Milo
Hastings
“City of Endless
Night”
novel
1920
δυστοπία
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
Τίτλος μυθιστορήματος:
City of Endless Night
Συγγραφέας: Milo M. Hastings
Έτος πρώτης δημοσίευσης:
Το έργο εμφανίστηκε αρχικά ως Children of Kultur το 1919 σε συνέχειες,
πριν επανεκδοθεί με τον τίτλο City of Endless Night ως βιβλίο γύρω στα 1920.
Είδος:
Δυστοπική πρόδρομη επιστημονική φαντασία / κοινωνική
φαντασία, γραμμένη καθώς ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος μόλις τελείωνε και αναδεικνύει
ολοκληρωτικές, επιτηρούμενες κοινωνίες.
Χρονικό Πλαίσιο στο Εσωτερικό της Ιστορίας:
Τοποθετείται στο μακρινό
μέλλον (21ο–22ο αιώνα), - άλλες εκδοχές/εκδόσεις το τοποθετούν στα 2041 άλλες
στα 2151- σε μια υπόγεια πόλη που έχει εξελιχθεί σε τεράστιο κρατικό
«οργανισμό», όπου η ζωή των κατοίκων είναι πλήρως ρυθμισμένη και ελεγχόμενη.
Το μυθιστόρημα
διαδραματίζεται σε μια μελλοντική πόλη
τύπου Βερολίνο, όπου η ανθρωπότητα, στο όνομα της ασφάλειας, της
αποδοτικότητας και της κοινωνικής σταθερότητας, έχει εγκαταλείψει την επιφάνεια της Γης και ζει σχεδόν εξ ολοκλήρου σε μια τεράστια υπόγεια μητρόπολη.
Η επιφάνεια υπάρχει
ακόμη, αλλά θεωρείται επικίνδυνη, άχρηστη ή «αντιπαραγωγική». Η ζωή κάτω από τη
γη είναι απολύτως ελεγχόμενη: τεχνητός φωτισμός, τεχνητός αέρας, τεχνητός
χρόνος. Η φύση έχει εξαφανιστεί από την καθημερινότητα.
Η δυστοπική πόλη
περιγράφεται ως υπόγεια, πολυεπίπεδη μητρόπολη, παρόμοια με το Berlin, με εξαιρετικά υψηλό
πληθυσμό και πλήρη έλεγχο ζωής και σκέψης.
Η πόλη διοικείται
από ένα αόρατο, τεχνοκρατικό σύστημα
εξουσίας, όχι από έναν εμφανή δικτάτορα. Το κράτος παρακολουθεί συνεχώς
τους πολίτες (καθολική επιτήρηση),
ρυθμίζει αυστηρά την εργασία, τις μετακινήσεις και τις κοινωνικές σχέσεις, καταστέλλει
την ατομικότητα και κάθε αυθόρμητη έκφραση, οργανώνει τους ανθρώπους σαν
εξαρτήματα ενός μηχανισμού.
Οι κάτοικοι έχουν
συνηθίσει αυτή την κατάσταση· οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν πια τι σημαίνει φως ημέρας, ουρανός ή ελευθερία. Η
καταπίεση δεν παρουσιάζεται ως βία, αλλά ως «ορθολογική αναγκαιότητα».
Ο Κεντρικός Ήρωας – Το Όνομά του
Στο κείμενο
εμφανίζεται η πραγματική ή υποδυόμενη ταυτότητα του αφηγητή ως Capt. Karl Armstadt.
Από απόσπασμα του κειμένου:
“Evidently
I was Karl Armstadt and very happily a chemical engineer by profession.”
ενώ ακολουθεί περιγραφή του τι δείχνουν τα στοιχεία του φακέλου ταυτότητας.
Άρα ο αφηγητής εντός
της ιστορίας λαμβάνει/υιοθετεί την ταυτότητα του Karl Armstadt, ενός χημικού μηχανικού.
Σε πολλές αναλύσεις
(όπως στην επισκόπηση της Sci Phi Journal) αναφέρεται ότι ο πρωταγωνιστής στις περισσότερες εκδόσεις συχνά δεν
κατονομάζεται ξεκάθαρα στις πρώτες σελίδες, αλλά η ταυτότητα Karl Armstadt γίνεται εμφανής στη μέση της αφήγησης όταν εξετάζονται τα αρχεία
ταυτότητας που βρίσκει μέσα στην πόλη.
Συνοπτική Υπόθεση:
Ο κεντρικός ήρωας
φτάνει σε μια τεράστια, υποθετική υπόγεια μητρόπολη (εμπνευσμένη από το Βερολίνο),
όπου η ζωή είναι πλήρως ελεγχόμενη. Στην πορεία του εισέρχεται κατά λάθος στον
υπόγειο κόσμο μέσω εγκαταλελειμμένων ορυχείων. Υιοθετεί την ταυτότητα του Karl Armstadt για να επιβιώσει και να ανέβει στην κοινωνική ιεραρχία της πόλης.
Αντιλαμβάνεται και περιγράφει τον επιτηρούμενο πολιτισμό, το σύστημα
επιτήρησης, τη ρύθμιση ζωής, τις σχέσεις, τον ευγονισμό και τον μηχανοποιημένο
τρόπο αναπαραγωγής και πολύ αργότερα την προσωπική του αμφισβήτηση και
κοινωνική κρίση.
Σε αρχικά τμήματα
του κειμένου, ο αφηγητής περιγράφει την παιδική του εμπειρία με τον θείο του
και τις μαθήσεις του για έναν κόσμο που δεν έχει βιώσει πραγματικά — μια
παιδική εισαγωγή σε μια εικόνα πολιτισμού και ελέγχου.
Αργότερα, όταν
βρίσκεται στον υπόγειο χώρο, βρίσκει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι έχει
υιοθετήσει — εσκεμμένα ή όχι — την ταυτότητα του:
“Evidently I
was Karl Armstadt and very happily a chemical engineer by profession. …
According to the record I was the ninety‑seventh child of my father…”
Αυτό δείχνει ότι
πρόκειται για έναν άνθρωπο που, προκειμένου να επιβιώσει, προσκολλάται σε μια
ταυτότητα που βρίσκει μέσα στην πόλη, και αυτό γίνεται καθοριστικό για τη θέασή
του στον υπόγειο κόσμο.
Το Υπόγειο Περιβάλλον και η Κοινωνία:
Η πόλη περιγράφεται
επανειλημμένα ως ένας λαβύρινθος εξήντα επιπέδων, απομακρυσμένων από τον ήλιο: “…the city of sixty levels…”
όπου τα διάφορα επίπεδα υπηρετούν κοινωνικές και λειτουργικές ιεραρχίες, όπως
εργάτες, επιστήμονες, διοικητικούς, και πιθανόν ελίτ.
Η έκταση του
περιβάλλοντος είναι τεράστια — μια ολοκληρωμένη υποδομή ανθρώπινης ζωής κάτω
από τη γη — φιλοξενείται εκεί ένας πληθυσμός 300.000.000 κατοίκων.
Ο Κοινωνικός Έλεγχος και η Επιτήρηση:
Καθώς προχωρά ο
ήρωας ανάμεσα στα επίπεδα, αντιλαμβάνεται την πλήρη επιτήρηση: παρακολούθηση
κινήσεων, καταγραφή επαφών
Η λογοτεχνική κριτική
κάνει σαφές ότι η πανταχού παρουσία επιτήρησης και ο πλήρης έλεγχος της ζωής
και σκέψης είναι θεμελιώδη θέματα του έργου.
Ο Έρωτας και οι Σχέσεις ως Πόλος Σύγκρουσης:
Σε αυτό το
περιβάλλον πλήρους ελέγχου, κάθε ανθρώπινη σχέση, ακόμα και ερωτική, ρυθμίζεται
από την εξουσία του κράτους, και ερωτικά συναισθήματα καταντούν πράξη
αντίστασης. Το έργο εξετάζει πώς ακόμα και τα βασικά, ανθρώπινα συναισθήματα —
όπως η αγάπη ή η επιθυμία — παρακωλύονται ή ποινικοποιούνται από ένα
ολοκληρωτικό σύστημα.
Αναφορές υπάρχουν σε
κρίσιμες περιόδους όπου η σχέση μεταξύ του αφηγητή και μιας γυναικείας μορφής
αποτελεί παράβαση των κοινωνικών κανόνων του υπογείου κόσμου
Αποχώρηση και Επίλογος
Η τέλεια τάξη της
υπογείου πόλης, χωρίς φως ημέρας σε αντίθεση με την προσωπική ελευθερία. Η
επιθυμία του κεντρικού χαρακτήρα να δραπετεύσει ή να σκεφτεί αλλιώς. (Τελικά τα
καταφέρνει).
Πρόκειται για ένα προδρομικό
δυστοπικό μυθιστόρημα που περιγράφει μια κοινωνία πλήρους επιτήρησης,
ιεραρχικής οργάνωσης και ελέγχου των ανθρώπινων ζωών.
Ο κεντρικός
αφηγητής λαμβάνει την ταυτότητα ως Karl Armstadt για να επιβιώσει, και αυτό το όνομα αναφέρεται
ρητά στο κείμενο. Η πόλη δεν είναι κυριολεκτικά το «Βερολίνο» της εποχής, αλλά μια
δυστοπική, υπόγεια μητρόπολη που μοιάζει περισσότερο με μελλοντική εκδοχή του
Βερολίνου σε πολλαπλά επίπεδα.
Θεματικά, το
μυθιστόρημα προειδοποιεί για τον κίνδυνο ενός ολοκληρωτικού συστήματος που ελέγχει
ακόμα και τα συναισθήματα και τις ανθρώπινες σχέσεις.
Οι ήρωες στο The City of Endless Night
/ - 1. Κεντρικός ήρωας: Ο Αφηγητής Πρωταγωνιστής (χωρίς έντονα τονισμένο όνομα)
Είναι ο κεντρικός
αφηγητής και φορέας της κριτικής συνείδησης. Ζει ως «κανονικός» πολίτης της
υπόγειας πόλης. Δεν είναι αρχικά επαναστάτης ή αντιφρονών. Σταδιακά όμως βιώνει
αποξένωση, ψυχική ασφυξία, αίσθηση απώλειας του ανθρώπινου στοιχείου. Κατανοεί
πως η επιτήρηση (surveillance, monitoring) έχει εσωτερικευτεί από τον πληθυσμό της πόλης, οι άνθρωποι
αυτολογοκρίνονται, η ζωή έχει μετατραπεί σε μηχανική λειτουργία. Δεν είναι
ήρωας της δράσης αλλά της εσωτερικής ρήξης.
Το όνομά του
υποβαθμίζεται σκόπιμα, γιατί ο Hastings τον θέλει να λειτουργεί ως κάθε άνθρωπος
της μητρόπολης.
Ο αφηγητής είναι
ένας άνδρας που αρχίζει να νιώθει βαθιά
υπαρξιακή δυσφορία μέσα σε αυτό το τέλεια οργανωμένο σύστημα. Δεν είναι
αρχικά επαναστάτης· είναι ένας «κανονικός» πολίτης που σταδιακά συνειδητοποιεί την
απώλεια της ανθρώπινης εμπειρίας, την απουσία ιδιωτικότητας, την ψυχολογική
νεκρότητα των ανθρώπων γύρω του. Η αφύπνισή του δεν έρχεται από κάποιο μεγάλο
γεγονός, αλλά από μικρές ρωγμές:
αναμνήσεις, απαγορευμένες σκέψεις, επιθυμία για φως, φύση και αυθεντική ζωή.
/ - 2. Η Γυναικεία Μορφή / σύντροφος (συχνά αναφέρεται ως
Elsa σε δευτερογενείς πηγές, στην έκδοση του 1920 ως Marguerit)
Λειτουργεί ως ο συναισθηματικός
και ανθρωπολογικός αντίλογος στο σύστημα. Εκφράζει πιο καθαρά τη νοσταλγία για
φως και φύση, την επιθυμία για αυθεντική ζωή. Λειτουργεί ως καταλύτης αφύπνισης
του πρωταγωνιστή
/ - 3. Οι Τεχνοκράτες / Διαχειριστές της Πόλης (συλλογικός
χαρακτήρας)
Δεν εμφανίζονται ως
«κακοί». Δεν έχουν έντονα ονόματα ή προσωπικότητες. Εφαρμόζουν
απόλυτο έλεγχο, στατιστική λογική, απρόσωπη διοίκηση. Η
εξουσία δεν προσωποποιείται, κάτι εξαιρετικά πρωτοποριακό: δεν υπάρχει Μεγάλος
Αδελφός — υπάρχει σύστημα.
/ - 4. Οι “προσαρμοσμένοι” πολίτες (συλλογικός ρόλος)
Η κοινωνία έχει
αποδεχθεί το σύστημα. Οι πολίτες ζουν χωρίς να αμφισβητούν, φοβούνται την
επιφάνεια, θεωρούν την ελευθερία επικίνδυνη
Το μυθιστόρημα δεν
βασίζεται σε ονόματα και ηρωικές πράξεις αλλά σε εμπειρίες, στάσεις, ψυχικές
μετατοπίσεις.
Οι διαφορετικές εκδοχές
Το θέμα των
παραλλαγών των εκδόσεων στο “City of Endless Night” σχετίζεται με τον ιστορικό τύπο κυκλοφορίας και την
αποδελτίωση του κειμένου.
/ - 1. Πολλαπλές εκδόσεις και παραλλαγές
Το μυθιστόρημα εκδόθηκε αρχικά στις αρχές
του 20ού αιώνα (πιθανόν 1906–1910, αναλόγως πηγής).
Αρχικά δημοσιεύθηκε σε συνέχειες: Κάποιες
πρώιμες εκδόσεις εμφανίζονταν σε περιοδικά ή εφημερίδες — έτσι ορισμένα
κεφάλαια ήταν αποσπασματικά ή συντομευμένα.
Όταν εκδόθηκε ως βιβλίο, ο εκδότης ή ο ίδιος
ο συγγραφέας έκαναν διορθώσεις ή αναδιατάξεις σε σκηνές.
Μεταγενέστερες
ανατυπώσεις:
Οι εκδόσεις του 1920–1930, και οι
ανατυπώσεις στις ΗΠΑ ή τη Βρετανία, έδιναν διαφορετικές εκδοχές διαλόγων,
περιγραφών ή και ονομάτων χαρακτήρων.
/ - 3. Παραδείγματα σχετικών παραλλαγών
Κεφάλαιο IV — Level of
Free Women:
Στην αρχική έκδοση μπορεί να εμφανίζεται
μόνο η περιγραφή του χώρου και της ψυχαγωγίας, χωρίς ονόματα γυναικών.
Σε επόμενη έκδοση εμφανίζεται η Bertha και
διαλόγοι που αναδεικνύουν την ηθική σύγκρουση του αφηγητή.
Ονόματα χαρακτήρων:
Ορισμένοι δευτερεύοντες χαρακτήρες έχουν
διαφορετικά ονόματα ή αναφορές ανά έκδοση.
Όταν βλέπουμε διαφορετικά αποσπάσματα ή
αναλύσεις δεν πρόκειται για «λάθος» ή πλαστογραφία, αλλά για παραλλαγές
εκδόσεων.
Ο πυρήνας της ιστορίας παραμένει ίδιος: η
δυστοπική υπόγεια πόλη, οι κοινωνικές σχέσεις και η κριτική στάση του αφηγητή.
Η Bertha και άλλοι χαρακτήρες μπορεί να
παρουσιάζονται μόνο σε κάποιες παραλλαγές, γι’ αυτό η ανάλυση των επαφών του
αφηγητή στο Free Level μπορεί να διαφέρει ανά έκδοση.
Chapter IV
CHAPTER IV — I Go Pleasuring on the Level of Free Women and Drink Synthetic
Beer
(ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV — Πηγαίνω
για ευχαρίστηση στο επίπεδο των ελεύθερων γυναικών και πίνω συνθετική μπίρα)
Αυτό το κεφάλαιο είναι το τέταρτο από τα
συνολικά δεκατέσσερα που περιλαμβάνονται στο πρωτότυπο.
Περίληψη της Πλοκής στο Κεφάλαιο IV
Σε αυτό το κεφάλαιο ο αφηγητής, Lyman De
Forrest (ο Αμερικανός χημικός που έχει αναλάβει την ταυτότητα του Γερμανού Karl
Armstadt μέσα στην πόλη), προχωρά από τις προηγούμενες δυσάρεστες εμπειρίες του
στα «εργατικά» ή χαμηλά επίπεδα της υπόγειας κοινωνίας σε μια περισσότερο
«κοινωνική» και πιο σταθερή φάση ζωής μέσα στην πόλη.
Η κεντρική εξέλιξη του κεφαλαίου περιλαμβάνει
τα εξής κύρια σημεία:
/ - 1. Επιστροφή στη δουλειά μετά την κατάθλιψη
Μετά από μια εμπειρία στα χαμηλότερα επίπεδα
(«labour levels») που τον άφησε με μελαγχολία, ο αφηγητής επιστρέφει στο
εργαστήριό του μέσα στην πόλη για να συνεχίσει την έρευνά του. Η επιστροφή στη
δουλειά δεν είναι απλώς τεχνική· σηματοδοτεί την ψυχική του ανάκαμψη και μια
νέα κατεύθυνση.
Στο εργαστήριο:
“I had returned from my adventure on
the labour levels in a mood of sombre depression. Alone again in my apartment I
found difficulty in getting my mind back upon chemical books.”
Το παραπάνω
απόσπασμα δείχνει καθαρά την ψυχολογική κατάσταση του αφηγητή καθώς αρχίζει το
κεφάλαιο.
/ - 2. Επιστημονική πρόοδος και αναγνώριση:
Συνεργαζόμενος με τον συνάδελφό του
Holknecht, ο αφηγητής επιθεωρεί και βελτιώνει προηγούμενη εργασία, συντάσσει
έκθεση για ένα χημικό πρόβλημα που του είχε ανατεθεί, κατορθώνει ένα
επιστημονικό επίτευγμα που αφορά ουσία χρήσιμη για την πόλη (π.χ. προστασία
ορυχείων/χημική ουσία).
Σύμφωνα με περιγραφή του κεφαλαίου, η
εργασία του εντυπωσιάζει τους ανώτερους χημικούς υπαλλήλους και του απονέμουν
τον βαθμό του Συνταγματάρχη (Colonel). Αυτό αποτελεί αφετηρία για άνοδο στην
κοινωνική ιεραρχία της υπόγειας πόλης και μια βελτίωση στις συνθήκες εργασίας και
διαβίωσης.
/ - 3. Κοινωνική
μετακίνηση — ελευθερία και τεχνητές απολαύσεις:
Ο τίτλος του κεφαλαίου (“I Go Pleasuring
on the Level of Free Women and Drink Synthetic
Beer”) λειτουργεί
μεταφορικά, δηλώνει μια μετάβαση σε επίπεδα της κοινωνίας όπου ο αφηγητής έχει
πια κάποια αναγνώριση, περιγράφει ένα περιβάλλον όπου οι άνθρωποι επιδίδονται
σε πιο «κοινωνικές», σχεδόν τελετουργικές μορφές ζωής (παράδοση, τεχνητή
διασκέδαση), το ποτό που αναφέρεται είναι synthetic beer (συνθετική μπύρα),
υπογραμμίζοντας ότι και η απόλαυση στην πόλη είναι παραγόμενη/ρυθμισμένη από το
σύστημα — δεν πρόκειται για φυσική ανθρώπινη εμπειρία.
Η μεταφορά στο γιορτινό ή κοινωνικό επίπεδο
δείχνει πόσο έχει αλλάξει η ζωή σε σύγκριση με την πραγματική εμπειρία· ακόμα
και χαρά και διασκέδαση είναι τεχνητές και προκαθορισμένες από την κρατική
δομή.
/ - 4. Απομόνωση
και κοινωνική μετακίνηση:
Η άνοδος στην ιεραρχία (π.χ. η προαγωγή σε
Colonel και η αλλαγή εργαστηρίου) περιλαμβάνει και κοινωνικές συνέπειες για τον
αφηγητή. Απομακρύνεται από ανθρώπους που ήξερε προηγουμένως, μειώνεται ο
κίνδυνος να αποκαλυφθεί η πραγματική του ταυτότητα
(καθώς είχε πάρει την ταυτότητα του νεκρού Karl Armstadt από προηγούμενα
επεισόδια).
Ποιο είναι το «μήνυμα» αυτού του κεφαλαίου:
Το κεφάλαιο ως σύνολο λειτουργεί αφηγηματικά
ως μεταβατικό σημείο μέσα στο μυθιστόρημα. Δείχνει ότι η επιβίωση σε αυτόν τον
υπόγειο κόσμο δεν είναι μόνο θέμα δύναμης ή φυσικής αντοχής, αλλά και «σωστής»
προσαρμογής στο σύστημα. Ακόμα και η κοινωνική ζωή και οι ανθρώπινες
σχέσεις/απολαύσεις είναι ελεγχόμενες και τεχνητές.
Στο πλαίσιο του μυθιστορήματος, η υπόγεια
πόλη είναι στρωματοποιημένη. Υπάρχουν χαμηλά επίπεδα όπου οι άνθρωποι
εργάζονται και επιβιώνουν με στερήσεις («labour levels»). Υψηλότερα επίπεδα
έχουν περισσότερη κοινωνική δραστηριότητα, ψυχαγωγία και τεχνητές απολαύσεις. Το
«Level of Free Women» φαίνεται να είναι ένα από τα ανώτερα επίπεδα, όχι
κορυφαίο αλλά αρκετά υψηλό ώστε οι κάτοικοι να έχουν κοινωνική και ψυχαγωγική
ζωή, και να ασκούν δραστηριότητες που μοιάζουν με διασκέδαση ή ερωτική εμπλοκή.
Το Level of Free Women είναι ένα από τα
υπόγεια επίπεδα της δυστοπικής μητρόπολης. Είναι κοινωνικά πιο «ανοικτό» σαν
χώρος σε σχέση με τα επίπεδα εργασίας ή διοίκησης. Παρουσιάζεται ως χώρος κοινωνικής
ζωής, ψυχαγωγίας, και σεξουαλικών σχέσεων — αλλά όχι με φυσιολογική ανθρώπινη
ελευθερία: οι γυναίκες εκεί έχουν ουσιαστικά μόνο μία επιλογή επιβίωσης (σεξ
εξαρτώμενο από χρήμα) και αναγνωρίζονται ως Free Women (Ελεύθερες Γυναίκες)
επειδή μόνο αυτό τους επιτρέπεται.
Στην περιγραφή του έργου από την ανάλυση
του Gresham College, οι γυναίκες του επιπέδου δεν είναι ανεξάρτητες με
πραγματική επιλογή, αλλά διαχωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες:
/a. - Breeders
(αναπαραγωγικές γυναίκες) για όσους μπορούν να αποκτήσουν παιδιά σύμφωνα με τον
κρατικό προγραμματισμό
/b. - Painted whores /
sex‑workers (πορνεμένες) που λειτουργούν στο Level of Free Women και έχουν
«ελευθερία» μόνο για να χρεώνουν σεξουαλικές υπηρεσίες — δηλαδή η «ελευθερία»
τους είναι απολύτως οικονομική/προσωπική στρατηγική, όχι πραγματική επίγνωση ή
επιλογή.
/ - Ποιοι εμφανίζονται
και πώς αλληλεπιδρά ο αφηγητής με αυτούς στο Free Level
1. Περιήγηση στο «καρναβάλι» του Free Level
Υπάρχει ένα απόσπασμα από το Goodreads που
παραθέτει τον ακριβή τρόπο που περιγράφει ο αφηγητής τον χώρο και την εμπειρία
του:
“I wandered on through the carnival
of Berlin's Level of Free Women. Despite my longing for human companionship I
found it difficult to join in this strange recrudescent paganism with any ease
or grace.”
Μετάφραση:
«Περιπλανήθηκα μέσα από το καρναβάλι του Επίπεδου των Ελεύθερων Γυναικών του
Βερολίνου. Παρά την επιθυμία μου για ανθρώπινη συντροφιά, ήταν δύσκολο να
συμμετάσχω σε αυτόν τον παράξενο αναβιωμένο παγανισμό με οποιαδήποτε άνεση ή
χάρη.»
Ο αφηγητής παρατηρεί και περιηγείται τον
χώρο — είναι σαν καρναβάλι ή πανηγύρι. Έχει επιθυμία για ανθρώπινη συντροφιά,
αλλά δεν μπορεί ή δεν θέλει να ενσωματωθεί πλήρως στο επίπεδο. Αναφέρει τη
«διέγερση και λαχτάρα», αλλά και την αίσθηση πως αυτή η μορφή κοινωνικής και
σεξουαλικής ζωής είναι ξένη, προβληματική, και «παράξενος παγανισμός».
2. Επαφή με άτομα όπως
η Bertha (σε μεταγενέστερες εκδόσεις σύμφωνα με πηγές ανάλυσης)
Σύμφωνα με αναλύσεις του κεφαλαίου VI που
περιγράφουν το Free Level (που συνεχίζει την εμπλοκή εκεί), ο αφηγητής έρχεται
σε επαφή με μια νεαρή γυναίκα Bertha, (αυτή η σχέση δεν εμφανίζεται σε όλες τις
εκδόσεις/εκδοχές του μυθιστορήματος). Η Bertha έχει πρόσφατα μεταφερθεί στο Free Level και αρνείται
την «εκμεταλλευτική» φύση του συστήματος.
Η Bertha δεν έχει αποδεχθεί την ιδέα ότι η
ζωή της πρέπει να περιστρέφεται γύρω από την ανταλλαγή σεξ για πόρους, επιθυμεί
αληθινή αγάπη και όχι μονομερώς εκμεταλλευτικές σχέσεις. Εξιστορεί πως ήρθε
εκεί όχι επειδή το επέλεξε, αλλά επειδή απέτυχε σε άλλους ρόλους (π.χ.
μουσικός) και δεν βρήκε άλλο τρόπο επιβίωσης. Η Bertha παρουσιάζεται καθαρά ως
άνθρωπος στο Free Level, και ο πρωταγωνιστής αλληλεπιδρά μαζί της — σε αντίθεση
με τους άλλους κατοίκους που απλώς συμμετέχουν σε επιφανειακή διασκέδαση.
Το Level of Free Women είναι συγκεκριμένο
υπόγειο επίπεδο στο City of Endless Night. Εκεί ο αφηγητής έρχεται σε επαφή με
πλήθος ανθρώπων, κυρίως με γυναίκες που είναι ουσιαστικά διαχωρισμένες στην
κοινωνία ως «Free Women» αλλά με περιορισμένη ελευθερία, όπως εκπορνευμόμενες
και «sex workers».
Ο ήρωας παρατηρεί, αμφισβητεί και συγκρίνει
αυτές τις σχέσεις με αυθεντικούς ανθρώπινους δεσμούς, επιδεικνύοντας μια
κριτική στάση απέναντι στην επιφανειακή και τεχνητή «ελευθερία».
το κεφάλαιο 4 του βιβλίου στην
έκδοση του 1920 εκτείνεται από τη σελ. 62 έως την 79.
Εδώ το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου. Ο
κεντρικός ήρωας μόλις έχει πάρει προαγωγή λόγω μιας ανακάλυψής του.
Chapter
IV
The Level of Free Women
text:
The colossal
consequence of the matter with which I was dealing gripped and thrilled me. Protium,
it seemed, was the German name for a rare element of the radium group, which,
from its atomic weight and other properties, I recognized as being known to the
outside world only as a laboratory curiosity of no industrial significance.
Next day with
three assistants, themselves chemists of no mean rank, I set to work to prepare
apparatus for repeating all the known processes in the extraction and use of
the rare and vital element. This work absorbed me for many weeks, during which
time I went nowhere and saw no one and slept scarce one hour out of four.
But the
steady application told upon me, and, by way of recreation, I decided to spend
an evening on the Level of Free Women, a place to which, much though it
fascinated me, I had not yet mustered the courage to go.
(απόδοση στα Ελληνικά):
Η κολοσσιαία σημασία της υπόθεσης με την οποία ασχολούμουν με κατέλαβε
και με συγκλόνισε. Το πρώτιο (Protium), όπως φαινόταν, ήταν η γερμανική ονομασία ενός σπάνιου
στοιχείου της ομάδας του ραδίου, το οποίο, από το ατομικό του βάρος και τις
άλλες του ιδιότητες, αναγνώρισα ότι ήταν γνωστό στον έξω κόσμο μόνο ως μια
εργαστηριακή περιέργεια χωρίς καμία βιομηχανική σημασία.
Την επόμενη μέρα, μαζί με τρεις βοηθούς —και οι ίδιοι χημικοί όχι
ευκαταφρόνητης αξίας— άρχισα να εργάζομαι για την προετοιμασία των συσκευών, με
σκοπό να επαναλάβουμε όλες τις γνωστές διαδικασίες εξαγωγής και χρήσης του
σπάνιου και ζωτικού αυτού στοιχείου. Η εργασία αυτή με απορρόφησε επί πολλές
εβδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν πήγαινα πουθενά, δεν έβλεπα κανέναν
και κοιμόμουν μετά βίας μία ώρα στις τέσσερις.
Όμως η αδιάκοπη προσήλωση άρχισε να με καταβάλλει και, ως μορφή
αναψυχής, αποφάσισα να περάσω ένα βράδυ στο Επίπεδο των Ελεύθερων Γυναικών,
έναν τόπο στον οποίο, όσο κι αν με γοήτευε, δεν είχα ακόμη βρει το θάρρος να
πάω.
My impression, as I stepped
from the elevator, was much as that of a man who alights from a train in a
strange city on a carnival night. Before me, instead of the narrow, quiet
streets of the working and living quarters of the city, there spread a broad and
seemingly endless hall of revelry, broken only by the massive grey pillars that
held up the multi-floored city. The place was thronged with men of varied ranks
and professions. But more numerous and conspicuous were the women, the first
and only women that I had seen among the Germans — the Free Women of Berlin,
dressed in gorgeous and daring costumes; women of whom but few were beautiful,
yet in whose tinted cheeks and sparkling eyes was all the lure of parasitic
love.
The
multi-hued apparel of the throng dazzled and astonished me. Elsewhere I had
found a sterile monotony of dress and even of stature and features. But here
was resplendent variety and display. Men from all the professional and military
classes mingled indiscriminately, their divers uniforms and decorations
suggesting a dress ball in the capital of the world. But the motley costumes of
the women, who dressed with the license of unrestrained individuality, were
even more startling and bizarre — a kaleidoscopic fantastic masquerade.
(απόδοση στα Ελληνικά):
Η εντύπωσή μου, καθώς έβγαινα από τον ανελκυστήρα, έμοιαζε πολύ με
εκείνη ενός ανθρώπου που κατεβαίνει από το τρένο σε μια άγνωστη πόλη τη νύχτα
της Αποκριάς. Μπροστά μου, αντί για τους στενούς και ήσυχους δρόμους των
εργατικών και κατοικημένων συνοικιών της πόλης, απλωνόταν μια πλατιά και
φαινομενικά ατέλειωτη αίθουσα διασκέδασης, που διακοπτόταν μόνο από τους
ογκώδεις γκρίζους πυλώνες οι οποίοι στήριζαν την πολυώροφη πόλη. Ο χώρος έσφυζε
από άνδρες διαφόρων βαθμίδων και επαγγελμάτων. Όμως πολυπληθέστερες και πιο
εντυπωσιακές ήταν οι γυναίκες — οι πρώτες και οι μόνες γυναίκες που είχα δει
ανάμεσα στους Γερμανούς: οι Ελεύθερες Γυναίκες του Βερολίνου, ντυμένες με
λαμπρά και τολμηρά ενδύματα· γυναίκες από τις οποίες λίγες μόνο ήταν όμορφες,
αλλά στα βαμμένα τους μάγουλα και στα σπινθηροβόλα τους μάτια υπήρχε όλη η
γοητεία μιας παρασιτικής αγάπης.
Τα πολύχρωμα ενδύματα του πλήθους με τύφλωναν και με κατάπλητταν. Αλλού
είχα συναντήσει μια στείρα μονοτονία στο ντύσιμο, ακόμη και στο ανάστημα και
στα χαρακτηριστικά. Εδώ όμως επικρατούσαν λαμπρότητα, ποικιλία και επίδειξη.
Άνδρες από όλες τις επαγγελματικές και στρατιωτικές τάξεις αναμειγνύονταν
αδιακρίτως, με τις ποικίλες στολές και τα παράσημά τους να θυμίζουν χορό
μεταμφιεσμένων στην πρωτεύουσα του κόσμου. Τα ετερόκλητα κοστούμια των
γυναικών, που ντύνονταν με την άδεια μιας ασυγκράτητης ατομικότητας, ήταν ακόμη
πιο εντυπωσιακά και αλλόκοτα — μια καλειδοσκοπική, φαντασμαγορική μασκαράτα.
I wondered if the rule of
convention and tyranny of style had lost all hold upon these women. And yet I
decided, as I watched more closely, that there was not an absence of style but
rather a warfare of styles. The costumes varied from the veiled and beruffled
displays, that left one confounded as to what manner of creature dwelt therein,
to the other extreme of mere gaudily ornamented nudity. I smiled as I recalled
the world-old argument on the relative modesty of much or little clothing, for
here immodesty was competing side by side in both extremes, both seemingly
equally successful.
(απόδοση στα Ελληνικά):
Αναρωτήθηκα αν η κυριαρχία της κοινωνικής σύμβασης και η τυραννία του
στυλς είχαν χάσει κάθε επιρροή πάνω σε αυτές τις γυναίκες. Κι όμως, καθώς
παρατηρούσα πιο προσεκτικά, κατέληξα ότι δεν επρόκειτο για απουσία στυλ, αλλά
μάλλον για έναν πόλεμο στυλ. Οι ενδυμασίες ποίκιλλαν από τις καλυμμένες και
γεμάτες βολάν εμφανίσεις, που σε άφηναν αποσβολωμένο ως προς το τι λογής πλάσμα
κατοικούσε εκεί μέσα, έως το αντίθετο άκρο μιας απλής, κραυγαλέα στολισμένης
γυμνότητας. Χαμογέλασα καθώς θυμήθηκα την πανάρχαια διαμάχη γύρω από τη σχετική
σεμνότητα του πολύ ή του λίγο ρούχου· γιατί εδώ η ασέμνεια συναγωνιζόταν πλάι
πλάι και στα δύο άκρα, και τα δύο φαινομενικά εξίσου επιτυχημένα.
But it was not alone in the
matter of dress that the women of the Free Level varied. They differed even
more strikingly in form and feature, for, as I was later more fully to
comprehend, these women were drawn from all the artificially specialized breeds
into which German science had wrought the human species.
Μost striking and most
numerous were those whom I rightly guessed to be of the labour strain.
Proportionally not quite so large as the males of the breed, yet they were
huge, fullformed, fleshly creatures, with milky white skin for the most part
crudely painted with splashes of vermilion and with blued or blackened brows.
The garishness of their dress and ornament clearly bespoke the poorer quality
of their intellect, yet to my disgust they seemed fully as popular with the men
as the smaller and more refined types, evidently from the intellectual strains
of the race.
(απόδοση στα Ελληνικά):
Όμως δεν ήταν μόνο στο ζήτημα της ενδυμασίας που διέφεραν οι γυναίκες
του Ελεύθερου Επιπέδου. Ακόμη πιο εντυπωσιακές ήταν οι διαφορές τους στη
σωματική διάπλαση και στα χαρακτηριστικά, διότι, όπως αργότερα επρόκειτο να
κατανοήσω πληρέστερα, οι γυναίκες αυτές προέρχονταν από όλες τις τεχνητά
εξειδικευμένες φυλές στις οποίες η γερμανική επιστήμη είχε διαμορφώσει το
ανθρώπινο είδος.
Οι πιο εντυπωσιακές και οι πολυπληθέστερες ήταν εκείνες που σωστά
υπέθεσα ότι ανήκαν στο εργατικό στέλεχος (μερίδα του πληθυσμού). Αναλογικά όχι
τόσο μεγαλόσωμες όσο τα αρσενικά της ίδιας φυλής, ήταν ωστόσο τεράστιες, πλήρως
ανεπτυγμένες, σαρκώδεις υπάρξεις, με γαλακτώδες λευκό δέρμα, ως επί το πλείστον
χονδροειδώς βαμμένο με πιτσιλιές κιννάβαρης βαφής και με φρύδια βαμμένα μπλε ή
μαύρα. Η κραυγαλέα εμφάνιση των ενδυμάτων και των στολιδιών τους πρόδιδε καθαρά
την κατώτερη ποιότητα της διάνοιάς τους, κι όμως, προς αηδία μου, έμοιαζαν
εξίσου δημοφιλείς στους άνδρες με τους μικρόσωμους και πιο εκλεπτυσμένους
τύπους, προφανώς προερχόμενους από τα διανοητικά (μορφωμένα) στελέχη της φυλής.
Happily these ungainly women
of the labour strain were inclined to herd by themselves and I hastened to
direct my steps to avoid as much as possible their overwhelming presence.
The smaller
women, who seemed to be more nearly human, were even more variegated in their
features and make-up. They were not all blondes, for some of them were
distinctively dark of hair and skin, though I was puzzled to tell how much of
this was inborn and how much the work of art.
Another
thing that astonished me was the wide range of bodily form, as evidently
determined by nutrition. Clearly there was no weight-control here, for the
figures varied from extreme slenderness to waddling fatness. The most common
type was that of mild obesity which men call "plumpness," a quality
so prized since the world began that the women of all races by natural
selection become relatively fatter than men.
(απόδοση στα Ελληνικά):
Ευτυχώς, αυτές οι αδέξιες γυναίκες του εργατικού στελέχους (εργατικής
τάξης) είχαν την τάση να συναθροίζονται μεταξύ τους, κι εγώ έσπευσα να
κατευθύνω τα βήματά μου έτσι ώστε να αποφεύγω όσο το δυνατόν περισσότερο την
καταπιεστική παρουσία τους.
Οι μικρόσωμες γυναίκες, που έμοιαζαν να είναι πιο κοντά στο ανθρώπινο
μέτρο, παρουσίαζαν ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία στα χαρακτηριστικά και στο
μακιγιάζ τους. Δεν ήταν όλες ξανθές, αφού μερικές διέθεταν εμφανώς σκούρα
μαλλιά και δέρμα, αν και δυσκολευόμουν να διακρίνω πόσο από αυτό ήταν έμφυτο
και πόσο έργο της τέχνης.
Ένα ακόμη στοιχείο που με κατάπληξε ήταν το μεγάλο εύρος των σωματικών
μορφών, όπως αυτό καθοριζόταν προφανώς από τη διατροφή. Ήταν φανερό πως εδώ δεν
υπήρχε κανένας έλεγχος βάρους, αφού οι σιλουέτες κυμαίνονταν από την ακραία
λεπτότητα έως την παρδαλή παχυσαρκία. Ο συνηθέστερος τύπος ήταν εκείνος της
ήπιας παχυσαρκίας, που οι άνδρες αποκαλούν «στρουμπουλάδα», μια ιδιότητα τόσο
περιζήτητη από καταβολής κόσμου, ώστε οι γυναίκες όλων των φυλών, μέσω της
φυσικής επιλογής, να καταλήγουν σχετικά παχύτερες από τους άνδρες.
For the most part I found
these women unattractive and even repellent, and yet as I walked about the
level I occasionally caught fleeting glimpses of genuine beauty of face and
form, and more rarely expressions of a seeming high order of intelligence.
This
revelling multitude of men and girls was uproariously engaged in the obvious
business of enjoying themselves by means of every art known to appeal to the
mind of man — when intelligence is abandoned and moral restraint thrown to the
winds.
(απόδοση στα Ελληνικά):
Στο μεγαλύτερο μέρος (ως επί το πλείστον) βρήκα αυτές τις γυναίκες αντιαισθητικές και
ακόμη και απωθητικές· κι όμως, καθώς περιπλανιόμουν στο επίπεδο, κατά καιρούς
έπιανα φευγαλέες ματιές γνήσιας ομορφιάς στο πρόσωπο και στο σώμα, και ακόμη
πιο σπάνια εκφράσεις μιας φαινομενικά ανώτερης τάξης νοημοσύνης.
Αυτό το πανηγυρίζον πλήθος ανδρών και κοριτσιών ήταν θορυβωδώς
αφοσιωμένο στη φανερή υπόθεση της απόλαυσης, με τη βοήθεια κάθε τέχνης που
είναι γνωστό ότι απευθύνεται στο πνεύμα του ανθρώπου — όταν η λογική
εγκαταλείπεται και ο ηθικός φραγμός αφήνεται στους ανέμους.
I wended my way among the
multitude, gay with colour, noisy with chatter and mingled music, redolent with
a hundred varieties of sensuous perfume. I came upon a dancing floor. Whirling
and twisting about the columns, circling around a gorgeous scented and
iridescent fountain, officers and scientists, chemists and physicians, each
clasping in his arms a laughing girl, danced with abandon to languorous music.
As I watched
the dance I overheard two girls commenting upon the appearance of the dancers.
Whirling by in the arms of a be-medalled officer, was a girl whose frizzled
yellow hair fell about a dun-brown face.
"Did you
see that, Fedora, tanned as a roof guard and with that hair! "
"Well,
you know," said the other, " it's becoming quite the fashion
again."
"Why
don't you try it? Three baths would tan you adorably and you do have the proper
hair."
"Oh,
yes, I have the hair, all right, but my skin won't stand it. I tried it three
years ago and I blistered outrageously."
The talk
drifted to less informing topics and I moved on and came to other groups
lounging at their ease on rugs and divans as they watched more skilful girls
squirming through some intricate ballet on an exhibition platform.
(απόδοση στα Ελληνικά):
Διέσχιζα το πλήθος, εύθυμο από χρώμα, θορυβώδες από φλυαρία και
ανακατεμένη μουσική, βαριά αρωματισμένο με εκατό ποικιλίες αισθησιακού
αρώματος. Έφτασα σε έναν χώρο χορού. Στροβιλιζόμενοι και στριφογυρίζοντας γύρω
από τους κίονες, κυκλώνοντας ένα λαμπρό, ευωδιαστό και ιριδίζον σιντριβάνι,
αξιωματικοί και επιστήμονες, χημικοί και ιατροί, ο καθένας σφίγγοντας στην
αγκαλιά του ένα γελαστό κορίτσι, χόρευαν με εγκατάλειψη σε νωχελική μουσική.
Καθώς παρακολουθούσα τον χορό, άκουσα δύο κοπέλες να σχολιάζουν την
εμφάνιση των χορευτών. Περνούσε στροβιλιζόμενη, στην αγκαλιά ενός αξιωματικού
φορτωμένου παράσημα, μια κοπέλα με φριζαρισμένα κίτρινα μαλλιά που έπεφταν γύρω
από ένα θαμπό καστανό πρόσωπο.
«Το είδες αυτό, Φεντόρα; Μαυρισμένη σαν φύλακας ταράτσας και μ’ αυτά τα
μαλλιά!»
«Ε, ξέρεις», είπε η άλλη, «ξαναγίνεται πάλι μεγάλη μόδα».
«Γιατί δεν το δοκιμάζεις κι εσύ; Τρία λουτρά θα σε μαύριζαν υπέροχα, και
τα μαλλιά τα έχεις τα κατάλληλα».
«Ω, ναι, τα μαλλιά τα έχω, εντάξει, αλλά το δέρμα μου δεν το αντέχει. Το
δοκίμασα πριν από τρία χρόνια και γέμισα φουσκάλες τρομερά».
Η συζήτηση ξέπεσε σε λιγότερο διαφωτιστικά θέματα και εγώ προχώρησα
παραπέρα, φτάνοντας σε άλλες ομάδες που αράζανε άνετα πάνω σε χαλιά και
ντιβάνια, παρακολουθώντας πιο επιδέξιες κοπέλες να συστρέφονται μέσα από κάποιο
περίπλοκο μπαλέτο πάνω σε μια εξέδρα επίδειξης.
Seeing me stand apart, a
milk-white girl with hair dyed pink came tugging at my arm. Her opalescent eyes
looked from out her chalky countenance; but they were not hard eyes, indeed
they seemed the eyes of innocence. As I shook my head and rebuffed her cordial
advance I felt, not that I was refusing the proffered love of a painted woman,
but rather that I was meanly declining a child's invitation to join her play. In
haste I edged away and wandered on past endless gaming tables where men in
feverish eagerness whirled wheels of chance, while garishly dressed girls
leaned on their shoulders and hung about their necks.
(απόδοση στα Ελληνικά):
Βλέποντάς με να στέκομαι παράμερα, ένα κορίτσι κατάλευκο σαν γάλα, με
μαλλιά βαμμένα ροζ, ήρθε και με τράβηξε από το μπράτσο. Τα οπαλίζοντα μάτια της
πρόβαλλαν μέσα από το κιμωλώδες πρόσωπό της· δεν ήταν όμως σκληρά μάτια,
αντίθετα έμοιαζαν μάτια αθωότητας. Καθώς κουνούσα το κεφάλι μου και απωθούσα τη
φιλική της προσέγγιση, ένιωσα όχι πως αρνιόμουν την προσφερόμενη αγάπη μιας
βαμμένης γυναίκας, αλλά μάλλον πως μικρόψυχα απέρριπτα την πρόσκληση ενός
παιδιού να συμμετάσχω στο παιχνίδι του. Βιαστικά παραμέρισα και συνέχισα να περιπλανιέμαι,
περνώντας δίπλα από ατελείωτα τραπέζια τυχερών παιχνιδιών, όπου άνδρες, με
πυρετώδη λαχτάρα, γύριζαν τροχούς της τύχης, ενώ κοπέλες ντυμένες κραυγαλέα
ακουμπούσαν στους ώμους τους και κρέμονταν από τον λαιμό τους.
Announced by shouts and shrieking
laughter I came upon a noisy jumble of mechanical amusement devices where men
and girls in whirling upholstered boxes were being pitched and tumbled about.
Beyond the
noise of the childish whirligigs I came into a space where the white ceiling
lights were dimmed by crimson globes and picture screens were in operation. It
did not take long for me to grasp the essential difference between these
pictured stories and those I had seen in the workmen's level. There love of
woman was entirely absent from the screen. Here it was the sole substance of
the pictures. But unlike the love romances of the outer world, there were no
engagement rings, no wedding bells, and never once did the face or form of a
child appear.
(απόδοση στα Ελληνικά):
Με αναγγελία κραυγών και στριγκών γέλιων έπεσα πάνω σε ένα θορυβώδες
σύμπλεγμα μηχανικών διασκεδαστικών συσκευών, όπου άνδρες και κοπέλες, μέσα σε
περιστρεφόμενα επενδεδυμένα κουβούκλια, εκσφενδονίζονταν και αναποδογυρίζονταν
εδώ κι εκεί.
Πέρα από τον θόρυβο αυτών των παιδαριωδών στροβιλιστών, βρέθηκα σε έναν
χώρο όπου τα λευκά φώτα της οροφής χαμήλωναν κάτω από πορφυρές σφαίρες και
λειτουργούσαν οθόνες προβολής. Δεν μου πήρε πολύ χρόνο να συλλάβω τη βασική
διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις εικονογραφημένες ιστορίες και σε εκείνες που είχα
δει στο επίπεδο των εργατών. Εκεί, η αγάπη προς τη γυναίκα απουσίαζε
ολοκληρωτικά από την οθόνη. Εδώ αποτελούσε τη μοναδική ουσία των εικόνων. Όμως,
σε αντίθεση με τα ερωτικά ειδύλλια του έξω κόσμου, δεν υπήρχαν δαχτυλίδια
αρραβώνα, ούτε καμπάνες γάμου, και ούτε μία φορά δεν εμφανιζόταν το πρόσωπο ή
το σώμα ενός παιδιού.
In seating myself to see the
pictures I had carefully chosen a place where there was only room for myself
between a man and one of the supporting columns. At an interlude the man arose
to go. The girl who had been with him arose also, but he pushed her back upon
the bench, saying that he had other engagements, and did not wish her company.
The moment
he was gone the girl moved over and proceeded to crowd caressingly against my
shoulder. She was a huge girl, obviously of the labour strain. She leaned over
me as if I had been a lonely child and she a lonelier woman. Crowded against
the pillar I could not escape and so tried to appear unconcerned.
" Did
you like that story? " I asked, referring to the picture that had just
ended.
"No,"
she replied, " the girl was too timid. She could never have won a roof
guard captain in that fashion. They are very difficult men, those roof guard
officers."
"And
what kind of pictures do you prefer?" I asked.
"Quartettes,"
she answered promptly. " Two men and two girls when both girls want the
other man, and both men want the girl they have. That makes a jolly plot. Or
else the ones where there are two perfect lovers and the man is elected to
paternity and leaves her. I had a man like that once and it makes me sad to see
such a picture."
(απόδοση στα Ελληνικά):
Καθώς καθόμουν για να παρακολουθήσω τις προβολές, είχα φροντίσει
προσεκτικά να διαλέξω μια θέση όπου υπήρχε χώρος μόνο για μένα, ανάμεσα σε έναν
άνδρα και έναν από τους υποστηρικτικούς κίονες. Σε ένα διάλειμμα ο άνδρας
σηκώθηκε για να φύγει. Το κορίτσι που ήταν μαζί του σηκώθηκε κι εκείνο, αλλά
εκείνος την έσπρωξε πίσω στο παγκάκι, λέγοντας πως είχε άλλες υποχρεώσεις και
δεν επιθυμούσε τη συντροφιά της.
Μόλις εκείνος έφυγε, το κορίτσι μετακινήθηκε και άρχισε να στριμώχνεται
τρυφερά πάνω στον ώμο μου. Ήταν ένα τεράστιο κορίτσι, φανερά του εργατικού
στελέχους (εργατικής τάξης). Έσκυβε πάνω μου σαν να ήμουν ένα μοναχικό παιδί κι
εκείνη μια ακόμη πιο μοναχική γυναίκα. Στριμωγμένος πάνω στον στύλο, δεν
μπορούσα να ξεφύγω και έτσι προσπάθησα να δείχνω αδιάφορος.
«Σου άρεσε εκείνη η ιστορία;» τη ρώτησα, αναφερόμενος στην προβολή που
μόλις είχε τελειώσει.
«Όχι», απάντησε, «το κορίτσι ήταν πολύ δειλό. Δεν θα μπορούσε ποτέ να
κερδίσει έναν λοχαγό της φρουράς των στεγών μ’ αυτόν τον τρόπο. Είναι πολύ
δύσκολοι άνδρες αυτοί οι αξιωματικοί της φρουράς των στεγών».
] (Οι roof guard officers: Η τεράστια πόλη είναι υπόγεια. Κανείς δεν επιτρέπεται να
βγει στην επιφάνεια. Είναι οι φρουροί-στρατιωτικοί που επιτηρούν ώστε να μην
μπορεί κανείς να ανέλθει στην επιφάνεια.) ]
«Και τι είδους ταινίες προτιμάς;» τη ρώτησα.
«Τετράδες», απάντησε αμέσως. «Δύο άνδρες και δύο κορίτσια, όταν και τα
δύο κορίτσια θέλουν τον άλλον άνδρα, και οι δύο άνδρες θέλουν το κορίτσι που
έχουν. Αυτό κάνει μια εύθυμη πλοκή. Ή αλλιώς εκείνες όπου υπάρχουν δύο τέλειοι
εραστές και ο άνδρας εκλέγεται για πατρότητα και την εγκαταλείπει. Είχα κάποτε
έναν τέτοιο άνδρα, και με κάνει να λυπάμαι όταν βλέπω μια τέτοια ταινία».
After this baffling
revelation of the struggle of human souls caught in the maw of machine-made
science, I found the picture screen a dull dead thing, and I left the hall and
wandered for miles, it seemed, past endless confusion of meaningless revelry.
Everywhere was music and gaming and laughter. Men and girls lounged and danced,
or spun the wheels of fortune or sat at tables drinking from massive steins, a
highly flavoured variety of rather ineffectual synthetic beer. Older women
served and waited on the men and girls, and for every man was at least one girl
and sometimes as many as could crowd about him. And so they sang, and banged
their mugs and sloshed their frothy beverage.
(απόδοση στα Ελληνικά):
Μετά από αυτή τη μπερδεμένη αποκάλυψη της πάλης των ανθρώπινων ψυχών που
είχαν πιαστεί στη φωλιά της επιστήμης που δημιούργησε η μηχανή, βρήκα την οθόνη
προβολής μια βαρετή, νεκρή υπόθεση, κι έτσι εγκατέλειψα την αίθουσα και
περιπλανήθηκα για μίλια, όπως μου φάνηκε, ανάμεσα σε ατελείωτο χάος άσκοπης
γιορτής. Παντού υπήρχε μουσική, τυχερά παιχνίδια και γέλια. Άνδρες και κοπέλες
καθόντουσαν ή χόρευαν, ή γύριζαν τους τροχούς της τύχης ή καθόντουσαν στα
τραπέζια πίνoντας από τεράστια ποτήρια, μια ιδιαίτερα αρωματισμένη εκδοχή
μάλλον αναποτελεσματικής συνθετικής μπύρας. Μεγαλύτερες γυναίκες σερβίριζαν και
φρόντιζαν τους άνδρες και τα κορίτσια, και για κάθε άνδρα υπήρχε τουλάχιστον μία
κοπέλα και μερικές φορές όσες μπορούσαν να τον περιστοιχίσουν. Και έτσι
τραγουδούσαν, χτυπούσαν τα ποτήρια τους και χύνανε το αφρώδες ποτό τους.
A lonely stranger amidst the
jostling throngs, I wandered on through the carnival of Berlin's Level of Free
Women. Despite my longing for human companionship I found it difficult to join
in this strange recrudescent paganism with any ease or grace.
Girls, alone
or in groups, fluttered about me with many a covert or open invitation to join
in their merry-making, but something in my halting manner and constrained
speech seemed to repulse them, for they would soon turn away as if condemning
me as a man without appreciation of the value of human enjoyment.
(απόδοση στα Ελληνικά):
Ξένος και μόνος ανάμεσα στο σπρωξίδι του πλήθους, περιπλανιόμουν μέσα
από το καρναβάλι του Επιπέδου των Ελεύθερων Γυναικών του Βερολίνου. Παρά την
επιθυμία μου για ανθρώπινη συντροφιά, μου ήταν δύσκολο να συμμετάσχω σε αυτόν
τον παράξενο, αναζωπυρωμένο παγανισμό με οποιαδήποτε άνεση ή χάρη.
Κοπέλες, μόνες ή σε ομάδες, πετούσαν γύρω μου με πολλές κρυφές ή φανερές
προσκλήσεις να συμμετάσχω στη χαρά τους, αλλά κάτι στον διστακτικό τρόπο μου
και στον περιορισμένο λόγο μου φαινόταν να τις απωθεί, καθώς σύντομα
απομακρύνονταν σα να με καταδίκαζαν ως άνδρα χωρίς εκτίμηση για την αξία της
ανθρώπινης απόλαυσης.
My constraint and
embarrassment were increased by a certain sense of guilt, a feeling which no
one in this vast throng, either man or woman, seemed to share. The place had
its own standard of ethics, and they were shocking enough to a man nurtured in
a human society founded on the sanctification of monogamous marriage. But
merely to condemn this recreational life of Germany, by likening it to the
licentious freedom that exists in occasional unrestrained amusement places in
the outer world, would be to give a very incorrect interpretation of Berlin's
Level of Free Women.
(απόδοση στα Ελληνικά):
Ο περιορισμός (συστολή) και η αμηχανία μου αυξήθηκαν από ένα είδος
ενοχής, ένα συναίσθημα που κανένας σε αυτό το τεράστιο πλήθος, άνδρας ή
γυναίκα, δεν φαινόταν να συμμερίζεται. Ο τόπος είχε τα δικά του πρότυπα ηθικής,
τα οποία ήταν αρκετά σοκαριστικά για έναν άνδρα που είχε μεγαλώσει σε μια
ανθρώπινη κοινωνία θεμελιωμένη στην ιεροποίηση του μονογαμικού γάμου. Αλλά το
να καταδικάσει κανείς απλώς αυτήν την ψυχαγωγική ζωή της Γερμανίας,
συγκρίνοντάς την με την ακολασία που υπάρχει περιστασιακά σε ανεξέλεγκτους
χώρους διασκέδασης του έξω κόσμου, θα ήταν μια πολύ λανθασμένη ερμηνεία για το
Επίπεδο των Ελεύθερων Γυναικών του Βερολίνου.
As we know such places
elsewhere in the world there is always about them some tacit confession of
moral delinquency, some pretence of apology on the part of the participants.
The women who so revel in the outer world consider themselves under a ban of
social disapproval, while the men are either of a type who have no sense of
moral restraint or men who have for the time abandoned it.
But for this
life in Berlin no guilt was felt, no apology offered. The men considered it as
quite a normal and proper part of their life, while the women looked upon it as
their whole life, to which they had been trained and educated and set apart by
the Government; they accepted the role quite as did the scientist, labourer,
soldier, or professional mother. The state had decreed it to be. They did not
question its morality. Hence the life here was licentious and yet unashamed,
much, as I fancy was the life in the groves of Athens or the baths of ancient
Rome.
(απόδοση στα Ελληνικά):
Όπως γνωρίζουμε, σε τέτοιους τόπους αλλού στον κόσμο, υπάρχει πάντα γύρω
τους κάποια σιωπηρή ομολογία ηθικής παράβασης, κάποια πρόφαση απολογίας εκ
μέρους των συμμετεχόντων. Οι γυναίκες που ξεφαντώνουν στον έξω κόσμο θεωρούν
τον εαυτό τους υπό κοινωνικό αποκλεισμό, ενώ οι άνδρες είναι είτε τύποι που δεν
έχουν αίσθηση ηθικού φραγμού είτε άνδρες που για την ώρα τον έχουν
εγκαταλείψει.
Αλλά για αυτήν τη ζωή στο Βερολίνο δεν υπήρχε αίσθημα ενοχής, καμία
απολογία δεν προσφερόταν. Οι άνδρες τη θεωρούσαν ως απολύτως φυσιολογικό και
σωστό μέρος της ζωής τους, ενώ οι γυναίκες την έβλεπαν ως ολόκληρη τη ζωή τους,
στην οποία είχαν εκπαιδευτεί και διαμορφωθεί και τις οποίες είχε ξεχωρίσει το
Κράτος· αποδέχονταν τον ρόλο τους με τον ίδιο τρόπο που το έκανε ο επιστήμονας,
ο εργάτης, ο στρατιώτης ή η επαγγελματίας μητέρα. Το κράτος το είχε αποφασίσει.
Δεν αμφισβητούσαν την ηθικότητά του. Έτσι, η ζωή εδώ ήταν ελυθεριάζουσα και
ταυτόχρονα χωρίς αίσθηση αιδούς, πολύ, όπως φαντάζομαι, ήταν η ζωή στους κήπους
της Αθήνας ή στα λουτρά της αρχαίας Ρώμης.
το τέλος του μυθιστορήματος:
CHAPTER XIV
THE
BLACK SPOT IS ERASED FROM THE MAP OF THE WORLD AND THERE IS DANCING IN THE
SUNLIGHT ON THE ROOF OF BERLIN
" Berlin has shut off the Ray generators of the
defence mines. — all over the desert of German soil men are pouring forth from
the ventilating shafts — the roof of Berlin is a-swarm with a mass of men
frolicking in the sunlight — the planes of the World Patrol have alighted on
the roof and have received and flashed back the news of the abdication of the
Emperor and the capitulation of Berlin — the world armies of the mines are out
and marching forth to police the city — "
The voice of
the instrument ceased. I looked about for Marguerite and saw her not. I was up
and running through the rooms of the cottage. I reached the outer door and saw
her in the garden, robed in a gown of gossamer white, her hair streaming loose
about her shoulders and gleaming golden brown in the quivering light. She was
holding out her hands to the East, where o'er the far-flung mountain craigs the
God of Day beamed down upon his worshipper.
In a frenzy
of wild joy I called to her — " Babylon is fallen — is fallen ! The black
spot is erased from the map of the world! "
(απόδοση στα νέα
Ελληνικά):
«Το Βερολίνο έχει απενεργοποιήσει τις γεννήτριες της Ακτίνας στα
αμυντικά ορυχεία. — σε όλη την έρημη γη της Γερμανίας οι άνθρωποι ξεχύνονται
από τους αεραγωγούς εξαερισμού — η οροφή του Βερολίνου σφύζει από πλήθη
ανθρώπων που παίζουν και χαίρονται στο φως του ήλιου — τα αεροσκάφη της
Παγκόσμιας Περιπολίας έχουν προσγειωθεί στην οροφή και έχουν παραλάβει και
μεταδώσει την είδηση της παραίτησης του Αυτοκράτορα και της συνθηκολόγησης του
Βερολίνου — οι παγκόσμιοι στρατοί των ορυχείων έχουν εξέλθει και προελαύνουν
για να επιβάλουν την τάξη στην πόλη —»
Η φωνή της συσκευής σώπασε. Κοίταξα γύρω μου για τη Μαργκερίτ, μα δεν τη
είδα. Πετάχτηκα όρθιος και άρχισα να τρέχω μέσα στα δωμάτια του εξοχικού.
Έφτασα στην εξώπορτα και την είδα στον κήπο, ντυμένη με έναν αέρινο λευκό
χιτώνα, τα μαλλιά της λυτά να κυλούν στους ώμους της και να λαμπυρίζουν
χρυσοκάστανα στο τρεμάμενο φως. Άπλωνε τα χέρια της προς την Ανατολή, όπου πάνω
από τις μακρινές, απλωμένες βραχώδεις κορυφές των βουνών ο Θεός της Ημέρας
έστελνε τις ακτίνες του στον πιστό του.
Σε μια έξαλλη έκρηξη άγριας χαράς, της φώναξα: «Η Βαβυλώνα έπεσε —
έπεσε! Το μαύρο στίγμα σβήστηκε από τον χάρτη του κόσμου!»
(από τις σελ. 345-347
της έκδοσης του 1920).
Τα κεφάλαια του μυθιστορήματος
CONTENTS
I. The Red and Black and Gold Struggle for Supremacy on the Changing Map of the World
II. I Explore the Potash Mines of Stassfurt and Find a
Diary in a Dead Man's Pocket
III. In a Black Utopia the Blond Brood Breeds and
Swarms
IV. I Go Pleasuring on the Level of Free Women and
Drink Synthetic Beer
VI. I am Drafted for Paternity and Make Extraordinary
Petition to the Chief of the Eugenic Staff
VI. In Which I Learn that Competition Is Still the
Life of the Oldest Trade in the World
VII. The Sun Shines upon a King and a Girl Reads of
the Fall of Babylon
VIII. Finding Therein One Righteous Man, I Have
Compassion on Berlin
IX. In Which I Salute the Statue of God, and a Psychic
Expert Explores My Brain and Finds Nothing
X. A Goddess Who Is Suffering from Obesity, and a
Brave Man Who Is Afraid of the Law of Averages
XI. In Which the Talking Delegate Is Answered by the
Royal Voice and I Learn that Labor Knows not God
XII. The Divine Descendants of William the Great Give
a Benefit for the Canine Gardens and Pay Tribute to the Piggeries
XIII. In Which a Woman Accuses Me of Murder and I
Place a Ruby Necklace about Her Throat
XIV. The Black Spot Is Erased from the Map of the
World and there is dancing in the Sunlight
on the Roof of Berlin
σύνθεση πολλαπλών πηγών για την παρουσίαση
Υπερσύνδεση:
City of Endless Night by Milo M. Hastings, Reviewed ...
City of Endless Night - Milo M. Hastings
City of endless night : Hastings, Milo, 1884-1957
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 8 Ιανουαρίου 2026 :
Milo Hastings
“City of Endless Night”
novel 1920
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ
ΣΚΕΨΗ ]
αναπαραγωγή ανάρτησης:
Λόγος Έμφρων
[ ανάρτηση 10 Ιανουαρίου 2026 :
Milo
Hastings
“City of Endless Night”
novel 1920
δυστοπία
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ
ΣΚΕΨΗ ]