το χιόνι δεν θυμάται
Part
6
σκηνογραφημένη νουβέλα 2026
τεχνητή Πεζογραφία
The Snow Does
Not Remember
A Scenographed
Novella, 2026
Artificial
Prose
Το Part 6 εκκινεί με το Μέρος ΙΑ της νουβέλα.
Η νουβέλα αποτελείται από ΙΒ Μέρη.
ΜΕΡΟΣ ΙΑ
η μετάθεση
ο νέος διοικητής
η χήρα του παλαιού διοικητή
μια νυχτερινή συνάντηση
ο νυχτερινός επισκέπτης
ο ωτακουστής
το σφραγισμένο σπίτι
η ασφυξία
η δραπέτευση
η κηδεία ενός έντιμου αξιωματικού
η υστερία
η εξέταση
τα σημάδια
μια νεαρή πωλήτρια τσαγιού
η εσπερινή επισκέπτρια
το δώρο
ΜΕΡΟΣ ΙΑ
η μετάθεση
Το έτος
εκείνο, όταν η δυναστεία των Τσινγκ είχε πλέον εδραιώσει την κυριαρχία της στη
Σετσουάν αλλά η επαρχία εξακολουθούσε να κυβερνάται περισσότερο από την ισχύ
των τοπικών στρατιωτικών παρά από τα διατάγματα του Πεκίνου, το όνομα του Λι
Γουέν-Τσενγκ ακουγόταν με σεβασμό από τις κοιλάδες του Λο Τζιάνγκ έως τα τείχη
της Τσενγκντού.
Πενήντα δύο
ετών, βετεράνος δεκάδων εκστρατειών, διοικούσε την επικράτειά του με
αξιοθαύμαστη αυτονομία. Τυπικά υπαγόταν στον στρατό των Τσινγκ· στην πράξη
όμως, οι αποφάσεις του λαμβάνονταν χωρίς να ζητεί άδεια από κανέναν, αρκεί να
μη συγκρούονταν με τα συμφέροντα της Αυλής.
Ένα ψυχρό
πρωινό του φθινοπώρου κατέφθασε αυτοκρατορικός αγγελιοφόρος. Το διάταγμα έφερε
τη σφραγίδα του Κυβερνήτη της Σετσουάν. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ καλούνταν να αναλάβει
προσωρινά τη στρατιωτική διοίκηση της Μιενγιάνγκ για μερικούς μήνες, έως ότου
οριστεί νέος διοικητής. Το έγγραφο ήταν σύντομο. Η διαταγή δεν ζητούσε τη
συναίνεσή του. Τον καλούσε.
Ο Λι έμεινε
αρκετή ώρα σιωπηλός. Η αυτοκρατορική πρόσκληση δεν ήταν πρόσκληση. Ήταν
διαταγή. Και υπήρχε ακόμη ένας λόγος για τον οποίο είχε επιλεγεί. Ο Λι δεν είχε
οικογένεια. Δεν υπήρχε σύζυγος να εγκαταλείψει. Δεν υπήρχαν μικρά παιδιά που θα
έμεναν χωρίς πατέρα.
Για την Αυλή,
ένας άνδρας χωρίς νόμιμους κληρονόμους μπορούσε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο
καθήκον. Δεν άφηνε πίσω του μια μεγάλη οικογένεια που θα δημιουργούσε πολιτικές
πιέσεις.
Ο Λι δίπλωσε αργά το διάταγμα. Έξω, ο άνεμος
σήκωνε τα πρώτα ξερά φύλλα. Η μετάθεση είχε αποφασιστεί πολύ πριν φτάσει ο
αγγελιοφόρος. Ο Λι ξετύλιξε ξανά το αυτοκρατορικό διάταγμα. Το διάβασε γρήγορα
άλλη μία φορά. Δεν του άρεσε.
Η αλήθεια
ήταν πως κανείς δεν επιθυμούσε να αναλάβει τη Μιενγιάνγκ. Η θέση είχε αποκτήσει
σχεδόν δυσοίωνη φήμη. Όλα είχαν αρχίσει οκτώ ή ίσως δέκα μήνες νωρίτερα, όταν ο
αυτοκρατορικός επίτροπος της Σετσουάν είχε οργανώσει στην Τσενγκντού λαμπρό
συμπόσιο προς τιμήν όλων των ανώτερων στρατιωτικών διοικητών της επαρχίας. Το
κεντρικό έδεσμα ήταν μια σπάνια σούπα από φωλιές χελιδονιών, εισαγόμενη με
τεράστιο κόστος από τις νότιες θάλασσες. Οι αυλικοί την αποκαλούσαν «τροφή των
αθανάτων». Λίγες ημέρες αργότερα εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα.
Αρχικά ήταν
ένας ήπιος πυρετός. Έπειτα έντονες ρίγες, αιμορραγίες από τη μύτη, παράξενες
σκούρες κηλίδες στο δέρμα και τελικά παραλήρημα. Η ασθένεια εμφανίστηκε πρώτα
στα σπίτια των ανώτερων αξιωματικών και των ευγενών που είχαν παρακαθίσει στο
συμπόσιο του επιτρόπου. Το γεγονός αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από τον λαό.
Πολύ σύντομα άρχισαν να ψιθυρίζουν πως οι θεοί τιμωρούσαν την αλαζονεία των
πλουσίων. Έτσι γεννήθηκε το όνομα που έμεινε στην ιστορία: «ο πυρετός των πλουσίων».
Μέσα σε
λίγους μήνες τέσσερις ανώτεροι στρατιωτικοί διοικητές πέθαναν. Ο διοικητής της
Μιενγιάνγκ υπήρξε ένας από αυτούς. Ακόμη μεγαλύτερο μυστήριο κάλυπτε τον θάνατο
του ίδιου του αυτοκρατορικού επιτρόπου. Η επίσημη ανακοίνωση έκανε λόγο για
αυτοκτονία. Κανείς όμως δεν την πίστεψε ολοκληρωτικά. Άλλοι έλεγαν ότι είχε
προσβληθεί κι εκείνος από τον «πυρετό των πλουσίων» και η Αυλή απέκρυψε την
αλήθεια για να μη φανεί πως ούτε ο εκπρόσωπος του αυτοκράτορα ήταν ασφαλής. Άλλοι
ψιθύριζαν ότι δολοφονήθηκε. Κανείς δεν μπορούσε να αποδείξει τίποτε.
Ο ίδιος ο Λι
Γουέν-Τσενγκ είχε καθίσει στο ίδιο τραπέζι. Είχε δοκιμάσει τη σούπα. Μόνο δύο ή
τρεις κουταλιές. Αρκετές για να αρρωστήσει βαριά για δύο με τρεις εβδομάδες. Όχι
όμως αρκετές για να τον σκοτώσουν. Οι γιατροί απέδωσαν τη διάσωσή του στην
εύρωστη κράση του. Οι στρατιώτες έλεγαν πως οι θεοί δεν είχαν ακόμη τελειώσει
μαζί του.
Η αδελφή του,
η Λι Σου-Γιάν, μπήκε στο γραφείο του χωρίς να ζητήσει άδεια.
– Συγχαρητήρια. Διοικητής της Μιενγιάνγκ.
– Το πληροφορήθηκες λοιπόν…
—Πρέπει να πας...
—Δεν έχω άλλη επιλογή, απάντησε εκείνος.
—Ακριβώς γι' αυτό πρέπει να πας πρόθυμα. Αν αρνηθείς,
θα φανεί πως φοβάσαι.
Ο Λι χαμογέλασε πικρά.
—Δεν φοβάμαι τη Μιενγιάνγκ.
—Τότε τι;
Εκείνος δεν
απάντησε. Η Σου-Γιάν γνώριζε. Δεν ήθελε να αφήσει μόνη της την Τιάν-Μι.
—Θα την προσέχω εγώ. Δεν την πρόσεχα πάντοτε; είπε
χαμηλόφωνα, χωρίς να χρειαστεί να αναφέρει το όνομα της Τιάν-Μι.
—Το ξέρω, αποκρίθηκε ο Λι. Χωρίς εσένα δεν θα είχε
μεγαλώσει όπως μεγάλωσε.
– Δεν σε κάλεσα μόνο γι’ αυτό. Υπάρχει και κάτι άλλο.
– Τι άλλο;
– Αν δεν γυρίσω, αν κάτι συμβεί, αν κάτι…
– Εσύ ποτέ δεν σκεφτόσουν απαισιόδοξα.
– Ναι, αλλά τώρα μπορεί να υπάρχει και ένα παιδί.
– Πού; εδώ;
– Όχι στη Γιουνάν. Θυμάσαι εκείνη τη Λούο Τζινγκ;
Η Λι Σου-Γιάν προσποιήθηκε ότι δεν θυμόταν στην
αρχή.
– Ναι… μια κοπέλλα που…
– Αυτή η γυναίκα ήρθε κάποια στιγμή στο Λο Τζιάνγκ.
Συναντηθήκαμε ένα βράδυ. Φαίνεται εκεί... Υπάρχει ένα μικρό αγόρι.
– Είσαι σίγουρος;
– Ο άνθρωπος που με ενημέρωσε είναι αξιόπιστος. Παλαιός συμπολεμιστής.
– Και τι πρέπει να κάνω; Να μεγαλώσω και αυτό όπως
μεγάλωσα και την Τιάν-Μι.
– Όχι. Αν δεν γυρίσω… να στέλνεις χρήματα στη
Γιουνάν. Στον Χου Τσεν-Λουν. Εκείνος θα
τα δίνει για να μεγαλώσει το παιδί όπως πρέπει. Είναι στρατιωτικός διοικητής. Ο
γιος σου ξέρει πως θα τον βρούμε. Του άφησε όλα τα στοιχεία.
– Δεν θα τον πάρεις μαζί σου;
– Έχει περισσότερη δουλειά εδώ.
Δεν τον
ρώτησε πότε θα φύγει. Ήξερε ότι θα γινόταν σύντομα.
Η Λι Σου-Γιάν
ήταν εκείνη που είχε καταλάβει πρώτη τον
παράνομο δεσμό του αδελφού της με τη Γιουν-Σου. Φοβούμενη ότι η
αποκάλυψη της μοιχείας θα διέσυρε το όνομα της οικογένειας και θα έδινε όπλα
στους πολιτικούς αντιπάλους του Λι, είχε ενεργήσει διακριτικά αλλά
αποφασιστικά. Με υπαινιγμούς, συμβουλές και διακριτικές παρεμβάσεις είχε πείσει
τη Γιουν-Σου πως η μόνη ασφαλής λύση ήταν να εγκαταλείψει το Λο Τζιάνγκ μαζί με
τον νόμιμο σύζυγό της, τον εύπορο έμπορο τσαγιού Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι. Ο
έμπορος μαζί με τη σύζυγό του εγκαταστάθηκαν τελικά στην Μιενγιάνγκ. Η μετακόμιση
παρουσιάστηκε ως εμπορική ευκαιρία. Μόνον εκείνες οι δύο γυναίκες γνώριζαν ότι
επρόκειτο για εξορία. Η Σου-Γιάν πίστεψε τότε πως είχε σώσει την τιμή της
οικογένειας. Δεν είχε όμως προβλέψει τη μοίρα. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι,
λίγο καιρό αργότερα, ο αδελφός της θα ερωτευόταν την Τιάν-Μι. Ούτε μπορούσε να
φανταστεί πως, αρκετό καιρό μετά, μια φαινομενικά συνηθισμένη μετάθεση στη Μιενγιάνγκ
θα έφερνε όλα όσα είχε προσπαθήσει να θάψει ξανά στην επιφάνεια.
Η Λι Σου-Γιάν
σώπασε, μα οι σκέψεις της δεν έλεγαν να κοπάσουν.
Κι αν τον συναντούσε ξανά εκείνη η μοιχαλίδα; συλλογίστηκε.
Η Μιενγιάνγκ δεν ήταν τόσο μεγάλη πόλη. Αργά ή γρήγορα οι δρόμοι τους μπορεί
να διασταυρώνονταν.
Ίσως, αν ξαναγύριζε η Γιουν-Σου στη ζωή του, ο αδελφός
της να έπαυε να περιστρέφεται διαρκώς γύρω από την Τιάν-Μι. Ίσως το πάθος του
για εκείνο το κορίτσι να εξασθενούσε.
Έσφιξε τα χείλη της.
Κι όμως... η Τιάν-Μι τον έχει αιχμαλωτίσει. Από τότε
που μπήκε στη ζωή του, δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος. Εκείνη, τον κρατούσε δεμένο
πάνω της. Κληρονομιά που άφησε η μητέρα της, η Μέι-Λαν… Αν μπορούσε κάποιος να
σπάσει αυτά τα δεσμά... ίσως να ήταν η Γιουν-Σου, μία ξένη.
Μετά σκέφθηκε
τα τελευταία του λόγια. Εκείνο το παιδί. Άρα γε να ήταν πραγματικά δικό του; Πόσες φορές δεν του είχε πει ψέμματα εκείνη η
Λούο Τζινγκ. Ήξερε να κοροϊδεύει τους άντρες καλύτερα από όλες. Δεν την είχε
δει. Αλλά ήταν όμορφη όπως είχε ακούσει. Ας ήταν το παιδί δικό του. Τότε κάθε
θυσία θα άξιζε τον κόπο.
Το ίδιο
βράδυ, όταν το αρχοντικό βυθίστηκε στη σιωπή και οι τελευταίοι υπηρέτες
αποσύρθηκαν, ο Λι Γουέν-Τσενγκ κάλεσε την Τιάν-Μι στα ιδιαίτερα διαμερίσματά
του. Δεν χρειάστηκε να της πει πολλά. Εκείνη κατάλαβε από το βλέμμα του.
—Θα φύγω για τη Μιενγιάνγκ. Η διαταγή έφθασε σήμερα.
Για λίγες
στιγμές η νεαρή γυναίκα έμεινε ακίνητη. Ύστερα τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
—Θα... θα μείνω μόνη μου...
Η φωνή της
έσπασε πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση. Ο Λι πλησίασε και ακούμπησε απαλά
τα χέρια του στους ώμους της.
—Δεν θα είσαι μόνη. Η Σου-Γιάν θα έρχεται κάθε μέρα. Η
Σιάνγκ-Λι θα μένει μαζί σου και η Λου Σινγκ
θα φροντίζει να μη σου λείψει τίποτε.
Η Τιάν-Μι κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
—Δεν είναι το ίδιο...
Τα δάκρυά της
κύλησαν ελεύθερα.
—Χωρίς εσένα... δεν μπορώ να ζήσω.
Ο Λι της
σκούπισε με τον αντίχειρα ένα δάκρυ που είχε σταθεί στο μάγουλό της.
—Μπορείς. Απλώς δεν το ξέρεις ακόμη.
Εκείνη τον
κοίταξε σαν παιδί που φοβόταν πως θα χαθεί μέσα σε έναν κόσμο που δεν
καταλάβαινε.
—Πρέπει να μεγαλώσεις, Τιάν-Μι.
Η φωνή του
ήταν ήρεμη, σχεδόν πατρική.
—Τώρα αρχίζεις να βλέπεις το πραγματικό τίμημα της
ζωής δίπλα σε έναν πολεμιστή. Οι πολεμιστές δεν ανήκουν ποτέ ολοκληρωτικά στο σπίτι τους.
Ανήκουν πρώτα στο καθήκον τους.
Σώπασε για λίγο.
—Οι γυναίκες των πολεμιστών, μανάδες, αδελφές,
σύζυγοι, μαθαίνουν να περιμένουν. Να υπομένουν τη μοναξιά. Να κοιμούνται
ακούγοντας τον άνεμο και να αναρωτιούνται αν ο άνθρωπός τους είναι ακόμη
ζωντανός. Κάποιες δεν το αντέχουν. Φεύγουν. Άλλες μένουν και γίνονται πιο
δυνατές απ' όσο πίστευαν ποτέ.
Η Τιάν-Μι
χαμήλωσε το βλέμμα.
—Εγώ θα αντέξω, είπε σχεδόν ψιθυριστά.
Η Τιάν-Μι δεν
τον είδε ως τον άνδρα που την κρατούσε στην αγκαλιά του ούτε ως τον εραστή που
της χάριζε σιγουριά. Είδε τον άνθρωπο που, έστω και προσωρινά, απομάκρυνε από
πάνω της την προστασία του και την καλούσε να σταθεί στα δικά της πόδια.
Έγειρε αργά
το κεφάλι της στον ώμο του. Έμειναν έτσι για πολλή ώρα, χωρίς να μιλούν. Μέσα
στο δωμάτιο, η Τιάν-Μι κράτησε σφιχτά το χέρι του, σαν να προσπαθούσε να
απομνημονεύσει τη ζεστασιά του.
Όταν τελικά
σήκωσε το κεφάλι, τα μάτια της ήταν ακόμη βουρκωμένα, όμως η φωνή της είχε
αποκτήσει μια παράξενη γαλήνη.
—Θα περιμένω.
Ο Λι δεν
απάντησε αμέσως. Έσφιξε μόνο απαλά τα δάχτυλά της, σαν να της έδινε μια
υπόσχεση που δεν μπορούσε να διατυπώσει με λόγια. Εκείνο το βράδυ κανείς από
τους δύο δεν κοιμήθηκε εύκολα. Ο ένας σκεφτόταν τον δρόμο που άνοιγε μπροστά
του. Η άλλη μάθαινε, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της, πως η αγάπη δεν είναι
μόνο η παρουσία του αγαπημένου, αλλά και η δύναμη να αντέχεις την απουσία του.
Η Τιάν-Μι
εξακολουθούσε να κρατά το χέρι του, σαν να φοβόταν πως, αν το άφηνε, η
αναχώρησή του θα γινόταν πραγματικότητα εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
Ο Λι την
κοίταξε για πολλή ώρα χωρίς να μιλήσει.
Ύστερα αναστέναξε βαθιά.
—Ίσως... αυτή η μετάθεση να είναι μια ευκαιρία.
Εκείνη
σήκωσε αργά το βλέμμα.
—Ευκαιρία για τι;
—Να σκεφθούμε καθαρά. Να μείνουμε για λίγο μακριά ο
ένας από τον άλλον. Να δούμε τη ζωή χωρίς να την κοιτάζουμε μόνο μέσα σε ένα
σκοτεινό δωμάτιο.
Η Τιάν-Μι
ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.
—Θέλεις να με ξεχάσεις;
—Δεν είναι τόσο απλό.
Χάιδεψε
απαλά τα μαλλιά της.
—Αυτό που υπάρχει ανάμεσά μας... είναι σαν αρρώστια,
σαν πυρετός. Δεν μπορεί να συνεχίζεται για πάντα.
Η νεαρή
γυναίκα έσφιξε τα χείλη της.
—Γιατί όχι;
Ο Λι χαμογέλασε θλιμμένα.
—Επειδή κάποτε θα πρέπει να παντρευτείς.
Η λέξη έπεσε
ανάμεσά τους σαν πέτρα σε ήρεμη λίμνη. Η Τιάν-Μι κούνησε αργά το κεφάλι.
—Δεν θέλω άλλον.
—Ίσως σήμερα να το πιστεύεις.
—Όχι. Το ξέρω.
Εκείνος απέστρεψε για λίγο το βλέμμα.
—Κι όμως... πρέπει.
Η φωνή του
είχε μια βαρύτητα που δεν σήκωνε εύκολα αντίλογο.
—Η ζωή μπορεί να μας έπλασε ένα παράξενο παιχνίδι.
Έφερε κοντά δύο ανθρώπους που δεν θα έπρεπε ποτέ να συναντηθούν έτσι.
Σταμάτησε για
λίγο.
—Αλλά κάποια στιγμή τα παιχνίδια τελειώνουν. Ακόμη κι
όταν εμείς δεν θέλουμε να τα τελειώσουμε. Τα σταματά η ίδια η ζωή.
Η Τιάν-Μι
κατέβασε το κεφάλι. Τα δάκρυα κύλησαν ξανά, μα αυτή τη φορά δεν προσπάθησε να
τα σκουπίσει.
—Και αν δεν δεχθώ;
Ο Λι
ακούμπησε απαλά το χέρι του πάνω στο δικό της.
—Τότε θα έρθει μια μέρα που θα με μισήσεις. Γιατί θα
καταλάβεις ότι κράτησα κοντά μου τα καλύτερα χρόνια της νιότης σου, ενώ έπρεπε
να σου δώσω την ελευθερία να χτίσεις τη δική σου ζωή.
Η Τιάν-Μι τον
κοίταξε με βλέμμα πληγωμένο.
—Καλύτερα λίγα χρόνια μαζί σου, παρά δίπλα σε κάποιον
που δεν θα αγαπήσω ποτέ.
– Και τι θα
γίνει όταν εγώ πεθάνω. Θα τελειώσει η ζωή σου;
Η Τιάν-Μι δεν
απάντησε. Δεν ήθελε να σκεφθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Γύρισε προς το μέρος του
θέλοντας να αλλάξει τη συζήτηση.
– Κι αν έρθω
και εγώ μαζί σου στη Μιενγιάνγκ;
– Αυτό δεν γίνεται. Μόνο εδώ είσαι ασφαλής. Εκεί δεν
ξέρω τι θα συναντήσω.
Την επόμενη
μέρα ο πολέμαρχος κάλεσε μυστικά τον Γουέι Τζεν. Συναντήθηκαν στην καλύβα των
κτημάτων του κοντά στο σπίτι του Χουά Σιν. Έδωσε γρήγορα τις οδηγίες του για όσο διάστημα θα απουσίαζε. Θα
έφερνε τη Σου Γιν με το παιδί τους στο
αρχοντικό. Το αρχοντικό διέθετε ξεχωριστά διαμερίσματα για το βοηθητικό
προσωπικό, έξω από το κεντρικό οίκημα. Εκείνος τα βράδια θα περιφρουρούσε το αρχοντικό.
«Αυτό το κάνω ήδη.» του απάντησε ο Γουέι Τζεν.
«Η Λου Σινγκ θα επισκέπτεται την Τιάν-Μι
τακτικά. Δεν πρέπει όμως να δίνει την εντύπωση
ότι είναι φορτική.»
«Θα λείψετε πολύ;»
«Αυτό δεν το γνωρίζω. Εξαρτάται από το τι θα
βρω εκεί. Ελπίζω να μη χρειαστεί να σε καλέσω στη Μιενγιάνγκ. Αν έρθεις, θα
εμφανιστείς ως υπηρέτης μου. Το ίδιο και η Λου Σινγκ.»
ο νέος
διοικητής
Η άφιξη του
Λι Γουέν-Τσενγκ στη Μιενγιάνγκ έγινε μέσα σε ψυχρή σιωπή. Στην πύλη της
διοίκησης παρατάχθηκαν οι αξιωματικοί για να τον υποδεχθούν, όμως κανένα βλέμμα
δεν πρόδιδε πραγματικό σεβασμό. Οι περισσότεροι είχαν υπηρετήσει τρεις
διαφορετικούς διοικητές μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια. Στα μάτια τους, ο νέος
διοικητής δεν ήταν παρά ένας ακόμη προσωρινός αντικαταστάτης.
Την πρώτη
κιόλας εβδομάδα άρχισαν οι δυσκολίες. Ο υπεύθυνος των αποθηκών παρουσίασε
λογαριασμούς γεμάτους ελλείψεις. Έλειπαν σακιά ρυζιού, τόξα, βέλη και δεκάδες
άλογα. Όταν ο Λι ζήτησε εξηγήσεις, όλοι δήλωσαν άγνοια.
—Έτσι τα παραλάβαμε, στρατηγέ.
Κανείς δεν αναλάμβανε ευθύνη.
Ο Λι διέταξε
απογραφή. Τρεις ημέρες αργότερα οι αποθήκες... γέμισαν ξαφνικά. Τα εξαφανισμένα
εφόδια είχαν επιστρέψει σαν από θαύμα. Ο Λι χαμογέλασε.
Η επόμενη
δοκιμασία ήταν πιο επικίνδυνη. Ένα βράδυ, ένας νεαρός αξιωματικός εισέβαλε
λαχανιασμένος.
—Στρατηγέ! Επίθεση ληστών στα βόρεια!
Ο Λι διέταξε
αμέσως να ετοιμαστούν ιππείς. Λίγο πριν αναχωρήσουν, πρόσεξε κάτι παράξενο. Κανένας
αγγελιοφόρος από τα γύρω φυλάκια δεν είχε φτάσει. Μόνο ένας. Ο ίδιος. Έστειλε
πρώτα δύο ανιχνευτές. Επέστρεψαν πριν ακόμη ξημερώσει.
—Δεν υπάρχει κανείς, στρατηγέ.
Η επίθεση
ήταν ψεύτικη. Ο νεαρός αξιωματικός δεν είχε επιστρέψει στη θέση του. Το σχέδιο
ήταν προφανές. Αν ο Λι έφευγε με όλη του τη φρουρά, κάποιοι θα λεηλατούσαν τις
στρατιωτικές αποθήκες.
Ο Λι διέταξε
να βρεθεί ο νεαρός αξιωματικός. Ύστερα από δύο ημέρες τον οδήγησαν μπροστά του.
Ονομαζόταν Φαν Τζιν.
—Γιατί μετέφερες ψευδή αναφορά;
Ο νεαρός
έσκυψε το κεφάλι.
—Δεν γνώριζα ότι ήταν ψευδής, στρατηγέ. Δύο στρατιώτες
ήρθαν στο φυλάκιό μου και είπαν πως είχαν πληροφορίες για επίθεση ληστών. Αν
δεν το ανέφερα και συνέβαινε κάτι, εγώ θα ήμουν ο υπεύθυνος.
Ο Λι τον
παρατήρησε σιωπηλός.
—Θυμάσαι αυτούς τους δύο στρατιώτες;
—Όχι, στρατηγέ. Δεν τους γνώριζα.
—Πώς γίνεται να μην τους γνωρίζεις;
—Έχω έρθει εδώ μόλις πριν από λίγες ημέρες. Η κανονική
μου θέση ήταν στην Τσενγκντού. Ζήτησα μετάθεση στη Μιενγιάνγκ, επειδή ο πατέρας
μου είναι βαριά άρρωστος και το χωριό μας βρίσκεται κοντά στην πόλη. Δεν είχα
προλάβει να γνωρίσω ούτε τους περισσότερους στρατιώτες ούτε τους αξιωματικούς.
—Και γιατί έφυγες μετά;
Ο Φαν Τζιν κατάπιε με δυσκολία.
—Όταν έμαθα πως δεν υπήρχε καμία επίθεση, κατάλαβα ότι
κάποιος με είχε χρησιμοποιήσει. Φοβήθηκα πως θα με θεωρούσαν υπεύθυνο. Δεν
ήξερα τι να κάνω.
Ο Λι δεν
απάντησε αμέσως. Ο νεαρός δεν έδειχνε άνθρωπος που επινοούσε ιστορίες. Έδειχνε
περισσότερο κάποιον που είχε χρησιμοποιηθεί χωρίς να καταλάβει από ποιους.
Οι δοκιμασίες
συνεχίστηκαν. Οι γραφείς καθυστερούσαν επίτηδες τις διαταγές του. Οι σφραγίδες
«χάνονταν». Οι κατάλογοι άλλαζαν αριθμούς. Οι φόροι έφθαναν λειψοί. Οι αναφορές
παραδίδονταν μία ημέρα αργότερα από όσο έπρεπε. Όλα ήταν πολύ μικρά για να
αποτελούν προδοσία. Όλα όμως μαζί μπορούσαν να καταστρέψουν έναν διοικητή.
Ο Λι δεν ύψωσε
ποτέ τη φωνή του. Άρχισε απλώς να εργάζεται μέχρι αργά τη νύχτα. Διάβαζε ο
ίδιος κάθε κατάλογο. Μετρούσε μόνος του τα άλογα. Επιθεωρούσε ξαφνικά τα
φυλάκια. Κανείς δεν ήξερε πού θα εμφανιζόταν την επόμενη ημέρα.
Σιγά σιγά οι
μικρές απάτες άρχισαν να εξαφανίζονται. Τρεις εβδομάδες είχαν περάσει από τότε
που ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε αναλάβει προσωρινά τη στρατιωτική διοίκηση της Μιενγιάνγκ.
Οι περισσότεροι αξιωματικοί είχαν πλέον αποδεχθεί τη μεθοδικότητά του, όχι όμως
και την παρουσία του. Ο νέος διοικητής είχε ήδη καταλάβει ότι η μεγαλύτερη
απειλή δεν προερχόταν από τους ληστές των βουνών ούτε από τους αντάρτες των
δυτικών κοιλάδων, αλλά από τα ίδια τα γραφεία της διοίκησης.
Ένα πρωινό, ο
επικεφαλής των γραφέων τοποθέτησε επάνω στο τραπέζι του έναν βαρύ ξύλινο
κιβωτό.
—Τα οικονομικά κατάστιχα των τελευταίων τριών ετών,
στρατηγέ.
Ο Λι ακούμπησε το χέρι του στο καπάκι.
—Όλα;
Ο γραφέας χαμήλωσε το βλέμμα.
—Όσα βρέθηκαν.
Η τελευταία
φράση δεν του άρεσε. Οι αριθμοί σπάνια έλεγαν ψέματα. Οι άνθρωποι όμως έλεγαν. Τις
επόμενες ημέρες ο Λι διάβαζε μέχρι αργά τη νύχτα. Κάθε κατάστιχο αντιστοιχούσε
σε ένα άλλο. Κάθε σφραγίδα συγκρινόταν με τη διπλανή της. Κάθε ποσό ελεγχόταν
δύο φορές.
Στην αρχή δεν
εντόπισε τίποτε. Ύστερα άρχισαν να εμφανίζονται μικρές ασυμφωνίες. Δύο τάελ
αργύρου εδώ. Πέντε εκεί. Οκτώ αλλού. Ποσά τόσο μικρά, ώστε κανείς δεν θα τα
πρόσεχε μέσα στα συνολικά έξοδα μιας ολόκληρης στρατιωτικής διοίκησης. Όταν
όμως τα πρόσθεσε όλα μαζί, το άθροισμα έφθανε τα εκατόν ογδόντα επτά τάελ αργύρου. Σχεδόν όσο οι ετήσιες αποδοχές ενός υποδιοικητή τάγματος.
Ο Λι έκλεισε
αργά το βιβλίο. Αυτό δεν ήταν λάθος. Ήταν σύστημα. Ξεφύλλισε πάλι τα κατάστιχα.
Αυτή τη φορά δεν κοίταζε τα ποσά, αλλά τα ονόματα.
Ένα από αυτά
εμφανιζόταν ξανά και ξανά. Υποδιοικητής
φρουράς Τενγκ Μινγκ-Ντε. Στη μισθοδοσία της φρουράς της Μιενγιάνγκ
λάμβανε κανονικά τις αποδοχές του. Σε άλλο κατάστιχο όμως αναφερόταν ότι είχε
αποσπαστεί πριν από σχεδόν ένα χρόνο στη στρατιωτική διοίκηση της Τσενγκντού, όπου υποτίθεται ότι
υπηρετούσε ακόμη.
Ο Λι κάλεσε
τον επικεφαλής των γραφέων.
—Ο υποδιοικητής Τενγκ υπηρετεί εδώ ή στην Τσενγκντού;
Ο γραφέας
έδειξε αμηχανία.
—Στην Τσενγκντού... έτσι πιστεύουμε, στρατηγέ.
—«Πιστεύουμε»;
—Η τελευταία διαταγή
αναφέρει ότι αποσπάστηκε στην Τσενγκντού. Από τότε δεν λάβαμε άλλη ειδοποίηση.
—Και ποιος εκτελεί τα καθήκοντά του εδώ;
Ο ηλικιωμένος
άνδρας δίστασε.
—Κανείς. Η θέση του παραμένει καταχωρισμένη, αλλά
είναι κενή.
Ο Λι άφησε τη
γραφίδα πάνω στο τραπέζι.
—Παρ' όλα αυτά, ο μισθός του συνεχίζει να
καταβάλλεται.
Ο Λι έμεινε
για λίγη ώρα σιωπηλός.
—Ποιος παραλάμβανε τον μισθό του Τενγκ Μινγκ-Ντε;
Ο επικεφαλής
των γραφέων συνοφρυώθηκε.
—Δεν γνωρίζω, στρατηγέ.
—Δεν μπορεί να καταβάλλεται μισθός χωρίς παραλήπτη.
Ο ηλικιωμένος
γραφέας έγνεψε αργά.
—Στα κατάστιχα αναγράφεται μόνο ότι οι αποδοχές
καταβλήθηκαν. Όχι σε ποιο χέρι.
Ο Λι άπλωσε
πάλι τα βιβλία μπροστά του. Κάθε μήνα υπήρχε η ίδια καταχώριση. Η ίδια
σφραγίδα. Το ίδιο χέρι.
Ο Λι
ξεφύλλισε τις τελευταίες καταστάσεις μισθοδοσίας. Δίπλα στο όνομα του Τενγκ
Μινγκ-Ντε υπήρχε κάθε μήνα η ίδια σημείωση: «Οι αποδοχές παρελήφθησαν δι' αντιπροσώπου.» Δεν αναφερόταν ποτέ
ποιος ήταν ο αντιπρόσωπος. Κάποιος φρόντιζε να ανανεώνει την πληρωμή του
απόντος αξιωματικού χωρίς να αλλάζει ούτε μία γραμμή.
—Ποιος είχε το δικαίωμα να εγκρίνει αυτές τις
πληρωμές;
—Μόνο ο διοικητής... και ο επικεφαλής του οικονομικού
γραφείου.
—Και ποιος ήταν τότε επικεφαλής;
– Ο Σου Ξιν.
– Εσύ;
– Εγώ ανέλαβα μετά τον θάνατό του.
Ο νέος
διοικητής ζήτησε αμέσως να του φέρουν όλα τα έγγραφα της απόσπασης. Ύστερα από
μία ώρα επέστρεψαν μόνο με ένα αντίγραφο. Το πρωτότυπο είχε χαθεί. Και στην
Τσενγκντού, όπως έδειχναν οι σφραγίδες, δεν υπήρχε καμία νεότερη αναφορά για
τον Τενγκ Μινγκ-Ντε. Ήταν ένας άνθρωπος που εξακολουθούσε να πληρώνεται. Κανείς
όμως δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα πού βρισκόταν.
Ο Λι έμεινε
για λίγο σιωπηλός. Ξανακοίταξε το όνομα. Υποδιοικητής φρουράς Τενγκ Μινγκ-Ντε. Δεν ήταν τα εκατόν ογδόντα
επτά τάελ που τον απασχολούσαν πλέον περισσότερο. Αυτή η υπόθεση μπορούσε να
περιμένει. Τα χρήματα δεν έφευγαν ποτέ μόνα τους· κάποτε θα τον οδηγούσαν σε
κάποιον άνθρωπο. Ο Τενγκ, όμως, ήταν άνθρωπος που είχε χαθεί.
—Πόσοι τον θυμούνται; ρώτησε.
Ο
ηλικιωμένος γραφέας ανασήκωσε αργά το βλέμμα.
—Οι περισσότεροι από τους παλιούς στρατιώτες,
στρατηγέ.
—Τότε γιατί κανείς δεν ανέφερε την απουσία του;
Ο γραφέας
δίστασε.
—Επειδή όλοι πίστεψαν ότι είχε αποσπαστεί στην
Τσενγκντού. Η διαταγή έφερε τη σφραγίδα της διοίκησης.
—Και κανείς δεν τον συνόδευσε;
—Όχι. Είχε ειπωθεί πως θα ταξίδευε μόνος του με έναν
αγγελιοφόρο.
Ο Λι
συνοφρυώθηκε. Αυτό ήταν παράξενο. Αξιωματικός του βαθμού του υποδιοικητή δεν
έφευγε συνήθως μόνος για τόσο μακρινή μετάθεση. Τουλάχιστον δύο στρατιώτες θα
τον συνόδευαν ως την επόμενη φρουρά. Έκλεισε αργά το κατάστιχο.
—Φέρτε μου όσους υπηρέτησαν μαζί του.
Το ίδιο
απόγευμα παρουσιάστηκαν τέσσερις παλιοί υπαξιωματικοί. Ο πρώτος ξαφνιάστηκε
όταν άκουσε το όνομα.
—Ο υποδιοικητής Τενγκ; Δεν υπηρετεί στην Τσενγκντού;
—Πότε τον είδες για τελευταία φορά;
—Λίγες ημέρες πριν πέσει άρρωστος ο προηγούμενος
διοικητής.
Ο δεύτερος
θυμόταν περισσότερα.
—Ήταν αυστηρός άνθρωπος. Μας έβαζε να μετράμε δύο
φορές τα σακιά του ρυζιού και τα βέλη. Έλεγε πως ο στρατός χανόταν πρώτα από
τους κλέφτες και ύστερα από τον εχθρό.
Ο τρίτος
χαμογέλασε αμυδρά.
—Δεν τον συμπαθούσαν πολλοί αξιωματικοί.
—Γιατί;
—Επειδή δεν υπέγραφε τίποτε χωρίς να το διαβάσει.
Ο τέταρτος
σώπασε για αρκετή ώρα.
—Θυμάμαι μόνο κάτι παράξενο, στρατηγέ.
Ο Λι σήκωσε
το βλέμμα.
—Πες το.
—Την τελευταία εβδομάδα τον είδα να βγαίνει δύο φορές
από το γραφείο του διοικητή πολύ αναστατωμένος. Κρατούσε στα χέρια του έναν
φάκελο με οικονομικά κατάστιχα. Όταν τον χαιρέτησα, ούτε που με πρόσεξε.
—Και μετά;
—Μετά ξέσπασε η επιδημία. Πέθανε ο διοικητής. Πέθανε
και ο γραφέας Σου Ξιν. Λίγες ημέρες αργότερα μάθαμε πως ο υποδιοικητής είχε
μετατεθεί στην Τσενγκντού.
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ ξαναμέτρησε από την αρχή
τα κατάστιχα με τις πληρωμές. Πήγε λίγο πιο πίσω. Στα κατάστιχα της
μισθοδοσίας ο Τενγκ υπέγραφε πάντα με το όνομά του. Ξαφνικά, μετά την επιδημία,
η υπογραφή εξαφανίστηκε. Υπήρχε μόνο η σφραγίδα: «Παρελήφθη δι' αντιπροσώπου».
Ο Λι δεν
μίλησε. Οι συμπτώσεις είχαν αρχίσει να γίνονται πολλές. Ο διοικητής πέθανε. Ο
έμπιστος γραφέας πέθανε. Και ο μοναδικός αξιωματικός που είχε ζητήσει τα
οικονομικά κατάστιχα... εξαφανίστηκε. Έστρεψε αργά το βλέμμα προς το παράθυρο. Η
αυλή της διοίκησης έσφυζε από ζωή. Στρατιώτες εκπαιδεύονταν, αγγελιοφόροι
έμπαιναν και έβγαιναν, γραφείς έτρεχαν κρατώντας δεσμίδες εγγράφων.
Κάποιος,
όμως, κυκλοφορούσε ανάμεσά τους γνωρίζοντας τι είχε συμβεί στον Τενγκ
Μινγκ-Ντε. Και, αν ο Λι είχε δίκιο, ο ίδιος άνθρωπος εξακολουθούσε να
εισπράττει τον μισθό του εδώ και σχεδόν ένα χρόνο.
—Ποιοι ενέκριναν τις
προμήθειες και τις πληρωμές του στρατιωτικού ταμείου πριν από τον θάνατο του
διοικητή;
Ο γηραιός γραφέας δίστασε.
—Ο ίδιος ο διοικητής... και δύο από τους στενότερους
αξιωματικούς του.
—Ονόματα.
—Ο διοικητής χιλιάδας Γου Ζι-Χαν και ο διοικητής
εκατοντάδας Σεν Κουάν.
Ο Λι δεν σχολίασε.
—Και οι δύο υπηρετούν ακόμη;
—Ναι, στρατηγέ.
Η συζήτηση
για εκείνη τη στιγμή είχε οδηγήσει
κάπου. Αλλά ήταν πολύ νωρίς για συμπεράσματα.
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ συνήθιζε να επιθεωρεί μόνος του το στρατόπεδο. Δεν έπαιρνε ποτέ
μαζί του υπασπιστή. Ήθελε να βλέπει τους ανθρώπους όπως πραγματικά ήταν, όχι
όπως συμπεριφέρονταν όταν τον συνόδευε ολόκληρη συνοδεία.
Το στρατόπεδο
της Μιενγιάνγκ ήταν μεγάλο. Από το διοικητήριο φαινόταν μόνο η κεντρική αυλή
και η μπροστινή πύλη. Οι πλαϊνές αποθήκες, οι στάβλοι, τα μαγειρεία, οι
στρατώνες και οι πίσω φρουρές χάνονταν πίσω από τα ξύλινα κτίρια και τα τείχη.
Κάθε ημέρα ο Λι ακολουθούσε διαφορετική διαδρομή. Άλλοτε έλεγχε τις αποθήκες
του ρυζιού, άλλοτε τους στάβλους, άλλοτε τις σκοπιές και άλλοτε τα μαγειρεία,
όπου δοκίμαζε ο ίδιος το φαγητό των στρατιωτών.
Εκείνο το
πρωινό βρήκε τον Φαν Τζιν στην πίσω αυλή των αποθηκών. Ο νεαρός αξιωματικός
παρακολουθούσε την παραλαβή σακιών με κεχρί και σημείωνε τις ποσότητες σε μια
ξύλινη πινακίδα, ενώ δύο γραφείς κατέγραφαν τις σφραγίδες των αποθηκάριων. Είχε
τοποθετηθεί προσωρινά στην επίβλεψη των αποθηκών μέχρι να ολοκληρωθεί η
αναδιοργάνωση των υπηρεσιών.
Ο Λι στάθηκε δίπλα του.
—Είπες ότι υπηρετούσες στην Τσενγκντού.
—Ναι, στρατηγέ. Για τρία χρόνια.
—Σε ποια θέση;
—Υπηρετούσα στο Γραφείο Προμηθειών της στρατιωτικής
διοίκησης. Καταγράφαμε τις παραλαβές και τις διανομές ρυζιού, ζωοτροφών,
υφασμάτων και άλλων εφοδίων. Δεν είχα σχέση με τη μισθοδοσία. Το γραφείο μας
κρατούσε μόνο τα κατάστιχα εφοδιασμού. Το γραφείο μισθοδοσίας ήταν στο διπλανό
κτίριο.
Ο Λι έγνεψε.
—Και πότε μετατέθηκες εδώ;
—Η διαταγή εκδόθηκε πριν από έναν μήνα. Έφτασα στη Μιενγιάνγκ
περίπου δύο εβδομάδες πριν από εσάς, στρατηγέ.
Ο Λι έμεινε
για λίγο σιωπηλός.
—Τον υποδιοικητή φρουράς Τενγκ Μινγκ-Ντε τον γνώρισες;
Ο Φαν
συνοφρυώθηκε.
—Όχι, στρατηγέ.
—Ήταν, σύμφωνα με τα έγγραφα, αποσπασμένος στην
Τσενγκντού.
Ο νεαρός
κούνησε αργά το κεφάλι.
—Δεν γνωρίζω κανέναν αξιωματικό με αυτό το όνομα.
Ο Λι τον
κοίταξε εξεταστικά.
—Είσαι βέβαιος;
—Ναι, στρατηγέ. Στη διοίκηση της Τσενγκντού γνώριζα
σχεδόν όλους τους αξιωματικούς Είναι δύσκολο να μη θυμόμουν έναν τέτοιο
άνθρωπο.
Ο Λι δεν είπε
τίποτε.
—Ποιος ήταν τότε υποδιοικητής της φρουράς εκεί;
—Ο Γιν Τάο, στρατηγέ.
—Ήταν ακόμη στη θέση του όταν έφυγες;
—Ναι. Αν και είχε αρρωστήσει σοβαρά. Τους τελευταίους
μήνες δεν εμφανιζόταν σχεδόν ποτέ στο στρατόπεδο. Τα καθήκοντά του τα ασκούσε
προσωρινά ο βοηθός του, ο Χε Ρουί.
Ο Λι
ακινητοποιήθηκε. Αν ο Τενγκ Μινγκ-Ντε είχε πράγματι αποσπαστεί στην Τσενγκντού,
κάποιος εκεί θα τον γνώριζε. Αντί γι' αυτό, ο Φαν Τζιν, που είχε υπηρετήσει
τρία ολόκληρα χρόνια στη διοίκηση της πόλης, δεν είχε ακούσει ποτέ ούτε το
όνομά του.
—Μπορούμε όμως να το επιβεβαιώσουμε; Ίσως ο Τενγκ
Μινγκ-Ντε να έφτασε μετά την αναχώρησή σου.
Ο Φαν Τζιν
σκέφτηκε για λίγο.
—Αυτό είναι πιθανό, στρατηγέ. Εγώ έφυγα πριν από έναν
μήνα. Δεν μπορώ να γνωρίζω τι έγινε μετά.
—Γνώριζες τον Χε Ρουί;
—Ναι. Τον γνώριζα καλά. Πολλά βράδια μέναμε μετά το
τέλος της υπηρεσίας και συγκρίναμε καταλόγους. Με καλούσε συχνά να τον βοηθήσω.
—Τι καταλόγους;
—Τα δύσκολα ήταν πάντα τα κατάστιχα των φρουρών. Οι
μετακινήσεις αξιωματικών και στρατιωτών δεν καταγράφονταν πάντα στο ίδιο
γραφείο.
Ο Λι έγειρε
λίγο προς το μέρος του.
—Άρα υπάρχει περίπτωση ο Τενγκ να μην παρουσιάστηκε
στη διοίκηση της Τσενγκντού;
—Ναι, στρατηγέ. Υπάρχουν δύο μικρότερα στρατόπεδα έξω
από την πόλη. Το ένα βρίσκεται πριν από την είσοδο της Τσενγκντού και το άλλο
πολύ μακρύτερα, στον δρόμο προς τα δυτικά. Εκεί συχνά τοποθετούν έμπειρους
αξιωματικούς.
—Και ένας υποδιοικητής φρουράς θα μπορούσε να σταλεί
εκεί;
—Βεβαίως. Μερικές φορές οι καλύτεροι αξιωματικοί
στέλνονται στα εξωτερικά φυλάκια. Εκεί υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη. Ο Λι δεν
απάντησε. Για πρώτη φορά η υπόθεση δεν οδηγούσε σε αδιέξοδο, αλλά σε έναν νέο
δρόμο.
– Και ποιός
έχει τα κατάστιχα με την μισθοδοσία;
– Ο Χε Ρουί. Αυτός βγάζει όλη τη δουλειά. Είναι ο πιο παλαιός εκεί. Πάνω από επτά χρόνια. Αν δεν ξέρει
αυτός, τότε δεν ξέρει κανείς.
– Τότε πρέπει
να τον ρωτήσουμε.
Ο πολέμαρχος
σκέφτηκε για λίγο.
– Ναι, αλλά δεν πρέπει να φανεί σαν έρευνα.
– Μαζί με τα επίσημα έγγραφα αποστέλλονται και
επιστολές στρατιωτικών, επιστολές χαιρετισμών και φιλικών ενθυμήσεων. Ίσως εκεί
να μπορέσουμε να στείλουμε μια επιστολή στον Χε Ρουί.
– Ναι, αλλά ποιος…
– Εγώ. Γνωριζόμαστε καλά.
– Θα το αναλάβεις;
– Εννοείται…
– Ναι, αλλά
πρέπει να γίνει με διπλωματικό
τρόπο.
– Μην φοβάστε διοικητά. Σε δεκαπέντε ημέρες θα έχουμε
απάντηση.
Ο πολέμαρχος κάλεσε
χωριστά την επομένη τον διοικητή χιλιάδας Γου Ζι-Χαν και τον διοικητή
εκατοντάδας Σεν Κουάν.
Ο Γου Ζι-Χαν
παρουσιάστηκε πρώτος. Ήταν άνδρας περίπου σαράντα ετών, ευθυτενής, με ήρεμο
πρόσωπο και άψογους τρόπους. Απάντησε σε κάθε ερώτηση χωρίς δισταγμό. Όταν όμως
ο Λι τον ρώτησε γιατί υπήρχαν τρεις διαφορετικές καταχωρίσεις για την ίδια
προμήθεια ρυζιού, ο αξιωματικός σώπασε για πρώτη φορά.
—Θα πρέπει να έγινε λάθος του γραφέα.
—Και γιατί φέρει τη δική σας σφραγίδα;
Ο Γου χαμογέλασε αμυδρά.
—Δεν θυμάμαι.
Ο Σεν Κουάν
ήταν διαφορετικός. Νευρικός. Οξύθυμος. Πριν ακόμη καθίσει, άρχισε να
διαμαρτύρεται.
—Οι λογαριασμοί εκείνης της εποχής ήταν χαοτικοί. Η
επιδημία είχε διαλύσει τα πάντα.
—«Αυτό μπορεί να εξηγεί αμέλεια,» του είπε ήρεμα ο Λι.
«Όχι όμως εξαφάνιση χρημάτων.»
Ο Σεν
χαμήλωσε αμέσως τον τόνο της φωνής.
—Δεν γνωρίζω τίποτε περισσότερο. Ο Σου Ξιν, πέθανε
στην επιδημία. Ήταν μονίμως στο γραφείο του διοικητή. Όταν αρρώστησε ο
διοικητής, λίγες ημέρες αργότερα αρρώστησε και εκείνος. Ήταν ο μόνος άνθρωπος
που γνώριζε κάθε λογαριασμό και κάθε σφραγίδα. Αν ζούσε, ίσως να μπορούσε να
σας απαντήσει.
Ο Λι
παρατήρησε πως οι δύο άνδρες είχαν δώσει διαφορετικές απαντήσεις. Κανείς όμως
δεν είχε πει την αλήθεια. Το ίδιο απόγευμα εμφανίστηκε ένας ηλικιωμένος
υπηρέτης.
—Στρατηγέ... υπάρχει κάποιος που ίσως γνωρίζει
περισσότερα.
—Ποιος;
—Η σύζυγος του αείμνηστου διοικητή.
Ο Λι σήκωσε
αργά το βλέμμα.
η χήρα του
παλαιού διοικητή
Το σπίτι του
νεκρού διοικητή Τσου Λιάνγκ βρισκόταν λίγο έξω από το διοικητήριο. Δεν είχε
πλέον φρουρά. Οι περισσότεροι υπηρέτες
είχαν φύγει μετά τον θάνατο του κυρίου τους. Η χήρα του, η Λαν Γιν, τον υποδέχθηκε φορώντας απλό
λευκό ένδυμα πένθους. Ήταν γύρω στα τριάντα πέντε. Το πρόσωπό της διατηρούσε
μια ήρεμη ομορφιά που ο χρόνος δεν είχε ακόμη αγγίξει. Δεν έμοιαζε με γυναίκα
που φοβόταν. Έμοιαζε με γυναίκα που περίμενε.
—Σας περίμενα, στρατηγέ Λι.
—Πώς το γνωρίζατε;
Ένα αδιόρατο
χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της.
—Όποιος ανοίγει τα κατάστιχα, αργά ή γρήγορα καταλήγει
στην πόρτα μου.
Η συζήτηση
κράτησε σχεδόν μία ώρα. Η χήρα απαντούσε πρόθυμα στις περισσότερες ερωτήσεις. Σε
άλλες όμως απέφευγε να κοιτάξει τον Λι στα μάτια.
– Τον
υποδιοικητή φρουράς τον Τενγκ Μινγκ-Ντε τον γνωρίζατε;
– Ασφαλώς ήταν ένας από τους λίγους που του είχε
εμπιστοσύνη ο σύζυγός μου. Σε αυτόν και στον Σου Ξιν μόνο. Δυστυχώς ο Σου Ξιν
πέθανε από την επιδημία, λίγο μετά τον σύζυγό μου.
– Ο Τενγκ Μινγκ-Ντε;
– Άκουσα ότι έχει πάρει μετάθεση στην Τσενγκντού. Αλλά
δεν είμαι σίγουρη. Μάλλον εκεί θα είναι γιατί δεν ήρθε ούτε στην κηδεία του
συζύγου μου, ούτε μετά το θάνατό του για να με συλληπηθεί.
Όταν εκείνος
ανέφερε το όνομα του Γου Ζι-Χαν, εκείνη ακούμπησε ασυναίσθητα τα δάχτυλά της
επάνω στο φλιτζάνι του τσαγιού. Ήταν μια ανεπαίσθητη κίνηση. Αλλά ο Λι την
πρόσεξε.
—Τον γνωρίζετε καλά;
—Υπηρετούσε δίπλα στον σύζυγό μου.
—Μόνο αυτό;
– Είναι ο μόνος που με θυμάται μετά τον θάνατο του
Τσου Λιάνγκ.
Το ίδιο βράδυ ο Λι ζήτησε διακριτική
παρακολούθηση του σπιτιού. Δύο νύχτες δεν συνέβη τίποτε. Την τρίτη, λίγο μετά την
ώρα του δείπνου, ένας άνδρας πέρασε από τη μικρή πίσω πύλη. Δεν χτύπησε. Δεν
μίλησε. Η πόρτα άνοιξε αμέσως. Έμεινε μέσα σχεδόν μία ώρα. Όταν οι άνδρες του
Λι τον ακολούθησαν από απόσταση, διαπίστωσαν πως επέστρεφε στον στρατώνα των
ανώτερων αξιωματικών. Ήταν ο Γου Ζι-Χαν.
Το επόμενο
πρωί ο Λι δεν τον κάλεσε. Αντίθετα, συνέχισε να ελέγχει τα οικονομικά
κατάστιχα. Ήθελε αποδείξεις. Όχι υποψίες. Γιατί γνώριζε καλά πως ένας παράνομος
δεσμός δεν αποδείκνυε υπεξαίρεση. Όμως πολλές φορές έκανε τους ανθρώπους να
προστατεύουν ο ένας τα μυστικά του άλλου.
Λίγες ημέρες
αργότερα ανακάλυψε αυτό που έψαχνε. Σε τρεις διαφορετικές καταχωρίσεις, δίπλα
στη σφραγίδα του νεκρού διοικητή, υπήρχε πάντοτε και η ίδια δεύτερη σφραγίδα. Εκείνη του Γου Ζι-Χαν. Η τρίτη σφραγίδα, του
Σεν Κουάν, εμφανιζόταν μόνο στις καταστάσεις πληρωμών. Οι δύο άνδρες είχαν
μοιράσει μεταξύ τους τους ρόλους. Ο ένας ενέκρινε. Ο άλλος εκταμίευε. Και ο
νεκρός διοικητής... είτε συμμετείχε στην υπεξαίρεση είτε είχε επιτρέψει να
χρησιμοποιούν το όνομά του. Ο Λι έκλεισε αργά το τελευταίο κατάστιχο. Η υπόθεση
μόλις άρχιζε. Το δυσκολότερο δεν ήταν να αποδείξει ποιος έκλεψε. Ήταν να
αποδείξει ποιος από τους τρεις είχε αρχίσει πρώτος.
Εκείνο το
απόγευμα έλαβε πρόσκληση από την χήρα του διοικητή.
Η χήρα
σηκώθηκε αργά από το κάθισμά της. Με αργές, σχεδόν τελετουργικές κινήσεις,
γέμισε ξανά τα δύο φλιτζάνια με ζεστό τσάι. Τα φαρδιά λευκά μανίκια του
πένθιμου ενδύματός της γλίστρησαν προς τα κάτω, αποκαλύπτοντας τους λεπτούς
καρπούς της. Δεν φορούσε κανένα κόσμημα. Μόνο μια στενή μαύρη μεταξωτή κορδέλα
έδενε τα μαλλιά της.
Ο Λι
παρατήρησε πως, παρά το πένθος, η γυναίκα φρόντιζε την εμφάνισή της με
ιδιαίτερη επιμέλεια. Δεν έμοιαζε με γυναίκα που είχε εγκαταλείψει τη ζωή. Εκείνη
ακούμπησε το φλιτζάνι μπροστά του.
– Δεν μου είπατε. Σας άρεσαν οι γαρδένιες;
– Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ σάστισε για λίγο. Μετά θυμήθηκε ότι στο γραφείο του υπήρχε
ένα ανθοδοχείο με γαρδένιες.
– Τις έστειλα
με τον γραφέα τον Χουάνγκ Γιού. Είναι από
το κήπο μου. Πάντα κάθε πρωί στόλιζα το γραφείο του συζύγου μου. Ο
αείμνηστος στρατηγός Τσου αγαπούσε το άρωμά τους. Σκέφθηκα ότι ίσως αυτή να
ήταν μία κίνηση για να σας καλωσορίσω στη νέα σας θέση.
– Ο πολέμαρχος
δεν είχε καν προσέξει το ανθοδοχείο ούτε και τις γαρδένιες.
– Ελπίζω να
μου επιτρέπετε κάποιες φορές να σας στέλνω φρέσκα λουλούδια. Πάντα ξεκουράζουν
τον άνθρωπο μέσα στις σκοτούρες.
– «Σας
ευχαριστώ» απάντησε ο πολέμαρχος.
—Ξέρετε γιατί οι περισσότεροι αποφεύγουν να με
επισκέπτονται, στρατηγέ;
Ο Λι δεν απάντησε.
—Δεν είναι επειδή είμαι χήρα.
Χαμογέλασε αχνά.
—Είναι επειδή φοβούνται.
Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε κατάματα.
—Με μόλυνε ο σύζυγός μου.
Η φωνή της παρέμεινε ήρεμη, σαν να μιλούσε για κάτι
που είχε πλέον αποδεχθεί.
—Όταν αρρώστησε, δεν με άφησε στιγμή από κοντά του.
Τον φρόντιζα μέρα και νύχτα. Λίγες ημέρες αργότερα εμφάνισα κι εγώ πυρετό.
Έκανε μια
μικρή παύση. «Δεν ήταν τόσο πολύς σαν του συζύγου μου.» Γύρισε πάλι προς τον Λι.
—Από τότε όμως, λένε πως μπορώ ακόμη να μεταδώσω τη
νόσο σε όποιον δεν την έχει περάσει.
Ο Λι έμεινε σιωπηλός.
Εκείνη χαμογέλασε με μια πίκρα που δεν έμοιαζε προσποιητή.
—Παράξενο, έτσι δεν είναι; Επιβίωσα... και η επιβίωσή
μου έγινε η φυλακή μου.
Πλησίασε λίγα
βήματα για να τον σερβίρει λίγο ακόμη τσάι. Δεν υπήρχε τίποτε προκλητικό στις
κινήσεις της. Μόνο μια φυσική οικειότητα.
—Όλοι με κοιτούν σαν να είμαι ακόμη άρρωστη.
Χαμήλωσε τη φωνή της.
—Σαν να κουβαλώ τον θάνατο μέσα μου.
Τα δάχτυλά της χάιδεψαν αφηρημένα το χείλος του
φλιτζανιού.
—Δεν σημαίνει όμως ότι, επειδή μια νέα γυναίκα μένει
χήρα, πρέπει να τελειώσει και η ζωή της.
Έμεινε για λίγο σιωπηλή και ύστερα χαμογέλασε με
πίκρα.
—Υπάρχουν όμως και άνδρες που πιστεύουν πως μια χήρα
μπορεί εύκολα να κολακευθεί από λίγα όμορφα λόγια.
Σήκωσε αργά το βλέμμα.
—Δεν καταλαβαίνουν ότι μια γυναίκα που έζησε δίπλα σε
έναν διοικητή δύσκολα θα παρασυρόταν από έναν κατώτερο αξιωματικό.
Έκανε μια μικρή παύση.
—Δεν είναι μόνο θέμα καρδιάς. Είναι και θέμα τάξης.
Χαμογέλασε αμυδρά.
—Η θέση του άνδρα γίνεται και θέση της γυναίκας του.
Όταν εκείνος ανεβαίνει, ανεβαίνει μαζί του· όταν πέφτει, πέφτει κι εκείνη.
Γιατί λοιπόν να υποβιβάσει μόνη της τον εαυτό της;
Η φωνή της έγινε ακόμη χαμηλότερη.
—Όποιος διαδέχεται έναν άνδρα σε μια τόσο υψηλή
θέση... αποκτά πολλές φορές περισσότερα από το αξίωμά του.
Ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.
—Μόνο που αυτός ο αναθεματισμένος πυρετός περιορίζει
πολύ τις επιλογές της.
Για πρώτη φορά ο Λι διέκρινε καθαρά πού οδηγούσε η
συζήτηση.
Η χήρα σήκωσε αργά το βλέμμα.
—Εσείς;
Εκείνος δεν χρειάστηκε να ρωτήσει τι εννοούσε.
Έγνεψε καταφατικά.
—Ναι. Νόσησα.
—Στο συμπόσιο της Τσενγκντού;
—Ναι.
—Και επιζήσατε.
—Όπως κι εσείς.
Η γυναίκα άφησε έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό.
—Τότε καταλαβαίνετε καλύτερα από τον καθένα.
Κάθισε ξανά απέναντί του, αυτή τη φορά λίγο πιο κοντά.
—Εμείς που μολυνθήκαμε... έχουμε περιορισμένες
επιλογές συντρόφων.
Η φράση
αιωρήθηκε ανάμεσά τους. Ο Λι δεν μετακινήθηκε. Το πρόσωπό του παρέμεινε
ανέκφραστο. Η χήρα συνέχισε να τον κοιτάζει, προσπαθώντας να διαβάσει πίσω από
εκείνη τη στρατιωτική ψυχραιμία.
—Οι περισσότεροι άνδρες φοβούνται να με αγγίξουν. Κι
όσοι δεν φοβούνται... γνωρίζουν πως, αν με πλησιάσουν, ίσως καταδικαστούν σε
μια ζωή σαν τη δική μου.
Έσκυψε ελαφρά
προς το μέρος του.
—Εσείς όμως δεν κινδυνεύετε.
Ο Λι
ακούμπησε ήρεμα το φλιτζάνι στο τραπέζι.
—Κυρία μου, η ανοσία προστατεύει το σώμα. Δεν
προστατεύει την κρίση.
Η χήρα
ανασήκωσε ελαφρά τα φρύδια.
—Ενδιαφέρουσα απάντηση.
—Ήρθα να ερευνήσω τον θάνατο του συζύγου σας και τα
οικονομικά της διοίκησης.
Η γυναίκα
κράτησε το βλέμμα του για λίγες ακόμη στιγμές. Ύστερα χαμογέλασε με τρόπο που
δυσκόλευε κανείς να καταλάβει αν ήταν απογοήτευση ή θαυμασμός.
—Τότε, στρατηγέ... φοβάμαι πως θα αναγκαστείτε να με
επισκεφθείτε ξανά.
—Αν το απαιτήσει η έρευνα.
—Ίσως... να το απαιτήσει και η μοίρα.
Η χήρα χαμήλωσε το βλέμμα προς το τσάι της.
—Ξέρετε... ο σύζυγός μου ήταν σχεδόν είκοσι χρόνια
μεγαλύτερός μου.
Σήκωσε αργά
τους ώμους.
—Στην αρχή αυτή η διαφορά δεν με ενοχλούσε. Ήταν
ευγενικός άνθρωπος. Μου πρόσφερε ασφάλεια, κύρος, μια ζωή που καμία κόρη απλού
ανθρώπου δεν θα μπορούσε να ονειρευτεί.
Χαμογέλασε αμυδρά.
—Με τον καιρό όμως κατάλαβα πως οι γυναίκες δεν ζουν
μόνο από την ασφάλεια.
Ο Λι δεν σχολίασε.
—Οι συνεχείς μεταθέσεις... αυτές με κούρασαν
περισσότερο.
Γύρισε το
βλέμμα προς το παράθυρο.
—Δεν αποκτήσαμε ποτέ πραγματικό σπίτι. Κάθε τρία ή
τέσσερα χρόνια άλλη πόλη. Άλλοι υπηρέτες. Άλλοι γείτονες. Άλλοι γνωστοί. Μόλις
άρχιζα να συνηθίζω έναν τόπο, ερχόταν νέα διαταγή.
Έγειρε ελαφρά
προς το μέρος του.
—Ξέρετε πώς είναι αυτά.
Ο Λι έγνεψε.
—Το πιο παράξενο όμως ήταν η Μιενγιάνγκ.
Η φωνή της
έγινε χαμηλότερη.
—Ο άντρας μου έλεγε συχνά πως εδώ δεν θα μέναμε πολύ.
Περίμενε μετάθεση.
Χαμογέλασε με
μια ειρωνεία που έκρυβε πίκρα.
—Τελικά... έφυγε με διαφορετικό τρόπο.
Έμειναν για
λίγο σιωπηλοί.
—Λένε πως οι διοικητές της Μιενγιάνγκ δεν μένουν ποτέ
πολύ καιρό.
Τα μάτια της
καρφώθηκαν πάνω του.
—Το έχει ο τόπος.
Ο Λι
ανταπέδωσε το βλέμμα της χωρίς να αλλάξει έκφραση.
—Εύχομαι αυτή η φήμη να διαψευστεί.
—Κι εγώ.
Ανακάθισε αργά.
—Βέβαια, οι μετακινήσεις έχουν και τα καλά τους.
Σχημάτισε ένα
σχεδόν παιχνιδιάρικο χαμόγελο.
—Γνωρίζει κανείς συνεχώς καινούργιους ανθρώπους.
Η φράση
έμεινε να αιωρείται.
—Άλλους ενδιαφέροντες... άλλους λιγότερο.
Ο Λι κατάλαβε
πού οδηγούσε η συζήτηση. Εκείνη συνέχισε σαν να μιλούσε γενικά.
—Το δύσκολο είναι να δεθείς πραγματικά μαζί τους. Γιατί
μέσα σου γνωρίζεις πως, αργά ή γρήγορα, κάποιος θα μετατεθεί. Ή θα φύγει. Ή θα
πεθάνει.
Η Λαν Γιν χαμήλωσε
το βλέμμα.
—Έτσι αρχίζεις να μη ζητάς το για πάντα. Αρκεί και ένα
μικρό κομμάτι ευτυχίας. Αρκεί να ξέρουν και οι δύο ότι κάποτε θα τελειώσει.
Σήκωσε πάλι
τα μάτια της.
—Παράξενο... αλλά όταν οι άνθρωποι γνωρίζουν πως μια
σχέση έχει τέλος, καμιά φορά τη ζουν πιο αληθινά.
Ο Λι έμεινε
για λίγο σιωπηλός.
—Οι στρατιωτικοί μαθαίνουν να αποχαιρετούν, κυρία μου.
—Και οι γυναίκες των στρατιωτικών επίσης.
Η χήρα
χαμογέλασε.
—Μόνο που καμιά φορά κουράζονται να αποχαιρετούν πάντα
πρώτες.
Η φωνή της
είχε μόλις τον απαραίτητο υπαινιγμό.
—Καλό είναι να μη χάνει κανείς τις ευκαιρίες που του
δίνει η ζωή.
Ο Λι την
κοίταξε για μια στιγμή. Σηκώθηκε χωρίς να σχολιάσει. Η χήρα στάθηκε στην πόρτα
του σπιτιού της, ενώ ο Λι ετοιμαζόταν να αποχωρήσει. Εκείνη για λίγες στιγμές
δεν μίλησε. Σαν να σκεπτόταν αν έπρεπε να πει αυτό που είχε στο μυαλό της. Ύστερα
χαμογέλασε ελαφρά.
—Είναι άδικο, στρατηγέ, να βρίσκεστε τόσο κοντά και να
μην με επισκέπτεστε.
Ο Λι
σταμάτησε. Δεν γύρισε αμέσως.
—Η έρευνα θα με φέρει ξανά κοντά σας, κυρία μου.
—Δεν μιλώ μόνο για την έρευνα.
Η φωνή της
ήταν ήρεμη.
—Ξέρετε ποιο είναι το μοναδικό καλό των μεταθέσεων;
Ο Λι δεν
απάντησε.
—Ότι σε μια καινούργια πόλη όλοι είναι ξένοι.
Ένα ήρεμο
χαμόγελο φώτισε για λίγο το πρόσωπό της.
—Κανείς δεν γνωρίζει το παρελθόν κάποιου. Κανείς δεν
έχει συγγενείς να τον παρακολουθούν. Κανείς δεν θυμάται ποιος ήταν πριν. Κι αν
ακόμη θέλει να θυμάται είναι εύκολο να
το κρύψει.
Τον κοίταξε
σταθερά κατευθείαν στα μάτι.
—Εδώ είμαστε και οι δύο ξένοι, στρατηγέ. Η πόρτα μου
είναι ανοιχτή για εσάς. Οποιαδήποτε ώρα.
Έκανε μια
μικρή παύση.
—Μου θυμίζετε τον άντρα μου.
Τα
χαρακτηριστικά της μαλάκωσαν.
—Τον τρόπο που στέκεστε. Τον τρόπο που σιωπάτε όταν
σκέφτεστε. Εκείνη τη συνήθεια να κοιτάζετε πρώτα τον άνθρωπο και μετά τα λόγια
του.
Ο Λι την κοίταξε
προσεκτικά.
—Και αυτό σας κάνει να αισθάνεστε άνετα;
Η χήρα
χαμήλωσε το βλέμμα.
—Με κάνει να θυμάμαι.
Για λίγο η
σκληρότητα στο πρόσωπό της εξαφανίστηκε.
—Και μου έχει λείψει τόσο πολύ...
Η φράση
ακούστηκε πιο ειλικρινής από οποιοδήποτε προηγούμενο υπονοούμενο. Ο Λι δεν
απάντησε. Ίσως γιατί γνώριζε πως η μοναξιά μπορούσε να είναι αληθινή ακόμη και
όταν χρησιμοποιούνταν ως όπλο. Η χήρα συνέχισε:
—Ξέρετε τι είναι το χειρότερο μετά τον θάνατο ενός
ανθρώπου;
Εκείνος
περίμενε.
—Δεν είναι η απουσία του.
Έσφιξε ελαφρά
τα δάχτυλά της.
—Είναι ότι σταματάς να ακούς μικρά πράγματα. Τον ήχο
των βημάτων του στον διάδρομο. Τη φωνή του όταν σε φωνάζει από το άλλο δωμάτιο.
Την παρουσία κάποιου που θεωρούσες δεδομένη.
Ένα αχνό
χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό της.
—Μετά από λίγο καιρό, δεν σου λείπει η μεγάλη αγάπη. Σου
λείπουν οι μικρές στιγμές.
Ο Λι έμεινε
σιωπηλός.
Η γυναίκα τον
κοίταξε ξανά.
—Ίσως γι’ αυτό σας καταλαβαίνω.
Πλησίασε ένα
βήμα.
—Ένας άνδρας σαν κι εσάς δεν ανήκει ποτέ πραγματικά
στον εαυτό του. Ανήκετε στους στρατιώτες σας, στην Αυλή, στο καθήκον.
Σταμάτησε.
—Αλλά κάποια στιγμή... ακόμη και οι πιο δυνατοί
άνθρωποι κουράζονται να είναι μόνοι.
Ο Λι δεν
αντέδρασε άμεσα. Μετά της είπε:
—Η μοναξιά δεν είναι πάντα εχθρός.
Η χήρα
χαμογέλασε.
—Ίσως.
Ύστερα άνοιξε
περισσότερο την πόρτα πίσω της.
—Όμως ένα σπίτι με αναμμένο φως είναι καλύτερο από ένα
σκοτεινό δωμάτιο.
Τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του.
—Να το θυμάστε αυτό, στρατηγέ.
Ο Λι υποκλίθηκε τυπικά.
—Σας ευχαριστώ για την φιλοξενία.
Έκανε να φύγει.
—Στρατηγέ;
Σταμάτησε.
—Ναι;
—Μη με επισκέπτεστε μόνο όταν χρειάζεστε απαντήσεις.
Μια μικρή σιωπή.
—Μερικές φορές οι άνθρωποι χρειάζονται απλώς κάποιον
που να ακούει.
Ο Λι δεν απάντησε.
– Θα σας
περιμένω…
Εκείνη συνέχισε δίνοντάς του την τελευταία νύξη.
– Κάποιες φορές με την νέα θέση έρχονται και απρόσμενα
δώρα, απρόσμενες εκπλήξεις. Αυτός που κληρονομεί την θέση κληρονομεί και
σιωπηλές διευκολύνσεις. Πάντα ένας διοικητής έχει προτεραιότητα σε αυτό που
επιθυμεί.
—Ξέρετε... κάθε θέση αφήνει πίσω της και πράγματα που
δεν καταγράφονται στα κατάστιχα.
Ο Λι την
κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
—Οι περισσότεροι θεωρούν φυσικό πως ο νέος διοικητής
διαδέχεται τον προηγούμενο όχι μόνο στο αξίωμα... αλλά και σε όσα εκείνος άφησε
πίσω του.
Μικρή παύση.
—Άλλοι το λένε προνόμιο. Άλλοι... συνήθεια.
– Θα το έχω υπ’ όψιν μου.
– Και ίσως η
έρευνά σας να τελειώσει πιο γρήγορα από ότι θα περιμένατε.
Ο Λι δεν
απάντησε. Απομακρύνθηκε αργά προς τον δρόμο της διοίκησης. Πίσω του, η χήρα
παρέμεινε στην πόρτα. Δεν ήξερε αν είχε κερδίσει κάτι εκείνη την ημέρα. Όμως
ήξερε πως ο νέος διοικητής δεν ήταν σαν τους άλλους άνδρες που είχε γνωρίσει. Δεν
παρασυρόταν εύκολα. Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς την ενδιέφερε περισσότερο.
μια νυχτερινή
συνάντηση
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έμεινε μόνος στο γραφείο
του πολλή ώρα μετά την αναχώρηση από το σπίτι της χήρας. Οι γαρδένιες άφηναν
ακόμη το άρωμά τους στον αέρα, μα εκείνος δεν τις κοιτούσε. Σκεφτόταν την
Τιάν-Μι, που βρισκόταν εκατοντάδες λι μακριά, στο Λο Τζιάνγκ· μια σχέση που
ποτέ δεν μπορούσε να αποκτήσει θέση στη ζωή ενός ανθρώπου σαν κι αυτόν.
Σκεφτόταν ακόμη πως, σε κάθε εκστρατεία της νιότης του, είχε μάθει ότι υπήρχαν
στιγμές όπου η πολλή αναμονή γινόταν μεγαλύτερος κίνδυνος από την τολμηρή
κίνηση. Η Λαν Γιν μπορεί να έκρυβε την αλήθεια, μπορεί να προσπαθούσε να τον
χρησιμοποιήσει ή μπορεί να ήταν απλώς μια μοναχική γυναίκα. Δεν είχε ακόμη
τρόπο να το γνωρίζει. Ήξερε όμως πως, αν συνέχιζε να την αντιμετωπίζει μόνο από
την απέναντι πλευρά του τραπεζιού, θα έβλεπε μόνο όσα εκείνη επέλεγε να του
δείξει. Πήρε την απόφασή του με την ίδια ψυχραιμία που αποφάσιζε μια νυχτερινή
έφοδο. Δεν θα περίμενε άλλο.
Αργά εκείνο
το βράδυ ο Λι Γουέν-Τσενγκ στάθηκε μπροστά στην πόρτα της οικίας της χήρας Λαν
Γι. Δεν είχε μαζί του συνοδεία. Χτύπησε μία μόνο φορά.
Η πόρτα
άνοιξε σχεδόν αμέσως. Η Λαν Γιν τον περίμενε σαν να γνώριζε ότι θα ερχόταν. Δεν
φορούσε πια το αυστηρό λευκό ένδυμα του πένθους, αλλά έναν απλό ανοιχτόχρωμο
μεταξωτό χιτώνα. Τα μαλλιά της ήταν λυμένα στους ώμους. Έκανε στην άκρη χωρίς
να μιλήσει. Ο Λι πέρασε το κατώφλι.
—Δεν υπάρχει χρόνος για προφάσεις, της είπε ήρεμα.
Μικρή παύση.
—Ούτε για ψέματα.
Ένα
ανεπαίσθητο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της.
—Τότε, στρατηγέ, απόψε θα είναι μια εύκολη συζήτηση.
Η πόρτα
έκλεισε πίσω τους. Για λίγες στιγμές έμειναν αντικριστά. Ο Λι ένιωθε πως είχε
κουραστεί να κουβαλά μέσα του όσα είχαν προηγηθεί. Η Τιάν-Μι, οι υποχρεώσεις,
οι αποφάσεις που έπρεπε διαρκώς να παίρνει, όλα έμοιαζαν να τον ακολουθούν σαν
σκιά. Για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό επιθυμούσε να μη σκέφτεται ούτε το
αύριο ούτε το χθες.
Η Λαν Γιν τον
παρατηρούσε σιωπηλή. Είχε περάσει μήνες μέσα σε ένα σπίτι που είχε γεμίσει με
αναμνήσεις και σιωπή. Η νεότητά της είχε χαθεί δίπλα σε έναν σύζυγο πολύ μεγαλύτερό
της και τώρα το μέλλον της εξαρτιόταν από την ικανότητά της να προσαρμόζεται
στις μεταβολές της τύχης. Γνώριζε καλά πως οι άνθρωποι αλλάζουν μαζί με την
εξουσία. Και είχε αποφασίσει να μην αφήσει τη δική της ζωή να σβήσει μαζί με
τον προηγούμενο διοικητή.
Εκείνος
άπλωσε αργά το χέρι. Εκείνη δεν απομακρύνθηκε. Οι κουβέντες σταμάτησαν. Έξω, η
νύχτα σκέπαζε την Μιενγιάνγκ. Μέσα στο σπίτι έμεναν μόνο το τρεμόπαιγμα της
λυχνίας και δύο άνθρωποι που, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, αναζητούσαν
για λίγες ώρες μια ανάπαυλα από όσα τους βάραιναν.
Το άγγιγμα
του Λι ήταν διαφορετικό. Δεν θύμιζε το προσεκτικό, σχεδόν απαλό άγγιγμα του
συζύγου της στα τελευταία χρόνια του γάμου τους· εκείνο είχε γίνει προβλέψιμο,
σαν μια κίνηση που επαναλαμβανόταν περισσότερο από υποχρέωση παρά από επιθυμία.
Στον Λι υπήρχε η ένταση του ανθρώπου που συναντούσε κάτι άγνωστο. Όχι βιασύνη,
αλλά η ορμή εκείνου που αντικρίζει για πρώτη φορά έναν τόπο και προσπαθεί να
τον γνωρίσει με όλες του τις αισθήσεις. Το γράπωμα του νέου άγνωστου εραστή
είχε την αίσθηση της αδηφαγίας, την αίσθηση που δοκιμάζει ένα έδεσμα που δεν
έχει ξαναδοκιμάσει και διέτρεχε όλο της το κορμί χωρίς να έχει δισταγμούς, σαν
να επιθεωρούσε υψώματα, βαθουλώματα, χαράδρες, σαν να ανίχνευε έναν τόπο πριν αποφασίσει
αν θα διανυκτερεύσει ή αν θα στρατοπεδεύσει μέσα του.
Η Λαν Γιν δεν
έκανε καμία προσπάθεια να τον συγκρατήσει. Δεν υπήρχε λόγος για αναστολές. Ούτε
για υπεκφυγές. Ούτε για προσποιήσεις. Ήταν και οι δύο ξένοι σε μια ξένη πόλη. Ήταν
και οι δύο περαστικοί, χωρίς να γνωρίζουν πόσο θα τους κρατούσε η μοίρα στη Μιενγιάνγκ.
Για λίγες
ώρες δεν υπήρχε διοικητής και χήρα. Δεν υπήρχαν αξιώματα ούτε υποχρεώσεις. Μόνο
δύο άνθρωποι που είχαν κουραστεί να κουβαλούν το βάρος όσων προηγήθηκαν και
αναζητούσαν μια σύντομη λήθη.
Μέσα στο
σπίτι, η φλόγα της λυχνίας έτρεμε, ρίχνοντας αλλεπάλληλες σκιές στους τοίχους,
ώσπου κάποια στιγμή έσβησε από μόνη της. Τότε η Λαν Γιν σαν να αποδεσμεύθηκε
από κάποιο είδος εγκράτειας. Το σώμα της ένιωσε ξανά την ευλυγισία της
ακροβάτιδας, μια τέχνη που είχε αφήσει επειδή είχε μεγαλώσει το στήθος της,
περισσότερο από όσο έπρεπε. Περικύκλωσε με τα ευλύγιστα πόδια της τον
πολέμαρχο, σαν δοκό που ήθελε να κρεμαστεί και γύρω του να στροβιλιστεί. Σαν να
αγωνιζόταν πάνω σε κρίκους και σε εναέριες κυβιστήσεις. Στο τέλος κόλλησε στο
σώμα του με δύναμη σαν τον κισσό που περικυκλώνει ένα ψηλό κορμό.
Όταν όλα καταλάγιασαν, έμειναν για αρκετή ώρα
σιωπηλοί.
Η Λαν Γιν ήταν η πρώτη που μίλησε, μάλλον μονολόγησε.
– Μετά από τόσο καιρό…
– Από τόσο καιρό που…
– Όχι μόνο αυτό που εννοείς…
– Μετά από τόσο καιρό που άφησα το σώμα μου να
ελευθερωθεί.
Ο Λι γύρισε
και την κοίταξε. Η Λαν Γιν χαμογέλασε αμυδρά.
—Πριν από πολλά χρόνια ήμουν ακροβάτισσα. Σχεδόν παιδί
ακόμη.
Έμεινε για
λίγο σιωπηλή.
—Γύριζα τις επαρχίες μ' έναν περιοδεύοντα θίασο.
Χόρευα, έκανα ακροβατικά, περνούσα μέσα από κρίκους, σκαρφάλωνα στα σχοινιά.
Ήμουν δεκαπέντε χρονών όταν μας είδε ο Τσου Λιάνγκ.
Έγειρε το
κεφάλι προς τα πίσω, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί το πρόσωπό του όπως ήταν
τότε.
—Δεν μίλησε πρώτα σε μένα. Πήγε στον θιασάρχη. Του
είπε πως ήθελε να με πάρει γυναίκα του. Πλήρωσε όσα ζήτησε εκείνος και ακόμη
περισσότερα.
Χαμογέλασε
χωρίς ειρωνεία.
—Μερικοί θα πουν πως με αγόρασε. Ίσως να έχουν δίκιο.
Όμως ο θίασος δεν ήταν τόπος για να γεράσει μια γυναίκα.
Άφησε το
βλέμμα της να χαθεί στη σκοτεινή οροφή.
—Ήξερα ήδη πως δεν θα έμενα για πολύ ακόμη στον θίασο.
Οι γλουτοί μου άρχιζαν να βαραίνουν, το ίδιο και το στήθος μου. Για ένα κορίτσι
που περνούσε μέσα από στενούς κρίκους, αυτό ήταν το τέλος. Κάθε χρόνο το σώμα
γινόταν λίγο βαρύτερο, λίγο πιο αργό. Οι νεότερες περίμεναν ήδη τη σειρά τους.
Έκανε μια μικρή παύση.
—Ο γάμος με έσωσε από εκείνη τη ζωή.
Τα δάχτυλά της χάιδεψαν αφηρημένα το σεντόνι.
—Αλλά μου πήρε και κάτι άλλο.
Ο Λι δεν μίλησε.
—Η γυναίκα ενός στρατιωτικού διοικητή δεν μπορούσε να
κινείται όπως κινείται μια ακροβάτισσα. Έπρεπε να κάθεται ίσια, να βαδίζει
αργά, να μη γελά δυνατά, να μη στρέφει επάνω της τα βλέμματα. Έπρεπε να ξεχάσει
πως το σώμα της μπορούσε να μιλά.
Χαμογέλασε σχεδόν ντροπαλά.
—Μόνο όταν ο Τσου έφευγε σε εκστρατείες ή
επιθεωρήσεις, έκλεινα τις πόρτες και δοκίμαζα ξανά λίγες ασκήσεις. Όχι για να
με δει κανείς. Μόνο για να θυμάται το σώμα μου ποια υπήρξα.
Σήκωσε το βλέμμα της προς τον Λι.
—Απόψε... το θυμήθηκε.
– Φαίνεται πως είχα την τύχη μιας αποκλειστικής
παράστασης.
—Δεν ήρθες όμως μόνο για μένα.
Ο Λι γύρισε αργά το βλέμμα προς το μέρος της.
—Όχι.
Δεν φάνηκε να ενοχλείται από την ειλικρίνειά του.
Αντίθετα, χαμογέλασε σχεδόν με ικανοποίηση.
—Το περίμενα.
Έγειρε το κεφάλι της στο μαξιλάρι.
—Οι άνδρες σαν κι εσένα δεν κάνουν ποτέ μόνο ένα
πράγμα.
Εκείνος δεν απάντησε αμέσως.
—Και οι γυναίκες σαν κι εσένα;
Το χαμόγελό της έγινε ελαφρώς πιο μυστηριώδες.
—Οι γυναίκες σαν κι εμένα έμαθαν πως η επιβίωση αξίζει
περισσότερο από τις ψευδαισθήσεις. Άλλωστε και οι δύο δεν είμαστε άνθρωποι
για μακρινούς ορίζοντες, άνθρωποι που
ετοιμάζονται να θεμελιώσουν ένα μέλλον. Και εσείς και εγώ δεν βρισκόμαστε στην
αρχή της ζωής μας. Τώρα ο χρόνος και των δύο στενεύει. Σαν τις μικρές κοιλάδες που περιβάλλονται από
λόφους, από λόφους και βουνά που δεν σε
αφήνουν να δεις μακρύτερα.
Έπειτα από
μια μικρή σιωπή, πρόσθεσε:
—Αν θέλετε να μάθετε τι συνέβαινε σ' αυτή τη διοίκηση
πριν έρθετε, μην ψάχνετε μόνο τα κατάστιχα. Οι αριθμοί δείχνουν πού χάθηκαν τα
χρήματα. Οι άνθρωποι δείχνουν γιατί χάθηκαν.
Ο Λι κατάλαβε
ότι η νύχτα δεν είχε τελειώσει με τη σιωπή. Μόλις άρχιζε η πραγματική συζήτηση.
– Αυτή η θέση είναι που φταίει για όλα.
– Τι εννοείς;
– Τρεις διοικητές μέσα σε τρία χρόνια… Και εσύ τώρα ο
τέταρτος… Από τη στιγμή που ήρθαμε εδώ ο Τσου Λιάνγκ έδειχνε ανήσυχος. Δεν
μπορούσε να καταλάβει γιατι και οι δύο προηγούμενοι είχαν ζητήσει να
μετατεθούν.
– Διαισθανόταν κάτι;
– Έδειχνε κάτι να τον απασχολεί. Αλλά ποτέ του δεν μιλούσε
για τα ζητήματα της διοίκησης. Μόνο όταν αρρώστησε κάποιο βράδυ στο παραλήρημά
του ψέλλιζε το όνομα του Γου Ζι-Χαν, χωρίς όμως να βγαίνει νόημα.
Λίγο πριν
ξημερώσει, ο Λι σηκώθηκε πρώτος. Η Λαν Γιν τον παρακολουθούσε από το στρώμα
χωρίς να μιλά.
—Δεν του μοιάζετε, είπε τελικά.
—Σε ποιον;
—Στον Τσου Λιάνγκ. Εκείνος είχε συστολή, είχε υπομονή.
Εσείς δεν διστάσατε…
Ο Λι φόρεσε
αργά τον χιτώνα του.
—Κι εσείς;
– Αυτό εξαρτάται από εκείνον που κάνει την πρόταση.
Κάποιοι θέλουν ερωτόλογα, άλλοι δεν μιλούν, άλλοι διστάζουν…
«Και άλλοι
τολμούν να πάρουν αυτό που τους προσφέρεται» της απάντησε ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Την
κοίταξε για πρώτη φορά με ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο.
—Εγώ ήρθα για να δω ποιά είστε πραγματικά.
Η έκφρασή της σκλήρυνε για μια στιγμή.
– Και το ανακαλύψατε;
– Ποτέ δεν ανακαλύπτεις έναν άνθρωπο από μια νυχτερινή
συνάντηση.
– Ίσως να χρειαστείτε περισσότερες… Εγώ πάντως θα σας
στέλνω γαρδένιες για το γραφείο σας. Για να θυμάστε το άρωμά τους και ίσως και
εμένα.
Η Λαν Γιν κατάλαβε τότε ότι, όσο κι αν η
νύχτα είχε υπάρξει αληθινή, ο άνθρωπος απέναντί της δεν είχε πάψει ούτε στιγμή
να την παρατηρεί. Και ο νέος διοικητής Λι, καθώς έβγαινε στον δρόμο, ήξερε πως
είχε μόλις ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο στην έρευνά του. Η Λαν Γιν δεν ήταν απλώς
μια μοναχική χήρα. Ήταν μια γυναίκα που είχε μάθει να επιβιώνει δίπλα στην
εξουσία και πιθανότατα γνώριζε περισσότερα απ' όσα είχε μέχρι τώρα αποκαλύψει.
ο νυχτερινός
επισκέπτης
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ επισκέφθηκε εκ νέου το δεύτερο βράδυ το σπίτι της χήρας.
"Δεν θα
ανακαλύψατε αρκετά χθες..." του είπε εκείνη καλωσορίζοντάς τον στην πόρτα.
"Πάντα
χρειάζεται μια δεύτερη αυτοψία" της απάντησε εκείνος μπαίνοντας.
«Το άρωμα της
γαρδένιας σας έκανε να με σκεφθείτε…»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
δεν την άφησε να μιλήσει πολύ. Μετά από την ορμητικότητα τις στιγμές της ερωτικής
επαφής, η ακροβάτισσα Λαν Γιν με κινήσεις απόσβεσης έλεγξε την διάθεση του Λι Γουέν-Τσενγκ
και άρχισε να του χαλαρώνει τους μυς με αργές κινήσεις.
«Ο νυχτερινός επισκέπτης πρέπει να
ξεκουραστεί. Αν θέλει να είναι τακτικός, δεν
πρέπει να σπαταλά τον εαυτό
του. Οι νύχτες μπροστά μας είναι
πολλές.»
Καθώς του
χαλάρωνε την πλάτη με τις επιδέξιες
κινήσεις της. είπε:
—Προχθές πήγα στον νέο οίκο τσαγιού Σονγκ.
Ο Λι σήκωσε το βλέμμα.
—Άνοιξε πριν από κάποιους μήνες. Φέρνει σπάνιες
ποικιλίες από τα βουνά Γουγί και από το Ανχούι. Δεν είναι κατάστημα για
πολλούς.
—Και;
—Είδα μια νεαρή γυναίκα να ζητά το ακριβότερο λευκό
τσάι που είχαν.
Ο Λι περίμενε.
—Δεν ήταν το τσάι που μου έκανε εντύπωση.
—Τι ήταν;
—Τα ρούχα της ήταν απλά. Όχι φτωχικά, αλλά δίχως
τίποτε που να φανερώνει πλούτο. Κι όμως διάλεγε το τσάι σαν άνθρωπος που δεν
είχε μάθει ποτέ να λογαριάζει το κόστος.
Ο Λι δεν είπε τίποτε.
—Ξέρετε τι έλεγε ο σύζυγός μου;
—Τι;
—Το ασήμι δεν φαίνεται πάντα στη ζώνη του ανθρώπου.
Φαίνεται στις συνήθειές του.
Μετά από λίγες στιγμές σαν έκλαμψη η Λαν Γιν
αναφώνησε:
—Την θυμήθηκα.
Είναι η μικρότερη αδελφή της κυρίας Γου.
Ο Λι σήκώσε αργά το βλέμμα.
Ο Λι γύρισε
αργά το κεφάλι.
«Του διοικητή χιλιάδας;»
«Ναι.»
Η Λαν Γιν συνέχισε να χαλαρώνει ήρεμα τους
ώμους του.
«Την είχα δει δύο ή τρεις φορές στα επίσημα
δείπνα του συζύγου μου. Ο Γου Ζι-Χαν έφερνε πάντοτε και τη σύζυγό του και την
αδελφή της.»
«Ασυνήθιστο.»
«Κάθε φορά άκουγα ότι προσπαθούσε να τη
γνωρίσει σε κάποιον αξιωματικό.»
«Παντρέματα.»
«Ναι. Έτσι έλεγαν.»
«Και;»
Η Λαν Γιν χαμογέλασε αχνά.
«Παράξενο δεν είναι; Μια τόσο όμορφη
κοπέλα... και όμως κάθε προξενιό χαλούσε λίγο πριν συμφωνηθεί. Ο Σεν Κουάν είχε
ενδιαφερθεί αλλά εκείνη έδειχνε απόμακρη.»
Ο Λι έμεινε σιωπηλός.
«Ξανασυναντηθήκαμε τυχαία την ίδια μέρα κοντά
στην νότια αγορά. Μπήκε σε ένα μικρό σπίτι.»
Ο Λι δεν είπε τίποτε.
Η Λαν Γιν
άφησε τα χέρια της να σταματήσουν.
«Δεν είχα τελειώσει τα ψώνια, δεν βιαζόμουν,
πως μπορεί να γεμίσει το χρόνο της
μια γυναίκα χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς
παιδιά, όταν είδα τον Γου Ζι-Χαν να βγαίνει από εκείνο το σπίτι βιαστικός.»
«Θυμάσαι που κοντά ήταν εκείνο το σπίτι;»
«Ναι,
λίγο μετά το κεντρικό κατάστημα του Σονγκ. Τι γλυκειά γυναίκα η σύζυγός
του, με εξυπηρέτηση, μου εξήγησε κάθε είδος τσαγιού. Είναι και εκείνη ξένη στην
Μιενγιάνγκ. Πρέπει να ήρθαν πριν την επιδημία του «πυρετού των πλουσίων», και
αυτή η κατάσταση πήγε πίσω τις δουλειές τους.»
«Της ασθένειας της ‘σούπας των χελιδονοφωλιών’» την διόρθωσε ο
Λι Γουέν-Τσενγκ.
«Μπορεί. Αλλά έχει αποδειχθεί ότι πράγματι από εκεί προήλθε;»
«Πάντως όσοι δοκιμάσαμε στο συμπόσιο του Αυτοκρατορικού Επιτρόπου»
αρρωστήσαμε.
«Και γιατι να μην ήταν κάτι άλλο; Κάτι στον
αέρα; Κάτι στα σκεύη;»
«Μα ασθενήσαμε μόνοι όσοι δοκιμάσαμε από αυτή
τη σούπα.»
«Και γιατί να μην ήταν μολυσμένα μόνο τα δικά
σας σκεύη;»
«Δηλαδή, όλων των αξιαματικών;»
«Ναι, μόνο των ανώτερων.»
«Δεν προσφέρθηκε σε όλους του αξιωματικούς το
έδεσμα.»
«Εγώ είχα δοκιμάσει παλαιότερα από αυτή τη
σούπα. Δεν έπαθα τίποτε. Τώρα μολύνθηκε; Δεν θα είχαν αναφερθεί μολύνσεις και
στο Πεκίνο; Οι ευγενείς εκεί δεν την έχουν σαν ιδιαίτερο έδεσμα;»
«Υπονοείς ότι μπορεί να ήταν κάποια συνωμοσία…»
«Απλά σκέφτομαι, και ποτέ δεν σταματώ όταν μου προσφέρουν μια
εύκολη απάντηση. Τα σκεφτόμουν όλα αυτά όταν ασθένησε ο Τσου Λιάνγκ. Γιατί να
μην ήταν ένα καλοστημένο σχέδιο;»
«Ο Αυτοκρατορικός Επίτροπος αυτοκτόνησε. Οι
μάγειροι εκτελέστηκαν. Το ίδιο και ο αρχιθαλαμηπόλος. Τόσοι στρατηγοί και διοικητές πέθαναν, και όλοι οι υπόλοιποι
ασθένησαν.»
«Ναι, και γιατί να μην προετοιμάστηκε από
κάποιους άλλους, από κάποιους που ήταν
χαμηλότεροι στην ιεραρχία; Γιατί να μην ήταν ένα πραξικόπημα των χαμηλόβαθμων; Εκείνοι
δεν πήραν τις θέσεις των ανώτερών τους; Εκείνοι δεν
κέρδισαν. Εκείνοι δεν προήχθηκαν ενώ δεν ήταν η σειρά τους; Δεν κέρδισε ούτε ο
άντρας μου ούτε εσείς. Εσείς είσαστε τα θύματα.»
«Μπορεί η τύχη κάποιες φορές να ευνοεί
κάποιους.»
«Ναι, αλλά όταν ευνοεί τόσους πολλούς μαζί δεν
είναι απλά τύχη… Δεν είδατε τον Γου Ζι-Χαν πως κινείτο όταν είχε ασθενήσει ο Τσου Λιάνγκ,
πως μίλαγε, πως έδινε εντολές, πως συμπεριφερόταν. Γνώριζε πως αυτός θα
αναλάμβανε και αυτός ουσιαστικά ανέλαβε όλο το διάστημα.»
«Μα κανονικά ήταν η σειρά του Τενγκ
Μινγκ-Ντε.»
«Εκείνος
ούτε που πρόλαβε. Του ήρθε εντολή για μετάθεση στην Τσενγκντού. Λίγες ημέρες
αφού επέστρεψε ο άντρας μου από το συμπόσιο που σας δηλητηρίασαν.»
«Βλέπω ότι δεν τρέφεις ιδιαίτερη εκτίμηση
στον Γου Ζι-Χαν.»
«Ίσως. Είναι ο μόνος που με επισκέπτεται μετά
το θάνατο του συζύγου μου. Ο μόνος που μπορώ να πω ότι με στήριξε. Προσφέρθηκε
μάλιστα να δώσει οικονομική βοήθεια. Αλλά ίσως επειδή θυμάμαι ότι ο Τσου Λιάνγκ τον είχε χαρακτηρίσει κάπως
αρνητικά, ότι δεν είχε εμπιστοσύνη σε
κανέναν, ότι έλεγχε και ξαναέλεγχε τις
καταστάσεις ψάχνοντας για μια αβλεψία, ένα λάθος. Σε αυτό ήταν
το ακριβώς αντίθετο από τον Σεν Κουάν. Ο
Σεν Κουάν υπέγραφε χωρίς να κοιτάξει. Όταν του έλεγε ο Σου Ξιν είναι
εντολή του διοικητή, ο Σεν Κουάν υπέγραφε χωρίς δεύτερη σκέψη. Θα μπορούσε να υπογράψει και την αιχμαλωσία του εαυτού του αν άκουγε ότι
είναι εντολή του διοικητή.»
«Τόσο πιστός ήταν στον Τσου Λιάνγκ;»
«Μάλλον απερίσκεπτος, ίσως απρόσεκτος, ίσως
βιαστικός. Είναι κάποιοι που δεν γεννημένοι για γραφειοκρατία, και άλλοι ταιριάζουν απόλυτα. Είναι κάποιοι
που είναι γεννημένοι για πολεμιστές. Και το άδικο είναι ότι αυτοί που επιβιώνουν είναι οι
γραφειολάτρες και όχι οι πολεμιστές.»
«Ίσως θα πρέπει να φροντίσετε κάποιον που
είναι περισσότερο μαχητής παρά σφραγιδολάτρης» της είπε ο Λι Γουέν-Τσενγκ και
γύρισε το πρόσωπό του προς την ακροβάτισσα χήρα. «Πριν επιστρέψει κανείς πάλι
στην μάχη, ίσως θα πρέπει να απολαύσει μία ακόμη παράστασή σας. Αυτό ίσως του
δώσει το κουράγιο να βγει σώος από εκεί.»
«Η φροντίδα του πολεμιστή πριν την μάχη και
μετά τον πόλεμο είναι η μεγαλύτερη υποχρέωση μιας γυναίκας» του είπε η Λαν Γιν
και έσκυψε και τον φίλησε. Είχε αρκετό χρόνο να τον περιποιηθεί μέχρι να φέξει.
Το πρωί στο γραφείο του ο πολέμαρχος κάλεσε
τον γηραιό γραφέα Χουάνγκ Γιού.
– Σε ευχαριστώ
που κάνεις τον κόπο να φέρνεις κάθε μέρα γαρδένιες.
– Ξέρετε,
είναι επιθυμία της χήρας του διοικητού.
– Ξέρω. Ξέρω.
Αλλά από σήμερα το ανθοδοχείο με τις γαρδένιες θα βρίσκεται στον προθάλαμο και
όχι στο γραφείο μου.
– Θα το
φροντίσω αμέσως, αξιότιμε διοικητά.
Ο ηλικιωμένος
γραφέας Χουάνγκ Γιού έκανε την κίνηση να μεταφέρει το ανθοδοχείο.
– Μόλις τελειώσεις έλα μέσα και κλείσε την πόρτα. Και
το ανθοδοχείο όσο πιο μακρυά γίνεται από το γραφείο μου. Εδώ δεν είναι χώρος
κοινωνικών επισκέψεων. Είναι διοικητήριο.
Ο Χουάνγκ Γιού
τοποθέτησε το ανθοδοχείο με τις γαρδένιες όσο μακρύτερα γινόταν στην είσοδο του
δικού του γραφείου. Και χτύπησε την πόρτα για να ξαναμπεί στο γραφείο του
διοικητή.
– Κλείσε την πόρτα Χουάνγκ Γιού. Έλα και κάθησε κοντά.
Ο Χουάνγκ Γιού με κάποια συστολή κάθησε κοντά στον
διοικητή. Ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ σηκώθηκε όρθιος.
– Υπηρετείς πολύ καιρό εδώ;
– Σχεδόν από πάντα. Εδώ ήταν η δεύτερη τοποθέτησή μου.
– Και πως δεν μετατέθηκες από τότε;
– Εδώ παντρεύτηκα. Αν έπαιρνα προαγωγή θα έπρεπε να
φύγω. Προτίμησα να παραμείνω γραφέας.
– Σε πόσους διοικητές έχεις υπηρετήσει μέχρι τώρα;
– Τουλάχιστον
σε δεκατρείς.
– Εγώ είμαι ο
δέκατος τρίτος;
– Είστε ο δέκατος τέταρτος.
– Καλά. Εγώ είμαι προσωρινός διοικητής. Δεν θα
παραμείνω για πολύ. Μέχρι να έρθει ο επίσημος διοικητής που θα οριστεί από την
Τσενγκντού.
– Ίσως θα έπρεπε να παραμείνετε λίγο περισσότερο.
– Πρόσεξε Χουάνγκ Γιού. Δεν μου αρέσουν οι κόλακες.
– Αυτό φάνηκε από την πρώτη στιγμή σεβαστέ διοικητά.
– Πρόκειται για ένα λεπτό ζήτημα. Ελπίζω να μην έχεις
υποχρέωση σε κανέναν αξιωματικό.
– Όχι, αξιότιμε διοικητά.
– Ούτε συμπάθεια…
– Κάποια συμπάθεια είχα στη σύζυγο του διοικητή Τσου
Λιάνγκ. Όταν έστελνε φαγητό ή κάποια λιχουδιά στο σύζυγό της, έφερνε και σε
εμάς. Δεν μας ξεχνούσε.
– Ο Τσου Λιάνγκ έτρωγε κατά την υπηρεσία;
– Κάποιες φορές ναι. Αλλά πώς να μην τρώει. Η γυναίκα
του ήταν πολύ καλή μαγείρισσα.
– Ελπίζω ότι αυτό δεν θα γίνεται όσο εγώ διοικώ.
– Όχι αξιότιμε διοικητά.
– Άσχετα με την πρόθεση, εδώ δεν επιτρέπεται να
εισέλθει τροφή που δεν έχουμε ελέγξει. Αν γίνει κάτι τέτοιο και πέσει στην
αντίληψή σου, θα μου το αναφέρεις αμέσως.
– Οι μερίδες είναι μικρές αξιότιμε διοικητά. Οι
περισσότεροι που είναι παντρεμένοι φέρνουν κάτι από το σπίτι τους.
– Αυτό θα το ελέγξουμε σε λίγο. Μόλις τελειώσουμε με
αυτά που έχω να σου πω θα μου στείλεις τον Φαν Τζιν. Για την ώρα υπάρχει κάτι
σοβαρότερο.
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ εξήγησε στον Χουάνγκ Γιού ότι έπρεπε να του βρει δύο αξιόπιστους
στρατιώτες. Ανθρώπους που δεν μιλάνε, που υπακούν χωρίς ερωτήσεις.
– Υπάρχουν δύο στρατιώτες από το χωριό της γυναίκας
μου.
– Είναι έμπιστοι;
– Απολύτως.
– Αντέχουν στην ορθοστασία;
– Ήταν βοσκοί πιο πριν. Είναι σκληραγωμένοι. Εγώ τους
έφερα από το χωριό της γυναίκας μου.
– Θα τους καλέσεις στον προθάλαμο, θα αφήσεις ανοιχτή
την πόρτα να τους δω. Αν τους εγκρίνω θα σου δώσω οδηγίες. Πήγαινε και φέρε
τους τώρα. Βρες μια πρόφαση.
Ο Χουάνγκ Γιού ακολούθησε τις οδηγίες του
Λι Γουέν-Τσενγκ. Σε λίγο εμφανίστηκαν
στον προθάλαμο δύο μικρόσωμοι στρατιώτες.
Ο πολέμαρχος τους κόχεψε μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα του γραφείου του.
Μετά σηκώθηκε και πέρασε από τον
προθάλαμο του Χουάνγκ Γιού. Όι δύο άντρες στάθηκαν προσοχή και ο Χουάνγκ Γιού
σηκώθηκε όρθιος.
– Θα επιστρέψω σε λίγο. Το ανθοδοχείο θα μεταφερθεί
στο διάδρομο. Δεν θέλω μυρωδιές εδώ μέσα.
Η διακριτική παρακολούθηση του διοικητή
χιλιάδας Γου Ζι-Χαν είχε αρχίσει. Οι δύο στρατιώτες ανέφεραν στον Χουάνγκ Γιού
τις κινήσεις του Γου Ζι-Χαν μετά το τέλος της υπηρεσίας του.
«Αργότερα,
λίγο πριν νυχτώσει... είδαν τον Γου Ζι-Χαν να μπαίνει σε ένα σπίτι στη νότια
αγορά.»
Η σιωπή κράτησε αρκετή ώρα.
«Είναι βέβαοι;»
«Δεν κάνουν
λάθος σε πρόσωπα.»
«Έφυγε
γρήγορα;»
«Όχι.»
«Πόσο έμεινε;»
«Αρκετές
ώρες.»
Ο Λι χαμήλωσε το βλέμμα. Η πληροφορία, από
μόνη της, δεν αποδείκνυε τίποτε. Ένας γαμπρός μπορούσε να επισκέπτεται την
οικογένεια της συζύγου του. Μπορούσε ακόμη να φροντίζει την άγαμη αδελφή της. Όμως
γιατί να μένει εκείνη σε διαφορετική οικία; Γιατί να μη ζει μαζί με την
οικογένεια της αδελφής της; Και γιατί να παρουσιάζεται δημοσίως ως άνθρωπος που
αναζητούσε σύζυγο γι' αυτήν, ενώ τα χρόνια περνούσαν χωρίς κανένας γάμος να
πραγματοποιείται;
Δεν ήταν ακόμη απόδειξη. Ήταν όμως το πρώτο
νήμα. Και ο Λι είχε μάθει ότι πολλές φορές μια ολόκληρη συνωμοσία άρχιζε από
ένα νήμα που κανείς άλλος δεν είχε προσέξει.
ο ωτακουστής
Το επόμενο πρωί φαινόταν πως
η παρακολούθηση είχε ήδη αρχίσει να αποδίδει καρπούς. Ο γραφέας
Χουάνγκ Γιού στάθηκε μπροστά στο γραφείο του πολεμάρχου Λι
Γουέν-Τσενγκ και υποκλίθηκε.
«Οι άνθρωποί μου προχώρησαν λίγο
παραπέρα, αξιότιμε διοικητά. Το πήραν προσωπικά όταν τους είπα
ότι χρειαζόμαστε περισσότερες πληροφορίες.»
Ο Λι
άφησε στην άκρη τη γραφίδα του.
«Μίλα.»
«Ο ένας από τους δύο δεν αρκέστηκε
να ακολουθεί τον διοικητή χιλιάδας. Χθες το βράδυ μπήκε
στην αυλή του σπιτιού όπου τον είχαν δει να πηγαίνει.»
Ο Λι
δεν άλλαξε έκφραση.
«Πώς;»
«Από
τις στέγες. Πέρασε τρεις αυλές χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς.
Κρύφτηκε επάνω από το υπόστεγο της εσωτερικής αυλής. Από
εκεί άκουσε όσα ειπώθηκαν.»
«Τα θυμάται με ακρίβεια;»
«Είναι βοσκός από παιδί. Λέει πως
όταν περνούσε τη νύχτα στα βουνά, ξεχώριζε από μακριά το βέλασμα
κάθε ζώου του κοπαδιού. Έμαθε να θυμάται ό,τι ακούει.»
Ο Λι έγνεψε καταφατικά.
«Πες μου λοιπόν τι άκουσε.»
«Ο στρατιώτης είπε πως, όταν έφθασε επάνω
από την εσωτερική αυλή του μικρού σπιτιού, ξάπλωσε πίσω από το
ξύλινο γείσο. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Η λάμψη μιας λυχνίας
έπεφτε στην αυλή.
Άκουσε πρώτα
γυναικεία φωνή.
«Δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή.»
Ακολούθησε
η φωνή του Γου Ζι-Χαν.
«Σου είπα να κάνεις υπομονή.»
«Υπομονή... Αυτό μου λες κάθε φορά.»
«Αν δεν είχα παντρευτεί την
αδελφή σου, δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι κοντά σου.
Τότε ήσουν ακόμη μικρή. Το κατάλαβες από την πρώτη στιγμή.»
Εκείνη μετά από μια μικρή παύση του απάντησε.
«Ναι... το κατάλαβα.»
«Σου είχα
υποσχεθεί ότι θα έβρισκα τρόπο να σε φέρω κοντά μου. Το έκανα.
Δεν σου λείπει τίποτε.»
«Δεν μου λείπουν τα ρούχα ούτε το
φαγητό. Μου λείπεις εσύ. Δεν μπορώ να ζω συνεχώς κρυμμένη.
Να περιμένω πότε θα έρθεις και να σε βλέπω να φεύγεις
πριν χαράξει.»
Ο Γου αναστέναξε.
«Δεν είναι εύκολο.»
«Τίποτε
δεν είναι εύκολο.»
Μετά η φωνή
της έγινε πιο κοφτή.
«Διώξε την.»
«Είναι η
αδελφή σου.»
«Ναι. Αλλά
εσύ είσαι ένας. Δεν μπορώ να σε μοιράζομαι μαζί της.»
«Δεν μπορώ
να της κάνω κάτι τέτοιο.»
«Παιδιά δεν
σου χάρισε.»
«Ίσως
να μη φταίει εκείνη.»
Ακούστηκε ένα
χτύπημα πάνω στο τραπέζι.
«Τότε ζήτησε
μετάθεση.»
Ο Γου
δεν απάντησε.
«Πήγαινε μακριά από τη Μιενγιάνγκ. Πάρε
εμένα μαζί σου. Εκείνη ας μείνει εδώ. Αν θέλεις, θα
έρχεσαι πότε πότε να τη βλέπεις. Σπίτι νοικιάζεις εδώ·
σπίτι θα νοικιάζεις κι εκεί.»
«Δεν είναι τόσο απλό.»
«Ποτέ δεν ήταν απλό. Ξέρεις τι
είπα στους γονείς μου για να έρθω εδώ; Ότι ο Γου Ζι-Χαν ίσως
με γνωρίσει σε κάποιον αξιωματικό της φρουράς. Πόσα ψέματα έχω
πει για χάρη σου;»
Ακούστηκε το τρίξιμο μιας καρέκλας.
Ύστερα η φωνή του Γου χαμήλωσε.
«Κάνε λίγη ακόμη υπομονή. Λίγους
μήνες μόνο.»
«Μέχρι πότε;»
«Μέχρι να
οριστεί ο νέος διοικητής της φρουράς.»
«Και μετά;»
«Θα δούμε.»
Η γυναίκα
γέλασε πικρά.
«Πάλι "θα
δούμε";»
Τότε εκείνος
της είπε:
«Ο Τσου Λιάνγκ ήταν εύκολος άνθρωπος.
Δεν ανακάτευε όσα λειτουργούσαν. Ο καινούργιος όμως...»
Ο Χουάνγκ Γιού σταμάτησε για λίγο. Δεν
ήξερε αν έπρεπε να συνεχίσει.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, ίσως το κατάλαβε, και για
να αφαιρέσει το φόβο του Χουάνγκ Γιού είπε:
«Συνέχισε
Χουάνγκ Γιού. Τα λόγια δεν είναι δικά
σου. Είναι του Γου Ζι-Χαν.»
Ο Χουάνγκ Γιού σαν να απελευθερώθηκε και
ξεκίνησε από το σημείο που είχε ακριβώς
σταματήσει.
«Δεν εμπιστεύεται κανέναν. Ρωτά για
πράγματα που οι άλλοι είχαν ξεχάσει. Αν συνεχίσει έτσι,
θα ανασκαλέψει ολόκληρη τη φρουρά. Εδώ δεν είναι το Λο Τζιάνγκ.
Γιατί μας έστειλαν άνθρωπο από εκεί; Αυτοί ξέρουν μόνο από
εκστρατείες και μάχες.»
Ο Γου συμπλήρωσε.
«Άλλο η τέχνη του πολέμου κι άλλο η
τέχνη της διοίκησης όταν δεν υπάρχει εχθρός. Οι άνθρωποι του Λο
Τζιάνγκ δεν το καταλαβαίνουν.»
Έξω, πάνω στη στέγη, ο
στρατιώτης περίμενε ακόμη λίγη ώρα. Δεν άκουσε
τίποτε περισσότερο που να έχει σημασία. Μόλις έσβησε
η λυχνία, οι ψίθυροι σταμάτησαν και ακούστηκαν οι πρώτοι τριγμοί στο
κρεβάτι.
Ο Χουάνγκ Γιού τελείωσε την
αναφορά του. Στο γραφείο επικράτησε σιωπή. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έμεινε
για αρκετή ώρα με το βλέμμα καρφωμένο πάνω στον
χάρτη της φρουράς.
«Μέχρι τώρα,» είπε τελικά, «μάθαμε ότι ο
Γου Ζι-Χαν έλεγε ψέματα στη σύζυγό του. Τώρα γνωρίζουμε και γιατί.»
Ο Χουάνγκ Γιού περίμενε.
«Δεν αποδεικνύει όμως τίποτε.»
«Όχι, αξιότιμε διοικητά.»
«Αποδεικνύει όμως κάτι εξίσου χρήσιμο.»
«Τι;»
Ο Λι σήκωσε αργά το βλέμμα.
«Ότι είναι άνθρωπος που μπορεί να
ζει δύο διαφορετικές ζωές χωρίς να τις συγχέει. Κι ένας
τέτοιος άνθρωπος είναι ικανός να κρύβει πολύ περισσότερα από μια
παράνομη σχέση.»
Ο Χουάνγκ Γιού έγνεψε καταφατικά.
«Η παρακολούθηση συνεχίζεται;»
«Από σήμερα,» αποκρίθηκε ο Λι,
«δεν θα παρακολουθούμε μόνο τον ίδιο.»
«Και ποιον ακόμη;»
«Όποιον επισκέπτεται εκείνο το σπίτι.
Αλλά και το που πηγαίνει αυτή η κοπέλα.»
Ο γηραιός
γραφέας υποκλίθηκε σιωπηλά.
«Πρέπει να μάθουμε ποιος είναι ο ιδιοκτήτης
του σπιτιού, πόσα τον πληρώνει, πόσα ξοδεύει για την αδελφή της γυναίκας του.
Και για τις ερωμένες οι άντρες ξοδεύουν περισσότερα από ό,τι για τις νόμιμες
συζύγους τους. Πρέπει να μάθουμε αν έχει άλλους πόρους.»
Ο Χουάνγκ Γιού έκανε να
αποχωρήσει.
«Μείνε λίγο
ακόμη.»
Ο ηλικιωμένος γραφέας στάθηκε ξανά
μπροστά στο γραφείο.
«Θέλω να μου απαντήσεις σε κάτι.»
«Αν γνωρίζω, αξιότιμε διοικητά.»
«Πόσα σπίτια νοικιάζονται συνήθως στη
νότια αγορά από αξιωματικούς της φρουράς;»
Ο Χουάνγκ Γιού ξαφνιάστηκε από
την ερώτηση.
«Ελάχιστα. Οι περισσότεροι κατοικούν
μέσα στο στρατόπεδο ή στις κατοικίες που τους παραχωρεί η
υπηρεσία. Η φρουρά διαθέτει κατοικίες για όλους σχεδόν
τους ανώτερους.»
«Ποιοι μένουν εκεί;»
«Ο διοικητής χιλιάδας Γου Ζι-Χαν κατοικεί
στην υπηρεσιακή οικία που του παραχωρήθηκε όταν προήχθη. Το ίδιο και οι
διοικητές εκατοντάδας. Ο Σεν Κουάν, ο Τζάο
Γιουάν-Τάο, ο Φαν Γουέι όλοι διαμένουν μέσα στον στρατιωτικό
περίβολο ή στις οικίες της φρουράς.»
«Κανείς σε ιδιόκτητο σπίτι;»
«Μόνο ο υποδιοικητής Τενγκ Μινγκ-Ντε. Η
οικογένειά του είχε μεγάλη περιουσία πριν ακόμη
αναλάβει αξιώματα. Αγόρασε οικία στη Μιενγιάνγκ όταν μετατέθηκε
εδώ. Δεν επιβάρυνε ποτέ τη φρουρά με κατοικία.»
Ο Λι έμεινε για λίγο σιωπηλός.
«Άρα ο Γου Ζι-Χαν διαθέτει ήδη
υπηρεσιακή κατοικία.»
«Βεβαίως.»
«Κι όμως πληρώνει κάθε μήνα ενοίκιο
για μια οικία που επισκέπτεται μόνο τη νύχτα.»
«Έτσι φαίνεται.»
«Με ποια χρήματα;»
Ο γραφέας δίστασε.
«Ο μισθός ενός διοικητή χιλιάδας είναι
καλός... αλλά όχι τόσο ώστε να συντηρεί δύο σπίτια χωρίς να
το αισθανθεί.»
Ο Λι πήρε τη γραφίδα του και
σχεδίασε δύο μικρούς κύκλους πάνω σε ένα φύλλο χαρτιού. Στον
έναν έγραψε: Οικία της συζύγου. Στον
άλλον: Νότια αγορά. Έπειτα ένωσε
τους δύο κύκλους με μια γραμμή.
«Κάθε μυστικό έχει κόστος, Χουάνγκ
Γιού.»
Ο γηραιός γραφέας δεν μίλησε.
«Άλλοτε το πληρώνεις με ασήμι.
Άλλοτε με ψέματα. Συνήθως και με τα δύο.»
Άφησε τη γραφίδα.
«Θέλω να μάθω ποιος πληρώνει
το ενοίκιο.»
«Ο ίδιος ίσως.»
«Ίσως.»
«Ή η γυναίκα.»
«Από πού θα έβρισκε εκείνη
τόσα χρήματα;»
«Δεν γνωρίζω.»
Ο Λι ανασηκώθηκε.
«Ούτε κι εγώ.
Γι' αυτό θα το μάθουμε.»
Το ίδιο απόγευμα οι δύο
στρατιώτες παρουσιάστηκαν και πάλι στο γραφείο του Χουάνγκ Γιού.
Ο μεγαλύτερος από τους δύο υποκλίθηκε. Ο γραφέας τους κοίταξε
έναν έναν.
«Από σήμερα δεν θα ακολουθείτε μόνο τον
διοικητή χιλιάδας.»
Οι δύο άνδρες αντάλλαξαν μια
σύντομη ματιά.
«Ο ένας θα συνεχίσει να
τον παρακολουθεί όπως μέχρι τώρα. Ο άλλος δεν θα
τον πλησιάζει καθόλου.»
«Τι θα κάνει;»
«Θα παρακολουθεί το σπίτι στη νότια
αγορά.»
«Τη γυναίκα;»
«Όχι.»
Ο Χουάνγκ Γιού χαμήλωσε τη φωνή.
«Κυρίως το σπίτι. Μόνο όταν εκείνη
φεύγει, τότε θα την ακολουθεί.»
«Και τις πρωινές ώρες;»
«Θα δίνω άδεια πότε στον έναν πότε στον άλλον.
Θα κάνετε ότι ψωνίζετε στη νότια αγορά. Για ανάγκες του στρατοπέδου.»
Οι στρατιώτες
περίμεναν τη συνέχεια.
«Θέλω να σημειώνετε ποιος μπαίνει, ποιος
βγαίνει, ποια ώρα ανάβει το λυχνάρι, ποια ώρα σβήνει. Αν
φθάσει αγωγιάτης, αν φέρει δέματα, αν έρθει αγγελιοφόρος, αν
εμφανιστεί υπηρέτης. Τα πάντα.»
«Για πόσες ημέρες;»
«Μέχρι να σας πω να σταματήσετε.»
«Και αν δεν συμβεί τίποτε;»
Ο Χουάνγκ
Γιού χαμογέλασε αχνά.
« Και
το "τίποτε" είναι πληροφορία. Αν επί δέκα ημέρες δεν
συμβεί τίποτε, τότε θα γνωρίζουμε ότι πραγματικά δεν συμβαίνει
τίποτε.»
Οι δύο άνδρες υποκλίθηκαν. Όταν έφυγαν,
ο γραφέας μπήκε πάλι στο γραφείο του Λι.
«Έδωσα τις διαταγές.»
Ο Λι
δεν σήκωσε το βλέμμα από τα έγγραφα.
«Νομίζετε ότι θα βρούμε κάτι;»
Ο πολέμαρχος άφησε αργά τη
σφραγίδα πάνω στο έγγραφο που υπέγραφε.
«Ο Γου Ζι-Χαν έκανε το λάθος που
κάνουν όλοι οι άνθρωποι όταν πιστεύουν πως κρύβουν καλά
ένα μυστικό.»
«Ποιο είναι αυτό;»
«Νομίζουν ότι οι άλλοι παρακολουθούν
το πρόσωπό τους.»
Ο Χουάνγκ Γιού περίμενε.
«Σπάνια είναι το πρόσωπο που
προδίδει έναν άνθρωπο. Είναι οι συνήθειές του.»
Σηκώθηκε και πλησίασε στο παράθυρο.
Στην αυλή του διοικητηρίου
στρατιώτες εξασκούνταν με τα δόρατα. Οι κινήσεις τους ήταν
ίδιες, επαναλαμβανόμενες, σχεδόν μηχανικές.
«Κανείς δεν μπορεί να αλλάζει κάθε
μέρα τις συνήθειές του. Αργά ή γρήγορα θα ακολουθήσει τον
ίδιο δρόμο, θα σταθεί στο ίδιο σημείο, θα συναντήσει
τον ίδιο άνθρωπο. Εκεί θα τον περιμένουμε.»
Ο Χουάνγκ Γιού χαμογέλασε.
Ο Λι γύρισε και τον κοίταξε.
«Οι άνθρωποί σου μέχρι τώρα έχουν κάνει
καλή δουλειά. Οι βοσκοί έχουν μια
αρετή που λείπει από πολλούς στρατιώτες.»
«Ποια;»
«Ξέρουν να περιμένουν.»
Μετά ο Λι Γουέν-Τσενγκ στράφηκε στον γραφέα
Χουάνγκ Γιού.
«Είπες ότι ο υποδιοικητής Τενγκ Μινγκ-Ντε
είχε δικό του σπίτι. Ξέρεις που βρίσκεται αυτό το σπίτι;»
το σφραγισμένο σπίτι
Το πρωί ήταν βαρύ και υγρό. Μια λεπτή ομίχλη
απλωνόταν πάνω από τις κεραμοσκεπές της Μιενγιάνγκ, όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ
στάθηκε μπροστά σε μια ξύλινη αυλόπορτα που είχε μήνες να ανοίξει.
Πίσω από αυτήν απλωνόταν μια μικρή εξωτερική
αυλή. Στο βάθος φαινόταν η δεύτερη πόρτα, η είσοδος του κυρίως οικήματος. Εκεί,
πάνω στα δύο φύλλα της, ήταν τοποθετημένη η πραγματική σφραγίδα της φρουράς.
«Εδώ έμενε ο υποδιοικητής Τενγκ Μινγκ-Ντε;»
ρώτησε.
Ένας ηλικιωμένος γείτονας έγνεψε καταφατικά.
Ο Λι
παρατήρησε τη σφραγίδα από κιτρινωπό κερί που ένωνε τα δύο φύλλα της πόρτας.
Επάνω της διακρινόταν ακόμη το αποτύπωμα της σφραγίδας της φρουράς.
«Ποιός τη σφράγισε;»
«Δεν ξέρω εξοχότατε.»
Έβγαλε από το μανίκι του το χάλκινο έμβλημα
της προσωρινής διοίκησης και το έδειξε στους γραμματείς.
«Καταγράψτε τα πάντα. Η αποσφράγιση γίνεται
με διαταγή της διοίκησης της Μιενγιάνγκ.»
Ο γραμματέας έσπασε προσεκτικά το κερί. Η εξώπορτα
έτριξε καθώς άνοιγε. Μια βαριά μυρωδιά κλεισούρας ξεχύθηκε στην αυλή.
Τα πάντα ήταν σκεπασμένα με λεπτή σκόνη. Το
πέτρινο δοχείο του νερού ήταν άδειο. Στο μικρό τραπέζι της αυλής βρισκόταν
ακόμη ένα πήλινο κύπελλο, σαν κάποιος να το είχε αφήσει εκεί χθες.
Τότε εμφανίστηκε μια γυναίκα γύρω στα
πενήντα, με απλά βαμβακερά ρούχα.
«Με λένε Α-Σιού,» είπε χαμηλόφωνα. «Ερχόμουν
να καθαρίζω το σπίτι του κυρίου Τενγκ.»
Ο Λι γύρισε
προς το μέρος της.
«Εσύ τον βρήκες;»
Η γυναίκα
κατέβασε το βλέμμα.
«Ναι, εξοχότατε.»
Σιώπησε για
λίγο.
«Είχε τρεις ημέρες να ανοίξει την πόρτα.
Φώναζα, αλλά δεν απαντούσε. Μπήκα από την πίσω αυλή. Τον βρήκα πεσμένο δίπλα
στο γραφείο του.»
«Ήταν μόνος;»
«Μόνος.»
«Και μετά;»
«Έτρεξα στη φρουρά. Ο πρώτος που ήρθε ήταν ο
διοικητής χιλιάδας, ο Γου Ζι-Χαν.»
Η φωνή της έτρεμε.
«Είπε πως η νόσος μπορούσε ακόμη να
μεταδοθεί και με διέταξε να βγω αμέσως έξω. Έμεινε μόνος μέσα για πολλή ώρα.
Όταν βγήκε, κρατούσε τον σωλήνα με τα έγγραφα του κυρίου Τενγκ. Μου είπε πως ο
υποδιοικητής είχε πεθάνει από την επιδημία και πως δεν έπρεπε να μιλήσω σε
κανέναν. Το ίδιο απόγευμα τον έθαψαν έξω από τα νότια τείχη, μαζί με άλλους
νεκρούς.»
«Ο διοικητής χιλιάδας, ο κύριος Γου Ζι-Χαν.
Είπε ότι όλα θα παραδίδονταν στην Τσενγκντού. Καλό θα ήταν να μην πλησιάζουμε
γιατί μπορούσαμε να αρρωστήσουμε και εμείς.»
«Δεν
είχε οικογένεια;»
«Όχι. Τα δύο χρόνια που έμενε εδώ δεν είχα δει
κανέναν.»
«Ερχόταν
κανείς να τον επισκεφθεί;»
«Ποτέ,
εξοχότατε. Ούτε συγγενής ούτε φίλος.»
Ο Λι την κοίταξε σιωπηλός.
«Μόνο μια φορά
τον άκουσα να μιλάει μόνος του στην αυλή. Είπε: "Αδελφό δεν έχω πια".
Δεν ξέρω σε ποιον αναφερόταν.»
«Ξέρεις από πού ήταν;»
«Όχι. Ήταν λιγομίλητος άνθρωπος.»
Ο Λι δεν αποκρίθηκε.
«Μένεις κοντά;»
«Εδώ πιο κάτω.»
«Μήπως μπήκε κανείς στο σπίτι σε όλο αυτό το
διάστημα.»
«Όχι θα το έβλεπα. Κάποιος θα το έβλεπε. Το σπίτι από τότε το αποφεύγει όλη
η γειτονιά. Κανείς δεν μπαίνει ούτε μέσα στην αυλή.»
«Αν σε χρειαστώ;»
«Εδώ κοντά είμαι. Το τρίτο σπίτι μετά τη
βρύση.»
Ο Λι πέρασε αργά το κατώφλι. Το σπίτι ήταν
βυθισμένο στη σιωπή. Η μυρωδιά της κλεισούρας ανακατευόταν με εκείνη του παλιού
ξύλου και του ξεραμένου μελανιού. Στον τοίχο απέναντι από την είσοδο κρεμόταν
ένα τόξο από φτελιά και, δίπλα του, ένα ζευγάρι ξίφη μέσα στις θήκες τους. Δεν
ήταν διακοσμητικά· οι λαβές τους ήταν φθαρμένες από τη χρήση και το δέρμα είχε
γυαλίσει από τα χέρια του ιδιοκτήτη τους.
Πάνω σε ένα χαμηλό τραπέζι ήταν τοποθετημένα
με σχολαστική τάξη μια στοίβα βιβλίων στρατιωτικής τακτικής. Δεν υπήρχε ίχνος
πολυτέλειας. Το σπίτι ανήκε σε άνθρωπο που ζούσε λιτά και με πειθαρχία.
Ο Λι στάθηκε
για μια στιγμή ακίνητος.
«Ώστε έτσι
ζούσε...» μουρμούρισε.
Ύστερα πλησίασε το γραφείο. Κάτι δεν
ταίριαζε.
Υπερβολικά καθαρό... σκέφτηκε ο Λι. Όχι, έτσι δεν εργάζεται ένας άνθρωπος. Ένας αξιωματικός που περνά τις
ημέρες του γράφοντας αναφορές και εξετάζοντας έγγραφα θα είχε αφήσει πάνω στο
γραφείο του τουλάχιστον μία γραφίδα, ένα μελανοδοχείο, ένα ανοιγμένο βιβλίο ή
κάποιο φύλλο χαρτιού. Εδώ δεν υπάρχει τίποτε. Κάποιος το άδειασε. Και το
άδειασε με προσοχή, ώστε να μη μείνει ούτε το παραμικρό ίχνος.
Ο Λι ακούμπησε τα δάχτυλά του στο λείο ξύλο. «Ο Τενγκ Μινγκ-Ντε πέθανε από την
επιδημία...» είπε σχεδόν ψιθυριστά. Σήκωσε αργά το βλέμμα. «...αλλά κάποιος
εκμεταλλεύτηκε τον θάνατό του.»
Ο Λι βγήκε τελευταίος από το σπίτι. Έριξε
μια τελευταία ματιά στην άδεια αυλή και έγνεψε στον γραμματέα.
«Σφραγίστε το ξανά.»
Ο γραμματέας έλιωσε το κερί και πίεσε επάνω
του τη σφραγίδα της διοίκησης. Από απόσταση, κανείς δεν θα μπορούσε να
καταλάβει ότι η πόρτα είχε ανοίξει.
Ο Λι στράφηκε προς τη γυναίκα.
«Άκουσέ με προσεκτικά, Λιν.»
Εκείνη χαμήλωσε το κεφάλι.
«Δεν θα πεις σε κανέναν ότι το σπίτι άνοιξε
σήμερα.»
«Μάλιστα, εξοχότατε.»
«Αν σε ρωτήσει οποιοσδήποτε, θα απαντήσεις
πως το σπίτι παραμένει σφραγισμένο από την ημέρα που πέθανε ο Τενγκ Μινγκ-Ντε.
Ότι κανείς δεν μπήκε ποτέ μέσα.»
Η γυναίκα τον κοίταξε με κάποια απορία, αλλά
δεν μίλησε.
«Και κάτι ακόμη. Μην πλησιάζεις το σπίτι
ούτε εσύ ούτε κανείς από τη γειτονιά. Αν δεις οποιονδήποτε να ενδιαφέρεται
ξαφνικά γι' αυτό ή να προσπαθεί να μπει μέσα, θα έρθεις αμέσως να με
ειδοποιήσεις στη διοίκηση. Δεν θα τον σταματήσεις. Δεν θα του μιλήσεις. Μόνο θα
θυμάσαι το πρόσωπό του.»
Η Α-Σιού έγνεψε καταφατικά. Ο Λι γύρισε προς
την πόρτα. Η καινούργια σφραγίδα δεν διέφερε σχεδόν καθόλου από την παλιά.
Αν ο Γου Ζι-Χαν πίστευε ότι το
σπίτι είχε μείνει ανέγγιχτο, ίσως κάποια μέρα επέστρεφε ο ίδιος για να
βεβαιωθεί ότι δεν είχε αφήσει πίσω του τίποτε. Ο Λι χαμογέλασε
ανεπαίσθητα. Και τότε, θα τον περίμενε.
η ασφυξία
Την επόμενη κιόλας ημέρα ο Λι Γουέν-Τσενγκ
συγκάλεσε όλους τους ανώτερους αξιωματικούς στην αίθουσα του διοικητηρίου. Οι
περισσότεροι περίμεναν ότι ο νέος διοικητής θα ανακοίνωνε κάποια επιθεώρηση ή
νέες ασκήσεις. Αντί γι' αυτό, ο Λι άπλωσε επάνω στο τραπέζι ένα λεπτό κατάστιχο
και μίλησε με ήρεμη φωνή.
—Από σήμερα
αλλάζει ο τρόπος διοίκησης της φρουράς.
Κανείς δεν μίλησε.
—Οι
μισθοδοσίες θα παραδίδονται αποκλειστικά από εμένα. Κάθε αξιωματικός θα
παρουσιάζεται προσωπικά, θα παραλαμβάνει τον μισθό του και θα υπογράφει μπροστά
μου.
Μερικοί αντάλλαξαν βλέμματα. Η αλλαγή ήταν
ασυνήθιστη.
—Οι
παλαιότερες διαδικασίες είχαν υπερβολική εμπιστοσύνη στις συνήθειες. Οι
συνήθειες γεννούν αβλεψίες. Οι αβλεψίες γεννούν λάθη.
Ο Γου Ζι-Χαν στεκόταν ανέκφραστος. Μόνο τα
μάτια του έμειναν για μια στιγμή ακίνητα πάνω στον διοικητή. Ο Λι συνέχισε σαν
να μη συνέβαινε τίποτε.
—Υπάρχει και
δεύτερη αλλαγή.
Έγνεψε προς τον Φαν Τζιν.
—Από σήμερα
όλες οι προμήθειες της φρουράς θα περνούν από τον Φαν Τζιν. Καμία αγορά δεν θα
πραγματοποιείται χωρίς προηγούμενη έγκρισή μου. Καμία παραλαβή δεν θα γίνεται
χωρίς την παρουσία του.
Ο Φαν Τζιν υποκλίθηκε.
—Επιπλέον,
κανένας αξιωματικός δεν θα αναλαμβάνει προσωπικά αγορές για λογαριασμό της
φρουράς. Ό,τι χρειάζεται η διοίκηση θα αγοράζεται συγκεντρωτικά και θα
καταγράφεται.
Η αίθουσα έμεινε σιωπηλή. Οι περισσότεροι
δεν έβλεπαν παρά μία ακόμη αλλαγή στη λειτουργία της φρουράς. Ένας μόνο
άνθρωπος καταλάβαινε τι πραγματικά συνέβαινε. Ο Γου Ζι-Χαν.
Όταν η σύσκεψη διαλύθηκε, επέστρεψε αργά στο
γραφείο του. Έκλεισε την πόρτα και έμεινε ακίνητος. Δεν ήταν οι διαταγές που
τον ανησυχούσαν. Ήταν η σειρά με την οποία είχαν εκδοθεί. Πρώτα η παρακολούθηση
των προμηθειών. Ύστερα οι μισθοδοσίες. Σαν κάποιος να έκλεινε μία μία όλες τις
πόρτες από τις οποίες μπορούσε να περάσει. Άνοιξε το μικρό ξύλινο κιβώτιο όπου
κρατούσε τα προσωπικά του κατάστιχα. Τα δάχτυλά του έμειναν για λίγο πάνω στις
σελίδες χωρίς να τις γυρίζουν.
Αν ο Λι επέβλεπε ο ίδιος τη διανομή των μισθών,
ο μισθός του Τενγκ Μινγκ-Ντε δεν θα μπορούσε πλέον να παραληφθεί. Κι αν ο νέος
τρόπος ελέγχου εφαρμοζόταν και τους επόμενους μήνες, κάποια στιγμή κάποιος θα
αναρωτιόταν γιατί ένας άνθρωπος που είχε πεθάνει εξακολουθούσε να εμφανίζεται
στα κατάστιχα.
Το ίδιο συνέβαινε και με τις προμήθειες. Μέχρι
τώρα μικρές διαφορές στις ποσότητες χάνονταν μέσα στους αριθμούς. Λίγα τάελ
κάθε μήνα. Τόσο λίγα ώστε κανείς δεν είχε λόγο να τα αναζητήσει. Ο νέος
διοικητής όμως δεν έμοιαζε με τους προηγούμενους. Δεν άφηνε χώρο ούτε για μικρά
λάθη. Ο Γου έκλεισε αργά το κιβώτιο.
«Δεν ψάχνει ακόμη...» σκέφτηκε. «Αλλά
πλησιάζει.»
Το ίδιο βράδυ κατευθύνθηκε, όπως συνήθιζε,
προς το μικρό σπίτι της νότιας αγοράς. Η νεαρή γυναίκα τον περίμενε. Από το
πρόσωπό του κατάλαβε αμέσως ότι κάτι είχε αλλάξει.
—Τι συνέβη;
Ο Γου κάθισε
χωρίς να απαντήσει.
Έμεινε για
λίγο σιωπηλός.
—Δεν θα
κρατήσει πολύ ακόμη.
Εκείνη τον
κοίταξε απορημένη.
—Τι εννοείς;
—Η ζωή μας
εδώ.
Η γυναίκα
άφησε αργά το κύπελλο του τσαγιού.
—Άρα, θα
ζητήσεις επί τέλους μετάθεση;
—Όχι. Δεν
είναι τόσο εύκολο.
Η νεαρή
γυναίκα απογοητεύτηκε.
– Μην
ανησυχείς. Θα φύγουμε.
– Και η
Ζεν-Νινγκ;
Ο Γου Ζι-Χαν δεν απάντησε.
– Αν έρθει και
εκείνη, τότε τί κερδίζουμε…
Ο Γου Ζι-Χαν
δεν έδωσε καμμία απάντηση.
– Μας είχε και
τις δυο στην (Βάλε την πόλη). Με έφερες εδώ. Το πρόσωπό της δεν το βλέπεις; Κάθε
χρόνο μοιάζει όλο και περισσότερο στον πατέρα μας. Από τις τέσσερις αδελφές
ήταν πάντα η λιγότερο όμορφη.
– Θέλεις να
γυρίσεις πίσω στην Λινχάϊ , να μένεις μαζί με τις άλλες δύο αδελφές σου; Η
Τζεντζιάνγκ είναι μακρυά.
– Τουλάχιστον
εκεί κάποιος μπορεί να με ζητήσει.
– Μεγάλωσες
μικρέ πειρασμέ… Έξι χρόνια μαζί μου δεν είσαι πια το άνθος που ήσουν.
– Εσύ με
χάρηκες, εσύ με κατάστρεψες.
– Η ευθύνη
είναι δική μου. Μόνο σε μένα ανήκεις και θα ανήκεις.
– Και αυτή η
Ζεν-Νινγκ κάνει ότι δεν καταλαβαίνει. Να δεις πως με κοιτάει όταν την
επισκέπτομαι. Όλο για τους γονείς μας μου μιλάει, σαν να μου υποδεικνύει ότι
πρέπει να επιστρέψω σε αυτούς.
– Πρέπει να
φύγεις πρώτη. Αύριο το πολύ μεθαύριο.
– Με διώχνεις;
Ύστερα από όλα όσα έκανα για σένα…
– Βιάζεσαι.
Πάντα βιαζόσουν. Θα φύγεις πρώτα εσύ και θα έρθω να σε βρω. Αλλά όλα πρέπει να
γίνουν σιωπηλά.
– Και που θα
πάμε; Στη Λινχάϊ δεν μπορούμε να επιστρέψουμε…
—Ο άνθρωπος
που θα μας παραλάβει θα μας οδηγήσει στο Τσουσιόνγκ, βαθιά μέσα στο Γιουνάν.
Εκεί υπάρχουν χωριά όπου κανείς δεν θα ρωτήσει ποιοι ήμασταν πριν. Θα αλλάξουμε
ονόματα. Θα ξεκινήσουμε από την αρχή. Ο πρώτος καιρός θα είναι δύσκολος. Δεν θα
έχεις τις πολυτέλειες που έχεις εδώ.
– Δεν με
νοιάζουν οι πολυτέλειες.
Ο Γου
χαμογέλασε αχνά.
—Δεν είναι
ανόητος.
– Για ποιόν
μιλάς;
– Για εκείνον
που μας διώχνει.
Σήκωσε το
βλέμμα.
—Οι
επικίνδυνοι άνθρωποι δεν αρχίζουν από τις κατηγορίες. Αρχίζουν από την τάξη.
Έξω, η νύχτα είχε σκεπάσει τη Μιενγιάνγκ. Μέσα
στο μικρό σπίτι επικρατούσε σιωπή. Ο Γου Ζι-Χαν κατάλαβε για πρώτη φορά πως η
πόλη που άλλοτε του φαινόταν ασφαλής είχε αρχίσει να στενεύει γύρω του. Δεν
υπήρχαν ακόμη αλυσίδες.
Δεν υπήρχαν
φρουροί έξω από την πόρτα του. Υπήρχε όμως κάτι πιο επικίνδυνο. Ένας άνθρωπος
που έκλεινε υπομονετικά όλες τις εξόδους. Και τότε πήρε την απόφασή του. Δεν θα
περίμενε να τον προλάβει ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Θα έφευγε από τη Μιενγιάνγκ. Όχι
μόνος. Θα έπαιρνε μαζί του τη γυναίκα για την οποία είχε θυσιάσει τα πάντα. Τη
νόμιμη σύζυγό του θα την άφηνε πίσω. Η φυγή δεν χωρούσε τρεις ανθρώπους. Του
έμενε ακόμη ένα βράδυ να απολαύσει την Μου-Γιούε, την μικρότερη αδελφή της
γυναίκας του στην πόλη της Μιενγιάνγκ. Αλλά όταν αισθάνεται κανείς περικυκλωμένος
ακόμη και ο έρωτας είναι ασφυκτικός και αγχωτικός. Δεν του έδινε εκείνη την
αίσθηση της απελευθέρωσης και της αποδέσμευσης που του πρόσφεραν οι
προηγούμενες νύχτες στο κρεβάτι της.
η δραπέτευση
Το σχέδιο είχε καταρτιστεί. Ο Γου Ζι-Χαν δεν
είχε την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσε να συνεχίσει για πολύ ακόμη. Από τη στιγμή
που όλες οι μισθοδοσίες περνούσαν από τα χέρια του νέου διοικητή, ο μισθός του
νεκρού Τενγκ Μινγκ-Ντε είχε χαθεί οριστικά. Οι προμήθειες ελέγχονταν μία προς
μία. Οι αγορές γίνονταν μόνο παρουσία του Φαν Τζιν. Τα κατάστιχα άνοιγαν
καθημερινά.
Δεν υπήρχε πια χώρος για μικρές
υπεξαιρέσεις. Κάθε μέρα που περνούσε, αισθανόταν σαν άνθρωπος που στεκόταν μέσα
σε δωμάτιο του οποίου οι τοίχοι πλησίαζαν αργά ο ένας τον άλλο. Δεν τον είχε ανακαλύψει
ακόμη ο Λι. Αλλά θα τον ανακάλυπτε.
Το θέμα ήταν τι θα έκανε με την Μου-Γιούε, τη
σελήνη του πόθου, την μικρότερη αδελφή της συζύγου του. Πως θα γινόταν να την
πάρει μαζί του. Γι’ αυτήν είχε χάσει την πορεία του. Γι’ αυτήν είχε γίνει
καταχραστής. Και αν έμενε μέχρι εκεί,
ίσως το ζήτημα να καλυπτόταν. Το μεγάλο του λάθος ήταν ότι πλαστογράφησε την
εντολή της μετάθεσης του Τενγκ Μινγκ-Ντε. Βέβαια τότε όλα ήταν ανάστατα.
Επίσημη διοίκηση δεν υπήρχε. Ο διοικητής Τσου Λιάνγκ είχε αρρωστήσει και δεν πάταγε
στο στρατόπεδο. Ο Τενγκ Μινγκ-Ντε πέθανε αιφνίδια. Σχεδόν πρώτος απ’ όλους.
Ήξερε ότι δεν είχε συγγενείς. Υπολόγιζε ότι η επιδημία θα κρατούσε καιρό, γιατί
όχι και χρόνια. Ούτε και ο ίδιος γνώριζε αν θα μολυνόταν. Ποιος το γνώριζε
τότε… Μέσα στο φόβο ζούσαν όλοι. Ακόμη και την σύζυγό του, την Ζεν-Νινγκ, την
κρατούσε μακρυά από το κρεβάτι του. Το άλλοθι ήταν η επιδημία. Ότι μπορούσε να της μεταδώσει τη νόσο.
Εκείνος ήταν διαρκώς μέσα σε αρρώστους.
Τα απογεύματα έφθανε στο σπίτι της
νότιας αγοράς και εκεί με λύσσα συναντόταν με την Μου-Γιούε. Μπορεί και να μην
είχαν πολλές ημέρες ακόμη. Και αυτό έκανε και τους δύο να αγκαλιάζονται σαν να ήταν η τελευταία τους νύχτα.
Το όνομά της Μου-Γιούε έμοιαζε παράξενα
ταιριαστό με τη ζωή που είχε διαλέξει. Για χρόνια ζούσε κρυμμένη στο μικρό
σπίτι της νότιας αγοράς. Στα μάτια όλων ήταν η άγαμη αδελφή που δεν είχε ακόμη
βρει σύζυγο. Μόνο δύο άνθρωποι γνώριζαν την αλήθεια. Ο ίδιος ο Γου Ζι-Χαν. Και
ο ηλικιωμένος Γκάο Γιούν, πρώην υπεύθυνος των οικονομικών της φρουράς και τώρα
αποστρατευμένος.
Ο Γκάο Γιούν είχε αποσυρθεί δύο χρόνια
νωρίτερα επικαλούμενος ασθενική υγεία. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι είχε φύγει
για το χωριό όπου είχε γεννηθεί. Στην πραγματικότητα είχε εγκατασταθεί σε μια
μικρή κωμόπολη δυτικά της Μιενγιάνγκ και διατηρούσε επαφές με εμπόρους,
αγωγιάτες και μεταφορείς. Εκείνος ήταν που είχε διδάξει στον Γου Ζι-Χαν πώς
μπορούσαν να εξαφανίζονται λίγα τάελ κάθε μήνα χωρίς να φαίνεται τίποτε στα
βιβλία. Ποτέ πολλά. Ποτέ τόσο ώστε να κινήσουν υποψίες.
«Το ποτάμι δεν στερεύει από έναν κουβά
νερό», του έλεγε.
Όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ ανέλαβε τη διοίκηση,
χωρίς να γνωρίζει τον Γκάο Γιούν, άρχισε ακριβώς από τα σημεία όπου ο
ηλικιωμένος είχε μάθει στον Γου να κρύβεται. Σαν να διάβαζε το μυαλό ενός ανθρώπου
που δεν είχε ποτέ συναντήσει.
Η απόφαση πάρθηκε βιαστικά. Η Μου-Γιούε θα
έφευγε πρώτη. Μια γυναίκα που ταξίδευε μόνη με εμπορική άμαξα δύσκολα
προκαλούσε ερωτήσεις. Θα παρουσιαζόταν ως ανιψιά ενός ηλικιωμένου εμπόρου
υφασμάτων.
Ο Γκάο
Γιούν είχε ήδη κανονίσει τις λεπτομέρειες. Το ραντεβού τους θα γινόταν δύο
νύχτες αργότερα, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. Όχι μέσα στην πόλη. Αλλά στον
παλιό πέτρινο γεφυρόμυλο του ποταμού Αν, περίπου δέκα λι δυτικά της Μιενγιάνγκ.
Εκεί θα περίμενε ένα κάρο φορτωμένο με
δεμάτια μεταξιού. Κάτω από τα υφάσματα υπήρχε χώρος για δύο ανθρώπους. Από εκεί
θα κατευθύνονταν προς τα ορεινά περάσματα και ύστερα στην επαρχία Σαανσί, όπου
κανείς δεν γνώριζε τα ονόματά τους. Από εκεί και πέρα θα ήταν μόνοι τους. Από
εκεί θα κατευθύνονταν προς τα ορεινά περάσματα και ύστερα προς το Τσουσιόνγκ,
βαθιά μέσα στο Γιουνάν, όπου κανείς δεν γνώριζε τα ονόματά τους.
Η ημέρα έφθασε. Η Μου-Γιούε έφυγε λίγο πριν
δύσει ο ήλιος. Δεν κοίταξε πίσω ούτε μία φορά. Στο μικρό σπίτι έμειναν μόνο λίγα
έπιπλα και το άρωμα που συνήθιζε να βάζει στο παράθυρο. Λίγο αργότερα ο Γου
Ζι-Χαν επέστρεψε στην υπηρεσιακή κατοικία του. Έφαγε κανονικά με τη σύζυγό του,
την Ζεν-Νινγκ. Μίλησε λίγο περισσότερο απ' ό,τι συνήθιζε. Χαμογέλασε ακόμη. Η
γυναίκα του πίστεψε πως, έπειτα από τόσες δύσκολες ημέρες, ο άνδρας της είχε
επιτέλους ηρεμήσει. Εκείνος σηκώθηκε.
«Έχω νυχτερινή επιθεώρηση των σκοπιών.»
Ήταν η ίδια δικαιολογία που χρησιμοποιούσε
χρόνια. Η γυναίκα του δεν υποψιάστηκε τίποτε. Ο Γου Ζι-Χαν φορούσε απλό σκούρο
ένδυμα. Δεν είχε μαζί του παρά μόνο ένα μικρό σακούλι με ασήμι. Όλο το υπόλοιπο
βρισκόταν ήδη στον Γκάο Γιούν. Ο δρόμος προς τον γεφυρόμυλο περνούσε μέσα από
χαμηλές λεύκες. Το φεγγάρι κρυβόταν πίσω από σύννεφα. Όσο πλησίαζε στο σημείο της
καθορισμένης συνάντησης τόσο μεγάλωνε μέσα του η βεβαιότητα ότι είχε σωθεί. Λίγα
ακόμη βήματα. Έπειτα θα άφηνε πίσω του τη Μιενγιάνγκ. Τον νέο διοικητή. Τη
σύζυγό του, την άχαρη Ζεν-Νινγκ. Τα κατάστιχα. Τα ψέματα.
Δεν πρόλαβε. Μέσα από το σκοτάδι ξεπήδησαν
τέσσερις άνδρες. Τα πρόσωπά τους ήταν σκεπασμένα.
«Το ασήμι!» φώναξε ένας.
Ο Γου Ζι-Χαν έκανε πίσω. Το χέρι του πήγε
αυθόρμητα στο ξίφος. Ήταν καλός πολεμιστής. Αλλά όχι αρκετά γρήγορος ώστε να
αντιμετωπίσει τέσσερις μαζί. Ο πρώτος τον χτύπησε με ρόπαλο στον ώμο. Ο
δεύτερος όρμησε από τα πλάγια. Το ξίφος βγήκε μισό από τη θήκη. Δεν πρόλαβε να
ολοκληρώσει την κίνηση. Η λεπίδα ενός μαχαιριού βυθίστηκε κάτω από τα πλευρά
του. Ο Γου λύγισε. Προσπάθησε να αναπνεύσει. Ένα δεύτερο χτύπημα τον έριξε στο
χώμα. Οι ληστές άρπαξαν το σακούλι. Έψαξαν γρήγορα το σώμα του. Βρήκαν λίγα
ακόμη νομίσματα.
Δεν βρήκαν αυτά που περίμεναν. Δεν βρήκαν
αυτά που νόμιζαν ότι μετέφερε μαζί του ο Γου Ζι-Χαν, γιατι ο Γου Ζι-Χαν είχε
προνοήσει να μετακινήσει τα χρήματα τμηματικά. Για λίγα τάελ αργύρου, είχε
γίνει ένας φόνος.
Ο πληροφοριοδότης τους, ένας άνθρωπος της
αγοράς, ένας άνθρωπος που έμενε κοντά στο νοικιασμένο σπίτι της νότιας αγοράς,
ήταν μαθημένος να παρατηρεί όχι τα πρόσωπα αλλά τις συνήθειες. Υποδυόταν τον
ανάπηρο και καθόταν κάθε μέρα στο ίδιο σημείο, μετακινώντας το μικρό του σκαμνί
λίγα μέτρα όταν χρειαζόταν καλύτερη θέα. Άνθρωπος χαμένος μέσα στο πλήθος
κοιτούσε το τι ψώνιζε και κατανάλωνε κάθε μέρα ο κάθε περαστικός.
Είχε εντοπίσει τις μικρές σπατάλες της Μου-Γιούε.
Είχε προσέξει πράγματα που οι περισσότεροι θεωρούσαν ασήμαντα. Τον τρόπο που η
Μου-Γιούε επέλεγε το τσάι της, ζητώντας ποικιλίες που συνήθως αγόραζαν άνθρωποι
με γεμάτα κιβώτια αργύρου. Τα λεπτά μεταξωτά υφάσματα που έφταναν στο σπίτι
της, τα κεντημένα περιβραχιόνια, τις χτένες από ελεφαντόδοντο και νεφρίτη, τα μικρά κουτιά με αρώματα και πούδρες
προσώπου, τα ακριβά έλαια που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες των εύπορων
οικογενειών.
Δεν ζούσε σαν κόρη μιας απλής οικογένειας
που περίμενε ακόμη γάμο. Ζούσε σαν γυναίκα που είχε κάποιον πίσω της. Ακόμη και
τα σανδάλια της, με τα λεπτά κεντήματα και τα προσεγμένα σχέδια, έδειχναν ότι
κάποιος πλήρωνε όχι μόνο για τις ανάγκες της, αλλά και για την εικόνα που ήθελε
να παρουσιάζει.
Από καιρό είχε καταλάβει ότι αυτή η γυναίκα
δεν είχε δικά της χρήματα. Και ακόμη περισσότερο, είχε καταλάβει ότι δεν υπήρχε
δεύτερος άνδρας στη ζωή της. Όλα οδηγούσαν στον ίδιο άνθρωπο. Τον διοικητή
χιλιάδας Γου Ζι-Χαν. Αυτός ήταν ο χρηματοδότης. Αυτός ήταν και ο εραστής της.
Από πληροφορίες στην αγορά έμαθε για την
τιμή του ενοικίου, έμαθε για τις κινήσεις και τη ζωή του Γου Ζι-Χαν. Πολύ πριν
ο νέος διοικητής Λι Γουέν-Τσενγκ βάλει να παρακολουθήσουν τον Γου Ζι-Χαν,
υπήρχαν κάποιοι άλλοι που τον παρακολουθούσαν για τους δικούς τους λόγους. Και οι λόγοι ήταν το χρήμα και μόνο το χρήμα.
Αν η προστατευόμενή του ξόδευε τόσα πολλά, κάπου θα έπρεπε να τα βρίσκει. Και
δεν υπήρχε κανένας άλλος άντρας στη ζωή της. Έτσι ο μόνος που θα μπορούσε να της
καλύπτει τις ανάγκες της ήταν μόνο ο Γου Ζι-Χαν. Και όλα αυτά δεν έφθαναν
με τον μισθό ενός αξιωματικού, ακόμη και ανώτερου. Έτσι είχαν φθάσει στο
συμπέρασμα ότι κάπου υπήρχε μια πηγή χρημάτων. Δεν τους ενδιέφερε από πού
αντλούσε τα χρήματα. Αυτό ας το ανακάλυπταν οι υπεύθυνοι. Τους ενδιέφερε μόνο
αν το ποσόν ήταν μεγάλο. Και ίσως από κάποιους ανεπιβεβαίωτους υπολογισμούς
είχαν θεωρήσει ότι το ποσόν ήταν αρκετά μεγαλύτερο, γύρω στα δύο χιλιάδες τάελ
αργύρου.
Οι ληστές χάθηκαν μέσα στη νύχτα όπως είχαν
εμφανιστεί. Το σχέδιό τους δεν είχε πάει καλά. Άλλα υπολόγιζαν και άλλα βρήκαν.
Και το κυριότερο είχαν δολοφονήσει έναν αξιωματικό της φρουράς. Θα έπρεπε να
εξαφανιστούν για κάμποσο καιρό. Το ίδιο και ο ανάπηρος πληροφοριοδότης τους από
τη νότια αγορά.
Ο Γκάο Γιούν περίμενε στη γέφυρα. Η Μου-Γιούε
στεκόταν δίπλα στο κάρο.
«Γιατί αργεί;» ψιθύρισε.
Ο ηλικιωμένος δεν απάντησε. Ένα κακό
προαίσθημα είχε αρχίσει να τον βασανίζει. Πέρασε αρκετή ώρα. Ύστερα άκουσαν
βήματα. Δεν ήταν ο Γου. Ήταν ένας νεαρός ξυλοκόπος.
«Εκεί κάτω...» είπε λαχανιασμένος.
«Ένας άνθρωπος... πρέπει να τον λήστεψαν...»
Ο Γκάο Γιούν δεν περίμενε να ακούσει
περισσότερα. Κατάλαβε. Αν πήγαινε εκεί, θα τον έβλεπαν. Αν τον αναγνώριζαν
δίπλα στο πτώμα, όλα θα τελείωναν. Γύρισε απότομα προς τη Μου Γιούε.
«Ανεβαίνεις τώρα στο κάρο.»
«Και ο Γου;»
Ο ηλικιωμένος έκλεισε για μια στιγμή τα
μάτια.
«Ο Γου δεν θα έρθει.»
Η γυναίκα χλώμιασε.
«Όχι...»
«Αν μείνεις εδώ, θα πεθάνεις κι εσύ.»
Εκείνη δεν μπορούσε να κουνηθεί. Ο Γκάο
Γιούν την άρπαξε σχεδόν βίαια από τον καρπό. Την έσπρωξε κάτω από τα δεμάτια
του μεταξιού. Ύστερα έδωσε ένα ασημένιο νόμισμα στον αγωγιάτη. Έβαλε στα χέρια
της Μου-Γιούε ένα μεγάλο πουγγί με αργυρά νομίσματα.
«Αυτά ανήκουν στον Γου Ζι-Χαν. Φύλαξέ τα. Για
τη μνήμη του. Μην κοιτάς πίσω. Εκεί που θα πας φτιάξε μια καινούργια ζωή. Και
μην κάνεις το λάθος που έκανε και αυτός. Μην τα σκορπάς απότομα. Λίγα λίγα.»
«Ξεκίνα.»
«Κι εσύ;»
Ο ηλικιωμένος κοίταξε για μια στιγμή προς
τον σκοτεινό δρόμο.
«Εγώ πρέπει να επιστρέψω.»
«Κι αν σε σταματήσουν στον δρόμο;
«Μπορεί να σε κατηγορήσουν...»
«Ίσως.»
Χαμογέλασε πικρά.
«Αλλά κάποιος πρέπει να προλάβει να
εξαφανίσει ό,τι απέμεινε.»
Το κάρο άρχισε να απομακρύνεται αργά. Ο Γκάο
Γιούν έμεινε μόνος στη γέφυρα. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια κατάλαβε
ότι ο πραγματικός αντίπαλος δεν ήταν ο θάνατος. Ήταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Δεν
είχε χρειαστεί να τους κυνηγήσει. Είχε απλώς στερήσει, μία προς μία, όλες τις
διεξόδους τους, μέχρι που ο φόβος τούς ανάγκασε να τρέξουν μόνοι τους προς την
καταστροφή.
η κηδεία ενός έντιμου αξιωματικού
Η είδηση έφθασε λίγο μετά την αυγή. Ένας
λαχανιασμένος στρατιώτης παρουσιάστηκε μπροστά στον Λι Γουέν-Τσενγκ και
γονάτισε.
«Κύριε διοικητά... Βρέθηκε νεκρός ο
διοικητής χιλιάδας Γου Ζι-Χαν. Στον δρόμο προς τον παλαιό γεφυρόμυλο του
ποταμού Αν.»
Για μια στιγμή επικράτησε απόλυτη σιωπή. Ο
Λι άφησε αργά τη γραφίδα με την οποία υπέγραφε υπηρεσιακά έγγραφα.
«Ποιος τον βρήκε;»
«Ένας νεαρός ξυλοκόπος.»
Ο ξυλοκόπος οδηγήθηκε αμέσως στο
στρατόπεδο. Ήταν ακόμη χλωμός.
«Δεν είδα την αρχή, εξοχότατε. Άκουσα φωνές
και κρύφτηκα πίσω από τις λεύκες.»
«Πόσοι ήταν;»
«Τέσσερις.»
«Τους αναγνώρισες;»
«Όχι. Τα πρόσωπά τους ήταν σκεπασμένα.»
Ο Λι έγνεψε.
«Τι άκουσες;»
Ο νεαρός έκλεισε τα μάτια, προσπαθώντας να
θυμηθεί.
«Ένας από αυτούς φώναζε συνεχώς:
"Τα υπόλοιπα πού είναι;"
Και ο αξιωματικός απάντησε:
"Δεν υπάρχουν άλλα. Αυτά είναι
όλα."
«Τότε... τότε ο ένας θύμωσε... Τον
μαχαίρωσε ξανά... παρότι είχε ήδη πέσει.»
Ο Λι δεν μίλησε. Η εικόνα είχε πλέον
σχηματιστεί. Δεν επρόκειτο για πολιτική δολοφονία. Ήταν ληστεία. Μια ληστεία
που είχε καταλήξει σε φόνο.
«Είδες τίποτε άλλο;»
«Καθώς απομακρυνόμουν προσεκτικά είδα κοντά
στον γεφυρόμυλο έναν άνδρα και μια γυναίκα. Τους μίλησα. Τους είπα το γεγονός.»
«Πως ήταν η γυναίκα; Μεγάλη, μικρή;»
«Νεαρή μου φάνηκε. Αλλά μέσα στη νύχτα δεν
είναι εύκολο να ξεχωρίσεις. Το άρωμά της μου έκανε εντύπωση. Δεν το είχα
ξαναμυρίσει.»
«Ο άντρας;»
«Ήταν μεγάλος. Δεν φαινόταν αδύναμος.»
Λίγη ώρα αργότερα η πόρτα άνοιξε. Ο Φαν Τζιν
μπήκε κρατώντας έναν σφραγισμένο κύλινδρο.
«Ήρθε η απάντηση από τον Χε Ρουί.»
Ο Λι τον κοίταξε.
«Τι γράφει;»
«Ο Τενγκ Μινγκ-Ντε δεν μετατέθηκε ποτέ στην
Τσενγκντού.»
Ο Λι
πήρε αργά το έγγραφο. Το διάβασε ολόκληρο. Ύστερα το τύλιξε ξανά. Ένα σχεδόν
ανεπαίσθητο πικρό μειδίαμα φάνηκε στο πρόσωπό του. Η αργοκίνητη γραφειοκρατία
της αυτοκρατορίας είχε καθυστερήσει τόσους μήνες να απαντήσει, ώστε ένας
άνθρωπος είχε προλάβει να οικοδομήσει επάνω της μια ολόκληρη απάτη. Ο Γου
Ζι-Χαν δεν θα λογοδοτούσε ποτέ. Ήταν ήδη νεκρός.
«Ευχαριστώ, Φαν Τζιν.»
Την επόμενη ημέρα το στρατόπεδο της Μιενγιάνγκ
φόρεσε πένθος. Στην κεντρική αυλή είχε στηθεί το μεγάλο λευκό νεκρικό κιβώτιο. Μπροστά
του έκαιγαν αδιάκοπα θυμιάματα. Οι σημαίες είχαν χαμηλώσει. Οι τυμπανιστές
χτυπούσαν αργά, σε πένθιμο ρυθμό. Όλοι οι αξιωματικοί είχαν παραταχθεί κατά
σειρά βαθμού. Ο προσωρινός διοικητής χιλιάδας Σεν Κουάν που μόλις είχε αναλάβει
τη θέση μόλις γνωστοποιήθηκε ο θάνατος του Γου Ζι-Χαν. Οι διοικητές εκατοντάδας
Τζάο Γιουάν-Τάο και Φαν Γουέι. Ο υπεύθυνος τροφοδοσίας Φαν Τζιν. Ο ηλικιωμένος
γραφέας Χουάνγκ Γιού. Πίσω τους στέκονταν δεκάδες υπαξιωματικοί και στρατιώτες.
Στην πρώτη σειρά βρίσκονταν οι γυναίκες. Η
Ζεν-Νινγκ, χήρα του Γου Ζι-Χαν, ντυμένη ολόκληρη στα λευκά. Δίπλα της στεκόταν
η Λαν Γιν, χήρα του πρώην διοικητή Τσου Λιάνγκ. Εκείνη που έλειπε ήταν η
Μου-Γιούε, η αδελφή της συζύγου του Γου Ζι-Χαν. Κανείς δεν την αναζήτησε.
Κανείς. Ούτε και η ίδια η αδελφή της. Σαν να μην την ήθελε να παρευρίσκεται
στην κηδεία του άντρα της. Αλλά η Μου-Γιούε είχε πλέον φύγει μακρυά.
Όταν όλα ησύχασαν, ο Λι Γουέν-Τσενγκ
προχώρησε μπροστά. Έκανε τρεις βαθιές υποκλίσεις προς το φέρετρο. Ύστερα άρχισε
να μιλά. Η φωνή του ήταν σταθερή.
«Ο διοικητής χιλιάδας Γου Ζι-Χαν υπηρέτησε
τον αυτοκρατορικό στρατό επί πολλά έτη. Κατά τους τελευταίους μήνες, όταν η
επιδημία αποδεκάτιζε τις δυνάμεις μας και ο διοικητής Τσου Λιάνγκ είχε πλέον
καταβληθεί από την ασθένεια, ανέλαβε βαρύτατες ευθύνες. Διοίκησε το στρατόπεδο
σε μία από τις δυσκολότερες περιόδους της ιστορίας του. Υπήρξε πιστός στο θρόνο.
Υπηρέτησε με επιμέλεια την φρουρά της
Μιενγιάνγκ. Η αφοσίωσή του θα παραμείνει παράδειγμα για όσους συνεχίσουν να
υπηρετούν.
Η απώλειά του
είναι μεγάλη. Τέτοιοι αξιωματικοί θα λείψουν από τις τάξεις μας.»
Κανείς δεν μίλησε. Μόνο οι πένθιμοι αυλοί
ακούγονταν. Ο Λι στράφηκε προς τη
Ζεν-Νινγκ.
«Σεβαστή χήρα του διοικητή Γου.
Ο σύζυγός σας έπεσε κατά την εκτέλεση του
καθήκοντός του. Η φρουρά της Μιενγιάνγκ δεν θα λησμονήσει την προσφορά του. Θα
εξακολουθήσετε να κατοικείτε στην υπηρεσιακή οικία. Όλα τα προβλεπόμενα
επιδόματα και προνόμια θα διατηρηθούν. Όσο βρίσκομαι εγώ στη διοίκηση, ουδείς
θα σας τα στερήσει.»
Η γυναίκα
υποκλίθηκε βουβά.
Ο Λι γύρισε
προς τον Σεν Κουάν.
«Διοικητή Σεν.»
«Οι διαταγές σας.»
«Από σήμερα ως προσωρινό διοικητή της
χιλιαρχίας σας καθιστώ προσωπικά υπεύθυνο για τη μέριμνα της χήρας Ζεν-Νινγκ. Θα
την επισκέπτεστε δύο φορές την ημέρα. Εάν χρειαστεί οτιδήποτε, θα θεωρήσω εσάς
προσωπικά υπεύθυνο.»
«Μάλιστα.»
Όταν τελείωσε η τελετή και το πλήθος άρχισε
να διαλύεται, ο Λι πλησίασε διακριτικά τον Σεν Κουάν. Χωρίς να τον κοιτάξει,
είπε χαμηλόφωνα:
«Όποιος κληρονομεί τη θέση... κληρονομεί και
τα προνόμια.»
Ο Σεν έμεινε ακίνητος. Γνώριζε πολύ καλά τι
υπονοούσαν τα λόγια αυτά. Ο Λι συνέχισε να περπατά σαν να μην είχε ειπωθεί
τίποτε. Ίσως, σκέφτηκε, η ζωή να όφειλε κάποτε μια μικρή αποζημίωση και στους
δύο. Στη Ζεν-Νινγκ, που είχε υπάρξει σύζυγος μόνο κατ' όνομα. Και στον Σεν
Κουάν, που είχε χρησιμοποιηθεί από τον Γου Ζι-Χαν ως πιόνι, με την υπόσχεση
μιας γυναίκας που ποτέ δεν θα γινόταν δική του. Τώρα και οι δύο, και ο Γου Ζι-Χαν και η Μου-Γιούε, είχαν
εξαφανιστεί από τη ζωή του καθενός τους. Ίσως να ήταν στο χέρι τους να
αποφασίσουν τι να κάνουν. Εκείνη μία παραμελημένη σύζυγος και νυν χήρα, και
εκείνος ένας αξιωματικός χωρίς σύζυγο.
Η νύχτα είχε πέσει όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ
έφθασε στην οικία της Λαν Γιν. Η χήρα του Τσου Λιάνγκ τον περίμενε. Δεν
χρειάστηκαν πολλά λόγια. Η τελετή της ημέρας είχε τιμήσει έναν νεκρό. Η ζωή,
όμως, συνέχιζε να απαιτεί τους δικούς της νόμους. Μέσα στη σιωπή του σπιτιού,
οι δυο τους άφησαν πίσω τους τη σκιά της κηδείας. Ο θάνατος ανήκε στους
νεκρούς· οι ζωντανοί όφειλαν να συνεχίσουν. Και, όπως συνέβαινε συχνά στους
καιρούς της αναταραχής, το πιο ισχυρό αντίβαρο απέναντι στη μνήμη του θανάτου
ήταν η επιβεβαίωση της ίδιας της ζωής.
Κανείς από τους δύο δεν έδειχνε ιδιαίτερα λυπημένος για τον θάνατο του Γου Ζι-Χαν. Περισσότερο η κηδεία και ο θάνατος ήταν μία πρόφαση για να βρεθούν ο ένας κοντά στον άλλον. Έτσι, χωρίς τύψεις, αφέθηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, γνωρίζοντας πως την επόμενη αυγή η διοίκηση, τα καθήκοντα και οι ρόλοι θα άρχιζαν πάλι από την αρχή. Καθώς ο Λι Γουέν-Τσενγκ την αγκάλιαζε θυμήθηκε την φράση της «Όποιος κληρονομεί τη θέση, κληρονομεί και τα προνόμια.» Και αυτό είχε επαληθευθεί στην περίπτωσή του, ίσως με τον καλύτερο τρόπο. Γιατί να μην επαληθευόταν και στην περίπτωση του Σεν Κουάν; Αλλά η χήρα Λαν Γιν δεν του επέτρεψε να σκεφθεί κάτι μακρυά από εκείνους τους δύο. Τον τράβηξε κοντά της και οι σκέψεις του για τη φρουρά, τον Γου Ζι-Χαν και τον Σεν Κουάν χάθηκαν μέσα στη σιωπή της νύχτας. Με τις κινήσεις της τον υποδέχθηκε σαν να του έλεγε πως εκείνο το κρεβάτι ήταν το στρατόπεδό του, και σαν στρατοπεδάρχης έπρεπε να φροντίσει για τον χώρο που του είχε ανατεθεί να προφυλάσσει, να ελέγχει και να διασφαλίζει.
η υστερία
Τρεις μήνες είχαν περάσει από τότε που ο Λι
Γουέν-Τσενγκ είχε αναχωρήσει για τη Μιενγιάνγκ. Το αρχοντικό στο Λο Τζιάνγκ
είχε βυθιστεί σε μια παράξενη ησυχία. Την ημέρα οι αυλές καθαρίζονταν, τα
δέντρα ποτίζονταν, τα περιστέρια κατέβαιναν στις κεραμοσκεπές όπως πάντοτε. Τη
νύχτα όμως το μεγάλο σπίτι έμοιαζε άδειο. Στους εσωτερικούς θαλάμους έμεναν
μόνο δύο γυναίκες· η νεαρή Τιάν-Μι και η ηλικιωμένη υπηρέτρια Σιάνγκ-Λι. Ο
Γουέι Τζεν κατοικούσε σε μικρό οίκημα κοντά στη μεγάλη πύλη, ενώ η Σου Γιν με
τον δεκαπεντάχρονο γιο της ζούσαν σε άλλο κτίσμα, προς τους στάβλους. Μόνο κατά
διαστήματα εμφανιζόταν η γριά βοτανολόγος Λου Σινγκ, άλλοτε για να παραδώσει
βότανα κι άλλοτε για να εξετάσει κάποιον υπηρέτη.
Η Τιάν-Μι άλλαζε. Στην αρχή κανείς δεν
έδωσε σημασία. Έτρωγε λιγότερο. Ξυπνούσε αργά. Έμενε πολλή ώρα μπροστά στο
παράθυρο κοιτάζοντας τον κήπο χωρίς να βλέπει τίποτε. Ύστερα άρχισαν οι νύχτες.
Η Σιάνγκ-Λι άκουγε συχνά βήματα μέσα στον διάδρομο λίγο πριν ξημερώσει. Άλλοτε
έβρισκε την Τιάν-Μι καθισμένη στο κατώφλι, με τα γόνατα σφιγμένα στο στήθος.
«Δεν κοιμήθηκες;»
Η νεαρή χαμογελούσε αδύναμα.
«Είδα πάλι όνειρα.»
«Τι όνειρα;»
«Δεν τα θυμάμαι.»
Η ηλικιωμένη δεν επέμενε. Όμως η Τιάν-Μι τα
θυμόταν πολύ καλά. Θυμόταν πάντοτε τα ίδια χέρια. Την ίδια φωνή. Την ίδια ζεστή
ανάσα δίπλα στον λαιμό της. Ξυπνούσε απότομα, με την καρδιά να χτυπά σαν
τύμπανο και το λεπτό νυχτικό της κολλημένο πάνω στο σώμα από τον ιδρώτα. Έμενε
πολλή ώρα ακίνητη, ντροπιασμένη ακόμη και μπροστά στον εαυτό της. Δεν τολμούσε
να ανάψει λυχνάρι. Δεν τολμούσε ούτε να προφέρει το όνομά του.
Οι ημέρες περνούσαν. Η Σιάνγκ-Λι άρχισε να
ανησυχεί. Η κοπέλα άλλοτε γελούσε χωρίς λόγο κι άλλοτε δάκρυζε από το
παραμικρό. Μερικές φορές κρατούσε το φλιτζάνι του τσαγιού χωρίς να πίνει. Άλλοτε
ξεχνούσε να χτενίσει τα μαλλιά της. Το βράδυ στριφογύριζε αδιάκοπα στο κρεβάτι.
Κάποτε άφηνε έναν πνιχτό αναστεναγμό, σαν να πονούσε. Η γριά υπηρέτρια την
άκουγε από το διπλανό δωμάτιο. Δεν ήταν πόνος του σώματος. Ήταν άλλος πόνος. Πιο
βαθύς.
Η νύχτα είχε προχωρήσει πολύ. Το αρχοντικό
του Λο Τζιάνγκ ήταν βυθισμένο στη σιωπή. Μόνο το αδύναμο φως μιας λυχνίας
τρεμόπαιζε έξω από τον θάλαμο της Τιάν-Μι. Η Σιάνγκ-Λι ξύπνησε από έναν πνιχτό
αναστεναγμό. Έμεινε για λίγο ακίνητη. Ύστερα άκουσε ξανά τη φωνή. Όχι καθαρή. Σπασμένη.
Σαν άνθρωπος που πάλευε με κάποιον αόρατο.
Η γριά σηκώθηκε αθόρυβα και πλησίασε την
πόρτα. Δεν μπήκε. Από μια χαραμάδα μισόβλεπε.
Άκουγε όμως με ευκρίνεια. Η Τιάν-Μι στριφογύριζε πάνω στο στρώμα. Τα
μαλλιά της είχαν σκορπίσει στο μαξιλάρι. Το πρόσωπό της έλαμπε από τον
ιδρώτα.Τα δάχτυλά της έσφιγγαν με δύναμη το σκέπασμα.
«...Μου τον πήραν...»
Η φωνή της
έτρεμε.
«...Μου τον πήραν...»
Ένα δάκρυ
κύλησε από την άκρη του ματιού της, χωρίς ποτέ να ξυπνήσει.
«Τον πάντρεψαν με άλλη...»
Το σώμα της
τινάχτηκε σαν να δεχόταν χτύπημα.
«Εκείνη φταίει...»
Η αναπνοή της
έγινε κοφτή.
«Εκείνη τον κατέστρεψε...»
Για μια στιγμή
σώπασε.
Ύστερα τα
χείλη της άρχισαν πάλι να κινούνται.
«Ζήλεψε...»
Έσφιξε ακόμη
περισσότερο το ύφασμα.
«Επέστρεψε...»
Η φωνή της
έσπασε.
«...για να τον πάρει μαζί της...»
Η Σιάνγκ-Λι
χαμήλωσε το βλέμμα.
Δεν χρειαζόταν
να ρωτήσει ποια ήταν εκείνη.
Η ίδια το είχε
καταλάβει εδώ και μήνες.
Η Τιάν-Μι
συνέχισε να παραληρεί.
«Σε μένα ανήκει...»
Η φωνή της
έγινε σχεδόν παιδική.
«Δεν ανήκει σε καμιά σας...»
Τα βλέφαρά της
έτρεμαν.
«Όλες... όλες τον κοροϊδεύατε...»
Ένα πικρό
χαμόγελο χαράχτηκε στιγμιαία στο πρόσωπό της.
«Τον θέλατε μόνο για τη θέση του...»
Η ανάσα της
έγινε πάλι βαριά.
«Τώρα πού είστε;...»
Μικρή παύση.
«Τώρα που δεν φορά τη στολή του...»
Το κεφάλι της
γύρισε ανήσυχα πάνω στο μαξιλάρι.
«Τώρα δεν σας ενδιαφέρει...»
Τα λόγια
έβγαιναν ολοένα πιο αργά.
«Δεν έχασε την αξία του...»
Άλλη μια βαθιά
ανάσα.
«Δεν άλλαξε...»
Σχεδόν
ψίθυρος.
«Είναι... ο ίδιος...»
Τα δάχτυλά της άρχισαν σιγά σιγά να χαλαρώνουν.
Η ένταση εγκατέλειψε τους ώμους της. Η αναπνοή της έγινε βαθύτερη. Σαν κάποια
αόρατη παρουσία να είχε καθίσει δίπλα της και να είχε πάρει μακριά όλο τον
φόβο. Το συνοφρύωμά της έσβησε. Στη θέση του εμφανίστηκε μια γαλήνη που η Σιάνγκ-Λι
δεν είχε δει εδώ και πολλές εβδομάδες.
«Ήρθες…»
Η νεαρή αναστέναξε απαλά, σαν παιδί που
αποκοιμιέται. Ένα αδιόρατο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Ήταν σαν, μέσα στο
όνειρό της, να είχε βρει για λίγο εκείνη τη θαλπωρή που της έλειπε όσο ο πολέμαρχος
βρισκόταν εκατοντάδες λι μακριά.
Η αναπνοή της έβγαινε κοφτή. Μικρές σταγόνες
ιδρώτα γυάλιζαν στους κροτάφους και στον λαιμό της. «Είσαι δικός μου...»
ψιθύρισε μέσα στον ύπνο της. Το δεξί
της χέρι άρχισε ασυναίσθητα να κατεβαίνει χαμηλά, σαν να αναζητούσε κάτι που
μόνο το όνειρο μπορούσε να της δώσει. Απαλά άγγιζαν το σώμα της. Τα δάχτυλα
λύγισαν. Έπειτα, ξαφνικά, ολόκληρο το χέρι έγινε άκαμπτο.
Οι μύες του
αντιβραχίου τεντώθηκαν τόσο έντονα, ώστε τα δάχτυλα έμειναν μισοκλειστά, σαν να
κρατούσαν κάτι αόρατο.
«...Σε μένα ανήκει...»
Το χέρι δεν υπάκουε πια. Έμενε ακίνητο,
σφιγμένο από έναν ακούσιο σπασμό. Η Τιάν-Μι αναστέναξε δυνατά. Μια έκφραση
πόνου χαράχτηκε στο πρόσωπό της.
«Όχι... όχι...»
Το σώμα της τινάχτηκε. Με μια απότομη κραυγή
άνοιξε τα μάτια. Για λίγες στιγμές δεν ήξερε πού βρισκόταν. Προσπάθησε να
τραβήξει το χέρι της πίσω, όμως εκείνο έμενε σκληρό σαν ξύλο. Ένας οξύς πόνος
διέτρεχε τον καρπό και τα δάχτυλά της. Αναστέναξε και, με το άλλο της χέρι,
άρχισε να τρίβει αργά τον σφιγμένο πήχη. Σιγά σιγά οι μύες χαλάρωσαν. Τα
δάχτυλα λύγισαν ξανά φυσιολογικά. Έμεινε ακίνητη, με τα μάτια ανοιχτά στο
σκοτάδι. Η καρδιά της χτυπούσε ακόμη γρήγορα. Έκλεισε τα βλέφαρα. Η αναπνοή της
έγινε πιο βαθιά. Σαν κύμα που αποσύρεται, η ένταση εγκατέλειψε το σώμα της. Το
πρόσωπό της μαλάκωσε. Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φάνηκε στις άκρες των χειλιών
της.
Λίγο λίγο παραδόθηκε πάλι στον ύπνο· αυτή τη
φορά όχι στον ταραγμένο ύπνο του φόβου, αλλά σε μια γλυκιά θαλπωρή, σαν να είχε
βρεθεί για μια στιγμή στην αγκαλιά εκείνου που της έλειπε περισσότερο από κάθε
άλλον.
Η γριά υπηρέτρια έμεινε για λίγο ακόμη έξω
από την πόρτα. Έπειτα έσβησε αθόρυβα τη λυχνία του διαδρόμου.
«Γύρισε γρήγορα...» ψιθύρισε τόσο χαμηλά,
«Εδώ είμαι σε περιμένω…»
Και το αρχοντικό βυθίστηκε πάλι στη σιωπή.
Η Σιάνγκ-Λι μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο λίγο
πριν χαράξει. Η Τιάν-Μι κοιμόταν πάλι ήρεμα. Το δεξί της χέρι ήταν ακόμη
λυγισμένο αφύσικα επάνω στο στρώμα. Η γριά το άγγιξε προσεκτικά. Οι μύες είχαν
χαλαρώσει, όμως στον καρπό και στην παλάμη είχαν μείνει τα αχνά σημάδια από τη
δυνατή σύσπαση των δαχτύλων.
«Πάλι το ίδιο...» ψιθύρισε.
Τράβηξε αθόρυβα το λεπτό πάπλωμα μέχρι τους
ώμους της κοπέλας και έσβησε το λυχνάρι.
Δεν ήταν
πυρετός. Δεν ήταν κακό πνεύμα. Δεν ήταν δηλητήριο. Ήταν κάτι που καμιά ρίζα και
κανένα αφέψημα δεν μπορούσε να θεραπεύσει.
Λίγες ημέρες αργότερα εμφανίστηκε η Λου
Σινγκ. Η ηλικιωμένη βοτανολόγος ψηλάφησε τον σφυγμό της Τιάν-Μι. Έπειτα τον
ξαναψηλάφησε. Έμεινε σιωπηλή.
«Πώς είναι;» την ρώτησε η Σιάνγκ-Λι.
«Ο σφυγμός της είναι γρήγορος.»
«Άρρωστη είναι;»
Η Λου Σινγκ
ανασήκωσε αργά τους ώμους.
«Δεν βλέπω πυρετό.»
Άνοιξε τα βλέφαρα της κοπέλας. Παρατήρησε τη
γλώσσα. Άκουσε την αναπνοή της.
«Ούτε αρρώστια βρίσκω.»
Η Σιάνγκ-Λι περίμενε.
Η Λου Σινγκ χαμήλωσε τη φωνή.
«Η καρδιά της δεν ησυχάζει.»
«Από τι;»
«Αυτό δεν μου το λέει ο σφυγμός.»
Αργότερα, οι δύο ηλικιωμένες κάθισαν μόνες
τους στην πίσω αυλή. Η Λου Σινγκ έκοβε αποξηραμένες ρίζες με ένα μικρό μαχαίρι.
Η Σιάνγκ-Λι κοίταζε σκεφτική το χώμα.
«Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπω τέτοια
συμπεριφορά.»
Η βοτανολόγος
δεν απάντησε.
«Την έχω μεγαλώσει από παιδί. Δεν ήταν ποτέ
έτσι.»
Σιωπή.
«Ξυπνά ιδρωμένη;»
«Μάλιστα.»
«Τρέμει;»
«Μάλιστα.»
«Βλέπει τα ίδια όνειρα.»
Η Λου Σινγκ
σταμάτησε να κόβει τις ρίζες.
«Στα λέει;»
«Όχι.»
«Τότε πώς ξέρεις ότι είναι τα ίδια;»
Η Σιάνγκ-Λι
χαμογέλασε κουρασμένα.
«Γιατί κάθε πρωί κοιτάζει προς τον δρόμο.»
Η γριά
βοτανολόγος έμεινε για λίγο σιωπηλή.
Ύστερα είπε
μόνο:
«Η αναμονή είναι βαρύ νόσημα.»
Η Σιάνγκ-Λι την κοίταξε.
«Νόσημα;»
Η Λου Σινγκ ανακάτεψε αργά τα βότανά της.
«Ίσως.»
«Δεν είσαι βέβαιη.»
«Όχι.»
«Τι υποψιάζεσαι;»
Η γριά άφησε το μαχαίρι.
«Υπάρχουν ασθένειες που γεννιούνται από το
σώμα.»
Σήκωσε ένα φύλλο αποξηραμένης μέντας.
«Άλλες γεννιούνται από τον νου.»
Το άφησε πάλι κάτω.
«Και υπάρχουν κι εκείνες που γεννιούνται από
την επιθυμία.»
Η Σιάνγκ-Λι δεν μίλησε. Ήξερε ήδη ποιο όνομα
δεν τολμούσε να προφέρει η νεαρή. Το είχε καταλάβει πριν ακόμη φύγει ο κύριος
του αρχοντικού για τη Μιενγιάνγκ. Δεν
είχε δει τίποτε. Δεν είχε ακούσει τίποτε. Όμως είχε ζήσει αρκετά χρόνια ώστε να
αναγνωρίζει το βλέμμα μιας γυναίκας όταν ακολουθεί έναν μόνο άνδρα.
Η Λου Σινγκ δεν ήταν ακόμη τόσο βέβαιη. Υποψιαζόταν.
Αλλά οι υποψίες, όταν αφορούσαν έναν πολέμαρχο, ήταν σοφότερο να μένουν
ανομολόγητες. Ο άνεμος πέρασε ανάμεσα στις μπαμπούδες της αυλής. Κανείς δεν
μίλησε άλλο. Μόνο από το εσωτερικό του αρχοντικού ακούστηκε, για μια ακόμη
φορά, ο ανήσυχος βηματισμός της Τιάν-Μι, που περιπλανιόταν σαν ψυχή ανίκανη να
βρει ανάπαυση.
η εξέταση
Το επόμενο πρωί η ομίχλη σκέπαζε ακόμη τις
στέγες του αρχοντικού. Η Λου Σινγκ έφθασε λίγο μετά την ανατολή του ήλιου.
Κρατούσε το μικρό ξύλινο κιβώτιο με τα βότανά της και έναν κύλινδρο λεπτού
μεταξιού, μέσα στον οποίο φύλαγε τις βελόνες του βελονισμού. Η Σιάνγκ-Λι την
περίμενε ήδη στην εσωτερική αυλή.
«Πέρασε
δύσκολη νύχτα;» ρώτησε η θεραπεύτρια.
Η γριά υπηρέτρια έγνεψε αργά.
«Πάλι τα ίδια.»
«Φώναζε;»
«Στον ύπνο της.»
«Και το χέρι;»
Η Σιάνγκ-Λι αναστέναξε.
«Πάλι κοκάλωσε.»
Η Λου Σινγκ δεν είπε τίποτε. Ακολούθησε την
υπηρέτρια στον γυναικωνίτη. Η Τιάν-Μι καθόταν ήδη μπροστά στο χαμηλό τραπέζι.
Είχε πλυθεί, είχε χτενίσει τα μαλλιά της και είχε φορέσει καθαρό ένδυμα, όμως
το πρόσωπό της έδειχνε εξαντλημένο. Κάτω από τα μάτια της είχαν σχηματιστεί
αχνές σκιές.
Η θεραπεύτρια κάθισε απέναντί της.
«Δείξε μου το χέρι.»
Η Τιάν-Μι άπλωσε το δεξί της χέρι. Η Λου
Σινγκ το πήρε απαλά μέσα στις παλάμες της. Παρατήρησε τα δάχτυλα. Πίεσε ελαφρά
τους τένοντες. Λύγισε έναν έναν τους καρπούς. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα.
«Το άλλο.»
Η νεαρή άπλωσε και το αριστερό. Η διαφορά
ήταν ανεπαίσθητη, αλλά υπήρχε. Το δεξί αντιστεκόταν για μια στιγμή στις κινήσεις,
σαν οι μύες του να θυμούνταν ακόμη τη νυχτερινή σύσπαση.
Η θεραπεύτρια έμεινε σιωπηλή. Έπειτα έπιασε
τον σφυγμό. Πρώτα στον δεξιό καρπό. Ύστερα στον αριστερό. Έκλεισε τα μάτια. Μετρούσε.
Όχι μόνο τους παλμούς. Μετρούσε τις μικρές διαφορές που μόνο χέρια εξασκημένα
επί δεκαετίες μπορούσαν να αισθανθούν.
Άφησε τον καρπό.
«Κοιμήθηκες;»
Η Τιάν-Μι χαμήλωσε τα μάτια.
«Λίγο.»
«Ονειρεύτηκες;»
Μικρή παύση.
«Δεν θυμάμαι.»
Η Λου Σινγκ δεν επέμεινε.
«Πονά το χέρι τώρα;»
«Μόνο όταν ξυπνώ.»
«Κατά τη διάρκεια της ημέρας;»
«Όχι.»
Η θεραπεύτρια σήκωσε ξανά το δεξί της χέρι.
«Μόνο αυτό;»
Η νεαρή έγνεψε καταφατικά.
«Το αριστερό ποτέ;»
«Ποτέ.»
Η Λου Σινγκ άφησε προσεκτικά την παλάμη της. Η
σιωπή κράτησε αρκετή ώρα.
Η Λου Σινγκ κάθισε απέναντι από την Τιάν-Μι
και ακούμπησε το μικρό ξύλινο κιβώτιό της πάνω στο τραπέζι. Από μέσα έβγαλε ένα
λευκό μεταξωτό ύφασμα, ένα μικρό πήλινο δοχείο με αλοιφή και δύο δεμάτια
αποξηραμένων βοτάνων.
«Δείξε μου πάλι το δεξί σου χέρι.»
Η Τιάν-Μι υπάκουσε. Η θεραπεύτρια πήρε την
παλάμη της μέσα στις δικές της. Γύρισε αργά τον καρπό προς τα πάνω. Ύστερα προς
τα κάτω. Πίεσε απαλά τους τένοντες. Με τον αντίχειρα ακολούθησε έναν έναν τους
μυς του αντιβραχίου.
«Πονά εδώ;»
«Όχι.»
Λίγο ψηλότερα.
«Εδώ;»
«Όχι.»
Έφθασε στον καρπό.
Πίεσε περισσότερο.
Η Τιάν-Μι συνοφρυώθηκε.
«Εδώ λίγο.»
Η Λου Σινγκ έγνεψε.
«Χθες τη νύχτα κοκάλωσε πάλι;»
«Ναι.»
«Για πόση ώρα;»
«Δεν ξέρω. Ξύπνησα από τον πόνο.»
Η θεραπεύτρια συνέχισε την εξέταση. Άνοιξε
ένα ένα τα δάχτυλα. Έκανε μικρούς κυκλικούς χειρισμούς στις αρθρώσεις. Παρατήρησε
προσεκτικά τις άκρες των νυχιών. Ύστερα ακούμπησε την παλάμη της επάνω στην
παλάμη της νεαρής.
«Το χέρι σου είναι ζεστό.»
Η Τιάν-Μι δεν απάντησε.
Η Λου Σινγκ άρχισε τις ερωτήσεις της, μία
μία, όπως συνήθιζαν οι παλιοί θεραπευτές.
«Τις τελευταίες ημέρες άγγιξες πολύ κρύο
νερό;»
«Όχι.»
«Έμεινες πολλή ώρα έξω τη νύχτα;»
«Όχι.»
«Ξέχασες κάποιο παράθυρο ανοιχτό όσο
κοιμόσουν;»
«Όχι.»
«Σήκωσες κάποιο βαρύ αντικείμενο; Ένα
κιβώτιο, μια στάμνα, κάτι που να τράβηξε απότομα το χέρι;»
«Όχι.»
«Έπεσες;»
«Όχι.»
«Χτύπησες τον καρπό;»
«Όχι.»
Η Λου Σινγκ έμεινε για λίγο σιωπηλή. Άνοιξε
το μικρό πήλινο δοχείο. Μια απαλή μυρωδιά από καμφορά, αγγελική και αποξηραμένο
τζίντζερ απλώθηκε στο δωμάτιο. Πήρε λίγη αλοιφή στα δάχτυλά της. Άρχισε να
τρίβει αργά τον καρπό της Τιάν-Μι. Με κινήσεις σταθερές και υπομονετικές. Από
τον καρπό πέρασε στην παλάμη. Ύστερα άρχισε να μαλάζει απαλά κάθε δάχτυλο
χωριστά. Ο αντίχειρας. Ο δείκτης. Ο μέσος. Ο παράμεσος. Το μικρό δάχτυλο. Κάθε
άρθρωση υποχωρούσε λίγο περισσότερο κάτω από τα έμπειρα χέρια της.
«Πονά τώρα;»
«Λιγότερο.»
Η θεραπεύτρια χαμογέλασε ανεπαίσθητα.
«Αυτό είναι καλό.»
Άφησε το χέρι να ακουμπήσει πάλι στο
τραπέζι. Έπειτα πήρε τον σφυγμό. Πρώτα στον δεξιό καρπό. Μετά στον αριστερό. Έκλεισε
τα μάτια. Η σιωπή κράτησε αρκετή ώρα. Όταν τα άνοιξε, η φωνή της είχε γίνει πιο
ήπια.
«Πες μου...»
Η Τιάν-Μι την κοίταξε.
«Υπάρχουν όνειρα που μας αναστατώνουν.»
Καμία απάντηση.
«Δεν υπάρχει λόγος να αισθάνεται κανείς
ενοχές για εκείνους που τον επισκέπτονται στα όνειρά του.»
Η νεαρή χαμήλωσε αμέσως το βλέμμα. Η Λου
Σινγκ συνέχισε σαν να μιλούσε γενικά.
«Δεν τους καλούμε εμείς.»
Σιωπή.
«Έρχονται μόνοι τους.»
Η Τιάν-Μι έσφιξε ασυναίσθητα τα δάχτυλα του
αριστερού χεριού της.
«Στα όνειρα δεν αποφασίζουμε τι επιτρέπεται
και τι απαγορεύεται.»
Η φωνή της θεραπεύτριας παρέμενε γαλήνια.
«Οι κανόνες των ανθρώπων μένουν έξω από την
πόρτα του ύπνου.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε τα μάτια της να
υγραίνονται. Η Λου Σινγκ δεν την πίεσε. Άφησε τον χρόνο να κυλήσει. Τελικά η
νεαρή μίλησε σχεδόν ψιθυριστά.
«Έρχεται...»
Η θεραπεύτρια δεν αντέδρασε.
«Ποιος έρχεται;»
Μεγάλη παύση.
«Ένας άντρας.»
«Τον γνωρίζεις;»
Η Τιάν-Μι κούνησε αργά το κεφάλι.
«Όχι...»
Η απάντηση βγήκε βιαστικά. Σαν να φοβόταν
τον ίδιο της τον εαυτό.
«Δεν τον γνωρίζω.»
Η Λου Σινγκ παρατήρησε ότι, ενώ το στόμα της
έλεγε όχι, τα μάτια της είχαν προδώσει έναν στιγμιαίο δισταγμό. Δεν σχολίασε
τίποτε.
«Τι κάνει αυτός ο άντρας;»
Η νεαρή κοκκίνισε. Τα χέρια της άρχισαν να
τρέμουν.
«Μου μιλά...»
«Τι σου λέει;»
«Λόγια...»
Κατάπιε με δυσκολία.
«Λόγια που... δεν μπορούν να ειπωθούν όταν
είμαι ξύπνια.»
Η Λου Σινγκ περίμενε.
«Και άλλο;»
Η Τιάν-Μι έκλεισε τα μάτια.
«Με κάνει να κάνω πράγματα...»
Η φωνή της σχεδόν χάθηκε.
«Πράγματα που δεν θα τολμούσα ποτέ...»
Δεν συνέχισε. Η θεραπεύτρια δεν ζήτησε
λεπτομέρειες. Ήξερε ότι δεν χρειαζόταν.
«Τον βλέπεις καθαρά;»
Η Τιάν-Μι δίστασε.
«Όχι πάντα.»
«Πώς είναι;»
«Άλλοτε...»
Άνοιξε αργά τα μάτια.
«Άλλοτε είναι μεγαλύτερος.»
Μια ακόμη παύση.
«Και άλλοτε... γίνεται νέος.»
Η Λου Σινγκ έμεινε ακίνητη. Δεν έκανε άλλη
ερώτηση. Μέσα της είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια υποψία. Όχι για κάποιο κακό
πνεύμα. Ούτε για νόσο του αίματος. Αλλά για μια επιθυμία τόσο βαθιά, ώστε ούτε
η ίδια η νεαρή μπορούσε να την αντικρίσει όταν ήταν ξύπνια. Στα όνειρα όμως,
εκεί όπου οι τελετουργίες, οι απαγορεύσεις και η ντροπή δεν είχαν εξουσία, η
μορφή αυτή επέστρεφε κάθε νύχτα, αλλάζοντας μόνο την ηλικία της, όχι την
παρουσία της.
Η Λου Σινγκ περίμενε υπομονετικά. Η Τιάν-Μι
κρατούσε ακόμη το βλέμμα χαμηλωμένο.
«Και όταν εμφανίζεται...»
Η θεραπεύτρια μίλησε σχεδόν ψιθυριστά.
«...του αντιστέκεσαι;»
Η νεαρή κούνησε αργά το κεφάλι.
«Όχι.»
«Γιατί;»
Η απάντηση άργησε να έρθει.
«Δεν μπορώ.»
Σιωπή.
«Με πείθει.»
Η Λου Σινγκ δεν τη διέκοψε.
«Όταν με κοιτάζει... είναι σαν να με διατάζει.»
Η Τιάν-Μι
έσφιξε τα χέρια της πάνω στα γόνατά της. «Δεν μπορώ να δω καθαρά το πρόσωπό
του.» Η φωνή της έγινε ακόμη χαμηλότερη. «Μόνο... υπακούω.»
Η θεραπεύτρια έγειρε ελαφρά προς το μέρος
της.
«Σε διατάζει λοιπόν;»
Η Τιάν-Μι ανασήκωσε απότομα το κεφάλι.
«Όχι.»
Η απάντηση βγήκε με μια βεβαιότητα που
εξέπληξε και την ίδια.
«Δεν με διατάζει.»
«Τότε;»
«Μου μιλά.»
«Τι σου λέει;»
Η νεαρή δίστασε.
«Μου λέει... τις επιθυμίες του.»
Η Λου Σινγκ έμεινε σιωπηλή.
«Λέει πως θέλει να μη φοβάμαι.»
Τα μάτια της Τιάν-Μι είχαν χαθεί κάπου
μακριά, σαν να ξανάβλεπε το όνειρο.
«Λέει πως θέλει να φύγω από αυτόν τον τόπο.»
«Και μετά;»
«Πως πρέπει να τον ακολουθήσω.»
Η θεραπεύτρια την κοίταξε προσεκτικά.
«Τον ρωτάς πού;»
Η Τιάν-Μι έγνεψε.
«Πάντα.»
«Και τι απαντά;»
Η φωνή της έγινε σχεδόν ανεπαίσθητη.
«"Εκεί που πρέπει... όταν
πρέπει."»
Η Λου Σινγκ επανέλαβε αργά τα λόγια, σαν να
δοκίμαζε το βάρος τους.
«Εκεί που πρέπει... όταν θα πρέπει...»
Η νεαρή συνέχισε μόνη της.
«Ύστερα... μου ζητά να του πω κι εγώ τι
επιθυμώ.»
«Και εσύ;»
Ένα αμυδρό κοκκίνισμα ανέβηκε στα μάγουλά
της.
«Του λέω... πως αν πραγματικά με θέλει...
πρέπει να έρθει στον πατέρα μου.»
Η Λου Σινγκ δεν άλλαξε έκφραση.
«Του λες αυτά;»
«Ναι.»
«Τι άλλο;»
«Πως πρέπει να με ζητήσει όπως ορίζει το
έθιμο.»
Η Τιάν-Μι μιλούσε τώρα σαν να απήγγελλε
λόγια που είχε πει αμέτρητες φορές.
«Πως πρέπει να φέρει τα δώρα του γάμου. Πως
τίποτε δεν γίνεται χωρίς την ευλογία του πατέρα μου.»
Η θεραπεύτρια έγνεψε αργά.
«Και εκείνος;»
Για πρώτη φορά
η Τιάν-Μι ανατρίχιασε.
«Χαμογελά.»
«Και τι σου λέει;»
Η νεαρή έκλεισε τα μάτια.
«Μου λέει... "Ο πατέρας σου είναι
νεκρός."»
Τα χείλη της έτρεμαν.
«"Δεν χρειάζεται να σε ζητήσω από
κανέναν."»
Η Λου Σινγκ δεν μίλησε.
Η Τιάν-Μι συνέχισε σχεδόν άθελά της.
«Και ύστερα...»
Άνοιξε τα μάτια αργά.
«...μου λέει...»
Η φωνή της μόλις ακουγόταν.
«"Μόνο από τον ίδιο σου τον
εαυτό."»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν μεγάλη. Η Λου
Σινγκ πήρε ξανά απαλά το δεξί της χέρι. Το κράτησε για λίγο μέσα στις παλάμες
της.
«Και τότε ξυπνάς;»
Η Τιάν-Μι έγνεψε.
«Ναι.»
«Με τον πόνο στο χέρι;»
«Πάντα.»
Η θεραπεύτρια άφησε προσεκτικά την παλάμη
της. Δεν είχε πλέον αμφιβολία πως το σώμα της νεαρής δεν υπέφερε από πάθηση των
τενόντων ή των οστών. Εκείνο που πονούσε ήταν η ψυχή της· και το δεξί της χέρι,
κάθε νύχτα, γινόταν ο άφωνος μάρτυρας μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε όσα η καρδιά
λαχταρούσε και σε όσα η ανατροφή της θεωρούσε αδιανόητα να ομολογηθούν.
«Δεν θα σου δώσω ισχυρό φάρμακο.»
Η Τιάν-Μι την κοίταξε με απορία.
«Δεν βλέπω ασθένεια που να χρειάζεται πικρά
αφεψήματα ή δυνατές θεραπείες.»
Η θεραπεύτρια έκλεισε το μικρό δοχείο με την
αλοιφή.
«Το σώμα σου είναι κουρασμένο. Αλλά
περισσότερο από το σώμα, είναι ταραγμένο το πνεύμα σου.»
Η νεαρή χαμήλωσε τα μάτια.
«Τι πρέπει να κάνω;»
«Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθείς, να κάνεις ζεστό
λουτρό.»
Η Τιάν-Μι την κοίταξε.
«Λουτρό;»
«Ναι. Όχι πολύ ζεστό ώστε να εξαντλεί το
σώμα. Μόνο αρκετά ώστε να φύγει η ένταση από τους μυς.»
Η Λου Σινγκ πήρε ένα μικρό δεμάτι βοτάνων.
«Βάλε στο νερό λίγα από αυτά. Αρωματικά φύλλα
και ρίζες που ηρεμούν την αναπνοή και βοηθούν τον ύπνο.»
«Και μετά το λουτρό, να μην μένεις ξύπνια
μόνη με τις σκέψεις σου. Να πίνεις λίγο ζεστό αφέψημα και να αφήνεις τη λυχνία
να σβήνει νωρίς.»
Η Τιάν-Μι παρέμενε σιωπηλή.
Η Λου Σινγκ την κοίταξε με καλοσύνη.
«Μερικές φορές το σώμα κρατά μέσα του
πράγματα που η γλώσσα δεν τολμά να πει.»
Η νεαρή ανασήκωσε το βλέμμα.
«Και τότε;»
Η θεραπεύτρια χαμογέλασε αχνά.
«Τότε πρέπει
πρώτα να ηρεμήσει το σώμα, ώστε η καρδιά να μπορέσει να μιλήσει χωρίς φόβο.»
Όταν βγήκε η Λου Σινγκ στην πίσω αυλή, η Σιάνγκ-Λι
την περίμενε ανυπόμονα.
«Τι έχει;»
Η θεραπεύτρια άφησε το κιβώτιό της στο
πεζούλι.
«Δεν βλέπω νόσο των αρθρώσεων.»
«Ούτε εγώ.»
«Οι τένοντες είναι υγιείς.»
«Τότε γιατί σκληραίνει το χέρι;»
Η Λου Σινγκ ανακάτεψε αφηρημένα λίγα
αποξηραμένα φύλλα.
«Αν ήταν οι τένοντες, θα πονούσε και την
ημέρα.»
«Δεν πονά.»
«Αν ήταν το αίμα, θα παρουσίαζε πυρετό.»
«Δεν έχει.»
«Αν ήταν προσβολή του ανέμου, θα έπασχαν και
τα δύο χέρια.»
Η Σιάνγκ-Λι έμεινε σιωπηλή.
Η θεραπεύτρια συνέχισε πιο αργά.
«Παθαίνει το ίδιο μόνο στον ύπνο.»
«Ναι.»
«Και πάντοτε στο ίδιο χέρι.»
«Ναι.»
Η Λου Σινγκ
ανασήκωσε αργά το βλέμμα.
«Πώς κοιμάται;»
Η ερώτηση
αιφνιδίασε τη γριά.
«Τι εννοείς;»
«Όταν τη
βρίσκεις το πρωί... πού βρίσκεται το χέρι της;»
Η Σιάνγκ-Λι
δίστασε.
Για πρώτη φορά
απέφυγε να απαντήσει αμέσως.
«Χαμηλά...»
Η Λου Σινγκ
δεν μίλησε.
«Σχεδόν πάντοτε χαμηλά.»
Η θεραπεύτρια
έκλεισε για λίγο τα μάτια.
Όταν τα
άνοιξε, η έκφρασή της είχε αλλάξει.
«Καταλαβαίνω...»
«Τι καταλαβαίνεις;»
Η Λου Σινγκ δεν
απάντησε αμέσως. Κοίταξε προς το εσωτερικό του αρχοντικού, εκεί όπου η Τιάν-Μι
είχε μείνει μόνη.
«Υπάρχουν ασθένειες που θεραπεύονται με
ρίζες.»
Έβαλε πάλι τα
βότανά της στο κιβώτιο.
«Άλλες με βελόνες.»
Έκλεισε το
καπάκι.
«Και άλλες που δεν υπακούουν ούτε στις
ρίζες ούτε στις βελόνες.»
Η Σιάνγκ-Λι την κοίταζε χωρίς να μιλά. Η
θεραπεύτρια χαμήλωσε ακόμη περισσότερο τη φωνή.
«Η καρδιά της είναι γεμάτη από κάτι που δεν
βρίσκει διέξοδο.»
«Είναι σοβαρό;»
«Όσο περισσότερο κρατά μέσα της αυτό που την
κατακαίει, τόσο περισσότερο θα κουράζεται το πνεύμα της.»
Η γριά υπηρέτρια δίστασε.
«Μπορείς να τη θεραπεύσεις;»
Η Λου Σινγκ χαμογέλασε πικρά.
«Αν ήξερα ποιον περιμένει, ίσως.»
Η Σιάνγκ-Λι έσκυψε το κεφάλι. Ήξερε. Δεν
είχε δει ποτέ τίποτε που να μπορεί να καταθέσει ως μαρτυρία. Όμως είχε
παρατηρήσει βλέμματα, σιωπές και μικρές αλλαγές που μόνο μια γυναίκα με τα
χρόνια της μπορούσε να διακρίνει. Δεν τόλμησε να προφέρει το όνομα του Λι
Γουέν-Τσενγκ. Ούτε η Λου Σινγκ ρώτησε. Στο
αρχοντικό ενός πολέμαρχου υπήρχαν ονόματα που ήταν ασφαλέστερο να μένουν
ανείπωτα.
τα σημάδια
Τα θερμά λουτρά έφερναν κάποια ανακούφιση,
αλλά δεν είχαν ουσιαστικά αποτελέσματα. Το δεξί χέρι της Τιάν-Μι εξακολουθούσε
να σκληραίνει ξαφνικά, σαν να το είχε αρπάξει αόρατη παγωνιά. Τα δάχτυλα
λύγιζαν προς την παλάμη και ούτε η ίδια ούτε οι υπηρέτριες μπορούσαν να τα
ισιώσουν. Έπειτα από λίγη ώρα, η ακαμψία υποχωρούσε όπως είχε έρθει, αφήνοντας
πίσω της μόνο εξάντληση και έναν βαθύ τρόμο.
Τη νύχτα, τα πράγματα γίνονταν χειρότερα. Η
Τιάν-Μι ξυπνούσε με απότομες κραυγές, το πρόσωπό της κατακόκκινο, τα μεταξωτά
σκεπάσματα ανακατεμένα γύρω από το κορμί της. Έλεγε πως έβλεπε ποτάμια να
φουσκώνουν, δέντρα να μπλέκουν τα κλαδιά τους και να τυλίγονται γύρω της, ώσπου
δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Δεν θυμόταν ποτέ ολόκληρο το όνειρο· μόνο μια
αίσθηση ντροπής την ακολουθούσε ως το ξημέρωμα, τόσο βαριά που απέφευγε να
αντικρίσει ακόμη και το είδωλό της στον χάλκινο καθρέφτη.
Η θεία της η Λι Σου-Γιάν επισκεπτόταν κάθε μέρα
το αρχοντικό του αδελφού της. Δεν έβλεπε
κάποια βελτίωση. Καλούσε όλους τους ειδκούς. Οι γιατροί μιλούσαν για διαταραχή του
αίματος, για υπερβολική θερμότητα της καρδιάς ή για εξάντληση του πνεύματος.
Άφηναν αφεψήματα, σκόνες και βελόνες, όμως τίποτε δεν άλλαζε. Η Λι Σου-Γιάν
σκεπτόταν αν θα έπρεπε να ενημερώσει τον αδελφό της στην Μιενγιάνγκ. Ήξερε ότι
δεν έπρεπε να τον αποσπάσει από τα καθήκοντά του. Άλλωστε τι μπορούσε εκείνος
να προσφέρει; Όλες τις ιατρικές υπηρεσίες και φροντίδες τις κάλυπτε εκείνη και
ο σύζυγός της, ο Γουάνγκ Τσε-Λιν, και με τον καλύτερο τρόπο με τις πιο παχυλές
αμοιβές στους ειδικούς. Η Λι Σου-Γιάν γνώριζε πως η μόνη γιατρειά θα ήταν να επιστρέψει ο Λι Γουέν-Τσενγκ, αλλά αυτό
για την ώρα δεν μπορούσε να γίνει.
Ήταν η αδικία της τύχης. Όσο ήθελε να
αποκολληθεί από το σώμα του, το κρεβάτι
του, και από τη ζωή του εκείνη η ξενόφερτη, η Μέι-Λαν, με τόση αντίθετη
στροφορμή ήθελε να επικολληθεί πάνω του η Τιάν-Μι. Λες και όλο το έλλειμμα της
απόρριψης και της απομάκρυνσης που είχε δεχθεί από την μία, τώρα αυτό προστίθετο πάνω στην επιθυμία της
Τιάν-Μι να συγκολληθεί πάνω του. Λες και η παλαιά αδικία και η έλλειψη στη
ζυγαριά, ερχόταν τώρα σαν αποζημίωση, και η ζυγαριά έγερνε μονόπαντα από
την άλλη πλευρά. Μόνο που αυτή η αποζημίωση, που αν προερχόταν
από οποιαδήποτε άλλη γυναίκα θα ήταν κάτι σαν ισοφάρισμα, ερχόταν από μία γυναίκα που δεν έπρεπε, και έμοιαζε
με κατάρα. Και αυτή η κατάρα έκανε την επιθυμία της Τιάν-Μι για τον Λι
Γουέν-Τσενγκ να μεγαλώνει διαρκώς. Σαν κάποια πετρώματα που τα σήκωσε ο σεισμός
και τα έδεσε για πάντα μαζί, σαν μια λάβα που απλώθηκε γύρω και ήθελε να
σκεπάσει τα χώματα.
Η Λι Σου-Γιάν δεν χρειαζόταν τους γιατρούς
για να καταλάβει τι πραγματικά συνέβαινε. Οι άλλοι έβλεπαν μια παράξενη
ασθένεια· εκείνη έβλεπε μια πληγή που δεν είχε θέση στο σώμα αλλά στην καρδιά.
Την είχε γνωρίσει κάποτε και η ίδια.
Θυμόταν ακόμη εκείνα τα χρόνια, όταν το
αρχοντικό δεν ήταν παρά μια μεγάλη οχυρωμένη κατοικία και όχι το επιβλητικό
μέγαρο που είχε γίνει αργότερα. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν είχε κλείσει ακόμη τα
είκοσι τρία του χρόνια· εκείνη δεν ήταν ούτε δεκαπέντε. Κάθε φορά που εκείνος
έφευγε για τις εκστρατείες, την έπιανε η ίδια ακατανόητη ταραχή. Δεν κοιμόταν,
έχανε την όρεξή της, ξυπνούσε με την καρδιά της να χτυπά δυνατά και το σώμα της
να αντιδρά χωρίς λόγο. Οι γεροντότεροι μιλούσαν για εξάντληση, για διαταραχή
του αίματος ή για κακό άνεμο. Κανείς δεν είχε βρει θεραπεία. Και όμως, μόλις ο
αδελφός της περνούσε ξανά την πύλη του αρχοντικού, όλα υποχωρούσαν σαν να μην
είχαν υπάρξει ποτέ.
Τότε δεν είχε το θάρρος να δώσει όνομα σε
εκείνη την αρρώστια. Τώρα πια ήξερε. Δεν ήταν νόσος του σώματος. Ήταν ο
ανομολόγητος ερωτικός πόθος, όταν μένει κλεισμένος τόσο βαθιά, ώστε το σώμα
αναλαμβάνει να μιλήσει αντί για τη γλώσσα. Μόνο που στη δική της περίπτωση ο
χρόνος, ο γάμος και η απόσταση είχαν τελικά σβήσει τη φωτιά. Στην Τιάν-Μι δεν
έσβηνε· αντιθέτως, φούντωνε κάθε ημέρα περισσότερο.
Και αυτό ήταν που τη φόβιζε περισσότερο. Η
νεαρή δεν ποθούσε έναν άνδρα απρόσιτο ούτε έναν μνηστήρα που έλειπε από τον
τόπο του. Ποθούσε τον ίδιο της τον πατέρα. Η Λι Σου-Γιάν είχε προσπαθήσει
πολλές φορές να πείσει ακόμη και τον εαυτό της ότι ίσως η Τιάν-Μι να μην ήταν
πραγματικά παιδί του· κρατούσε αυτή τη σκέψη σαν σανίδα σωτηρίας, όχι επειδή
την πίστευε, αλλά επειδή χωρίς αυτήν το βάρος της αλήθειας γινόταν αβάσταχτο.
Όμως, βαθιά μέσα της, γνώριζε πως καμιά υπόθεση δεν μπορούσε να αλλάξει ό,τι
είχε ήδη συμβεί.
Η γηραιά Σιάνγκ-Λι, που υπηρετούσε την
οικογένεια από τα νιάτα της, παρατηρούσε σιωπηλά. Είχε δει γυναίκες να λυγίζουν
από αρρώστιες, από πένθος και από φόβο. Εκείνο όμως που έβλεπε στα μάτια της
νεαρής Τιάν-Μι της δεν έμοιαζε με ασθένεια του σώματος.
Μια μέρα είπε χαμηλόφωνα στην Λι Σου-Γιάν:
«Δεν χρειάζεται άλλος γιατρός. Χρειάζεται
μια γυναίκα που να γνωρίζει τα βάρη της ψυχής.»
Έτσι, λίγες ημέρες αργότερα, πέρασε την
εξώπορτα του αρχοντικού μια ηλικιωμένη βουδίστρια μοναχή. Το κεφάλι της ήταν
ξυρισμένο, το γκρίζο της ράσο φτωχικό, μα το βλέμμα της είχε μια γαλήνη που έκανε
ακόμη και τις ομιλητικές υπηρέτριες να σωπάσουν.
Μετά τις τυπικές ευχές και την απαγγελία
λίγων στίχων από ένα σούτρα, η Σιάνγκ-Λι οδήγησε διακριτικά τη μοναχή στον
μικρό κήπο της εσωτερικής αυλής, εκεί όπου η Τιάν-Μι καθόταν μόνη κάτω από μια
ανθισμένη δαμασκηνιά.
Για αρκετή ώρα
καμία από τις δύο δεν μίλησε.
Η μοναχή
παρατηρούσε τις πέτρες της λιμνούλας.
Η Τιάν-Μι
απέφευγε το βλέμμα της.
Τελικά η
μοναχή είπε ήρεμα:
«Η Σιάνγκ-Λι φοβάται
πως υποφέρεις.»
Η νεαρή
χαμογέλασε αμυδρά.
«Υποφέρω
επειδή οι θεοί με εγκατέλειψαν.»
«Είσαι
βέβαιη;»
«Αλλιώς γιατί
να πέφτουν τέτοιες συμφορές πάνω μου; Γιατί να γεννηθώ με τέτοια μοίρα;»
Η μοναχή δεν
απάντησε αμέσως.
«Οι άνθρωποι
αποδίδουν πολλά στους θεούς. Μερικές φορές ακόμη και όσα γεννιούνται μέσα στην
ίδια τους την καρδιά.»
Η Τιάν-Μι
έσφιξε τα χείλη.
«Υπάρχουν
πράγματα που κανείς δεν μπορεί να αποφύγει.»
«Υπάρχουν και
πράγματα που κανείς δεν θέλει να αντικρίσει.»
Ένα κύμα θυμού
ανέβηκε μέσα της.
«Οι άλλοι
φταίνε. Η τύχη φταίει. Αν οι ουρανοί ήταν δίκαιοι, δεν θα με είχαν οδηγήσει
εκεί.»
Η μοναχή έμεινε σιωπηλή.
Η Τιάν-Μι τινάχτηκε σαν να την είχε αγγίξει
φωτιά.
Η απάντηση
βγήκε τόσο απότομα, ώστε ακόμη κι εκείνη ξαφνιάστηκε.
Η νεαρή
χαμήλωσε το κεφάλι.
Η μοναχή
έγνεψε.
«Τι ζητάς;»
Η Τιάν-Μι
δυσκολεύτηκε να βρει τις λέξεις.
«Θέλω... να
σταματήσουν τα όνειρα.»
«Και μετά;»
«Να σταματήσει
αυτό το βάρος.»
«Χωρίς να
αλλάξει τίποτε άλλο;»
Η κοπέλα δεν απάντησε.
Η μοναχή κατάλαβε.
«Ζητάς να
πάψει ο πόνος, όχι να θεραπευτεί η πληγή.»
Η φράση έπεσε ανάμεσά τους σαν μικρή πέτρα
σε ακίνητο νερό. Η Τιάν-Μι ένιωσε τα δάχτυλά της να αρχίζουν πάλι να σφίγγουν.
Το χέρι της άκαμπτο, ψυχρό, ξένο.
«Δεν μπορώ να μιλήσω.»
Η μοναχή
έσκυψε ελαφρά.
«Τότε άκου μόνο αυτό. Οι θεοί δεν κουβαλούν
τις πράξεις των ανθρώπων. Ούτε η τύχη τις σκέφτεται. Μπορείς να κατηγορείς τον
ουρανό όσο θέλεις· ο ουρανός δεν θα απαντήσει.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε τα μάτια της να
υγραίνονται, όχι από μετάνοια αλλά από οργή. Ήθελε κάποιος να της πει ότι δεν
έφταιγε. Ότι όλα είχαν συμβεί επειδή η μοίρα έπαιζε παράξενα παιχνίδια. Ότι οι
θεοί είχαν γράψει από πριν όσα εκείνη απλώς ακολούθησε. Αντί γι' αυτό, απέναντί
της καθόταν μια γριά που δεν την κατηγορούσε, αλλά ούτε της πρόσφερε το
καταφύγιο που λαχταρούσε. Η μοναχή έμεινε για λίγο σιωπηλή.
«Στα χρόνια μου», είπε τελικά, «έχω δει
πολλές γυναίκες να κουβαλούν βάρη που δεν άντεχαν να κατονομάσουν. Άλλες
έκλεψαν. Άλλες ψεύδονταν μια ζωή και κάποτε το ψέμα γύρισε εναντίον τους. Άλλες
πρόδωσαν τον άνδρα τους ή εγκατέλειψαν το παιδί τους. Άλλες κυριεύτηκαν από τον
φθόνο και ευχήθηκαν το κακό ακόμη και στην αδελφή τους.»
Η Τιάν-Μι
έμενε ακίνητη.
«Έχω
δει και γυναίκες που η καρδιά τους δέθηκε με άνθρωπο που δεν έπρεπε να
αγαπήσουν. Όσο περισσότερο πάλευαν να σβήσουν εκείνον τον δεσμό, τόσο βαθύτερα
ρίζωνε μέσα τους.»
Η νεαρή ένιωσε την ανάσα της να βαραίνει,
αλλά δεν μίλησε. Η μοναχή την κοίταξε προσεκτικά.
«Κι έχω δει γυναίκες που δεν έφταιγαν
καθόλου. Που κάποιος ισχυρότερος τις άρπαξε με τη βία, τους επέβαλε κάτι που
εκείνες δεν ήθελαν και τους φόρτωσε ντροπή που δεν τους ανήκε. Εκείνες νόμιζαν
πως είχαν μολυνθεί, ενώ το κρίμα βάραινε άλλον.»
Για πρώτη φορά η Τιάν-Μι σήκωσε το βλέμμα
της.
Η μοναχή
συνέχισε:
«Άλλο είναι να σε αδίκησαν· άλλο να
παραδόθηκες εσύ σε κάτι που γνώριζες πως δεν έπρεπε. Και άλλο να μη μπορείς πια
να ξεχωρίσεις το ένα από το άλλο.»
Η μοναχή
σηκώθηκε αργά.
«Θα προσευχηθώ να βρει γαλήνη η καρδιά σου.»
Η Τιάν-Μι δεν απάντησε. Δεν είχε ζητήσει γαλήνη.
Είχε ζητήσει λήθη. Πριν φύγει από το αρχοντικό, η μοναχή ζήτησε να μιλήσει
ιδιαιτέρως με τη Λι Σου-Γιάν. Στάθηκαν για λίγο κάτω από τη στοά της εσωτερικής
αυλής, μακριά από τα αυτιά των υπηρετών. Η γριά βουδίστρια κράτησε για λίγο
χαμηλωμένο το βλέμμα και ύστερα είπε ήρεμα: «Η ανιψιά σας δεν πάσχει από νόσο
του σώματος. Ούτε από κακό πνεύμα. Εκείνο που την κατατρώγει είναι ερωτικός
πόθος· πόθος βαθύς, ανομολόγητος και πολεμημένος από την ίδια της την καρδιά.
Δεν πιστεύω πως η επιθυμία αυτή έχει ακόμη γίνει πράξη. Αν είχε συμβεί, θα
έβλεπα επάνω της άλλα σημάδια· όχι αυτά της πάλης, αλλά εκείνα της παραίτησης.
Τώρα ακόμη αγωνίζεται. Γι' αυτό και υπάρχει χρόνος. Ό,τι γεννιέται μέσα στη
σιωπή μπορεί ακόμη να οδηγηθεί μακριά από την αλήθεια του. Αν όμως μείνει όπως
είναι, η καρδιά κάποτε θα νικήσει τον φόβο και τότε θα είναι αργά για όλους.»
Η Λι Σου-Γιάν δεν αποκρίθηκε αμέσως. Ήξερε
πολύ περισσότερα απ' όσα μπορούσε να ομολογήσει ακόμη και σε μια μοναχή. Έσκυψε
μόνο το κεφάλι και ένωσε τις παλάμες της με σεβασμό. «Σας ευχαριστώ, σεβάσμια
δασκάλα. Μου δώσατε περισσότερη αλήθεια απ' όση μου έδωσαν όλοι οι γιατροί.»
Έβγαλε τότε από το μανίκι της ένα μικρό μεταξωτό πουγκί γεμάτο αργυρά τάλαντα
και το πρόσφερε διακριτικά. «Παρακαλώ δεχθείτε το ως ταπεινή προσφορά για το
μοναστήρι σας.» Η μοναχή δίστασε για μια στιγμή, μα τελικά το δέχθηκε. Η Λι
Σου-Γιάν συνέχισε: «Και όταν τελειώσει η φετινή συγκομιδή του ρυζιού, θα στείλω
τεχνίτες στο μοναστήρι του Ναού των
Δέκα Χιλιάδων Λωτών, στις πλαγιές του όρους Τσινγκγιούν, έξω από το Λο
Τζιάνγκ. Η βροχή έχει φθείρει τη στέγη της μεγάλης αίθουσας του Βούδα.
Υπόσχομαι να την ανοικοδομήσω με καινούρια κυπαρισσένια δοκάρια και να υψώσω
έναν σκεπαστό διάδρομο, ώστε οι μοναχές να μπορούν να πηγαίνουν από τα κελιά
τους στην αίθουσα της προσευχής ακόμη και τις ημέρες των δυνατών βροχών.» Η μοναχή
χαμογέλασε αχνά. «Εύχομαι το έργο αυτό να χαρίσει γαλήνη σε πολλούς. Και ίσως,
κάποτε, και στην καρδιά εκείνης της νεαρής.»
Οι ημέρες πέρασαν χωρίς ουσιαστική αλλαγή. Η
επίσκεψη της μοναχής έμεινε σαν μια ήσυχη ανάμνηση, όχι σαν λύση. Η Τιάν-Μι
συνέχισε να χαμογελά μπροστά στους άλλους και να παλεύει μόνη της όταν έπεφτε η
νύχτα. Στην αρχή ούτε η ίδια το πρόσεξε. Όταν οι νύχτες γίνονταν αβάσταχτες και
οι εφιάλτες την άφηναν μισολιπόθυμη από την ταραχή, τα νύχια της αναζητούσαν
ασυναίσθητα το δέρμα της. Ξυνόταν νευρικά στους μηρούς ή στα πλευρά, ώσπου
άφηνε λεπτές κόκκινες γραμμές που ως το πρωί είχαν γίνει μικρές αμυχές.
Τις θεωρούσε ασήμαντες. «Θα τις έκανε το
ύφασμα», έλεγε στον εαυτό της. Ή «θα με χτύπησε κάποιο κλαδί στον κήπο». Δεν
στεκόταν περισσότερο σ' αυτές.
Όσο όμως οι
εβδομάδες περνούσαν, οι αμυχές πλήθαιναν. Κάποτε, μέσα σε μια νύχτα ανήσυχου
ύπνου, είχε ξύσει τόσο δυνατά το δέρμα της, ώστε έμεινε μια λεπτή ουλή χαμηλά
στον γλουτό. Ήταν σημείο που κανείς δεν μπορούσε να δει, εκτός από την Σιάνγκ-Λι,
όταν τη βοηθούσε στο λουτρό.
Η γριά δεν είπε τίποτε. Την κοίταξε μόνο με
εκείνο το βλέμμα των ανθρώπων που καταλαβαίνουν περισσότερα απ' όσα τους
επιτρέπεται να ρωτήσουν.
Αργότερα εμφανίστηκε και μια δεύτερη ουλή,
ψηλά στην ωμοπλάτη. Η Τιάν-Μι δεν θυμόταν πώς είχε γίνει. Ή ίσως δεν ήθελε να
θυμηθεί. Έλεγε πως θα είχε σκιστεί το δέρμα της σε κάποιο ξύλινο παραβάν ή πως
θα την είχε γρατζουνίσει κάποιο μεταλλικό κόσμημα.
Η Σιάνγκ-Λι δεν την πίστεψε ποτέ. Δεν ήταν
οι πληγές που την τρόμαζαν. Ήταν ότι η νεαρή κοπέλα έδειχνε να ανακουφίζεται
για λίγο κάθε φορά που το σώμα της πονούσε. Σαν ο σωματικός πόνος να κατάφερνε,
έστω και για μια στιγμή, να σκεπάσει έναν άλλον, βαθύτερο, που δεν είχε όνομα.
Οι παλιές χαρακιές έκλεισαν αργά, αφήνοντας
πίσω τους λεπτές γραμμές που στην αρχή ξεχώριζαν πάνω στο δέρμα σαν ξένες
γραφές. Με τον καιρό, όμως, άρχισαν να ξεθωριάζουν. Δεν εξαφανίστηκαν απότομα.
Ήταν σαν το ίδιο το σώμα να προσπαθούσε να τις κρατήσει για λίγο ακόμη, σαν να
δίσταζε να σβήσει τα ίχνη. Ύστερα οι γραμμές έγιναν πιο αχνές, πιο ήσυχες,
μέχρι που έμοιαζαν με σκιές κάτω από το δέρμα.
Η Τιάν-Μι τις παρατηρούσε μερικές φορές μόνη
μπροστά στον καθρέφτη. Δεν ένιωθε ανακούφιση που χάνονταν. Κάποιο μέρος της
φοβόταν μήπως, μαζί με αυτές, χαθεί και η μόνη απόδειξη του αόρατου πόνου της. Όμως
το σώμα δεν είχε ξεχάσει.
Οι ουλές σώπασαν· η ταραχή βρήκε άλλους
δρόμους. Άλλοτε το δεξί της χέρι πάγωνε ξαφνικά και δεν υπάκουε στη θέλησή της.
Τα δάχτυλα έμεναν σφιγμένα, σαν να κρατούσαν κάτι που κανείς άλλος δεν μπορούσε
να δει. Άλλοτε ένας κόμπος ανέβαινε στον λαιμό της και την ανάγκαζε να
σταματήσει ό,τι έκανε. Υπήρχαν πρωινά που ξυπνούσε εξαντλημένη, σαν να είχε
περάσει ολόκληρη τη νύχτα παλεύοντας με έναν αόρατο εχθρό.
Κανείς δεν καταλάβαινε τι της συνέβαινε. Ούτε
η ίδια ήθελε να το καταλάβει. Κάθε φορά που μια σκέψη πλησίαζε εκείνο το μέρος
μέσα της που δεν τολμούσε να αγγίξει, το σώμα αντιδρούσε πριν προλάβει ο νους
να την απομακρύνει. Η αναπνοή της γινόταν δύσκολη, η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα,
το πρόσωπό της έκαιγε.
Ήταν σαν κάτι μέσα της να φώναζε χωρίς φωνή.
Το απαγορευμένο δεν είχε όνομα, δεν είχε λέξεις, δεν μπορούσε να ειπωθεί. Όμως
υπήρχε. Ζούσε στις νύχτες της, στις στιγμές σιωπής, στις ξαφνικές αδυναμίες του
σώματός της.
Η Τιάν-Μι έλεγε στον εαυτό της πως έφταιγαν
οι ουρανοί, η τύχη, οι άνθρωποι που την είχαν οδηγήσει ως εκεί. Ήταν ευκολότερο
να κοιτάζει προς τα έξω παρά προς τα μέσα. Όμως το σώμα δεν δεχόταν πάντα τα
ψέματα που δεχόταν η καρδιά. Και όσο εκείνη προσπαθούσε να θάψει τη μνήμη, τόσο
το σώμα της την αποκάλυπτε — όχι με λόγια, αλλά με σημάδια.
μια νεαρή
πωλήτρια
Η Λαν Γιν
είχε επισκεφθεί πολλές φορές το εμπορικό του Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι, όμως εκείνη τη
μέρα υπήρχε κάτι διαφορετικό στην είσοδό της. Το κατάστημα βρισκόταν όπως πάντα
στη νότια κεντρική αγορά της Μιενγιάνγκ, ανάμεσα σε αποθήκες τσαγιού, υφάσματα
και εμπορικούς οίκους που είχαν δημιουργηθεί γύρω από τις νέες διοικητικές
ανάγκες της πόλης. Τα μεγάλα ξύλινα ράφια ήταν γεμάτα με μεταλλικά δοχεία τσαγιού,
σακουλάκια με αρωματικά φύλλα από τον νότο και μικρά κιβώτια με σπάνια προϊόντα
που έφταναν από μακρινές περιοχές.
Η χήρα του
τέως διοικητή Τσου Λιάνγκ είχε συνηθίσει να την υποδέχεται η Σουν-Γιού, η
σύζυγος του Σονγκ. Οι δύο γυναίκες είχαν γνωριστεί μέσα από τις κοινωνικές
συναναστροφές της πόλης και, παρότι η σχέση τους δεν ήταν στενή, η Σουν-Γιού
γνώριζε καλά τι είδους τσάγια προτιμούσε η Λαν Γιν και ποια προϊόντα ήθελε να
βλέπει πριν τα αγοράσει.
Εκείνο το πρωί όμως η Σουν-Γιού απουσίαζε.
«Η κυρία
Σουν-Γιού δεν βρίσκεται σήμερα στο κατάστημα;» ρώτησε η Λαν Γιν, καθώς πέρασε
το κατώφλι.
Η νεαρή
γυναίκα πίσω από τον πάγκο σήκωσε το βλέμμα της.
«Η μητέρα μου
είχε κάποιες δουλειές στο σπίτι», απάντησε. «Αν επιθυμείτε κάτι, μπορώ να σας
εξυπηρετήσω εγώ.»
Η Λαν Γιν την
κοίταξε για λίγο. Ήξερε ποια ήταν. Η κόρη του Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι.
«Εσύ είσαι η Λαν Σιν, σωστά;»
Η νεαρή χαμογέλασε ευγενικά.
«Μάλιστα.»
«Δεν σε είχα δει ποτέ εδώ.»
«Τα τελευταία χρόνια βοηθώ περισσότερο τον πατέρα μου.
Όταν η μητέρα μου λείπει, αναλαμβάνω εγώ.»
Η Λαν Γιν πλησίασε στα ράφια.
«Θέλω το ανοιξιάτικο τσάι από τις ανατολικές πλαγιές.
Εκείνο που είχα πάρει την προηγούμενη φορά.»
Η Λαν Σιν
κινήθηκε αμέσως. Δεν έκανε βιαστικές κινήσεις ούτε έδειχνε αμηχανία. Άνοιξε ένα
μικρό ξύλινο κιβώτιο, έβγαλε ένα σακουλάκι τυλιγμένο προσεκτικά και το άνοιξε
για να αφήσει το άρωμα να απλωθεί.
«Αυτό είναι
από την τελευταία αποστολή του πατέρα μου», είπε. «Τα φύλλα συλλέχθηκαν
νωρίτερα από τα συνηθισμένα. Έχει πιο ήπια γεύση.»
Η Λαν Γιν την
παρατηρούσε σιωπηλά.
«Έχεις μάθει
καλά το εμπόριο.»
«Δεν είναι
δύσκολο όταν μεγαλώνεις ανάμεσα σε τσάγια και ανθρώπους που μιλούν γι’ αυτά
κάθε μέρα.»
Η απάντησή
της ήταν απλή, όμως η Λαν Γιν πρόσεξε κάτι. Η Λαν Σιν δεν μιλούσε σαν μια
κοπέλα που είχε κλειστεί στον κόσμο του σπιτιού της.
«Άκουσα πως η
οικογένειά σας μετακινήθηκε στη Μιενγιάνγκ από το Λο Τζιάνγκ.»
Η Λαν Σιν σταμάτησε για μια στιγμή.
Ήταν μια μικρή παύση, σχεδόν ανεπαίσθητη.
«Ο πατέρας
μου θεώρησε πως εδώ υπήρχαν περισσότερες εμπορικές ευκαιρίες.»
Η Λαν Γιν χαμογέλασε αμυδρά.
«Από το Λο
Τζιάνγκ δεν είναι και ο νέος
διοικητής, ο Λι Γουέν-Τσενγκ;»
Η Λαν Σιν την
κοίταξε απορημένη. Η ερώτηση ήταν απλή, αλλά η Λαν Γιν κατάλαβε αμέσως το
ενδιαφέρον που κρυβόταν πίσω της.
«Ναι. Στο Λο
Τζιάνγκ υπάρχει ο πολέμαρχος Λι, αν μιλάμε για τον ίδιο», απάντησε.
«Για τον ίδιο
μιλάμε. Έχει έρθει ως προσωρινός διοικητής της φρουράς τους τελευταίους μήνες
εδώ. Το έχω πει στην μητέρα σας. Μάλιστα μου είχε πει πως η αδελφή του ήταν από
τις πιο καλές πελάτισσές σας στο
κατάστημά σας στο Λο Τζιάνγκ.»
«Αυτό δεν το
γνωρίζω» απάντησε η Λαν Σιν.
Η Λαν Σιν κατέβασε το βλέμμα και συνέχισε να
τακτοποιεί τα προϊόντα.
Η Λαν Γιν είδε την αλλαγή στο πρόσωπό της.
«Το σπίτι του
βρίσκεται πλέον στην άλλη πλευρά της πόλης. Του αρέσει αυτό το τσάι και όποτε
με επισκέπτεται, το ζητά.»
Η Λαν Γιν
πήρε το τσάι της και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Πριν φύγει, γύρισε για μια
στιγμή. Είδε τη νεαρή πωλήτρια πίσω από τον πάγκο. Νόμισε πως η νεαρή πωλήτρια
είχε δακρύσει.
Η Λαν Σιν για
δύο χρόνια είχε μάθει να περιμένει. Ο γάμος που είχε σχεδιαστεί για εκείνη δεν
είχε πραγματοποιηθεί ποτέ. Ο νεαρός γιος του μεγάλου εμπορικού οίκου της
Τσενγκντού είχε προσβληθεί από τον πυρετό των πλουσίων πριν από την επίσημη
συμφωνία. Η ασθένεια τον είχε αφήσει με μόνιμες βλάβες και το συνοικέσιο είχε
καταρρεύσει.
Κανείς δεν
μπορούσε να κατηγορήσει κανέναν. Ήταν απλώς η μοίρα. Όμως η Λαν Σιν είχε
καταλάβει πως μερικές φορές οι πόρτες που κλείνουν ανοίγουν δρόμους που κανείς
δεν είχε τολμήσει να περιμένει.
Για μια
στιγμή ο θόρυβος της αγοράς έξω από το κατάστημα φάνηκε να απομακρύνεται. Η Λαν
Σιν ακούμπησε τα χέρια της στον πάγκο. Δεν χαμογέλασε. Δεν έδειξε χαρά. Μόνο
μια βαθιά, ήρεμη συγκίνηση πέρασε από το βλέμμα της. Όταν ο Λι είχε φύγει για
την εκστρατεία, της είχε πει να μην περιμένει έναν άνθρωπο που υπήρχε μόνο στη
σκέψη της. Όμως εκείνη δεν είχε αγαπήσει μια εικόνα. Είχε αγαπήσει έναν
άνθρωπο. Και τώρα ο άνθρωπος αυτός βρισκόταν στην ίδια πόλη.
Ήταν
περίεργο που η μητέρα της δεν της είχε πει τίποτα. Αλλά τον τελευταίο καιρό
απέφευγε να της λέει λεπτομέρειες. Την έβλεπε να είναι αφηρημένη. Οι σκοτούρες
με την ασθένεια του Σονγκ και τα γεράματα της μητέρας της την είχαν κουράσει.
Για πόσο καιρό θα φρόντιζε δύο ανθρώπους… Για
πόσο καιρό θα ήταν νοσοκόμα αντί για να ζήσει τη ζωή.
Η Μιενγιάνγκ
δεν ήταν απλώς μια ακόμη πόλη για εμπόριο. Ήταν ο τόπος της νιότης της Γιουν-Σου.
Η πόλη όπου, πολλά χρόνια πριν, είχε χορέψει κάτω από τα φώτα των λυχναριών,
όπου είχε γνωρίσει τον πρώτο άνθρωπο που την έκανε να πιστέψει πως κάποιος
μπορούσε να αγαπήσει όχι το πρόσωπό της αλλά αυτό που κρυβόταν πίσω από αυτό. Τον
Χου Μινγκ-Γιουάν.
Για χρόνια
πίστευε πως η ιστορία εκείνη είχε τελειώσει. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Ο χρόνος
είχε περάσει. Είχε γίνει σύζυγος του Σονγκ, είχε αποκτήσει τη Λαν Σιν και είχε
μάθει να ζει μέσα σε μια διαφορετική πραγματικότητα. Όμως η Μιενγιάνγκ είχε
έναν παράξενο τρόπο να φέρνει πίσω όσα οι άνθρωποι πίστευαν πως είχαν χαθεί.
Ο Χου Μινγκ-Γιουάν δεν είχε ξεχάσει ποτέ τη
Γιουν-Σου. Μετά την αναχώρησή του για το Χανγκτζόου, είχε υπακούσει στις
εντολές της οικογένειάς του. Είχε αναλάβει τις εμπορικές υποθέσεις του οίκου
Χου, είχε ταξιδέψει, είχε γνωρίσει άλλες γυναίκες που η μητέρα του θεωρούσε
κατάλληλες για το όνομα και τη θέση του.
Καμία όμως
δεν είχε καταφέρει να σβήσει την ανάμνηση εκείνης της νεαρής κοπέλας που χόρευε
στη Μιενγιάνγκ με μια χάρη που έκανε ολόκληρη την αίθουσα να σιωπά. Η μητέρα
του, η Χου Σιανγκ-Λάν, είχε κερδίσει εκείνη τη μάχη. Είχε εμποδίσει έναν γάμο
που θεωρούσε ντροπή για την οικογένεια. Δεν είχε καταφέρει όμως να διατάξει την
καρδιά του γιου της. Και τώρα είχε αποχαιρετήσει τη ζωή και μαζί της είχε
ακυρωθεί η οικογενειακή απαγόρευση.
Η Μιενγιάνγκ όμως
είχε έναν παράξενο τρόπο να κρατά ζωντανά πράγματα που οι άνθρωποι πίστευαν πως
είχαν πεθάνει. Η πρώτη τους συνάντηση έγινε τυχαία. Η Γιουν-Σου βρισκόταν στο
πίσω μέρος του εμπορικού, επιβλέποντας τις αποστολές τσαγιού που είχαν φτάσει
εκείνο το πρωί. Δεν ήταν πλέον η δεκατετράχρονη χορεύτρια με το κόκκινο φόρεμα
και τα αθώα όνειρα. Ήταν μια γυναίκα προς τα τέλη της τρίτης δεκαετίας της ζωής
της. Μια σύζυγος εμπόρου, μητέρα μιας κόρης που μεγάλωνε, μια γυναίκα που είχε
γνωρίσει την απώλεια, τον γάμο, την ευθύνη και τις σιωπές που δημιουργούνται
μέσα σε ένα σπίτι.
Όταν άκουσε
το όνομα του πελάτη, πάγωσε για μια στιγμή.
«Ο κύριος Χου
Μινγκ-Γιουάν;»
Ο υπηρέτης
έγνεψε.
«Ζητά κάποιον
να τον εξυπηρετήσει.»
Για λίγες
στιγμές σκέφτηκε να αρνηθεί. Ήξερε πως ορισμένες πόρτες, όταν ανοίγουν ξανά,
δεν οδηγούν ποτέ πίσω στην παλιά ζωή. Όμως τελικά βγήκε. Και όταν τον είδε,
κατάλαβε πως ούτε εκείνος είχε ξεχάσει.
Ο
Μινγκ-Γιουάν δεν ήταν πια ο νεαρός άνδρας που της έφερνε κλαδιά ανθισμένης
δαμασκηνιάς και βιβλία ποιημάτων. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν
στους κροτάφους. Το πρόσωπό του είχε αποκτήσει τη σοβαρότητα ενός ανθρώπου που
είχε περάσει χρόνια μέσα σε ευθύνες. Όμως το βλέμμα του ήταν το ίδιο.
«Πέρασαν
πολλά χρόνια», της είπε εκείνος.
Η Γιουν-Σου
χαμογέλασε αχνά.
«Πάρα πολλά.»
Και κανείς
από τους δύο δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα.
Στην αρχή οι
συναντήσεις τους ήταν σπάνιες. Ο Μινγκ-Γιουάν έβρισκε αφορμές να περνά από το
εμπορικό. Άλλοτε για να αγοράσει τσάι, άλλοτε για να συζητήσει για τις
εμπορικές διαδρομές, άλλοτε χωρίς πραγματικό λόγο.
Η Γιουν-Σου
ήξερε πως δεν ήταν το τσάι που τον έφερνε εκεί. Ήταν η ίδια. Και εκείνος ήξερε
πως πίσω από τις ευγενικές κουβέντες της υπήρχε η ίδια γυναίκα που είχε
γνωρίσει πριν από τόσα χρόνια. Μόνο που τώρα ανάμεσά τους υπήρχαν δεκαετίες
σιωπής.
Ο
Μινγκ-Γιουάν δεν της ζήτησε ποτέ να αφήσει τον Σονγκ. Δεν της υποσχέθηκε πως θα
μπορούσαν να διορθώσουν το παρελθόν. Ήταν και οι δύο αρκετά μεγάλοι πλέον για
να ξέρουν πως η ζωή δεν επιστρέφει ποτέ εκεί από όπου ξεκίνησε. Αλλά υπήρχε
κάτι που κανείς τους δεν μπορούσε να αρνηθεί. Όταν βρίσκονταν μαζί, ένιωθαν
ξανά εκείνο το κομμάτι του εαυτού τους που είχε μείνει παγιδευμένο στη Μιενγιάνγκ
πριν από τόσα χρόνια.
Όταν ο Σονγκ
έφευγε για εμπορικά ταξίδια, και τώρα πλέον γίνονταν περισσότερα και μεγαλύτρα,
αφού ο εμπορικές δραστηριότητες είχαν ανοίξει πολύ πιο γρήγορα από ότι
υπολόγιζε, οι συναντήσεις τους γίνονταν συχνότερες.
Στην αρχή η
Γιουν-Σου έλεγε στον εαυτό της πως ήταν μόνο παλιές αναμνήσεις. Μια τελευταία
προσπάθεια να καταλάβει τι είχε χαθεί. Όμως οι αναμνήσεις, όταν αποκτούν ξανά
παρουσία, μπορούν να γίνουν πιο δυνατές από όσο περιμένει κανείς. Ο
Μινγκ-Γιουάν την έβλεπε σαν τη μοναδική ευκαιρία που του είχε απομείνει. Δεν είχε
παντρευτεί ποτέ. Οι συγγενείς του τον είχαν πιέσει πολλές φορές, όμως πάντα
έβρισκε τρόπο να αποφύγει τις προτάσεις. Κάποιοι πίστευαν πως ήταν υπερβολικά
απαιτητικός. Άλλοι πως είχε αφιερωθεί μόνο στις επιχειρήσεις.
Η αλήθεια
ήταν απλούστερη. Είχε περιμένει μια γυναίκα που ίσως δεν θα επέστρεφε ποτέ.
Ήταν δούλος της εικόνας μια έφηβης
γεμάτης αθωότητα. Και τώρα εκείνη είχε επιστρέψει, σε μεγαλύτερη εκδοχή της
ηλικίας, αλλά η αθωότητα ήταν στο μυαλό του πάντα.
Ύστερα ήρθε η
επιδημία του «πυρετού των πλουσίων». Η ασθένεια εξαπλώθηκε γρήγορα ανάμεσα στις
εύπορες οικογένειες των πόλεων. Οι έμποροι έκλεισαν προσωρινά τα καταστήματά
τους, οι μετακινήσεις περιορίστηκαν και η καθημερινότητα άλλαξε. Για ένα
διάστημα, όλοι περίμεναν πως η ζωή θα σταματούσε. Η σχέση τους όμως δεν
σταμάτησε. Απλώς έγινε πιο προσεκτική. Οι επισκέψεις του Μινγκ-Γιουάν έγιναν
σπανιότερες και πιο κρυφές. Δεν υπήρχαν πια μεγάλες συναντήσεις ούτε άσκοπες
εμφανίσεις στους δρόμους. Υπήρχαν μόνο λίγες ώρες, κλεμμένες από μια ζωή που
είχε ήδη αποφασίσει πολλά πράγματα για εκείνους.
Η Γιουν-Σου
γνώριζε πως περπατούσε σε επικίνδυνο έδαφος. Όμως κάθε φορά που επέστρεφε στο
σπίτι της, κάθε φορά που έβλεπε τον Σονγκ εξαντλημένο από την ασθένειά του και
τις υποχρεώσεις του, αισθανόταν πως ένα κομμάτι της ζωής της έμενε ακόμη
ανεκπλήρωτο.
Η Λαν Σιν
ήταν η πρώτη που κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε. Δεν ήξερε τι. Δεν είχε
αποδείξεις. Μόνο μικρές αλλαγές. Η μητέρα της εξαφανιζόταν κάθε φορά που ο
πατέρας της έφευγε για εμπορικό ταξίδι. Στην αρχή νόμιζε πως ήταν επισκέψεις σε
φίλες, υποθέσεις του σπιτιού ή κάποια δουλειά που δεν γνώριζε. Όμως η απουσία
είχε μοτίβο. Ο πατέρας της έφευγε. Η μητέρα της γινόταν πιο ήρεμη, σχεδόν πιο
νέα. Και ύστερα έλειπε για ώρες. Η Λαν Σιν δεν την ρώτησε ποτέ. Είχε μεγαλώσει
βλέποντας πως οι ενήλικες κρατούν μυστικά όχι μόνο από τους άλλους αλλά και από
τον ίδιο τους τον εαυτό.
Μια μέρα,
όταν ο πατέρας της ταξίδευε ξανά, έμεινε μόνη στο σπίτι που νοίκιαζαν για τη
γιαγιά της. Η μητέρα της επέστρεψε κάπως αναστατωμένη. Της είπε ότι εκείνη θα φυλάξει την μητέρα της. Η Λαν Σιν δεν έδειξε πρόθυμη.
Αλλά η Γιουν-Σου της είπε: κάποιος πρέπει να μένει στο σπίτι. Η Λαν Σιν έφυγε. Αργότερα
όμως αναγκάστηκε να επιστρέψει. Είχε ξεχάσει να πάρει κάποια έγγραφα του
καταστήματος και ήθελε να τακτοποιήσει την παραγγελία της επόμενης ημέρας. Όταν
γύρισε βρήκε μόνο την υπηρέτρια και τη
γιαγιά της. Η Γιουν-Σου έλειπε.
Ήξερε πια
πως κάτι υπήρχε. Δεν γνώριζε ακόμη το όνομα του ανθρώπου. Δεν γνώριζε ακόμη πως
η μητέρα της είχε ξανασυναντήσει έναν άνδρα από το παρελθόν της. Αλλά ένιωθε
πως στη Μιενγιάνγκ η οικογένειά της είχε φέρει μαζί της περισσότερα μυστικά απ’
όσα μπορούσε να φανταστεί.
Η επίσκεψη της Λαν Γιν δεν έφυγε από το μυαλό της Λαν
Σιν. Για αρκετές ημέρες δεν έκανε τίποτε. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της
πως δεν είχε κανένα δικαίωμα να αναστατώσει τη ζωή ενός ανθρώπου που είχε πλέον
γίνει διοικητής μιας ολόκληρης πόλης.
Ύστερα, ένα πρωί, διάλεξε η ίδια ένα μικρό μεταλλικό
δοχείο με το καλύτερο ανοιξιάτικο τσάι του καταστήματος.
Το τύλιξε προσεκτικά με λευκό χαρτί και μεταξωτή
κορδέλα.
Δεν έγραψε προσωπική επιστολή.
Μόνο μια μικρή κάρτα:
«Η οικογένεια Σονγκ εύχεται
στον νέο διοικητή της Μιενγιάνγκ υγεία και επιτυχία στα καθήκοντά του.»
Στο τέλος, με μικρότερα γράμματα, πρόσθεσε μόνο:
«Με εκτίμηση, Λαν Σιν.»
Κάλεσε έναν από τους παλιούς υπαλλήλους του
καταστήματος.
«Θα παραδώσεις αυτό το δώρο στο διοικητήριο.»
«Αν με ρωτήσουν ποιος το στέλνει;»
«Θα πεις πως είναι προσφορά του εμπορικού οίκου
Σονγκ.»
Ο υπάλληλος έγνεψε και έφυγε.
Η Λαν Σιν δεν τον ρώτησε τίποτε όταν επέστρεψε.
Εκείνος όμως στάθηκε μόνος του μπροστά της.
«Ο διοικητής διάβασε ο ίδιος την κάρτα.»
Η καρδιά της χτύπησε δυνατότερα.
«Και;»
«Όταν είδε το όνομά σας, με ρώτησε αν βρίσκεστε στη
Μιενγιάνγκ.»
Η Λαν Σιν δεν μίλησε.
«Του απάντησα πως βοηθάτε πλέον τον κύριο Σονγκ στο
κατάστημα.»
Ο υπάλληλος χαμογέλασε αμυδρά.
«Τότε είπε μόνο μία φράση.»
«Ποια;»
«"Πες στην κυρία Λαν Σιν πως την ευχαριστώ για το
δώρο. Και πως, όταν το επιτρέψουν οι υποχρεώσεις της και οι δικές μου, θα ήθελα
να της ανταποδώσω προσωπικά την ευγένειά της."»
Το υπόλοιπο
της ημέρας κύλησε αργά. Η Λαν Σιν προσπάθησε να ασχοληθεί με τους λογαριασμούς
του καταστήματος, όμως το μυαλό της επέστρεφε συνεχώς στα λόγια της Λαν Γιν.
«Το σπίτι του βρίσκεται πλέον στην άλλη πλευρά της
πόλης.»
Δεν ήξερε
ποια πλευρά. Η Μιενγιάνγκ ήταν πολύ μεγαλύτερη από το Λο Τζιάνγκ και ο νέος
διοικητής θα μπορούσε να κατοικεί οπουδήποτε. Λίγο πριν κλείσει το εμπορικό,
φώναξε τον νεαρό υπάλληλο που συνόδευε συχνά τα εμπορεύματα στις παραδόσεις.
«Λιου.»
«Ναι, δεσποινίς;»
«Ξέρεις πού βρίσκεται η κατοικία του νέου διοικητή;»
Ο νεαρός ξαφνιάστηκε.
«Του στρατηγού Λι;»
Η Λαν Σιν έγνεψε αδιάφορα.
«Μόνο από περιέργεια ρωτώ. Μας είπε σήμερα μια
πελάτισσα πως προτιμά το τσάι μας.»
Ο Λιου έξυσε το κεφάλι του.
«Δεν ξέρω ακριβώς. Περίπου μόνο. Είναι στη δυτική
συνοικία των αξιωματούχων, κοντά στα στρατιωτικά καταλύματα. Αύριο έχουμε μια
παράδοση στην ίδια γειτονιά.»
Η Λαν Σιν σήκωσε το βλέμμα.
«Αλήθεια;»
«Ναι. Θα πάμε με το κάρο το πρωί.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή.
«Τότε θα έρθω κι εγώ.»
Ο υπάλληλος την κοίταξε απορημένος.
«Εσείς, δεσποινίς;»
«Ο πατέρας μου λέει πως πρέπει να γνωρίζω τους πελάτες
και τις διαδρομές του εμπορίου. Δεν έχω δει ακόμη εκείνη τη συνοικία.»
Η δικαιολογία ακουγόταν απολύτως λογική.
«Όπως επιθυμείτε.»
Ο νεαρός
υποκλίθηκε ελαφρά και επέστρεψε στη δουλειά του. Η Λαν Σιν έμεινε μόνη. Δεν
είχε πει ψέματα. Πράγματι ήθελε να γνωρίζει καλύτερα την πόλη. Απλώς υπήρχε κι
ένας ακόμη λόγος. Ήθελε να δει το σπίτι όπου έμενε ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Όχι να
τον συναντήσει. Όχι ακόμη. Μόνο να μάθει πού βρισκόταν. Ύστερα θα αποφάσιζε αν
η μοίρα, που τόσο παράξενα τους είχε φέρει ξανά στην ίδια πόλη, σκόπευε να
ανοίξει και δεύτερη φορά τον δρόμο μπροστά τους.
Την επόμενη
ημέρα η αγορά μόλις είχε αρχίσει να ζωντανεύει όταν οι δυο τους πήραν τον δρόμο
προς τη βόρεια συνοικία. Όσο πλησίαζαν, τα σπίτια γίνονταν μεγαλύτερα. Οι αυλές
ήταν περιποιημένες, οι πύλες ψηλότερες και στους δρόμους κυκλοφορούσαν
λιγότεροι έμποροι και περισσότεροι υπηρέτες. Σταμάτησαν μπροστά σε ένα μικρό
παντοπωλείο της γειτονιάς. Έξω από την πόρτα μια ηλικιωμένη γυναίκα καθάριζε
λαχανικά μέσα σε μια ξύλινη λεκάνη.
Η Λαν Σιν την πλησίασε με ευγένεια.
«Θα μπορούσα να σας ρωτήσω κάτι;»
Η γυναίκα σήκωσε το κεφάλι.
«Βεβαίως.»
«Ψάχνουμε την κατοικία του νέου διοικητή. Έχουμε ένα
δέμα από το εμπορικό του κυρίου Σονγκ.»
Η ηλικιωμένη χαμογέλασε.
«Του στρατηγού Λι;»
«Ναι.»
Η γυναίκα σήκωσε το χέρι και έδειξε τον δρόμο.
«Συνεχίστε ίσια δύο τετράγωνα. Θα δείτε ένα μεγάλο
σπίτι με γκρίζα πέτρινη πύλη και δύο κυπαρίσσια μπροστά. Εκεί μένει.»
Έπειτα πρόσθεσε με τον αυθορμητισμό των ανθρώπων της
γειτονιάς:
«Θα το καταλάβετε εύκολα. Συνήθως υπάρχουν δύο φρουροί
στην είσοδο. Κι όποτε είναι μέσα, τα άλογα του επιτελείου του είναι δεμένα
απέξω.»
Η Λαν Σιν υποκλίθηκε ελαφρά.
«Σας ευχαριστώ πολύ.»
Καθώς απομακρύνθηκαν, ο υπάλληλος είπε χαμηλόφωνα:
«Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε πού θα έρθω αύριο να
παραδώσω το δέμα.»
Η Λαν Σιν δεν απάντησε αμέσως.
Το βλέμμα της είχε ήδη σταθεί, από μακριά, στην πέτρινη
πύλη που μόλις διακρινόταν στο τέλος του δρόμου.
Ύστερα χαμήλωσε τα μάτια.
«Ναι», είπε ήρεμα.
«Τώρα ξέρουμε.»
Το βράδυ είχε
πέσει πάνω από τη Μιενγιάνγκ και οι δρόμοι είχαν αρχίσει να αδειάζουν. Τα
εμπορικά είχαν κλείσει τις ξύλινες πόρτες τους, ενώ μόνο λίγα φανάρια έμεναν
ακόμη αναμμένα έξω από τα μεγαλύτερα αρχοντικά. Η Λαν Σιν κρατούσε στα χέρια
της ένα κυλινδρικό μεταλλικό δοχείο για τσάι, τυλιγμένο με σκούρο μπλε ύφασμα.
Ήταν από εκείνα που χρησιμοποιούσε ο πατέρας της για τις καλύτερες ποικιλίες.
Δεν είχε αφήσει τον υπάλληλο να το παραδώσει. Το σχέδιό της ήταν διαφορετικό. Είχε
πει στη μητέρα της πως, αφού έκλεινε το κατάστημα, θα περνούσε από το σπίτι της
γιαγιάς της για να δει αν χρειαζόταν κάτι για τη νύχτα. Δεν ήταν ψέμα. Σκόπευε
πράγματι να περάσει από εκεί. Απλώς όχι αμέσως. Περπάτησε ήρεμα προς τη βόρεια
συνοικία. Την προηγούμενη ημέρα είχε μάθει πού ακριβώς βρισκόταν η κατοικία του
νέου διοικητή. Δεν χρειαζόταν πια να ρωτήσει κανέναν. Η μεγάλη πέτρινη πύλη
υψωνόταν μπροστά της, φωτισμένη από δύο λυχναράκια. Δύο οπλισμένοι φρουροί
στέκονταν ακίνητοι στις θέσεις τους.
Έπλαθε την
εικόνα στο μυαλό της σαν πρόβα. Η Λαν Σιν θα πλησίαζε χωρίς δισταγμό.
«Στάσου.» θα της έλεγε ο ένας φρουρός και θα έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Τι ζητάς τέτοια ώρα;» θα τη ρώταγε.
Η Λαν Σιν θα σήκωνε ελαφρά το μεταλλικό δοχείο.
«Έφερα το τσάι που παράγγειλε ο διοικητής.»
Οι δύο άνδρες θα αντάλλασαν μια σύντομη ματιά.
«Από ποιον εμπορικό οίκο;»
«Του Σονγκ Τζιάνγκ-Χάι.»
Ο μεγαλύτερος από τους δύο ίσως έγνεφε.
Η Λαν Σιν θα συνέχιζε με την ίδια ήρεμη φωνή.
«Πείτε του μόνο ότι ήρθε η Λαν Σιν.»
«Περίμενε εδώ.» εκείνος μπορεί να της έλεγε.
Η Λαν Σιν θα
παρέμενε ακίνητη. Η καρδιά της θα χτυπούσε δυνατότερα απ' όσο άφηνε να φανεί το
πρόσωπό της. Δεν ήξερε αν ο Λι Γουέν-Τσενγκ θα τη δεχόταν. Δεν ήξερε καν αν τη
θυμόταν όπως τον θυμόταν εκείνη. Είχαν περάσει σχεδόν δύο χρόνια. Δύο χρόνια
γεμάτα μεταθέσεις, χαμένους αρραβώνες και ανατροπές που κανείς δεν θα μπορούσε
να είχε προβλέψει.
Κι όμως,
καθώς στεκόταν τώρα απέναντι από την πύλη, ένιωθε σαν να είχαν περάσει μόνο
λίγες ημέρες από εκείνη τη νύχτα στο Λο Τζιάνγκ, όταν του είχε προσφέρει έναν
υφασμάτινο στρατιωτικό θώρακα και, πριν ακόμη ξημερώσει, είχαν μοιραστεί κάτι
πολύ πιο πολύτιμο από ένα δώρο.
Λίγα λεπτά αργότερα ο φρουρός θα επέστρεψε.
«Ο διοικητής θα σας δεχθεί.» θα της έλεγε.
Θα άνοιγε την πύλη.
«Παρακαλώ, ακολουθήστε με.»
Η Λαν Σιν
έσφιξε λίγο περισσότερο το μεταλλικό δοχείο στα χέρια της. Γύρισε για μια
στιγμή το βλέμμα προς τον δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι της γιαγιάς της.
«Θα περάσω κι
από εκεί», σκέφτηκε. Το σχέδιό της ήταν έτοιμο. Έμενε μόνο η απόφαση.
η εσπερινή επισκέπτρια
Ο φρουρός
άνοιξε την εσωτερική πόρτα και υποκλίθηκε.
«Έφερα το τσάι που παράγγειλε ο διοικητής. Πείτε του
πως ήρθε η Λαν Σιν από τον οίκο Σονγκ.»
Ο φρουρός
πήρε στα χέρια του το μεταλλικό δοχείο, το εξέτασε σύντομα και ανέβηκε να
ενημερώσει τον διοικητή.
Ο άλλος
φρουρός κοίταζε αμήχανα την νεαρή κοπέλλα που είχε καλυμμένο το πρόσωπο. Ο
ήλιος μόλις είχε δύσει.
Η Λαν Σιν πέρασε σιωπηλά την αυλή. Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ στεκόταν μόνος στο γραφείο του.
Όταν την είδε, έμεινε για λίγες στιγμές ακίνητος.
«Λαν Σιν...»
Εκείνη ακούμπησε προσεκτικά το μεταλλικό δοχείο πάνω
στο τραπέζι.
«Το τσάι που παραγγείλατε.»
Έπειτα γύρισε και έκλεισε μόνη της την πόρτα.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πιο βαριά από κάθε λέξη.
«Δεν περίμενα να έρθεις η ίδια.»
«Το ξέρω.»
Τον κοίταξε στα μάτια.
«Γι' αυτό ήρθα.»
Ο Λι έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
«Δεν είναι σωστό.»
Εκείνη χαμογέλασε πικρά.
«Τώρα είμαστε μόνοι.»
Έκανε ακόμη ένα βήμα.
«Εδώ δεν υπάρχει η κόρη σου.»
Η φωνή της χαμήλωσε.
«Ήξερες ότι θα επέστρεφε κάποτε. Γι' αυτό ήθελες να με
αποφύγεις.»
Ο Λι δεν απάντησε.
«Πώς θα μπορούσες να της πεις ότι μια συνομήλική της
ήταν ερωμένη σου;»
Η λέξη έμεινε να αιωρείται ανάμεσά τους.
Ο πολέμαρχος κατέβασε το βλέμμα.
Δεν είχε απάντηση.
Η Λαν Σιν πλησίασε αργά.
Άγγιξε το πέτο του χιτώνα του.
Ύστερα τον φίλησε.
Εκείνος έκανε μια κίνηση σαν να ήθελε να απομακρυνθεί.
«Μη...»
«Γιατί;»
Η φωνή του ήταν σχεδόν ψίθυρος.
«Έχω μολυνθεί από τη νόσο.»
Η Λαν Σιν δεν τράβηξε το χέρι της.
«Δεν με νοιάζει.»
Και πριν προλάβει να μιλήσει ξανά, χώθηκε στην αγκαλιά
του.
Ο Λι προσπάθησε για μια ακόμη στιγμή να αντισταθεί.
Ήξερε πως
κάθε βήμα που έκανε προς εκείνη ήταν ένα βήμα μακριά από όσα είχε υποσχεθεί. Στη
Γιουν-Σου. Στην Τιάν-Μι. Στη Λαν Γιν. Δεν ήξερε πια ποια πρόδιδε περισσότερο. Τη
γυναίκα στην οποία είχε δώσει τον λόγω του ότι δεν θα ξανασυναντηθεί με την
κόρη της; Την νεαρή κοπέλα, που ίσως ήταν κόρη του, και με την οποία είχε ήδη
παραβεί, κάθε όριο που πίστευε πως δεν θα ξεπερνούσε ποτέ. Ή τη χήρα που τώρα
μοιραζόταν προσωρινά τη ζωή του στην Μιενγιάνγκ; Ίσως όλες. Ίσως όμως περισσότερο τον ίδιο του
τον εαυτό, εκείνον τον άνθρωπο που κάποτε πίστευε πως μπορούσε να ελέγχει τις
επιθυμίες του όπως έλεγχε τους στρατιώτες του.
Κι όμως,
όταν η Λαν Σιν τον αγκάλιασε ξανά, όλες οι σκέψεις διαλύθηκαν. Έμειναν μόνο δύο
άνθρωποι που είχαν προσπαθήσει επί δύο χρόνια να ξεχάσουν ο ένας τον άλλον
χωρίς να το κατορθώσουν. Η Λαν Σιν ήταν ακόμη ξαπλωμένη δίπλα του. Σκεπτόταν
τον εαυτό της από τα υπόγεια του αρχοντικού του, στην κεντρική του κρεβατοκάμαρα στο Λο Τζιάνγκ και
τώρα στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού του
στην Μιενγιάνγκ. Αυτή ήταν πιο ευτυχισμένη
στιγμή της από τις τρεις συναντήσεις τους. Και ας ήταν η πιο σύντομη.
Ο Λι έσπασε πρώτος τη σιωπή.
«Δεν πρέπει να μείνεις πολύ εδώ.»
Εκείνη γύρισε προς το μέρος του και τον φίλησε απαλά.
«Το ξέρω.»
Έμεινε για λίγο ακουμπισμένη στον ώμο του.
«Βρες ένα μέρος να συναντιόμαστε.»
Ο Λι αναστέναξε.
«Μην σπαταλάς τη ζωή σου.»
Σταμάτησε για λίγο.
«Σε λίγες μέρες φεύγω.»
Η Λαν Σιν τον κοίταξε σταθερά.
«Για όσο θα είσαι ακόμη εδώ.»
Εκείνος έμεινε σιωπηλός.
Ύστερα είπε σαν να σκεφτόταν μεγαλόφωνα:
«Ίσως... να βρεθεί κάποιο φυλάκιο. Κάποια κατοικία που
χρησιμοποιεί η φρουρά.»
Η Λαν Σιν χαμογέλασε αχνά.
«Υπάρχει ένα σπίτι κοντά στο κατάστημά μας, στη νότια
αγορά.»
Ο Λι την κοίταξε.
«Είναι άδειο εδώ και λίγο καιρό.»
«Θα μπορούσα να το νοικιάσω.»
«Για ποιο λόγο;»
«Ως αποθήκη του εμπορικού. Ο ιδιοκτήτης είναι πελάτης
μας. Δεν θα δυσκολευτώ να το νοικιάσω. Τον βλέπω σχεδόν κάθε μέρα. Αύριο θα σου
στείλω τσάι με υπάλληλο του καταστήματος. Μέσα θα γράφει τη διεύθυνση.»
Η απάντηση
ακούστηκε τόσο φυσική, ώστε για μια στιγμή ακόμη και ο ίδιος σχεδόν την
πίστεψε. Δεν γνώριζε πως το σπίτι αυτό είχε στεγάσει μέχρι πρόσφατα ένα άλλο
μυστικό. Ήταν το ίδιο που νοίκιαζε ο καταχραστής Γου Ζι-Χαν για την ερωμένη
του, τη Μου-Γιούε.
Η μοίρα
έμοιαζε να ανακυκλώνει τους ίδιους τοίχους για διαφορετικούς ανθρώπους. Κανείς
από τους δύο δεν μπορούσε ακόμη να φανταστεί πόσα μυστικά θα χωρούσαν σύντομα
κάτω από εκείνη τη στέγη.
Η Λαν Σιν
ντύθηκε γρήγορα. Δεν είχε περάσει ούτε μία ώρα στην οικία του διοικητή. Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ έδωσε εντολή στον ένα από τους δύο φρουρούς.
«Να
συνοδεύσεις την νεαρά μέχρι το σπίτι της.»
Αργά εκείνο
το βράδυ ο διοικητής επισκέφθηκε την χήρα Λαν Γιν. Η Λαν Γιν κατάλαβε αμέσως πως κάτι είχε
αλλάξει μέσα του, κάτι βασάνιζε τη σκέψη του.
«Φεύγω σε
λίγες ημέρες. Ήρθε η τοποθέτηση του νέου
διοικητή. Θα πρέπει σιγά σιγά να σταματήσουμε να βλεπόμαστε.»
«Ποιος είναι;»
«Έχουμε
υπηρετήσει μαζί πριν πολλά χρόνια. Όταν κυνηγούσαμε τον Ζιάνγκ Σιεντζόγκ. Ήταν
θαρραλέος. Και κυρίως είναι χήρος» είπε
στην χήρα ακροβάτισσα και αφέθηκε στις περιποιήσεις της. Εκείνη ήξερε ότι όποιος παραλαμβάνει τη θέση, παραλαμβάνει και τα
προνόμια. Και γιατί το προνόμιο να μην ήταν εκείνη. Χήρος ήταν ο νέος δοικητής
της φρουράς της Μιενγιάνγκ.
Από το επόμενο
βράδυ ο Λι Γουέν-Τσενγκ αντί να επισκέπτεται το σπίτι της χήρας επισκεπτόταν
για κάποιες νύχτες το σπίτι στη νότια αγορά, με προφυλάξεις πάντοτε. Με τις
ίδιες προφυλάξεις που έπαιρνε κάποτε και ο Γου Ζι-Χαν. Και στα παράνομα σπίτια πάντα για εκείνους
που συναντιούνται ο πόθος φουντώνει περισσότερο. Ίσως επειδή δεν ξέρουν για
πόσο θα κρατήσει.
το δώρο
Η νότια αγορά
της Μιενγιάνγκ είχε έναν διαφορετικό ήχο τη νύχτα. Την ημέρα ήταν ένας κόσμος
από φωνές εμπόρων, καρότσια φορτωμένα με κιβώτια, μυρωδιές από τσάι, μπαχαρικά
και υφάσματα που έφταναν από μακρινές επαρχίες. Οι έμποροι φώναζαν τις τιμές
τους, οι υπηρέτες περνούσαν βιαστικά ανάμεσα στα πλήθη και τα ξύλινα παντζούρια
των καταστημάτων άνοιγαν από νωρίς το πρωί σαν να υποδέχονταν μια ακόμη ημέρα
που δεν είχε τίποτα καινούργιο να προσφέρει.
Όμως όταν
έπεφτε η νύχτα, η αγορά άλλαζε πρόσωπο. Τα μεγάλα καταστήματα έκλειναν τις
πόρτες τους, τα φανάρια έμεναν αναμμένα πάνω από τις εισόδους και πίσω από τους
τοίχους των σπιτιών συνέχιζαν να ζουν μικρές ιστορίες που κανείς δεν γνώριζε.
Οι έμποροι κρατούσαν τα μυστικά τους όπως κρατούσαν τα πιο πολύτιμα προϊόντα
τους: κρυμμένα, προστατευμένα, μακριά από τα μάτια των άλλων.
Σ’ ένα από
εκείνα τα σπίτια, κοντά στις αποθήκες του εμπορικού οίκου Σονγκ, ο Λι
Γουέν-Τσενγκ άφηνε κάθε βράδυ ένα κομμάτι από τον άνθρωπο που ήταν δημόσια. Εκεί
δεν ήταν ο διοικητής της φρουράς. Δεν ήταν ο πολέμαρχος που όλοι χαιρετούσαν με
σεβασμό. Ήταν απλώς ένας άνδρας που ήξερε πως οι ημέρες του στη Μιενγιάνγκ
τελείωναν.
Η Λαν Σιν
είχε φροντίσει το σπίτι να φαίνεται σαν απλή αποθήκη. Κιβώτια με τσάι
βρίσκονταν στις γωνίες, υφάσματα κάλυπταν τα ράφια και κανείς που περνούσε απ’
έξω δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως πίσω από εκείνη τη συνηθισμένη πόρτα
κρυβόταν μια σχέση που δεν είχε δικαίωμα να υπάρχει.
Κι όμως, για
τις λίγες εκείνες εβδομάδες, ούτε ενάμισι μήνα που τους είχε απομείνει, εκείνο
το σπίτι ήταν ο μόνος τόπος όπου ο χρόνος σταματούσε. Η Γιουν-Σου ίσως την
κάλυπτε, ίσως την άφηνε να γευθεί αυτό που είχε χάσει στο Λο Τζιάνγκ. Δεν ήθελε
να επέμβει στη ζωή της κόρης της μετά την αποτυχία του αρραβώνα της. Ας ήταν με
όποιον επιθυμούσε. Αρκεί να την επιθυμούσε και εκείνος. Και τις λίγες ημέρες
που βρισκόταν ο Σονγκ στην Μιενγιάνγκ του έλεγε. «Είναι στη γιαγιά της. Μήπως
δεν θέλεις να μείνουμε μόνοι μας;»
Η Λαν Σιν
ήξερε πως δεν μπορούσε να κρατήσει τον Λι για πάντα. Το ήξερε από την πρώτη
στιγμή που τον είδε ξανά. Ήξερε πως κάθε φορά που περνούσε την πόρτα εκείνου
του σπιτιού πλησίαζε η ημέρα που θα έφευγε από τη Μιενγιάνγκ. Αλλά δεν φοβόταν.
Ίσως επειδή είχε ήδη περιμένει δύο χρόνια. Ίσως επειδή είχε μάθει πως ορισμένοι
άνθρωποι δεν ανήκουν σε μια ζωή ολόκληρη. Ανήκουν σε κάποιες στιγμές που, όσο
μικρές κι αν είναι, μπορούν να αλλάξουν τα πάντα.
Ένα βράδυ,
όταν η βροχή χτυπούσε ελαφρά τα κεραμίδια και ο ήχος της αγοράς είχε σβήσει, ο
Λι Γουέν-Τσενγκ έμεινε για ώρα σιωπηλός.
Η Λαν Σιν τον κοίταξε.
«Σκέφτεσαι πάλι ότι πρέπει να φύγεις;»
Εκείνος δεν απάντησε αμέσως.
«Δεν έχεις μέλλον μαζί μου.»
Η Λαν Σιν χαμογέλασε ήρεμα.
«Δεν μου χρειάζεται.»
Ο Λι την κοίταξε σαν να μην κατάλαβε.
«Μου αρκούν οι στιγμές.»
Εκείνος κατέβασε το βλέμμα.
«Η ζωή μου είναι στο Λο Τζιάνγκ.»
Η απάντηση ήρθε γρήγορα.
«Πού; Στην κόρη σου;»
Ο Λι σήκωσε το βλέμμα.
«Ναι. Στην αδελφή μου και στην κόρη μου.»
Σταμάτησε.
«Με χρειάζονται. Δεν μπορώ να τις εγκαταλείψω.»
Η Λαν Σιν τον παρατήρησε για λίγο.
«Μιλάς σαν να
τις έχεις παντρευτεί και τις δύο.»
Ο Λι
χαμογέλασε αμυδρά, αλλά η θλίψη δεν έφυγε από το πρόσωπό του.
«Η ευθύνη
είναι μεγαλύτερη από έναν γάμο.»
Έμεινε σιωπηλός για λίγο.
«Ο γάμος
μπορεί να μην κρατήσει. Οι άνθρωποι αλλάζουν. Οι δρόμοι χωρίζουν. Αλλά η ευθύνη
και η υποχρέωση κρατούν για πάντα.»
Η Λαν Σιν
ακούμπησε το χέρι της στο δικό του.
«Η κόρη σου
θα παντρευτεί σε λίγο καιρό.»
Ο Λι δεν απάντησε.
«Τότε τι θα
κάνεις;»
Εκείνος
κοίταξε προς το παράθυρο. Έξω τα φανάρια της νότιας αγοράς έτρεμαν μέσα στη
βροχή.
«Δεν είναι
μόνο η κόρη μου.»
Η φωνή του
ήταν χαμηλή.
«Όλη μου η ζωή
βρίσκεται στο Λο Τζιάνγκ. Σε τόσους τόπους βρέθηκα. Σε τόσες εκστρατείες. Και
κανένας δεν με κράτησε.»
Η Λαν Σιν
χαμογέλασε.
«Εδώ όλοι σε
θέλουν.»
Εκείνος γύρισε προς το μέρος της.
«Οι
στρατιώτες λένε τα καλύτερα λόγια.»
Ο Λι κούνησε το κεφάλι.
«Εδώ είμαι
φιλοξενούμενος.»
Κοίταξε γύρω του το μικρό δωμάτιο.
«Και πάντα
τους φιλοξενούμενους τους βλέπουν πιο ήπια. Πιο ανεκτικά. Ξέρουν πως θα φύγουν
σύντομα.»
Η Λαν Σιν δεν
απάντησε. Γιατί ήξερε πως μιλούσε όχι μόνο για την πόλη. Μιλούσε και για
εκείνη.
Οι τελευταίες
εβδομάδες πέρασαν γρήγορα. Η Μιενγιάνγκ συνέχιζε να κινείται γύρω τους σαν να
μην γνώριζε τίποτα. Οι έμποροι άνοιγαν τα καταστήματά τους, τα παιδιά έτρεχαν
στους δρόμους, οι φρουροί άλλαζαν βάρδιες στις πύλες.
Και μέσα σε αυτή τη συνηθισμένη ζωή, η Λαν Σιν και ο
Λι ζούσαν τον δικό τους κρυφό χρόνο. Δεν μιλούσαν πάντα για το μέλλον. Μερικές
φορές μιλούσαν για ασήμαντα πράγματα. Για ένα νέο είδος τσαγιού. Για τις παλιές
ιστορίες του Λο Τζιάνγκ. Για τη ζωή που ίσως θα είχαν αν ο κόσμος ήταν
διαφορετικός. Αλλά και οι δύο γνώριζαν πως ο κόσμος τους δεν θα άλλαζε.
Ένα βράδυ,
λίγο πριν την αναχώρησή του, η Λαν Σιν του είπε
«Άφησέ μου
κάτι από σένα.»
Ο Λι την κοίταξε.
«Το δώρο μου
σου έσωσε τη ζωή.»
Εκείνος
κατάλαβε. Ο υφασμάτινος θώρακας.
«Αυτό είναι
αλήθεια», της είπε.
Άγγιξε το χέρι της.
«Αν δεν ήταν
εκείνος ο επενδύτης, το ακόντιο του Λιού Γιουάν θα με είχε διαπεράσει.»
Η Λαν Σιν τον
κοίταξε στα μάτια.
«Τότε κάνε μου
και εσύ ένα δώρο.»
Για μια
στιγμή ο Λι δεν κατάλαβε. Ύστερα είδε το βλέμμα της. Εκείνη τη στιγμή, μέσα στη
σιωπή του μικρού σπιτιού της νότιας αγοράς, ένιωσε πως κάτι είχε αλλάξει. Κάτι
που δεν μπορούσε πια να πάρει πίσω. Ένα δώρο που δεν θα έμενε κρυμμένο για
πάντα. Ένα κομμάτι του που θα παρέμενε στη Μιενγιάνγκ, ακόμη κι όταν εκείνος θα
είχε φύγει. Εννέα μήνες αργότερα, η Λαν Σιν θα το έφερνε στον κόσμο.
«Θα βρω
κάποιον να παντρευτώ», του είπε.
Ο Λι την κοίταξε σιωπηλός.
«Στην ανάγκη,
κάποιον από τους ανθρώπους του καταστήματος.»
Έπειτα χαμήλωσε τη φωνή της.
«Αρκεί να
ξέρω ότι το δώρο είναι δικό σου.»
Ο Λι δεν
μπόρεσε να απαντήσει. Γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως η Μιενγιάνγκ δεν θα
ήταν ποτέ απλώς ένας ακόμη τόπος όπου υπηρέτησε. Θα ήταν η πόλη όπου άφησε πίσω
του κάτι που δεν μπορούσε να πάρει μαζί του. Ένα παιδί που ίσως δεν θα μεγάλωνε
γνωρίζοντας το όνομά του. Μια γυναίκα που δεν του ζήτησε να μείνει. Μια αγάπη
που δεν απαίτησε υποσχέσεις. Μόνο μια στιγμή αλήθειας.
Όταν έφυγε
από τη Μιενγιάνγκ, πήρε μαζί του τα όπλα του, τη συνοδεία του και τις
αναμνήσεις των ημερών στη φρουρά. Όλα είχαν ξεκινήσει με προβλήματα. Αλλά τα
προβλήματα ένα ένα είχαν σβήσει. Ο νέος διοικητής παρέλαβε ένα λειτουργικό
στρατόπεδο και έντιμους άνδρες. Τώρα αν θα παραλάμβανε και το προνόμιο της χήρας Λαν Γιν, αυτό ήταν δική
του απόφαση.
Πίσω του, όμως,
στη νότια αγορά, έμεινε κάτι διαφορετικό. Ένα δώρο. Μια μικρή κατάθεση ζωής
μέσα σε μια πόλη που δεν θα τον ξεχνούσε ποτέ. Γιατί μερικές φορές οι άνθρωποι
δεν αφήνουν πίσω τους μνημεία. Αφήνουν ανθρώπους.
Υπερσυνδέσεις αναρτήσεων
Το χιόνι δεν θυμάται Part 1 σκηνογραφιημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 2 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 3 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογρφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 4 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
: Το χιόνι δεν θυμάται Part 5 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 6 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 7 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία