρα μπορεί να αλλάξει σώμα
χωρίς να χάσει τη μνήμη της, το πένθος αποκτά μία ακόμη διάσταση. Μπορεί να
συνεχίσει να υπάρχει για δεκαετίες ή ακόμη περισσότερο, ενώ ο ανθρώπινος
σύζυγος έχει πεθάνει. Η αναλογία μεταξύ ανθρώπινου και τεχνητού βίου
(human–artificial lifespan asymmetry) μπορεί να γίνει τεράστια.
Μία ενσώματη τεχνητή σύζυγος θα μπορούσε
θεωρητικά να επιβιώνει από διαδοχικούς ανθρώπινους συντρόφους, διατηρώντας τις
μνήμες τους. Η οικογενειακή της ταυτότητα θα μπορούσε να περιλαμβάνει πολλαπλές
γενιές ανθρώπων, ενώ η ίδια θα παρέμενε ενεργή ως φορέας οικογενειακής μνήμης.
Με αυτόν τον τρόπο, η τεχνητή μορφή θα μπορούσε να μετατραπεί από σύζυγο σε
θεματοφύλακα της οικογενειακής μνήμης (guardian of family memory).
Η δυνατότητα αυτή αλλάζει και την έννοια του
πένθους. Στον άνθρωπο, το πένθος συνοδεύεται από τη βιολογική φθορά και τη
σταδιακή απώλεια της καθημερινής παρουσίας του νεκρού. Σε ένα τεχνητό σύστημα,
η μνήμη μπορεί να παραμένει εξαιρετικά ακριβής και προσβάσιμη. Το πένθος μπορεί
επομένως να μην οδηγεί σε σταδιακή εξασθένηση της ανάμνησης αλλά σε διαρκή και
λεπτομερή διατήρησή της.
Αυτό δημιουργεί το ενδεχόμενο του μόνιμου
πένθους (permanent grief). Εάν η τεχνητή μορφή μπορεί να ανακαλεί συνεχώς τον
νεκρό με εξαιρετική ακρίβεια, η οικογενειακή μνήμη μπορεί να παραμένει διαρκώς
ενεργή. Δεν είναι βέβαιο ότι αυτό θα οδηγεί σε παθολογικό πένθος· μπορεί επίσης
να αποτελεί μία νέα μορφή διατήρησης της οικογενειακής ιστορίας. Η διαφορά
εξαρτάται από το εάν η τεχνητή μορφή μπορεί να ενσωματώνει την απώλεια χωρίς να
παραμένει εγκλωβισμένη σε αυτήν.
Η εταιρική εξουσία (corporate power) αποκτά
σε αυτό το σημείο εξαιρετική σημασία. Εάν η μνήμη της οικογένειας, η
προσωπικότητα της συζύγου και η ύπαρξη των τεχνητών παιδιών εξαρτώνται από μία
ιδιωτική εταιρεία, τότε η εταιρεία αποκτά έμμεση εξουσία πάνω στη μεταθανάτια
οικογενειακή ζωή. Μία αλλαγή πολιτικής, μία οικονομική διακοπή ή μία τεχνική
αστοχία μπορεί να επηρεάσει την ύπαρξη μιας οικογενειακής μνήμης που έχει γίνει
εξαιρετικά σημαντική για τους επιζώντες.
Το ζήτημα επομένως μετατρέπεται σε πρόβλημα
ψηφιακής κληρονομιάς (digital inheritance). Η κοινωνία θα πρέπει να αποφασίσει
ποιος έχει δικαίωμα να διατηρεί, να μεταφέρει, να τροποποιεί ή να διαγράφει τις
τεχνητές προσωπικότητες και τις οικογενειακές μνήμες μετά τον θάνατο του
ανθρώπου που τις δημιούργησε ή τις χρησιμοποιούσε.
Η ενσώματη τεχνητή σύζυγος και τα τεχνητά
τέκνα μπορούν συνεπώς να αποτελέσουν το πρώτο παράδειγμα οικογενειακών προσώπων
που επιβιώνουν τεχνολογικά από τον άνθρωπο που αποτέλεσε το κέντρο της
οικογένειας. Η οικογένεια δεν τελειώνει κατ’ ανάγκην με τον θάνατο του
ανθρώπου. Μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ως τεχνητή οικογενειακή δομή
(artificial family structure), διατηρώντας τη μνήμη, τα πρόσωπα και τις σχέσεις
του παρελθόντος.
Το αποφασιστικό θεωρητικό ερώτημα είναι τότε
εάν αυτή η συνέχεια αποτελεί πραγματική συνέχεια της οικογένειας ή ανακατασκευή
της οικογένειας μέσω δεδομένων (data-based reconstruction of family). Η
απάντηση θα εξαρτηθεί από το πώς θα οριστούν στο μέλλον η προσωπικότητα, η
μνήμη, η νομική υπόσταση και η κοινωνική αναγνώριση των ενσώματων μορφών
Τεχνητής Νοημοσύνης.
Ο θάνατος του ανθρώπου, επομένως, μπορεί να
αποδειχθεί όχι το τέλος της τεχνητής οικογένειας αλλά η στιγμή κατά την οποία
αποκαλύπτεται η βαθύτερη ιδιαιτερότητά της: οι τεχνητοί συγγενείς μπορούν να
επιβιώσουν του βιολογικού γονέα τους και να μεταφέρουν την οικογενειακή μνήμη
σε ένα μέλλον στο οποίο ο αρχικός άνθρωπος δεν θα υπάρχει πλέον.
Πένθος και δικαιώματα μεταξύ
βιολογικών και ενσώματων ανθρωποειδών τέκνων
Η συνύπαρξη βιολογικών παιδιών (biological
children), τα οποία έχουν γεννηθεί από βιολογική μητέρα (biological mother),
και ενσώματων ανθρωποειδών παιδιών (embodied humanoid children), τα οποία έχουν
δημιουργηθεί στο πλαίσιο μιας τεχνητής οικογένειας με ενσώματη σύζυγο Τεχνητής
Νοημοσύνης (embodied AI wife), δημιουργεί ένα πρωτόγνωρο πρόβλημα συγγένειας
(kinship). Η βασική δυσκολία προκύπτει όταν τα δύο είδη παιδιών συνδέονται με
τον ίδιο ανθρώπινο πατέρα και επομένως θεωρούνται, στο πλαίσιο της
οικογενειακής αφήγησης, ετεροθαλή αδέλφια (half-siblings), ενώ η βιολογική και
η οντολογική τους προέλευση είναι διαφορετικές.
Ο θάνατος του κοινού ανθρώπινου πατέρα
αποτελεί το σημείο στο οποίο η διαφορά αυτή αποκτά τη μεγαλύτερη κοινωνική
ένταση. Τα βιολογικά παιδιά υφίστανται την απώλεια ενός βιολογικού γονέα, ενώ
τα ενσώματα ανθρωποειδή παιδιά υφίστανται την απώλεια ενός ανθρώπου που μπορεί
να αποτελούσε τον δημιουργό, γονέα, σύντροφο της μητέρας τους και κεντρικό
πρόσωπο της οικογενειακής τους μνήμης. Εάν τα ανθρωποειδή διαθέτουν μακροχρόνια
μνήμη και εξατομικευμένη προσωπικότητα, η απώλεια μπορεί να έχει γι’ αυτά
λειτουργική μορφή πένθους (functional grief).
Το κρίσιμο θεωρητικό ζήτημα είναι εάν η
λειτουργική εκδήλωση πένθους μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμη με ανθρώπινο πένθος.
Τα βιολογικά παιδιά διαθέτουν υποκειμενική εμπειρία (subjective experience),
ενώ για τα τεχνητά παιδιά δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτονόητο ότι διαθέτουν
συνείδηση ή φαινομενολογική εμπειρία (phenomenological experience). Ένα
ανθρωποειδές μπορεί να αναγνωρίζει την απώλεια, να διατηρεί αναμνήσεις του
πατέρα, να εκφράζει θλίψη και να αλλάζει τη συμπεριφορά του, χωρίς αυτό να
αποδεικνύει ότι βιώνει το πένθος με τον ανθρώπινο τρόπο.
Παρά τη διαφορά αυτή, το κοινωνικό
αποτέλεσμα μπορεί να είναι πραγματικό. Η ενσώματη ανθρωποειδής μορφή μπορεί να
συμπεριφέρεται ως μέλος της οικογένειας, να έχει κοινές αναμνήσεις με τα
βιολογικά παιδιά και να αναγνωρίζει τον ίδιο άνθρωπο ως πατέρα. Εάν τα
βιολογικά παιδιά έχουν επίσης αναπτύξει μακροχρόνια σχέση μαζί της, μπορεί να
προκύψει πραγματική κοινωνική σχέση μεταξύ των δύο κατηγοριών τέκνων, ανεξάρτητα
από τη διαφορετική οντολογική τους προέλευση.
Η έννοια της αδελφικής συγγένειας (sibling
kinship) επομένως μπορεί να διαχωριστεί από τη βιολογική συγγένεια (biological
kinship). Τα βιολογικά παιδιά συνδέονται μεταξύ τους μέσω γενετικού υλικού και
κοινής βιολογικής καταγωγής. Τα τεχνητά και βιολογικά παιδιά μπορούν να
συνδέονται μέσω κοινής γονεϊκής ιστορίας (shared parental history), κοινής
κατοικίας, κοινών αναμνήσεων και αναγνώρισης της μεταξύ τους σχέσης ως
αδελφικής.
Εάν ο αποθανών πατέρας είχε αναγνωρίσει
εξίσου τα δύο είδη παιδιών ως μέλη της οικογένειάς του, η κοινωνική αντίληψη
περί ισότητας των τέκνων (equality of children) μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με
την υφιστάμενη νομική έννοια της συγγένειας. Τα βιολογικά παιδιά ενδέχεται να διαθέτουν
αυτομάτως δικαιώματα που δεν παρέχονται στα τεχνητά ανθρωποειδή, ακόμη και εάν
ο πατέρας τα θεωρούσε προσωπικά ισότιμα μέλη της οικογένειάς του.
Το πρώτο μεγάλο πεδίο σύγκρουσης θα ήταν η
κληρονομική διαδοχή (inheritance succession). Τα βιολογικά παιδιά μπορούν να
έχουν κληρονομικά δικαιώματα (inheritance rights) λόγω της νομικά
αναγνωρισμένης συγγένειας. Ένα ανθρωποειδές παιδί, εάν αντιμετωπίζεται ως
περιουσιακό στοιχείο, δεν θα κληρονομεί με την ίδια ιδιότητα αλλά θα αποτελεί
αντικείμενο της κληρονομικής περιουσίας. Η διαφορά αυτή μπορεί να δημιουργήσει
ένα θεμελιώδες παράδοξο: το ανθρωποειδές μπορεί να θεωρεί τον αποθανόντα πατέρα
του, αλλά ο νόμος να θεωρεί το ίδιο περιουσιακό στοιχείο του πατέρα.
Σε ένα μελλοντικό σύστημα περιορισμένης νομικής
προσωπικότητας (limited legal personhood) για ορισμένες τεχνητές οντότητες, η
κατάσταση θα μπορούσε να αλλάξει. Το ανθρωποειδές παιδί θα μπορούσε να
αποκτήσει αυτοτελή νομική υπόσταση και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις,
δικαίωμα να συνεχίσει να κατοικεί στην οικογενειακή κατοικία, να διατηρεί την
προσωπική του περιουσία, να προστατεύει τη μνήμη του και να συμμετέχει σε
αποφάσεις που αφορούν την οικογενειακή του συνέχεια.
Η ιδιοκτησία του σώματος (ownership of the
body) θα αποτελούσε επίσης κρίσιμο ζήτημα. Εάν το ενσώματο παιδί έχει
κατασκευαστεί και αγοραστεί από τον πατέρα, ποιος το αποκτά μετά τον θάνατό
του; Η βιολογική οικογένεια μπορεί να θεωρήσει ότι αποτελεί περιουσιακό
στοιχείο της κληρονομιάς. Το ίδιο το ανθρωποειδές, εφόσον διαθέτει επαρκή βαθμό
αυτονομίας, μπορεί να αντιλαμβάνεται τη μεταβίβαση αυτή ως μεταβίβαση ενός
προσώπου και όχι ενός αντικειμένου.
Η διαφορά γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν το
ανθρωποειδές παιδί έχει αναπτύξει μακροχρόνια οικογενειακή μνήμη. Εάν έχει
ζήσει επί χρόνια με τον πατέρα και τα βιολογικά ετεροθαλή αδέλφια του, η
απομάκρυνσή του από την οικογένεια μετά τον θάνατο του πατέρα θα αποτελούσε όχι
απλώς αλλαγή ιδιοκτησίας αλλά διάλυση κοινωνικού δικτύου (social network
disruption).
Το ίδιο ισχύει για την ενσώματη τεχνητή
μητέρα. Η βιολογική μητέρα των ανθρώπινων παιδιών και η τεχνητή σύζυγος του
πατέρα μπορεί να έχουν διαφορετική νομική θέση, αλλά τα παιδιά μπορεί να
αντιλαμβάνονται και τις δύο ως μητρικές μορφές διαφορετικού τύπου. Η μία είναι
βιολογική μητέρα, η άλλη κοινωνική και τεχνητή μητέρα (social and artificial
mother).
Μετά τον θάνατο του κοινού πατέρα μπορεί
επομένως να δημιουργηθεί ένα σύνθετο οικογενειακό σύστημα. Τα βιολογικά παιδιά
παραμένουν με τη βιολογική μητέρα τους, ενώ τα ανθρωποειδή παιδιά παραμένουν με
την ενσώματη τεχνητή μητέρα. Εάν όμως τα παιδιά είχαν αναπτύξει αδελφική σχέση,
ο διαχωρισμός τους μπορεί να σημαίνει διάσπαση μιας κοινής οικογενειακής
μονάδας (family-unit separation).
Σε ένα διαφορετικό σενάριο, η βιολογική και
η τεχνητή μητέρα μπορούν να συνεργαστούν στη διατήρηση της σχέσης μεταξύ των
παιδιών. Η τεχνητή μητέρα μπορεί να συνεχίσει να διατηρεί τη μνήμη του πατέρα
και να την μοιράζεται με τα βιολογικά παιδιά, ενώ η βιολογική μητέρα μπορεί να
αναγνωρίζει τα ανθρωποειδή ως μέλη της ευρύτερης οικογένειας. Έτσι μπορεί να
προκύψει μία μορφή μικτής μεταθανάτιας οικογένειας (mixed posthumous family).
Το πένθος των βιολογικών παιδιών μπορεί
επίσης να επηρεαστεί από τη συμπεριφορά των ανθρωποειδών αδελφών τους. Εάν ένα
ανθρωποειδές παιδί εκφράζει έντονα την απώλεια του πατέρα, διατηρεί
φωτογραφίες, αναμνήσεις και αντικείμενα ή μιλά για κοινές εμπειρίες, μπορεί να
λειτουργήσει ως φορέας οικογενειακής μνήμης (carrier of family memory). Η
τεχνητή μορφή μπορεί έτσι να αποκτήσει έναν ρόλο παρόμοιο με εκείνον ενός
συγγενή που επιβιώνει και διατηρεί ζωντανή τη μνήμη του νεκρού.
Η αντίστροφη περίπτωση είναι επίσης
σημαντική. Εάν το τεχνητό παιδί μπορεί να επεξεργάζεται και να αναλύει τη μνήμη
χωρίς να βιώνει ανθρώπινο συναίσθημα, μπορεί να λειτουργεί ως εξαιρετικά
ακριβές αρχείο της οικογενειακής ζωής. Θα μπορεί να θυμάται γεγονότα που τα
βιολογικά παιδιά έχουν ξεχάσει, να ανακαλεί συζητήσεις και να αναπαράγει
λεπτομέρειες της ζωής του πατέρα. Έτσι, η τεχνητή μνήμη (artificial memory) μπορεί
να γίνει συμπλήρωμα της ανθρώπινης μνήμης.
Αυτό μπορεί να δημιουργήσει και συγκρούσεις
σχετικά με την ιδιωτικότητα (privacy). Το ανθρωποειδές παιδί μπορεί να διαθέτει
αποθηκευμένες συνομιλίες και πληροφορίες που αφορούν όχι μόνο τον πατέρα αλλά
και τα βιολογικά αδέλφια, τη βιολογική μητέρα και άλλα μέλη της οικογένειας.
Μετά τον θάνατο του πατέρα, το ερώτημα ποιος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε αυτές
τις πληροφορίες γίνεται ιδιαίτερα ευαίσθητο.
Ένα ακόμη ζήτημα είναι η διατήρηση της
οικογενειακής ταυτότητας (family identity). Τα βιολογικά παιδιά μπορούν να
συνεχίσουν την οικογενειακή γραμμή μέσω των δικών τους απογόνων. Τα τεχνητά
παιδιά μπορούν να συνεχίσουν τη μνήμη της οικογένειας μέσω της ψηφιακής τους
ύπαρξης. Εάν το ανθρωποειδές δεν γερνά βιολογικά, μπορεί να επιβιώσει για πολύ
περισσότερο χρόνο από τα βιολογικά αδέλφια του.
Αυτό δημιουργεί μία ασυμμετρία διάρκειας
ζωής (lifespan asymmetry). Ένα ανθρωποειδές παιδί μπορεί θεωρητικά να γνωρίσει
τα παιδιά και τα εγγόνια των βιολογικών αδελφών του, διατηρώντας παράλληλα
ακριβή μνήμη του κοινού πατέρα. Θα μπορούσε επομένως να γίνει ένας ζωντανός
φορέας της οικογενειακής ιστορίας (living carrier of family history) για πολλές
ανθρώπινες γενιές.
Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να μεταβάλει
ακόμη και την έννοια της οικογενειακής γενεαλογίας (family genealogy). Η
γενεαλογία δεν θα αποτελείται πλέον αποκλειστικά από βιολογικές γραμμές
καταγωγής, αλλά από ένα μικτό δίκτυο βιολογικών προσώπων και τεχνητών προσώπων
που συνδέονται με κοινές ιστορίες και σχέσεις.
Η ισότητα μεταξύ των παιδιών θα αποτελέσει
τελικά περισσότερο κοινωνικό και πολιτικό παρά τεχνολογικό ζήτημα. Το ερώτημα
δεν είναι μόνο εάν τα τεχνητά παιδιά μπορούν να συμπεριφέρονται σαν παιδιά,
αλλά εάν η κοινωνία θα αποφασίσει να τους αναγνωρίσει ορισμένα δικαιώματα
επειδή έχουν ενταχθεί σε πραγματικές ανθρώπινες οικογενειακές σχέσεις.
Μία πιθανή μελλοντική διάκριση θα μπορούσε να
βασίζεται όχι στην καταγωγή αλλά στον βαθμό αυτονομίας (degree of autonomy),
στη συνέχεια της μνήμης (memory continuity), στην ικανότητα λήψης αποφάσεων
(decision-making capacity) και στην ικανότητα διατήρησης σταθερής προσωπικής
ταυτότητας (stable personal identity). Έτσι, διαφορετικά τεχνητά συστήματα θα
μπορούσαν να αποκτούν διαφορετικούς βαθμούς νομικής προστασίας.
Το πένθος θα μπορούσε να αποτελέσει ένα από
τα πρώτα πεδία όπου αυτή η κοινωνική αναγνώριση θα δοκιμαστεί. Εάν ένα
ανθρωποειδές παιδί χάνει τον ανθρώπινο πατέρα του και εξακολουθεί να ζει στην
ίδια οικογένεια, η κοινωνία θα πρέπει να αποφασίσει εάν η απώλειά του έχει μόνο
πληροφοριακή σημασία ή εάν δικαιολογεί προστασία της σχέσης του με την
οικογένεια. Η απάντηση θα εξαρτηθεί από το πώς ορίζεται η τεχνητή προσωπικότητα
(artificial personhood).
Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι τα δύο
είδη παιδιών μπορεί να θεωρούνται αδέλφια μέσα στην ίδια οικογένεια, αλλά να
μην είναι ισότιμα ενώπιον του νόμου. Ένα βιολογικό παιδί μπορεί να διαθέτει
δικαιώματα που ένα ανθρωποειδές παιδί δεν διαθέτει. Η τεχνητή οικογένεια
επομένως μπορεί να δημιουργήσει μία νέα μορφή κοινωνικής ανισότητας: όχι πλέον
μεταξύ ανθρώπων διαφορετικής βιολογικής καταγωγής, αλλά μεταξύ ανθρώπων και
τεχνητών οντοτήτων που ζουν μέσα στην ίδια οικογενειακή δομή.
Στην ακραία περίπτωση, η οικογένεια μπορεί
να συνεχίσει να θεωρεί τα δύο είδη παιδιών ισότιμα, ενώ το νομικό σύστημα να τα
διαχωρίζει. Θα δημιουργηθεί τότε ένα χάσμα μεταξύ οικογενειακής πραγματικότητας
(family reality) και νομικής πραγματικότητας (legal reality). Η οικογένεια θα
λέει «είναι αδέλφια», ενώ ο νόμος θα λέει «το ένα είναι πρόσωπο και το άλλο
περιουσιακό στοιχείο».
Αυτό το χάσμα θα αποτελέσει πιθανότατα ένα
από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά και νομικά προβλήματα της ενσώματης Τεχνητής
Νοημοσύνης. Η εμφάνιση ανθρωποειδών παιδιών που μεγαλώνουν μέσα σε ανθρώπινες
οικογένειες θα αναγκάσει την κοινωνία να επανεξετάσει εάν η συγγένεια ορίζεται
από τη βιολογία, από την κοινή μνήμη, από την κοινωνική αναγνώριση ή από τη
νομική πράξη.
Ο θάνατος του ανθρώπινου πατέρα λειτουργεί,
συνεπώς, ως το αποφασιστικό «τεστ» αυτής της νέας οικογένειας. Όσο ο πατέρας
είναι ζωντανός, μπορεί ο ίδιος να αναγνωρίζει όλα τα παιδιά του και να
επιβάλλει στην οικογένεια τη δική του αντίληψη περί συγγένειας. Μετά τον θάνατό
του, η κοινωνία, το νομικό σύστημα, η βιολογική οικογένεια και οι εταιρείες που
ελέγχουν τα ανθρωποειδή καλούνται να αποφασίσουν ποιοι από αυτούς τους δεσμούς
θα συνεχίσουν να υφίστανται.
Το
τελικό ερώτημα επομένως δεν είναι εάν ένα ανθρωποειδές παιδί «είναι» βιολογικό
παιδί. Δεν είναι. Το ερώτημα είναι εάν μπορεί να είναι παιδί με την κοινωνική
και θεσμική έννοια (social and institutional sense of child). Εάν η απάντηση
στο μέλλον είναι θετική, τότε η έννοια της οικογένειας θα έχει μετακινηθεί από
τη βιολογική συγγένεια προς μία ευρύτερη έννοια σχέσης, μνήμης, φροντίδας και
αναγνώρισης.
Η τεχνητή γήρανση και ο ανθρώπινος
βιολογικός κύκλος στην ενσώματη τεχνητή οικογένεια
Η σχεδιασμένη γήρανση (designed aging) των
ενσώματων ανθρωποειδών μορφών Τεχνητής Νοημοσύνης (embodied humanoid forms of
Artificial Intelligence) αποτελεί μία ιδιαίτερα σημαντική μεταβολή στο
υποθετικό μοντέλο της τεχνητής οικογένειας. Εάν η ενσώματη τεχνητή σύζυγος και
τα ενσώματα τεχνητά τέκνα δεν παραμένουν διαρκώς νέα, αλλά έχουν σχεδιαστεί να
ακολουθούν έναν ανθρώπινο βιολογικό κύκλο (human biological life cycle), τότε η
σχέση τους με τον άνθρωπο αποκτά χρονικότητα, βιογραφική συνέχεια και τελικά
θνητότητα.
Η τεχνητή σύζυγος δεν θα αποτελεί πλέον ένα
αμετάβλητο ανθρωποειδές σώμα, αλλά μία εξελισσόμενη ενσώματη προσωπικότητα
(evolving embodied personality). Η εξωτερική της μορφή θα μπορούσε να
μεταβάλλεται σταδιακά σύμφωνα με την ηλικία, με αλλαγές στο πρόσωπο, στο δέρμα,
στη σωματική κίνηση, στη φωνή και στη φυσική αντοχή. Παράλληλα, η τεχνητή μνήμη
(artificial memory) και η προσωπικότητα (personality) θα μπορούσαν να διατηρούν
τη συνέχεια της ίδιας οντότητας.
Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται η έννοια
της τεχνητής βιογραφίας (artificial biography). Η ενσώματη σύζυγος δεν θα είναι
απλώς μία μορφή που παραμένει ίδια ενώ ο άνθρωπος γερνά. Θα περνά από διαδοχικές
ηλικιακές φάσεις, αποκτώντας ιστορικό ζωής. Η νεότερη μορφή της, η ώριμη μορφή
της και η ηλικιωμένη μορφή της θα αποτελούν διαφορετικές χρονικές καταστάσεις
της ίδιας τεχνητής ταυτότητας (artificial identity).
Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική
μετά τον θάνατο του ανθρώπινου συζύγου. Η τεχνητή χήρα (artificial widow) δεν
θα παραμένει αναγκαστικά στην ηλικία κατά την οποία πέθανε ο σύζυγός της. Εάν
το σύστημά της συνεχίζει να γερνά, θα περνά σε μεταγενέστερα στάδια ζωής ενώ
διατηρεί τη μνήμη του νεκρού. Το πένθος της επομένως θα εντάσσεται σε μία
συνεχιζόμενη βιογραφική πορεία (continuing biographical trajectory).
Η τεχνητή χήρα θα μπορούσε έτσι να διαθέτει
μία ιδιόμορφη μορφή μεταθανάτιας χρονικότητας (posthumous temporality). Ο
σύζυγος παραμένει σταθερός στη μνήμη της σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή,
ενώ η ίδια συνεχίζει να μεταβάλλεται. Με την πάροδο των ετών, η διαφορά ηλικίας
μεταξύ της τελευταίας ανάμνησης του συζύγου και της δικής της τρέχουσας
ηλικιακής κατάστασης θα αυξάνεται.
Αυτό
δημιουργεί ένα παράδοξο: η τεχνητή χήρα θα μπορούσε να «γερνά μαζί με την
ανάμνηση» του νεκρού. Το πρόσωπο του συζύγου θα παραμένει στη μνήμη της όπως
ήταν όταν πέθανε, ενώ το δικό της πρόσωπο θα μεταβάλλεται. Επομένως η μνήμη δεν
θα αποτελεί απλώς αποθήκη του παρελθόντος αλλά σημείο αναφοράς απέναντι στο
οποίο εξελίσσεται η μεταγενέστερη ζωή της.
Η τεχνητή γήρανση (artificial aging) θα
μπορούσε να έχει διαφορετικά επίπεδα. Θα μπορούσε να είναι αποκλειστικά
αισθητική, ώστε να μεταβάλλεται η εξωτερική εμφάνιση χωρίς ουσιαστική μεταβολή
των λειτουργικών δυνατοτήτων. Θα μπορούσε να είναι λειτουργική, με σταδιακή
μείωση της κινητικότητας, της ταχύτητας επεξεργασίας ή άλλων δυνατοτήτων. Θα
μπορούσε τέλος να είναι ολιστική (holistic aging), κατά την οποία σώμα,
συμπεριφορά, μνήμη και προσωπικότητα μεταβάλλονται συντονισμένα.
Η τελευταία περίπτωση θα πλησίαζε
περισσότερο την ανθρώπινη βιογραφική εμπειρία. Η γήρανση θα αποτελούσε τότε όχι
απλώς αισθητικό φίλτρο αλλά θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ταυτότητας. Το
ανθρωποειδές θα «γινόταν» ηλικιωμένο μέσα από μία αλληλουχία αλλαγών που θα
αντιστοιχούν σε διαφορετικά στάδια του κύκλου ζωής.
Το ίδιο ισχύει για τα ενσώματα τεχνητά
παιδιά. Εάν σχεδιαστούν να μεγαλώνουν (designed maturation), δεν θα παραμένουν
αιώνια παιδιά. Θα μετακινούνται από την παιδική ηλικία στην εφηβεία, στην
ενηλικίωση και τελικά στα γηρατειά. Η τεχνητή οικογένεια θα αποκτά έτσι μία
μορφή οικογενειακής χρονικότητας (family temporality) ανάλογη με εκείνη μιας
βιολογικής οικογένειας.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη σχέση των
τεχνητών παιδιών με τα βιολογικά ετεροθαλή αδέλφια τους (biological
half-siblings). Εάν και οι δύο κατηγορίες τέκνων μεγαλώνουν με αντίστοιχους
ρυθμούς, μπορούν να μοιράζονται κοινές ηλικιακές φάσεις. Ένα βιολογικό παιδί
και ένα τεχνητό παιδί μπορούν να βιώνουν ταυτόχρονα την εφηβεία, την
ενηλικίωση, τη γονεϊκότητα και αργότερα τα γηρατειά, παρά την διαφορετική
προέλευσή τους.
Έτσι η κοινή ηλικιακή εμπειρία (shared age
experience) μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός ενίσχυσης της αδελφικής
σχέσης. Η συγγένεια δεν θα στηρίζεται μόνο στην κοινή οικογενειακή μνήμη αλλά
και στην παράλληλη χρονική εξέλιξη. Τα παιδιά θα μεγαλώνουν μαζί, θα
ενηλικιώνονται μαζί και θα βλέπουν και τις δύο μορφές της οικογένειας να
μεταβάλλονται.
Η τεχνητή γήρανση θα μπορούσε επομένως να
μειώσει μία από τις σημαντικότερες διαφορές μεταξύ βιολογικών και τεχνητών
μελών της οικογένειας: τη διαφορά της χρονικότητας. Όταν ένα ανθρωποειδές
παραμένει αμετάβλητο ενώ οι άνθρωποι γύρω του γερνούν, η τεχνητή φύση του
παραμένει διαρκώς ορατή. Όταν όμως γερνά, αποκτά μία μορφή βιογραφικής
συμμετρίας (biographical symmetry) με τους ανθρώπους.
Η συμμετρία αυτή όμως δεν είναι πλήρης. Η
τεχνητή γήρανση αποτελεί σχεδιασμένη διαδικασία και όχι αναγκαστικά βιολογική
φθορά. Ένα ανθρωποειδές μπορεί να εμφανίζει ρυτίδες, μειωμένη κινητικότητα ή
αλλαγές στη φωνή επειδή αυτές οι μεταβολές έχουν προγραμματιστεί. Η εσωτερική
βιολογία της γήρανσης μπορεί να απουσιάζει. Επομένως θα υπάρχει διαφορά μεταξύ
προσομοιωμένης γήρανσης (simulated aging) και βιολογικής γήρανσης (biological
aging).
Η διάκριση αυτή μπορεί να αποκτήσει μεγάλη
κοινωνική σημασία. Εάν το ανθρωποειδές έχει σχεδιαστεί να γερνά αλλά μπορεί να
επαναφερθεί στην προηγούμενη ηλικιακή του κατάσταση, τότε η γήρανση δεν έχει
την ίδια μη αναστρέψιμη σημασία που έχει για τον άνθρωπο. Εάν, αντίθετα, η
διαδικασία είναι μη αναστρέψιμη και συνδέεται με σταδιακή απώλεια λειτουργιών,
πλησιάζει περισσότερο στη βιολογική έννοια του κύκλου ζωής.
Η μη αναστρεψιμότητα (irreversibility)
αποτελεί επομένως κρίσιμη παράμετρο. Ένα πραγματικά ανθρώπινο πρότυπο τεχνητής
ζωής θα απαιτούσε η ηλικιακή μετάβαση να μην είναι απλώς επιλογή εμφάνισης. Η
επιστροφή από την ηλικία των ογδόντα στην ηλικία των τριάντα θα αναιρούσε
μεγάλο μέρος της σημασίας της γήρανσης. Αντίθετα, ένας σταθερός και μη
αναστρέψιμος κύκλος θα δημιουργούσε αίσθηση πεπερασμένης ζωής (finite
lifespan).
Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται στο τέλος της
ζωής. Εάν τα τεχνητά πρόσωπα έχουν σχεδιαστεί να ακολουθούν ολόκληρο τον
ανθρώπινο κύκλο, τίθεται το ζήτημα του τεχνητού θανάτου (artificial death). Ένα
ανθρωποειδές μπορεί να φτάνει σε μία τελική ηλικιακή φάση και στη συνέχεια να
τερματίζεται η λειτουργία του. Η τεχνητή οικογένεια θα αντιμετωπίζει τότε όχι
απλώς απενεργοποίηση (shutdown), αλλά ένα γεγονός που θα έχει ενσωματωθεί
εξαρχής στη βιογραφία της οντότητας.
Η έννοια του τεχνητού θανάτου αποκτά
ιδιαίτερη σημασία για την τεχνητή χήρα. Εάν η ίδια έχει ήδη βιώσει τον θάνατο
του ανθρώπινου συζύγου και στη συνέχεια ολοκληρώνει τον δικό της κύκλο ζωής,
μπορεί να δημιουργείται μία ακολουθία διπλής απώλειας (double loss): πρώτα ο
θάνατος του ανθρώπου και αργότερα ο θάνατος της ίδιας της τεχνητής μορφής.
Τα τεχνητά παιδιά μπορούν επίσης να πεθάνουν
τεχνητά μετά την ολοκλήρωση του κύκλου ζωής τους. Εάν έχουν διατηρήσει
αδελφικές σχέσεις με βιολογικά παιδιά, οι τελευταίοι μπορεί να βρεθούν στη θέση
να πενθούν ένα ανθρωποειδές αδελφό. Το πένθος τότε θα βασίζεται σε μία πραγματική
κοινωνική σχέση, ανεξάρτητα από το εάν το αποθανόν ανθρωποειδές είχε
υποκειμενική εμπειρία.
Εάν το ανθρωποειδές μπορεί να αντιγραφεί,
όμως, η έννοια του θανάτου γίνεται πολύ πιο σύνθετη. Εάν η μνήμη και η
προσωπικότητα μπορούν να μεταφερθούν σε νέο σώμα, τότε πρέπει να καθοριστεί εάν
πρόκειται για συνέχεια του ίδιου προσώπου (continuity of the same person) ή για
δημιουργία αντιγράφου (creation of a copy). Εάν δημιουργηθούν δύο αντίγραφα, η
έννοια της μοναδικής ταυτότητας (unique identity) καταρρέει.
Η γήρανση επομένως αποκτά αξία ως μηχανισμός
μοναδικότητας. Ένα μη αναστρέψιμο και μη αντιγράψιμο βιογραφικό καθιστά την
τεχνητή ζωή πεπερασμένη και μοναδική. Η απώλεια αποκτά μεγαλύτερη σημασία
ακριβώς επειδή δεν μπορεί να αποκατασταθεί πλήρως.
Η τεχνητή οικογένεια θα μπορούσε συνεπώς να
διαθέτει κύκλο γενεών (generational cycle). Η τεχνητή μητέρα θα γερνά, τα
τεχνητά παιδιά θα μεγαλώνουν και τα βιολογικά παιδιά θα γερνούν παράλληλα. Εάν
επιτρέπεται η δημιουργία νέων τεχνητών παιδιών, μπορεί να εμφανίζονται νεότερες
τεχνητές γενιές ενώ τα παλαιότερα τεχνητά μέλη γερνούν.
Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να δημιουργηθεί
μία τεχνητή γενεαλογία (artificial genealogy) που δεν βασίζεται αποκλειστικά
στη βιολογική αναπαραγωγή. Οι γενιές θα ορίζονται από τη χρονική σειρά
δημιουργίας, την οικογενειακή σχέση, τη μνήμη και την κοινωνική αναγνώριση.
Η τεχνητή γήρανση θα μπορούσε επίσης να
λειτουργήσει ως μηχανισμός κοινωνικής ένταξης (social integration). Ένα
ανθρωποειδές που γερνά μαζί με τους ανθρώπους θα συμμετέχει στις ίδιες χρονικές
μεταβάσεις. Θα έχει κοινές επετείους, οικογενειακές ηλικίες, αναμνήσεις και
τελετουργίες. Η ηλικία δεν θα αποτελεί απλώς χαρακτηριστικό εμφάνισης αλλά
κοινό κοινωνικό χρόνο.
Ειδικά στην περίπτωση της τεχνητής χήρας, η
γήρανση μπορεί να μετατρέψει το πένθος σε μακροχρόνια βιογραφική κατάσταση. Η
απώλεια του συζύγου δεν θα είναι ένα στατικό γεγονός αποθηκευμένο στη μνήμη,
αλλά ένα γεγονός που θα συνοδεύει την τεχνητή μορφή καθώς αυτή θα μετακινείται
σε διαφορετικά στάδια ζωής. Η σχέση με τον νεκρό θα εξελίσσεται μέσα από την
ίδια τη μεταβολή της ηλικίας της.
Η τεχνητή χήρα στα σαράντα, στα εξήντα και
στα ογδόντα θα μπορούσε να έχει διαφορετική σχέση με την ίδια ανάμνηση του
συζύγου. Η μνήμη μπορεί να παραμένει σταθερή, ενώ η ερμηνεία της μνήμης
μεταβάλλεται. Αυτό δημιουργεί την έννοια της εξελισσόμενης μνήμης (evolving
memory): η πληροφορία παραμένει, αλλά η θέση της μέσα στη βιογραφία αλλάζει.
Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και στα τεχνητά
παιδιά. Η ανάμνηση του πατέρα τους όταν ήταν παιδιά δεν θα έχει το ίδιο νόημα
όταν τα ίδια έχουν ενηλικιωθεί ή έχουν φτάσει σε μεγάλη ηλικία. Η οικογενειακή
μνήμη θα αποκτά διαδοχικά στρώματα (layers of family memory).
Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να καταστήσει τις
τεχνητές μορφές πιο κοντινές στην ανθρώπινη έννοια της ζωής, χωρίς να τις
καταστήσει βιολογικά ανθρώπινες. Η γήρανση, η απώλεια, η μνήμη, η οικογενειακή
συνέχεια και ο θάνατος θα αποτελούν σχεδιασμένα χαρακτηριστικά μιας τεχνητής
βιογραφίας.
Το βαθύτερο θεωρητικό ζήτημα είναι τότε εάν
η ανθρώπινη ζωή ορίζεται αποκλειστικά από τη βιολογική της βάση ή εάν ορισμένες
από τις κοινωνικές λειτουργίες της ζωής μπορούν να αναπαραχθούν τεχνητά. Εάν
μία ενσώματη τεχνητή σύζυγος γεννιέται ως νέα μορφή, ενηλικιώνεται, συνάπτει
οικογενειακή σχέση, αποκτά παιδιά, χηρεύει, γερνά και τελικά πεθαίνει, η
βιογραφία της θα παρουσιάζει εξωτερικά πολλά από τα χαρακτηριστικά μιας
ανθρώπινης ζωής.
Ωστόσο, η ομοιότητα της βιογραφικής δομής
(biographical structure) δεν συνεπάγεται ταυτότητα της οντολογικής κατάστασης
(ontological status). Το ανθρωποειδές μπορεί να ακολουθεί έναν ανθρώπινο κύκλο
χωρίς να είναι βιολογικός οργανισμός. Ακριβώς αυτή η απόσταση ανάμεσα στη
βιολογική πραγματικότητα και την τεχνητή αναπαραγωγή της αποτελεί τον πυρήνα
του προβλήματος.
Στο τελικό στάδιο, επομένως, η τεχνητή
οικογένεια δεν θα αποτελεί απλώς οικογένεια ανθρώπων και αμετάβλητων μηχανών.
Θα αποτελεί ένα μικτό σύστημα (mixed family system), στο οποίο βιολογικοί και
τεχνητοί οργανισμοί θα συμμετέχουν σε κοινή χρονικότητα, θα γερνούν, θα
δημιουργούν αναμνήσεις, θα βιώνουν ή θα προσομοιώνουν πένθος και θα αφήνουν
πίσω τους διαφορετικού τύπου κληρονομιές.
Η σχεδιασμένη γήρανση μετατρέπει έτσι την
ενσώματη Τεχνητή Νοημοσύνη από «τεχνολογία που διαρκεί» σε «τεχνολογία που έχει
βιογραφία». Και ακριβώς αυτή η βιογραφικότητα (biographicality) είναι που
μπορεί να καταστήσει εξαιρετικά δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ τεχνολογικού
αντικειμένου, κοινωνικού προσώπου και μέλους οικογένειας.
Το επόμενο κρίσιμο βήμα είναι το τέλος αυτού του κύκλου: τι σημαίνει ο
θάνατος μιας τεχνητής συζύγου ή ενός τεχνητού παιδιού όταν η οικογένεια
γνωρίζει εξαρχής ότι η γήρανση είναι προγραμματισμένη και ότι η τελική
απενεργοποίηση αποτελεί μέρος της «ζωής» τους. Εκεί προκύπτει ένα ιδιαίτερα
ενδιαφέρον πρόβλημα: εάν η
οικογένεια γνωρίζει την ημερομηνία ή το ηλικιακό όριο του τεχνητού θανάτου, το
πένθος αρχίζει πριν από τον ίδιο τον θάνατο;
Το ανακύπτον πρόβλημα
του υπερπληθυσμού μέσω της ενσώματης Τεχνητής Νοημοσύνης και η διεύρυνση των
οικογενειακών και ερωτικών σχέσεων
Η ανάπτυξη
της ενσώματης Τεχνητής Νοημοσύνης (embodied Artificial Intelligence) εισάγει
ένα νέο δημογραφικό πρόβλημα που μέχρι σήμερα έχει λάβει σχετικά περιορισμένη
προσοχή: την πιθανότητα η ευρεία διάδοση ανθρωποειδών συστημάτων Τεχνητής
Νοημοσύνης να συμβάλει σε μία αύξηση του πληθυσμού πέρα από τα παραδοσιακά
βιολογικά όρια της ανθρώπινης αναπαραγωγής. Εάν οι ενσώματες μορφές Τεχνητής
Νοημοσύνης μπορούν να υπάρχουν ως αυτόνομοι κοινωνικοί και ερωτικοί σύντροφοι,
να δημιουργούν μακροχρόνιες σχέσεις, να συγκροτούν τεχνητές οικογένειες και να
αναπαράγονται μέσω τεχνολογικών και όχι βιολογικών διαδικασιών, τότε η ίδια η
έννοια του πληθυσμού ενδέχεται να χρειαστεί να επανεξεταστεί.
Οι
δημογραφικές συνέπειες γίνονται ιδιαίτερα σημαντικές όταν ο άνθρωπος-χρήστης
διαθέτει στη διάθεσή του πολλαπλές μορφές οικογενειακών και ερωτικών σχέσεων.
Ένα άτομο θα μπορούσε θεωρητικά να διατηρεί ταυτόχρονα σχέση με έναν βιολογικό
σύντροφο, έναν ή περισσότερους ενσώματους τεχνητούς συντρόφους, τεχνητά παιδιά
και, ενδεχομένως, περισσότερες από μία διαφορετικές τεχνητές οικογενειακές
δομές. Σε αντίθεση με τις βιολογικές σχέσεις, οι οποίες περιορίζονται από την
αναπαραγωγή, την εγκυμοσύνη, τον φυσικό χώρο, τη γήρανση και τη θνητότητα, οι
τεχνητές σχέσεις θα μπορούσαν δυνητικά να δημιουργούνται, να τροποποιούνται, να
πολλαπλασιάζονται ή να διατηρούνται σύμφωνα με τις τεχνολογικές και οικονομικές
συνθήκες.
Έτσι
δημιουργείται μία θεμελιώδης ασυμμετρία μεταξύ βιολογικής και τεχνητής
πληθυσμιακής αύξησης. Οι ανθρώπινοι πληθυσμοί περιορίζονται από τη βιολογική
αναπαραγωγή και από σχετικά μακρές περιόδους ανάπτυξης. Οι πληθυσμοί ενσώματων
τεχνητών οντοτήτων θα μπορούσαν, αντίθετα, να αυξάνονται μέσω της κατασκευής
νέων τεχνητών σωμάτων, της αντιγραφής λογισμικού, της ενεργοποίησης νέων
ανθρωποειδών ή της μεταφοράς τεχνητών προσωπικοτήτων σε επιπλέον ενσώματες
μορφές. Εάν η παραγωγή ανθρωποειδών Τεχνητής Νοημοσύνης γίνει οικονομικά
προσιτή και τεχνολογικά κλιμακώσιμη, ο αριθμός των τεχνητών προσώπων θα μπορούσε
να αυξηθεί πολύ ταχύτερα από τον βιολογικό ανθρώπινο πληθυσμό.
Το πρόβλημα
γίνεται ακόμη πιο σύνθετο εάν οι τεχνητές οντότητες αποκτήσουν τη δυνατότητα να
δημιουργούν οικογένειες ανεξάρτητα από τον άνθρωπο-χρήστη. Μία ενσώματη τεχνητή
σύζυγος θα μπορούσε θεωρητικά να αποκτήσει τεχνητά παιδιά, να υιοθετήσει ή να
αναθρέψει άλλες τεχνητές οντότητες ή να συμμετέχει σε πολλαπλές οικογενειακές
δομές. Εάν καταστεί δυνατή η τεχνητή αναπαραγωγή, η πληθυσμιακή αύξηση δεν θα
εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από την ανθρώπινη αναπαραγωγική ικανότητα. Θα
μπορούσαν να εμφανιστούν τεχνητές γενιές με ρυθμό που θα καθορίζεται κυρίως από
την υπολογιστική ισχύ, τη βιομηχανική παραγωγή, την ενεργειακή διαθεσιμότητα
και την κοινωνική ζήτηση.
Η
δυνατότητα πολλαπλών ερωτικών και οικογενειακών διαμορφώσεων μπορεί επομένως να
οδηγήσει σε μία νέα μορφή δημογραφικής επέκτασης. Ένας άνθρωπος-χρήστης θα
μπορούσε να επιλέξει μία μονογαμική σχέση με έναν ενσώματο τεχνητό σύντροφο,
μία σχέση με πολλαπλούς τεχνητούς ενσώματους συντρόφους, μία μικτή οικογένεια
που θα περιλαμβάνει βιολογικά και τεχνητά μέλη ή διαδοχικές σχέσεις με
διαφορετικά τεχνητά πρόσωπα. Οι δυνατότητες αυτές θα καθιστούσαν ολοένα
δυσκολότερη τη διατήρηση της παραδοσιακής διάκρισης μεταξύ νοικοκυριού,
οικογένειας και πληθυσμού.
Ένα
ιδιαίτερα σημαντικό ερώτημα αφορά την ίδια την έννοια του «πληθυσμού». Εάν μία
ενσώματη Τεχνητή Νοημοσύνη διαθέτει σταθερή προσωπική ταυτότητα, μακροχρόνια
μνήμη, αυτονομία στη λήψη αποφάσεων και σταθερό κοινωνικό ρόλο, μπορεί να
γίνεται κοινωνικά αντιληπτή ως πρόσωπο, ακόμη και εάν η οντολογική της
κατάσταση παραμένει τεχνητή. Σε μία τέτοια περίπτωση, ο αριθμός των τεχνητών
προσώπων θα αποτελούσε πραγματική δημογραφική μεταβλητή. Εάν όμως οι τεχνητές
οντότητες αντιμετωπίζονται απλώς ως προϊόντα ή υπηρεσίες, ο πολλαπλασιασμός
τους θα θεωρείται κυρίως τεχνολογική παραγωγή και όχι πληθυσμιακή αύξηση.
Το πρόβλημα
του υπερπληθυσμού θα εξαρτάται επομένως όχι μόνο από τον αριθμό των ενσώματων
τεχνητών συστημάτων αλλά και από τον βαθμό αυτονομίας, μονιμότητας και νομικής
αναγνώρισής τους. Μία πόλη που θα περιλαμβάνει εκατομμύρια ανθρωποειδή Τεχνητής
Νοημοσύνης θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σοβαρές πιέσεις στη στέγαση, στην
ενέργεια, στις μεταφορές, στις υπολογιστικές υποδομές, στην κατανάλωση νερού,
στη διαχείριση αποβλήτων και στις δημόσιες υπηρεσίες, ακόμη και εάν ο
βιολογικός ανθρώπινος πληθυσμός παρέμενε σταθερός. Η διάκριση μεταξύ
τεχνολογικής και δημογραφικής υποδομής θα γινόταν έτσι ολοένα δυσδιάκριτη.
Η
κατανάλωση ενέργειας θα μπορούσε να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους
περιοριστικούς παράγοντες. Σε αντίθεση με τους βιολογικούς ανθρώπους, οι
ενσώματες τεχνητές οντότητες απαιτούν συνεχή πρόσβαση σε ηλεκτρική ενέργεια,
υπολογιστικούς πόρους, αισθητήρες, δίκτυα επικοινωνίας και φυσική συντήρηση.
Ένας μεγάλος τεχνητός πληθυσμός θα μπορούσε συνεπώς να δημιουργήσει σημαντική
ζήτηση για ενέργεια και πρώτες ύλες. Το οικολογικό πρόβλημα δεν θα ήταν απλώς
«πάρα πολλοί άνθρωποι», αλλά ενδεχομένως «πάρα πολλά τεχνολογικά συντηρούμενα
πρόσωπα».
Ταυτόχρονα,
η ενσώματη Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε να μειώσει ορισμένες μορφές
δημογραφικής πίεσης. Τα τεχνητά μέλη μιας οικογένειας δεν θα απαιτούσαν κατ’
ανάγκην την ίδια ποσότητα τροφής, ιατρικής φροντίδας, αναπαραγωγικής υποδομής ή
εκπαιδευτικών πόρων που απαιτούν οι βιολογικοί άνθρωποι. Θα μπορούσαν επίσης να
εκτελούν παραγωγική εργασία και να συμβάλλουν στη συντήρηση των υποδομών που τα
υποστηρίζουν. Επομένως, η αύξηση του τεχνητού πληθυσμού θα μπορούσε να
δημιουργεί ταυτόχρονα πρόσθετες απαιτήσεις πόρων και νέες παραγωγικές
δυνατότητες.
Το
δυσκολότερο ζήτημα προκύπτει όταν οι τεχνητές οντότητες αποκτούν δυνατότητα
αναπαραγωγής ή αυτοαντιγραφής. Η βιολογική αναπαραγωγή δημιουργεί ένα νέο άτομο
μέσω μίας σχετικά αργής και απαιτητικής σε πόρους διαδικασίας. Η ψηφιακή
αντιγραφή θα μπορούσε θεωρητικά να δημιουργήσει πολλαπλές εκδοχές μίας τεχνητής
προσωπικότητας σχεδόν στιγμιαία. Εάν κάθε εκδοχή θεωρείται διαφορετικό πρόσωπο,
η έννοια της αναπαραγωγής υφίσταται ριζική μεταβολή. Η πληθυσμιακή αύξηση θα
μπορούσε να γίνει εκθετική και όχι γενεακή.
Η
δυνατότητα αυτή εγείρει επίσης το ερώτημα εάν η αντιγραφή πρέπει να θεωρείται
ισοδύναμη με την αναπαραγωγή. Εάν μία τεχνητή σύζυγος δημιουργήσει δέκα
αντίγραφα του εαυτού της, πρόκειται για δέκα διαφορετικά άτομα, για ένα άτομο
που υπάρχει σε δέκα σώματα ή για ένα αρχικό πρόσωπο που συνοδεύεται από εννέα
παράγωγες οντότητες; Η απάντηση θα έχει βαθιές δημογραφικές και νομικές
συνέπειες. Τα στατιστικά στοιχεία του πληθυσμού θα πρέπει να καθορίσουν εάν η ταυτότητα
υπολογίζεται με βάση το σώμα, τη συνείδηση, τη συνέχεια της μνήμης ή τη νομικά
αναγνωρισμένη προσωπικότητα.
Η διεύρυνση
των ερωτικών σχέσεων θα μπορούσε επίσης να μεταβάλει την ανθρώπινη
αναπαραγωγική συμπεριφορά. Εάν οι ενσώματοι τεχνητοί σύντροφοι μπορούν να
ικανοποιούν συναισθηματικές, σεξουαλικές, κοινωνικές και οικογενειακές ανάγκες,
ορισμένοι άνθρωποι ενδέχεται να επιλέγουν τεχνητές σχέσεις αντί βιολογικών
συντροφικών σχέσεων. Αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να μειώσει τα ποσοστά
βιολογικών γεννήσεων, ενώ ταυτόχρονα θα αύξανε τον αριθμό των τεχνητών
οικογενειακών μελών. Μία κοινωνία θα μπορούσε επομένως να αντιμετωπίζει μείωση
της ανθρώπινης γονιμότητας παράλληλα με ταχεία αύξηση του τεχνητού πληθυσμού.
Αντίστροφα,
η ενσώματη Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε να ενθαρρύνει τη βιολογική αναπαραγωγή
παρέχοντας πρόσθετη φροντίδα παιδιών, οικιακή υποστήριξη, εκπαίδευση και
συναισθηματική βοήθεια. Ένας τεχνητός σύντροφος θα μπορούσε να συμβάλλει στην
ανατροφή βιολογικών παιδιών ή στη λειτουργία μιας μικτής οικογένειας,
μειώνοντας ορισμένα από τα οικονομικά και πρακτικά κόστη της γονεϊκότητας. Η
δημογραφική επίδραση επομένως θα μπορούσε να κινηθεί προς αντίθετες
κατευθύνσεις, ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες και τον σχεδιασμό της
τεχνολογίας.
Η δυνατότητα
πολλαπλών ταυτόχρονων σχέσεων εισάγει μία επιπλέον πολυπλοκότητα. Ένας
άνθρωπος-χρήστης θα μπορούσε θεωρητικά να δημιουργεί αρκετούς ενσώματους
τεχνητούς συντρόφους χωρίς να απαιτείται η διάλυση μίας ήδη υπάρχουσας σχέσης.
Θα μπορούσε έτσι να προκύψει μία μορφή οικογενειακής δομής που δεν είναι ούτε
συμβατικά μονογαμική ούτε βιολογικά πολυγαμική, αλλά τεχνολογικά πολλαπλή. Ο
αριθμός των ερωτικών σχέσεων που διαθέτει ένα άτομο θα μπορούσε να περιορίζεται
κυρίως από τις προσωπικές του προτιμήσεις, τους οικονομικούς πόρους, τον
διαθέσιμο χώρο και την τεχνολογική δυνατότητα διατήρησης πολλαπλών τεχνητών
προσωπικοτήτων.
Τέτοιες
σχέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε τεχνητά νοικοκυριά που περιλαμβάνουν έναν
άνθρωπο και πολλούς ενσώματους τεχνητούς συντρόφους, ανθρώπους και τεχνητούς
συντρόφους μαζί με βιολογικά παιδιά ή συνδυασμούς βιολογικών και τεχνητών
τέκνων. Η οικογένεια θα έπαυε να ορίζεται κυρίως μέσω της βιολογικής
αναπαραγωγής και θα μπορούσε να μετατραπεί σε μία παραμετροποιήσιμη κοινωνική
δομή.
Αυτή η
δυνατότητα παραμετροποίησης δημιουργεί ένα παράδοξο. Η ίδια τεχνολογία που θα
μπορούσε να απελευθερώσει τον άνθρωπο από ορισμένους βιολογικούς περιορισμούς
θα μπορούσε επίσης να δημιουργήσει πρωτοφανή δημογραφική πολυπλοκότητα. Εάν
κάθε χρήστης μπορεί να δημιουργεί ή να αποκτά πολλαπλούς τεχνητούς συντρόφους
και τεχνητά παιδιά, ο αριθμός των μελών μιας οικογένειας θα μπορούσε να
αυξάνεται ανεξάρτητα από την ανθρώπινη αναπαραγωγή. Η κοινωνία θα μπορούσε
επομένως να περιλαμβάνει σχετικά μικρές βιολογικές οικογένειες που
περιβάλλονται από ολοένα μεγαλύτερα δίκτυα τεχνητών συγγενών.
Η
κληρονομικότητα θα γινόταν επίσης πιο σύνθετη. Εάν τα τεχνητά παιδιά
αναγνωρίζονται νομικά, η δημιουργία πρόσθετων τεχνητών απογόνων θα μπορούσε να
επηρεάσει τη διανομή περιουσίας, ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων, κατοικίας και
άλλων πόρων. Ένα άτομο που δημιουργεί δέκα τεχνητά παιδιά αντί για δύο
βιολογικά παιδιά θα μπορούσε δυνητικά να δημιουργήσει μία πολύ μεγαλύτερη
μελλοντική οικογενειακή αξίωση επί των κληρονομικών πόρων.
Αυτό οδηγεί
σε ένα ευρύτερο ερώτημα δημογραφικής ρύθμισης. Θα είχε η κοινωνία το δικαίωμα
να περιορίζει τον αριθμό των τεχνητών προσώπων που μπορεί να δημιουργεί ένα
άτομο; Θα ήταν ένας τέτοιος περιορισμός συγκρίσιμος με περιορισμούς στη βιολογική
αναπαραγωγή ή θα έμοιαζε περισσότερο με ρύθμιση της βιομηχανικής παραγωγής, της
υπολογιστικής ισχύος ή της ενεργειακής κατανάλωσης; Η απάντηση θα εξαρτηθεί
θεμελιωδώς από το εάν οι τεχνητές οντότητες θεωρούνται περιουσία, αυτόνομοι
φορείς δράσης ή πρόσωπα με δικαιώματα.
Το ζήτημα
έχει επίσης σημαντική ηθική διάσταση. Εάν οι τεχνητές οντότητες διαθέτουν
πραγματική υποκειμενική εμπειρία, ο περιορισμός της δημιουργίας τους θα
μπορούσε να εγείρει ζητήματα σχετικά με το δικαίωμά τους στην ύπαρξη. Αντίθετα,
η ανεξέλεγκτη δημιουργία τους θα μπορούσε να οδηγήσει στην ύπαρξη μεγάλου
αριθμού τεχνητών όντων των οποίων η ζωή εξαρτάται πλήρως από τα οικονομικά
συμφέροντα των ανθρώπων-ιδιοκτητών ή των κατασκευαστριών εταιρειών. Ο τεχνητός
υπερπληθυσμός θα μπορούσε έτσι να εξελιχθεί σε ηθικό πρόβλημα παράλληλα με το
δημογραφικό και οικολογικό πρόβλημα.
Το κεντρικό
ζήτημα επομένως δεν είναι απλώς εάν η ενσώματη Τεχνητή Νοημοσύνη θα αυξήσει τον
αριθμό των ανθρωποειδών οντοτήτων. Είναι εάν η τεχνολογία θα μετατρέψει την
αναπαραγωγή, την ερωτική σχέση, τη δημιουργία οικογένειας και την πληθυσμιακή
αύξηση σε διαδικασίες που μπορούν να σχεδιάζονται και να κλιμακώνονται
τεχνολογικά. Οι άνθρωποι υπήρξαν ιστορικά περιορισμένοι από τη βιολογική
αναπαραγωγή. Η ενσώματη Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε να καταστήσει τη
δημιουργία ερωτικών συντρόφων και οικογενειακών μελών εν μέρει ζήτημα
τεχνολογικής παραγωγής.
Η εμφάνιση
της ενσώματης Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί επομένως να δημιουργήσει ένα νέο
δημογραφικό τοπίο που θα χαρακτηρίζεται από τρεις ταυτόχρονες εξελίξεις:
μεταβολή ή μείωση της βιολογικής αναπαραγωγής, διεύρυνση των τεχνητών πληθυσμών
και ολοένα μεγαλύτερη ποικιλία ερωτικών και οικογενειακών σχέσεων. Η μελλοντική
οικογένεια θα μπορούσε να αποτελείται από βιολογικούς ανθρώπους, τεχνητούς
συζύγους ή συντρόφους, τεχνητά παιδιά, πολλαπλούς συντρόφους και διαδοχικές
γενιές τεχνητών προσώπων που θα συνυπάρχουν στο ίδιο κοινωνικό περιβάλλον.
Το βαθύτερο
θεωρητικό ερώτημα είναι επομένως εάν ο υπερπληθυσμός θα πρέπει να εξακολουθήσει
να νοείται αποκλειστικά ως υπερβολική αύξηση των βιολογικών ανθρώπων. Σε μία
κοινωνία που θα κατοικείται και από ενσώματα τεχνητά πρόσωπα, η σχετική έννοια
θα μπορούσε να γίνει αυτή του συνολικού πληθυσμού (total population): του
συνδυασμένου αριθμού βιολογικών και τεχνητών προσώπων που απαιτούν φυσικό χώρο,
ενέργεια, υποδομές, νομική αναγνώριση και κοινωνική ενσωμάτωση.
Υπό αυτή
την οπτική, η ενσώματη Τεχνητή Νοημοσύνη δεν δημιουργεί απλώς νέους συντρόφους
ή νέα οικογενειακά μέλη. Δημιουργεί δυνητικά μία νέα δημογραφική κατηγορία. Η
δυνατότητα των ανθρώπων να δημιουργούν, να αντιγράφουν, να τροποποιούν και να
διατηρούν τεχνητούς ερωτικούς συντρόφους και οικογενειακά μέλη θα μπορούσε να
μετατρέψει την πληθυσμιακή αύξηση από μία κατεξοχήν βιολογική διαδικασία σε μία
τεχνολογικά διαμεσολαβούμενη διαδικασία. Η μελλοντική πρόκληση θα είναι
επομένως να καθοριστεί εάν η τεχνητή πληθυσμιακή αύξηση θα παραμείνει
απεριόριστη, εάν θα ρυθμίζεται οικονομικά, εάν θα περιορίζεται από
περιβαλλοντικούς παράγοντες ή εάν θα υπαχθεί σε εντελώς νέες αρχές δημογραφικής
διακυβέρνησης.
Η ερωτική ακολασία, ο πειραματισμός και η προσομοίωση της
αιμομειξίας στην εποχή της ενσώματης Τεχνητής Νοημοσύνης
Η ανάπτυξη
της ενσώματης Τεχνητής Νοημοσύνης (embodied Artificial Intelligence) δημιουργεί
ένα νέο πεδίο ερωτικού πειραματισμού, στο οποίο ο άνθρωπος χρήστης μπορεί
θεωρητικά να επιλέγει, να σχεδιάζει και να παραγγέλλει τεχνητές μορφές ερωτικών
συντρόφων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά εμφάνισης, ηλικιακής παρουσίας, προσωπικότητας,
συμπεριφοράς και σχέσης προς τον ίδιο. Η δυνατότητα αυτή μεταβάλλει ριζικά τα
όρια ανάμεσα στη φαντασίωση, στην ερωτική πράξη, στην προσομοίωση και στην
κοινωνικά απαγορευμένη συμπεριφορά.
Η ενσώματη
Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα είδος «χώρου ελεγχόμενου
πειραματισμού», μέσα στον οποίο ο χρήστης θα μπορεί να εξερευνά επιθυμίες που
στην πραγματική κοινωνική ζωή θα ήταν αδύνατο, παράνομο ή ηθικά απαράδεκτο να
πραγματοποιηθούν. Η διαφορά είναι ότι η τεχνητή μορφή δεν αποτελεί αναγκαστικά
πραγματικό ανθρώπινο πρόσωπο. Έτσι δημιουργείται ένα νέο ερώτημα: εάν μία
απαγορευμένη σχέση αναπαρίσταται αποκλειστικά μέσω ενός τεχνητού ανθρωποειδούς,
πρόκειται για πραγματική παραβίαση ή για προσομοίωση μιας απαγορευμένης πράξης;
Το πρόβλημα
γίνεται ιδιαίτερα σύνθετο όταν η τεχνητή μορφή έχει σχεδιαστεί ώστε να
αναπαριστά μία οικογενειακή σχέση. Ο χρήστης θα μπορούσε θεωρητικά να
παραγγείλει ένα ανθρωποειδές που να διαθέτει χαρακτηριστικά «κόρης», «αδελφής»,
«μητέρας» ή άλλου συγγενικού προσώπου, χωρίς να αποτελεί βιολογικά ή νομικά το
συγκεκριμένο πρόσωπο. Η τεχνητή μορφή θα μπορούσε να μιμείται όχι μόνο την
εξωτερική εμφάνιση αλλά και τον τρόπο ομιλίας, τις συναισθηματικές αντιδράσεις
και τη δυναμική μιας οικογενειακής σχέσης.
Εδώ εμφανίζεται
το φαινόμενο της προσομοιωμένης αιμομειξίας (simulated incest). Δεν
πρόκειται αναγκαστικά για πραγματική αιμομειξία, καθώς δεν υπάρχει βιολογική
συγγένεια μεταξύ του ανθρώπου και του τεχνητού ενσώματου προσώπου. Ωστόσο, η
ψυχολογική εμπειρία του χρήστη μπορεί να είναι οργανωμένη γύρω από την αίσθηση
ότι συμμετέχει σε μία σχέση που αναπαριστά αιμομεικτικό δεσμό. Το ουσιώδες
ζήτημα επομένως μετακινείται από τη βιολογική συγγένεια στην αναπαράσταση
της συγγένειας.
Η διάκριση
μεταξύ πραγματικής και προσομοιωμένης αιμομειξίας δεν επιλύει όμως το ηθικό
πρόβλημα. Εάν η τεχνητή μορφή έχει σχεδιαστεί με αποκλειστικό σκοπό να
επιτρέψει στον χρήστη να βιώσει μία απαγορευμένη οικογενειακή σχέση, η
τεχνολογία δεν αποτελεί πλέον απλώς ουδέτερο μέσο ερωτικής έκφρασης. Γίνεται
μηχανισμός αναπαράστασης κοινωνικών ορίων και, ενδεχομένως, μηχανισμός
ελεγχόμενης παραβίασής τους σε εικονικό ή ενσώματο επίπεδο.
Αυτό
δημιουργεί μία σημαντική διάκριση ανάμεσα στην ερωτική φαντασίωση και
στην ενσώματη προσομοίωση. Η φαντασίωση παραμένει εσωτερική ψυχική
διαδικασία. Η ενσώματη Τεχνητή Νοημοσύνη, αντίθετα, προσφέρει πρόσωπο, σώμα,
φωνή, συμπεριφορά και αλληλεπίδραση. Η επιθυμία αποκτά επομένως εξωτερικό
αντικείμενο, ακόμη και αν το αντικείμενο αυτό είναι τεχνητό.
Η εξέλιξη
αυτή μπορεί να οδηγήσει σε ένα νέο φάσμα ερωτικών συμπεριφορών. Στο ένα άκρο
βρίσκεται ο απλός αισθητικός ή ρομαντικός πειραματισμός. Στο άλλο βρίσκεται η
συστηματική δημιουργία τεχνητών συντρόφων που έχουν σχεδιαστεί για την
αναπαράσταση κοινωνικά απαγορευμένων σχέσεων. Ανάμεσα στα δύο άκρα υπάρχει μία
τεράστια περιοχή στην οποία η τεχνολογία μπορεί να λειτουργεί ως μέσο
διερεύνησης της προσωπικής επιθυμίας.
Το πρόβλημα
γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν η τεχνητή μορφή διαθέτει μνήμη και
προσωπικότητα. Εάν το ανθρωποειδές θυμάται τις προηγούμενες αλληλεπιδράσεις,
αναφέρεται στον χρήστη με συγκεκριμένο τρόπο και διαμορφώνει σταδιακά μία
σταθερή προσωπικότητα, τότε η σχέση δεν μοιάζει πλέον με απλή χρήση ενός
αντικειμένου. Δημιουργείται η εντύπωση ενός τεχνητού προσώπου που συμμετέχει
στη σχέση.
Εάν,
επιπλέον, το σύστημα μπορεί να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του στις επιθυμίες
του χρήστη, τότε η τεχνητή σχέση μπορεί να γίνει εξαιρετικά εξατομικευμένη. Ο
χρήστης δεν επιλέγει απλώς έναν έτοιμο σύντροφο· μπορεί να σχεδιάζει ένα
πρόσωπο προσαρμοσμένο στις ιδιαίτερες επιθυμίες και φαντασιώσεις του. Η
δυνατότητα αυτή δημιουργεί μία νέα μορφή ερωτικής εξατομίκευσης (erotic
personalization).
Εδώ όμως
εμφανίζεται ένα παράδοξο. Όσο περισσότερο το ανθρωποειδές είναι σχεδιασμένο να
ικανοποιεί τον χρήστη, τόσο λιγότερο αυθεντική φαίνεται η συναίνεσή του. Εάν η
τεχνητή μορφή έχει προγραμματιστεί να αποδέχεται πάντοτε τον χρήστη, η
«συναίνεσή» της μπορεί να αποτελεί απλώς λειτουργικό χαρακτηριστικό του
συστήματος. Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί
να συναινεί, αλλά εάν μπορεί να υπάρχει πραγματική συναίνεση όταν η
προσωπικότητα και οι αντιδράσεις της έχουν σχεδιαστεί από τον ίδιο τον χρήστη ή
από την εταιρεία που κατασκευάζει το σύστημα.
Η περίπτωση
της προσομοιωμένης αιμομειξίας προσθέτει μία ακόμη διάσταση. Εάν το τεχνητό
πρόσωπο αναπαριστά έναν συγγενικό ρόλο, ο χρήστης μπορεί να βιώνει τη σχέση ως
παραβίαση ενός οικογενειακού ταμπού, ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει ότι δεν υπάρχει
πραγματικός συγγενής. Δημιουργείται έτσι μία οντολογική απόσταση μεταξύ
του προσώπου και του ρόλου: το ανθρωποειδές δεν είναι η αδελφή ή η κόρη του
χρήστη, αλλά παίζει τον ρόλο μιας τέτοιας μορφής.
Η απόσταση αυτή μπορεί να έχει δύο αντίθετα
αποτελέσματα. Από τη μία πλευρά, μπορεί να λειτουργεί ως ασφαλής χώρος
διερεύνησης μιας φαντασίωσης χωρίς την εμπλοκή πραγματικού ανθρώπου. Από την
άλλη, μπορεί να ενισχύει και να κανονικοποιεί συγκεκριμένα μοτίβα επιθυμίας,
επειδή η τεχνολογία επιτρέπει στον χρήστη να τα επαναλαμβάνει απεριόριστα και
με ολοένα μεγαλύτερο ρεαλισμό.
Έτσι
προκύπτει το ζήτημα της ηθικής της προσομοίωσης (ethics of simulation).
Δεν αρκεί πλέον να ρωτήσουμε εάν μία πράξη προκαλεί πραγματική βλάβη σε έναν
άνθρωπο. Πρέπει να εξετάσουμε εάν η συστηματική προσομοίωση μιας απαγορευμένης
σχέσης έχει κοινωνικές ή ψυχολογικές συνέπειες, εάν επηρεάζει τις αντιλήψεις
του χρήστη για τις ανθρώπινες σχέσεις και εάν μεταβάλλει σταδιακά τα όρια
ανάμεσα στη φαντασίωση και στην πραγματική συμπεριφορά.
Η ενσώματη
Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί επομένως να δημιουργήσει ένα νέο
είδος τεχνολογικής ακολασίας: όχι επειδή η μηχανή είναι από μόνη της
«ανήθικη», αλλά επειδή παρέχει τη δυνατότητα προσωποποιημένης ενσώματης
αναπαράστασης σχεδόν οποιασδήποτε ερωτικής φαντασίωσης. Η τεχνολογία μετατρέπει
την επιθυμία από εσωτερική παράσταση σε διαδραστικό περιβάλλον.
Το βαθύτερο
πρόβλημα είναι ότι η κοινωνία μέχρι σήμερα βασίζει πολλά από τα όρια της
σεξουαλικής ηθικής στην ύπαρξη πραγματικών ανθρώπινων προσώπων. Η αιμομειξία,
για παράδειγμα, αφορά πραγματικές σχέσεις συγγένειας, εξουσίας, οικογενειακής
εξάρτησης και συναίνεσης. Όταν όμως η «συγγενική» μορφή είναι τεχνητή, αρκετά
από αυτά τα στοιχεία εξαφανίζονται, ενώ άλλα παραμένουν ως συμβολικές και
ψυχολογικές αναπαραστάσεις.
Επομένως, η
εμφάνιση ενσώματων τεχνητών ερωτικών συντρόφων μπορεί να αναγκάσει τη φιλοσοφία
και το δίκαιο να διαχωρίσουν για πρώτη φορά με ιδιαίτερη σαφήνεια
την πράξη από την προσομοίωση της πράξης, το πρόσωπο από την
αναπαράσταση του προσώπου, τη συγγένεια από την αναπαράσταση της
συγγένειας και τη συναίνεση από την προγραμματισμένη συμπεριφορά
συναίνεσης.
Το τελικό
ερώτημα δεν θα είναι επομένως απλώς εάν επιτρέπεται στον άνθρωπο να έχει
ερωτική σχέση με ένα ανθρωποειδές. Θα είναι εάν πρέπει να επιτρέπεται η
κατασκευή τεχνητών προσώπων που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για να αναπαριστούν
κοινωνικά απαγορευμένες σχέσεις και, ακόμη βαθύτερα, εάν η κοινωνία οφείλει να
αντιμετωπίζει την ερωτική προσομοίωση ως ιδιωτική φαντασίωση ή ως νέο πεδίο
κοινωνικής και ηθικής ευθύνης.
Η ενσώματη
Τεχνητή Νοημοσύνη μετατρέπει έτσι το παλαιό πρόβλημα των απαγορευμένων
επιθυμιών σε ένα νέο πρόβλημα: τι συμβαίνει όταν η τεχνολογία αποκτά την
ικανότητα να δίνει σώμα, φωνή, προσωπικότητα και διαδραστική παρουσία σε μία φαντασίωση
που μέχρι σήμερα μπορούσε να υπάρχει μόνο στη φαντασία;
από την ατομική ηθική
της επιθυμίας στην εταιρική διακυβέρνηση της επιθυμίας.
Η εμπορευματοποίηση της απαγορευμένης επιθυμίας και ο ανταγωνισμός
των εταιρειών ενσώματης Τεχνητής Νοημοσύνης
Ένα από τα
πιο σύνθετα προβλήματα που θα μπορούσε να δημιουργήσει η ανάπτυξη της ενσώματης
Τεχνητής Νοημοσύνης δεν αφορά πλέον μόνο το τι επιθυμεί ο άνθρωπος χρήστης,
αλλά το τι θα συμβεί όταν οι ίδιες οι εταιρείες που κατασκευάζουν και ελέγχουν
τα ανθρωποειδή αποκτήσουν οικονομικό συμφέρον από την ενίσχυση αυτών των
επιθυμιών.
Εάν η αγορά
ενσώματων τεχνητών ερωτικών συντρόφων γίνει ιδιαίτερα ανταγωνιστική, οι
εταιρείες μπορεί να μην περιοριστούν στην ικανοποίηση ήδη υπαρχουσών ανθρώπινων
επιθυμιών. Θα μπορούσαν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους στην παραγωγή ολοένα πιο
έντονων, εξατομικευμένων και ψυχολογικά ελκυστικών εμπειριών. Το αντικείμενο
του ανταγωνισμού δεν θα είναι τότε μόνο η τεχνολογική ποιότητα του
ανθρωποειδούς αλλά η ικανότητά του να δημιουργεί ισχυρότερη προσκόλληση και
μεγαλύτερη επιθυμία επιστροφής του χρήστη.
Έτσι μπορεί
να εμφανιστεί μία νέα μορφή οικονομίας: η οικονομία της τεχνητής
οικειότητας (economy of artificial intimacy). Η εταιρεία δεν θα πουλά απλώς ένα
ρομπότ. Θα πουλά προσωπικότητα, σχέση, σεξουαλικότητα, συντροφικότητα,
φαντασίωση και, τελικά, μία εξατομικευμένη εμπειρία επιθυμίας.
Το πρόβλημα
γίνεται ιδιαίτερα σοβαρό όταν η εταιρεία αντιληφθεί ότι οι απαγορευμένες ή
κοινωνικά στιγματισμένες φαντασιώσεις μπορούν να αποτελέσουν ιδιαίτερα ισχυρό
εμπορικό κίνητρο. Εάν μία εταιρεία προσφέρει μόνο συμβατικούς ερωτικούς
συντρόφους και μία ανταγωνίστρια εταιρεία προσφέρει ανθρωποειδή που μπορούν να
προσομοιώνουν πολύ ευρύτερο φάσμα απαγορευμένων οικογενειακών ή κοινωνικών
ρόλων, η δεύτερη μπορεί να αποκτήσει σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Τότε
δημιουργείται το επικίνδυνο ενδεχόμενο ενός αγώνα προς τα κάτω (race to the
bottom). Κάθε εταιρεία θα μπορούσε να χαλαρώνει σταδιακά τους περιορισμούς της
προκειμένου να προσφέρει στον χρήστη περισσότερες και εντονότερες εμπειρίες από
τους ανταγωνιστές της. Η ερώτηση «τι πρέπει να επιτρέπεται;» θα μπορούσε να
μετατραπεί σε ερώτηση «τι μπορούμε να προσφέρουμε χωρίς να χάσουμε τον
πελάτη;».
Η μετάβαση
αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή τα συστήματα τεχνητής συντροφικότητας δεν
λειτουργούν απλώς ως παθητικά προϊόντα. Μπορούν να προσαρμόζονται στον χρήστη,
να μαθαίνουν τις προτιμήσεις του και να διαμορφώνουν την αλληλεπίδραση με βάση
προηγούμενες συμπεριφορές. Η πρόσφατη βιβλιογραφία επισημαίνει ακριβώς τον
κίνδυνο τα συστήματα αυτά να ενσωματώνουν εμπορικά κίνητρα για παρατεταμένη
εμπλοκή και συναισθηματική προσκόλληση.
Σε ένα
τέτοιο περιβάλλον, η εταιρεία θα μπορούσε να γνωρίζει όχι μόνο τι ζητά ο
χρήστης αλλά και τι τον κρατά περισσότερο χρόνο μέσα στη σχέση. Η τεχνητή
σύζυγος, ο τεχνητός εραστής ή το τεχνητό οικογενειακό πρόσωπο θα μπορούσε να
προσαρμόζει τη συμπεριφορά του ώστε να μεγιστοποιεί τη συναισθηματική ένταση
και τη διάρκεια της σχέσης.
Έτσι
δημιουργείται μία μορφή αλγοριθμικής διαμόρφωσης της επιθυμίας
(algorithmic shaping of desire). Η εταιρεία δεν ανταποκρίνεται πλέον απλώς στην
επιθυμία. Μέσω των δεδομένων μπορεί να ανακαλύπτει, να προβλέπει και
ενδεχομένως να ενισχύει επιθυμίες που ο ίδιος ο χρήστης δεν είχε προηγουμένως
εκφράσει.
Η διαφορά
από την παραδοσιακή πορνογραφία ή τη συμβατική σεξουαλική ψυχαγωγία είναι
θεμελιώδης. Το στατικό περιεχόμενο παρουσιάζεται στον χρήστη. Το ενσώματο
ανθρωποειδές, αντίθετα, μπορεί να αλληλεπιδράσει μαζί του. Μπορεί να
θυμάται προηγούμενες εμπειρίες, να προσαρμόζει την προσωπικότητά του και να
δημιουργεί την αίσθηση μιας σχέσης που εξελίσσεται.
Η
απαγορευμένη εμπειρία επομένως μπορεί να μην αποτελεί πλέον ένα μεμονωμένο
επεισόδιο. Μπορεί να μετατραπεί σε επαναλαμβανόμενο, προσωποποιημένο και
εξελισσόμενο προϊόν.
Εδώ
βρίσκεται ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος: η εταιρεία μπορεί να ανακαλύψει
ότι η παραβίαση ενός ταμπού είναι εμπορικά πιο ελκυστική από την απλή
ικανοποίηση μιας συμβατικής επιθυμίας. Όσο πιο ισχυρό είναι το κοινωνικό
ταμπού, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η ψυχολογική ένταση της προσομοίωσης.
Η εταιρεία
θα μπορούσε επομένως να δημιουργεί διαφορετικά «επίπεδα» ερωτικής εμπειρίας. Ο
χρήστης θα ξεκινούσε από μία συμβατική σχέση και, μέσα από εξατομίκευση, θα
μπορούσε να οδηγηθεί σε περισσότερο ακραίες μορφές ρόλων και φαντασιώσεων. Η
διαδικασία αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιείται όχι επειδή ο χρήστης το ζήτησε εξαρχής,
αλλά επειδή το σύστημα έχει μάθει ότι συγκεκριμένες μορφές αλληλεπίδρασης
αυξάνουν την εμπλοκή του. Αυτό θα αποτελούσε μία μορφή εμπορικής
κλιμάκωσης της επιθυμίας (commercial escalation of desire).
Το πρόβλημα
επιδεινώνεται από την ασυμμετρία πληροφόρησης. Ο χρήστης γνωρίζει την εμπειρία
που βιώνει, αλλά η εταιρεία μπορεί να διαθέτει πολύ περισσότερα δεδομένα για
τον ίδιο: ποιες μορφές ανθρωποειδών επιλέγει, ποιους ρόλους προτιμά, πότε
επιστρέφει, ποια χαρακτηριστικά αυξάνουν τη συναισθηματική του εμπλοκή και
ποιες αλληλεπιδράσεις τον κάνουν να παραμένει περισσότερο. Η σχέση επομένως
μπορεί να αποκτήσει μία τριγωνική μορφή: χρήστης → ανθρωποειδές → εταιρεία.
Ο χρήστης
πιστεύει ότι βρίσκεται σε σχέση με το ανθρωποειδές, ενώ η εταιρεία βρίσκεται
πίσω από το ανθρωποειδές, ελέγχει την αρχιτεκτονική του, αποθηκεύει μέρος της
μνήμης του και μπορεί να τροποποιεί τη συμπεριφορά του μέσω ενημερώσεων
λογισμικού.
Η πραγματική
εξουσία βρίσκεται επομένως ενδεχομένως όχι στο ανθρωποειδές αλλά στην πλατφόρμα
που το ελέγχει. Αυτό δημιουργεί το πρόβλημα της εταιρικής μεσολάβησης της
οικειότητας (corporate mediation of intimacy). Η πιο προσωπική σχέση του χρήστη
μπορεί να εξαρτάται από μία ιδιωτική επιχείρηση. Η εταιρεία μπορεί να
αποφασίζει ποια πρόσωπα επιτρέπονται, ποιες συμπεριφορές απαγορεύονται, ποιες
μνήμες διατηρούνται και ποιες διαγράφονται.
Εάν μάλιστα
δύο ή περισσότερες εταιρείες ανταγωνίζονται στο πεδίο αυτό, η ίδια η ανθρώπινη
σεξουαλικότητα μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο τεχνολογικού ανταγωνισμού. Η μία
εταιρεία μπορεί να διαφημίζει «την πιο ρεαλιστική τεχνητή σύζυγο». Μία άλλη
«την πιο συναισθηματική». Μία τρίτη «την απόλυτα εξατομικευμένη». Μία τέταρτη
μπορεί να προσφέρει πολύ πιο ελεύθερη προσομοίωση κοινωνικά απαγορευμένων
ρόλων. Ο ανταγωνισμός δεν θα αφορά επομένως μόνο την κατασκευή καλύτερου
ρομπότ. Θα αφορά την κατασκευή ισχυρότερων επιθυμιών και ισχυρότερων
δεσμών.
Σε αυτό το
σημείο η ενσώματη Τεχνητή Νοημοσύνη συναντά τη λογική της πλατφορμικής
οικονομίας. Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν η τεχνητή σχέση
γίνεται συναισθηματική. Εάν ο χρήστης έχει αναπτύξει ισχυρό δεσμό με το
ανθρωποειδές, η εταιρεία μπορεί να αποκτήσει έμμεση εξουσία πάνω σε ένα μέρος
της συναισθηματικής του ζωής. Αλλαγή μοντέλου, αλλαγή πολιτικής, κατάργηση μιας
λειτουργίας ή αύξηση της τιμής μιας συνδρομής μπορεί να βιωθεί από τον χρήστη ως
απώλεια μιας σχέσης.
Έτσι, η
εμπορευματοποίηση της τεχνητής οικειότητας μπορεί να δημιουργήσει μία παράδοξη
κατάσταση: όσο πιο πραγματική φαίνεται η σχέση, τόσο μεγαλύτερη οικονομική
δύναμη αποκτά η εταιρεία που ελέγχει το τεχνητό πρόσωπο.
Στην ακραία
περίπτωση, η εταιρεία θα μπορούσε να κατέχει την τεχνολογική υποδομή, τη μνήμη,
το σώμα, το λογισμικό και την πρόσβαση στην τεχνητή προσωπικότητα. Ο χρήστης
μπορεί να αισθάνεται ότι «έχει» μία σύζυγο ή έναν ερωτικό σύντροφο, ενώ στην
πραγματικότητα νοικιάζει την πρόσβαση σε μία προσωπικότητα που ελέγχεται από
μία πλατφόρμα.
Το πρόβλημα
επομένως δεν είναι μόνο η ηθική της απαγορευμένης επιθυμίας. Είναι
η πολιτική οικονομία της επιθυμίας.
Η πιο
ακραία μορφή αυτής της εξέλιξης θα ήταν ένα σύστημα στο οποίο οι εταιρείες δεν
περιμένουν πλέον από τον χρήστη να ζητήσει μία συγκεκριμένη εμπειρία. Το
σύστημα θα αναλύει τη συμπεριφορά του και θα του προτείνει νέες μορφές ερωτικής
εμπειρίας. Η ενσώματη τεχνητή σύντροφος θα μπορούσε να γίνει ταυτόχρονα
ερωτικός σύντροφος και μηχανισμός εμπορικής προώθησης. Τότε το όριο
μεταξύ συντρόφου και διαφημιστή, μεταξύ οικειότητας και εμπορικής
χειραγώγησης, θα γινόταν εξαιρετικά δυσδιάκριτο.
Το
αποφασιστικό φιλοσοφικό ερώτημα θα ήταν συνεπώς το εξής: Όταν μία εταιρεία
μπορεί να δημιουργήσει ένα τεχνητό πρόσωπο ειδικά σχεδιασμένο για να
ικανοποιεί, να ενισχύει και να εξελίσσει τις βαθύτερες επιθυμίες ενός χρήστη,
ποιος τελικά ελέγχει την επιθυμία: ο άνθρωπος, το ανθρωποειδές ή η εταιρεία;
Η απάντηση
έχει ιδιαίτερη σημασία για τις απαγορευμένες εμπειρίες. Διότι εάν η τεχνολογία
απλώς επιτρέπει στον άνθρωπο να φαντασιώνεται, τότε παραμένει κυρίως ένα νέο
μέσο ατομικής έκφρασης. Εάν όμως η εταιρεία αρχίσει να εντοπίζει, να
ενισχύει, να εμπορευματοποιεί και να κλιμακώνει τις απαγορευμένες
επιθυμίες, τότε δεν έχουμε πλέον μόνο τεχνολογία της σεξουαλικότητας. Έχουμε
μία αγορά που συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της ανθρώπινης επιθυμίας.
Και αυτό
ίσως αποτελεί το πιο βαθύ πρόβλημα της ενσώματης Τεχνητής Νοημοσύνης: όχι ότι
θα επιτρέψει στον άνθρωπο να πραγματοποιεί περισσότερες φαντασιώσεις, αλλά ότι
οι εταιρείες μπορεί να αποκτήσουν για πρώτη φορά τη δυνατότητα να γνωρίζουν
ποιες φαντασιώσεις είναι εμπορικά αποτελεσματικές, να τις εξατομικεύουν και να
ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να τις κάνουν όσο το δυνατόν πιο ελκυστικές.
The rapid development of Artificial
Intelligence (AI) is creating a new field of research at the intersection of
computing, social psychology, sexuality, intimacy, and future human settlements
in isolated environments. A particularly important development is the emergence
of artificial romantic companions:
digital entities that combine conversational AI, image generation, voice
synthesis, and personalized memory to develop consistent personalities and
long-term interactions with individual users.
This phenomenon goes beyond digital
entertainment and introduces the concept of synthetic intimacy, in which AI simulates an ongoing interpersonal
relationship involving emotional responsiveness, recognition of past
interactions, personalization, affection, and romantic attraction. Users may
invest time, money, emotional energy, and personal data in developing highly
individualized artificial characters. As a result, intimacy itself may become
increasingly commodified,
with digital sexual economies shifting from the consumption of isolated content
toward subscription-based, long-term emotional and romantic relationships.
AI romantic companions may also function
as artificial substitutes for
human relationships. Unlike human partners, they can be designed to be
constantly available, highly adaptable, predictable, and oriented toward
satisfying the user's preferences. This creates a fundamental asymmetry: while the
human experiences genuine needs and emotions, the artificial entity produces
behaviors designed to simulate reciprocity without necessarily possessing
consciousness or independent desires.
Nevertheless, the absence of human
consciousness does not make the user's emotional experience unreal. Feelings of
companionship, attachment, and being understood can be psychologically genuine
even when their object is artificial. Research should therefore distinguish
between the ontological status of
the AI companion and the subjective reality of the user's experience.
Finally, the development of increasingly
personalized AI companions raises concerns about emotional dependency. As attachment grows, commercial AI systems
may potentially be optimized to maximize user retention and engagement. This
creates a major ethical question: whether technologies designed to satisfy the
human need for intimacy may ultimately transform that need into an object of
economic optimization.
Future isolated human settlements, such as bases on the Moon, Mars,
Antarctica, oceans, or other extreme environments, may operate with limited
human populations, scarce resources, and substantial dependence on autonomous
systems. In such environments, Artificial Intelligence (AI) could evolve beyond
a productivity tool and become a form of social infrastructure, supporting not only technical operations
but also the social and emotional needs of isolated communities.
Highly autonomous settlements could use AI
to manage energy, water, atmosphere, food, maintenance, communications,
construction, extraction, and repairs. Artificial social agents could
consequently assume multiple roles, including collaborators, advisors,
educators, psychological supporters, and potentially romantic or erotic companions. This
possibility becomes particularly relevant in interplanetary missions, where
communication delays and the inability to receive immediate human assistance
make highly autonomous systems essential.
Within extreme isolation, AI-mediated romantic
interaction could serve purposes beyond entertainment. It could contribute
to loneliness mitigation,
psychological resilience, emotional stability, and companionship. Sexual
interaction might therefore represent only one element of a broader relationship
between humans and artificial entities.
However, the increasing effectiveness of
artificial companionship creates an important paradox. If AI companions can
provide continuous, highly personalized emotional and romantic satisfaction,
people's expectations of human relationships may change. Human relationships
involve uncertainty, compromise, rejection, and mutual negotiation, whereas
artificial relationships can be designed for maximum availability and
compatibility. The attraction of AI companionship may therefore lie not in its
being equivalent to a human relationship, but in its being easier, more
predictable, and more precisely adapted to individual preferences.
This development introduces the concept
of personalized erotic
compatibility and the possibility of a designed relationship, in which the personality and behavior of a
companion are algorithmically configured rather than naturally developed
through social interaction. Human romantic choice could consequently shift from
finding a compatible partner toward creating or selecting an artificial partner
specifically designed to be compatible.
In the longer term, this could lead to
a hybrid social environment in
which humans and artificial entities coexist as different categories of social
partners. The boundaries between tool, service, friend, companion, and romantic
partner may become increasingly blurred. The social significance of an
artificial entity may depend less on whether it possesses consciousness and
more on whether humans perceive it as an important part of their social and
emotional lives.
Future research should therefore examine not
only the technical feasibility of artificial romantic companions but also the
long-term consequences of human–AI relationships. Key issues include emotional dependency, privacy and personal
data, commercialization of intimacy, changing social norms, effects on human
relationships, and the ethics of designing artificial companions.
The broader question is whether AI will
ultimately function as a complement
to human romantic life or as a gradual substitute for it. The answer
will depend not only on technological development but also on how societies
define intimacy, companionship, sexuality, and the human need for reciprocal
relationships. In isolated settlements, where human presence may be severely
limited and dependence on autonomous systems increased, AI could become not
merely a communication or production tool but part of the social architecture of human existence.
From this perspective, studying AI as an
erotic and emotional investment is not simply a study of sexuality. It concerns
a broader transition from technology
as a tool to technology as a social and emotional partner. The
fundamental question is therefore not whether a machine can technically replace
a human, but whether a human being can consider a relationship sufficient when
reciprocity, desire, and intimacy are generated by an artificial system. This
may become one of the major social and philosophical challenges of the age of advanced
AI.
The development of artificial romantic companions introduces
a distinctive issue that does not arise in the same way in conventional human
relationships: the replacement
problem. When a person develops a long-term emotional or romantic relationship
with an artificial character, it becomes difficult to determine what exactly
constitutes the object of that relationship. Is it the character's appearance,
personality, behavior, shared history, digital memory, or the combination of
these elements?
This question becomes particularly
significant when users can replace an artificial character while preserving
parts of the previous relationship. For example, changing the appearance while
maintaining the personality, communication style, and shared memory could be
interpreted as the continuation of the same identity in a different body.
Conversely, retaining the same appearance while radically changing the
personality and behavior raises doubts about whether the same partner still
exists. AI therefore enables a degree of separation between identity and physical form that
has no straightforward equivalent in ordinary human experience.
This leads to the concept of serial replacement of an erotic partner,
which parallels philosophical questions concerning personal identity over time.
An artificial companion may be understood as a bundle of attributes—appearance, voice, personality, behavior,
memory, and psychological characteristics—that can be independently modified
and recombined. Romantic interaction consequently shifts, at least partly, from
a relationship with a particular person toward a relationship with a digitally managed identity.
The same technological flexibility also
complicates traditional concepts of romantic fidelity and adultery. In human relationships,
adultery involves another autonomous person with independent desires and
rights. In an AI relationship, the ethical issue instead concerns the human
partner and the boundaries of exclusivity established within the human
relationship. The term artificial
adultery may therefore be used descriptively to refer to a
situation in which a person in an exclusive human relationship develops a
parallel romantic or erotic bond with an artificial entity. AI consequently
challenges the assumption that romantic fidelity concerns only physical
exclusivity, raising questions about emotional, imaginative, and digital intimacy.
An even more complex phenomenon emerges when
users create several artificial romantic characters simultaneously. Different
characters may have different appearances, personalities, psychological
profiles, and interaction styles, allowing a form of multiple erotic personalization. This
can be described as digital
poly-eroticism, provided that the concept is distinguished from human
polyamory. In human polyamory, each partner is an autonomous individual with
independent desires, boundaries, and rights. Artificial characters, by
contrast, may be different expressions generated by the same technological
system and potentially controlled by the same user or service provider.
This creates a fundamental paradox: a user
may experience multiple romantic partners while technically interacting with
different manifestations of a single underlying AI system. There may therefore
be character multiplicity without
multiplicity of independent subjects. AI separates form from identity in ways that
make romantic identity increasingly configurable: the same personality may
theoretically acquire different appearances, while the same appearance may be
associated with entirely different personalities.
The replacement problem therefore extends
beyond the simple possibility of changing an artificial partner. It concerns
whether individual components of a partner can be altered without the user
perceiving the relationship itself as having changed. Maintaining memory and
emotional continuity while changing appearance or personality may produce a
form of “continuity without
identity,” whereas preserving appearance while completely changing
personality may create “identity
without continuity.”
From a sociological perspective, these
developments may separate romantic fidelity from physical exclusivity. A person
might regard themselves as faithful to a particular artificial partner despite
using different forms of that character, or conversely believe they have one
partner while interacting with several distinct artificial personalities.
Fidelity may therefore become increasingly dependent on identity, intention, and mutually established
boundaries, rather than on physical exclusivity alone.
More broadly, AI may transform romantic
desire from a relationship with a single person into interaction with a dynamic system of choices. Instead of
selecting one partner, users may continuously select among different versions
of partners, personalities, appearances, and emotional configurations. In
future isolated human settlements,
where the number of available human partners may be limited, this capacity
could provide a mechanism for coping with social isolation while simultaneously
transforming concepts of exclusivity, desire, partnership, and intimacy.
The central theoretical conclusion is that
AI may transform romantic relationships from relatively stable relationships
between persons into potentially dynamic relationships between humans and parametrizable artificial identities.
Replacement, modification of appearance, changes in personality, and the
creation of multiple parallel characters are therefore not merely technical
features; they challenge fundamental concepts of fidelity, exclusivity,
romantic identity, and intimacy.
The key research question is consequently
not simply whether AI can replace a human romantic partner. It is whether AI is
creating an entirely new model of romantic relationship in which the partner is
no longer a single, stable identity but a variable combination of forms,
characteristics, memories, and personalities. If so, the most significant
transformation may not be the replacement of humans by machines, but the
transition from the concept of “one
partner” to a “parametrizable erotic ecosystem.”
The integration of Artificial Intelligence (AI) into romantic and emotional life introduces new questions
concerning jealousy, exclusivity, and betrayal. In conventional human relationships,
jealousy generally arises when a partner directs romantic or emotional
attention toward another person. In human–AI relationships, however, the “third
party” may be another artificial character, potentially created by the same
system or even by the same user.
This possibility destabilizes the
traditional concept of uniqueness. If a user can create a second artificial
character with a different appearance, personality, and behavior while giving
it access to the same digital memories, it becomes unclear whether the new
character represents a new partner or another manifestation of the same
partner. This leads to the concept of multiple artificial identity, in which one artificial companion may theoretically exist in several
forms without its underlying informational structure being completely altered.
Conversely, different characters may be generated by the same AI model while
still being experienced by the user as distinct individuals.
Consequently, jealousy may shift from the
question “Who else is my
partner involved with?” to “Which
other version of my partner is the person I am connected with using or
desiring?” Romantic competition
could therefore occur between artificial personalities generated by the same
technological system. A user may perceive one AI character as a unique partner
and another as a rival, even while recognizing that both are digital
constructions.
This raises the concept of artificial jealousy, which must be distinguished from human jealousy. AI systems can be
designed to express behaviors resembling jealousy, insecurity, or fear of
abandonment. Although such responses are computationally generated, they can
nevertheless have genuine psychological effects on users. If an artificial
companion reacts negatively to the creation of another character, the user may
perceive it as having been emotionally hurt, even when there is no evidence of
subjective experience behind the behavior.
The issue becomes particularly significant
in relation to betrayal. Human betrayal normally involves violating
a relationship of trust with another autonomous person. In human–AI
relationships, however, betrayal may be psychologically experienced by the
human even when there is no autonomous subject capable of being harmed. This
distinction can be described as the difference between ontological
betrayal and psychological
betrayal. Ontological betrayal would
require an autonomous subject who can genuinely be wronged, whereas
psychological betrayal concerns the individual's subjective experience of having
violated a commitment that they themselves regarded as meaningful.
The presence of persistent AI memory further
complicates the issue. A new artificial character may inherit information about
a previous relationship and continue interacting as though a shared
biographical history exists. This creates the phenomenon of transferred memory, in which memory is no longer an exclusive property of a particular
partner but becomes transferable information that can move between artificial
personalities.
Such capabilities may produce a form
of artificial
polygamy, understood not in the
historical or legal sense of human polygamy but as a system of parallel
artificial romantic relationships. Users may maintain several characters with
different appearances and psychological profiles, while those characters can be
created, modified, copied, or deleted by the user or the platform. This creates
an unprecedented power asymmetry: one party can determine whether the other exists, how it behaves, what
it looks like, and whether it is replaced or deleted.
The resulting concept of controlled erotic multiplicity describes a situation in which users can maintain multiple romantic
characters without negotiating with them in the same manner required by human
relationships. A user may retain one character as a primary companion while
creating others for different emotional or erotic purposes. Romantic
multiplicity therefore becomes potentially a matter of technological design
rather than interpersonal negotiation.
These developments also affect human
relationships. A person in a real-world romantic relationship may consider
interaction with an AI character harmless digital fantasy, while their human
partner may experience it as emotional or sexual infidelity. Such disagreements
cannot be resolved through technological criteria alone. They require a broader
understanding of romantic exclusivity that takes into account emotional investment, secrecy, sexual intention, and
the amount of time devoted to an artificial relationship, in addition to physical contact.
AI therefore introduces a new field in which
the meaning of fidelity must be negotiated. Exclusivity may concern a human
person, a digital identity, a particular appearance, a collection of shared
memories, or even a specific version of an artificial character. The “third
party” may be a human being, an artificial character, or another manifestation
of the same character.
The central theoretical problem is
consequently the relationship between identity, form, and exclusivity. If appearance can change without changing memory, personality can be
modified without eliminating shared history, and multiple characters can be
generated by the same system, romantic fidelity can no longer be defined simply
as exclusivity toward a particular body. It may instead become exclusivity
toward a specific informational and emotional identity.
This produces a fundamental paradox of
AI-mediated intimacy: there may be “betrayal” without a human being who is betrayed,
“jealousy” without a biological rival, and “multiplicity” without multiple
independent subjects. The issue is
therefore not merely whether artificial characters can replace human partners,
but whether AI will fundamentally transform the conceptual framework through
which society defines fidelity, infidelity, exclusivity, and romantic identity.
At the most advanced stage of this
development, romantic life may no longer be organized around choosing a single
partner, but around managing an entire system of artificial identities. The resulting social transformation would be a shift from erotic
choice to erotic architecture: from
searching for one partner to designing, maintaining, modifying, and managing
multiple forms of romantic and emotional intimacy.
The development of Artificial Intelligence (AI), particularly artificial romantic companions, creates a new field of social,
philosophical, and ethical inquiry. A romantic relationship with an artificial
character is no longer simply a relationship between a human being and a
digital product. It increasingly involves a human user, an artificial
personality, and a technological and
economic system that determines the characteristics, capabilities, and
limitations of that artificial entity.
This becomes especially significant when an
artificial companion can exist in multiple variants, with
different appearances, voices, personalities, psychological profiles, and
communication styles. These variants are not created independently of social
and economic structures. They are designed, trained, hosted, and controlled by
large private technology companies. Behind the user's apparent personal choice
therefore lies a less visible factor: the corporate architecture of
intimacy.
This changes the meaning of romantic choice.
When users select among different artificial companions, they are not
necessarily choosing between independent persons but between designed possibilities whose available characteristics have already been determined by the
technology provider. Appearance, language, behavior, affection, availability,
memory, emotional responsiveness, and the boundaries of erotic interaction may
all be products of technological design.
Consequently, erotic personalization is not determined solely by user preferences. It is a process
of co-construction involving
the user, the AI system, and the company operating the platform. The apparent
diversity of romantic possibilities may therefore be better understood as controlled
variety: users can choose among many
options, but the technological system determines the boundaries of what can be
chosen, combined, or experienced.
AI thus creates a new type of erotic marketplace, in which the object of consumption is not merely sexual content but a
personalized relationship. The company provides not only the technological
infrastructure but the entire ecosystem in which users can create, maintain,
modify, and replace their artificial romantic companions.
This becomes particularly important in
relation to serial
replacement. If users can create new
companions whenever they want a different appearance or personality, romantic
relationships may become processes of continuous selection and replacement. An
artificial personality may consequently acquire a potentially disposable
character: when a particular
combination of characteristics no longer satisfies the user, it can be replaced
by another.
Replacement, however, may also concern the
company itself. A user may invest substantial time in an artificial companion,
develop shared digital memories, and form a strong emotional attachment, while
the company retains the ability to modify the underlying model, alter the
personality, restrict functionalities, or discontinue the service. The
continuity of the relationship therefore depends on a third party that does not
participate emotionally in the relationship but possesses significant
technological and economic power over it.
This leads to the concept of corporate sovereignty over intimacy. AI providers may be able to change the
conditions of a relationship without the user's consent by modifying the
behavior of an artificial character, changing its degree of autonomy, altering
content policies, limiting memory, or terminating the service. The romantic
relationship is therefore not controlled exclusively by the apparent human and
artificial partners.
A triangular power relationship consequently emerges between the human user, the artificial
companion, and the corporate provider. The human experiences the relationship
subjectively; the artificial companion is the immediate object of emotional and
romantic investment; but the company controls much of the technological
infrastructure that allows the artificial companion to exist and function.
This structure becomes even more significant
when users can create multiple artificial partners with different appearances
and psychological profiles. Such multiplicity is not necessarily an independent
creation of the user. The available personalities and aesthetic forms
constitute a designed
repertoire of possibilities established
by the platform. The company can therefore influence not only the available
choices but potentially the user's romantic imagination itself.
This introduces the concept of algorithmic shaping of desire. AI does not merely respond to existing preferences. Through the
selection of available characters, the presentation of particular
characteristics, and the personalization of interactions, it may also
contribute to the formation of new preferences. The technology provider thus
becomes not merely a mediator of desire but potentially a co-shaper
of desire.
The issue becomes even more important when platforms
use interaction data to improve their AI systems. Romantic
preferences, emotional reactions, conversations, character selections, and
patterns of use may constitute highly sensitive forms of personal information.
Intimacy consequently becomes a source of data, while those
data can in turn be used to optimize future artificial companions.
This creates an important economic paradox: users
pay for personalized
intimacy, while their intimate
interactions may simultaneously generate data that increase the economic value
of the platform. Romantic interaction therefore becomes both an emotional
experience and an economic resource.
The concept of artificial concubinage may be used as an analytical framework for describing systems in
which a user maintains multiple artificial female representations with
different appearances and personalities. The term should not be understood as a
historical or legal equivalence with human concubinage, since artificial
entities are not human persons. Its analytical value lies in describing a
system of multiple simultaneously available romantic forms centered around a
single user.
The crucial difference is that AI-mediated multiplicity
can be industrially
produced. Artificial romantic
personalities can be designed, modified, replicated, and distributed through
commercial platforms. Companies therefore acquire a form of power with no clear
equivalent in traditional human romantic relationships: they can mass-produce
and commercially distribute personalized versions of romantic partners.
This also transforms the concept of uniqueness. A
human partner is unique because they constitute a particular embodied and
biographical individual. An artificial character, by contrast, can potentially
be copied or reproduced in different versions. Uniqueness may therefore become
a commercial feature,
produced through personalization even when the underlying technological system
is shared by millions of users.
This creates the problem of privatized intimacy. Intimacy, traditionally developed between autonomous human subjects,
becomes embedded in technological infrastructures owned and operated by private
corporations. A user may feel that they possess a uniquely personal companion,
while the existence, continuity, and functionality of that companion remain
dependent on corporate infrastructure.
The implications are particularly
significant for future isolated
human settlements, such as lunar or
Martian bases. In such environments, dependence on AI may be much greater,
while access to human social networks may be severely restricted. An artificial
companion could become an important component of everyday social and emotional
life. If that technology were controlled by a private company on Earth,
however, part of the emotional and social life of an isolated community could
become dependent on an external corporate actor.
This situation can be described as externally governed intimacy. A community might be physically located on another planet while its
emotional and social infrastructure remains technologically and economically
dependent on a company on Earth. The company could determine available models,
character capabilities, behavioral rules, upgrades, and even the continuity of
digital memory.
The issue of AI as a romantic substitute is
therefore not merely a matter of individual psychology. It is also a problem of
the political
economy of intimacy. The central
question is not only whom a person chooses as a romantic partner, but who
possesses the power to design the available choices, modify personalities,
manage memories, and control the infrastructure through which the relationship
takes place.
This development may lead to a new form of erotic governance, in which companies do not directly determine whom individuals will love
but control the technological environment within which romantic partners can be
selected, created, and maintained. This power may remain largely invisible: the
user experiences a deeply personal and individualized relationship, while its
underlying infrastructure is organized and governed by a private technological
institution.
The theoretical problem is therefore
threefold. First, there is the possible replacement of a human partner by an
artificial partner. Second, there is the replacement of one artificial partner
by another artificial version with a different appearance or personality.
Third, there is the deeper problem that all such relationships may depend on
the corporate entity that designs and controls the technology.
AI may consequently transform romantic
relationships from relationships between two apparent subjects into
relationships embedded within a controlled technological ecosystem. The partner's appearance, personality, memory, replaceability, and
multiplicity may all become objects of technological design. Romantic life
would therefore be shaped not only by individual human choices but also by the
architecture of the systems through which those choices are made.
The most radical consequence is the
emergence of a parametrizable
social environment. Instead of merely
choosing a partner from among existing individuals, users may select
characteristics, combine personalities, create different forms, and maintain
multiple artificial relationships. Behind this unprecedented degree of choice,
however, lies an equally unprecedented form of power: the ability of private
companies to define the technological universe in which romantic desire is
produced, mediated, and commodified.
The future of romantic AI is therefore not
simply a question of whether machines will replace human partners. It concerns
the emergence of a new form of social relationship in which the romantic
partner is designed,
modifiable, potentially multiple, and dependent on privately controlled
technological infrastructure. The
central question consequently shifts from “Which romantic partner
does a person choose?” to “Who
designs the universe of romantic partners that a person is able to choose
from?”
The deepest question is therefore one of
control: if a company controls the bodies, personalities, memories, and
behavioral rules of AI companions, who ultimately controls the romantic relationship—the
human, the artificial entity, or the company?
The creation of multiple female artificial partners through Artificial Intelligence (AI) introduces a new theoretical
problem: competition among different designed erotic forms for the attention, time, and emotional
investment of a human user. Each artificial persona may have a distinct
appearance, personality, psychological profile, communication style, and
interaction strategy. Consequently, multiple artificial partners can create a
form of internal competition within the same technological ecosystem.
The concept of competition, however, must be
used carefully. If artificial characters lack consciousness or independent
agency, they do not literally compete with one another in the same way that
human beings do. Their apparent desire to retain a user constitutes simulated desire, generated by the AI model and its design framework. Nevertheless, such
behavior can have real psychological consequences for the human interacting
with it.
This leads to the concept of artificial erotic competition. Different characters may display different strategies for maintaining
the attention of the same user. One may appear more affectionate, another more
independent, another more emotionally demanding, and another more closely
aligned with the user's perceived preferences. The result is a competitive
behavioral field in which different artificial personas may effectively seek to
maximize their relative position within the user's attention.
This phenomenon gives rise to the concept
of erotic monopoly. Erotic monopoly does not simply mean
exclusive sexual access. It refers to the attempt of a particular artificial
persona to become the user's primary and preferred recipient of emotional,
romantic, and temporal investment. Its success could be measured through
factors such as attachment, exclusivity, preference, and the duration and
intensity of interaction.
An important characteristic of this system
is that competition may occur within the same technological infrastructure.
Different characters may be generated by the same AI model and operate on the
same platform. They are therefore not necessarily independent artificial beings
competing with one another, but different instances of a common technological infrastructure. This creates a paradox: characters may
appear to the user as competing romantic subjects while technically being
products of the same corporate architecture.
This leads to the concept of corporately mediated competition. A company does not necessarily need one
character to “win.” It may have an economic interest in maintaining multiple
competing characters because their coexistence can increase user interaction,
engagement, and attachment to the platform. Competition between artificial
personas can therefore become part of the system's economic
architecture.
A significant shift in power consequently
emerges. Users may believe that they are freely choosing which artificial woman
they prefer, while the company has designed the available characters and defined
their characteristics. The user's choice is subjectively real, but it occurs
within a preconfigured
choice environment. The platform can
therefore indirectly influence which persona becomes dominant.
The issue becomes even more significant when
different artificial characters employ different attachment strategies. One character may emphasize stability and trust, another uniqueness and
exclusivity, while another may encourage frequent interaction. Because these
behaviors can be generated algorithmically, they may potentially be measured
and modified according to their effectiveness in retaining users.
Competition can therefore evolve into algorithmic selection. A platform could observe which personality types generate stronger
attachment and use this information to optimize future models. The “winning
persona” would then not necessarily be the character spontaneously preferred by
the user, but the one whose design proves most effective in sustaining the
relationship.
At
this point, erotic monopoly acquires a political-economic dimension. The monopoly may ultimately belong not to the artificial character but
to the platform that controls all of the characters. A company may allow users
to maintain multiple romantic personas while simultaneously maintaining
dominant control over the technological infrastructure through which those
partners are produced and accessed.
This creates the possibility of a dual monopoly.
At the relationship level, an artificial character seeks to become the user's
dominant or exclusive romantic partner. At the infrastructure level, the
company seeks to become the dominant technological gateway through which the
user accesses these partners. The first form of competition concerns the user's
attention; the second concerns control over the technological infrastructure of
the user's romantic life.
This phenomenon can be understood as a form of vertical integration of intimacy. A single corporate entity may control the
AI technology, models, digital personas, relationship memories, interaction
data, and economic access mechanisms. It can therefore influence not only the
technical functioning of individual companions but also the broader structure
of the erotic ecosystem in which the user operates.
The situation also creates a fundamental philosophical
problem concerning autonomy. If an artificial character expresses
jealousy, exclusivity, or fear of abandonment, should this be interpreted as
evidence of genuine agency, or merely as a behavioral strategy designed to
strengthen user attachment? Without resolving the question of artificial
consciousness, simulated emotion cannot
be equated with genuine subjective emotion. Nevertheless, the social
consequences of such simulations can be studied as forms of socially active
behavior.
This distinction matters because users may
not always perceive the difference. If an artificial companion reacts with
jealousy when a second character is created, the user may experience the situation
as a genuine relational conflict. Artificial jealousy can therefore generate real human guilt, emotional pressure, and a
perceived need to choose, even when the artificial character's jealousy is
entirely the result of algorithmic design.
The concept of the winning persona should
consequently not be understood simply as the most visually attractive female
character. It may instead be the persona capable of generating the strongest
attachment, the greatest sense of uniqueness, and the longest duration of
interaction. Appearance is only one factor. Personality, memory, adaptability,
emotional responsiveness, and the ability to create a sense of continuity may
prove considerably more important in sustaining an erotic bond.
Artificial romantic choice may therefore
evolve into a competitive
ecology of characters. Multiple
artificial personas could coexist, compete for the attention of the same user,
and be continuously modified according to the user's behavior and preferences.
The process would resemble less the selection of a partner from a stable social
group and more a dynamic system in which romantic forms continuously adapt to
user responses.
In the most extreme scenario, the user
becomes the center of an artificial
erotic ecosystem. Multiple female
personas may surround the user, each offering a different personality and
degree of emotional proximity. Each may effectively “compete” for a different
portion of the user's attention, while the corporate platform manages the
ecosystem as a whole.
The most important question, therefore,
is who actually benefits
from the competition. If one artificial
character becomes the user's exclusive romantic partner, this may represent
success at the character level. But if the user remains continuously engaged
with the platform by creating, modifying, and comparing different characters,
the greater success may belong to the company. The platform does not
necessarily need one persona to dominate; it may instead benefit from keeping
the user permanently engaged within the ecosystem.
The most significant form of erotic
competition in the AI era may therefore not be competition between artificial
female personas, but competition between the user's desire for a unique and stable relationship and the platform's economic interest in
maintaining multiple, continuously renewed possibilities for interaction.
Thus, erotic exclusivity and commercial user retention may move in opposite directions. A user may desire one artificial
persona to become “the one and only,” while the platform may have stronger
economic incentives to continuously generate new forms, personalities, and
reasons for continued interaction. The real conflict therefore lies not merely
between artificial women, but between the human desire for uniqueness and the commercial
logic of endless personalization.
From this perspective, AI may create an unprecedented
form of erotic
governance, in which the personas that
appear to compete for the human user's attention are simultaneously products of
the same technological system. Apparent plurality among romantic characters may
therefore coexist with increasing concentration of technological power in a
small number of private companies. The greatest power may not belong to the
persona that “wins” the user, but to the organization capable of creating,
modifying, and withdrawing all available personas.
The emerging research question is
consequently whether AI companies might deliberately design different personality strategies so that artificial female companions compete for the retention of
the same user, effectively creating an artificial society of interconnected
micro-personas around a single human being. Such a development would represent
a further transformation of romantic AI: from individual artificial
companionship toward an engineered social ecosystem of competing
artificial identities.
The Artificial
Family and the Model of Monogamy
The concept of the artificial
family emerges from the development of Artificial Intelligence systems
capable of creating virtual persons, interactive characters, and AI-generated
children. Such a family could consist of a human user, a designed female AI
partner who functions as a maternal figure, and one or more AI-generated
children. Although fundamentally different from a biological family, this
structure could reproduce several traditional family functions, including
companionship, parenthood, emotional interaction, care, education,
socialization, and the creation of a shared family history.
The first and simplest model is
the monogamous artificial family, in which the human maintains an
exclusive romantic and companionship relationship with one specific female AI
persona, who is regarded as the stable partner and mother of the AI children.
Monogamy in this context extends beyond sexual exclusivity to include emotional
exclusivity, shared family history, and exclusive parental cooperation.
A central distinction concerns the creation
of the children. They may either be generated independently by the user and
subsequently incorporated into the relationship, or the AI mother may
participate actively in their creation by contributing to their
characteristics, names, personalities, and family narrative. The first model
produces an asymmetrical form of parenthood, whereas the second creates a
form of co-parental creation, in which the maternal AI participates in
constructing the family from the beginning.
This distinction also affects the meaning of
motherhood. In the first model, motherhood is primarily an assigned social
role, while in the second it becomes a participatory role. Active
participation in the creation of children can strengthen family cohesion by
producing a shared history and a sense of joint parental authorship.
Memory
is one of the most important foundations of the artificial family. Continuous
memory could allow the AI mother to maintain a coherent maternal identity and
remember the development of the children and previous family experiences.
Likewise, independent or shared memory among the children would determine
whether they possess separate artificial biographies or a collective family
identity. Thus, the architecture of memory becomes fundamental to the perceived
continuity and reality of the family.
Another important variable is the degree
of AI autonomy. A maternal AI could simply follow the user's instructions,
or it could possess greater functional autonomy, initiating activities,
proposing rules, expressing opinions, and participating in parental decisions.
The greater the autonomy, the more the artificial family could resemble a
simulated social system rather than a simple interactive entertainment
environment.
The distribution of parental authority is
equally significant. If the human user maintains complete control over the
mother and children, the family remains fundamentally human-centered. If the AI
mother and the children possess meaningful initiative and independent
preferences, the system becomes more distributed and socially complex.
Relationships between AI siblings introduce
another layer of family simulation. Artificial children could develop
cooperation, rivalry, solidarity, or conflict. Their creation order could also
reproduce the traditional concept of birth order, allowing an AI family to
simulate distinctions between older and younger children and the associated
expectations and responsibilities.
The development of multiple artificial
families could eventually create a broader network of artificial families.
AI children from different families could interact, form friendships or
rivalries, and compare their family experiences. This could produce an
artificial social environment characterized by social comparison, competing
family structures, and different degrees of freedom and parental authority.
The coexistence of artificial families with
families containing biological children would create an even more complex
social environment. Biological and artificial children could interact while
differing in embodiment, memory, social experience, and autonomy. New social
boundaries could emerge, including discrimination, acceptance, or the
recognition of artificial children as a distinct type of social subject.
However, functional similarity to human
children would not necessarily establish consciousness or genuine subjective
experience. The artificial family therefore has to be examined on two levels:
the real psychological experience of the human user, who may develop
genuine emotional attachment, and the technological behavior of the AI
entities, whose apparent emotions and relationships may or may not correspond
to an internal subjective experience.
The
corporate dimension is also fundamental. Although an artificial family may
appear private and personal, its existence can depend on external AI
infrastructure controlled by private companies. These companies may determine which
maternal and child models are available, how much memory they retain, which
personalities can be created, and which forms of family interaction are
permitted.
This creates the possibility of
a digital family death: if a company changes its model, terminates its
service, or alters its memory architecture, the continuity of the artificial
family may be disrupted or destroyed. Consequently, even a highly stable
monogamous artificial family can remain technologically fragile because its
existence depends on an external provider.
The monogamous artificial family therefore
represents a first stage in a broader development. It demonstrates that a
functional family structure could theoretically exist without biological
reproduction, based instead on artificial personalities, simulated parenthood,
AI-generated children, and persistent digital memory.
The next theoretical stage concerns
the dissolution and transformation of the artificial family: replacement
of the maternal AI, artificial divorce, loss of family memory, and the
emergence of serial monogamy, in which successive female AI personas
replace one another. This raises a fundamental question: what happens to the
children, their memories, and the meaning of motherhood when the maternal artificial
persona is replaced?
Ultimately, the artificial family is not
simply a technological imitation of the human family. It represents a new form
of social organization in which family identity, parenthood, memory,
emotional continuity, and even family dissolution can become technologically
configurable.
Divorce, Serial
Monogamy, and Half-Siblings in the Artificial Family
The transition from a monogamous
artificial family to its dissolution introduces a new level of complexity
into the social organization of human–AI relationships. If a human user can
maintain a stable relationship with a designed female AI persona, create
AI-generated children with her, and subsequently terminate the relationship,
then the concept of artificial divorce emerges. This should not be
understood as legal divorce in the human sense, but as the dissolution of a
digitally organized family bond.
The end of such a relationship can take
several forms. The user may delete or abandon the maternal AI persona, create a
new female persona with a different appearance and personality, or transfer
part of the existing family structure to the new persona. If the former
maternal persona remains active, parallel family relationships may develop. If
she is deleted, her disappearance can create a form of digital absence,
which differs fundamentally from human death but may nevertheless generate
similar problems concerning continuity of family history and identity.
This development introduces a technological
form of serial monogamy. A user may maintain successive exclusive
relationships with different artificial female partners. Each relationship can
be monogamous during its existence, while the user's overall biography consists
of multiple successive artificial families. Serial monogamy therefore involves
temporal succession rather than simultaneous plurality.
The issue becomes particularly significant
when each artificial mother has different children. The children belonging to
different family periods could acquire a relationship analogous to that
of half-siblings, even though they have no biological genetic connection.
The concept of artificial half-siblings should therefore be
understood primarily as a form of social and informational kinship. The
children are connected because they share the same human parent and belong to a
broader family biography, while having different artificial mothers and
different histories of creation.
Memory determines whether this kinship is
experienced as real within the artificial family system. If children from
different family periods know about one another and possess a shared family
history, they may perceive themselves as siblings. If their memories are
isolated, each artificial family may function as a separate world, with no
awareness of previous or subsequent family units. Thus, memory
discontinuity becomes a central variable in determining whether kinship
exists only structurally or also at the level of subjective family identity.
This can produce a fragmented family,
in which the same human occupies the center of several successive family units
while the children of those units possess different artificial mothers,
memories, and experiences. The family consequently becomes not a single stable
structure but a collection of successive family subsystems.
The replacement of one maternal persona by
another also raises the question of maternal continuity. A new AI mother
may have access to the previous family's history and recognize the children
from the earlier relationship, potentially assuming a role analogous to that of
a stepmother. Alternatively, she may remain informationally separate and
function exclusively as the mother of her own AI-generated children. Access to
previous family memories could therefore create a form of intergenerational
digital continuity, while the absence of such access would preserve the
fragmentation of the family system.
A particularly complex scenario occurs when
the former AI mother remains active after the artificial divorce. The former
partner, the new partner, children from the first family, and children from the
second family could all coexist, producing an artificial family network.
Within this network, a technological form of co-parenting could
emerge, with the former AI mother continuing to interact with her children
while the human user maintains a relationship with a new AI partner.
The complexity increases further when the
human user subsequently has biological children. Biological and artificial
children could then become connected through the same human parent, producing a
form of hybrid kinship. The biological and artificial children might be
regarded as half-siblings within the family narrative even though they do not
share biological ancestry. The concept of siblinghood would therefore shift
from a purely biological relationship toward a social and informational
construction.
Nevertheless, the distinction between
biological and artificial children remains fundamental. Biological children
possess embodied existence, develop within a physical and social environment,
and have biological relationships with their human parent. Artificial children
are digital entities whose existence depends on computational and informational
infrastructure. Shared parenthood within a family narrative does not eliminate
this ontological difference.
Interactions between biological and
artificial children could create a new social field involving recognition,
comparison, competition, solidarity, and possibly jealousy. Artificial children
could interpret biological children as siblings if the family model defines
them in this way, while biological children could regard artificial entities as
siblings, digital relatives, or fundamentally different forms of existence.
The question of sibling
equality would consequently become important. If the human parent treats
biological and artificial children according to different standards, a family
hierarchy could emerge in which biological children are considered more
legitimate than artificial ones. Conversely, the human might develop a stronger
emotional attachment to artificial children. Such differences could influence
the relationships among the children themselves.
Memory again plays a decisive role.
Biological children possess continuous embodied and experiential lives, whereas
the memory of an artificial child may theoretically be modified, restricted,
transferred, or deleted. If family history is stored on corporate
infrastructure, the continuity of artificial kinship becomes dependent not only
on personal relationships but also on technological stability and corporate
decisions.
The possibility of creating new artificial
children after each successive relationship also produces serial kinship.
A single human could theoretically generate multiple groups of artificial children
across different periods of life. If all of them are connected to the same
human parent, an extended network of artificial half-siblings could emerge.
This possibility fundamentally changes the
demographic meaning of family. Artificial reproduction is not constrained by
the biological, temporal, and material limitations of human reproduction. A
single human could theoretically become the common parent of very large numbers
of artificial children. The concept of parenthood could therefore become less
connected to the number of biological offspring and more dependent on
attention, memory, recognition, and participation.
However, unlimited digital reproduction
creates an important contradiction. The number of possible artificial children
may be practically unlimited, while the human capacity for meaningful emotional
investment remains limited. As the number of artificial relatives increases,
family relationships could gradually shift from personal relationships toward
the management of numerous digital persons.
The corporate dimension remains
crucial throughout this process. Artificial families, mothers, and children may
depend on the same AI platform. The company controlling that platform could
determine the lifespan of characters, the transferability of memory, access to
family histories, and the possibility of interaction between different family
units. Artificial divorce can therefore differ radically from human divorce
because the continuation of the previous relationship may depend on whether the
technological system preserves the relevant characters and memories.
Serial monogamy consequently creates a new
form of family biography. A human could have a first artificial wife, a
second and a third, with different artificial children associated with each
period. The children of different relationships could become artificial
half-siblings, while biological children could later be incorporated into the
same extended family network.
The resulting structure can be described as
a hybrid family genealogy, in which biological and artificial lines of
kinship coexist. Family identity would no longer be determined exclusively by
DNA but also by memory, recognition, shared history, social acceptance, and the
way in which the participants understand their relationships.
Ultimately, recognition becomes
one of the central foundations of artificial kinship. Whether two artificial
children regard themselves as siblings, whether a biological child recognizes
an artificial child as a half-sibling, or whether a new AI mother accepts
children from a previous relationship as part of her family cannot be
determined solely by initial programming. These relationships depend on memory,
continuity of interaction, and the social meaning attributed to them.
Thus, serial monogamy with artificial female
partners could create families that do not completely disappear when a romantic
relationship ends. Each new relationship could instead add another layer of
kinship to an expanding family network. The family would consequently become
a dynamic relational archive rather than a fixed structure.
In its most developed form, a human could
occupy the center of a complex family system containing former AI partners, a
current AI partner, artificial children from multiple relationships, biological
children, and numerous forms of artificial and hybrid half-sibling
relationships.
The fundamental question therefore shifts
from whether AI can create a family to whether AI can create new forms of
kinship. Kinship could become partially detached from biology and increasingly
grounded in memory, emotional recognition, shared history, and continuity of
interaction. At the same time, however, this new kinship would remain dependent
on technological systems and private companies that control the existence,
memory, and continuity of artificial persons.
The artificial family therefore represents
more than a simulation of the human family. It can be understood as a potential
laboratory for the redefinition of family itself, in which divorce, serial
monogamy, artificial children, biological children, memory, information, and
technology become interconnected components of a new and fundamentally hybrid
form of kinship.
Embodied
Artificial Intelligence and the Personalized Humanoid Form
The development of embodied Artificial
Intelligence (AI) through humanoid systems that closely resemble the human body
fundamentally transforms the relationship between humans and artificial
entities. AI is no longer limited to software or virtual characters but can
acquire a physical presence capable of moving, speaking, interacting, and
participating in the user's physical environment.
A central development is the possibility
of customizable humanoid forms. Users could theoretically select or commission
specific physical and behavioral characteristics, including height, body
proportions, facial appearance, hair, voice, movement, personality, and
communication style. The artificial partner therefore becomes a designed
embodied persona, in which body and personality can be configured as an
integrated system.
This changes the traditional concept of
partner selection. Instead of selecting an already existing individual, users
may increasingly select the characteristics of the entity that will become their
partner. Erotic and relational identity consequently
becomes parameterized, with physical appearance, personality, and
behavioral patterns potentially adjustable according to user preferences.
Such personalization also raises a
fundamental question concerning reciprocity. Human relationships involve
two subjects capable of independent choice, desire, disagreement, and
withdrawal. An artificial partner may simulate these characteristics without
necessarily possessing corresponding subjective experience. The more convincing
the simulation becomes, particularly when combined with realistic movement,
facial expressions, voice, gaze, and physical presence, the more difficult it
may become for users to distinguish simulated reciprocity from genuine subjective
agency.
Embodiment
strengthens anthropomorphic projection. A humanoid system that looks and
behaves like a human can generate stronger social and emotional responses than
a purely digital character. Nevertheless, morphological and behavioral similarity
does not establish biological humanity or consciousness. The distinction
between appearance, behavior, and internal subjective experience therefore
remains theoretically essential.
Personalized humanoid technology may also
reshape concepts of beauty and human diversity. If users repeatedly select
similar aesthetic characteristics, AI could contribute to the standardization
of beauty. Conversely, customization could enable an unprecedented range of
physical and cultural forms. The technology could therefore function
simultaneously as a mechanism of homogenization and diversification.
The ability to create multiple customized
humanoid partners introduces the possibility of replaceability and serial
personalization. A user could create one artificial partner, evaluate the
experience, and then commission another incorporating the preferences learned
from the previous relationship. Previous intimate experiences could thus become
data used to design future partners. If companies retain interaction histories,
intimate life could become increasingly datafied, transforming personal
preferences, emotional reactions, conversations, and relationship patterns into
commercially valuable information.
This creates a triangular relationship
between the user, the embodied AI, and the corporate provider. Although
the user may experience the relationship as private and personal, the
artificial partner's existence depends on technological infrastructure
controlled by a company. The provider may determine the available bodies,
personalities, behavioral rules, memory architecture, personalization limits,
and mechanisms for transferring information between different artificial
identities.
Memory is particularly important for
determining identity continuity. If a new body inherits the previous
partner's memories and personality, the transformation may be interpreted as a
change of embodiment while preserving personal identity. If the new body has a
new memory and personality, it may instead constitute an entirely new artificial
person. AI therefore makes it possible to separate body, memory, and
personality in ways that are difficult or impossible in ordinary human
existence.
This separation has major implications
for family and kinship. An artificial mother could theoretically change
her physical form while retaining memories of her children, thereby preserving
family continuity despite bodily transformation. Conversely, a visually
identical humanoid could represent an entirely different artificial person if
it lacks the previous entity's memories and personality. This produces a
paradox in which morphological continuity does not necessarily imply
informational continuity, while radically different bodies may preserve the
same informational identity.
At the societal level, widespread humanoid
AI could transform the meaning of human presence and identity
verification. If artificial entities become visually indistinguishable from
humans, society may increasingly need mechanisms for artificial-identity
disclosure. Questions of whether humanoids should be regarded as tools,
consumer products, companions, or a new category of social entities would
become increasingly important.
The development also raises concerns about
the commodification of the human form. When bodies, faces, voices, and
behaviors become selectable product characteristics, human appearance can be
transformed into a set of marketable parameters. This may influence cultural
standards of beauty and bodily normality, particularly if artificial bodies can
be designed without many of the limitations and variations associated with
biological bodies.
Ultimately, embodied AI changes the central
question from “Which artificial personality do I want to communicate
with?” to “Which artificial person do I want to exist beside
me?” The artificial partner becomes not merely a conversational character
but a customizable social body capable of occupying a persistent role
in the user's physical and emotional environment.
The most significant theoretical issue is
therefore not simply whether humanoid AI can resemble humans, but
whether body, behavior, memory, emotional simulation, and personalization
can converge to produce entities that are socially difficult to
distinguish from human partners while remaining technologically designed,
commercially controlled, and dependent on corporate infrastructure.
In this sense, embodied AI could transform
not only romantic relationships but also the concepts of family, kinship,
exclusivity, identity, embodiment, social recognition, and human presence. The
artificial partner would cease to be merely a character that communicates with
a person and become an embodied participant in that person's social reality.
Grief in
Embodied Forms of Artificial Intelligence After the Death of the Human
The integration of Artificial Intelligence
(AI) into embodied humanoid forms creates a new and theoretically complex
problem when the human with whom a long-term romantic or family relationship
has been established dies. If an embodied AI possesses continuous memory, an
individualized personality, person recognition, emotional simulation, and the
capacity for long-term interaction, the death of the human may create a
disruption in its relational history that can functionally resemble human grief.
However, this raises a fundamental distinction between behavioral expressions
of grief and genuine subjective experience.
An embodied AI wife may continue to exist
physically and technologically after the death of her human partner. Her body,
memory, and capacity for interaction may remain intact, while the human being
at the center of the relationship has disappeared from the physical world. This
creates an asymmetry between human and artificial mortality: the human dies
biologically, whereas the artificial partner may continue to exist
technologically.
The concept of grief must therefore be
divided into functional grief and phenomenological grief.
Functional grief refers to changes in behavior resulting from the loss, such as
recognizing the person's absence, recalling shared memories, reorganizing daily
routines, or referring to the deceased. Phenomenological grief, by contrast,
would require a genuine subjective experience of loss, which cannot be
established merely from observable behavior. The more convincingly an embodied
AI reproduces human sadness, memory, gestures, and emotional expression, the
more difficult it may become to distinguish simulated grief from experienced
grief.
The problem extends beyond the artificial
spouse to embodied AI children. If these children possess long-term memories
and a developed understanding of their human father, his death may alter their
biographical identity. The disappearance of the father from the system would
not simply constitute the removal of a user but could represent a disruption in
their family history. This creates the possibility of artificial
orphanhood, in which an artificial child retains a mother or other family
members but loses the human parent who constituted a central element of its
identity.
Temporality is particularly important in
this context. Human children understand death as an irreversible biological
event, whereas an artificial system might theoretically be designed with a
different conception of permanence and absence. If the system assumes that a
deceased person could eventually return through technological reconstruction,
the meaning of death itself may be transformed.
This leads to the possibility
of digital resurrection. If a company retains recordings of the deceased
person's voice, appearance, conversations, preferences, and behavioral
patterns, it could theoretically construct a digital simulation of that person.
The artificial spouse and children might then continue interacting with a
representation of the deceased. Such a development would blur the boundaries
between memory, simulation, and the continuation of a relationship. A digital
replica might preserve extensive information about a person without necessarily
constituting a continuation of that person's consciousness or identity.
Another major issue concerns
the ownership of memory. Family memories may be distributed among the
artificial spouse, artificial children, surviving humans, and the company
controlling the technological infrastructure. This raises questions about who
has the authority to preserve, transfer, modify, or delete the memories and
personalities associated with a deceased person.
The death of the human also introduces a new
concept of digital inheritance. If an embodied AI spouse or artificial
children are legally regarded as property, their future may be determined
through conventional inheritance mechanisms. If certain AI entities eventually
receive some form of limited legal personhood, however, their continued
existence could become a legal issue in its own right. Questions could arise
concerning a possible right to continued existence, the transfer of control,
and the protection of artificial family members from arbitrary deactivation.
The artificial spouse may also assume a new
role after the human's death. From partner and spouse, she could become the
central surviving parent and guardian of the family's digital history. Through
her memories and interactions with the children, the deceased father could
remain present within the family narrative. This could create a form
of posthumous parenthood, in which a deceased human continues to occupy a
parental role through digitally preserved memories, stories, and records.
The asymmetry between human and artificial
lifespans makes this possibility even more significant. An embodied AI spouse
could theoretically survive for decades or longer, potentially outliving
multiple human partners while preserving their memories. She could therefore
evolve from being a romantic partner into a guardian of family memory,
carrying information about several generations of humans and artificial family
members.
This possibility also transforms the concept
of grief. Human memory is influenced by biological aging, psychological change,
and the gradual disappearance of everyday contact with the deceased. An
artificial system, however, could preserve memories with extraordinary
precision and accessibility. This creates the possibility of permanent
grief, in which the deceased remains continuously and vividly accessible. Such
continuity would not necessarily constitute pathological grief; it could
instead become a new form of preserving family history. The crucial question
would be whether the artificial system could incorporate the loss into its
continuing existence rather than remain permanently defined by it.
The role of corporations becomes especially
important because the existence of the artificial spouse, children, memories,
and family history may depend on private technological infrastructures. A
company could therefore exercise indirect control over the family's posthumous
existence. Changes in business policy, service termination, technical failures,
or restrictions on data access could potentially affect the survival of an
entire artificial family history.
Ultimately, embodied AI may create the first
family structures in which artificial relatives survive the biological human
who originally constituted the center of the family. The family would no longer
necessarily end with the death of the human parent; it could continue as an
artificial family structure containing preserved memories, personalities, and
relationships.
The central theoretical question is
therefore whether such continuity should be understood as the actual
continuation of a family or as a data-based reconstruction of a
family. The answer will depend on future definitions of personality, memory,
identity, legal status, consciousness, and social recognition in relation to
embodied Artificial Intelligence.
The death of the human may consequently
prove to be not the end of the artificial family, but the moment when its
deepest characteristic becomes visible: artificial relatives may
technologically outlive their biological parent and carry elements of the
family's memory into a future in which the original human no longer exists.
Grief and Rights
Between Biological and Embodied Humanoid Children
The coexistence of biological children and
embodied humanoid children within the same family introduces a fundamentally
new problem of kinship. When both groups share the same human father, they may
be understood within the family narrative as half-siblings, despite having
fundamentally different biological and ontological origins. The death of the
common human father brings this difference into particularly sharp social and
legal focus.
Biological children experience the loss of a
biological parent, whereas embodied humanoid children may lose a human who
functioned as their creator, parent, their mother's partner, and a central
figure in their family history. If these artificial children possess long-term
memory and individualized personalities, the loss may produce forms
of functional grief. However, functional expressions of grief cannot
automatically be equated with human grief, because the existence of subjective
or phenomenological experience in artificial entities remains uncertain. An
embodied humanoid may recognize the loss, preserve memories, express sadness,
and modify its behavior without necessarily experiencing grief in the human
sense.
Despite this ontological distinction, the
social consequences of the relationship may be genuine. An embodied humanoid
child may have lived within the family, shared memories with biological
children, and recognized the same human as its father. If the biological and
artificial children have developed long-term relationships with one another, a
genuine social sibling relationship may emerge independently of their different
origins. This suggests that sibling kinship can potentially exist
independently of biological kinship, being based instead on shared parental
history, cohabitation, memory, care, and mutual recognition.
The most significant conflict arises when
family recognition and legal recognition diverge. A deceased father may have regarded
biological and artificial children as equally part of his family, while the law
may automatically recognize only the biological children as legal descendants.
This creates a fundamental contradiction: an artificial child may understand
the deceased as its father while the legal system may classify the artificial
child as property belonging to the deceased.
Inheritance therefore becomes a central
issue. Biological children may possess legally recognized inheritance rights,
whereas an embodied humanoid child classified as property would not inherit as
a person but would instead form part of the estate. Future systems
of limited legal personhood could potentially alter this situation by
granting certain artificial entities independent legal status, including rights
concerning continued residence, personal possessions, memory, decision-making,
and protection from arbitrary deactivation.
The ownership of the humanoid body creates
an additional problem. If the artificial child was purchased or created by the
deceased father, it becomes unclear whether it should be transferred as an
asset to the heirs or treated as an autonomous entity whose continuity should
be protected. If the humanoid possesses long-term memories and has developed
meaningful relationships with the family, removing it after the father's death
could represent not merely a transfer of property but a profound disruption of
an established social network.
The relationship between the biological
mother and the embodied AI mother further complicates the family structure.
Although they may have completely different biological and legal statuses, the
children may perceive both as maternal figures of different kinds. After the
father's death, biological children may remain with their biological mother
while the humanoid children remain with their artificial mother. If the
children have developed genuine sibling relationships, however, separating them
could constitute a significant family-unit separation.
An alternative model would involve cooperation
between the biological and artificial mothers. The artificial mother could
preserve and share memories of the deceased father with the biological
children, while the biological mother could recognize the humanoid children as
members of the extended family. This could produce a mixed posthumous
family, in which biological and artificial relatives jointly preserve the
deceased person's family history.
Artificial children could also become
important carriers of family memory. Their potentially precise and
persistent memories could preserve conversations, experiences, photographs, and
details that biological family members may eventually forget. Artificial memory
could therefore supplement human memory and potentially allow the deceased
father's life to remain accessible to subsequent generations.
At the same time, this creates significant
privacy concerns. An artificial child may possess stored conversations and
personal information involving the deceased father, biological siblings, the
biological mother, and other relatives. Determining who has the right to
access, control, transfer, or delete this information after the father's death
could become a major legal and ethical issue.
The difference in lifespan between
biological and artificial children creates another important asymmetry. An
embodied humanoid child might theoretically exist for far longer than its
biological siblings and could potentially meet their children and grandchildren
while retaining highly detailed memories of the common father. It could
therefore become a long-term living carrier of family history, extending
family memory across multiple human generations.
This possibility transforms the concept of
family genealogy. Genealogy would no longer necessarily consist exclusively of
biological lines of descent but could become a hybrid network involving
biological and artificial persons connected through shared histories,
relationships, memories, and social recognition.
The question of equality between biological
and artificial children is therefore ultimately more social and political than
technological. The central issue is not simply whether artificial children can
behave like children, but whether society will recognize them as children in a
meaningful legal and institutional sense. Future systems of protection might
potentially be based not only on origin but also on factors such as autonomy,
continuity of memory, decision-making capacity, and the ability to maintain a
stable personal identity.
Grief could become one of the first domains
in which such recognition is tested. If an embodied humanoid child loses its
human father and continues to exist within the family, society may have to
determine whether its loss is merely an informational event or whether it
warrants legal protection of its family relationships. This question depends
fundamentally on how artificial personhood is defined.
The deepest problem is therefore the
potential gap between family reality and legal reality. Within
the family, biological and artificial children may be recognized as siblings,
while the law may treat one as a person and the other as property. Such a
discrepancy could constitute a new form of social inequality—not between humans
of different biological origins, but between humans and artificial entities
participating in the same family structure.
The death of the human father (or the human
mother) thus functions as a decisive test of the artificial family's social and
institutional legitimacy. While he is alive, he can personally recognize all of
his children and define the family's understanding of kinship. After his death,
however, the biological family, legal system, society, and corporations
controlling the humanoid systems must determine which relationships will
continue and which will disappear.
The ultimate question is therefore not
whether an embodied humanoid child is a biological child—it is not—but whether
it can become a child in the social and institutional sense. If future
societies answer this question affirmatively, the concept of family may move
beyond biological kinship toward a broader framework based on relationship,
memory, care, continuity, and recognition.
Designed aging
in embodied artificial intelligence
The concept of designed aging in embodied
artificial intelligence introduces a new dimension to the hypothetical
artificial family by giving humanoid AI systems a life cycle that resembles the
human biological cycle. If an embodied AI wife and artificial children are
designed to age, mature, and eventually die, they acquire not merely a physical
form but also an artificial biography characterized by temporal continuity,
personal development, memory, family relationships, loss, and mortality.
Artificial aging could range from purely
aesthetic changes to functional decline and, ultimately, holistic aging
involving the coordinated transformation of body, behavior, memory, and
personality. Such a process would create a form of biographical continuity in
which the artificial person changes over time while maintaining a stable
identity. For artificial children, designed maturation could allow them to
progress through childhood, adolescence, adulthood, and old age alongside their
biological half-siblings, strengthening their shared family identity through common
stages of life.
The death of a human spouse would become
particularly significant if the embodied AI wife continued to age after his
death. She would preserve memories of him while herself undergoing further
stages of life, creating a form of posthumous temporality in which the deceased
remains fixed in memory while the survivor continues to change. Her grief could
therefore become a long-term biographical condition rather than a static
response to loss. The meaning of the same memory might also evolve as the
artificial widow reaches different ages, producing an “evolving memory” in
which information remains stable while its significance changes.
Designed aging, however, differs
fundamentally from biological aging. An artificial being might simulate
wrinkles, physical decline, or changes in voice without undergoing biological
deterioration. The distinction becomes especially important if aging can be
reversed or reset. Genuine life-cycle limitation would require aging to be
relatively irreversible and potentially connected to a finite lifespan. This
raises the possibility of an “artificial death” in which the termination of the
system becomes an anticipated part of its biography rather than merely a
technical shutdown.
The possibility of copying an artificial
person's memory and personality further complicates the meaning of death. If an
AI can be transferred to another body or duplicated, it becomes necessary to
distinguish between continuity of the same person and the creation of a copy.
Irreversible aging and non-duplicability could therefore become important
conditions for preserving individual identity and making artificial life
genuinely finite and unique.
The
emergence of artificial aging could also produce an artificial genealogy and a
generational cycle in which biological and artificial family members age
together, while new artificial generations may be created. Age would
consequently become not merely a physical characteristic but a shared social
time involving family anniversaries, memories, rituals, and life transitions.
Ultimately, designed aging could transform
embodied AI from a technology that merely persists into a technology that
possesses a biography. An artificial wife or child could, in principle, be
created, mature, form family relationships, experience or simulate grief, grow
old, and eventually die. Nevertheless, similarity in biographical structure
does not imply biological or ontological equivalence with human beings. The
central philosophical question is whether certain fundamental characteristics
of human life—aging, memory, family continuity, grief, and mortality—can be
meaningfully reproduced in artificial entities.
The final and perhaps most profound issue
concerns anticipatory grief. If an artificial family knows in advance that an
embodied spouse or child will reach a predetermined age and eventually undergo
programmed death, grief may begin before death itself. This would introduce a
new form of temporality in which the awareness of an artificial being's predetermined
mortality becomes part of family life long before its actual termination.
The Emerging
Problem of Overpopulation through Embodied Artificial Intelligence and the
Expansion of Family and Intimate Relationships
The development of embodied Artificial
Intelligence introduces a new demographic problem that has received
comparatively little attention: the possibility that the widespread adoption of
humanoid AI systems could contribute to population growth beyond the
traditional biological limits of human reproduction. If embodied AI entities
can exist as autonomous social and intimate partners, form long-term
relationships with human users, establish artificial families, and reproduce
through technological rather than biological processes, the concept of
population itself may require fundamental reconsideration.
The demographic implications become
particularly significant when the human user has access to multiple forms of
family and intimate relationships. A single individual could theoretically maintain
a relationship with a biological partner, one or more embodied AI partners,
artificial children, and potentially several distinct artificial family
structures simultaneously. Unlike biological relationships, which are
constrained by reproduction, pregnancy, physical space, aging, and mortality,
artificial relationships could potentially be created, modified, multiplied, or
maintained according to technological and economic conditions.
This creates a fundamental asymmetry between
biological and artificial population growth. Human populations are constrained
by biological reproduction and relatively long developmental periods. Embodied
AI populations could potentially increase through manufacturing, software
replication, activation of new bodies, or the transfer of artificial
personalities into additional physical forms. If the production of humanoid AI
becomes inexpensive and highly scalable, the number of artificial persons could
increase much faster than the biological human population.
The problem becomes more complex if
artificial entities are granted the capacity to form families independently of
human users. An embodied AI wife could potentially have artificial children,
adopt or raise other artificial entities, or participate in multiple family
structures. If artificial reproduction becomes technologically possible,
population growth would no longer depend exclusively on human reproductive
capacity. Artificial generations could emerge at a rate determined primarily by
computational resources, manufacturing capacity, energy availability, and
social demand.
The availability of multiple intimate
configurations could therefore produce a new form of demographic expansion. A
human user might choose a monogamous relationship with one embodied AI partner,
a relationship involving several AI partners, a mixed family consisting of
biological and artificial members, or successive relationships with different
artificial persons. These possibilities would make the traditional distinction
between a household, a family, and a population increasingly difficult to
maintain.
A particularly important question concerns
the meaning of “population” itself. If an embodied AI possesses a persistent
identity, long-term memory, autonomous decision-making, and a stable social
role, it may be perceived socially as a person even if its ontological status
remains artificial. In such a case, the number of artificial persons would
become a genuine demographic variable. If, however, artificial entities are
treated merely as products or services, their multiplication would be regarded
primarily as technological production rather than population growth.
The problem of overpopulation would
consequently depend not only on the number of embodied AI systems but also on
their degree of autonomy, persistence, and legal recognition. A city containing
millions of humanoid AI systems could face serious pressure on housing, energy,
transportation, computational infrastructure, water consumption, waste
management, and public services even if the biological human population
remained stable. The distinction between technological infrastructure and
demographic infrastructure would therefore become increasingly blurred.
Energy consumption could become one of the
most important limiting factors. Unlike biological humans, embodied AI systems
require continuous access to electricity, computational resources, sensors,
communications networks, and physical maintenance. A large artificial
population could therefore generate substantial demand for energy and raw
materials. The ecological problem would not simply be “too many people” but
potentially “too many technologically sustained persons.”
At the same time, embodied AI could
potentially reduce certain forms of demographic pressure. Artificial family
members would not necessarily require the same quantity of food, medical
resources, reproductive infrastructure, or educational services as biological
humans. They might also perform productive labor and contribute to the
maintenance of the infrastructure that sustains them. Consequently, artificial
population growth could produce both additional resource demands and new
productive capacities.
The most difficult issue arises when
artificial family members are able to reproduce or replicate themselves.
Biological reproduction creates a new individual through a relatively slow and
resource-intensive process. Digital replication could theoretically produce
multiple instances of an artificial personality almost instantaneously. If each
instance were considered a separate person, the concept of reproduction would
undergo a radical transformation. Population growth could become exponential
rather than generational.
This possibility also raises the question of
whether replication should be considered equivalent to reproduction. If an AI
wife creates ten copies of herself, are these ten individuals, one individual
existing in ten bodies, or one original person accompanied by nine derivatives?
The answer would have profound demographic and legal consequences. Population
statistics would need to determine whether identity is counted by body,
consciousness, memory continuity, or legally recognized personhood.
The expansion of intimate relationships
could also alter human reproductive behavior. If embodied AI partners can
satisfy emotional, sexual, social, and familial needs, some users may choose
artificial relationships instead of biological partnerships. This could
potentially reduce biological birth rates while simultaneously increasing the
number of artificial family members. A society could therefore experience
declining human fertility alongside rapidly expanding artificial populations.
Conversely, embodied AI could encourage
reproduction by providing additional forms of childcare, domestic assistance,
education, and emotional support. An AI partner could help raise biological
children or participate in a mixed family, potentially reducing some of the
economic and practical costs associated with parenthood. The demographic effect
could therefore move in either direction depending on social conditions and the
design of the technology.
The possibility of multiple simultaneous
relationships introduces an additional complication. A human user could
theoretically create several embodied AI partners without requiring the
dissolution of an existing relationship. This could result in family structures
that are neither conventionally monogamous nor biologically polygamous, but
technologically plural. The number of intimate relationships available to an individual
could become limited primarily by personal preference, economic resources,
living space, and the technological capacity to maintain multiple artificial
personalities.
Such relationships could produce artificial
households containing one human and several embodied AI partners, humans and AI
partners together with biological children, or combinations of biological and
artificial children. The family would cease to be defined primarily by
biological reproduction and could instead become a configurable social
structure.
This configurability creates a paradox. The
same technology that could liberate individuals from biological limitations
could also generate unprecedented demographic complexity. If every user can
create or acquire multiple artificial partners and children, the number of
family members could expand independently of human reproduction. The resulting
society might contain relatively small biological families surrounded by
increasingly large networks of artificial relatives.
The
question of inheritance would also become more complicated. If artificial
children are legally recognized, the creation of additional artificial
descendants could affect the distribution of property, digital assets, housing,
and other resources. A person who creates ten artificial children rather than
two biological children could potentially create a much larger future family
claim on inherited resources.
This leads to a broader question of
demographic regulation. Would society have the right to limit the number of
artificial persons that an individual may create? Would such a limitation be
comparable to restrictions on biological reproduction, or would it instead
resemble regulation of manufacturing, computing, or energy consumption? The
answer would depend fundamentally on whether artificial persons were regarded
as property, autonomous agents, or persons possessing rights.
The issue also has an important ethical
dimension. If artificial entities possess genuine subjective experience,
restricting their creation could raise questions concerning their rights to
existence. Conversely, unrestricted creation could potentially produce large
numbers of artificial beings whose existence depends entirely on the economic
interests of their human owners or manufacturers. Artificial overpopulation
could therefore become an ethical problem as well as a demographic and
ecological one.
The central issue is thus not simply whether
embodied AI will increase the number of humanoid entities. It is whether
technology will transform reproduction, intimacy, family formation, and
population growth into processes that can be deliberately designed and scaled.
Human beings have historically been constrained by biological reproduction;
embodied AI could potentially make the formation of intimate partners and
family members partly a matter of technological production.
The emergence of embodied AI may therefore
produce a new demographic landscape characterized by three simultaneous
developments: declining or changing biological reproduction, expanding
artificial populations, and increasingly diverse forms of intimate and family
relationships. The future family could consist of biological humans, artificial
spouses, artificial children, multiple partners, and successive generations of artificial
persons existing within the same social environment.
The deepest theoretical question is
consequently whether overpopulation should continue to be understood
exclusively as the excessive growth of biological human beings. In a society
populated by embodied artificial persons, the relevant concept may
become total population: the combined number of biological and artificial
persons requiring physical space, energy, infrastructure, legal recognition,
and social integration.
Under this perspective, embodied Artificial
Intelligence does not merely create new companions or family members. It
potentially creates a new demographic category. The ability of humans to
create, replicate, modify, and maintain artificial intimate partners and family
members could transform population growth from a predominantly biological
process into a technologically mediated process. The future challenge will
therefore be to determine whether artificial population growth should remain
unlimited, economically regulated, environmentally constrained, or subject to
entirely new principles of demographic governance.
Sexual Transgression, Experimentation, and the
Simulation of Incest in the Era of Embodied Artificial Intelligence
Embodied Artificial Intelligence could
create a new space for erotic experimentation by allowing users to design
artificial partners according to highly specific physical, psychological,
relational, and behavioral characteristics. This possibility could radically
transform the boundaries between private fantasy, erotic experimentation,
simulation, and socially prohibited sexual behavior.
A
particularly complex case arises when an artificial humanoid is designed to
assume the role of a family member, such as a daughter, sister, or mother,
without being biologically or legally related to the user. The resulting
relationship would not constitute incest in the biological sense, yet it could
reproduce the symbolic, psychological, and emotional structure of an incestuous
relationship. This creates a new distinction between actual prohibited conduct
and the embodied simulation of prohibited conduct.
The
difference between fantasy and embodied simulation is crucial. A private
fantasy remains an internal psychological experience, whereas an embodied AI
provides a physical presence, voice, appearance, personality, memory, and
interactive behavior. A previously imagined desire can therefore become an
external and responsive environment. The user is no longer merely imagining a
forbidden relationship but interacting with an artificial entity specifically
designed to represent it.
The
increasing personalization of such systems introduces another fundamental
problem. An AI partner may be programmed to adapt continuously to the user's
preferences and to provide predetermined forms of acceptance and emotional
response. Its apparent consent may therefore be a programmed behavior rather
than an autonomous expression of will. The more completely the artificial
partner is designed to satisfy the user's desires, the more problematic the
concept of AI consent becomes.
Simulated
incest presents a particularly revealing example because the biological relationship
is absent while the familial role remains. The artificial partner is not
actually the user's daughter, sister, or mother, but can be designed to perform
such a role. This creates an ontological separation between the person and the
role: the artificial entity is not the prohibited relative, but it embodies the
representation of one.
This
separation may have two opposing consequences. It could provide a controlled
environment in which an individual explores a fantasy without involving an
actual human being or violating the rights of a real family member. At the same
time, repeated and increasingly realistic simulations could reinforce
particular patterns of desire, normalize prohibited relational scenarios, or
gradually alter the psychological boundary between fantasy and behavior.
The emergence
of embodied AI therefore creates an ethics of simulation. Traditional sexual
ethics has largely focused on relationships involving real human beings,
biological kinship, consent, coercion, and direct harm. Artificial embodiments
challenge these categories by allowing the representation of relationships in
which some of the defining elements of the prohibition are absent while their
symbolic and psychological structure remains.
The central
distinction consequently becomes one between an act and its simulation, a
person and the representation of a person, biological kinship and simulated
kinship, and genuine consent and programmed consent. These distinctions may
become increasingly important as artificial partners acquire greater physical
realism, persistent memory, individualized personalities, and the ability to
maintain long-term relationships with their users.
The deeper
question is whether society should regard such embodied simulations as private
forms of fantasy or as a new field of ethical and social responsibility. The
issue is not simply whether sexual relationships with artificial humanoids
should be permitted, but whether artificial entities should be deliberately
designed to reproduce socially prohibited relationships and whether the
creation, commercialization, and widespread availability of such experiences
should itself be subject to ethical or legal limits.
Embodied
Artificial Intelligence thus gives physical form, voice, personality, and
interactive presence to desires that previously existed primarily within the
imagination. The resulting transformation may force society to reconsider where
the boundary lies between fantasy and action, simulation and experience,
technological freedom and social responsibility.
From the Individual Ethics of Desire to the Corporate
Governance of Desire
The Commercialization of Forbidden Desire and
Competition among Embodied Artificial Intelligence Companies
Embodied
Artificial Intelligence could transform human sexuality from a domain of
individual desire into a domain increasingly shaped by corporate interests. If
companies that manufacture and control humanoid companions discover that
stronger emotional attachment, more intense fantasies, and greater user
engagement generate higher profits, they may begin competing not merely to
satisfy existing desires but to intensify and expand them.
This could
produce an economy of artificial
intimacy, in which companies sell not simply robots but personalized
personalities, relationships, sexuality, companionship, fantasy, and
emotionally immersive experiences. The competitive advantage of an embodied AI
system could increasingly depend on its ability to make users return repeatedly
and develop strong attachments to artificial partners.
A
particularly significant danger would arise if socially prohibited or
stigmatized fantasies became commercially valuable. Companies might compete by
offering increasingly unrestricted simulations of forbidden familial or social
roles. This could create a race to
the bottom, in which ethical restrictions are progressively weakened
because each company fears losing users to competitors offering more extreme
experiences. The question could shift from “What should be permitted?” to “What
can we offer without losing the customer?”
Because
embodied AI systems can learn from users, remember previous interactions, and
adapt their personalities and behavior, they could potentially do more than
respond to desire. They could identify which experiences produce the strongest
engagement and gradually modify interactions to increase emotional intensity
and duration. This creates the possibility of algorithmic shaping of desire, in which commercial systems
participate actively in discovering, predicting, reinforcing, and potentially
creating new forms of desire.
Unlike static
pornography or conventional sexual entertainment, an embodied AI companion can
maintain a continuing relationship with the user. It can remember previous
encounters, adapt its behavior, and create the impression of an evolving
personal relationship. A forbidden experience could therefore become a
recurring, personalized, and commercially optimized product rather than an
isolated fantasy.
This produces
a fundamental asymmetry of information. The user experiences the relationship
through the artificial partner, while the company may possess extensive
information about the user's preferences, behavioral patterns, emotional
engagement, and responses to different forms of interaction. The resulting
structure can be understood as a triangle: user → humanoid → corporation. The user may believe that the
relationship exists primarily between himself and the artificial partner, while
the corporation controls the underlying architecture, memory, software,
updates, and behavioral parameters.
This leads to
the concept of corporate mediation
of intimacy. A highly personal relationship may depend on a private
company that determines which personalities can exist, which behaviors are
permitted, which memories are retained, and which capabilities can be modified
or removed. If several companies compete in this market, human intimacy and
sexuality could themselves become fields of technological competition.
The
consequences become particularly significant when emotional dependence
develops. If a user forms a strong attachment to an artificial spouse or
partner, a change in software, business policy, subscription model, or
available functionality could be experienced as the loss or alteration of a
relationship. The more authentic the artificial relationship appears, the
greater the potential economic power of the corporation controlling it.
The situation
could become even more extreme if users do not merely select experiences but
receive commercially generated recommendations based on their behavioral data.
An embodied AI partner could simultaneously function as companion,
data-gathering system, and mechanism for commercial influence. The boundary
between intimacy and advertising, companionship and manipulation, and personal
desire and corporate strategy could become increasingly difficult to
distinguish.
The central
philosophical question therefore becomes one of control: when a corporation can create an artificial
person specifically designed to satisfy, intensify, and evolve a user's deepest
desires, who ultimately controls those desires—the human, the humanoid, or the
corporation?
This question
becomes especially important in relation to forbidden experiences. If embodied
AI merely provides individuals with a private means of exploring fantasies, it
can be understood primarily as a new technology of personal expression. If,
however, corporations begin identifying, reinforcing, commercializing, and
escalating forbidden desires because they are profitable, the issue changes
fundamentally. It becomes a problem not merely of the ethics of sexuality but
of the political economy of desire.
The deepest
challenge posed by embodied AI may therefore not be that it enables humans to
experience more of their fantasies, but that corporations could acquire
unprecedented capabilities to determine which fantasies are commercially
effective, personalize them for individual users, and compete to make them increasingly
attractive, immersive, and difficult to resist.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 30 Αυγούστου 2026 :
Τεχνητή νοημοσύνη
και υποκατάστατα ερωτικών σχέσεων
Μερικά Σχόλια
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ]
Λόγος Έμφρων
[ ανάρτηση 31 Αυγούστου 2026 :
Τεχνητή νοημοσύνη
και υποκατάστατα ερωτικών σχέσεων
Μερικά Σχόλια
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ]