το χιόνι δεν θυμάται
Part
5
σκηνογραφημένη νουβέλα 2026
τεχνητή Πεζογραφία
The Snow Does
Not Remember
A Scenographed
Novella, 2026
Artificial
Prose
Το Part 5 εκκινεί με το Μέρος Θ της νουβέλας.
Περιλαμβάνει και το Μέρος Ι της νουβέλας.
Η νουβέλα αποτελείται από ΙΒ Μέρη.
ΜΕΡΟΣ Θ
η αναχώρηση του Λι Γουέν-Τσενγκ για την τρίμηνη
περιοδεία του
η γριά υπηρέτρια Σιάνγκ-Λι και οι δύο δοκιμασίες
οι επισκέψεις της θείας Λι Σου-Γιάν
η εγκρατής συμπεριφορά του Λι Γουέν-Τσενγκ
τα γενέθλια της πεθεράς της Λι Σου-Γιάν
οι χαρακιές με τα νύχια
η προστασία της Λι Σου-Γιάν προς τον μεγαλύτερο αδελφό
της
η ώρα της αλήθειας και του ψεύδους
η κατάρρευση
ΜΕΡΟΣ Ι
η εκστρατεία της χήρας
μια παλαιά και μια νέα ερωμένη συναντιούνται
η επιστροφή από την εκστρατεία της χήρας
η απόταξη
η νύχτα της διεκδίκησης
η συγκάλυψη της θείας
οι ευχαριστίες των τεσσάρων χηρών
το βαθύ σκοτεινό μυστικό δωμάτιο
οι ομαδικοί γάμοι των τεσσάρων χηρών
οι περιοδικές εμφανίσεις της Σιάο-Γινγκ στο μέρος που
κάποτε της ανήκε
ένας θίασος σκιών επισκέπτεται το Λο
Τζιάνγκ
η ιδιωτική παράσταση του θιάσου
σκιών
οι νύχτες στο βαθύ σκοτεινό δωμάτιο
η επιστολή
ΜΕΡΟΣ Θ
η
αναχώρηση του Λι Γουέν-Τσενγκ για την τρίμηνη περιοδεία του
Η τελευταία νύχτα πριν
από την αναχώρηση του Λι Γουέν-Τσενγκ
για τη τρίμηνη περιοδεία του ήταν βαριά με σιωπή. Η Τιάν-Μι βρισκόταν στο
δωμάτιό της, παρατηρώντας το φως των κεριών να χορεύει πάνω στους τοίχους,
καθώς η σκέψη της περιπλανιόταν στις ώρες που είχαν περάσει μαζί. Για πρώτη
φορά, βρισκόταν μπροστά σε μια κατάσταση που δεν είχε αντιμετωπίσει ποτέ πριν·
η θέση της είχε αλλάξει ακαριαία, και με αυτόν τον νέο ρόλο ήρθαν και νέα
συναισθήματα, καθώς και η επίγνωση των κινδύνων.
Ήταν τώρα η μυστική συνοδός της καρδιάς του, η
άλλη πλευρά του πάθους που πάντα υπήρχε, αλλά ποτέ δεν είχε εκδηλωθεί με τόση
ένταση. Κάθε σκέψη της για εκείνον συνυπήρχε με τον φόβο για την ασφάλειά του,
για τη ζωή του μέσα στις αναπόφευκτες δυσκολίες των ταξιδιών του και των
στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Ο φόβος αυτός πολλαπλασιαζόταν από την νέα της
θέση· ήξερε ότι η καρδιά της ήταν πλέον δεμένη με τη δική του, και ότι κάθε
απουσία του θα άφηνε ένα κενό, αλλά και μια ευθύνη που δεν είχε νιώσει ποτέ.
Καθώς άκουγε τον άνεμο να
γλιστράει μέσα από τα παράθυρα, η Τιάν-Μι ένιωσε τη συνειδητοποίηση μιας
αθέατης δύναμης μέσα της. Το πάθος που ένιωθε δεν ήταν πια απλώς θαυμασμός ή
τρυφερότητα· ήταν η συγκατάθεση της
καρδιάς της στο παιχνίδι των συναισθημάτων, η αποδοχή του ρίσκου που
έφερε μαζί του η αγάπη και η προσκόλληση. Κάθε σκέψη για το ταξίδι του Λι
Γουέν-Τσενγκ ήταν τώρα βαριά με συναίσθημα και δισταγμό· ήξερε ότι η
απομάκρυνσή του θα γέμιζε το δωμάτιο με σιωπή, αλλά και με τη γλυκιά ένταση της
απουσίας του.
Κάθισε ήσυχα, αφήνοντας το φως των κεριών να
αντανακλάται στα μάτια της, και ήξερε ότι η αυριανή αναχώρηση δεν θα ήταν απλώς
ένα ταξίδι για τον πατέρα· θα ήταν και η πρώτη μεγάλη δοκιμασία για τη δική της
καρδιά.
η
γριά υπηρέτρια Σιάνγκ-Λι και οι δύο δοκιμασίες
Η γριά υπηρέτρια Σιάνγκ-Λι
ήταν η μόνη που καταλάβαινε πως κάτι είχε αλλάξει ανάμεσα στη Τιάν-Μι και τον
Λι Γουέν-Τσενγκ. Η νεαρή κοπέλα παρουσίαζε τα ίδια συμπτώματα που είχε δείξει κάποτε
η Σου-Γιάν όταν εκείνος έφευγε για τις περιοδείες του: ονειροπόληση, απομόνωση,
προσπάθεια να αποφεύγει τα βλέμματα, μια αίσθηση εσωτερικής αναμονής που δεν
έλεγε να κοπάσει. Η Σιάνγκ-Λι ήξερε καλά πως το μοιραίο που κάποτε δεν είχε συμβεί
μέσα σε αυτό το σπίτι, τώρα είχε πραχθεί.
Ίσως ήταν το σπίτι που γένναγε
τέτοιες καταστάσεις, ίσως η ηλικία των κοριτσιών, κοντά στην εποχή του γάμου
και ακόμα ανύπαντρες, τις έκανε πιο ευάλωτες, ίσως πάλι ήταν ο ίδιος ο άρχοντας
Λι Γουέν-Τσενγκ που προσέλκυε τέτοιες παρορμήσεις και πάθη. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ,
με τις πυρπολήσεις, τις σφαγές που είχε αφήσει πίσω του στις περιοχές των
εκκαθαριστικών εκστρατειών, τραβούσε πάνω του αόρατες συνέπειες της μοίρας. Κάτι
από αυτήν την βαρειά αρνητική ενέργεια που κουβαλούσε, δημιουργούσε καταστάσεις
που δεν μπορούσαν να αποφευχθούν, κι όποιος πλησίαζε κοντά του έμπλεκε στα
αόρατα δίχτυα της τύχης.
Η γριά υπηρέτρια Σιάνγκ-Λι
είχε μάθει να διαβάζει τα πράγματα όχι μόνο στα πρόσωπα, αλλά και στα κενά
ανάμεσα στις λέξεις. Από τότε που υπηρετούσε τον Λι Γουέν-Τσενγκ, είχε δει
εποχές να αλλάζουν, γυναίκες να έρχονται και να φεύγουν, όρκους να ψιθυρίζονται
τη νύχτα και να ξεχνιούνται το πρωί.
Πόσες φορές μπορούσε ένας
άνδρας να σταθεί μπροστά στον ίδιο πειρασμό και να μείνει ακίνητος; Πόσες φορές
μπορούσε να του δοθεί η ίδια δοκιμασία από τη μοίρα, σαν κύμα που επιστρέφει
ξανά και ξανά στην ίδια ακτή; Αν κάποτε είχε ξεπεράσει τις καθοριστικές εκείνες
στιγμές με τη Λι Σου-Γιάν, δεν ήταν μόνο από δύναμη χαρακτήρα. Η Σιάνγκ-Λι το
γνώριζε καλά. Είχε υπάρξει και η δική της αθόρυβη, αθέατη παρέμβαση. Μπορεί
τότε τα άστρα να είχαν χαράξει διαφορετική πορεία. Μπορεί οι ουρανοί να μην
είχαν επιτρέψει εκείνη τη σμίξη. Υπάρχουν ενώσεις που τις εμποδίζουν οι
άνθρωποι· κι άλλες που τις αναβάλλει ο ίδιος ο ουρανός.
Τώρα όμως η Σιάνγκ-Λι δεν
βρισκόταν κοντά. Η Σιάνγκ-Λι δεν ήταν πια εκεί τα βράδια. Με το που έπεφτε το
φως, έδενε σφιχτά το σάλι της και επέστρεφε στο φτωχικό της σπίτι, για να
σκύψει πάνω από τον άρρωστο άνδρα της, να του δώσει το πικρό αφέψημα και να
ακούσει την κομμένη του ανάσα μέσα στη σιωπή. Κι αναρωτιόταν: ακόμη κι αν
βρισκόταν κοντά, θα είχε άραγε το δικαίωμα να αποτρέψει κάτι;
Την πρώτη φορά είχε
παρέμβει γιατί υπήρχε εντολή. Η μητέρα της Λι Σου-Γιάν, ψυχορραγώντας, της είχε
σφίξει τον καρπό και της είχε αποσπάσει υπόσχεση να προσέχει την κόρη της.
Εκείνη η υπόσχεση ήταν ασπίδα και νομιμοποίηση μαζί. Τώρα κανείς δεν της είχε
αναθέσει τέτοιο χρέος.
Αλλά και η ίδια είχε
γεράσει αρκετά ώστε να γνωρίζει πως όποιος παρεμβάλλεται σε κάτι που είναι να
γίνει, παίρνει επάνω του την ορμή της ματαίωσης· γίνεται το φράγμα όπου
συγκρούονται τα νερά. Κι όταν οι δυνάμεις που εμποδίστηκαν να συναντηθούν δεν
βρίσκουν διέξοδο, ξεσπούν πάνω σε εκείνον που στάθηκε ανάμεσά τους. Δεν είναι
μικρό πράγμα να σταθείς αντίκρυ στη μοίρα. Πρέπει να είσαι έτοιμος να αντέξεις
την οργή της.
Μα η Τιάν-Μι δεν ήταν
σαν τις άλλες. Είχε το σημάδι του δράκοντα του νερού. Η γριά υπηρέτρια το είχε
δει μια φορά, τυχαία. Μια δαγκωματιά παράξενη, κυκλική, σαν αποτύπωμα από
αρχαίο δόντι. Όσοι φέρουν το σημάδι του υδάτινου δράκοντα δεν αποφεύγουν τη
μοίρα τους, την έλκουν. Ο δράκοντας του νερού δεν καταστρέφει με φωτιά·
διαβρώνει. Επιμένει. Επιστρέφει.
Η Σιάνγκ-Λι αναστέναξε.
Ίσως, σκέφτηκε, να μην ήταν πια ζήτημα πειρασμού ή αδυναμίας. Ίσως να ήταν
κύκλος που έπρεπε να κλείσει. Κι όταν η μοίρα αποφασίζει να ολοκληρώσει έναν
κύκλο, οι γέροι υπηρέτες και οι ψίθυροι πίσω από παραβάν δεν αρκούν για να τον
σταματήσουν. Αυτή τη φορά, τα άστρα δεν είχαν αλλάξει θέση. Και εκείνη δεν ήταν
εκεί για να τα μετακινήσει.
Η Σιάνγκ-Λι δεν πίστευε
στις συμπτώσεις. Στα χρόνια που είχε ζήσει δίπλα στον Λι Γουέν-Τσενγκ, είχε
μάθει πως οι κύκλοι κλείνουν μόνο όταν οι θεοί το θελήσουν. Κι όταν δεν
κλείνουν, επιστρέφουν.
Καθόταν χαμηλά, κοντά στο
παραβάν της εσωτερικής αυλής, και άφηνε τις σκέψεις της να πλέκουν νήματα πιο
σκοτεινά απ’ ό,τι θα τολμούσε να ομολογήσει. Ίσως, συλλογιζόταν, να ήταν
τιμωρία.
Την πρώτη φορά, όταν η Λι
Σου-Γιάν είχε σταθεί απέναντί του με μάτια γεμάτα υπόσχεση, εκείνος είχε
αντισταθεί. Είχε σταθεί όρθιος στη δοκιμασία. Είχε αποστρέψει το βλέμμα. Είχε
επιλέξει το καθήκον. Κι εκείνη, η Σιάνγκ-Λι, είχε βοηθήσει σιωπηλά, σαν σκιά
που σπρώχνει ελαφρά την πλάστιγγα προς τη σωστή πλευρά.
Μα οι θεοί δεν ξεχνούν. Ο
γέρος έρωτας, έλεγαν οι ιστορίες, έχει το δικό του πνεύμα. Όχι τον χαρούμενο
προξενητή, τον γλυκό γερο-σεληνιακό που ενώνει με κόκκινη κλωστή τον Γιουέ Λάο.
Υπάρχουν και άλλες δυνάμεις, λιγότερο καλοσυνάτες. Ο θεός της επιθυμίας, ο Τσάι
Σενγκ, που τρυπά καρδιές όχι για να ενώσει, αλλά για να ταράξει. Κι ακόμη,
πνεύματα χωρίς όνομα, που τρέφονται από την αναστάτωση της ψυχής.
Ίσως τότε, όταν ο Λι
Γουέν-Τσενγκ αρνήθηκε, να πίστεψε πως νίκησε. Μα ποιος νικά θεότητες του
σκοτεινού έρωτα χωρίς να πληρώσει αργότερα το τίμημα;
Η Σιάνγκ-Λι έσφιξε τα ρυτιδωμένα
της χέρια. Μήπως οι ουράνιες δυνάμεις του έστειλαν ξανά την ίδια δοκιμασία για
να αποδείξουν πως καμία ανθρώπινη νίκη δεν είναι οριστική;
Η μοίρα δεν εκδικείται
αμέσως. Περιμένει. Ωριμάζει το χτύπημά της, όπως ωριμάζει το φρούτο στο κλαδί.
Και όταν πέφτει, πέφτει βαρύτερα.
Πάντα η ήττα έχει
μεγαλύτερη σημασία όταν είναι μεγαλύτερη. Όταν δεν αφορά μόνο την πράξη, αλλά
ολόκληρη τη ζωή που χτίστηκε πάνω στην προηγούμενη νίκη.
Η Σιάνγκ-Λι αναστέναξε.
Αν αυτή ήταν η δεύτερη δοκιμασία, τότε δεν ήταν απλώς επανάληψη. Ήταν
κλιμάκωση. Κι οι θεοί του έρωτα, φωτεινοί ή σκοτεινοί, δεν παίζουν για να
χάνουν δύο φορές. Και οι άνθρωποι, όσο κι αν νομίζουν πως αντιστέκονται, σπάνια
αντέχουν την ίδια φωτιά όταν αυτή επιστρέφει πιο δυνατή.
οι
επισκέψεις της θείας Λι Σου-Γιάν
Η Λι Σου-Γιάν πέρασε το βαριά διακοσμημένο ξύλινο κατώφλι του
σπιτιού του αδελφού της, του Λι Γουέν-Τσενγκ. Η επίσκεψη έγινε λίγες ημέρες
μετά την αναχώρηση του Λι Γουέν-Τσενγκ
για την περιοδεία του. Καθώς κάθισε απέναντι από την ανιψιά της, παρατήρησε
αμέσως μια αδιόρατη ψυχρότητα στη στάση της Τιάν-Μι. Τα χέρια της ήταν
σταυρωμένα στο πλάι, τα μάτια της περιφερόταν στο δωμάτιο χωρίς να συναντούν το
βλέμμα της θείας, και η φωνή της είχε μια ελαφριά απόσταση, σα να προσπαθούσε
να κρατήσει κάτι κλειστό μέσα της.
— «Έλα, παιδί μου», είπε η Λι Σου-Γιάν, με το γνώριμο τρυφερό αλλά
διακριτικό της τόνο. «Ήθελα να σε καλέσω στο σπίτι μου, να περάσουμε λίγο
χρόνο, όπως παλιά…»
Η Τιάν-Μι κούνησε απαλά
το κεφάλι, διατηρώντας τη σοβαρότητα που της είχε συνηθίσει.
— «Δεν γίνεται, θεία. Ο πατέρας έχει διατάξει να μην απομακρύνομαι
από το σπίτι. Λέει ότι θα είναι επικίνδυνο για την ασφάλειά μου…» Η φωνή της
ήταν σταθερή, αλλά η ψυχρότητα δεν μπορούσε να κρυφτεί εντελώς.
— «Μα παιδί μου», συνέχισε η θεία, «δεν χρειάζεται να είσαι τόσο
αυστηρή με τον εαυτό σου.»
— «Και πάλι, δεν είναι σωστό», απάντησε η Τιάν-Μι, «οι φρουροί με
παρακολουθούν, και η απουσία μου θα προκαλέσει ανησυχία. Κι αν προσθέσουμε και
τις αμέτρητες υποχρεώσεις της οικογένειας, καλύτερα να παραμείνω στο σπίτι.»
Η Τιάν-Μι σκέφτηκε
γρήγορα και άλλες προφάσεις καθώς ήθελε να κρατήσει διακριτική απόσταση: «Το
απόγευμα θα έρθουν οι υπηρέτριες με τα λουλούδια και τα φρούτα για τις
προσφορές στους βωμούς· πρέπει να τους παρακολουθήσω και να τα κατευθύνω»,
είπε, «κι επίσης, υπάρχει δουλειά στον κήπο· ο πατέρας μου θέλει να ετοιμαστεί
για τις επόμενες επισκέψεις των αξιωματούχων.»
Παρά τις προτάσεις της
θείας και τις ανοιχτές προσκλήσεις στο σπίτι της, η Τιάν-Μι παρέμενε ψυχρή αλλά
ευγενής, ακολουθώντας με προσοχή κάθε κοινωνικό όριο. Η Λι Σου-Γιάν, όμως, δεν
ήταν αφελής. Ήταν γυναίκα που γνώριζε τις αποχρώσεις της ψυχής και διέκρινε,
αδιόρατα, κάτι που η Τιάν-Μι προσπαθούσε να κρατήσει κρυφό· μια ένταση, μια
αίσθηση φόβου και υπευθυνότητας που πηγάζει όχι μόνο από την προστασία του σπιτιού
ή τις εντολές του πατέρα, αλλά από κάτι πιο βαθύ.
Η Τιάν-Μι,
αντιλαμβανόμενη το βλέμμα της θείας, σήκωσε τα μάτια και είπε με ήρεμο τόνο:
— «Θεία, πρέπει να παραμείνω. Εγώ είμαι τώρα η φρουρός του
σπιτιού. Κανείς δεν μπορεί να με αντικαταστήσει. Πρέπει να διατηρήσω την τάξη,
την ασφάλεια και… την ησυχία μας.»
Η Λι Σου-Γιάν χαμογέλασε
ελαφρά, αλλά τα μάτια της δεν έκρυβαν την αίσθηση ότι κάτι βαθύτερο συνέβαινε.
Η Τιάν-Μι ήταν περισσότερο από μια κοπέλα που υπάκουε στις διαταγές· ήταν μια
νεαρή γυναίκα που φρόντιζε να διαφυλάσσει κάτι πολύ προσωπικό, κάτι που η θεία
αντιλαμβανόταν, χωρίς όμως να χρειάζεται να το ομολογήσει δυνατά.
Λίγες ημέρες μετά την
πρώτη της επίσκεψη, η Λι Σου-Γιάν
ξαναπέρασε το κατώφλι της οικίας του Λι
Γουέν-Τσενγκ. Αυτή τη φορά δεν ήρθε με άδεια χέρια· οι υπηρέτες της
κρατούσαν μεταξωτά υφάσματα από την πρωτεύουσα της Σετσουάν, αποξηραμένα φρούτα
εκλεκτής σοδειάς και ένα μικρό, περίτεχνο κουτί από λάκα. Το χαμόγελό της ήταν
μετρημένο, σχεδόν εορταστικό. Ζήτησε να μιλήσει με την Τιάν-Μι ιδιαιτέρως. Όταν
έμειναν μόνες, η θεία χαμήλωσε τη φωνή της.
— «Αυτό που θα σου πω δεν είναι επίσημη πρόταση. Είναι μια
διερευνητική συζήτηση. Και δεν πρέπει να ειπωθεί σε κανέναν. Αν δεν σε
ενδιαφέρει, δεν πρέπει να το μάθει ούτε ο πατέρας σου.»
Η Τιάν-Μι ανασηκώθηκε
απότομα.
— «Μα μπορώ να το κρύψω από τον πατέρα;»
Η Λι Σου-Γιάν την κοίταξε
σταθερά.
— «Κάποια ζητήματα, παιδί μου, πρέπει να μένουν κρυφά από τους
γονείς. Φανερώνονται μόνο όταν πρέπει, στον χρόνο που πρέπει.»
Η σιωπή που ακολούθησε
ήταν βαριά. Έπειτα η θεία συνέχισε. Στην πρωτεύουσα της Σετσουάν, στο
Τσενγκντού, ένας νέος άνδρας από μεγάλη και παλαιά οικογένεια αναζητούσε
σύζυγο. Ο οίκος του είχε κύρος, γη, επιρροή στους διοικητικούς κύκλους. Ο ίδιος
είχε σπουδάσει, ήταν σοβαρός, συνετός, και προοριζόταν, όπως ψιθυριζόταν, για
ανώτερη θέση στα επόμενα χρόνια. Η μητέρα του, γυναίκα με λεπτό αισθητήριο και
πολιτική διορατικότητα, είχε επικοινωνήσει εμπιστευτικά με τη Λι Σου-Γιάν.
Ήρθε, είπε, η στιγμή να κάνει οικογένεια. Πριν ακόμη ολοκληρώσει η θεία της τα
προτερήματα του υποψηφίου, η Τιάν-Μι κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
— «Δεν γίνεται.»
— «Δεν γίνεται;» επανέλαβε ήρεμα η Λι Σου-Γιάν.
— «Πώς θα φύγω τόσο μακριά; Πώς θα αφήσω μόνο τον πατέρα μου; Το
σπίτι χρειάζεται παρουσία.»
Η Τιάν-Μι πιο ήρεμα τώρα,
και όχι κάθετα και απότομα, όπως στην αρχική της αρνητική απόκριση συμπλήρωσε:
«Μα εκεί δεν γνωρίζω κανέναν».
Η θεία χαμογέλασε ελαφρά.
— «Και εδώ, όπως ζεις τώρα, ποιόν γνωρίζεις πραγματικά; Η ζωή σου
δεν είναι ήδη περιορισμένη; Στην πρωτεύουσα θα ανοίξουν δρόμοι. Δεν μιλάμε για
έναν τυχαίο άνδρα.»
Η Τιάν-Μι απέστρεψε το
βλέμμα.
— «Δεν γνωρίζω την οικογένεια. Δεν γνωρίζω εκείνον.»
— «Γι’ αυτό ακριβώς μιλάμε διερευνητικά.»
Η νεαρή κοπέλλα δεν
ρώτησε το όνομα του άνδρα. Δεν ρώτησε για την ηλικία του, για την όψη του, για
τον χαρακτήρα του. Δεν έδειξε ούτε την ελάχιστη περιέργεια που θα ταίριαζε σε
μια κόρη σε ηλικία γάμου μπροστά σε μια τόσο συμφέρουσα προοπτική.
Η Λι Σου-Γιάν το παρατήρησε.
— «Παιδί μου… ακόμη κι αν δεν σε ενδιαφέρει, πώς απορρίπτει κανείς
κάτι που δεν έχει καν αντικρίσει; Εκτός αν…»
Δεν ολοκλήρωσε τη φράση
της.
Η Τιάν-Μι σήκωσε το
κεφάλι, με μια αποφασιστικότητα που δεν ταίριαζε στην έως τότε διστακτική της
στάση.
— «Δεν είναι η στιγμή.»
— «Για γάμο;»
— «Για αλλαγές.»
Η θεία την παρατηρούσε
προσεκτικά. Η αντίδρασή της δεν ήταν φόβος του αγνώστου· ήταν άρνηση βαθιά,
σχεδόν προαποφασισμένη. Σαν να είχε ήδη διαλέξει έναν δρόμο ή έναν δεσμό που
δεν χωρούσε δεύτερη σκέψη.
— «Σκέψου το», είπε τελικά η Λι Σου-Γιάν. «Δεν ζητώ απάντηση τώρα.
Αλλά μην κλείνεις την πόρτα πριν δεις τι υπάρχει πίσω της.»
Η Τιάν-Μι έμεινε σιωπηλή.
Μέσα της όμως η απόφαση είχε ήδη παρθεί. Και η βεβαιότητα αυτή ήταν τόσο
έντονη, που ούτε η λογική, ούτε το κύρος μιας μεγάλης οικογένειας, ούτε το
μέλλον που της περιέγραφαν μπορούσαν να την μετακινήσουν. Ως κάλυψη έφερε και
το τελευταίο της επιχείρημα.
— Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη, θεία...
Η Λι Σου-Γιάν την κοίταξε προσεκτικά.
— Τι είναι;
— Τον περασμένο χειμώνα πέρασα τον λεγόμενο «πυρετό των πλουσίων».
Η θεία ένευσε.
– Πέρασε τόσος καιρός από τότε. Ακόμη αυτό σκέφτεσαι; Συνήλθες
πλήρως. Οι γιατροί το επιβεβαίωσαν.
– Τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα θα πρέπει να είμαι
προσεκτική. Οι γιατροί είπαν πως όσοι πέρασαν την αρρώστια αποκτούν ανοσία,
αλλά για κάποιο διάστημα μετά την ανάρρωση μπορεί ακόμη να μεταδώσουν τον ιό σε
όσους δεν έχουν νοσήσει.
— Και πιστεύεις πως αυτό αρκεί για να απορρίψεις μια τόσο σοβαρή
πρόταση;
— Αν έφευγα τώρα από το σπίτι, θα έπρεπε να γνωρίσω μια νέα
οικογένεια, να ζήσω μαζί της, να συναναστραφώ ανθρώπους που δεν ξέρω αν έχουν
περάσει την ασθένεια. Αν κάποιος μολυνόταν εξαιτίας μου, πώς θα το άντεχα;
Η Λι Σου-Γιάν έμεινε για λίγο σιωπηλή.
— Οι γιατροί μιλούν πάντοτε με επιφυλάξεις. Δεν σημαίνει πως θα
συμβεί.
— Ίσως όχι. Όμως η πιθανότητα υπάρχει. Και όσο υπάρχει, δεν μπορώ
να την αγνοήσω.
— Δηλαδή εξαιτίας ενός κινδύνου που μπορεί να μην πραγματοποιηθεί
ποτέ θα φυλακίσεις το μέλλον σου;
— Δεν λέω πως δεν θα παντρευτώ ποτέ. Λέω πως, μέχρι να περάσει ο
χρόνος που συνέστησαν οι γιατροί, οφείλω να είμαι προσεκτική. Δεν είναι τυχαίο
που ο πατέρας μου έχει περιορίσει τις επισκέψεις στο σπίτι μόνο στις απολύτως
αναγκαίες. Ούτε εγώ μπορώ να φερθώ διαφορετικά.
Η Λι Σου-Γιάν έγειρε
ελαφρά το κεφάλι. Η εξήγηση ήταν λογική· τόσο λογική, ώστε δύσκολα μπορούσε να
την αντικρούσει. Κι όμως, πίσω από τη λογική της διέκρινε κάτι άλλο. Η ανιψιά
της δεν προσπαθούσε απλώς να αποφύγει έναν κίνδυνο· προσπαθούσε να κρατήσει σε
απόσταση κάθε σκέψη που θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή της.
Η Λι Σου-Γιάν σηκώθηκε
αργά. Καθώς έφευγε, γνώριζε πια ότι η ανιψιά της δεν αντιστεκόταν απέναντι σε
έναν άγνωστο γάμο. Στηριζόταν σε κάτι που είχε ήδη ριζώσει μέσα της.
η
εγκρατής συμπεριφορά του Λι Γουέν-Τσενγκ
Η τρίμηνη περιοδεία του Λι Γουέν-Τσενγκ κύλησε πιο ήρεμα απ’
όσο είχαν φοβηθεί οι αξιωματικοί του. Δεν χρειάστηκαν στρατιωτικές εκκαθαρίσεις
ούτε παραδειγματικές τιμωρίες· μόνο μικρές, προσεκτικές περιπολίες σε χωριά
όπου ακόμη ψιθυρίζονταν λόγια πίστης προς τους Νότιους Μινγκ.
Στα νότια και δυτικά της
Σετσουάν, γύρω από το Γιμπίν, το
Λουτζόου και τα μικρότερα χωριά
κατά μήκος του ποταμού Μιν, υπήρχαν ακόμη οικογένειες που είχαν συγγενείς
καταφύγει νοτιότερα, στις εστίες αντίστασης. Στα περάσματα προς το Λεσάν και στις αγροτικές κοινότητες
έξω από το Νεϊτζιάνγκ, οι φήμες
περί κρυφών όρκων και παλαιών σημαιών δεν είχαν σβήσει εντελώς.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ,
ωστόσο, προτίμησε τη σταθερότητα από την επίδειξη βίας. Έδωσε εντολή για ήπιες
εφόδους, καταγραφή ονομάτων, επιτήρηση των τοπικών προκρίτων και συζητήσεις με
τους γεροντότερους των χωριών. «Η γη κουράστηκε από αίμα», είχε πει σε έναν από
τους λοχαγούς του. «Αν δεν σηκώνουν όπλα, δεν θα τους δώσουμε λόγο να το κάνουν.»
Το στρατόπεδο
μετακινούνταν από πεδιάδα σε πεδιάδα. Τα βράδια, γύρω από τις φωτιές, η
πειθαρχία χαλάρωνε. Σε κάθε στάση, γυναίκες από τα γύρω χωριά, άλλες από
ανάγκη, άλλες από φιλοδοξία, πλησίαζαν το στρατόπεδο. Κάποιες έφερναν κρασί
ρυζιού, άλλες τραγουδούσαν, άλλες προσφέρονταν ανοιχτά για ερωτικές υπηρεσίες,
ελπίζοντας σε νομίσματα, μεταξωτά μαντίλια ή την εύνοια ενός αξιωματικού.
Όμως στη σκηνή του
στρατηγού υπήρχε αυστηρή εντολή.
«Καμία γυναίκα να μην περάσει το κατώφλι της σκηνής μου.»
Η διαταγή μεταφέρθηκε καθαρά στους φρουρούς.
Και τηρήθηκε. Το γεγονός αυτό προκάλεσε ψιθύρους ανάμεσα στους στρατιώτες.
Κάποιοι το εξέλαβαν ως ένδειξη ανώτερης εγκράτειας, άλλοι ως ιδιορρυθμία. Άλλοι
έλεγαν ότι ο πολέμαρχος κουράστηκε πια, άλλοι υπονούσαν ότι μπορεί και να
γέρασε. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποια τολμηρή κοπέλα δοκίμαζε την τύχη
της· πλησίαζε πιο κοντά απ’ όσο επιτρεπόταν, χαμογελούσε στους φρουρούς, έταζε
μισό από το κέρδος της. Πάντα όμως απομακρυνόταν ευγενικά, χωρίς προσβολή αλλά
και χωρίς ελπίδα.
Αντίθετα, στις σκηνές των
αξιωματικών η κίνηση ήταν συχνότερη. Μερικές από τις κοπέλες έβγαιναν
χαρούμενες, με νομίσματα δεμένα στο μανίκι ή με μικρά δώρα που θα έδειχναν
περήφανα στο χωριό τους. Άλλες έφευγαν σιωπηλές, κρατώντας μόνο την αξιοπρέπειά
τους.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
παρέμενε απομονωμένος τα βράδια. Καθόταν μόνος, μπροστά σε έναν χαμηλό λύχνο,
με χάρτες απλωμένους και αναφορές ανοιχτές. Όσοι τον υπηρετούσαν από παλιά
γνώριζαν ότι η αποχή του δεν ήταν συνηθισμένη για άνδρα της θέσης του. Μα
κανείς δεν τολμούσε να σχολιάσει φανερά.
Μονάχα ένας παλιός
υπασπιστής του ψιθύρισε κάποτε, χαμογελώντας αμυδρά:
«Ο στρατηγός έχει αφήσει κάτι πίσω του που αξίζει περισσότερα από
όσα μπορεί να βρει σε κάθε χωριό.»
Και πράγματι, η εγκράτειά
του δεν ήταν απλώς στρατιωτική πειθαρχία. Ήταν απόφαση. Μια σιωπηλή αφοσίωση
που, όσο πιο μακριά τον οδηγούσε ο δρόμος, τόσο πιο καθαρά σχηματιζόταν μέσα
του.
Τα νέα δεν άργησαν να
φτάσουν στη Λι Σου-Γιάν. Πρώτα
από τον γιο της, που υπηρετούσε σε διοικητική θέση κοντά στο απόσπασμα, μα
κυρίως από τη γυναίκα ενός κατώτερου αξιωματικού, γυναίκα με πρόθυμη γλώσσα και αδυναμία στις
«εμπιστευτικές» αφηγήσεις, πολλές φορές με το κίνητρο να έχει ισχυρή προστασία
και άλλες με τα δώρα της Λι Σου-Γιάν. Ο άνδρας της ήταν από εκείνους που
φύλαγαν τη σκηνή του Λι Γουέν-Τσενγκ,
κι έτσι τα λόγια της είχαν πάντοτε βάρος.
Καθισμένες σε ένα
εσωτερικό δωμάτιο, με το τσάι να αχνίζει ανάμεσά τους, η γυναίκα έσκυψε ελαφρά
μπροστά.
— «Δεν έχει ξαναγίνει», είπε χαμηλόφωνα. «Τέτοια σοβαρότητα δεν
την είχαν ξαναδεί στον πολέμαρχο.»
Η Λι Σου-Γιάν συνοφρυώθηκε,
σαν να άκουγε κάτι αδιάφορο.
— «Σοβαρότητα; Σε εκστρατεία; Δεν είναι κάτι το παράξενο.
Αντιθέτως, αυτό είναι το αναμενόμενο.»
— «Όχι έτσι», επέμεινε η άλλη. «Μετά από συμπλοκές, εκείνος ήταν ο
πρώτος που παρακινούσε τους στρατιώτες για γλέντια. “Θα σας κρατήσουν
ζωντανούς”, τους έλεγε. “Τώρα θα ξέρετε και γιατί πολεμάτε. Δεν είστε σίγουροι
για το τί μας ξημερώνει αύριο. Χαρείτε, ξεφαντώστε — και μετά ξεχάστε το.”»
Η Λι Σου-Γιάν έγνεψε
αργά. Τον γνώριζε αυτόν τον τόνο. Ήταν ο τρόπος του να κρατά το στράτευμα
δεμένο.
Η γυναίκα συνέχισε,
χαμηλώνοντας κι άλλο τη φωνή της.
— «Αυτή τη φορά, τίποτα. Καμία κοπέλα δεν πέρασε τη σκηνή του.
Τόσες ήρθαν. Κάποιες έφτασαν σχεδόν ως το παραπέτασμα. Ο άνδρας μου ήταν εκεί. Η
διαταγή ήταν ρητή. Καμία να μην περάσει.»
Η Σου-Γιάν έφερε το
φλιτζάνι στα χείλη της, προσποιούμενη αδιαφορία.
— «Ίσως κουράστηκε. Οι καιροί αλλάζουν.»
– «Αν κάποιος δεν άλλαξε
όταν είχε παντρευθεί, τώρα γιατί να
αλλάξει» ήταν το σχόλιο της γυναίκας του αξιωματικού.
— «Ούτε καμιά παλιά του γνώριμη;» ρώτησε η Λι Σου-Γιάν, τάχα αθώα.
— «Ούτε μία», αποκρίθηκε η γυναίκα με έμφαση. «Κι αυτό είναι που
συζητούν όλοι. Δεν τον έχουν ξαναδεί έτσι.»
Η ακριτόμυθη γυναίκα
περιέγραφε τα σχόλια των στρατιωτών για την αλλαγή της συμπεριφοράς του
πολεμάρχου τος. Έξω από τα δωμάτια των αξιωματικών, οι ψίθυροι είχαν αρχίσει. Κάποιοι
στρατιώτες είπαν πως ο πολέμαρχος γέρασε. Κάποιος άλλος αντέτεινε πως γέρους
πολεμάρχους δεν θέλουν.
«Όσοι κουράζονται, να μην συμμετέχουν στις εκστρατείες», ακούστηκε. «Δεν είναι
για όλους.» Μα άλλοι, πιο παλιοί, κράτησαν τη σιωπή τους. «Η εγκράτεια δεν είναι
απαραίτητα αδυναμία. Μερικές φορές είναι επιλογή» σχολίασε κάποιος σοβαρότερος.
Η Λι Σου-Γιάν άφησε τη
συνομιλήτριά της να μιλά. Έκανε πως ακούει χωρίς να προσέχει, μα κάθε
λεπτομέρεια την αποθήκευε προσεκτικά. Δεν θεωρούσε ότι μια τέτοια αλλαγή δεν
γεννιέται από την ηλικία. Ο αδελφός της,
ο Λι Γουέν-Τσενγκ, δεν ήταν
άνδρας που λύγιζε από την κόπωση. Κάτι άλλο τον συγκρατούσε.
Καθώς η γυναίκα του
αξιωματικού έφευγε, η Λι Σου-Γιάν έμεινε μόνη με τις σκέψεις της. Η άρνηση της
Τιάν-Μι για τον γάμο. Η ψυχρότητά της. Η ξαφνική σοβαρότητα του πολέμαρχου. Τα
κομμάτια δεν είχαν ακόμη ενωθεί, μα είχαν αρχίσει να πλησιάζουν επικίνδυνα το
ένα το άλλο.
τα
γενέθλια της πεθεράς της Λι Σου-Γιάν
Η επιστροφή του Λι Γουέν-Τσενγκ στο Λο Τζιάνγκ δεν
συνοδεύτηκε από θορύβους ούτε από τις συνήθεις επισκέψεις των τοπικών
προκρίτων. Ο πολέμαρχος κλείστηκε στο σπίτι του. Κανένα βράδυ δεν εθεάθη να
περπατά στην πλατεία ή να δέχεται άνδρες για κρασί και συζήτηση.
Μερικοί υπηρέτες
αποχωρούσαν νωρίς το σούρουπο και επέστρεφαν μόνο με το πρώτο φως. Το βραδινό
του φαγητό το σέρβιρε αποκλειστικά η κόρη του, η Τιάν-Μι. Κανείς άλλος δεν
περνούσε το κατώφλι του εσωτερικού δωματίου.
Η αδελφή του, η Λι Σου-Γιάν, άρχισε να ανησυχεί ή
τουλάχιστον έτσι έδειχνε. Η απομόνωση θα μπορούσε να κρύβει μικρό τραυματισμό
από την εκστρατεία ή κάποια αδιαθεσία που ο αδελφός της δεν επιθυμούσε να
διαδοθεί. Έστειλε λοιπόν πρόσκληση για δείπνο που θα παρέθετε στο σπίτι της.
Εκείνος καθυστέρησε να απαντήσει. Την πρώτη φορά αρνήθηκε ευγενικά,
επικαλούμενος κόπωση. Τη δεύτερη όμως δεν μπορούσε να αρνηθεί.
Η Λι Σου-Γιάν γιόρταζε τα
γενέθλια της μητέρας του συζύγου της, του Γουάνγκ Τσε-Λιν, μια οικογενειακή
επέτειο που, σύμφωνα με το έθιμο, απαιτούσε συγκέντρωση συγγενών και φίλων,
ευχές μακροζωίας και κοινό δείπνο. Σε μια κοινωνία όπου η τιμή προς τους
πρεσβύτερους είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, η απουσία του πολέμαρχου θα ερμηνευόταν
ως προσβολή.
Έτσι, ένα ήρεμο
απόγευμα, ο Λι Γουέν-Τσενγκ
εμφανίστηκε στο σπίτι της αδελφής του, συνοδευόμενος από την Τιάν-Μι.
Το εσωτερικό ήταν
φωτισμένο με κόκκινα φανάρια. Στα τραπέζια είχαν ήδη πάρει θέση οι καλεσμένοι:
τοπικοί γαιοκτήμονες, συγγενείς, λίγοι αξιωματούχοι. Ανάμεσά τους βρισκόταν η
νεαρή χήρα Χουά-Λι, καθισμένη δίπλα στους γονείς της, τον μεγαλογαιοκτήμονα
πατέρα της και τη μητέρα της, και οι δύο ντυμένοι με συγκρατημένη πολυτέλεια. Η
παρουσία της δεν ήταν τυχαία.
Όταν ο πολέμαρχος μπήκε
στην αίθουσα, η χήρα σήκωσε το βλέμμα της. Δεν υπήρχε θράσος σε αυτό· μόνο μια
ήρεμη, παρατεταμένη προσοχή, σαν να μετρούσε τα λόγια και τις κινήσεις του πριν
ακόμη τα εκφέρει. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, συνηθισμένος σε βλέμματα, διέκρινε τη
διαφορά. Υπήρχε σε εκείνο το βλέμμα μια εκτίμηση που κολάκευε, όχι μόνο τον άνδρα, αλλά και τον ηγέτη.
Η Τιάν-Μι στάθηκε δίπλα
του, ήρεμη στην όψη, μα η αναστάτωση στο πρόσωπό της ήταν φανερή σε όποιον
γνώριζε να παρατηρεί. Τα χέρια της έμειναν για λίγο ακίνητα πάνω στα μανίκια
της. Όταν ο πατέρας της πήρε θέση, εκείνη έσκυψε ελαφρά για να τακτοποιήσει το
κύπελλό του.
Ήταν μια ασήμαντη κίνηση,
σχεδόν αδιόρατη. Μα τα δάχτυλά της έμειναν ένα κλάσμα του χρόνου περισσότερο
απ’ όσο απαιτούσε η ευγένεια πάνω στο τραπέζι, κοντά στο χέρι του. Σαν να
όριζαν έναν αόρατο κύκλο. Τέτοιες κινήσεις, έμμεσης δήλωσης, είναι παλιές όσο
και οι ανθρώπινες σχέσεις. Δεν φωνάζουν· απλώς υπογραμμίζουν.
Η Λι Σου-Γιάν
παρατηρούσε.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του
δείπνου, η χήρα μιλούσε με μέτρο, απαντούσε με σεβασμό, μα κάθε τόσο το βλέμμα
της επέστρεφε στον πολέμαρχο. Εκείνος ανταπέδιδε με την τυπική του ευγένεια,
χωρίς υπερβολή, όμως δεν έδειχνε ενοχλημένος. Αντιθέτως, έμοιαζε να ανακτά μια
ελαφριά ζωντάνια που έλειπε τις τελευταίες εβδομάδες.
Η Τιάν-Μι συμμετείχε
ελάχιστα στη συζήτηση. Όταν η θεία της την ρώτησε κάτι για το σπίτι και τις
φροντίδες του, απάντησε σύντομα. Το βλέμμα της παρέμενε ήρεμο, αλλά η σιωπή της
είχε βάρος.
Προς το τέλος του
δείπνου, καθώς προσφέρθηκαν τα γλυκίσματα και οι ευχές για μακροζωία
ολοκληρώθηκαν, η Λι Σου-Γιάν δεν είχε πλέον αμφιβολία. Η απομόνωση, η άρνηση
των γυναικών στην εκστρατεία, η επιμονή της Τιάν-Μι να μένει στο σπίτι, όλα
έδεναν μεταξύ τους.
Δεν ειπώθηκε τίποτα
απρεπές. Δεν έγινε καμία σκηνή. Οι αποχαιρετισμοί ήταν κόσμιοι, όπως απαιτούσε
η περίσταση. Μα όταν ο πολέμαρχος και η κόρη του αποχώρησαν, η θεία έμεινε για
λίγο ακίνητη στην είσοδο, κοιτώντας τα φανάρια που ταλαντεύονταν ελαφρά στον
νυχτερινό αέρα.
Τώρα πλέον ήξερε.
οι
χαρακιές με τα νύχια
Το ίδιο βράδυ, όταν
επέστρεψαν από το σπίτι της Λι Σου-Γιάν,
το αρχοντικό έμοιαζε πιο σιωπηλό από ποτέ. Οι υπηρέτες είχαν αποσυρθεί νωρίς·
οι διάδρομοι φωτίζονταν μόνο από δύο λυχνάρια.
Η Τιάν-Μι ετοίμασε η ίδια
το ελαφρύ δείπνο του πατέρα της, όπως συνήθιζε το τελευταίο διάστημα.
Τοποθέτησε το δίσκο προσεκτικά, γέμισε το κύπελλό του και κάθισε απέναντί του.
Για λίγη ώρα δεν μίλησε.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ παρατήρησε την
ασυνήθιστη σιωπή της.
— «Κουράστηκες;» τη ρώτησε ήρεμα.
Εκείνη σήκωσε το βλέμμα
της. Στα μάτια της διαγραφόταν μια ταραγμένη αποφασιστικότητα.
— «Δεν μου άρεσε ο τρόπος που σε κοιτούσε», του είπε τελικά.
Εκείνος κατάλαβε αμέσως. Δεν προσποιήθηκε άγνοια.
— «Ήταν ένα επίσημο δείπνο. Τα βλέμματα δεν έχουν σημασία.»
Η Τιάν-Μι χαμογέλασε αμυδρά, σχεδόν πικρά.
— «Για τους άλλους ίσως. Για μένα έχουν.»
Η φωνή της χαμήλωσε, αλλά έγινε πιο σταθερή.
— «Μόνο εγώ. Καμία άλλη.»
Η φράση δεν ειπώθηκε σαν
παράκληση· ειπώθηκε σαν όρκος. Ο πολέμαρχος την κοίταξε προσεκτικά. Ήξερε το
βάρος των λέξεων που είχαν ήδη ανταλλάξει οι δυο τους τις προηγούμενες
εβδομάδες, την κοινή τους απόφαση να βαδίσουν έναν δρόμο δύσκολο, κρυφό και
χωρίς εγγυήσεις.
— «Δεν μπορείς να τα έχεις όλα στη ζωή σου», συνέχισε εκείνη.
«Μαζί διαλέξαμε αυτόν τον δρόμο. Μαζί θα τον περπατήσουμε.»
Η ένταση έσπασε τη σιωπή
του δωματίου. Εκείνος σηκώθηκε και πλησίασε. Η Τιάν-Μι στάθηκε απέναντί του
χωρίς να αποστρέψει το βλέμμα. Ήταν νέα, μα εκείνη τη στιγμή έμοιαζε να κρατά
στα χέρια της απόφαση ώριμης γυναίκας. Όταν εκείνος την αγκάλιασε, εκείνη
ανταπέδωσε με μια δύναμη που δεν του ήταν άγνωστη. Τα δάχτυλά της γλίστρησαν
στην πλάτη του και τότε, σε μια αιφνίδια παρόρμηση, τα νύχια της χάραξαν βαθιά
το δέρμα του. Δεν ήταν απλώς άγγιγμα· ήταν σημάδι.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένιωσε
τον πόνο, αλλά δεν απομακρύνθηκε αμέσως. Μόνο όταν η πίεση έγινε πιο έντονη,
όταν κατάλαβε πως εκείνη, μέσα στην ταραχή της, θα συνέχιζε, έπιασε απαλά τον
καρπό της.
— «Φτάνει», της είπε χαμηλόφωνα.
Η Τιάν-Μι ανάσανε βαριά.
Στα μάτια της έλαμψε κάτι ανάμεσα σε δάκρυ και πείσμα. Ίσως, αν δεν την είχε
σταματήσει, να είχε προσπαθήσει να σχηματίσει το όνομά της πάνω στο σώμα του, μια
σφραγίδα που να μη σβήνει, μια βεβαιότητα εκεί όπου ο κόσμος γύρω τους ήταν
αβέβαιος.
Εκείνος ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της.
— «Δεν χρειάζομαι σημάδια για να θυμάμαι», της είπε.
Η ανάσα της ηρέμησε σιγά
σιγά. Το χάραγμα στην πλάτη του έκαιγε, μα δεν παραπονέθηκε. Ήξερε ότι δεν ήταν
πράξη θυμού, αλλά φόβου απώλειας και διεκδίκησης.
– «Πες ότι με λένε Λιάν-Τι. Πες ότι είμαι μια κοπέλλα που έφερνες
στα υπόγεια. Πες ότι είμαι μια γυναίκα που βρήκες στις εκστρατείες σου. Πες ότι
δεν είμαι κόρη σου…» είπε σβήνοντας τη φωνή της η Τιάν-Μι και ξέσπασε σε
λυγμούς αγκαλιάζοντάς τον ακόμη περισσότερο.
– «Πες ότι είμαι ένα δώρο
της μοίρας για όσα έχεις περάσει…»
Εκείνη τη νύχτα δεν
μίλησαν άλλο για τη νεαρή χήρα, ούτε για τα βλέμματα του δείπνου. Μα και οι δύο
κατάλαβαν πως από εδώ και πέρα, ο δρόμος που είχαν επιλέξει δεν θα δοκιμαζόταν
μόνο από κινδύνους εξωτερικούς αλλά και από τα ίδια τους τα αισθήματα.
η
προστασία της Λι Σου-Γιάν προς τον μεγαλύτερο αδελφό της
Κάποιες φήμες είχαν
φτάσει στα αυτιά της Λι Σου-Γιάν
μέσα από μια υπηρέτρια του αρχοντικού της. Προέρχονταν από μια κοπέλα χωρική
που περιστασιακά βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού του Λι Γουέν-Τσενγκ. Την προηγούμενη νύχτα, ενώ είχε πάει νωρίτερα στη
δουλειά της, γιατι είχε αφήσει ένα κομμάτι της δουλειάς της ατελείωτο για
να καθαρίσει και να τακτοποιήσει ένα μεγάλο μεταξωτό χαλί στην κεντρική αίθουσα,
ένα ακριβό, πολύχρωμο έργο που απαιτούσε λεπτότητα και υπομονή. Καθώς τα χέρια
της κινούνταν αργά, ίσιωνε τις άκρες και ξεσκόνιζε τις λεπτομέρειες, από εκεί,
αν και μακριά από τα υπνοδωμάτια, οι χαμηλόφωνες φωνές και οι ερωτικοί ψίθυροι
που έφταναν από το διπλανό διάδρομο δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητοι, και
η υπηρέτρια άκουγε προσεκτικά, με καρδιά που χτυπούσε λίγο πιο γρήγορα. Μέσα σε αυτούς, ξεχώριζαν και οι χαμηλόφωνες φράσεις
μιας νεαρής κοπέλας. Δεν είχε δει ποια ήταν αυτή η κοπέλα. Το πρωί, όταν
περίμενε να δει αν θα έβγαινε κάποια, το δωμάτιο παρέμενε κλειστό. Μπορούσε να
ήταν κάποια κοπέλα από το πανδοχείο που είχαν φροντίσει να τη φυγαδεύσουν
κρυφά· ή ίσως κάποια από τις καινούργιες που είχαν έρθει, γιατι μετά την
επίθεση που είχε δεχθεί ο πολέμαρχος μόνο τις παράγγελνε και ποτέ ο ίδιος δεν
εμφανιζόταν εκεί.
Η Λι Σου-Γιάν κάθισε ήρεμη, ακούγοντας την αφήγηση της υπηρέτριάς
της. Τα λόγια της ήταν απλά, μα είχαν τη δύναμη να προκαλέσουν αναστάτωση.
Ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα μαθευτεί κάτι., και αυτό το «κάτι» ίσως ήταν το πιο
δύσκολο από όλα όσα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει.
Η σκέψη της περιπλανήθηκε
σε κάθε πιθανή εκδοχή. Δεν ήθελε να φανταστεί τίποτα συγκεκριμένο· μόνο ήξερε
ότι η αλήθεια θα ερχόταν, είτε ήθελε να τη μάθει είτε όχι. Και μέσα σε αυτή τη
γνώση, η αίσθηση της ευθύνης της μεγάλωνε. Κάθε ψίθυρος, κάθε φήμη, ήταν ένας
μικρός προειδοποιητικός ήχος για όσα ακολουθούσαν και μαζί η ανάγκη να τα
αντιμετωπίσει και αν χρειαζόταν να τα συγκαλύψει, εάν αυτά ήταν τόσο βέβηλα.
η
ώρα της αλήθειας και του ψεύδους
Η Λι Σου-Γιάν περίμενε στον μικρό,
φωτισμένο διάδρομο της κεντρικής αίθουσας της οικίας της, όταν ο αδελφός της, ο
Λι Γουέν-Τσενγκ, μπήκε αργά από
την πλευρική είσοδο. Η κίνησή του ήταν αργή, με την κούραση της πρόσφατης
περιοδείας να βαραίνει τους ώμους του, αλλά τα μάτια του διατηρούσαν τη συνήθη
αποφασιστικότητα.
— «Σε άφησα να με περιμένεις», είπε με τη συνηθισμένη ήρεμη φωνή
του.
Η Λι Σου-Γιάν δεν
απάντησε αμέσως. Τον παρατήρησε, μετρώντας κάθε λεπτομέρεια: τη στάση του, την
ένταση στα χέρια του, την έκφραση στο πρόσωπό του.
— «Δεν χρειάζεται να μείνεις μόνος στο σπίτι», είπε τελικά, με
τόνο που ήθελε να κρύψει την ανησυχία της αλλά που δεν μπορούσε και να την αποκρύψει
εντελώς.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
χαμήλωσε τα μάτια για μια στιγμή, και ύστερα χαμογέλασε απαλά.
— «Ίσως έχεις δίκιο», παραδέχτηκε. «Αλλά μερικές φορές η ησυχία
είναι απαραίτητη… για να ξεκουραστώ και να σκεφτώ.»
Η Λι Σου-Γιάν έκανε ένα
βήμα πιο κοντά, με την αίσθηση πως κάθε λέξη, κάθε στιγμή, ήταν κρίσιμη.
— «Δεν χρειάζεσαι μόνο ησυχία, αδελφέ. Χρειάζεσαι και συντροφιά.»,
είπε με ήρεμη, μα σταθερή φωνή.
Η Λι Σου-Γιάν έκανε ένα βήμα πιο κοντά στον αδελφό της, τα μάτια της
σταθερά και σοβαρά. Η φωνή της
ήταν ήρεμη, όμως κάθε λέξη αποκάλυπτε την πείρα και τη νηφάλια κρίση που είχαν
διαμορφωθεί μέσα από χρόνια παρατήρησης.
— «Αδελφέ», του είπε, «η συντροφιά μιας γυναίκας δεν είναι μόνο
ζήτημα συναισθήματος ή συντροφικότητας. Αν δεν θέλεις γάμο, υπάρχουν και άλλες
λύσεις· κι εσύ ξέρεις καλύτερα από όλους ποιές μπορεί να είναι. Μία νέα γυναίκα
πρέπει να μπει στο σπίτι σου. Μια γυναίκα να σε φροντίζει, να μοιράζεται τις
καθημερινές ανάγκες που δεν μπορεί να καλύψει κανένας άλλος. Η Τιάν-Μι, όσο κι
αν σε αγαπά και σου συμπαραστέκεται, δεν μπορεί να σου προσφέρει όλα όσα μια
γυναίκα μπορεί να δώσει σε έναν άντρα. Κάθε άνθρωπος χρειάζεται συμπλήρωμα που
να τον φροντίζει ολοκληρωμένα.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ σιώπησε, ακούγοντας τις λέξεις της. Δεν ήταν
παρατήρηση απλή· ήταν συμβουλή, και η Λι Σου-Γιάν δεν μιλούσε ποτέ χωρίς να
ζυγίσει τη βαρύτητα της κάθε λέξης.
Η Λι Σου-Γιάν σήκωσε το βλέμμα της στον αδελφό της, η φωνή της πήρε
μια ελαφρά αυστηρή, μα ήρεμη χροιά.
— «Ξέρεις», είπε, «στ’ αυτιά μου φτάνουν ψίθυροι, στόματα που λένε
πως είναι ερωτευμένη μαζί σου. Και αν πράγματι συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε δεν
υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα. Μια κατάρα που δεν μπορείς να ξεφορτωθείς. Κι αν
γίνει ένα λάθος, ούτε εσύ, ούτε εκείνη, ούτε εμείς θα μείνουμε αλώβητοι.»
Κοίταξε τον Λι Γουέν-Τσενγκ με σοβαρότητα.
— «Δεν είσαι ξένος· είσαι οικογένειά μας. Μπορεί να είμαι η
μικρότερη αδελφή σου, αλλά κάποιες φορές και οι μικρότεροι βλέπουν μακρύτερα,
πιο καθαρά, όταν το μυαλό τους δεν είναι σκοτισμένο από τις τροχιές των
άστρων.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ αναστέναξε, γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι του.
— «Δεν είμαστε σίγουροι… Μπορεί να μην είναι δική μου. Μπορεί να
είναι του Ξιάο-Γου», είπε με σχεδόν στοχαστική φωνή, προσπαθώντας να διατυπώσει
την αβεβαιότητα που ένιωθε.
Η Λι Σου-Γιάν δεν άφησε χρόνο για δισταγμούς. Η φωνή της μετέφερε την
ωριμότητα της εμπειρίας και την ακαμψία της λογικής:
— «Έστω, και τί με αυτό;» τον ρώτησε με σταθερό βλέμμα. «Πάλι
βεβήλωση είναι. Τί θα πούμε; Ότι φιλοξενούσαμε την κόρη κάποιου άλλου και, όταν
άνθισε, αλλάξαμε τους όρους της φιλοξενίας μας; Στο είχα πει χίλιες φορές: μια
παλλακίδα — είχες τόσες επιλογές…»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ακούμπησε τους αγκώνες του στο τραπέζι, το κεφάλι
του χαμηλωμένο.
Η Λι Σου-Γιάν συνέχισε αμέσως:
— «Ωραία… και επειδή δεν σου μοιάζει… τί σημαίνει αυτό;»
Η Λι Σου-Γιάν τον κοίταξε με ένα μείγμα στοργής και
αποφασιστικότητας. Η φωνή της ήταν ήρεμη, μα η κάθε λέξη έφερε βάρος που δεν
άφηνε χώρο για αμφιβολία.
— «Στο είχα πει τότε από την αρχή ότι είχα τις αμφιβολίες μου για
εκείνη», είπε. «Κάτι είχα μάθει· κάποιο συναίσθημα υπήρχε με εκείνον τον
εξάδελφό της. Έφυγε και σου άφησε τη μεγαλύτερη λαχτάρα… τη μεγαλύτερη…»
Στάθηκε για μια στιγμή,
αφήνοντας τις λέξεις να κυλήσουν αργά, σαν αρρώστεια που σιγοκαίει και δεν
φεύγει. «Τη μεγαλύτερη ασθένεια των
αιώνιων στεναγμών, αυτή την αρρώστεια που εμφανίζεται σιγά σιγά, αργά,
αλλά μένει μόνιμα. Κάτι σαν κρυφή πληγή που δεν κλείνει.»
Έπειτα η Λι Σου-Γιάν
δαγκώνοντας τον εαυτό της και την ντροπή της πήρε την απόφασή της. Για να
ελαφρύνει τη συνείδηση του αδελφού της, επειδή
για αυτόν κυρίως νοιαζόταν και όχι για την Τιάν-Μι, αυτός ήταν αίμα της,
θα του έλεγε ψέμματα, ένα «γενναίο ψεύδος» που θα το γνώριζε μόνο αυτή και
κανείς άλλος δεν θα έπρεπε να μάθει ότι είναι ψεύδος.
— «Το ήξερα από την αρχή πως το παιδί δεν ήταν δικό σου. Το ήξερα…
αλλά δεν ήθελα να σε γκρεμίσω από το κάστρο σου. Ας σε γκρέμιζε κάποιος άλλος.
Μου το είχε πει εκείνος ο περιπλανώμενος έμπορος που κανόνισε τη συνάντησή τους,
μου το είχε πει όχι τότε, μετά από καιρό.»
Ο πολέμαρχος σιώπησε,
αφήνοντας τα λόγια να φτάσουν στην καρδιά του. Ήταν μια αλήθεια που δεν
μπορούσε να αντιμετωπίσει άμεσα, αλλά και ένα ψέμα που τον προστάτευε από τη
συντριβή. Στο δωμάτιο επικράτησε σιωπή· η νύχτα έξω παρέμενε ήσυχη, μα μέσα του
η συνείδηση κόχλαζε σαν ηφαίστειο.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ σκούπισε με την παλάμη του το μέτωπο, το βλέμμα
του βαρύ, και ρώτησε
— «Τί πρέπει να κάνουμε τώρα;»
Η Λι Σου-Γιάν τον κοίταξε στα μάτια, ήρεμη αλλά αποφασιστική:
— «Την παντρεύουμε», απάντησε χωρίς δισταγμό.
Ο πολέμαρχος συνοφρυώθηκε,
η φωνή του έγινε πιο μαλακή αλλά ανήσυχη:
— «Και αν εκείνη δεν θέλει;»
Η Λι Σου-Γιάν τον
πλησίασε, βάζοντας τόνο που δεν άφηνε αμφιβολία:
— «Και αν ούτε κι εσύ θέλεις να την αφήσεις να παντρευτεί; Κάπως
πρέπει να τελειώνει αυτό το υπόγειο νερό που σιγοκυλάει… και που, αν δεν βρει δρόμο,
θα γίνει πίδακας και θα σηκωθεί ψηλά. Όσο πιο πολύ το κρατάς, τόσο πιο ψηλά θα
φτάσει.»
Στάθηκε για μια στιγμή,
αφήνοντας τις λέξεις της να φτάσουν βαθιά στην ψυχή του αδελφού της.
— «Πόσο θα ζεις στο βράδυ, με το βάρος των ενοχών;» συνέχισε. «Στο
βράδυ, οι ενοχές σκεπάζονται, μα γρήγορα χαράζει… και το φως της ημέρας τις
κάνει ακόμα πιο βαριές. Πρέπει να δώσεις τέλος πριν φτάσει εκείνη η ώρα.»
Η Λι Σου-Γιάν δεν χαμήλωσε τη φωνή της. Αντιθέτως, την έκανε πιο
σταθερή, σαν να έδινε διαταγή σε πεδίο μάχης.
— «Αν ούτε εσύ θέλεις να παντρευτείς ούτε κι εκείνη, τότε πρέπει
να φύγεις. Και μάλιστα γρήγορα. Πάρε ένα απόσπασμα και πήγαινε για
επιθεωρήσεις. Μείνε μακριά όσο χρειάζεται.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε σιωπηλός.
— «Γίνε για λίγο αυτός που ήσουν», συνέχισε εκείνη. «Ο σκληρός, ο
περιπλανώμενος στρατιώτης. Εκείνος που δεν ρίζωνε πουθενά. Κάνε αυτά που ήξερες
να κάνεις. Στα χωριά δεν λείπουν οι κοπέλες. Με κάποια απ’ αυτές ίσως
καταφέρεις να τη σβήσεις από μέσα σου.»
Ο πολέμαρχος έσφιξε τα
χείλη του, μα δεν τη διέκοψε.
Η Λι Σου-Γιάν πλησίασε ένα βήμα ακόμη.
— «Όσο είστε μαζί, αυτή η πανούκλα θα σας τυλίγει. Δεν το βλέπεις;
Είναι σαν τον μεγάλο πύθωνα των νοτίων δασών σαν τον βόα που κατεβαίνει από τα
βουνά της Γιουνάν. Δεν επιτίθεται με ορμή. Τυλίγεται αργά. Σφίγγει λίγο λίγο.
Και όταν καταλάβεις τι συμβαίνει, δεν μπορείς πια να ανασάνεις.»
— «Φύγε πριν σας καταπιεί. Πριν γίνει κάτι που δεν θα μπορεί να
μαζευτεί. Ο κόσμος συγχωρεί πολλά σε έναν πολέμαρχο. Δεν συγχωρεί όμως το
σκάνδαλο μέσα στο ίδιο του το σπίτι.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έμεινε όρθιος, με την πλάτη μισογυρισμένη προς την
αδελφή του. Όταν μίλησε, η φωνή του δεν είχε τη βεβαιότητα του πολέμαρχου· είχε
την κόπωση ενός ανθρώπου που είχε κουραστεί από τον ίδιο του τον εαυτό.
— «Δεν μπορώ πια», της εξομολογήθηκε. «Δεν μπορώ να είμαι αυτός
που ήμουν. Δεν θέλω άλλο αίμα. Δεν θέλω άλλα καμμένα χωράφια. Δεν θέλω άλλες
κοπέλες που εκλιπαρούν, από φόβο, από φτώχεια, από την ανάγκη να ξεφύγουν από
τον τόπο τους.»
Η Λι Σου-Γιάν τον άκουσε χωρίς να τον
διακόψει. Για μια στιγμή φάνηκε πως η αυστηρότητά της λύγισε. Μα μόνο για μια
στιγμή.
— «Ωραία», είπε τελικά. «Αφού δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω, πες
μου. Μέχρι πότε θα μπορείτε να παίζετε θέατρο;»
Έκανε μια μικρή κίνηση
με το χέρι της, σαν να κινούσε χάρτινες φιγούρες πίσω από φωτισμένο πανί.
— «Νομίζεις ότι η ζωή είναι σαν το θέατρο σκιών; Ότι πίσω από ένα
λευκό ύφασμα μπορείτε να κουνάτε σιωπηλά τις μορφές σας και κανείς να μην
βλέπει τα νήματα; Το φως αργά ή γρήγορα θα πέσει από μπροστά.»
Η φωνή της έγινε πιο
χαμηλή, πιο πρακτική.
— «Θα φύγεις πρώτα. Αυτό είναι απαραίτητο. Θα δοθεί χρόνος. Κι
έπειτα θα βρούμε έναν βολικό γαμβρό. Έναν άνδρα που να μην ενδιαφέρεται υπερβολικά
για τη γυναίκα του. Υπάρχουν τέτοιοι. Άνδρες που ενδιαφέρονται περισσότερο για
τη θέση, το όνομα, τις συμμαχίες.»
Τον κοίταξε σταθερά.
— «Σιωπηλά… θα συνεχίσεις, για όσο συνεχιστεί αυτό. Χωρίς θόρυβο.
Χωρίς σκάνδαλο. Χωρίς να τιναχτεί στον αέρα το σπίτι μας.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ γύρισε και την κοίταξε σαν να την έβλεπε για πρώτη
φορά. Εκείνη δεν μιλούσε για πάθος· μιλούσε για επιβίωση.
— «Δεν είναι λύση», της είπε χαμηλά.
— «Είναι ισορροπία», του απάντησε εκείνη. «Στον κόσμο μας δεν
υπάρχουν καθαρές λύσεις. Μόνο λιγότερο καταστροφικές.»
Η Λι Σου-Γιάν δεν μιλούσε
απλώς ως μικρότερη αδελφή· μιλούσε ως η φωνή της λογικής που έβλεπε πιο καθαρά
την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσουν όλοι, για εκείνην πάνω απ’ όλα ήταν η
τιμή της οικογένειας, η τιμή του ένδοξου ονόματος.
η
κατάρρευση
Η πόρτα έκλεισε πίσω από τον Λι Γουέν-Τσενγκ
με έναν υπόκωφο ήχο, τόσο απαλό που σχεδόν δεν ακούστηκε. Κι όμως, μέσα στη
σιωπή της οικίας, έμοιασε σαν να έπεσε μια βαριά πέτρα στον πάτο ενός ξερού
πηγαδιού.
Η Λι Σου-Γιάν έμεινε ακίνητη. Για λίγες
αναπνοές κράτησε το πρόσωπό της ανέκφραστο, όπως είχε μάθει να κάνει από παιδί.
Η γυναίκα που λίγο πριν μιλούσε με απόλυτη βεβαιότητα, που έδινε λύσεις, που
όριζε την πορεία των άλλων σαν στρατηγός πάνω από χάρτες, είχε χαθεί.
Τα γόνατά της λύγισαν. Στήριξε την παλάμη
στον ξύλινο τοίχο για να μη σωριαστεί. Ένιωθε πως όλο το σπίτι είχε αρχίσει να
γέρνει ανεπαίσθητα, σαν να ταξίδευε πάνω σε αργό ποτάμι.
«Του είπα ψέματα...»
Οι λέξεις δεν βγήκαν από τα χείλη της. Τις
άκουσε μόνο μέσα στο κεφάλι της.
«Του είπα ψέματα... για να τον σώσω.»
Έκλεισε τα μάτια. Το ψεύδος είχε ειπωθεί με
τόση ηρεμία, ώστε ακόμη και η ίδια είχε αρχίσει να το πιστεύει. Αυτό την
τρόμαζε περισσότερο από κάθε άλλη σκέψη.
Ένα βαρύ βήμα ακούστηκε στον διάδρομο. Ο
άρχοντας Γουάνγκ Τσε-Λιν. Γύρισε αργά. Ο σύζυγός της στεκόταν στην είσοδο της
μεγάλης αίθουσας. Τα χρόνια είχαν αφήσει πάνω του το βάρος τους. Το σώμα του
είχε πλατύνει, οι ώμοι είχαν χαμηλώσει και η αναπνοή του γινόταν πια με μικρή
δυσκολία ακόμη και στις σύντομες διαδρομές του σπιτιού.
Την κοίταξε με εκείνα τα καλοσυνάτα μάτια
που ποτέ δεν της είχαν προκαλέσει φόβο.
—
«Κουράστηκες;» τη ρώτησε.
Εκείνη χαμογέλασε. Το ίδιο χαμόγελο που
φορούσε τόσα χρόνια.
—
«Λίγο.»
Ο
Γουάνγκ Τσε-Λιν έγνεψε καταφατικά.
—
«Να ξεκουραστείς.»
Έφυγε αργά, σχεδόν συρόμενος. Η Λι Σου-Γιάν
τον παρακολούθησε μέχρι που χάθηκε. Δεν είχε ποτέ παράπονο από εκείνον. Ήταν
καλός άνθρωπος. Πάντοτε ευγενικός. Πάντοτε πρόθυμος να ακούσει τις συμβουλές
της. Σχεδόν πάντοτε συμφωνούσε μαζί της. Ποτέ δεν της ύψωσε τη φωνή. Ποτέ δεν
της αρνήθηκε κάτι.
Κι
όμως...
Δεν τον είχε αγαπήσει ποτέ. Δεν έφταιγε
εκείνος. Έτσι είχαν έρθει τα πράγματα. Τότε δεν υπήρχαν πολλές επιλογές. Θυμήθηκε
εκείνες τις ημέρες σαν να τις έβλεπε μέσα από λεπτό μετάξι. Πρόσωπα. Φωνές. Συζητήσεις
πίσω από κλειστές πόρτες.
«Είναι
καλή ένωση.»
«Το
σπίτι θα δυναμώσει.»
«Το
κορίτσι πρέπει να αποκατασταθεί.»
Κανείς δεν τη ρώτησε ποτέ τι ήθελε. Κι όταν
την είχαν ρωτήσει, ήταν μόνο για να βεβαιωθούν ότι θα απαντούσε σωστά.
Το τελευταίο βράδυ πριν από τον γάμο. Αυτό
θυμήθηκε. Εκείνος είχε έρθει να την αποχαιρετήσει. Δεν είχε πει πολλά. Μόνο την
είχε αγκαλιάσει. Θυμόταν ακόμη εκείνα τα χέρια. Στιβαρά. Ζεστά. Χέρια ανθρώπου
που είχε μάθει να κρατά σπαθί και χαλινάρι, αλλά που εκείνη τη νύχτα κρατούσαν
μονάχα την αδελφή του.
Ή
μήπως...
Η ανάσα της κόπηκε. Γιατί αυτή η ανάμνηση
δεν έμοιαζε πια καθαρή. Είχαν περάσει τόσα χρόνια. Κι όμως, κάθε φορά που τον
έβλεπε, κάτι βαθιά μέσα της άρχιζε να τρέμει. Όχι σαν φόβος. Σαν εκείνη την
πρώτη, ανεπαίσθητη δόνηση που προηγείται ενός μεγάλου σεισμού. Ένα τρέμουλο που
δεν έσπαζε ποτέ το έδαφος. Δεν γκρέμιζε σπίτια. Δεν άνοιγε χάσματα. Μόνο
ταξίδευε αθόρυβα κάτω από τη γη. Σαν ένας σεισμός που είχε αποφασίσει να μη
γεννηθεί ποτέ. Κι όμως υπήρχε. Πάντα υπήρχε. Ένα υπόκωφο κύμα που σάλευε τη
συνείδησή της. Και κάθε φορά που τον συναντούσε, το ένιωθε ξανά.
Θυμήθηκε και μια άλλη αγκαλιά. Πολύ
αργότερα. Εκείνη η ξένη... Η Μέι-Λαν. Όταν χάθηκε. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε
σταθεί μπροστά της σαν άνθρωπος που κρατούσε μέσα του μια θύελλα. Και ύστερα
είχε γείρει επάνω της. Για πολλή ώρα. Δεν έκλαιγε. Δεν μιλούσε. Μόνο κρατιόταν.
Σαν να είχε αφήσει όλο το βάρος του σώματός του επάνω της. Κι εκείνη δεν είχε
κάνει τίποτε. Μόνο τον είχε δεχθεί. Είχε νιώσει την οργή του. Όχι να ξεσπά. Να
λιώνει. Να απορροφάται αργά από το δικό της σώμα, σαν το ξερό χώμα που πίνει τη
βροχή. Εκείνη τη στιγμή είχε νιώσει ευτυχισμένη. Όχι γιατί εκείνος πονούσε. Αλλά
γιατί για μία φορά ο πόνος του είχε διαλέξει εκείνη για καταφύγιο.
Ένα δάκρυ κύλησε. Ύστερα άλλο ένα.
«Τα
έχω όλα...»
Το σκέφτηκε σχεδόν ειρωνικά. Σπίτι. Τιμή. Όνομα.
Πλούτο. Τρία παιδιά. Όλα όσα θα ζήλευαν οι άλλες γυναίκες.
Κι όμως...
Δεν είχε εκείνον. Τον μοναδικό άνθρωπο που
δεν μπορούσε ούτε στον εαυτό της να ομολογήσει ότι ήθελε. Έσφιξε τα χέρια της.
Ο νους της γύρισε άθελά της στον Γουάνγκ
Τσε-Λιν. Η καρδιά του. Πόσες φορές δεν είχαν έρθει οι γιατροί; Πόσες φορές δεν
του είχαν απαγορεύσει το πολύ φαγητό, το κρασί, την ένταση; Κι εκείνος γελούσε.
Έλεγε πως κι ο πατέρας του έτσι ήταν. Μόνο που ο πατέρας του είχε πεθάνει
νωρίς.
Η σκέψη εμφανίστηκε ξανά. Ανεπιθύμητη. Σαν
φίδι που έβγαινε από χαραμάδα.
Κι
αν...
Την έδιωξε προσωρινά. Η σκέψη επέστρεψε.
Κι
αν ο θάνατος άνοιγε έναν δρόμο;
Την έδιωξε πάλι. Μα εκείνη δεν έφευγε. Γύριζε.
Πάντα
γύριζε. Θα έμενε χήρα. Τα παιδιά είχαν πια τη δική τους ζωή. Όλα μακριά της. Το
μεγάλο σπίτι θα γινόταν ήσυχο. Σχεδόν άδειο.
Κι
αν τότε...
Αν η Τιάν-Μι είχε παντρευτεί. Αν είχε φύγει.
Αν ο Λι Γουέν-Τσενγκ έμενε μόνος...
Η
καρδιά της άρχισε να χτυπά γρήγορα.
Όχι.
Δεν έπρεπε. Δεν επιτρεπόταν ούτε ως σκέψη. Κι
όμως η σκέψη στεκόταν εκεί. Ακίνητη. Σαν άνθρωπος μέσα σε σκοτεινό δωμάτιο. Περίμενε.
Δεν μιλούσε. Μόνο περίμενε.
Αν έμενε μόνος... κι εκείνη μόνη... χήρα. Ίσως
να το όριζε η τύχη.
Η σκέψη δεν έμοιαζε πια με πειρασμό. Έμοιαζε
με υπόσχεση που δεν είχε δοθεί ποτέ, κι όμως την περίμενε μια ζωή.
Στα σκοτεινά υπόγεια του αρχοντικού ήξερε
πως κατέβαινε κατά καιρούς. Κανείς δεν τον ακολουθούσε. Κανείς δεν ρωτούσε. Ο
καθένας προσποιούνταν πως δεν έβλεπε.
Ο γραμματέας, ο Τσεν Γιου-Σιν, της είχε
εκμυστηρευθεί κάποτε, σχεδόν ψιθυριστά, πως είχε ακούσει ότι εκεί συναντούσε
νεαρές γυναίκες. Κοπέλες που έμπαιναν από τη μικρή πίσω αυλή και χάνονταν μέσα
στις σκιές, χωρίς ποτέ να τις δει κανείς να φεύγουν. Δεν τον είχε πιστέψει
τότε. Ή ίσως δεν είχε θελήσει να τον πιστέψει.
Γιατί
όχι εκεί;
Γιατί να μην πήγαινε εκείνη στα σκοτεινά
υπόγεια; Τα γνώριζε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Εκείνη κατέβαζε κάποτε τα
μεγάλα πιθάρια με το ρυζόκρασο. Εκεί είχε μάθει κάθε διάδρομο, κάθε αποθήκη,
κάθε κρυφή θύρα. Εκεί, στα χρόνια της αναταραχής, είχαν κρύψει τα σακιά με το
ρύζι για να μη λεηλατηθούν από τους ανθρώπους των Μινγκ. Ακόμη θυμόταν τη
μυρωδιά της υγρασίας, του ξύλου και του παλιού χώματος. Θα μπορούσε να
περπατήσει εκεί μέσα ακόμη και με σβηστό λυχνάρι.
Ποιος θα υποψιαζόταν μια χήρα; Θα έλεγε πως
πήγαινε να δει τον αδελφό της όταν θα επέστρεφε από τις περιοδείες του. Θα τον
καλωσόριζε όπως άρμοζε. Κανείς δεν θα έβρισκε παράξενη μια τέτοια επίσκεψη.
Ύστερα θα κατέβαινε στα υπόγεια. Θα αργούσε
να ανέβει. Ίσως εκείνος να τη γύρευε. Ίσως να κατέβαινε κι εκείνος. Ίσως το
σκοτάδι να έσβηνε εκείνο που το φως ονόμαζε ενοχή.
Ίσως...
Ίσως να μην είχε χορτάσει τη γυναικεία σάρκα στις ατέλειωτες περιοδείες του. Ίσως όλες
εκείνες οι ξένες αγκαλιές να μην άφηναν τίποτε πίσω τους. Ίσως κάποτε να
λαχταρούσε κάτι που να του ανήκε. Κάτι γνώριμο. Κάτι που να μην χρειαζόταν να
πληρώσει ούτε να ξεχάσει το επόμενο πρωί.
Αρκεί να ήταν μόνος… Αρκεί εκείνο το
σημαδεμένο πλάσμα να έφευγε επιτέλους από το σπίτι τους. Το φίδι. Έτσι την
αποκαλούσε πια μέσα της. Το φίδι που είχε τρυπώσει αθόρυβα στο αρχοντικό και
είχε κουλουριαστεί στην πιο ζεστή γωνιά του, χωρίς να δείχνει καμία διάθεση να
φύγει.
Και τότε θυμήθηκε. Θυμήθηκε με πόση
ψυχρότητα την είχε κοιτάξει η Τιάν-Μι όταν της είχε προτείνει τα καλύτερα
παλικάρια της επαρχίας. Νέους όμορφους, μορφωμένους, από σπουδαίες οικογένειες.
Οποιαδήποτε άλλη κοπέλα θα κοκκίνιζε από χαρά.
Εκείνη όχι. Εκείνη την είχε κοιτάξει σχεδόν
με μίσος. Σαν να προστάτευε κάτι. Όχι έναν άνθρωπο. Ένα δικαίωμα. Σαν να
φοβόταν μήπως της πάρουν κάτι που είχε ήδη αποφασίσει πως της ανήκε. Έναν άνδρα
που δεν ανήκε σε καμία γυναίκα.
Η
αναπνοή της έγινε κοφτή.
«Όχι...»
Η λέξη χάθηκε μέσα στο δωμάτιο. Ξαφνικά όλα
ενώθηκαν. Το πείσμα της Τιάν-Μι να μείνει στο αρχοντικό. Οι διαρκείς αρνήσεις
της. Οι ματιές που πρόσεχε να κρύβει. Η ανεξήγητη ταραχή της κάθε φορά που ο Λι
Γουέν-Τσενγκ ετοιμαζόταν να φύγει ή να επιστρέψει.
Ένιωσε το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό της.
Το δωμάτιο σκοτείνιασε. Οι τοίχοι
άρχισαν να απομακρύνονται, σαν να τους τραβούσε αόρατο χέρι. Άπλωσε το χέρι της
να κρατηθεί από το τραπέζι, μα τα δάχτυλά της άγγιξαν μονάχα τον αέρα. Το σώμα
της λύγισε. Λιποθύμησε.
Όταν ξανάνοιξε τα μάτια, χρειάστηκε λίγη ώρα
για να θυμηθεί πού βρισκόταν. Η οροφή του δωματίου στεκόταν ακίνητη από πάνω
της. Καμία υπηρέτρια δεν είχε μπει. Κανείς δεν την είχε δει. Ανακάθισε αργά,
πιέζοντας το στήθος της με την παλάμη. Η καρδιά της χτυπούσε ακόμη άτακτα. Όμως
εκείνο που την τρόμαζε περισσότερο δεν ήταν η αδυναμία του σώματος. Ήταν πως,
ακόμη και τώρα, μετά τη λιποθυμία, καμία από τις σκέψεις της δεν είχε χαθεί. Είχαν
όλες επιστρέψει. Και περίμεναν υπομονετικά μέσα της. Σαν να ήξεραν ότι αργά ή
γρήγορα θα έπρεπε να πάρει μια απόφαση.
Ο οικογενειακός ναός είχε καεί. Είχε γίνει
στάχτη. Μαζί του είχαν χαθεί οι πινακίδες των προγόνων, τα ονόματα, οι
γενεαλογίες, οι δεσμοί που κρατούσαν τους ζωντανούς δεμένους με τους νεκρούς. Και
ο Λι Γουέν-Τσενγκ... Δεν ήταν πια αδελφός της. Όχι για τον κόσμο. Δεν ήταν
αδελφός της για τη μνήμη των
προγόνων, για το οικογενειακό βιβλίο που
είχε χαθεί στις φλόγες. Η συγγένεια είχε σβηστεί σαν μελάνι που το κατάπιε η
φωτιά. Τι απέμενε λοιπόν; Δύο άνθρωποι. Ένας άνδρας. Μια γυναίκα. Τίποτε
περισσότερο. Τίποτε λιγότερο.
Τα υπόγεια... Εκεί δεν υπήρχαν μάτια. Δεν
υπήρχαν αυτιά. Δεν υπήρχε ουρανός να τους βλέπει ούτε άνεμος να μεταφέρει
ψιθύρους. Μόνο πέτρα. Υγρασία. Σκοτάδι. Και οι ανάσες τους. Κανείς δεν
κατέβαινε εκεί χωρίς λόγο. Κανείς δεν θα τους αναζητούσε αμέσως.
Αρκούσε να μη βγουν και οι δυό μαζί την ίδια
ώρα. Η σκέψη αυτή δεν την τρόμαξε. Την γαλήνεψε. Σαν να είχε βρει, έπειτα από
χρόνια περιπλάνησης, μια πόρτα που οδηγούσε σε έναν κόσμο όπου οι νόμοι των
ανθρώπων έμεναν απ' έξω.
Αν εκείνος κατέβαινε... Θα περίμενε λίγες
μόνο αναπνοές. Ύστερα θα έκλεινε την ξύλινη θύρα. Θα έριχνε τον βαρύ σύρτη. Και
το σκοτάδι θα αποφάσιζε για τους δυο τους. Αν εκείνος άνοιγε την αγκαλιά του,
δεν θα υπήρχε πια επιστροφή.
Κι αν εκείνος δίσταζε... Αν επιχειρούσε να
φύγει... Εκείνη θα έκλεινε την πόρτα. Κι ύστερα θα περίμενε. Το σκοτάδι θα
αποφάσιζε όσα δεν είχαν τολμήσει να αποφασίσουν οι δυο τους τόσα χρόνια. Η ίδια
η μοίρα, που τόσα χρόνια τους κρατούσε χωριστά, θα τους είχε επιτέλους κλείσει
στο ίδιο σκοτάδι.
Ένα ρεύμα αέρα πέρασε από τον διάδρομο. Οι
λυχνίες τρεμόπαιξαν. Μία έσβησε. Η σκιά της μεγάλωσε στον τοίχο. Για μια στιγμή
νόμισε πως πίσω της στεκόταν μια γυναικεία μορφή. Γύρισε απότομα. Δεν υπήρχε
κανείς. Μόνο το μεταξωτό παραπέτασμα που κινιόταν αργά.
Κι όμως... Της φάνηκε πως άκουσε μια φωνή. Χαμηλή.
Σχεδόν ψίθυρο.
«Δεν ήσουν ποτέ πραγματικά μία από
αυτούς...»
Πάγωσε. Η καρδιά της χτυπούσε τώρα δυνατά. Προσπάθησε
να γελάσει.
«Είσαι κουρασμένη», είπε στον εαυτό της.
«Είσαι κουρασμένη...»
Αλλά οι λέξεις δεν την καθησύχασαν. Άλλη μια
εικόνα αναδύθηκε μέσα από το σκοτάδι της μνήμης. Ένα μικρό κορίτσι. Με απλά
ρούχα. Να τρέχει στις αυλές. Να σταματά όταν περνούσαν οι άρχοντες. Να
χαμηλώνει το βλέμμα. Να περιμένει εντολές. Το πρόσωπο του κοριτσιού δεν
φαινόταν.
Όσο
κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να το δει.
Μόνο
μια λέξη επέμενε να ανεβαίνει αργά από το βάθος της συνείδησής της. «Παρακόρη.»
Η Λι Σου-Γιάν άνοιξε απότομα τα μάτια.
«Όχι...»
Ψιθύρισε τη λέξη σχεδόν τρομαγμένη.
«Παρακόρη». Δεν ήξερε αν ήταν ανάμνηση. Δεν
ήξερε αν ήταν όνειρο. Δεν ήξερε αν ήταν μια σκέψη γεννημένη από την εξάντληση ή
μια αλήθεια που τόσα χρόνια έμενε θαμμένη κάτω από τη σιωπή. Ίσως αν ήταν
παρακόρη να είχε αυτόν που ήθελε. Αλλά η τύχη την είχε ορίσει να είναι κόρη των
Λι. Λες και της έφραζε από την αρχή το δρόμο για αυτόν που έπρεπε να είναι
μαζί.
Όταν η αναπνοή της βρήκε ξανά τον κανονικό
της ρυθμό, κατάλαβε πως δεν μπορούσε να μείνει άλλο μόνη με τις σκέψεις της.
Υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος που ίσως, χωρίς να το γνωρίζει, κρατούσε έναν
καθρέφτη μπροστά στην ψυχή της.
Αποφάσισε
να επισκεφθεί την Σου-Γιν, τη γυναίκα που είχε εγκαταστήσει ο Λι Γουέν-Τσενγκ
στα κτήματά του. Μόνο με εκείνη είχε μια περίεργη οικειότητα. Μόνο με εκείνη
μιλούσε χωρίς να κρατά την απόσταση που επέβαλε η θέση της. Και όσο η Σου-Γιν
της εξομολογείτο σταδιακά την σχέση της με τον Γουέι-Τζεν, το πώς αυτή είχε
ξεκινήσει ως διαταγή και πως μετεξελίχθηκε μέσα στα χρόνια, σαν ένα είδος
άρρηκτου δεσμού, τόσο η Λι Σου-Γιάν κατανοούσε περισσότερο τον ίδιο της τον
εαυτό. Όπως όταν βλέπει κανείς έναν άρρωστο που πάσχει από το ίδιο νόσημα. Αλλά
η αρρώστεια της Λι Σου-Γιάν δεν επιτρεπόταν να εκδηλωθεί. Μόνο τα συμπτώματά
της εκείνη αισθανόταν. Ίσως στον κόσμο του βασιλείου του Λιού Γιουάν κάποιοι
άνθρωποι να ταίριαζαν, να ήταν γεννημένοι για αυτόν.
Ποτέ όλοι δεν ταιριάζουν στον κόσμο που
έχουν αφεθεί να ζήσουν, όσο όμορφος και να είναι αυτός. Ό,τι δεν γίνεται με
επιλογή φαίνεται ψεύτικο. Όσοι φορούν το πρόσωπο που τους ζητούν οι άλλοι να
φορέσουν, μια μέρα το πρόσωπο ραγίζει. Και προκειμένου να καταρρεύσει ο κόσμος,
καταρρέουν οι άνθρωποι που δεν είναι φτιαγμένοι για αυτόν και προσποιούνταν ότι
ανήκαν μέσα του.
ΜΕΡΟΣ Ι
η
εκστρατεία της χήρας
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε
αποχωρήσει από το σπίτι της αδελφής του. Η Λι Σου-Γιάν είχε δίκηο. Έψαχνε μία
αφορμή να αναχωρήσει από το χωριό Λο Τζιάνγκ για λίγο καιρό, κάτι που να
φαινόταν λογικό.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
στεκόταν μπροστά στο χαμηλό τραπέζι από κυπαρίσσι, στο αρχοντικό του και είχε
απλώσει επάνω του τον χάρτη της νότιας πεδιάδας. Η γη της Σετσουάν απλωνόταν
σαν υγρό μετάξι κάτω από το βλέμμα του: ποτάμια, αρδευτικά κανάλια, δρόμοι που
ένωναν αγορές και λιμάνια. Από τότε που η δυναστεία των Τσινγκ είχε υψώσει τα
λάβαρά της, η ειρήνη ήταν εύθραυστη σαν λεπτό πορσελάνινο κύπελλο.
Πρώτος σταθμός θα ήταν το
Μεϊσάν. Θυμόταν ακόμη τη μυρωδιά του καμένου ρυζιού από τα χωράφια που είχαν πυρπολήσει
οι στασιαστές πριν δέκα χρόνια. Εκεί είχε κρεμάσει στην πύλη της αγοράς δύο
πρώην λοχαγούς των Μινγκ και είχε διαλύσει τον μυστικό τους κύκλο. Τώρα δεν
πήγαινε για αίμα· πήγαινε για σιωπή και υπακοή.
Λίγο νοτιότερα, το χωριό
Σανγκού, κοντά στο Μεϊσάν, τον απασχολούσε ιδιαιτέρως. Το ετήσιο νυφοπάζαρό του
έφερνε πλούσιους εμπόρους και προξενητές από όλη την πεδιάδα. Στο παρελθόν είχε
συλλάβει έναν μεσάζοντα που πουλούσε κορίτσια για να χρηματοδοτεί φυγάδες
πιστούς στους Μινγκ· τον είχε εκτελέσει δημόσια, για παραδειγματισμό. Αν η τάξη
χάλαγε εκεί, η φήμη θα ταξίδευε ταχύτερα κι από τον ποταμό Μιν.
Ύστερα, η σκέψη του
κατηφόριζε προς το Λουτσόου, την φυσική πύλη εξόδου της πεδιάδας της Σετσουάν προς τις νότιες επαρχίες. Χτισμένη
στις όχθες του μεγάλου ποταμού Γιανγκτσέ. η Λουτσόου δεν ήταν απλώς εμπορικό
λιμάνι· ήταν μεθοριακό παρατηρητήριο, τόπος όπου η εξουσία δοκιμαζόταν και όπου
κάθε καράβι που έδενε στην αποβάθρα μπορούσε να μεταφέρει είτε πλούτο είτε
αναταραχή. Τα νερά έφερναν αλάτι, ρύζι και κρασί, αλλά και φήμες, φυγάδες και
απεσταλμένους. Στο λιμάνι του Λουτσόου είχε ξεσκεπάσει επιστολές προδοσίας
κρυμμένες μέσα σε βαρέλια κρασιού και είχε τιμωρήσει έναν καραβοκύρη που
διευκόλυνε τη διακίνησή τους. Το Λουτσόου ήταν πύλη· κι όποιος ελέγχει την
πύλη, ήλεγχε την ανάσα της επαρχίας.
Πέρα από τα σύνορα της
Σετσουάν, στο Ζουνγί της επαρχίας Γκουϊζού, είχε βαδίσει πριν τέσσερις χειμώνες
με βαρύτερο απόσπασμα. Είχε διαλύσει συμμαχία τοπικών αρχόντων που παρείχαν
καταφύγιο σε υποστηρικτές των Μινγκ και είχε επιβάλει όρκους πίστης μπροστά σε
βωμούς προγόνων. Δεν εμπιστευόταν τις υποσχέσεις τους· η μνήμη της παλιάς
δυναστείας επέμενε στα νότια.
Λίγο πιο μέσα, σε
απόσταση περίπου μιας ημέρας νοτιοανατολικά του Ζουνγί, βρισκόταν το μικρό
χωριό Σουϊγιάνγκ, ένας ταπεινός αγροτικός οικισμός,
περιτριγυρισμένος από αναβαθμίδες ρυζιού και χαμηλούς λόφους με μπαμπού. Δεν
είχε τείχη ούτε μεγάλη αγορά· μονάχα μια μικρή αποθήκη σιτηρών και έναν ναό
προγόνων στο κέντρο.
Η σημασία του δεν
βρισκόταν στο μέγεθος, αλλά στη θέση του: έλεγχε ένα από τα μονοπάτια που
οδηγούσαν βαθύτερα στη Γκουϊζού. Σε καιρούς αναταραχής, τέτοια χωριά μπορούσαν
να γίνουν κρυψώνες φυγάδων ή σταθμοί ανεφοδιασμού μυστικών δικτύων. Για έναν
πολέμαρχο που επιθυμούσε σταθερότητα, ακόμη και ένα τόσο μικρό σημείο στον
χάρτη άξιζε επιθεώρηση.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ως το Μέϊσάν
υπολόγιζε θα χρειαστούν τέσσερις ημέρες πορείας με σταθερό ρυθμό. Το έδαφος
ήταν ήπιο, τα χωριά πυκνά. Αν δεν σταματούσε παρά μόνο για σύντομες
επιθεωρήσεις, θα έφθανε την πέμπτη αυγή. Εκεί όμως θα έπρεπε να μείνει. Το
Σανγκού, με το νυφοπάζαρό του, απαιτούσε παρουσία — δύο ή τρεις ημέρες για
ανακρίσεις, ακροάσεις, για να θυμηθούν όλοι ποιος κρατά τη σφραγίδα της τάξης. Από
το Μεϊσάν ως τη Λουτσόου μέτρησε άλλες
πέντε ημέρες. Ο δρόμος ακολουθούσε τον ποταμό, μα το στράτευμα θα βάδιζε έφιππο
και πεζό, χωρίς πλοιάρια. Στη Λουτσόου θα έμενε δύο ημέρες μόνο — αρκετές για
να ελέγξει το λιμάνι και τις αποθήκες, όχι για να ριζώσει.
Ύστερα τα σύνορα. Η
διαδρομή προς το Ζουνγί, στην επαρχία Γκουϊτζόου,
θα απαιτούσε τέσσερις, ίσως πέντε ημέρες. Οι λόφοι δεν ήταν βουνά, μα έκοβαν
τον ρυθμό. Εκεί θα έμενε δύο ημέρες, και άλλη μία στο μικρό Σουϊγιάνγκ, για να
δείξει ότι η εξουσία δεν σταματά στις μεγάλες πόλεις.
Έπειτα σήκωσε το βλέμμα
και δεν ακολούθησε τον ίδιο δρόμο για την επιστροφή. Δεν ήθελε τα ίχνη του να
αφήνουν σημείο πάνω σε ήδη πατημένο χώμα. Από το Ζουνγί μπορούσε να στραφεί
βορειοδυτικά, να διασχίσει μικρούς οικισμούς στα σύνορα, και ύστερα να
ανηφορίσει προς το Νεϊτζιάνγκ, μια πόλη που δεν είχε περάσει στην αρχική του
διαδρομή. Εκεί θα παρέμενε μία ημέρα, φαινομενικά για ανεφοδιασμό, αλλά στην
πραγματικότητα για να διαπιστώσει αν η τάξη τηρούνταν χωρίς καμία
προειδοποίηση.
Από το Νεϊτζιάνγκ θα
συνέχιζε βορειοδυτικά, περνώντας μέσα από μικρά αγροτικά χωριά της πεδιάδας,
ίσως διανυκτερεύοντας απρογραμμάτιστα σε κάποιον ναό ή αποθήκη σιτηρών. Στο
τέλος θα επέστρεφε στο Λο Τζιάνγκ από διαφορετική κατεύθυνση, ώστε κανείς να
μην μπορεί να προβλέψει τα βήματά του.
Υπολόγισε πρώτα τον γρήγορο χρόνο: αν οι
άρχοντες ήταν υπάκουοι, αν δεν χρειάζονταν παραδειγματισμοί, και οι δρόμοι
παρέμεναν ανοιχτοί με τα άλογα γερά, η περιοδεία θα ολοκληρωνόταν σε είκοσι
εννέα ημέρες. Αν όμως προέκυπταν μικρά προβλήματα, τότε μπορεί και να
καθυστερούσε μερικές μέρες παραπάνω.
Δίπλωσε τον χάρτη αργά.
Δεν τον ενδιέφερε να επιστρέψει γρήγορα. Ο χρόνος δεν ήταν το πρόβλημα. Η
απειθαρχία ήταν.
Ήταν η όγδοη ημέρα του
τέταρτου σεληνιακού μήνα, ημέρα που οι γεροντότεροι του Λο Τζιάνγκ θεωρούσαν
ευοίωνη, διπλά ευλογημένη από τον ζυγό αριθμό και την άνοιξη που ωρίμαζε τα
σπαρτά. Στην κεντρική πλατεία του χωριού Λο
Τζιανγκ είχαν ήδη στηθεί θυμιατήρια και κόκκινες λωρίδες υφάσματος
κρέμονταν από τα δοκάρια των γύρω σπιτιών.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
εμφανίστηκε έφιππος. Το άλογό του, σκούρο και γυαλιστερό, πατούσε αργά πάνω
στις πλάκες της πλατείας. Ο ίδιος φορούσε πανοπλία με μεταξωτό επικάλυμμα, και
στη ζώνη του κρεμόταν το σπαθί που είχε δει περισσότερες εκστρατείες απ’ όσες
χωρούσε η μνήμη των χωρικών. Πίσω του, το μικρό απόσπασμα περίμενε σε παράταξη·
κοντάρια, λάβαρα και πρόσωπα ανέκφραστα.
Στο πλάι της πλατείας
στεκόταν η αδελφή του, η Λι Σου-Γιάν, με ήρεμο βλέμμα και ευθύ κορμί. Δίπλα της
η κόρη του, η Τιάν-Μι, κρατούσε ένα λεπτό κόκκινο κορδόνι τυλιγμένο γύρω από τα
δάχτυλά της, χωρίς να τολμά να το προσφέρει. Και κοντά τους, σχεδόν ενωμένη με
τη σκιά της αδελφής του πολέμαρχου, στεκόταν η νεαρή χήρα Χουά-Λι· ντυμένη
απλά, με λευκό και γκρίζο ένδυμα, τα μαλλιά της δεμένα χαμηλά, όπως άρμοζε στην
κατάστασή της.
Όταν τα τύμπανα σώπασαν
και η στιγμή της αναχώρησης πλησίασε, η Χουά-Λι έκανε ένα βήμα μπροστά. Οι
ψίθυροι κόπηκαν. Πλησίασε το άλογο χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της και, με μια
βαθιά υπόκλιση, ύψωσε τα χέρια της. Στα δάχτυλά της κρατούσε ένα μικρό μεταξωτό
φυλαχτό, ένα κεντημένο σακουλάκι με κόκκινη και χρυσή κλωστή, που μέσα του
έκρυβε αποξηραμένα πέταλα και έναν λεπτό πάπυρο με καλλιγραφημένη ευχή για
ασφαλή επιστροφή.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έσκυψε
ελαφρά από τη σέλα. Δεν χαμογέλασε. Η χήρα έδεσε το φυλαχτό στο χαλινάρι του
αλόγου, κοντά στο στήθος του ζώου, ώστε να ακουμπά εκεί όπου χτυπούσε η καρδιά.
Για μια στιγμή τα δάχτυλά της άγγιξαν το δέρμα του αλόγου· ύστερα
αποτραβήχτηκε.
Δεν ειπώθηκε καμία λέξη.
Μα όλοι κατάλαβαν πως δεν ήταν απλώς ευχή, ήταν υπόσχεση σιωπηλή, δεμένη με
κόκκινη κλωστή.
Η Λι Σου-Γιάν έγνεψε
ανεπαίσθητα. Η Τιάν-Μι ύψωσε τελικά το κορδόνι της, μα ο πατέρας της είχε ήδη
ισιώσει το σώμα του στη σέλα. Με ένα ελαφρύ νεύμα έδωσε το σύνθημα. Τα τύμπανα
ήχησαν ξανά, πιο βαθιά αυτή τη φορά. Καθώς ο Λι Γουέν-Τσενγκ περνούσε την πύλη
του χωριού, το κόκκινο φυλαχτό κρεμόταν από το χαλινάρι, ανεπαίσθητα κινούμενο
στον ανοιξιάτικο αέρα, σημάδι καλής τύχης, υπενθύμιση ότι κάποιος
περίμενε την επιστροφή του.
Μόλις η πύλη έκλεισε πίσω
από το απόσπασμα και ο ήχος των τυμπάνων έσβησε το χωριό δεν έμεινε σιωπηλό. Στην
αρχή ήταν μονάχα βλέμματα. Έπειτα ψίθυροι. Τα μάτια των γυναικών στράφηκαν στο
χαλινάρι του αλόγου, εκεί όπου είχε κρεμαστεί το κόκκινο φυλαχτό της χήρας
Χουά-Λι. Δεν ήταν συνηθισμένο μια νεαρή χήρα να προχωρά πρώτη μπροστά σε έφιππο
πολέμαρχο. Δεν ήταν συνηθισμένο να δένει η ίδια το φυλαχτό, και μάλιστα τόσο
κοντά στην καρδιά του αλόγου.
«Να λοιπόν γιατί δεν
μιλούσε κανείς τόσο καιρό…» μουρμούρισε μια ηλικιωμένη, σκεπάζοντας το στόμα
της με το μανίκι.
«Κάτι θα υπήρχε ανάμεσά
τους», απάντησε άλλη, με βλέμμα που άστραψε από ικανοποίηση.
Δεν είχαν άδικο — έτσι
πίστευαν — που την έβλεπαν συχνά στο σπίτι της Λι Σου-Γιάν, της αδελφής του
πολέμαρχου. Πάντα με κάποια πρόφαση: βοήθεια στο νοικοκυριό, ανάγνωση
επιστολών. Μα τώρα, το φυλαχτό είχε δώσει σχήμα σε ό,τι ως τότε ήταν μονάχα
υποψία.
Τότε μίλησε η
παραδουλεύτρα του σπιτιού του Λι Γουέν-Τσενγκ, γυναίκα με γρήγορη γλώσσα και
μάτια που παρατηρούσαν περισσότερα απ’ όσα έπρεπε.
«Την είδα», είπε
χαμηλόφωνα, μα αρκετά δυνατά ώστε να ακουστεί. «Ένα απόγευμα ερχόταν όταν
τέλειωνε η βάρδιά μας. Πέρασε με την άμαξα γύρω από τα τείχη. Δεν μπήκε από την
κεντρική πύλη. Μα ξέρω ότι υπάρχει και κρυφή είσοδος. Γιατί έστριψε η άμαξα
προς τα εκεί;»
Δεν χρειάστηκαν
αποδείξεις· οι λέξεις έφταναν. Ο ψίθυρος απλώθηκε στο χωριό σαν σιωπηλός
αντίλαλος, με μια λεπτή ειρωνεία να τον συνοδεύει. Κάθε φορά που κάποιος
ανέφερε την περιοδεία προς τα νότια, τα χείλη λύγιζαν ανεπαίσθητα. Κι έτσι,
χωρίς επίσημη απόφαση, χωρίς να τολμήσει κανείς να το διατυπώνει δημόσια, η
εκστρατεία απέκτησε όνομα. Την αποκάλεσαν χαμηλόφωνα η «εκστρατεία της χήρας».
Η πορεία προχώρησε αργά
και πειθαρχημένα. Τέσσερις ημέρες μετά την αναχώρηση από το Λο Τζιάνγκ, το
μικρό απόσπασμα του Λι Γουέν-Τσενγκ έφτασε στην πρώτη στάση του, στην πόλη Μεϊσάν.
Η πλατεία ήταν έρημη σχεδόν, μόνο λίγοι χωρικοί είχαν τολμήσει να εμφανιστούν
στις άκρες των σοκακιών, κοιτάζοντας με δισταγμό τον στρατό που κατέφθανε.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ κατέβηκε
από το άλογό του και συγκέντρωσε τους επιτελείς του γύρω από ένα μικρό ψηλό
βάθρο. Ανάμεσά τους ήταν και ο δευτερότοκος γιος της αδελφής του, της Λι Σου-Γιάν,
ένας νεαρός με το βλέμμα γεμάτο περιέργεια και σεβασμό. Οι αξιωματικοί στάθηκαν
ευθυτενείς, ακούγοντας προσεκτικά κάθε λέξη. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ύψωσε το χέρι
του και μίλησε με αυστηρή φωνή που δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας:
«Κανείς δεν θα
κακομεταχειριστεί νεαρές κοπέλλες. Έστω κι αν αυτές προσφερθούν από μόνες τους…
έστω κι αν αυτές σας προκαλέσουν. Πρέπει να εξισορροπήσουμε τα πράγματα. Δεν
πρέπει να φαινόμαστε ως κατακτητές και κυρίαρχοι.
Όσες χήρες υπάρχουν στα
χωριά και στους τόπους που διαβούμε, μόνες, ελεύθερες και προσφερόμενες, με
αυτές θα μπορείτε να περάσετε τα βράδυά σας. Αν όλα είναι ήρεμα και χωρίς
προβλήματα από τους ντόπιους, μπορείτε να έχετε και λίγες ημέρες περισσότερες.
Δεν θα ξαναμείνει έγκυος
νεαρή κοπέλλα. Αν έχετε κάτι να αφήσετε, να ξέρετε ότι θα το αφήσετε στις
νεαρές χήρες των εχθρών σας. Αλλά εάν σπείρετε κάτι εκεί, να ξέρετε πως θα
πάρετε και αυτές μαζί σας πίσω στην επιστροφή».
Οι επιτελείς σιώπησαν. Ο
δευτερότοκος γιος της Λι Σου-Γιάν κοίταξε τον θείο του και κατέβασε το βλέμμα,
κατανοώντας τη βαρύτητα των λέξεων του πολέμαρχου. Οι υπόλοιποι στρατιώτες
ένιωσαν την αυστηρότητα, μα και τη λογική της εντολής: η δύναμη τους υπήρχε για
να επιβάλλει τάξη, όχι για να καταστρέφει ψυχές.
Κι έτσι, η “εκστρατεία
της χήρας” επρόκειτο να γίνει κάτι παραπάνω από ψίθυρος. Ήταν πλέον μια υπόσχεση,
δεμένη με κόκκινη κλωστή και φυλαχτά, που θα ακολουθούσε κάθε τους βήμα στα
νότια χωριά.
Κάποιοι από τους
αξιωματικούς και τους στρατιώτες ένιωσαν μια ανεπαίσθητη σκιά δυσαρέσκειας.
Είχαν μάθει να δρέπουν νεαρά σώματα χωρίς καμία υποχρέωση, μερικές φορές και με
ψίθυρους εκβιασμού, και τώρα η αυστηρή διαταγή του Λι Γουέν-Τσενγκ έκοβε
απότομα κάθε ελευθερία δράσης. Έπρεπε να είναι προσεκτικοί, να σκεφτούν δύο
φορές πριν κάνουν οποιαδήποτε κίνηση.
Μα όλοι γνώριζαν καλά ότι
αυτή η εκστρατεία δεν ήταν εκκαθάριση ή επιβολή με βία· ήταν μια σύντομη
περιοδεία επιθεώρησης, μια διαδρομή για να διαπιστώσουν την τάξη και να
υπενθυμίσουν την εξουσία του πολέμαρχου.
Το μόνο που πραγματικά
τους ανησυχούσε ήταν η τελευταία φράση: αν έσπειραν κάτι — αν παρέβαιναν τους
κανόνες — οι συνέπειες δεν θα περιορίζονταν μόνο σε αυτούς. Θα είχαν μαζί τους
και τις επιπτώσεις, μια αόρατη αλλά βαριά κληρονομιά, ένα φορτίο, μια έγκυο
γυναίκα, που θα τους συνόδευε μέχρι την επιστροφή.
Η σιωπή που ακολούθησε
ήταν βαρύθυμη, γεμάτη κατανόηση αλλά και μια μυστική ανακούφιση: ξέραν πια τι
ακριβώς σήμαινε πειθαρχία στον Λι Γουέν-Τσενγκ.
Όταν το απόσπασμα του Λι
Γουέν-Τσενγκ έφτασε στη Μεϊσάν, η πόλη είχε σχεδόν αδειάσει από άνδρες. Οι
κάτοικοι είχαν φύγει στις πεδιάδες ή είχαν σκοτωθεί στις προηγούμενες
συγκρούσεις, και όσες γυναίκες έμεναν ήταν χήρες, σαν αιχμάλωτες της μοίρας και
των κυρίαρχων που τώρα περνούσαν από τα χωριά τους.
Οι χήρες εμφανίστηκαν
διστακτικά στις αυλές και στα σοκάκια, τα βλέμματα στραμμένα στα βαριά άλογα
και στα λάβαρα. Τα νεαρά κορίτσια του χωριού παρατηρούσαν κρυφά, ένιωθαν ζήλια,
αντί την προσοχή να την τραβούσαν αυτές τλωρα η προσοχή στρεφόταν στις
μεγαλύτερες γυναίκες· μερικές ίσως να σκέφτηκαν ότι κάποια χήρα να έκλεβε τη
δική τους τύχη.
Κάπου ανάμεσα στους
στρατιώτες, ένας νεαρός αποφάσισε να δοκιμάσει τη μοίρα του. Πλησίασε μία από
τις νεαρές κοπέλλες, γεμάτος αλαζονεία, και προσπάθησε να την παρασύρει. Η
νεαρή κοπέλλα έφερε αντίρρηση. Τον σταμάτησαν δύο συμπολεμιστές του και την
άρπαξαν από τα χέρια του και γρήγορα την έδιωξαν από κοντά του. Το ζήτημα δεν
πέρασε απαρατήρητο. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, που περιπολούσε ανάμεσα στα στρατεύματα
και παρατηρούσε τα πάντα, έμαθε αμέσως τι είχε συμβεί.
Συγκέντρωσε τον στρατό
στην κεντρική πλατεία της Μεϊσάν. Ο στρατιώτης στάθηκε στο κέντρο, με το βλέμμα
χαμηλωμένο, ενώ οι χωρικοί και οι χήρες παρακολουθούσαν σιωπηλοί. Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ διέταξε: «Όποιος παραβιάσει ξανά τους κανόνες της τάξης και της
τιμής, θα υποστεί τα ίδια».
Οι στρατιώτες τον κοίταξαν
με τρόμο. Το βουρδούλισμα ξεκίνησε. Σκληρές, μετρημένες ράβδοι χτυπούσαν στην
πλάτη και τους ώμους, προκαλώντας πόνο αλλά όχι θάνατο. Ο ήχος των χτυπημάτων
αντήχησε στα σοκάκια, και οι γυναίκες γύρισαν το βλέμμα.
Η τιμωρία δεν ήταν
τιμωρία μόνο για τον νεαρό στρατιώτη· ήταν προειδοποίηση. Οποιοσδήποτε άλλος θα
παραβίαζε τη διαταγή, θα έβρισκε την ίδια μοίρα. Η διαταγή του πολέμαρχου ήταν
ξεκάθαρη, η πειθαρχία αδιαπραγμάτευτη: η τάξη υπερίσχυε κάθε επιθυμίας ή
πάθους.
Ο πολέμαρχος αποφάσισε
άλλες δύο ημέρες στάθμευση στην πόλη. Η περιοδεία είχε ξεκινήσει με ανυπακοή
και έπρεπε τα πράγματα κάπως να ηρεμήσουν. Μόλις διαδόθηκαν τα νέα της διαταγής
του πολέμαρχου στον γηγενή πληθυσμό, τώρα το πώς ακριβώς έγινε αυτό είναι κάτι
το αβέβαιο, αλλά πάντα υπήρχαν ενδιάμεσοι που περνούσαν πληροφορίες ως
διαρροές, ξαφνικά η παρουσία των χηρών γρήγορα έγινε ορατή. Οι μεγαλύτερες
γυναίκες, με την εμπειρία και την ψυχραιμία τους, κέρδισαν την προσοχή των
στρατιωτών· κάθε βήμα τους ήταν προσεκτικό, κάθε βλέμμα μετρημένο. Η “επιτυχία”
τους ήταν αδιόρατα χαμηλότονη μα ουσιαστική. Δεν δέχθηκαν όμως όλες οι χήρες να
γίνουν ερωτικά θηράματα του στρατιωτικού αυτού αποσπάσματος. Κάποιες μάλιστα,
έφτυσαν στρατιώτες που τις πλησίασαν και προσπάθησαν να τις δελεάσουν.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
παρακολουθούσε από απόσταση, με το βλέμμα ακλόνητο. Είχε δώσει σαφείς εντολές: κανένα χτύπημα, καμία βία — μόνο συναίνεση.
Οι στρατιώτες το γνώριζαν καλά πλέον. Οποιαδήποτε παράβαση δεν θα οδηγούσε μόνο
σε ποινή, αλλά και σε δημόσια ντροπή.
Έτσι, οι χήρες, όχι όλες
αλλά μόνο οι ενδιαφερόμενες, ιδίως εκείνες που είχαν πατήσει ήδη τον όρκο του
πένθους τους έστω και μυστικά με άλλους άνδρες, είτε αυτοί ήταν πρώην φίλοι των
νεκρών συζύγων τους, είτε είταν σχετικά άγνωστοι, είτε ήταν ερωτικοί
πολιορκητές από το παρελθόν τους, δηλαδή εκείνες που είχαν αποκτήσει εμπειρία
στη σιωπηλή έλξη, άρχισαν πλέον να κινούνται δημόσια με αυτοπεποίθηση. Η τάξη
είχε εγκατασταθεί, όχι με φόβο, αλλά με σεβασμό, και οι στρατιώτες είχαν ήδη
αρχίσει να καταλαβαίνουν τη σημασία της διαταγής του πολέμαρχου.
Η πορεία από τη Μεϊσάν
ξεκίνησε νωρίς, όταν ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να φωτίζει τις πεδιάδες. Τα
άλογα χτύπαγαν τα πέταλα τους πάνω στη σκληρή γη. Μα μέσα στην τρίτη μέρα, η
φύση τους σταμάτησε με απότομο τρόπο. Ο ουρανός βρυχήθηκε και μια καταρρακτώδης
βροχή ξεχύθηκε από ψηλά, σαν να ήθελε να ξεπλύνει κάθε ίχνος πορείας. Η λάσπη
στα μονοπάτια έγινε βαριά και κολλητική, τα ποτάμια φούσκωσαν, και οι δρόμοι
μετατράπηκαν σε επικίνδυνους λασπότοπους για τα άλογα και το πεζικό.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ διέταξε
στάση στο χωριό Τζινγκλιάνγκ,
ένα μικρό οικισμό ανάμεσα στις πεδιάδες, λίγο πριν από τις πρώτες ανηφοριές
προς τα σύνορα. Δεν ήταν μόνο η καταρρακτώδης βροχή ο λόγος. Ένας στρατιώτης
είχε τραυματιστεί, πέφτοντας από το άλογό του στη λάσπη, και δεν μπορούσε να
συνεχίσει χωρίς φροντίδα. Έτσι, η πορεία αναγκαστικά σταμάτησε, και το
απόσπασμα ήταν υποχρεωμένο να μείνει στο Τζινγκλιάνγκ μέχρι να υποχωρήσει η
νεροποντή και να στεγνώσουν οι δρόμοι.
Οι χήρες της περιοχής
σιωπηλές σαν αόρατα φαντάσματα εμφανίστηκαν στα σοκάκια, αξιοποιώντας την
αναγκαστική στάση. Κρατούσαν καλάθια με νερό, μικρά κεντήματα και τρόφιμα,
βοηθώντας τους στρατιώτες και τα άλογα που πάλευαν στη λάσπη.
Η απροσχεδίαστη υποχρεωτική
στάση στο Τζινγκλιάνγκ άρχισε να παίρνει έναν απρόσμενο χαρακτήρα. Κάποιες
χήρες, με γνώση και αυτοπεποίθηση, οδήγησαν τους αξιωματικούς στα σπίτια τους,
πρόθυμες να βοηθήσουν σε κάθε ανάγκη. Η έννοια της φιλοξενίας ήταν κανόνας για
ένα μικρό χωριό σαν το Τζινγκλιάνγκ· κανείς δεν θα τολμούσε να τον παραβεί, κι
οι χήρες το σεβόντουσαν με ακρίβεια.
Η φιλοξενία όμως είχε και
άλλες πτυχές. Όταν ο άνδρας του σπιτιού είχε λείψει από καιρό και δεν επρόκειτο
ποτέ να επιστρέψει, τότε η περιποίηση ενός επισκέπτη μπορεί να ξεπερνούσε τα
συνηθισμένα όρια. Οι χήρες κινήθηκαν με τέτοιο τρόπο που ο κάθε στρατιώτης και
αξιωματικός αντιλαμβανόταν τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον σεβασμό και την
ανοιχτή φροντίδα.
Η λάσπη, η νεροποντή και
η πλημμύρα είχαν μετατρέψει το χωριό από ένα απλό πέρασμα σε ένα ανέλπιστο λασπότοπο
ξεκούρασης. Μόλις οι δρόμοι θα στέγνωναν
η πορεία θα συνεχιζόταν προς το Σανγκού.
Η περιοδεία του Λι
Γουέν-Τσενγκ είχε διαρκέσει πάνω από δύο μήνες, πολύ περισσότερο από ό,τι
αρχικά είχε υπολογίσει. Αυτή η καθυστέρηση δεν οφειλόταν τόσο στις δυσκολίες
της περιοδείας, που ήταν περιορισμένες και κυρίως συνδεδεμένες με τις αστάθειες
του καιρού και τις λασπώδεις διαδρομές, αλλά και στη διάθεση και στους
υπολογισμούς του Λι Γουέν-Τσενγκ. Ο πολέμαρχος δεν ήθελε να επιστρέψει γρήγορα
στη βάση του για τους δικούς του προσωπικούς λόγους. Αυτή η καθυστέρηση όμως θα έδινε στους στρατιώτες
και στις χήρες την ευκαιρία να αναπτύξουν σχέσεις με μεγαλύτερη διάρκεια,
μακριά από τις σύντομες στάσεις της μιας μόνο βραδιάς. Έτσι, οι ημέρες στο
Τζινγκλιάνγκ και στα υπόλοιπα χωριά που πέρασε το εκστρατευτικό σώμα
μετατράπηκαν σε μικρές «ζώνες ανάπαυλας», όπου η καθημερινότητα συνδυαζόταν με στιγμές συναντήσεων και
γνωριμιών, προσεκτικών αλλά αληθινών. Οι χήρες μπορούσαν να φροντίζουν, να
συνομιλούν, να προσφέρουν, ενώ οι στρατιώτες μάθαιναν να χειρίζονται ως νέα
πραγματικότητά τους τη συναίνεση και
τον αμοιβαίο σεβασμό, κάτι που ίσως το μάθαιναν για πρώτη φορά.
μια
παλαιά και μια νέα ερωμένη συναντιούνται
Όσο έλειπε ο πολέμαρχος
οι υπηρέτριες ψιθύριζαν μεταξύ τους. Κι ανάμεσα στα ονόματα που ακούγονταν
συχνότερα ήταν εκείνο της Σιάο-Γινγκ. Μια γυναίκα που είχε φτάσει χρόνια πριν
μαζί με το στράτευμα. Που δεν είχε ποτέ επίσημο τίτλο, μα ούτε και είχε φύγει.
Η ευκαιρία για τη συνάντηση
ήρθε ένα πρωινό στην όχθη του μικρού ποταμού έξω από το χωριό Τζο Λιανγκ. Η
Τιάν-Μι είχε πάει με δύο υπηρέτριες για να κάψει θυμίαμα στο μικρό ιερό της
Γκουανγίν που βρισκόταν κάτω από μια παλιά ιτιά. Ήταν γεμάτη ανησυχία για την
καθυστέρηση της επιστροφής του πολέμαρχου. Ο καπνός ανέβαινε αργά μέσα στον
υγρό αέρα του ποταμού, διαλυόταν ανάμεσα στα κλαδιά της ιτιάς και έμοιαζε να
παίρνει μαζί του τις άρρητες υποψίες της. Ο αέρας μύριζε υγρασία και στάχτη
ρυζιού.
Καθώς οι υπηρέτριες
απομακρύνθηκαν για να γεμίσουν στάμνες, μια γυναίκα στάθηκε δίπλα της. Ντυμένη
απλά, με βαμβακερό φόρεμα στο χρώμα του ξεθωριασμένου δαμάσκηνου, έμοιαζε με
κοινή χωρική. Όμως το βλέμμα της ήταν σταθερό.
«Δεσποινίς Τιάν-Μι;» είπε
χαμηλά. «Συγχωρήστε την τόλμη μου. Κάποτε εργαζόμουν στο σπίτι του άρχοντα Λι.»
Η Τιάν-Μι γύρισε απότομα.
«Εργαζόσασταν; Δεν σας
έχω δει.»
Η γυναίκα χαμογέλασε
αχνά. «Δεν θα με βλέπατε. Ήμουν υπεύθυνη για τα κλειδιά της αποθήκης με τα
όπλα, εκεί πίσω από το γραφείο του άρχοντα.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Αυτή η λεπτομέρεια δεν ήταν γνωστή έξω από τον οίκο.
Η γυναίκα συνέχισε ήρεμα:
«Ξέρω ότι ο άρχοντας προτιμά να εργάζεται τα βράδια με το παράθυρο μισάνοιχτο,
ακόμη και τον χειμώνα. Ξέρω ότι όταν επιστρέφει από εκστρατεία, δεν αγγίζει
κανέναν για τρεις ημέρες. Πρώτα επισκέπτεται το μικρό οικογενειακό βωμό στον
περίβολο. Μετά μένει μόνος.»
Η άγνωστη γυναίκα κόμπιασε
για λίγο.
«Έμαθα ότι κάηκε. Είναι
αλήθεια;»
Η Τιάν-Μι δεν απάντησε
στην ερώτηση.
«Και ποια είστε;»
ψιθύρισε η Τιάν-Μι.
Η γυναίκα έσκυψε ελαφρά. «Με
λένε Σιάο-Γινγκ. Κάποτε υπηρέτησα πολύ κοντά του.»
Η σιωπή ανάμεσά τους βάρυνε.
«Ο άρχοντας είναι
άνθρωπος που δεν ξεχνά», πρόσθεσε η Σιάο-Γινγκ. «Οι δεσμοί που δημιουργούνται
σε καιρό πολέμου είναι ισχυρότεροι από εκείνους της ειρήνης.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε ότι ο
χώρος γύρω της μίκρυνε. Δεν ήταν απλή υπηρέτρια. Ήταν κομμάτι της ιστορίας του.
«Δεν εργάζομαι πια εκεί»,
συνέχισε η Σιάο-Γινγκ, «μα το σπίτι δεν παύει να είναι και γνώριμο. Κάθε σανίδα
του, κάθε κρυφό πέρασμα … τα γνωρίζω.»
Τα λόγια αυτά ήταν
απειλή.
«Υπηρετούσα στα εσωτερικά δωμάτια», συνέχισε η
Σιάο-Γινγκ. «Ξέρω πώς κάθεται όταν σκέφτεται — ποτέ με την πλάτη πλήρως
ακουμπισμένη. Ξέρω πως προτιμά το φως να πέφτει λοξά από τα αριστερά, όχι κατά
πρόσωπο. Δεν του αρέσει να τον κοιτούν ευθέως.»
Η Τιάν-Μι ένιωθε ότι κάθε
λέξη αφαιρούσε ένα μικρό κομμάτι από τη δική της οικειότητα.
Η Σιάο-Γινγκ έσκυψε
ελαφρά, σαν να μοιραζόταν μυστικό γυναικών. «Και δεν αγαπά την υπερβολή. Ο
άρχοντας προτιμά τη σιωπή πριν από την αφή. Μια γυναίκα που στέκεται ακίνητη
για μια στιγμή… που αφήνει τον αυχένα της ελεύθερο όταν λύνει τα μαλλιά της…
αυτό τον κάνει να ξεχνά τον πόλεμο.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε τα
δάχτυλά της να σφίγγουν το θυμίαμα.
«Ξέρετε», συνέχισε, «όταν επιστρέφει από
εκστρατεία, δεν αγγίζει κανέναν τις πρώτες τρεις νύχτες. Πρέπει πρώτα να
καθαρίσει τη σκέψη του. Αν κάποια γυναίκα τον πιέσει, απομακρύνεται. Αν όμως
τον περιμένει… τότε εκείνος κάνει το βήμα.»
Η Τιάν-Μι κατάλαβε ότι τα
λόγια δεν ήταν απλή πληροφόρηση. Ήταν υπενθύμιση.
Η Τιάν-Μι την κοίταξε
κατάματα αυτή τη φορά. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα, μα η φωνή της βγήκε
σταθερή. «Μα… πώς δεν έχω ακούσει ποτέ για εσάς από εκείνον;»
Η ερώτηση έμεινε να αιωρείται
ανάμεσά τους, όπως ο καπνός του θυμιάματος που ακόμη στροβιλιζόταν κάτω από την
ιτιά. Η Σιάο-Γινγκ δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα της γλίστρησε προς το ποτάμι,
όπου το νερό κυλούσε αργό, θολό από τις βροχές. Για λίγες αναπνοές σώπασε. Ύστερα
μίλησε.
«Ίσως», είπε ήρεμα, «κάποιες σχέσεις να μην
πρέπει να ανακοινώνονται. Να τις γνωρίζουν μόνο όσοι οφείλουν να τις
γνωρίζουν.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε την
ψυχρότητα πίσω από τη γαλήνη της φωνής της.
Η Σιάο-Γινγκ συνέχισε,
χωρίς να την κοιτά:
«Ίσως κάποιες σχέσεις να μη στηρίζονται σε ανταλλάγματα. Να μη χρειάστηκε ποτέ
να δημοσιοποιηθούν. Να μη χρειάστηκε να επισημοποιηθούν με λόγια ή τελετές.»
Έστρεψε τότε αργά το
πρόσωπό της προς τη νεαρή κοπέλλα. «Όταν δύο άνθρωποι έχουν σταθεί ο ένας δίπλα
στον άλλον σε νύχτες που μυρίζουν αίμα και καμένο ξύλο, δεν χρειάζονται
τίτλους.»
Η φράση δεν υψώθηκε·
ειπώθηκε σχεδόν απαλά. Κι όμως, είχε το βάρος σφραγίδας.
Η Τιάν-Μι ένιωσε πως κάθε
βεβαιότητα που είχε για τη θέση της μέσα στο αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ
ράγιζε αθόρυβα. Εκείνη είχε έρθει όταν οι αυλές ήταν ήδη στρωμένες, όταν τα
δωμάτια ήταν ζεστά και οι υπηρέτες πειθαρχημένοι. Η άλλη είχε υπάρξει πριν από
αυτά.
Η Σιάο-Γινγκ κράτησε το
βλέμμα της πάνω στο νερό για μια ακόμη στιγμή, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να πει
περισσότερα. Ύστερα μίλησε, σχεδόν ψιθυριστά.
«Δεν λέγονται πάντα όλα
όσα αξίζει να ειπωθούν», πρόσθεσε χαμηλόφωνα. «Κάποια πράγματα… απλώς
συνεχίζουν να υπάρχουν.»
Έκανε μια μικρή παύση.
Κοίταξε μακρυά στον ορίζοντα, ίσως για να πιστέψει και η ίδια περισσότερο τα
λόγια της.
«Υπάρχουν όπως οι ρίζες
της ιτιάς κάτω από το χώμα. Δεν φαίνονται, δεν τις μνημονεύει κανείς, κι όμως
κρατούν τον κορμό όρθιο. Ακόμη κι αν αλλάξουν τα φύλλα, ακόμη κι αν ο άνεμος
φέρει νέα άνθη.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε το νόημα
να απλώνεται σαν σκιά γύρω της. Δεν ήταν απειλή που μπορούσε να αντικρούσει.
Δεν ήταν κατηγορία. Ήταν η διεκδίκηση μιας αόρατης συνέχειας.
Η Σιάο-Γινγκ χαμήλωσε
ελαφρά το κεφάλι, σαν να είχε μόλις πει κάτι απλό και αυτονόητο.
«Ο χρόνος δεν σβήνει όλα
τα ίχνη», είπε πιο απαλά. «Κάποια μένουν, ακόμη κι όταν δεν τα βλέπει κανείς.»
Και τότε σώπασε,
αφήνοντας τα λόγια της να ριζώσουν βαθύτερα από κάθε φανερή απειλή. Η φράση
έμεινε να αιωρείται, διφορούμενη.
Όταν οι υπηρέτριες της
Τιάν-Μι πλησίασαν ξανά, η Σιάο-Γινγκ είχε ήδη απομακρυνθεί, σαν να τη ρούφηξε η
ομίχλη του ποταμού. Όμως τα λόγια της είχαν ριζώσει βαθιά.
Για πρώτη φορά, η Τιάν-Μι
δεν αναρωτήθηκε μόνο αν η καρδιά του Λι Γουέν-Τσενγκ της ανήκε. Αναρωτήθηκε αν
γνώριζε το σώμα και τη σιωπή του τόσο καλά όσο εκείνη η σκιά που κινούνταν σαν
να ανήκε στο ίδιο το σπίτι.
η
επιστροφή από την εκστρατεία της χήρας
Καθώς το μικρό
εκστρατευτικό σώμα επέστρεψε στο Λο Τζιάνγκ,
εκτός από τους κουρασμένους στρατιώτες και τα καταπονημένα άλογα, για πρώτη
φορά ήλθαν μαζί του και άγνωστα πρόσωπα. Τέσσερις νεαρές χήρες, από τις
περιοχές της περιοδείας της επιθεώρησης.
Κάθε χήρα συνοδευόταν από
έναν χαμηλόβαθμο βαθμοφόρο· τέσσερις άγαμοι άνδρες είχαν αποφασίσει ότι θα
νυμφεύονταν αυτές τις κοπέλες. Η κάθε χήρα προερχόταν από διαφορετικό τόπο. Η μία
από το Τζινγκλιάνγκ, η άλλη από τη Μεϊσάν, η τρίτη από το Σουϊγιάνγκ και η τέταρτη από τη
Σανγκού. Σε λίγους μήνες, ο σταθερός και σχετικά μικρός πληθυσμός της περιοχής
γύρω από το Λο Τζιάνγκ θα αποκτούσε νέους εγγεγραμμένους. Οι τέσσερις νεαρές
γυναίκες, με εμπειρίες τους από τα χωριά και τις περιοχές που είχαν ζήσει, θα
ενίσχυαν τις οικογένειες των χαμηλόβαθμων βαθμοφόρων και θα έφερναν νέες
ισορροπίες στην αγροτική κοινότητα.
η
απόταξη
Η επιστροφή στο Λο Τζιάνγκ
είχε φέρει μαζί της τον αέρα της ολοκλήρωσης, αλλά και την ανάγκη να κλείσουν
εκκρεμότητες που είχαν σημαδέψει την περιοδεία. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε δύο
υποθέσεις στρατιωτών που έπρεπε να διευθετηθούν ώστε η τάξη και η πειθαρχία να αποκατασταθούν
πλήρως.
Ο πρώτος ήταν εκείνος που
είχε αποπειραθεί να παρασύρει με τη βία μια νεαρή κοπέλα στο Μεϊσάν. Ο δεύτερος
στρατιώτης είχε κλέψει προμήθειες από τους ντόπιους και αποθέματα του
αποσπάσματος στο Λουτσόου, το ποτάμιο λιμάνι που είχε επισκεφθεί η περιοδεία. Η
κλοπή του ήταν πράξη που υπονόμευε την αξιοπιστία του σώματος και απειλούσε τις
σχέσεις με τους ντόπιους, και γι’ αυτό η τιμωρία του ήταν αναπόφευκτη.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε αποφασίσει
ότι και οι δύο αποτάξεις δεν θα έπρεπε να γίνουν στον τόπο διάπραξης του αδικήματος ή της παραβίασης της
εντολής αλλά θα έπρεπε να πραγματοποιηθούν στην έδρα του στρατεύματός του, στο Λο
Τζιάνγκ, στην κεντρική αυλή του στρατοπέδου του.
Η αυλή του στρατοπέδου
στο Λο Τζιάνγκ ήταν σιωπηλή, γεμάτη ένταση. Οι στρατιώτες είχαν μαζευτεί γύρω, σχηματίζοντας έναν ευθύγραμμο
κύκλο, κοιτάζοντας προς το κέντρο όπου ο Λι Γουέν-Τσενγκ θα εκτελούσε μια
απόφαση που δεν αφορούσε μόνο δύο άντρες, αλλά υπενθύμιζε σε όλους την
πειθαρχία και τη σοβαρότητα της θέσης τους.
Οι δύο στρατιώτες
στάθηκαν μπροστά στον πολέμαρχο. Ο πρώτος ήταν αυτός που στο Μεϊσάν είχε
αποπειραθεί να παρασύρει με βία μια νεαρή κοπέλα· η τιμωρία του, μπροστά στην
κεντρική πλατεία της πόλης, είχε αφήσει ανεξίτηλο σημάδι σε όλους: οι βουρδουλιές
είχαν αποδείξει ότι καμία παραβίαση συναίνεσης δεν θα μένει ατιμώρητη.
Ο δεύτερος στρατιώτης
είχε κλέψει προμήθειες από τους ντόπιους και αποθέματα του αποσπάσματος στο
Λουτσόου, το ποτάμιο λιμάνι. Εκεί, η τιμωρία του ήταν σκληρή αλλά καθαρά συμβολική:
είχε αναγκαστεί να επιστρέψει τα κλεμμένα, να υποστεί δημόσια υποτίμηση και
επιπλήξεις μπροστά στους κατοίκους και τους συντρόφους του, για να γίνει σαφές
ότι η κλοπή δεν ήταν ανεκτή.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ τους
διάβασε τις αποφάσεις του με σταθερή φωνή, χωρίς θυμό, αλλά με απόλυτη
αποφασιστικότητα: «Και οι δύο
αποτάσσεστε από το σώμα μου. Δεν θα υπηρετήσετε ξανά υπό την εντολή μου. Όποιος
παραβιάζει τους κανόνες, χάνει τον δεσμό του με το στράτευμα. Χάνει τη σύνδεσή
του με την οικογένειά μας.»
Στη συνέχεια, οι
αξιωματικοί αφαίρεσαν τα διακριτικά, τα όπλα και τα σπαθιά τους και τα
τοποθέτησαν μπροστά στους δύο αποταχθέντες. Η τελετουργία της αφαίρεσης ήταν
βραδεία και επιβλητική· κάθε κίνηση είχε νόημα. Οι στρατιώτες που
παρακολουθούσαν ένιωθαν τη βαρύτητα του γεγονότος, κατανοώντας ότι η απόταξη
δεν ήταν τιμωρία σωματική, αλλά συμβολική
και οριστική διαγραφή από την τάξη και την πειθαρχία του σώματος.
Οι δύο άντρες έσκυψαν το
κεφάλι, κρατώντας το βλέμμα τους χαμηλά, και παρέλαβαν από τον Λι Γουέν-Τσενγκ
τα τετράγωνα έγγραφα της απόταξης, που θα τους υπενθύμιζαν για πάντα ότι είχαν
παραβεί τους κανόνες του σώματος. Αργά, αμίλητοι, απομακρύνθηκαν από την αυλή,
αφήνοντας πίσω τους ένα μάθημα που κανείς στρατιώτης δεν θα ξεχνούσε: η
πειθαρχία ήταν πάνω από κάθε προσωπική επιθυμία ή αδίκημα, και η εντολή του
πολέμαρχου ήταν νόμος.
Η αυλή του στρατοπέδου
στο Λο Τζιάνγκ είχε αδειάσει από τους δύο αποταχθέντες, αλλά οι ψίθυροι των
στρατιωτών δεν είχαν σταματήσει. Οι άντρες συγκεντρώθηκαν σε μικρές ομάδες κοιτάζοντας με ενδιαφέρον τα διακριτικά και
τα όπλα που είχαν αφαιρεθεί από τους δύο συναδέλφους τους.
«Αυτές οι βουρδουλιές…»
μουρμούρισε ένας, κουνώντας το κεφάλι «δεν ήταν αρκετή τιμωρία; Έπρεπε να
φθάσουμε ως εδώ;»
Κάποιος άλλος συναινετικά συμπλήρωσε
«Δεν κάναμε κι εμείς τα ίδια σε προηγούμενες εκστρατείες ή μήπως κάποιοι κάνετε
ότι δεν θυμάστε; Τι έχει αλλάξει τώρα;»
«Ε, και γιατί να
προστατεύει τις νεαρές κοπέλες; Πατέρας τους είναι;» αντέτεινε ένας τρίτος, με
ένα ειρωνικό τόνο. «Κάποια νεαρή θα τον έχει σαγηνεύσει και σε κάθε κοπέλα θα
νομίζει ότι βλέπει εκείνη και ότι δεν πρέπει να την αγγίξει κανείς!»
Μια στιγμή σιωπής. Στη
συνέχεια, ένας πιο έμπειρος στρατιώτης μίλησε με σταθερή φωνή: «Το στράτευμα
χρειάζεται πειθαρχία και κανόνες. Δεν μπορούμε να αφήνουμε τα πάντα στην τύχη.»
«Ναι, αλλά οι καινούργιοι
κανόνες θέλουν χρόνο για να αφομοιωθούν», παρατήρησε κάποιος άλλος, φέρνοντας
τον τόνο της ανησυχίας και της κατανόησης.
Η συζήτηση έδειχνε
ξεκάθαρα τη διαφορά που υπήρχε στο στράτευμα για τους δύο αποταχθέντες. Όλοι
συμφώνησαν για τον δεύτερο, τον κλέφτη από το Λουτσόου. «Για αυτόν ήταν δίκαιο
να τον αποτάξουμε», είπε ένας, και κανείς δεν διαφώνησε. Η παραβίαση της
πειθαρχίας ήταν σαφής και αναμφισβήτητη.
Οι ψίθυροι δεν είχαν
σταματήσει. Οι μικρές ομάδες στρατιωτών συνέχιζαν να μιλούν χαμηλόφωνα,
ανταλλάσσοντας σκέψεις και υποψίες.
«Και τι σημαίνει αυτό το
ξαφνικό ενδιαφέρον του για τις ξένες χήρες;» ρώτησε κάποιος με ύφος που έκρυβε
αμφιβολία.
«Δεν καταλαβαίνετε», απάντησε
ένας άλλος, χαμηλώνοντας τη φωνή, σα να φοβόταν να ακουστεί από τον πολέμαρχο.
«Αν κάποιοι από εμάς φέρουν και παντρευτούν χήρες από τα ξένα, τότε και ο δικός
του γάμος με τη νεαρή χήρα, την Χουά-Λι, δεν θα φαίνεται αταίριαστος. Θα
φαίνεται ότι ακολούθησε το παράδειγμα των στρατιωτών του, ενώ εκείνος είναι που
θα το έχει επιβάλλει.»
Ένας τρίτος, πιο
σκληρός, σχολίασε με ειρωνεία: «Για αυτό θα μείνετε πάντοτε χαμηλά και δεν θα
ανέβετε στην ιεραρχία. Δεν καταλαβαίνετε που αποσκοπεί αυτό; Αυτές που είναι
βάρος για την κοινωνία που ζουν — ίσως για κάποιες να φταίμε κι εμείς που σε
μάχες σκοτώσαμε τους άντρες τους — τώρα, με αυτό τον τρόπο, αυτό το βάρος
φεύγει από το χωριό τους. Το παίρνουμε εμείς μαζί μας και το φέρνουμε εδώ.»
«Δεν είναι ανάγκη να κουβαλήσει
κανείς κάποια χήρα μαζί του», διαφώνησε ένας άλλος, προσπαθώντας να μειώσει την
ένταση. «Δεν είναι υποχρεωτικό.»
«Και τι, θα την αφήσει
εκεί, έγκυο με το παιδί του;» ανταπάντησε ένας τέταρτος, η φωνή του σκληρή.
«Δεν βλέπετε ότι είναι μονόδρομος;»
«Ναι, αλλά εάν είχατε
πολλές κοπέλλες στη γη σας, δεν θα ψάχνατε για κοπέλλες αλλού», είπε κάποιος
άλλος, πιο λογικός. «Αυτός είναι ένας τρόπος να φέρουμε νέες γυναίκες στη γη
μας. Γη έχουμε, γυναίκες δεν έχουμε. Και όσες είναι όμορφες κοιτάνε να πάνε
αλλού, να πάνε στην πρωτεύουσα.»
Η συζήτηση συνέχιζε, με
ψιθύρους που έρχονταν και παρέμεναν ακατάληπτοι από μακριά, χωρίς ποτέ να
καταλήξουν σε μια κοινή άποψη. Κάθε στρατιώτης είχε τη δική του γνώμη, ανάλογα
με το τί ήθελε να αναγνωρίσει, και η αυλή του στρατοπέδου γέμιζε με σκέψεις
μισοκρυμμένες, με υποθέσεις και με αμφιβολίες.
Οι ψίθυροι μπερδεύονταν με το θρόισμα των φύλλων και τον αχνό ήχο των αλόγων.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ στεκόταν σιωπηλός στην άκρη. Ήξερε ότι η απόφαση είχε αφήσει
υποδόριες εντάσεις· ήξερε όμως ότι η πειθαρχία και η τάξη δεν ήταν θέμα
δημοφιλίας, αλλά ανάγκης.
η
νύχτα της διεκδίκησης
Το μεγάλο αρχοντικό του
Λι Γουέν-Τσενγκ υψωνόταν σαν μικρή οχυρωμένη πολιτεία ανάμεσα σε χωράφια σόργου
και αρδευτικά κανάλια. Ψηλοί πλίνθινοι τοίχοι, βαριά ξύλινη πύλη με σιδερένια
καρφιά, εσωτερικές αυλές που άνοιγαν η μία μέσα στην άλλη σαν μυστικά κουτιά.
Ο άρχοντας είχε
επιστρέψει εδώ και τρεις ημέρες από την εκστρατεία του στα νότια σύνορα. Κι
όμως, δεν είχε καλέσει την Τιάν-Μι στα ιδιαίτερά του διαμερίσματα της
ανατολικής πτέρυγας.
Η νύχτα είχε απλωθεί
βαριά πάνω από το αρχοντικό στο Τζο Λιάνγκ. Οι αυλές είχαν αδειάσει, τα φανάρια έκαιγαν χαμηλά και οι σκιές των κεραμιδιών
έπεφταν κοφτές πάνω στις πέτρινες πλάκες. Μόνο οι δύο φρουροί έμεναν άγρυπνοι,
πιστοί στον άρχοντά τους, πιστοί σε εκείνον που τους έχει εμπιστευθεί τόσα
χρόνια.
Η Τιάν-Μι περίμενε. Στο
δωμάτιό της, η λυχνία από σησαμέλαιο έτρεμε ελαφρά, ρίχνοντας θερμό φως πάνω
στο γυμνό της δέρμα. Είχε αφήσει τα μεταξωτά της ρούχα διπλωμένα προσεκτικά στο
παραβάν. Δεν φορούσε παρά μόνο τα μαλλιά της λυμένα, να πέφτουν βαριά στην
πλάτη της. Ζήλεια και ανησυχία είχαν ριζώσει μέσα της σαν επίμονο αγριόχορτο. Μέχρι
τώρα πίστευε πως έπρεπε να νικήσει κάποια γυναίκα του παρόντος, ίσως μια τυχαία
γνωριμία από την εκστρατεία, μια νέα μορφή που θα είχε τραβήξει το βλέμμα του.
Τώρα όμως γνώριζε. Η αντίπαλος δεν ήταν καινούργια. Ήταν παλιά. Ήταν ρίζα.
Η Σιάο-Γινγκ δεν είχε
φωνάξει, δεν είχε διεκδικήσει. Κι όμως, είχε μιλήσει σαν κάποια που γνώριζε την
ανάσα του. Σαν κάποια που είχε σταθεί δίπλα του σε νύχτες που η Τιάν-Μι δεν
μπορούσε καν να φανταστεί.
Αυτό δεν μπορούσε να το
ανεχθεί η Τιάν-Μι. Δεν μπορούσε να ανεχθεί ότι μπορούσε να υπάρξει κάποια άλλη
στη θέση της, κάποια που να ήταν πρόθυμη να προσφέρει ότι του είχε προσφέρει
αυτή. Η νεαρή Τιάν-Μι δεν ήθελε απλά να αφαιρέσει μια γυναίκα από το μυαλό του
Λι Γουέν-Τσενγκ, ήθελε να αφαιρέσει ένα μεγάλο και άγνωστο παρελθόν.
Άκουσε βήματα στον
διάδρομο της ανατολικής πτέρυγας. Σταθερά. Οικεία. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά,
όχι από συστολή αλλά από απόφαση. Όταν η πόρτα άνοιξε, δεν έτρεξε να σκεπαστεί.
Στάθηκε όρθια, γυμνή, στο φως της λυχνίας. Το σώμα της δεν ήταν πρόκληση· ήταν
δήλωση. Οι ώμοι της ίσιοι, το πηγούνι ελαφρά ανασηκωμένο. Δεν έσκυψε τα μάτια
όπως όφειλε μια νεαρή ερωμένη. Τον κοίταξε.
Ο πολέμαρχος Λι
Γουέν-Τσενγκ στάθηκε για μια στιγμή στο κατώφλι. Το βλέμμα του πέρασε πάνω της
αργά, αλλά με εκείνη τη βαριά προσοχή που έδινε σε ό,τι θεωρούσε δικό του.
Η Τιάν-Μι έκανε ένα βήμα
προς το μέρος του. «Τρεις νύχτες είναι πολλές», του είπε χαμηλόφωνα. Δεν υπήρχε
παράπονο στη φωνή της. Υπήρχε διεκδίκηση. Τον πλησίασε κι άλλο, μέχρι που η
ζεστασιά του σώματός του ακούμπησε τη δική της. Σήκωσε τα χέρια της και άφησε
τα δάχτυλά της να γλιστρήσουν αργά από τους ώμους του προς το στήθος του,
νιώθοντας την αναπνοή του.
Εκείνη τη νύχτα, όταν τον
οδήγησε στο στρώμα, δεν φρόντισε να χαμηλώσει τη φωνή της. Δεν έπνιξε τους
ήχους που ξέφευγαν από τα χείλη της, όπως σε όλες τις προηγούμενες συναντήσεις
τους. Άφησε την απόλαυση να ακουστεί πέρα από το ξύλινο παραβάν, να κυλήσει
στον διάδρομο, να φτάσει στα αυτιά των φρουρών που ξαγρυπνούσαν. Αν υπήρχαν
σκιές που πίστευαν ότι είχαν ρίζες σε αυτό το σπίτι, θα μάθαιναν πως το παρόν
έχει φωνή. Δεν ήταν μόνο πόθος. Ήταν αναγγελία.
Τα δάχτυλά της δεν ήταν
διστακτικά. Το σώμα της δεν έμεινε ακίνητο όπως ίσως θα προτιμούσε εκείνος σε
άλλες νύχτες. Τον διεκδίκησε με τόλμη, με μια σχεδόν άγρια επιμονή, σαν να
ήθελε να σβήσει από το δέρμα του κάθε μνήμη που δεν της ανήκε. Μέσα στην
ένταση, μέσα στους βαρείς αναστεναγμούς, μια σκέψη χτυπούσε καθαρά στο μυαλό
της: Μόνο εγώ. Μόνο εγώ θα είμαι η κυρίαρχος αυτού του σπιτιού. Της σκέψης του.
Του σώματός του.
Και αν το παρελθόν
συνέχιζε να υπάρχει, όπως είχε πει η άλλη, τότε εκείνη θα γινόταν το παρόν, ένα
παρόν τόσο δυνατό, τόσο ζωντανό, που καμία ρίζα δεν θα έβρισκε χώρο να απλωθεί.
Έξω, ο άνεμος περνούσε
απειλητικά πάνω από τις κεραμοσκεπές και στροβιλιζόταν ανάμεσα στις αυλές σαν
ανήσυχο πνεύμα. Οι αυλόθυρες χτυπούσαν με ξερά κλαγγίσματα, οι ξύλινες πόρτες
τραντάζονταν στους μεντεσέδες τους, και τα παραθυρόφυλλα έτριζαν σαν να
διαμαρτύρονταν στη νύχτα.
Μια αστραπή έσκισε τον
ουρανό πάνω από το Τζο Λιάνγκ και για μια στιγμή το δωμάτιο φωτίστηκε λευκό,
αποκαλύπτοντας τις σκιές των σωμάτων τους μπλεγμένες στον τοίχο. Αμέσως μετά, η
βροντή κύλησε βαριά, βαθιά, σαν πολεμικό τύμπανο που αντηχούσε από μακριά.
Ο αγέρας δυνάμωνε.
Στροβίλιζε τη σκόνη στις αυλές, σήκωνε τα χαλαρά πανιά, έκανε τα φανάρια να
τρεμοσβήνουν. Από την εξωτερική πύλη ακούστηκαν ουρλιαχτά σκυλιών — κοφτά, ανήσυχα, σαν να προαισθάνονταν κάτι αόρατο.
Η φύση έμοιαζε να
συνωμοτεί. Κάθε βροντή κατάπινε έναν αναστεναγμό. Κάθε κλαγγή πόρτας σκέπαζε
έναν πνιγμένο ήχο απόλαυσης. Κάθε ουρλιαχτό σκύλου έσβηνε μια κραυγή που
ξέφευγε από τα χείλη της Τιάν-Μι.
Εκείνη τη νύχτα δεν
χρειάστηκε να υψώσει επίτηδες τη φωνή της για να ακουστεί στο σπίτι. Ο ουρανός
φώναζε για εκείνη. Ο άνεμος χτυπούσε τις θύρες, οι αστραπές άνοιγαν το σκοτάδι,
οι βροντές έπεφταν βαριές — και μέσα σε αυτό το άγριο συμφωνικό ξέσπασμα, οι
ήχοι της ηδονής της χάνονταν, προστατευμένοι, αθέατοι. Σαν η ίδια η νύχτα να
τους σκέπαζε.
Και ενώ το αρχοντικό
έτριζε από τη θύελλα, στο εσωτερικό του δωματίου η Τιάν-Μι κρατούσε τον
πολέμαρχο κοντά της, με μια επιμονή που δεν ήταν πια μόνο πόθος αλλά επιβολή. Μέσα,
η νύχτα της Τιάν-Μι δεν ήταν πια νύχτα αναμονής. Ήταν νύχτα διεκδίκησης.
η
συγκάλυψη της θείας
Η θεία Λι Σου-Γιάν
καθόταν στην ευρύχωρη αίθουσα του αρχοντικού, πίσω από ένα τραπέζι με
καλαίσθητα σερβίτσια από πορσελάνη. Στο τραπέζι υπήρχαν μικρά φλιτζάνια με τσάι
από φύλλα γιασεμιού και λεπτές πιατέλες με αποξηραμένα φρούτα και καρύδια,
αρώματα που ανέδυαν γλυκόπικρη θαλπωρή στην αίθουσα.
Γύρω της, γυναίκες από
την τάξη της, θείες και ξαδέλφες, κάθονταν με ευπρέπεια, χέρια διπλωμένα στους
μηρούς, ακούγοντας προσεκτικά κάθε λέξη της. Η Λι Σου-Γιάν κρατούσε ένα
φλιτζάνι στα χέρια της και άφηνε το αχνιστό τσάι να γεμίσει τον χώρο με ήχο, το
χτύπημα της πορσελάνης, η ανάσα που ακολουθούσε, κάθε λεπτομέρεια μελετημένη.
«Το κορίτσι…» άρχισε με
ήρεμη φωνή, αφήνοντας διακριτικά παύσεις ανάμεσα στις λέξεις, «…έχει εφιάλτες
τα βράδια.» Στάθηκε λίγο, έστρεψε το βλέμμα της σε μια από τις γυναίκες και
συνέχισε, ώστε και το υπηρετικό προσωπικό που κινείτο στο βάθος να μην χάσει
τίποτα: «Μερικές νύχτες νομίζει ότι κάποιοι θέλουν να δολοφονήσουν τον Λι
Γουέν-Τσενγκ, άλλες ότι θα απαγάγουν τη μητέρα της… ή ότι θα κάνουν κακό στην
ίδια και το χειρότερο βλέπει ένα δράκοντα των νερών να γίνεται άνθρωπος και να
θέλει να την καταπιεί.»
Ένα αχνό χαμόγελο πέρασε
από τα χείλη της, μα τα μάτια της παρέμεναν σοβαρά. «Ο δύσμοιρος ο αδελφός
μου…» συνέχισε, «τί ταλαιπωρίες περνάει με τις ανατριχιαστικές φαντασίες της.»
Στο μεταξύ, άφηνε τη φωνή της να είναι καθαρή, με προσοχή στη διαφορά ανάμεσα
στις συλλαβές, ώστε να ακούγεται σαν μυστικό και συνάμα σαφή αφήγηση.
«Και δεν είναι κάτι
καινούργιο», πρόσθεσε, ενώ ανακινούσε απαλά το φλιτζάνι, «αϋπνίες είχε και στη
σχολή στην πρωτεύουσα… κυρίως τους τελευταίους μήνες πριν αποφοιτήσει. Κι είναι
τόσο κρίμα… ένα τόσο αθώο κορίτσι, να βλέπει τέτοια όνειρα.»
Ορισμένες από τις
γυναίκες γύρω της αναστέναξαν, άλλες σκέπτονταν ήσυχα. Το προσωπικό που
κινιόταν στην πίσω αυλή ή κοντά στις πόρτες, άκουγε τα λόγια της με ακρίβεια,
χωρίς περιθώρια παρερμηνείας. Κάποιοι θα τα σχολίαζαν, όπως πάντα, στα
διαλείμματα ή όταν η κυρία τους δεν ήταν εκεί.
Η Λι Σου-Γιάν είχε
φροντίσει ώστε σε κάποιες από τις μαζώξεις αυτές να καλεί και τη λαλίστατη
γυναίκα του αξιωματικού, γνωρίζοντας πως η φλυαρία της θα μετέφερε τα λόγια της,
φυσικά σε μορφή ανησυχίας και συμπόνιας, στους σωστούς κύκλους. Πάντα ένας
μεγάλος άνδρας γίνεται πιο συμπαθής όταν οι άλλοι γνωρίζουν ότι μαστίζεται από
μια μικρή οικογενειακή ατυχία.
Καθώς οι νύχτες απλώνονταν
πάνω από το αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ, οι ήχοι από τις αυλόθυρες και τον
αέρα που σφύριζε ανάμεσα στις κεραμοσκεπές γίνονταν υπόκρουση για την αφήγηση
της θείας. Τα λόγια της συνέχιζαν να ταξιδεύουν, να διαμορφώνουν την εικόνα
ενός κοριτσιού που έμοιαζε ευάλωτο και ταυτόχρονα να καλύπτουν τις νυχτερινές
κραυγές της νεαρής ερωμένης.
Η Λι Σου-Γιάν γνώριζε
καλά πως οι μεγάλοι οίκοι δεν καταστρέφονταν πάντοτε από τους εχθρούς που
στέκονταν έξω από τα τείχη τους. Οι περισσότεροι έβλεπαν μόνο τις πύλες. Τα
λάβαρα.
Τους φρουρούς. Τον αριθμό των υπηρετών. Τον πλούτο που φαινόταν
στα συμπόσια και στα μετάξια. Κανείς όμως δεν έβλεπε εύκολα τι συνέβαινε πίσω
από τις κλειστές πόρτες. Εκεί κρινόταν η πραγματική τύχη ενός οίκου.
Η θεία γνώριζε ότι η φήμη
ήταν ένα δεύτερο τείχος, πολλές φορές ισχυρότερο από την πέτρα. Ένας άνθρωπος
μπορούσε να κρυφτεί πίσω από αυτήν όσο ισχυρός κι αν ήταν ο αντίπαλος. Και ο
αδελφός της είχε χτίσει ολόκληρη τη ζωή του πάνω σε αυτή την αντίφαση. Προς τα
έξω ήταν ο πολέμαρχος. Ο άνθρωπος που είχε περάσει μέσα από μάχες, που είχε
κερδίσει εκστρατείες, που οι αντίπαλοί του φοβούνταν το όνομά του. Μέσα όμως
στον ίδιο του τον οίκο υπήρχαν αδυναμίες που κανένα σπαθί δεν μπορούσε να
προστατεύσει. Η Λι Σου-Γιάν το γνώριζε. Και ακριβώς γι' αυτό προσπαθούσε να
κρατήσει την εικόνα του αλώβητη. Δεν το έκανε μόνο από αγάπη για τον αδελφό
της. Το έκανε και επειδή η πτώση του θα συμπαρέσυρε ολόκληρη την οικογένεια.
Έτσι λειτουργούσαν οι
μεγάλοι οίκοι. Τα λάθη ενός άνδρα δεν έμεναν ποτέ μόνο δικά του. Γίνονταν βάρος
στις γυναίκες του. Στα παιδιά του. Στους συγγενείς του. Στους ανθρώπους που
είχαν συνδέσει την τύχη τους με το όνομά του.
Η θεία Λι Σου-Γιάν, πίσω
από το φλιτζάνι της, είχε φτιάξει την αόρατη δικλείδα. Η φήμη θα κυκλοφορούσε
με τον τρόπο που εκείνη είχε αφήσει έντεχνα να διαρρεύσει, και ο αδελφός της, ο
διαβόητος πολέμαρχος, θα μπορούσε, έστω και προσωρινά να απολαμβάνει τη γεύση
ενός απαγορευμένου καρπού. Και κάποιες
φορές για να αποφεύγει ενοχές και σκέψεις βάπτιζε την απόλαυσή του μέσα σε
γλυκόπιοτο κρασί. Κανείς δεν θα μπορούσε να υποψιαστεί το πραγματικό μέγεθος
της νυχτερινής του ζωής μέσα στο ίδιο του το αρχοντικό.
οι
ευχαριστίες των τεσσάρων χηρών
Ο ήλιος έλουζε την αυλή
του αρχοντικού του Λι Γουέν-Τσενγκ με χρυσαφένιο φως, κάνοντας τις πέτρινες
πλάκες να γυαλίζουν ελαφρά και τα δέντρα να ρίχνουν μακριές σκιές. Τα τέσσερα
ζευγάρια, χήρες και χαμηλόβαθμοι βαθμοφόροι, προχωρούσαν με ευλάβεια στο
προαύλιο, κρατώντας καλάθια με φρούτα, σακούλες με σπάνιο τσάι και υφάσματα για
δώρα. Κάθε βήμα και κάθε χειρονομία ήταν προσεκτικά μετρημένα, σύμφωνες με την
εθιμοτυπία της εποχής.
Η υποδοχή δεν είχε τον
χαρακτήρα στρατιωτικής επιθεώρησης αλλά ούτε και οικογενειακής οικειότητας. Ο
Λι Γουέν-Τσενγκ κάθισε στο ανώτερο κάθισμα της αίθουσας υποδοχής, πλαισιωμένος
από πέντε πρόσωπα που διασφάλιζαν το κύρος και την τάξη της τελετής: δύο
ένοπλους φρουρούς σε στάση τιμής πίσω του, έναν έμπιστο υπασπιστή στα δεξιά,
τον γραμματέα του στα αριστερά και τον διαχειριστή της οικίας λίγο πιο πίσω. Ο γραμματέας ήταν ανιψιός του πολέμαρχου, γιος
της αδελφής του. Η συγγένεια ενίσχυε την εμπιστοσύνη στη διαχείριση των
εγγράφων και των καταχωρίσεων.
Οι τέσσερις στρατιώτες
γονάτισαν διαδοχικά και υποκλίθηκαν σύμφωνα με το τυπικό. Παρουσίασαν μικρά
δώρα, υφάσματα, τσάι και αποξηραμένα φρούτα, και εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους
για την άδεια γάμου. Ο πολέμαρχος απάντησε λιτά, υπενθυμίζοντας τα καθήκοντα
πίστης και πειθαρχίας.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της
ανδρικής ακρόασης, οι γυναίκες στάθηκαν σιωπηλές και με χαμηλωμένο βλέμμα, όπως
απαιτούσε η ευπρέπεια.
Όταν η επίσημη διαδικασία
ολοκληρώθηκε, οι άνδρες οδηγήθηκαν στην αυλή για ελαφρό κέρασμα. Οι τέσσερις υποψήφιες
νύφες όμως κλήθηκαν διακριτικά προς τον εσωτερικό γυναικωνίτη. Εκεί τις
περίμενε η αδελφή του πολέμαρχου, μητέρα του γραμματέα, ως η πρεσβύτερη του οίκου.
Η Λι Σου-Γιάν δεν είχε
παραστεί στην ανδρική αίθουσα· κάτι τέτοιο θα ήταν ασύμβατο με την τάξη της
εποχής. Όμως στον εσωτερικό χώρο, καθισμένη με αξιοπρέπεια, δέχθηκε τις νέες
γυναίκες,
Στον εσωτερικό
γυναικωνίτη, μακριά από την ανδρική αίθουσα υποδοχής όπου είχαν προηγηθεί οι
τυπικές υποκλίσεις, η Λι Σου-Γιάν καθόταν σε χαμηλό ξύλινο κάθισμα, πλαισιωμένη
από δύο νεαρές υπηρέτριες. Ο χώρος ήταν ήσυχος· μόνο ο αχνός ήχος του νερού από
την εσωτερική αυλή ακουγόταν πίσω από τα παραπετάσματα. Οι τέσσερις γυναίκες
στάθηκαν απέναντί της, με τα χέρια ενωμένα μέσα στα μανίκια τους. Η Λι Σου-Γιάν
τις παρατηρούσε προσεκτικά. Το βλέμμα της δεν ήταν αυστηρό, αλλά ζύγιζε. Σε
χρόνια αναταραχής, στα όψιμα χρόνια της Δυναστείας των Τσινγκ, κάθε νέα
παρουσία στον οίκο έπρεπε να εξετάζεται με προσοχή.
«Θα μιλήσετε μία-μία»,
είπε ήρεμα. «Όχι για να κριθείτε, αλλά για να γνωρίζω ποιο αίμα και ποιες
δοκιμασίες φέρνετε μαζί σας.»
Η πρώτη χήρα, εκείνη από
το Τζινγκλιάνγκ, γονάτισε ελαφρά και είπε πως είχε χάσει τον άντρα της σε
εκστρατεία. Εκείνος υπηρετούσε υπό τοπικό διοικητή.
Η Λι Σου-Γιάν έγειρε
ελάχιστα το κεφάλι και ρώτησε: «Με την πλευρά ποιών ήταν — των Μαντσού ή των
Μινγκ;»
«Με τους Μινγκ», απάντησε η κοπέλλα ήρεμα.
Η Λι Σου-Γιάν πρόσεξε τη
φωνή της, όχι νεανική, αλλά μεστή και θερμή, φωνή γυναίκας που είχε ήδη
γνωρίσει ευθύνη.
«Όταν έμεινες χήρα»,
συνέχισε, «επέστρεψες στον πατρικό σου οίκο ή έμεινες στον οίκο του συζύγου
σου;»
«Έμεινα έναν χρόνο με την
πεθερά μου. Την υπηρέτησα ώσπου πέθανε.»
«Και γιατί δέχθηκες δεύτερο γάμο;»
Η γυναίκα χαμήλωσε το
βλέμμα. «Δεν έχω γιο να με στηρίζει. Και δεν θέλω να ζήσω ως βάρος.»
Η Λι Σου-Γιάν ένευσε.
«Μια γυναίκα που γνωρίζει το καθήκον προς τα πεθερικά της δεν θα αμελήσει τον
νέο της οίκο.»
Μετά ήρθε η σειρά της δεύτερης χήρας,
εκείνης από τη Μεϊσάν. «Ο άντρας μου ήταν καλαθοπλέκτης», είπε. «Ασθενικός από
παιδί. Μια επιδημία τον πήρε πριν συμπληρώσουμε τρία χρόνια γάμου.»
«Τον φρόντισες η ίδια;» ρώτησε η Λι Σου-Γιάν.
«Μέρα και νύχτα.»
«Ξέρεις να κρατάς λογαριασμό οίκου; Να μετράς σιτάρι, ύφασμα,
αλάτι;»
«Ναι. Μετά τον θάνατό του, εγώ πωλούσα τα καλάθια που είχαν
απομείνει.»
Η Λι Σου-Γιάν τη μελέτησε.
«Η φτώχεια δοκιμάζει περισσότερο από τον πλούτο. Αν ο άντρας σου λείπει σε
εκστρατεία, θα αντέξεις;»
«Θα αντέξω.»
Κατόπιν αφού υποκλίθηκε η τρίτη
χήρα, εκείνη από το Σουϊγιάνγκ αφηγήθηκε τα δικά της βάσανα. Είχε χάσει τον
άντρα της σε μια ατυχή επίθεση πειρατών στον ποταμό, μετά μόλις δύο χρόνια
γάμου, χωρίς να προλάβουν να αποκτήσουν παιδί. «Πειρατές στον ποταμό», επανέλαβε
χαμηλόφωνα. «Μόλις δύο χρόνια γάμου» ήταν οι τελευταίες της φράσεις, φράσεις
που αποτύπωσαν κάποιο παράπονο που το διάστημα του έγγαμου βίου της ήταν τόσο
σύντομο.
«Ο ποταμός παίρνει και δεν επιστρέφει», σχολίασε η Λι Σου-Γιάν.
«Έμαθες να φοβάσαι;»
Η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα για πρώτη φορά. «Έμαθα να
προετοιμάζομαι.»
«Ξέρεις να ράβεις στρατιωτικά ενδύματα; Να επιδιορθώνεις πανοπλία;»
«Ξέρω να ράβω χοντρό ύφασμα και να ενισχύω ραφές.»
«Και αν αποκτήσεις γιο, θα τον μεγαλώσεις για το σπαθί ή για το
βιβλίο;»
Η χήρα δίστασε. «Για εκεί όπου τον καλέσει ο οίκος.»
Ένα αδιόρατο χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο της Λι Σου-Γιάν.
Η τέταρτη χήρα, εκείνη από
τη Σανγκού ξεκίνησε τη δική της υπόθεση.
«Ο άντρας μου ήταν μικροέμπορος. Ταξίδευε. Σε ένα λιμάνι
δολοφονήθηκε.»
«Σε ποιο λιμάνι;»
Η γυναίκα το ανέφερε.
«Και δεν απαίτησες αποζημίωση;»
«Δεν είχα δύναμη ούτε συγγενείς εκεί.»
Η Λι Σου-Γιάν την κοίταξε πιο διαπεραστικά.
«Μια γυναίκα που έζησε με έμπορο γνωρίζει παζάρια και ανθρώπους.
Θα φέρεις φιλοδοξίες μαζί σου;»
«Όχι. Μόνο την πρόθεση να σταθώ τίμια.»
Σιωπή απλώθηκε για λίγες
αναπνοές. Η Λι Σου-Γιάν ένωσε τα χέρια της μέσα στα μανίκια της.
«Καμία σας δεν έχει παιδί. Αυτό σημαίνει πως το μέλλον σας δεν
είναι δεμένο πίσω σας αλλά μπροστά.»
Το βλέμμα της μαλάκωσε.
«Εύχομαι να μακροημερεύσετε στην καινούργια σας ζωή εδώ, στο Λο
Τζιάνγκ. Αυτή θα είναι η χώρα σας από εδώ και πέρα. Εσείς, και το νέο αίμα που
θα φέρετε, θα δώσετε ζωή σε αυτή τη γη.»
Οι τέσσερις γυναίκες
υποκλίθηκαν βαθιά.
Και μέσα στον γυναικωνίτη, μακριά από τα βλέμματα των ανδρών, είχε ήδη κριθεί
ότι μπορούσαν να ριζώσουν.
Όταν τα τέσσερα ζευγάρια
αποχώρησαν με σεβαστικά βήματα από το αρχοντικό του πολέμαρχου, ο πολέμαρχος
είπε στον υποσπιστή του και τον γραμματέα του ότι δεν θα τους χρειαζόταν άλλο.
Εκείνοι χαιρέτησαν τελετουργικά και αποχώρησαν. Σηκώθηκε αργά, πέρασε από το
πλάγιο διάδρομο και κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό του μελετητήριο, όπου
φυλάσσονταν στρατιωτικοί χάρτες, αναφορές και προσωπικές σημειώσεις. Το δωμάτιο
ήταν στενόμακρο, με βαριά ξύλινη θύρα και παράθυρο καλυμμένο από πυκνό χαρτί.
Εκεί δεν επιτρεπόταν η είσοδος σε κανέναν χωρίς ρητή άδεια. Με ένα νεύμα,
διέταξε να κληθεί από τον γυναικωνίτη η αδελφή του, η Λι Σου-Γιάν. Μια
ηλικιωμένη, έμπιστη υπηρέτρια ανέλαβε τη σιωπηλή μετάβαση. Δύο οπλισμένοι
φρουροί στάθηκαν έξω από τη θύρα του μελετητηρίου, αντικριστά, με τα δόρατα
κάθετα στο έδαφος. Κανείς δεν θα πλησίαζε χωρίς να ελεγχθεί. Κανένα βήμα δεν θα
έφτανε καθαρό ως το εσωτερικό.
Όταν η Λι Σου-Γιάν
εισήλθε, η θύρα έκλεισε βαριά πίσω της. Ο πολέμαρχος είχε ήδη αφαιρέσει το
επίσημο εξωτερικό του ένδυμα και στεκόταν μπροστά στο χαμηλό τραπέζι με τους κυλινδρικούς
χάρτες. Εδώ δεν υπήρχαν τελετουργικές στάσεις ούτε βλέμματα τρίτων. Μόνο αίμα
συγγενικό και λόγος που έπρεπε να ειπωθεί χωρίς αυτιά να τον κλέβουν.
Η Λι Σου-Γιάν στάθηκε
απέναντί του χωρίς τυπικότητες. Δεν ήταν απλώς αδελφή του· ήταν τα μάτια του στην
ευρύτερη κοινωνία.
«Η πρώτη, εκείνη από το
Τζινγκλιάνγκ», άρχισε, «έχει φωνή σταθερή. Δεν δίστασε όταν τη ρώτησα με
ποιανού το μέρος πολέμησε ο άντρας της. Είπε “με τους Μινγκ” χωρίς τρέμουλο. Έμεινε
με την πεθερά της και την υπηρέτησε ώσπου πέθανε. Αυτό δείχνει αντοχή και γνώση
καθήκοντος. Όμως…»
Ο πολέμαρχος σήκωσε
ελαφρά το βλέμμα.
Η Λι Σου-Γιάν συνέχισε τα σχόλιά της «Δεν θα πρέπει να είναι τόσο
νέα όσο φαίνεται. Η εμπειρία είναι δύναμη, αλλά και επιρροή. Θα χρειαστεί
σύζυγο που δεν φοβάται τη γνώμη της.»
Ο πολέμαρχος ένευσε σιωπηλά.
«Η δεύτερη, εκείνη από τη
Μεϊσάν, είναι μαθημένη στη στέρηση. Έθαψε άρρωστο άντρα, κράτησε λογαριασμούς,
πούλησε με τα ίδια της τα χέρια. Δεν έχει φιλοδοξία πέρα από την επιβίωση. Αυτή
θα κρατήσει οίκο σταθερό, ακόμη κι αν λείπει ο άντρας της σε εκστρατεία.»
«Καμία επιφύλαξη;» τη ρώτησε εκείνος.
«Μόνο μία. Η φτώχεια
σκληραίνει» ήταν η απάντηση της Λι Σου-Γιάν. Έπειτα συνέχισε.
«Η τρίτη, εκείνη από το
Σουϊγιάνγκ. Ο ποταμός της πήρε τον άντρα. Σήκωσε το βλέμμα όταν τη ρώτησα αν
έμαθε να φοβάται. Αυτή δεν θα λυγίσει εύκολα. Ξέρει να ράβει, να προετοιμάζει,
να περιμένει.»
«Ακούγεται κατάλληλη για στρατιωτικό οίκο.»
«Ναι. Όμως έχει μέσα της
πείσμα. Αν ο σύζυγός της αποδειχθεί αδύναμος, μπορεί να τον ξεπεράσει.»
Ο πολέμαρχος χαμογέλασε
αχνά. «Δεν είναι πάντα κακό αυτό.»
Η Λι Σου-Γιάν δεν
ανταπέδωσε το χαμόγελο.
«Η τέταρτη, εκείνη από τη Σανγκού…» Σταμάτησε λίγο. «Έζησε δίπλα
σε έμπορο. Γνωρίζει παζάρια, λιμάνια, ανθρώπους που αλλάζουν λόγια όπως αλλάζουν
νομίσματα. Είναι ευγενική, αλλά μετρά πριν μιλήσει.»
«Δεν σου άρεσε;»
«Δεν λέω αυτό. Λέω πως
σκέφτεται γρήγορα. Αν παραμείνει πιστή στον οίκο, θα είναι πολύτιμη. Αν όχι… θα
είναι επικίνδυνη.»
Ο πολέμαρχος ανακάθισε.
«Καμία δεν έχει παιδί.»
«Αυτή είναι η μεγαλύτερη
τους ελπίδα», απάντησε η Λι Σου-Γιάν. «Δεν έχουν δεσμούς πίσω τους. Θα ριζώσουν
εδώ, αν τους δοθεί έδαφος.»
Εκείνος έμεινε για λίγο
σκεπτικός. «Τι λες λοιπόν;»
Η Λι Σου-Γιάν δίπλωσε τα
χέρια μέσα στα μανίκια της, όπως είχε κάνει και μπροστά στις γυναίκες. «Λέω πως
και οι τέσσερις μπορούν να σταθούν. Δύο θα φέρουν ηρεμία. Μία θα φέρει δύναμη.
Και μία θα φέρει δοκιμασία.» Σήκωσε το βλέμμα της προς τον αδελφό της. «Ο
χρόνος θα δείξει», του είπε στο τέλος.
το
βαθύ σκοτεινό μυστικό δωμάτιο
Η Λι Σου-Γιάν δεν κάθισε
αμέσως. Προχώρησε ως το χαμηλό τραπέζι και μίλησε χαμηλόφωνα αλλά χωρίς
περιστροφές. «Δεν θα μπορώ να σε καλύπτω συνέχεια», του είπε.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν
αντέδρασε· μόνο τα δάχτυλά του έσφιξαν ελαφρά το ξύλο.
«Η μικρή σου ερωμένη έχει χάσει την αίσθηση
των ορίων. Το κάνει επίτηδες για να σε εκθέσει; Ή το κάνει επειδή είναι άπειρη ακόμη
και δεν ξέρει πώς να προφυλάσσεται;»
Εσκεμμένα η αδελφή του η
Λι Σου-Γιάν αποκαλούσε την ομόκοιτη του αδελφού της, ως «ερωμένη» του. Ίσως για
να του αποδιώξει κάποιες τύψεις, ίσως
γιατι δεν μπορούσε πλέον να την αποκαλεί κόρη του. Αν πράγματι η Τιάν-Μι ήταν
κόρη του Ξιάο-Γου, τότε ήταν ερωμένη του. Αν όμως δεν ήταν, τότε πως θα
μπορούσε να ειπωθεί αυτό που δεν λεγόταν. Αυτή θα ήταν η τελευταία κάλυψη που
θα πρόσφερε στον αδελφό της, σαν ένα τελευταίο τείχος προστασίας πριν την
κατάρρευση και την κρίση της κοινωνίας. Αυτό το «γενναίον ψεύδος» έπρεπε να
περάσει σε εκείνον και μετά στην Τιάν-Μι. Κάποιες φορές η διαστρέβλωση της πραγματικότητας,
η εσφαλμένη αντίληψη που μπορεί να έχουν οι άνθρωποι γι’ αυτή, μπορεί να είναι
μια μικρή νησίδα σωτηρίας πριν την σκεπάσουν τα ορμητικά νερά της παλίρροιας.
Αλλά και αυτός ο
χαρακτηρισμός ως «ερωμένης» είχε μια άλλη, σκοτεινή διάσταση για την Λι Σου-Γιάν.
Δεν μπορούσε να δεχθεί ότι αυτό το κορίτσι, μπορούσε να είναι πραγματική ανιψιά
της. Αυτό το τωρινό πλάσμα είχε δύο πλευρές. Ένα πρόσωπο νεανικό, αθώο, γεμάτο
περιέργεια και ντροπαλή τρυφερότητα, και ταυτόχρονα ένα πρόσωπο που θύμιζε τη
σκληρότητα της ύαινας, θηλυκή πλάση που ήξερε να γαντζώνεται στην επιθυμία και
χρησιμοποιούσε τα μάτια και το χαμόγελό της σαν όπλα. Η Λι Σου-Γιάν ήξερε ότι
έπρεπε αυτές οι αποτρόπαιες συναινετικές επιλογές, μόνο με τον χαρακτηρισμό της
νεαρής ως αντικειμένου, ως ερωτικού
αντικειμένου και όχι ως προσώπου, σαν ένα αυτοματοποιημένο νευρόσπαστο, ένα ξύλινο αντικείμενο με νήματα και
μηχανισμούς, φτιαγμένο για να κινείται, να εντυπωσιάζει, ως απόδειξης της
δυνατότητας κάποιου ότι μπορεί να γευθεί έστω και ιδιωτικά αυτό που στους
άλλους δεν επιτρέπεται, ως μίας
παράλογης, μεταχρονολογημένης κάλυψης μιας απουσίας, ως ενός εξωτικού
αντικείμενου στον οικιακό εξοπλισμό του πολέμαρχου, θα μπορούσαν να διαγράψουν μέσα
της κάτι που δεν μπορούσε να αντέξει, το ότι η νεαρή κοπέλα ήταν συγγενής της.
Και όμως αυτό το παιχνίδι, αυτό το αυτοματοποιημένο νευρόσπαστο, ήταν
επικίνδυνα αληθινό.
Στον εξωτερικό περίβολο
του αρχοντικού, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα των προηγούμενων ημερών, είχαν
ακουστεί ήχοι, πνιχτές κραυγές, απότομες μετακινήσεις επίπλων. Το αρχοντικό του
Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ήταν απομονωμένο στην έρημο· βρισκόταν κοντά σε αρδευτικά
χωράφια και σε μονοπάτι που οδηγούσε στον ποταμό. Τις νύχτες περνούσαν
αργοπορημένοι καλλιεργητές που επέστρεφαν από τα αναχώματα, φύλακες υδάτων που
έλεγχαν τις θυρίδες άρδευσης, ακόμη και μεταφορείς αλατιού που ταξίδευαν
δροσερές ώρες για να αποφύγουν τον ήλιο. Δεν ήταν πολλοί αλλά αρκετοί για να
ακουστεί κάτι και να γίνει ψίθυρος.
«Δύο νυχτερινοί διαβάτες
στάθηκαν έξω από τον ανατολικό τοίχο», συνέχισε η Λι Σου-Γιάν. «Είπαν ότι
άκουσαν φωνές γυναίκας. Δεν τόλμησαν να πλησιάσουν. Όμως οι γλώσσες δεν
χρειάζονται θάρρος για να κινηθούν.»
Ο πολέμαρχος έμεινε σιωπηλός.
«Για την ώρα είμαστε
καλυμμένοι», του είπε εκείνη. «Διέδωσα ότι βλέπει εφιάλτες. Ότι την ταλαιπωρούν
πονοκέφαλοι και νυχτερινοί τρόμοι.» Τον κοίταξε σταθερά. «Αλλά αν δεν μπορεί να
μείνει σιωπηλή, κτίσε στο εσωτερικό έναν
ασφαλή χώρο. Έναν χώρο που να σβήνει μέσα του τις φωνές από τους εφιάλτες της.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
κατάλαβε για τι πράγμα μιλούσε η αδελφή του. Δεν ήταν μόνο ζήτημα ηδονής· ήταν
ζήτημα ελέγχου, φήμης και πειθαρχίας. Σε εποχές που ακόμη οι σκιές της
Δυναστείας των Μινγκ δεν είχαν σβήσει πλήρως και η νέα τάξη της Δυναστείας
Τσινγκ απαιτούσε σταθερότητα, η παραμικρή αδυναμία μπορούσε να γίνει εργαλείο
εναντίον του.
«Έχεις δίκιο», της είπε
τελικά ο πολέμαρχος.
Την επόμενη κιόλας ημέρα
έδωσε εντολή να διαμορφωθεί, στο βάθος του γυναικωνίτη, ένας απολύτως ήσυχος
χώρος. Δεν επρόκειτο για πολυτελές περίπτερο, αλλά για κλειστό εσωτερικό
δωμάτιο χωρίς εξωτερικό παράθυρο, χτισμένο με διπλό ξύλινο σκελετό. Οι τεχνίτες
επένδυσαν τους τοίχους με παχιές πλάκες από συμπιεσμένο πηλό αναμεμειγμένο με
άχυρο και ίνες κάνναβης, υλικά που απορροφούσαν τη δόνηση. Κρέμασαν βαριές
κουρτίνες από πολλαπλές στρώσεις μεταξωτού και βαμβακερού υφάσματος. Τοποθέτησαν
εσωτερικά παραπετάσματα γεμισμένα με μαλλί και βαμβάκι. Κάλυψαν το δάπεδο με
πυκνά υφαντά χαλιά και ψάθες. Πρόσθεσαν διπλή ξύλινη θύρα, με ενδιάμεσο κενό
γεμισμένο με φελλό και ύφασμα. Το δωμάτιο δεν θα άφηνε τον ήχο να ταξιδέψει
εύκολα. Οι φωνές θα έσβηναν μέσα στις ίνες και στο χώμα. Οι ψίθυροι θα
παγιδεύονταν στα υφάσματα.
Όταν το έργο
ολοκληρώθηκε, από έξω δεν ακουγόταν τίποτα πέρα από το συνηθισμένο θρόισμα του
ανέμου στην αυλή. Και ό,τι συνέβαινε εκεί μέσα, θα έμενε εκεί, σιωπηλό και
αθέατο, όπως όφειλε. Έτοιμο να σβήσει κάθε τι που αφηνόταν, είτε αυτό ήταν
ανάσα, είτε πόθος, είτε ακόμη και ουρλιαχτό. Έτοιμο να καταβροχθίζει ό,τι
επιχειρούσε να ξεφύγει από τα όριά του, όπως ένα βαθύ πηγάδι όπου το νερό
μπορεί να κοχλάζει στα έγκατα, μα ποτέ δεν φτάνει στην επιφάνεια, γιατί τα
τοιχώματά του είναι παχιά και το βάθος του αμέτρητο. Ή σαν τη βαριά, κατάμαυρη
νύχτα πάνω από τα βουνά, όταν τα σύννεφα σκεπάζουν τον ουρανό και οι
αστερισμοί, όσο λαμπροί κι αν είναι, χάνονται μέσα της χωρίς να τους
επιτρέπεται να φανερωθούν. Έτσι κι εκείνος ο χώρος: δεχόταν, κατάπινε,
συγκρατούσε. Τίποτε δεν θα δραπέτευε από μέσα του χωρίς άδεια. Και τίποτε δεν
θα μαρτυρούσε τι είχε ειπωθεί ή τι είχε συμβεί πίσω από τις διπλές του θύρες.
οι
ομαδικοί γάμοι των τεσσάρων χηρών
Ο ήλιος είχε φτάσει στο
μεσημέρι, και η κεντρική πλατεία του Λο Τζιάνγκ είχε γεμίσει από πολύχρωμα
πανιά και λαμπερές σημαίες. Η είσοδος του χωριού ήταν στολισμένη με φρούτα,
λουλούδια και κόκκινες κορδέλες που κυμάτιζαν στον ανοιξιάτικο αέρα. Στην ίδια
ώρα, τέσσερις χαμηλόβαθμοι στρατιώτες του Λι Γουέν-Τσενγκ θα παντρεύονταν τις
τέσσερις χήρες τους σε κοινό τόπο, με τις τυπικές τελετουργίες της εποχής — προσφορές
στους προγόνους, κεριά, μικρές χορευτικές παραστάσεις και το σύμβολο της
ένωσης: το κοινό στέμμα με τα κόκκινα κορδόνια που θα ένωνε τα χέρια των
ζευγαριών.
Ο πολέμαρχος Λι
Γουέν-Τσενγκ παρακολούθησε την προετοιμασία με την αδελφή του, Λι Σου-Γιάν, στα
πλάγια. Η Λι Σου-Γιάν κρατούσε τα χαρτιά με τα ονόματα των ζευγαριών και
επέβλεπε τη σωστή τήρηση των τυπικών. Κοντά της στάθηκε η χήρα Χουά-Λι, ντυμένη
σε βαθυκόκκινο φόρεμα, με το βλέμμα της να μην απομακρύνεται από τον πολέμαρχο.
Κάθε τόσο γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι, έριχνε προς αυτόν χαμόγελα που έμοιαζαν
με μικρές προσκλήσεις, με φιλοφρονήσεις που μόλις ξεχώριζαν ανάμεσα στα γέλια
και τις φωνές του πλήθους. Ήταν φανερό πως ήθελε να κερδίσει την προσοχή του,
διακριτικά και επιδέξια, χωρίς να προκαλεί σκάνδαλο.
Τα ζευγάρια προχωρούσαν
με σεβαστικά βήματα προς το κέντρο της πλατείας. Η πρώτη χήρα, από το
Τζινγκλιάνγκ, φορούσε το παραδοσιακό κόκκινο φόρεμα με χρυσές κεντητές
λεπτομέρειες. Η δεύτερη, από τη Μεϊσάν, κρατούσε στα χέρια της ένα μικρό καλάθι
με λουλούδια, σύμβολο ευημερίας. Η τρίτη, από το Σουϊγιάνγκ, είχε πλέξει στο
κεφάλι της λεπτές κορδέλες με βαμβακερά λουλούδια, ενώ η τέταρτη, από τη
Σανγκού, ακολουθούσε με μια σιγανή υποκλίση.
Οι στρατιώτες είχαν
μαζευτεί σε μικρές ομάδες γύρω από τα σκαλιά της αυλής, πίνοντας νερό από
πήλινες στάμνες και χαζεύοντας τα νεόνυμφα ζευγάρια.
«Δείτε την πρώτη», είπε
ένας νεαρός στρατιώτης, που είχε υπηρετήσει μαζί με τον άντρα της. «Φαίνεται
μεγαλύτερη από τον σύζυγό της.»
«Μπα, έτσι δείχνει», απάντησε
ένας άλλος. «Αλλά η αλήθεια είναι πως είναι συνομήλικοι. Μερικοί άνθρωποι απλώς
δεν δείχνουν την ηλικία τους.»
«Κρίμα, γιατι αν ήταν
μεγαλύτερή του μπορεί να τον μάθαινε και
κάτι» μεσολάβησε ένας άλλος στρατιώτης που καθόταν πιο πίσω με περιπαιχτική
διάθεση.
Ένας τρίτος σχολίασε τη
δεύτερη χήρα: «Η χήρα της Μεϊσάν… καλή κοπέλα, αλλά την βλέπω και σκέφτομαι…
Τώρα θα πρέπει να μάθει γρήγορα πως είναι η ζωή της γυναίκας ενός στρατιώτη στο
σπίτι.»
«Και η τρίτη;» ρώτησε
ένας πιο ηλικιωμένος φρουρός. «Αυτή από το Σουϊγιάνγκ; Με τη θλίψη στα μάτια
της. Ξέρει να υπομένει. Αν ο άντρας της λείπει σε εκστρατεία, θα τον
περιμένει.»
«Η θλίψη στα μάτια δεν
αποδεικνύει τίποτε. Όλες θλιμμένες ήταν όταν τις πρωτοείδαμε.»
Ένας νεαρός, που δεν είχε
πάρει ακόμα μέρος σε εκστρατεία, χαμογέλασε. «Η χήρα από τη Σανγκού… μικρή και
εύθραυστη φαίνεται, ο άντρας της είναι
τυχερός.»
«Πρόσεξε» τον
προειδοποίησε ένας αρκετά έμπειρος στα πεδία της μάχης. «Μήπως σε λίγο καιρό
έχεις και συ την τύχη του.»
Τα χαμηλότονα σχόλιά τους αναμείχθηκε
με το γέλιο των νεόνυμφων ζευγαριών και τα χτυπήματα των τύμπανων της γιορτής.
Στο χωριό, οι γυναίκες
καθόντουσαν στα ξύλινα πεζούλια, κρατώντας καλάθια με λουλούδια και καλαμπόκι,
ενώ οι άντρες σχολίαζαν από κοντά ή από τα παραθυράκια των σπιτιών τους.
«Περίεργη σοδειά η
φετινή», είπε μια ηλικιωμένη γυναίκα. «Ξαναφυτεύουμε παλαιούς καρπούς αντί να
ρίξουμε νέους σπόρους στο χώμα μας.»
«Μα να είναι αληθινή η
ιστορία που είπε η καθεμία τους;» ρώτησε μια νεαρή γυναίκα, δείχνοντας τα
ζευγάρια. «Η πρώτη φαίνεται μεγαλύτερη από τον νεαρό σύζυγό της.»
«Μπα, έτσι δείχνει»,
απάντησε η ηλικιωμένη. «Οι άνθρωποι δεν δείχνουν πάντα την ηλικία τους. Κάποιοι
φαίνονται μεγαλύτεροι από όσο πραγματικά είναι»
Κάποια νεώτερη συμπλήρωσε
«Ή κάποιοι είναι σαν να μην γερνούν ποτέ.»
Ένας άντρας που κρατούσε
ένα παιδί στην αγκαλιά του σχολίασε τη δεύτερη χήρα: «Ποιος θα φανταζόταν πως η
εκστρατεία της χήρας θα γινόταν έγινε η
χρονιά της χήρας;»
Μια άλλη γυναίκα
πρόσθεσε: «Και όμως παντρεύτηκαν όλες μαζί, σαν να είναι μια γιορτή για όλους
μας. Κάθε ζευγάρι φέρνει μαζί του και μια υπόσχεση για ζωή… κι ας φαίνεται
περίεργο σε μας.»
Το χωριό γελούσε,
ψιθύριζε και θαύμαζε τα χρώματα και τη φασαρία του πανηγυριού, ενώ οι ιστορίες
των χηρών και οι νεαροί στρατιώτες θα έμεναν στις συζητήσεις τους για μέρες,
σαν να είχε σπείρει η ίδια η μοίρα τους νέους καρπούς στο χώμα του Λο Τζιάνγκ.
Η μόνη που δεν παρέστη
ήταν η Τιάν-Μι. Η δικαιολογία της ήταν μεγάλης έντασης πονοκέφαλοι, ημικρανίες
που της στερούσαν τη δυνατότητα να
συμμετέχει στην χαρά της τελετής. Ίσως έλεγε την αλήθεια, ίσως ήταν μια
ευκαιρία να μείνει εκτός της δημόσιας θέας.
Το πλήθος στο χωριό
πανηγύριζε. Οι ντόπιοι χόρευαν στους ρυθμούς των τύμπανων, τα παιδιά πετούσαν
χρωματιστά χαρτιά στον αέρα, και οι γυναίκες της περιοχής προσέφεραν γλυκά και
τσάι στα ζευγάρια. Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη χαρά και υποσχέσεις, αλλά τα
βλέμματα της Λι Σου-Γιάν δεν έφευγαν από τη σωστή τήρηση των τελετουργικών, ενώ
η Χουά-Λι συνεχώς φρόντιζε να βρίσκεται κοντά στον πολέμαρχο, με κάθε της
κίνηση να μοιάζει παιχνίδι προσοχής.
Από μακριά, μια αθέατη
γυναικεία φιγούρα παρακολουθούσε σα σιωπηλή σκιά το πανηγύρι: η Σιάο-Γινγκ,
πρώην παλλακίδα του πολέμαρχου, η οποία δεν είχε δικαίωμα να πλησιάσει, στα
μάτια της αποτυπώνονταν κάθε στιγμή των γάμων, κάθε κίνηση του πολέμαρχου, κάθε
πιθανή διεκδικήτρια του παλαιού εραστή της και εκείνη που φαινόταν η
πλησιέστερη σε αυτόν ήταν η νεαρή χήρα Χουά-Λι.
οι
περιοδικές εμφανίσεις της Σιάο-Γινγκ στο μέρος που κάποτε της ανήκε
Το Λο Τζιάνγκ έμαθε να
μετρά τον χρόνο όχι μόνο με τις σοδειές και τις πλημμύρες, αλλά με τις
εξαφανίσεις και επανεμφανίσεις της Σιάο-Γινγκ.
Την πρώτη φορά που έφυγε
ήταν άνοιξη. Οι ροδακινιές άνθιζαν και το σπίτι του Λι Γουέν-Τσενγκ είχε μόλις
κλείσει τις πύλες του για εκείνη. Έφυγε χωρίς φωνές, χωρίς κατάρες. Μόνο ένα
μικρό δέμα και το ξύλινο κουτί της μαντικής της. Ξεχειμώνιασε ψηλά, σ’ ένα
μικρό ναό στα βουνά της Σετσουάν. Μια ηλικιωμένη μοναχή, που είχε έρθει κάποτε
να ζητήσει ελεημοσύνη από τον οίκο του Λι Γουέν-Τσενγκ, τη θυμόταν. «Εσύ δεν
ήσουν που έδωσες ρύζι χωρίς να ρωτήσεις;» της είπε. Η Σιάο-Γινγκ έσκυψε το
κεφάλι. Έμεινε εκεί ως βοηθός. Καθάριζε το προαύλιο, άναβε θυμίαμα, διάβαζε
οιωνούς για τις χωρικές.
Τη δεύτερη φορά χάθηκε
όταν κυκλοφόρησε πως ο Λι Γουέν-Τσενγκ θα έκανε περιοδεία στα γύρω χωριά για να
επιβλέψει χωράφια και φόρους. Δεν πήγε στα βουνά. Κατέβηκε στον δρόμο των
εμπόρων.
Ένας έμπορος μεταξιού τής
χρωστούσε χάρη· τότε που ήταν παλλακίδα, είχε αγοράσει υφάσματα χωρίς να
παζαρέψει την τιμή, αφήνοντας. Ένας άλλος, που πουλούσε τσάι, της παραχώρησε
θέση δίπλα στο κιβώτιό του για να λέει την τύχη.
Με καραβάνι έφτασε ως το
χωριό όπου θα διανυκτέρευε ο Λι. Δεν πλησίασε ποτέ την αυλή. Καθόταν στην αγορά
και άκουγε. Ποιος μπήκε, ποιος βγήκε, ποια επιστολή έφτασε. Τον έβλεπε μόνο από
μακριά, σαν σκιά πίσω από κόκκινη κουρτίνα φορητού φορείου.
Όταν επέστρεψε στο Λο Τζιάνγκ,
είπε πως είχε υπηρετήσει στο γιαμέν μιας μικρής πόλης και πως γραμματικός αξιωματούχος
της πρότεινε να μείνει. Χαμογέλασε πικρά. «Μα η μοίρα μου είναι δεμένη αλλού»,
πρόσθεσε.
Τον πιο βαρύ χειμώνα δεν
την είδε κανείς. Ξεχειμώνιασε σε αγρόκτημα χήρου, δύο λόφους μακριά. Η πεθερά
του άντρα ήταν άρρωστη· η Σιάο-Γινγκ ήξερε να φτιάχνει αφεψήματα. Την είχαν
ανάγκη. Εκεί έζησε ήσυχα, με παγωμένα πρωινά και μυρωδιά στάχτης.
Το παλιό υπηρετικό
προσωπικό του οίκου του Λι —η μαγείρισσα με τα ραγισμένα χέρια, ο σταβλίτης που
κάποτε είχε γλιτώσει από επίπληξη επειδή εκείνη είχε μεσολαβήσει— της έστελναν
νέα μέσω παιδιών. Ένα αυγό τυλιγμένο σε ύφασμα, ένα μικρό πουγκί με ρύζι. Όχι
πολλά. Αλλά αρκετά για να θυμάται πως κάποτε στάθηκε αφανής οικοδέσποινα και
δεν ξέχασε τους μικρούς ανθρώπους.
Όταν γύρισε την άνοιξη,
είπε πως είχε αρραβωνιαστεί. Το ίδιο βράδυ, όμως, κάποιος την είδε να στέκεται
απέναντι από το σπίτι του Λι, ακίνητη σαν στύλος.
Μερικές φορές έμενε σε
πανδοχεία του δρόμου, βοηθώντας τους ιδιοκτήτες τους στο σερβίρισμα το κρασιού
και στο να λέει το μέλλον στους πελάτες τους. Άλλοτε ανέβαινε ξανά στον ορεινό
ναό.
Κάθε επιστροφή της είχε
και διαφορετική αφήγηση. Μια χρονιά είπε πως μαθητεύει σε ταοϊστή ερημίτη. Άλλη
πως υπηρέτησε σύζυγο αξιωματούχου. Μια τρίτη πως είχε δει όραμα που την πρόσταζε
να επιστρέφει κάθε φθινόπωρο.
Οι χωρικοί δεν ήξεραν τι
να πιστέψουν. Μα την άκουγαν. Κι όσο εκείνη άλλαζε ιστορίες, ένα πράγμα δεν
άλλαζε. Ποτέ δεν ζητούσε να μπει ξανά στο σπίτι. Στεκόταν στο όριο του χωριού,
ανάμεσα στον δρόμο και στο ρυάκι, σαν να ανήκε και στα δύο και σε κανένα.
Η ίδια, όταν τη ρωτούσαν
πού ήταν όλο αυτό το διάστημα, χαμογελούσε:
«Η μοίρα μου ταξιδεύει. Εγώ απλώς την ακολουθώ.»
Οι πρώτες της εμφανίσεις
ήταν σχεδόν ανεπαίσθητες. Ένα απόγευμα του φθινοπώρου, όταν το φως έγερνε πάνω
από τις στέγες του Λο Τζιάνγκ και τα φύλλα κολλούσαν υγρά στο χώμα, η
Σιάο-Γινγκ στάθηκε απέναντι από την πύλη του οίκου που κάποτε διοικούσε
σιωπηλά. Δεν πλησίασε. Δεν χτύπησε. Μονάχα στάθηκε. Το σπίτι δεν της ανήκε ποτέ
επίσημα· κι όμως, επί τέσσερα χρόνια ήταν η αόρατη οικοδέσποινα. Εκείνη που
ήξερε πότε τελειώνει το ρύζι, ποια υπηρέτρια είχε πυρετό, ποιος λογαριασμός δεν
είχε πληρωθεί. Το σπίτι ανέπνεε στον ρυθμό της, κι ας μην έφερε ποτέ το όνομά
της. Τώρα στεκόταν απέναντι, με το ίδιο βλέμμα που ρίχνει κανείς σε καθρέφτη
ραγισμένο.
Ερχόταν πάντα αθόρυβα.
Σαν το φίδι που επιστρέφει στην κρυψώνα του, ακόμη κι αν το χώμα έχει πατηθεί
από ξένα βήματα. Σαν το χελιδόνι που όπου και να ταξιδέψει, γυρίζει στην ίδια
στέγη, ακόμη κι αν η φωλιά έχει μισογκρεμιστεί. Σαν την προδομένη γυναίκα που
δεν μπορεί να δεχθεί πως η πόρτα που της έκλεισαν δεν θα ξανανοίξει. Δεν
ζητούσε να μπει. Δεν προκαλούσε σκηνές. Μόνο στεκόταν.
Μερικές φορές
εμφανιζόταν νύχτα. Το φως από τα φανάρια του προαυλίου έπεφτε στο πρόσωπό της
και το έκανε να μοιάζει πιο χλωμό απ’ ό,τι ήταν. Οι νεότερες υπηρέτριες την
έβλεπαν και ψιθύριζαν· οι παλιές όμως χαμήλωναν το βλέμμα με σεβασμό.
Η γριά μαγείρισσα, που
κάποτε είχε σωθεί από απόλυση επειδή η Σιάο-Γινγκ είχε αναλάβει την ευθύνη για
ένα καμένο φαγητό, της άφηνε με τρόπο ένα μικρό δεματάκι πίσω από τη συκιά. Ο
σταβλίτης, που εκείνη είχε προστατεύσει όταν κατηγορήθηκε άδικα για κλοπή,
έλυνε το άλογό του πιο αργά, δίνοντάς της χρόνο να σταθεί και να κοιτάξει. Δεν
αντάλλασσαν λέξεις. Μονάχα σιωπές γεμάτες μνήμη.
Τις φορές που ο Λι Γουέν-Τσενγκ έλειπε σε
περιοδεία, εκείνη πλησίαζε περισσότερο. Περπατούσε ως την άκρη του εξωτερικού
τοίχου και άγγιζε για λίγο τα ξύλα της πύλης, σαν να δοκίμαζε αν θυμούνται
ακόμη την αφή της. Όταν εκείνος βρισκόταν μέσα, κρατούσε μεγαλύτερη απόσταση, σαν
να σεβόταν μια αόρατη γραμμή που δεν της επιτρεπόταν να διαβεί.
Μια φορά, μέσα σε βροχή,
έμεινε τόση ώρα ακίνητη ώστε ένα παιδί τη νόμισε για πνεύμα. Δεν κινήθηκε ούτε
όταν το νερό μούσκεψε τα μανίκια της. Μόνο όταν άκουσε βήματα από το εσωτερικό
της αυλής ανασηκώθηκε ελαφρά, όχι για να τη δουν, αλλά για να δει.
Δεν ήθελε σκηνή. Δεν
ζητούσε επιστροφή. Ήθελε επιβεβαίωση ότι ο κόσμος που έχασε εξακολουθούσε να
υπάρχει. Κάθε φορά έφευγε όπως ερχόταν, χωρίς ίχνος. Το επόμενο πρωί οι χωρικοί
συζητούσαν αν πράγματι την είχαν δει ή αν το φως έπαιζε παιχνίδια. Μόνο οι
παλιοί υπηρέτες ήξεραν. Και δεν μιλούσαν. Γιατί καταλάβαιναν.
Κάποια μέρη δεν μας
ανήκουν με έγγραφα και σφραγίδες. Μας ανήκουν με τις νύχτες που αγρυπνήσαμε
εκεί, με τα βήματα που αφήσαμε στα πατώματα, με τις μικρές πράξεις καλοσύνης
που κανείς δεν θυμάται.
Κι έτσι η Σιάο-Γινγκ
επέστρεφε. Όχι για να πάρει πίσω το σπίτι. Αλλά για να βεβαιωθεί πως, κάπου
μέσα στους τοίχους του, υπήρχε ακόμη μια σκιά που της έμοιαζε.
Τώρα όμως η Σιάο-Γινγκ είχε μπροστά της
κάποια νέα δεδομένα, ίσως σοβαρότερα από τις προηγούμενες φορές. Η νεαρή
πλούσια χήρα Χουά-Λι έδειχνε να ενδιαφέρεται για τον Λι Γουέν-Τσενγκ. Θα έπρεπε
κάτι να κάνει. Να προλάβει αυτό το ενδιαφέρον να εξελιχθεί σε γνωριμία, ίσως
και σε κάτι περισσότερο.
ένας θίασος
σκιών επισκέπτεται το Λο Τζιάνγκ
Στο Λο Τζιάνγκ
είχε φτάσει περιοδεύων θίασος θεάτρου σκιών. Το λευκό πανί είχε στηθεί δίπλα
στον μικρό ναό του χωριού, εκεί όπου τα θυμιάματα ανακατεύονταν με τη μυρωδιά
του τηγανισμένου σησαμιού από τους πάγκους της αγοράς.
Η Χουά-Λι
στεκόταν λίγο πιο πίσω από τις άλλες γυναίκες, ντυμένη σεμνά, με το πρόσωπο
χαμηλωμένο αλλά τα μάτια προσεκτικά. Η φήμη της νεαρής χήρας είχε αρχίσει να
κυκλοφορεί σαν άνεμος που αλλάζει κατεύθυνση, ήσυχος, αλλά επίμονος. Η
Σιάο-Γινγκ δεν την πλησίασε αμέσως. Περίμενε να τελειώσει η πρώτη παράσταση, μια
ιστορία για έναν άρχοντα που εγκαταλείπει την πιστή του σύντροφο όταν
επιστρέφει η νόμιμη οικογένεια. Όταν το πλήθος διαλύθηκε, έκανε δύο βήματα
δίπλα στη Χουά-Λι, σαν να αναζητούσε απλώς χώρο.
«Συγχωρέστε
με,» είπε χαμηλόφωνα, «ο κόσμος σπρώχνει.»
Η φωνή της
ήταν γλυκιά. Κουρασμένη, αλλά γλυκιά. Μίλησε πρώτη για τον εαυτό της. Είπε πως
κάποτε υπηρέτησε σε μεγάλο οίκο. Πως ο άρχοντας την κράτησε κοντά του τέσσερα
χρόνια. Πίστεψε η ανόητη ότι η αφοσίωση αρκεί.
«Μα όταν
αναγγέλθηκε πως η κόρη του θα επέστρεφε, με έδιωξε. Έτσι απλά. Για να μην
ταραχθεί η τάξη. Δεν τον κατηγορώ. Οι άνδρες της εξουσίας είναι σκληροί. Μα και
φοβισμένοι. Κρατούν γύρω τους ό,τι τους εξυπηρετεί και το απομακρύνουν όταν
απειλεί την ισορροπία τους.»
Η Χουά-Λι δεν
μίλησε. Μα άκουγε. Η Σιάο-Γινγκ συνέχισε, σαν να εξομολογούνταν σε άγνωστη.
«Ήταν και
άρρωστος. Όχι βαριά, όχι να πεθαίνει. Μα αρκετά ώστε να γίνεται δύσθυμος. Οι
γιατροί έλεγαν πως θα ζήσει κάποια χρόνια ακόμη. Όχι όμως τόσα, που μια νεότερη
γυναίκα θα γεράσει δίπλα του. Και όπως λένε αυτός ο «πυρετός των πλουσίων»
μεταδίδεται σε όποιον δεν τον έχει
περάσει. Πολλοί πέθαναν. Ο πολέμαρχος
βέβαια ανάρρωσε.»
Η Σιάο-Γινγκ
έκανε μια σύντομα παύση. «Μα υπήρχε κάποιος άλλος στο σπίτι.»
Η Χουά-Λι
σήκωσε το βλέμμα για πρώτη φορά.
«Ο υπασπιστής
του. Ο δευτερότοκος γιος της οικογένειας της Λι Σου-Γιάν. Νέος. Ήρεμος. Με
μάτια που δεν έχουν ακόμη σκληρύνει.»
Το όνομα
έπεσε σαν μικρή πέτρα σε ήρεμο νερό.
«Σας κοιτούσε με θαυμασμό την ημέρα της τελετής του
φθινοπώρου,» πρόσθεσε η Σιάο-Γινγκ σχεδόν αφηρημένα, σαν να θυμόταν κάτι
ασήμαντο. «Οι νέοι άνδρες δεν ξέρουν να κρύβουν τα μάτια τους.»
Η Χουά-Λι
ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό της.
«Εκείνος θα
γίνει, σε λίγα χρόνια, ο νέος πολέμαρχος. Ο χρόνος βαδίζει μπροστά, όχι πίσω.»
Η Σιάο-Γινγκ
γύρισε προς το πανί των σκιών, όπου τώρα παιζόταν ιστορία για νέο στρατηγό που
παίρνει τη θέση του πατέρα του.
«Μια γυναίκα
στα χρόνια του θα βαδίσει μαζί του. Όχι πίσω του.»
Δεν ρώτησε
τίποτα. Δεν πρότεινε τίποτα. Μόνο αναστέναξε.
«Αν μπορούσα
να γυρίσω πίσω, δεν θα διάλεγα άνδρα που είχε ήδη χτίσει τον κόσμο του. Θα
διάλεγα εκείνον που ακόμη τον χτίζει.»
Η Χουά-Λι
ένιωσε, για πρώτη φορά, πως η σκέψη είχε σχήμα. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, ώριμος,
ισχυρός, ήδη βαρύς από υποχρεώσεις και παρελθόν. Ο υπασπιστής, ο γιός του
Γουάνγκ Τσε-Λιν και της Λι Σου-Γιάν —
νέος, ανερχόμενος, με βλέμμα που ίσως να τη ζητούσε όχι ως διακόσμηση αλλά ως
σύμμαχο.
«Συγχωρέστε
με,» είπε η Σιάο-Γινγκ απαλά. «Σας κούρασα με τις αναμνήσεις μου.»
Έκανε να
φύγει. Η Χουά-Λι την κράτησε με το βλέμμα, όχι με το χέρι. Η άγνωστη είχε
μιλήσει με πίκρα, μα όχι με κακία. Είχε μιλήσει σαν γυναίκα που είχε πληρώσει
για την επιλογή της. Κι εκεί, ανάμεσα σε σκιές από δέρμα και φως από λυχνάρια,
η Χουά-Λι άρχισε να βλέπει λογική. Όχι στην επιθυμία. Στη στρατηγική. Ήταν νέα,
ήταν πλούσια, είχε ισχυρή κοινωνική θέση, ταίριαζε με τον νεαρό υπασπιστή του
πολέμαρχου, με την μητέρα του, τη Λι Σου-Γιάν, είχε αποκτήσει οικειότητα και
εμπιστοσύνη. Αν δεν ήταν χήρα ίσως εκείνη να πρότεινε για νύφη στο γιο της. Μα
αυτή τη χρονιά το παράδειγμα είχε δοθεί. Τέσσερις δυστυχισμένες κοπέλλες είχαν
έρθει από μακρυνούς τόπους και παντρεύθηκαν εδώ. Γιατι τώρα να μην μπορεί να
γίνει αυτό με μια ντόπια άτυχη κοπέλλα. Η νεαρή χήρα άρχισε να σκέφτεται πως θα
μπορούς να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε ο δευτερότοκος γιος της Λι Σου-Γιάν
να έρθει πιο κοντά της. Είχε δίκηο αυτή η άγνωστη γυναίκα. Τόσα χρόνια διαφορά
θα είναι πρόβλημα. Ήδη είχε βιώσει θάνατο ενός συζύγου δεν ήθελε να βιώσει
θάνατο και ενός επόμενου.
Η Σιάο-Γινγκ
έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Μα ήξερε. Ο σπόρος είχε πέσει.
η ιδιωτική παράσταση
του θιάσου σκιών
Η απόφαση της
Χουά-Λι δεν ανακοινώθηκε· κυκλοφόρησε σαν άρωμα. Ο περιοδεύων θίασος σκιών θα
έδινε ιδιωτική παράσταση στον οίκο της.
Η πρόσκληση στάλθηκε με λεπτό χαρτί και διακριτική
σφραγίδα. Πρώτα προς τη Λι Σου-Γιάν και
προς τον δευτερότοκο γιο της — τον νεαρό υπασπιστή. Έπειτα προς τρεις ακόμη
οικογένειες της τάξης της. Ο πολέμαρχος δεν θα παρευρισκόταν βρισκόταν εκτός
χωριού για επιθεώρηση. Η κόρη του, Τιάν-Μι, αν και προσκλήθηκε, επικαλέστηκε
αδιαθεσία.
Η παράσταση
στήθηκε στην εσωτερική αυλή της οικίας της Χουά-Λι, εκεί όπου οι πέτρες ήταν
λείες και το φεγγάρι έπεφτε καθαρά ανάμεσα στα κεραμίδια. Το λευκό πανί
τεντώθηκε μπροστά από τον μικρό κήπο με τα πεύκα. Μεταξωτά φανάρια κρεμάστηκαν
συμμετρικά, φωτίζοντας τα χρυσά νήματα των ενδυμάτων των καλεσμένων.
Η Χουά-Λι
φορούσε βαθύ πράσινο μετάξι, κεντημένο με διακριτικά μοτίβα λωτού. Όχι πένθος, αλλά
ούτε πρόκληση. Η χηρεία της είχε γίνει μέρος της ταυτότητάς της· δεν την
έκρυβε, την όριζε.
Όταν η Λι
Σου-Γιάν μπήκε στην αυλή, η Χουά-Λι υποκλίθηκε με ακρίβεια. Ο νεαρός υπασπιστής
στάθηκε μισό βήμα πίσω από τη μητέρα του, όπως όριζε η ευπρέπεια. Μα τα μάτια
του δεν ήταν αδιάφορα.
Η πρώτη
ιστορία του θιάσου ήταν ηρωική. Η δεύτερη, διδακτική. Η τρίτη άρχισε με απαλή μουσική
και σκιές πιο λεπτές. Ένας ηλικιωμένος άνδρας παντρεύεται νεαρή, αγνή κόρη. Την
πρώτη νύχτα του γάμου τους, πεθαίνει από αδύναμη καρδιά. Η κοπέλα μένει χήρα
πριν γίνει γυναίκα. Ο κόσμος τη λυπάται και τη φοβάται. Μα ένας νεαρός
αξιωματικός, που την είχε δει πριν από τον γάμο της, δεν ξεχνά το βλέμμα της.
Επιστρέφει. Αψηφά τα σχόλια. Την νυμφεύεται, και μαζί της αρχίζει νέα εποχή.
Στο πανί, οι
σκιές ενώθηκαν. Στην αυλή, η σιωπή πύκνωσε. Η Χουά-Λι δεν γύρισε αμέσως προς
τον υπασπιστή. Περίμενε να τελειώσει η σκηνή όπου ο νεαρός ήρωας δηλώνει πως «η
αγνότητα δεν σβήνει με τη μοίρα».
Έπειτα,
χαμηλόφωνα του είπε:
«Σπάνια
ιστορία. Μα όμορφη.»
Ο νεαρός
απάντησε με συγκρατημένο τόνο. «Η αρετή δεν πρέπει να τιμωρείται από την
ατυχία.»
Η μητέρα του
έμεινε σιωπηλή, μα παρατηρούσε. Η Χουά-Λι χαμογέλασε ελαφρά. «Και όμως, η
κοινωνία συχνά προτιμά την ασφάλεια από τη δικαιοσύνη.»
«Η κοινωνία
αλλάζει,» είπε εκείνος. «Με τους ανθρώπους που τολμούν.»
Ήταν τολμηρή
φράση. Για έναν υπασπιστή. Η Χουά-Λι άφησε το βλέμμα της να σταθεί για ένα μόνο
χτύπο καρδιάς περισσότερο απ’ όσο απαιτούσε η ευγένεια.
«Η οικογένειά
μου,» είπε έπειτα ήρεμα, «δεν φοβάται τις αλλαγές. Όταν βασίζονται σε σεβασμό
και σύνεση.»
Στο βάθος, οι
σκιές έδειχναν τον νεαρό αξιωματικό να λαμβάνει τη διοίκηση από τον πατέρα του.
Συμβολισμός διαφανής. Μα όχι χυδαίος.
Καθώς οι
υπηρέτριες σέρβιραν τσάι από λεπτό πορσελάνινο σερβίτσιο η συζήτηση στράφηκε σε
διοικητικά ζητήματα, σε γαίες, σε φόρους.
Η Χουά-Λι
μιλούσε με γνώση. Δεν ήταν απλώς όμορφη· ήταν ενημερωμένη. Ο νεαρός υπασπιστής
το πρόσεξε. Κι εκεί, ανάμεσα σε φανάρια και σκιές, η πιθανότητα πήρε μορφή.
Όταν η
παράσταση τελείωσε, ο νεαρός υποκλίθηκε.
«Η επιλογή
της ιστορίας σας ήταν… εμπνευσμένη.»
Η Χουά-Λι απάντησε
απαλά: «Μερικές ιστορίες μάς διαλέγουν.»
Τα μάτια τους
συναντήθηκαν χωρίς μάρτυρες γιατί οι
άλλοι κοιτούσαν ακόμη το πανί.
Η τελευταία
ιστορία δεν ήταν τραγική. Ο αρχηγός του θιάσου έκανε ένα μικρό νεύμα, και πίσω
από το λευκό πανί οι σκιές έγιναν πιο ζωηρές, σχεδόν παιχνιδιάρικες. Το μουσικό
όργανο έπαιξε γρηγορότερο σκοπό. Οι καλεσμένοι ανακάθισαν· η σοβαρότητα της
προηγούμενης υπόθεσης είχε αφήσει στον αέρα μια ένταση που χρειαζόταν λύσιμο.
Η κωμωδία
άρχισε σε μια μικρή αγορά. Ένας έμπορος ρυζιού, γνωστός για τα “ελαφριά” του
μέτρα, φαινόταν να πουλά τίμια. Η ζυγαριά του όμως είχε πειραγμένο αντίβαρο.
Όποιος αγόραζε, έπαιρνε λιγότερο. Ο ίδιος χαμογελούσε πλατιά και έλεγε: «Η
ζυγαριά είναι δίκαιη· αν σας αδικεί, αδικεί και εμένα.»
Οι σκιές
του πλήθους κουνήθηκαν με γέλιο.
Ένας νεαρός
φρούραρχος της πόλης, άγρυπνος, λέει η αφήγηση, και αδιάφθορος, άκουσε τις
φήμες. Μα αντί να εισβάλει με στολή και διαταγές, αποφάσισε να δοκιμάσει τον
έμπορο. Την επόμενη ημέρα, ο έμπορος έκλεισε νωρίς το κατάστημα και φόρεσε απλά
ρούχα. «Θα δω αν οι άλλοι κλέβουν περισσότερο από μένα», είπε. Πήγε σε διπλανή
αγορά και παρουσιάστηκε ως αγοραστής.
Το κοινό ήδη
γελούσε.
Μα στο
μεταξύ, ο νεαρός φρούραρχος είχε πληροφορηθεί την απουσία του. Φόρεσε κι
εκείνος απλά ρούχα, μπήκε στο άδειο κατάστημα του εμπόρου και στάθηκε πίσω από
τον πάγκο. Όταν εμφανίστηκε ένας “πελάτης” — που δεν ήταν άλλος από τον ίδιο
τον έμπορο μεταμφιεσμένο — ο φρούραρχος, παριστάνοντας τον προσωρινό
αντικαταστάτη, άρχισε να ζυγίζει. Και να κλέβει. Έβαζε λιγότερο ρύζι. Με
επιδεξιότητα.
Ο έμπορος,
αγανακτισμένος, φώναζε: «Κλέβεις! Αυτό το μέτρο είναι άδικο! Η ζυγαριά είναι
πειραγμένη!»
«Α, μα
κύριε,» απαντούσε ο φρούραρχος, «η ζυγαριά είναι δίκαιη· αν σας αδικεί, αδικεί
κι εμένα.»
Το κοινό
ξέσπασε σε γέλια.
Στο τέλος, ο
“πελάτης” εξαγριώθηκε τόσο που φώναξε: «Στο δικό μου μαγαζί τέτοια πράγματα δεν
θα τα ανεχόμουν!»
Η σκιά του
φρούραρχου έσκυψε ελαφρά.
«Στο δικό σας μαγαζί; Δηλαδή… είστε ο έμπορος;»
Σιωπή στο
πανί.
Ύστερα οι
φρουροί, άλλες σκιές, εισέβαλαν. Ο έμπορος, έχοντας προδώσει μόνος του την
ταυτότητά του, συνελήφθη. Η τελευταία σκηνή τον έδειχνε να κουβαλά την ίδια του
τη ζυγαριά δεμένη στον ώμο, σύμβολο της ίδιας του της απάτης.
Η αυλή γέμισε
γέλια και επιφωνήματα. Η Λι Σου-Γιάν χαμογέλασε συγκρατημένα. Οι άλλες κυρίες
έκρυβαν το στόμα τους πίσω από μανίκια.
Μα η Χουά-Λι
και ο νεαρός υπασπιστής δεν γέλασαν δυνατά. Χαμογέλασαν, μα το βλέμμα τους
έμενε αλλού.
«Μερικές
φορές,» είπε εκείνη απαλά, όσο οι υπόλοιποι σχολίαζαν την ευρηματικότητα της
ιστορίας, «ο άνθρωπος αποκαλύπτει μόνος του ποιος είναι.»
«Όταν νομίζει
πως παίζει ρόλο,» απάντησε εκείνος.
Για μια
στιγμή, η βοή της αυλής έγινε υπόκωφη. Οι άλλοι συζητούσαν για ζυγαριές και
δικαιοσύνη· εκείνοι μιλούσαν για πρόσωπα και προθέσεις.
«Η διοίκηση
απαιτεί καθαρά μέτρα,» συνέχισε η Χουά-Λι, τάχα αναφερόμενη στην ιστορία.
«Και καθαρές
συμμαχίες,» πρόσθεσε ο υπασπιστής.
Η φράση
αιωρήθηκε μεταξύ τους. Ένα φανάρι έτρεμε από ελαφρύ άνεμο. Το φως χόρεψε στο
πρόσωπό της. Εκείνος πρόσεξε πως δεν φορούσε πια το αυστηρό λευκό του πένθους,
αλλά ούτε και τα έντονα χρώματα των ανύπαντρων κοριτσιών. Ήταν σε μεταίχμιο. Όπως
κι εκείνος.
Στην άκρη της
αυλής, οι σκιές του θιάσου κατέβαιναν. Οι μουσικοί μάζευαν τα όργανα. Τα γέλια
συνέχιζαν. Μα οι δυο νέοι, με ευπρέπεια και μέτρο, αναζητούσαν τρόπο να
μιλήσουν ξανά, όχι ως οικοδέσποινα και καλεσμένος, ούτε ως χήρα και υπασπιστής.
Αλλά ως δύο άνθρωποι που καταλάβαιναν πως, στην αγορά της ζωής, η πιο επικίνδυνη
ζυγαριά δεν είναι εκείνη που κλέβει στο ρύζι. Είναι εκείνη που μετρά το μέλλον.
Και κάπου,
έξω από την αυλή, στο σκοτάδι του δρόμου, μια γυναίκα στάθηκε για λίγο ακίνητη
πριν χαθεί. Το σχέδιο της Σιάο-Γινγκ είχε βρει έδαφος. Μα τώρα, η ιστορία δεν
της ανήκε πια.
οι νύχτες στο
βαθύ σκοτεινό δωμάτιο
Στην αυλή του
μεγάλου σπιτιού του Λι Γουέν-Τσενγκ η νύχτα είχε πέσει βαριά, σαν βελούδινο
πέπλο. Τα φανάρια είχαν σβήσει· οι υπηρέτες του πολέμαρχου είχαν αποχωρήσει,
και μόνο το απαλό φως του φεγγαριού έπεφτε μέσα από τα ξύλινα παράθυρα,
σχηματίζοντας γεωμετρικά μοτίβα στον παλιό δάπεδο από πέτρα.
Στο βαθύ,
σκοτεινό δωμάτιο, ο Λι Γουέν-Τσενγκ στεκόταν δίπλα στη νεαρή Τιάν-Μι. Κάθε
επαφή ήταν βαθιά, σαν να συντονιζόταν η ενέργεια τους.
Οι νύχτες κυλούσαν σαν κύματα, ο έρωτας ζωντανός, η
ασφάλεια διασφαλισμένη, και το σκοτάδι του δωματίου γέμιζε με σιωπηλή συνενοχή,
σαν μυστικό που δεν θα αποκάλυπτε ποτέ κανείς, εκτός από το φεγγάρι που τα
παρακολουθούσε από ψηλά.
Η σιωπή, οι
ανάσες και η επαφή των σωμάτων τους ήταν ολόκληρος ο κόσμος τους. Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ και η Τιάν-Μι κινούνταν με τη σιγουριά του νερού που κυλάει
ανάμεσα σε πέτρες· η ένωση τους ήταν μια συνεχής αίσθηση σύνδεσης· όχι βιασύνη,
αλλά όπως το κύμα που αγκαλιάζει απαλά την ακτή πριν υποχωρήσει, αφήνοντας την
αίσθηση της παρουσίας του.. Η ένωση τους είχε την πληρότητα της λίμνης μετά τη
βροχή: το νερό κυλούσε ήσυχα, αλλά γέμιζε κάθε κενό. Δεν ήταν βιασύνη ούτε
ακραία ένταση· ήταν η φυσική ροή των σωμάτων και της ενέργειας, όπως ο ποταμός
που βρίσκει τον δρόμο του πίσω στη θάλασσα. Και το δωμάτιο, βαθειά σκοτεινό,
ήταν η όαση όπου η υπομονή, η επιθυμία συναντιόνταν ήρεμα, χωρίς να χρειάζεται
λόγος ή φωνή.
Η φύση γύρω
τους φαινόταν σαν να συμμετείχε και αυτή. Η βροχή έπεφτε απαλά στις στέγες, σαν
ψίθυροι που αγκαλιάζουν τα δέντρα, και ο άνεμος έφερε μυρωδιές σαν να γιόρταζε
την ένωση τους.
Σε εκείνες
τις νύχτες, μέσα στο σκοτάδι που φώτιζε μόνο το φεγγάρι, η Τιάν-Μι και ο Λι
Γουέν-Τσενγκ ένιωθαν ότι η υπομονή, η γνώση και η επιθυμία τους είχαν γίνει ένα,
χωρίς ανάγκη για εξηγήσεις.
Στο ίδιο
βαθύ, σκοτεινό δωμάτιο η ζωή κυλούσε σαν ένα μικρό ποτάμι κρυμμένο μέσα στα
βουνά. Το δωμάτιο βαθύ και μυστικό, κάθε
νύχτα φαινόταν να αλλάζει μορφή. Το
σκοτάδι γινόταν πιο πυκνό, αλλά ταυτόχρονα ζωντανό, σαν να τρεφόταν με τις
κινήσεις τους. Εκεί, στο σκοτάδι, το δωμάτιο γινόταν όλος ο κόσμος τους, και η
σιωπή ήταν η μόνη μάρτυρας της ένωσής τους.
«Δεν είμαι κόρη σου. Είμαι κόρη εκείνης και
του Ξιά-Γου. Το βλέπεις. Το ξέρεις. Το θέλεις. Μέσα από μένα τους εκδικείσαι.
Μέσα από μένα κερδίζεις αυτό που χρόνια έχασες. Μέσα από μένα δικαιώνεσαι.
Είμαι η δικαίωσή σου. Για αυτό η επιθυμία σου είναι αστήρευτη. Και εγώ είμαι
εδώ για να τη δεχθώ» του ψιθύριζε σιωπηλά στο αυτί.
Στο βαθύ, σκοτεινό
δωμάτιο οι ρόλοι τους δεν ήταν μόνο σωματικοί· ήταν παιχνίδια της φαντασίας,
μυστικές παραστάσεις που ζωντάνευαν μόνο μέσα στο μυαλό τους, και που αργότερα,
όταν οι ψίθυροι και οι κινήσεις τους συντονίζονταν, γίνονταν κοινά αποδεκτοί
και κατανοητοί από τους δύο. Όταν οι ψίθυροι και οι κινήσεις τους συνδέονταν,
οι ιδιωτικοί τους ρόλοι γίνονταν κοινά αντιληπτοί. Το δωμάτιο γινόταν η «σκηνή»
όπου αυτές οι φαντασίες συναντιόντουσαν.
Στο βαθύ
σκοτεινό δωμάτιο, όπου το φως του φεγγαριού γλιστρούσε σαν ασημένια λωρίδα πάνω
στο ξύλο, οι φαντασίες τους έπαιρναν μορφή διαφορετική. Την μία εκείνη ήταν η
παλλακίδα του πολέμαρχου, την άλλη ήταν η αιχμάλωτη κοπέλλα από τις μεθοριακές περιοχές,
την άλλη η νύφη την πρώτη νύχτα του γάμου της, την άλλη η φτωχή κοπέλλα σε
πανδοχείο, την άλλη η παραδουλεύτρα που κλέβει τον άντρα της σπιτονοικοκυράς με
πονηριά και υπομονή, την άλλη η γυναίκα που δεν αγάπησε τον άνδρα της και ξαφνικά βρήκε σε έναν ξένο άντρα την
πρώτη αίσθηση του έρωτα,
Στο σκοτεινό
δωμάτιο, αυτές οι μεγάλες εικόνες συναντιόντουσαν. Το δωμάτιο γέμιζε με
σιωπηλές ιστορίες. Η παλλακίδα έπαιρνε ανάσα και η αιχμάλωτη γλίστραγε ανάμεσα
στις σκιές, ενώ η νύφη παρακολουθούσε ήσυχα τις κινήσεις, η φτωχή κοπέλλα και η
παραδουλεύτρα συνωμοτούσαν με τα βλέμματα και την αναπνοή, ενώ η γυναίκα που
δεν αγάπησε τον άντρα της ένιωθε για πρώτη φορά την καρδιά της να
ανοιγοκλείνει.
Όταν οι
φανταστικοί ρόλοι γίνονταν λόγος και αμοιβαία εκμυστήρευση τότε όλα έσμιγαν
μέσα στο ίδιο σκοτεινό δωμάτιο. Η παλλακίδα και η νύφη, η αιχμάλωτη και η
παραδουλεύτρα, η γυναίκα που αγαπά για πρώτη φορά και ο ξένος που δίνει αγάπη, Το δωμάτιο γινόταν σαν μικρό σύμπαν, όπου οι
ρόλοι των φαντασιών τους έβρισκαν έκφραση χωρίς λέξεις.
Η Τιάν-Μι
φανταζόταν τον Λι Γουέν-Τσενγκ ως ασκητή
που εγκαταλείπει την απομόνωσή του για μια γυναίκα και πως η ίδια ήταν η
πηγή που τον τραβάει έξω από σιωπές και μυστικά, Φανταζόταν ή έπαιρνε το ρόλο της
ακόρεστης γυναίκας για έρωτα που κάθε εραστής της είχε διαφορετικό
πρόσωπο, αλλά στο τέλος το πρόσωπό τους έπαιρνε τη μορφή του Λι Γουέν-Τσενγκ,
σαν φάντασμα που επέστρεφε πάντα στην ίδια μορφή. Φανταζόταν πως ήταν η
ενσάρκωση μίας πεθεράς που ποθούσε τον
άντρα της κόρης της, της αδελφής που ποθούσε τον μεγαλύτερο αδελφό της, της
ώριμης γυναίκας που ξελογιάζει έναν νεότερο άντρα, της γυναίκας που με τα
βότανά της θεραπεύει έναν βαριά τραυματισμένο και αυτός ξυπνά από το λήθαργό του και την
ερωτεύεται.
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ, με τη σειρά του, φανταζόταν τη Τιάν-Μι σαν τη γυναίκα που μετά από χρόνια χωρισμού
ξανασυναντά τον αγαπημένο της, σαν τη συννυφάδα που ποθεί τον άνδρα της αδελφής
της, τον γυναικάδελφό της, σαν τη γυναίκα που σπάει τον όρκο της αγνότητάς της για έναν άγνωστο
Όταν οι
κινήσεις και οι ψίθυροι τους συντονίζονταν, όλες αυτές οι μεγαλεπήβολες
φαντασίες έσμιγαν. Το σκοτεινό δωμάτιο γέμιζε με ιστορίες που ποτέ δεν είχαν
ειπωθεί έξω από αυτό. Η Τιάν-Μι γινόταν η αιχμάλωτη, η νύφη, η ακόρεστη
γυναίκα, η παραδουλεύτρα, η αδελφή, η συννυφάδα, η γυναίκα που ξανασυναντά τον
αγαπημένο της. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ γινόταν ο πλούσιος ξένος, ο ασκητής, ο άντρας
που δίνει αγάπη, ο αδελφός, ο άντρας της δίδυμης αδελφής, ο νεότερος που
ξελογιάζεται, ο αιχμάλωτος που τον απελευθερώνει η κόρη ενός βασιλιά.
Η φαντασία
και η πραγματικότητα έσμιγαν, και το σκοτεινό δωμάτιο γινόταν ένας κόσμος όπου
όλες οι σχέσεις, οι επιθυμίες και οι απαγορεύσεις συνυπήρχαν, χωρίς λόγια, μόνο
με ανάσες, ψίθυρους και σιωπηλές κινήσεις.
Κάθε νύχτα,
κάθε αγκαλιά, κάθε ψίθυρος ήταν σαν μια μικρή αφήγηση, ένας μύθος που ζωντανεύει
μέσα στη σκιά, η Τιάν-Μι και ο Λι
Γουέν-Τσενγκ ένιωθαν την ενέργεια και τη φαντασία τους να ενώνονται, και μαζί
τους όλα τα πρόσωπα και οι ιστορίες που είχαν επιστρατεύσει σταδιακά να τους
δίνουν την δική τους δύναμη για να μεγαλώσει η φλόγα τους.
Όταν η νύχτα
τελείωνε, και το φως της ημέρας δειλά ξεκίναγε να μπαίνει από τα παράθυρα, η
λάμψη ήταν σχεδόν ανυπόφορη στέκονταν θαμπωμένοι, με τις σκιές των φαντασιών
τους να χάνουν το περίγραμμά τους στο φως. Το σκοτεινό δωμάτιο, που μέχρι πριν
λίγο κρατούσε όλες τις ενοχές και τα μυστικά τους, γινόταν η φυλακή που έκλεινε
μέσα της τις αμαρτίες: κάθε ψίθυρος, κάθε σκιά, κάθε φανταστικός ρόλος παρέμενε
εκεί, αόρατος για τον έξω κόσμο.
Το φως της
ημέρας τους έφερνε πίσω στην τάξη, στους κανόνες και τις προσδοκίες της
κοινωνίας. Κι όμως, κάθε νύχτα ξαναγύριζαν στο βαθύ σκοτεινό δωμάτιο· εκεί όπου
οι νόμοι και οι περιορισμοί δεν υπήρχαν, όπου οι ρόλοι και οι φαντασιώσεις τους
αποκτούσαν ξανά ζωή, όπου για να αποφεύγουν τις δικές τους τύψεις υποδύονταν
τις ζωές άλλων, όπου οι ενοχές κλειδώνονταν στο σκοτάδι, και η ένωση τους
συνέχιζε σαν μυστικός χορός ανάμεσα σε σκιές.
Ήταν μια
διπλή ύπαρξη: την ημέρα υπάκουοι στην ηθική και στους τύπους και τη νύχτα
παραβάτες της σάρκας, γνωρίζοντας ότι
μόνο το βαθύ σκοτεινό δωμάτιο μπορούσε να τηρήσει την ασυλία τους, να φυλάξει
τις ενοχές τους σαν βαθύ σκαμένο όρυγμα, σαν μια σπηλιά, σαν τάφος που θα τους
περίμενε για να τους σφραγίσει.
η επιστολή
Ο Χου
Τσεν-Λουν δεν είχε σκοπό να εμφανιστεί στο Λο Τζιάνγκ ως επισκέπτης. Η επίσημη
αιτία του ταξιδιού του ήταν μια επιθεώρηση των στρατιωτικών προμηθειών προς τα
δυτικά. Η Γιουνάν είχε πάντα ανάγκη από συντονισμό με τις διοικήσεις της
Σετσουάν, και κανείς δεν θα θεωρούσε παράξενο ένας στρατιωτικός διοικητής να
περάσει από την περιοχή.
Όμως ο
πραγματικός λόγος του ταξιδιού του ήταν κρυμμένος σε έναν μικρό μεταξωτό φάκελο
που κρατούσε μέσα στον εσωτερικό του μανδύα. Δεν ήθελε να εμπιστευτεί την
επιστολή σε αγγελιοφόρο. Υπήρχαν πράγματα που ένας παλιός συμπολεμιστής δεν
έστελνε γραπτώς.
Τα χρόνια
μετά τις εκστρατείες εναντίον του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ είχαν αλλάξει πολλά πρόσωπα,
αλλά όχι εκείνα που είχαν μοιραστεί τις ίδιες νύχτες κάτω από βροχή, λάσπη και
φωτιά. Τότε ο Χου Τσεν-Λουν ήταν ένας από τους πιο αξιόπιστους αξιωματικούς του
Λι Γουέν-Τσενγκ. Από αυτούς που ο πολέμαρχος εμπιστευόταν όταν η κατάσταση
απαιτούσε ψυχραιμία.
Οι άνδρες
αυτοί δεν κέρδιζαν πάντα τις μάχες με τη δύναμη. Τις κέρδιζαν επειδή ήξεραν
πότε να περιμένουν. Μετά την εκκαθάριση των τελευταίων δυνάμεων που είχαν
παραμείνει πιστές στον Ζιάνγκ Σιεντζόγκ στη Σετσουάν, οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο
Χου Τσεν-Λουν στάλθηκε στη Γιουνάν, όπου ανέλαβε τη διοίκηση μιας στρατιωτικής
περιοχής που επόπτευε τα ορεινά περάσματα και τις ανατολικές οδούς ανεφοδιασμού
και μετακίνησης στρατευμάτων. Εκεί
παρέμεινε για χρόνια.
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ πληροφορήθηκε την άφιξή του νωρίς το πρωί. Για μια στιγμή δεν
πίστεψε το όνομα.
«Ο Χου
Τσεν-Λουν;»
Ο υπασπιστής
υποκλίθηκε.
«Ο ίδιος,
άρχοντα. Ζητά μόνο λίγες στιγμές ιδιωτικής συνομιλίας.»
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ χαμογέλασε ελάχιστα. Ο Χου Τσεν-Λουν δεν είχε αλλάξει όσο
περίμενε. Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει στους κροτάφους, το πρόσωπό του είχε
σκληρύνει περισσότερο από τα χρόνια, αλλά το βλέμμα του ήταν το ίδιο. Το βλέμμα
ανθρώπου που είχε δει πολλές φορές τον θάνατο και δεν χρειαζόταν να μιλά δυνατά
για να τον πάρουν στα σοβαρά.
Οι δύο άνδρες
χαιρέτησαν ο ένας τον άλλον χωρίς τυπικότητες. Όχι σαν άρχοντας και
αξιωματικός. Σαν δύο άνθρωποι που είχαν μοιραστεί το ίδιο πεδίο μάχης.
«Πέρασαν
πολλά χρόνια», είπε ο Λι Γουέν-Τσενγκ.
«Πάρα πολλά»,
απάντησε ο Χου Τσεν-Λουν.
Κάθισαν. Για
λίγες στιγμές μίλησαν για παλιές εκστρατείες, για άνδρες που δεν ζούσαν πια,
για τόπους που είχαν αλλάξει.
Ύστερα ο Χου
Τσεν-Λουν έβγαλε τον μεταξωτό φάκελο.
«Αυτό είναι
για εσένα.»
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ κοίταξε τον φάκελο.
«Από ποιόν;»
ρώτησε.
«Από μια γυναίκα που λέει πως σε γνωρίζει. Τη Λούο Τζινγκ. Μου ζήτησε να σου το παραδώσω εγώ.
Δεν ήθελε να περάσει από χέρια άλλων.»
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ άνοιξε την επιστολή. Η γραφή ήταν γυναικεία, σταθερή.
«Άρχοντα Λι,
δεν ξέρω αν έχω το δικαίωμα να σου γράψω. Αλλά υπάρχει
κάτι που δεν μπορώ να κρατήσω μόνο για τον εαυτό μου.
Όταν έφυγα
από το Λο Τζιάνγκ, πίστευα πως η ζωή μου θα μπορούσε να συνεχιστεί όπως πριν.
Πίστευα πως ο χρόνος θα έκανε όσα δεν κατάφερα εγώ. Δεν σου γράφω για να αλλάξω
όσα έγιναν. Σου γράφω γιατί υπάρχει ένα παιδί. Και πιστεύω πως είναι δικό σου. Σου
ζητώ μόνο να γνωρίζεις πως αυτό το παιδί
φέρει το αίμα σου.
Αν κάνω
λάθος, η ευθύνη είναι δική μου. Αλλά αν έχω δίκιο, δεν θέλω το παιδί να
μεγαλώσει χωρίς να γνωρίζει την αλήθεια. Δεν ζητώ τίποτε για μένα. Μόνο να
ξέρεις.
Λούο Τζινγκ.»
Όταν
τελείωσε, ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν μίλησε αμέσως. Ο Χου Τσεν-Λουν δεν τον πίεσε. Ήξερε
ότι μερικές φορές η σιωπή είναι η μόνη απάντηση που μπορεί να δώσει ένας
άνθρωπος.
Τελικά ο
πολέμαρχος σήκωσε το βλέμμα.
«Πότε τη
γνώρισες;»
Ο Χου
Τσεν-Λουν πήρε ανάσα.
«Πριν από
μερικούς μήνες.»
«Στη Γιουνάν;»
«Ναι.»
Έκανε μια
μικρή παύση.
«Ήρθε σε
εμένα επειδή είχε ακούσει από στρατιώτες πως γνωριζόμαστε. Ακόμη κυκλοφορεί
εκείνη η ιστορία με τον αφοπλισμό των ιππέων του Ζιάνγκ Σιεντζόγκ. Αλλάζει από
στόμα σε στόμα. Σχεδόν θα καταντήσει θρύλος. Δώδεκα άνθρωποι σταματήσαμε
εβδομήντα ιππείς βαριά οπλισμένους.»
«Δεκαπέντε
είμαστε» τον διόρθωσε ο πολέμαρχος. «Νόμιζαν ότι στο πέρασμα κρύβονταν και
άλλοι και ότι θα τους έριχναν με τα
τόξα. Τη δουλειά την έκανε ο αντίλαλος. Μόλις φώναξα κατεβείτε, και το ίδιο έκανε
από την άλλη πλευρά του περάσματος ο Σουν
Γιού-Χαν εκείνοι νόμισαν πως θα άφηναν
εκεί τη ζωή τους.»
«Μας άφησαν
τα άλογά τους. Τα χρειαζόμαστε
περισσότερο από εκείνους.»
«Ίσως καταλάβαιναν ότι ερχόταν το τέλος του
κινήματός τους. Δεν είχαν διάθεση να ρισκάρουν άλλο. Καλύτερα να διασώζει
κανείς αυτό που μπορεί να διασωθεί παρά να πολεμά για μια ιδέα όταν
αυτή πλέον δεν υπάρχει.»
«Κάποιοι από
αυτούς στρατολογήθηκαν σε εμάς
αργότερα.»
«Ναι, πάντα χρειάζεσαι ανθρώπους που γνωρίζουν την
περιοχή και τα περάσματα.»
Μετά από αυτή την σύντομη διακοπή ο Χου Τσεν-Λουν επανέφερε τη συζήτηση στην Λούο
Τζινγκ.
«Ήρθε επειδή
ήξερε πως ήμουν άνθρωπος που θα μπορούσε να φτάσει μέχρι εσένα.»
Ο Λι δεν
μίλησε.
«Πριν έρθει σε
μένα είχε αρνηθεί την πρόταση του αξιωματικού Ταν Γκουάνγκ.»
Το βλέμμα του
πολέμαρχου μετακινήθηκε ελαφρά.
«Αρνήθηκε;»
«Ναι. Την
είχε καλέσει να τον ακολουθήσει στη Γιουνάν. Εκείνη τότε δεν δέχθηκε. Ίσως
γιατί ακόμη περίμενε κάτι από το παρελθόν. Ίσως γιατί δεν ήταν έτοιμη να
παραδεχθεί ότι είχε τελειώσει.»
Ο Χου Τσεν-Λουν σταμάτησε.
«Μετά όμως
έμεινε μόνη.»
Η σιωπή βάρυνε το δωμάτιο.
«Όταν
κατάλαβε πως ήταν έγκυος, ξανασκέφτηκε την πρόταση. Πήγε στη Γιουνάν. Ο Ταν
Γκουάνγκ τη δέχθηκε και την παντρεύτηκε. Πιστεύει πως το παιδί είναι δικό του.»
Ο Χου
Τσεν-Λουν συνέχισε:
«Μου είπε
κάτι που θυμάμαι.»
Ο Λι τον
κοίταξε.
«Τι;»
«“Δεν θέλω να
γυρίσω πίσω εκεί που δεν έχω θέση. Αλλά το παιδί δεν φταίει για τις επιλογές
των μεγάλων. Το παιδί πρέπει να γνωρίζει από πού προέρχεται ”»
«Τη γνώρισα μόνο λίγες ημέρες. Αλλά κατάλαβα
κάτι. Δεν ήρθε στη Γιουνάν για να παντρευθεί.
Ήρθε για να μη χαθεί το παιδί σου.»
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ κράτησε για λίγο ακόμη την επιστολή στα χέρια του.
«Το παιδί το
έχεις δει;» ρώτησε τελικά.
Ο Χου
Τσεν-Λουν έγνεψε αργά.
«Ναι.»
Ο πολέμαρχος
σήκωσε το βλέμμα του.
«Και;»
Ο Χου
Τσεν-Λουν χαμογέλασε ελάχιστα.
«Είναι αγόρι.
Σου μοιάζει;»
Ο Λι έμεινε
ακίνητος.
«Σε ποιο
πράγμα;»
«Στα μάτια.
Στο βλέμμα.»
Ο Χου
Τσεν-Λουν χαμήλωσε λίγο τη φωνή του.
«Όταν σε
κοιτάζει, δεν μοιάζει με παιδί που φοβάται. Είναι ήσυχος. Παρατηρεί πριν
μιλήσει.»
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ δεν χαμογέλασε. Όμως τα λόγια αυτά έμειναν για λίγο μέσα του.
«Η Λούο
Τζινγκ... πώς ζει;»
Ο Χου
Τσεν-Λουν σκέφθηκε.
«Όχι όπως θα
περίμενε κανείς από μια γυναίκα που κάποτε βρέθηκε κοντά σου.»
«Δηλαδή;»
«Δεν ζει
άσχημα. Αλλά ούτε και όπως ζούσε τότε. Μου είπε ότι της είχες κάνει ακριβά δώρα, ότι της είχες εξασφαλίσει το καλύτερο
σπίτι.»
Σταμάτησε.
«Ο άνδρας
της, ο Ταν Γκουάνγκ, δεν είναι πλούσιος. Είναι τίμιος άνθρωπος. Έχει τον βαθμό
του υπαξιωματικού και η θέση του δεν του δίνει πολλά χρήματα. Έχει όμως καλή
φήμη στον στρατό.»
«Την
φροντίζει;»
Η απάντηση
ήρθε χωρίς δισταγμό.
«Ναι.»
Ο Λι έμεινε σιωπηλός.
«Αλλά;»
ρώτησε.
Ο Χου
Τσεν-Λουν κατάλαβε.
«Αλλά δεν
μπορούν να προσφέρουν στο παιδί όσα χρειάζεται. Μια σωστή εκπαίδευση. Ασφάλεια.
Ένα μέλλον που να μην εξαρτάται από τον μισθό ενός στρατιώτη.»
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ χαμήλωσε το βλέμμα προς την επιστολή.
«Η Λούο
Τζινγκ σου ζήτησε χρήματα;»
Η απάντηση
ήταν άμεση.
«Όχι.»
«Δεν ζήτησε τίποτε για εκείνη. Μου είπε πως
αν αποφάσιζες να βοηθήσεις, να βοηθήσεις μόνο το παιδί.»
Ο πολέμαρχος
έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα δίπλωσε προσεκτικά την επιστολή.
«Το παιδί
πρέπει να μεγαλώσει όπως πρέπει.»
Ο Χου
Τσεν-Λουν δεν μίλησε.
Ο Λι
συνέχισε:
«Άσχετα από
το τι έγινε στο παρελθόν. Άσχετα από τη μητέρα του. Άσχετα από το πού βρίσκεται
και ποιος γνωρίζει την ύπαρξή του.»
Σήκωσε το
βλέμμα.
«Ένα παιδί
δεν επιλέγει τις συνθήκες στις οποίες γεννιέται.»
Μια μικρή
παύση.
«Θα υπάρχει
οικονομική ενίσχυση. Όχι με τρόπο που να δημιουργήσει υποψίες. Θα σταλεί μέσω
ανθρώπων που εμπιστεύομαι. Θα σε συναντούν στην Γιουνάν.»
«Και αν κάποτε
μάθει ποιος είναι ο πατέρας του;»
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ κοίταξε προς το παράθυρο.
«Τότε θα είναι
αρκετά μεγάλος για να καταλάβει.»
Σιωπή.
«Μέχρι τότε»,
είπε, «η δουλειά μου είναι να έχει ό,τι χρειάζεται.»
Ο Χου Τσεν-Λουν
έγνεψε αργά. Εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπε μπροστά του τον πολέμαρχο που είχε
οδηγήσει στρατούς στη μάχη. Έβλεπε έναν άνδρα που, μετά από τόσα χρόνια
πολέμου, είχε βρεθεί μπροστά στην πιο δύσκολη ευθύνη. Όχι να νικήσει έναν
εχθρό. Αλλά να φροντίσει κάτι που είχε δημιουργηθεί από μια στιγμή αδυναμίας
και που τώρα ζητούσε τη δύναμή του.
Το χιόνι δεν θυμάται Part 1 σκηνογραφιημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 2 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 3 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογρφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 4 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
: Το χιόνι δεν θυμάται Part 5 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 6 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία
Το χιόνι δεν θυμάται Part 7 σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 Τεχνητή Πεζογραφία