Γρηγόριος Ξενόπουλος
«Οι Σακάτιδες»
διήγημα
Μηνιαίος Εθνικός Κήρυξ Ιούλιος 1915
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Οι Σακάτιδες
Τό μαγαζί του Κώστα του μανάβη είναι ένα
καρροτσάκι, στημένο πάντ’ απέξω από τό φούρνο. ’Έχει κι’ άλλους μανάβηδες η
γειτονιά, μά ο πειό συμπαθητικός της είναι ο Κώστας. Μικροί, μεγάλοι απ’ αυτόν
ψωνίζουν τά πορτοκάλια τους τόν χειμώνα, καί τά σταφύλια τους τό καλοκαίρι. Κι’
απάνω στό ψώνισμα, πάντα θά βρουν αφορμή νά του πουν τά δυό καλά λόγια, καί να τόν
παρηγορήσουν. Γιατί ό Κώστας ο μανάβης είναι παράλυτος. Δεν περπατεί: σούρνεται
μέ κόπο απάνου σέ δυό δεκανίκια. Κι’ αυτό τό έπαθε πριν από τέσσαρα χρόνια,
τότε πού ήταν ακόμη σφουγγαράς, βουτηχτής.
Μιά μέρα τον άφισαν κάτω περισσότερο απ όσο
σήκωνε ο άνθρωπος. Τόν έβγαλαν μαύρο καί πρησμένο, τούμπανο. ’΄Αλλος στή θέσι
του θά πέθαινε. Αυτός, γερή κράσι, έζησε. Μά γιά νά μείνη σακάτης ς’ όλη του τή
ζωή. Πόσες φορές από τότε είπε καί πόσες θά τό πή ακόμα: «Καλλίτερα νά πέθαινα
παρά νά μήν έχω τά πόδια μου.»
Στή γειτονιά εκείνη τής ’Αθήνας, όπου τόν
έρριξε ναυαγό η φουρτούνα τής ζωής, ο Κώστας έχει φίλους πολλούς. Μά ο
καλλίτερος του είναι ο Βασίλης, ό νειός ζυμωτής του γέρου φούρναρη. Γι’ αγάπη
του έχει πάντα τό καρροτσάκι εκεί απόξω από τό φούρνο. Πρίν γίνη ό πόλεμος στις
ώρες πού δεν είχε δουλειά στό μαγαζί, ο Βασίλης τήν περνούσε δίπλα στό σακάτη. Στεριανός
αυτός, από τήν Ήπειρο, έβαζε τό Νησιώτη νά του εξιστορή τά περασμένα του, τή
ζωή τή θαλασσινή. Τόν βοηθούσε κιόλα μέ προθυμία, όταν τό νταραβέρι ήταν ζωηρό
γύρω στό καρροτσάκι κι’ ο μανάβης δέν τά κατάφερνε μονάχος του, σακάτης κι’ αναγκασμένος
νά κάθεται πάντα σ’ ένα σκαμνί. Καί κάθε νύκτα, αφού τελείωνε η δουλειά, τόν
συντρόφευε με αγάπη ως τήν κατοικία του— είχε μια καμαρούλα σέ μιάν αυλή τής
γειτονιάς, λίγα βήματ’ από τό φούρνο, – καί του τραβούσε το καροτσάκι του.
Έπειτα ήλθεν ο πόλεμος. Ένα μεσημέρι, ο
Βασίλης ο ζυμωτής, έφεδρος, εγύρισ’ απ’ τη στρατώνα μέ τό χακί του, για ν’ αποχαιρετίση
δακρυσμένος τή γειτονιά. Με τον Κώστα άλλαξε ένα φιλί και τού έταξε πώς θά του γράφη.
Τό ίδιο βράδυ θάφευγε με τό σώμα του γιά τά σύνορα.
— Ώρα καλή, Βασίλη καί
πάντα νικητής!....
Πέρασαν ημέρες, εβδομάδες, μήνες. Καμμία είδησι,
από τό στρατιώτη. Ο γεροφούρναρης φοβήθηκε μή εσκοτώθηκε στό Σαραντάπορο πού
έφαγε τόσους. Ο Κώστας όμως πού διάβαζε προσεκτικά τούς καταλόγους, τών σκοτωμένων
στις εφημερίδες, τον εβεβαίωνε πώς δέν απήντησε πουθενά τό όνομα του Βασίλη. Τί
έγινε λοιπόν αυτό τό παιδί; Χάθηκε; Τόν ξέχασε; δέν έγραφε δυό λόγια; Κρίμα στά
ταξίματά του!.... Τέλος πάντων πήγε στό φούρνο, μιά μέρα ένας πατριώτης έφεδρος
κι’ αυτός, μέ μιά ουλή στό μάγουλο, γύρεψε τό γεροφούρναρη καί τόν μανάβη, καί
τούς έδωσε από ένα γράμμα τού Βασίλη. Ό στρατιώτης τούς έγραφε από τό
νοσοκομείο τής Θεσσαλονίκης, λίγα λόγια, γιατί δέν μπορούσε νά γράψη πολλά. Τού
είχαν κόψει τό δεξί πόδι από τό γόνατο, λυωμένο από σκλήθρα οβίδας, καί τόν κρατούσε
από πληγή σφαίρας στόν ώμο, πού αφόρμησε καί δέν είχε γιατρεμούς. «Ε Κώστα! —
έγραφε στό φίλο του. — Τώρα είμαστε ίσια κι’ ίσια».
Περάσαν ακόμα τρεις μήνες, χωρίς νά μάθη
κανείς άν ο πληγωμένος ζούσε ή πέθανε. Κι’ ένα δειλινό, άξαφνα, παρουσιάστηκε
στή γειτονιά τό φάντασμά του. Γιατί βέβαια δέν ήταν ο Βασίλης εκείνος έτσι πού
γύρισε τώρα... Χλωμός, αδύνατος, πετσί καί κόκκαλο, μέ τώνα χέρι ξερό, μέ τώνα πόδι
κομμένο. Φορούσε μιά στολή λυγδωμένη, κουρελιασμένη, καί περπατούσε μέ αγώνα,
στηριγμένος απάνω σ’ ένα δεκανίκι.
Ο Κώστας, άμα τόν είδεν έτσι, έβαλε τά
κλάμματα σά μωρό παιδί.
«—Πώς σε καταντήσανε,
έτσι, μωρέ Βασίλη; τού έλεγε· πώς έφυγες καί πώς μού γυρίζεις;...»
«Όπως έφυγες καί σύ μιά φορά γιά τήν
Μπαρμπαριά, του αποκρίθηκε ο Βασίλης, καί όπως εγύρισες, απαράλλακτα! Δέ σού
τώγραψα Κώστα, πώς τώρα είμαστε ίσια κι’ ίσια; Νάτο, τό βλέπεις.»
’Από τήν άλλη μέρα έν’ άλλο σκαμνί, μπήκε
δίπλα στό σκαμνί τού Κώστα, τού μανάβη, άπ’ όξω απ’ τό φούρνο. Καί μπροστά στό
καρροτσάκι, δυό σακάτηδες κάθουνται τώρα, καί βοηθούν ο ένας τόν άλλον — δυό
σακάτηδες που μετά βίας κάνουν ένα,— πουλούν πορτοκάλια το χειμώνα και σταφύλια
το καλοκαίρι… Ο Βασίλης φυσικά δέν
μπορούσε ποιά νά ζυμώση, κι’ ο φίλος του ο μανάβης γιά νά μήν τόν αφίση νά ζητιανέψη,
μοιράστηκε μαζύ του τή μικρή του δουλειά. ’Έτσι όλες του τις ώρες, σακάτης τώρα
κι’ αυτός, τήν περνά δίπλα στό σακάτη. Κι’ όπως πρώτα τόν έβαζε αυτός νά τού εξιστορή
τή θαλασσινή του ζωή, βάζει τώρα κι’ ό Κώστας τό Βασίλη νά τού μιλά γιά τις
φουρτούνες τού πολέμου.
Ένα βράδυ, στήν καμαρούλα, πού τήν έχουν τώρα μεσιακή, ύστερ’ από τήν εκατοστή διήγησι γιά τήν μάχη τών Γιεννιτσών, όπου ό Βασίλης είχε πληγωθή δυό φορές,— πρώτα μέ την οβίδα στό πόδι, κι’ έπειτα καθώς βογγούσε ξαπλωμένος, μέ τήν σφαίρα στόν ώμο,— ο Κώστας κούνησε τό κεφάλι του καί τού είπε: «— Τά ίδια τά δικά μου καψοΒασίλη! Τί νά σέ κατεβάζουν στόν πάτο τής θάλασσας νά κόψης σφουγγάρια, τί νά σ’ αμολάνε στόν κάμπο καί στά βουνά νά κόψης Τούρκους!.. Μέ τό χακί εσύ, μέ τό σκάφαντρο εγώ, στόν πόλεμο πήγαμε καί οι δυό μας. Καί νά τώρα τά χάλια μας. – Κοιμήσου!...»
Γρηγόριος Ξενόπουλος
Το διήγημα του
Γρηγορίου Ξενόπουλου «Οι Σακάτιδες» δημοσιεύθηκε στον Μηνιαίο Εικονογραφημένο
Εθνικό Κήρυκα (της Νέας Υόρκης), έτος Α΄, αριθμός 1, Ιούλιος 1915, σελ. 54-55.
Ο Εθνικός Κήρυξ (National Herald) καθημερινή εφημερίδα στη Νέα
Υόρκη.
Εδώ το μηνιαίο
παράρτημά του.
Λίγα
σχόλια
Βασικά
θέματα στο αντιπολεμικό διήγημα «Οι Σακάτιδες» του Γρηγορίου Ξενόπουλου
Το διήγημα «Οι Σακάτηδες» του Γρηγορίου
Ξενόπουλου (1915) είναι ένα καθαρά αντιπολεμικό και κοινωνικό κείμενο, που μέσα
από απλές μορφές και καθημερινές εικόνες θίγει βαθιά και σύνθετα ζητήματα. Τα
βασικά θέματα που αναδεικνύονται είναι τα εξής:
1. Η φρίκη
και η ματαιότητα του πολέμου
Ο πόλεμος στο διήγημα δεν παρουσιάζεται ως
πεδίο ηρωισμού, αλλά ως μηχανισμός ακρωτηριασμού της ζωής, και μάλιστα των νέων
ανθρώπων.
Ο Βασίλης δεν επιστρέφει νικητής αλλά
σακατεμένος, σωματικά και ψυχικά. Η φράση του «Τώρα είμαστε ίσια κι’ ίσια» συμπυκνώνει την αντιπολεμική θέση του
Ξενόπουλου. Ο πόλεμος δεν εξυψώνει τον άνθρωπο, τον εξισώνει στη δυστυχία.
2. Εξίσωση
πολέμου και σκληρής εργασίας
Ιδιαίτερα πρωτότυπο είναι το εξής παράλληλο
σχήμα. Ο Κώστας σακατεύεται ως σφουγγαράς (οικονομικός αγώνας), ο Βασίλης
σακατεύεται ως στρατιώτης (εθνικός αγώνας). Η καταληκτική φράση «Με τό χακί εσύ, με τό σκάφαντρο εγώ, στον
πόλεμο πήγαμε κι οι δυο μας» καταργεί τον διαχωρισμό ανάμεσα σε «ένδοξο»
πόλεμο και «ταπεινή» βιοπάλη. Και τα δύο συνθλίβουν τον άνθρωπο.
3. Ο
ακρωτηριασμός ως μόνιμη κοινωνική πληγή
Η αναπηρία δεν είναι παροδική, αλλά ισόβια
καταδίκη στη φτώχεια και τη δυστυχία. Οι σακάτηδες δεν μπορούν να επιστρέψουν
στα παλιά τους επαγγέλματα, δεν αποκαθίστανται από το κράτος, επιβιώνουν μόνο
μέσω αλληλεγγύης.
Ο Ξενόπουλος καταγγέλλει έμμεσα την
κοινωνική εγκατάλειψη των αναπήρων πολέμου.
4. Η λαϊκή
αλληλεγγύη ως αντίβαρο στη βία
Απέναντι στη βαρβαρότητα είτε της κοινωνίας
είτε του πολέμου, προβάλλεται η ανθρώπινη συντροφικότητα. ο Βασίλης βοηθά τον
Κώστα πριν τον πόλεμο, ο Κώστας στηρίζει τον Βασίλη μετά τον πόλεμο. Η
αλληλοβοήθεια γίνεται πράξη αντίστασης σε έναν κόσμο που σακατεύει.
5. Αποδόμηση
του ηρωικού αφηγήματος
Δεν υπάρχουν παράσημα, εθνικοί παιάνες, ρητορική
δόξας. Υπάρχουν μόνο ακρωτηριασμένα σώματα, φτωχικά σκαμνιά, μια κοινή
καμαρούλα. Ο πόλεμος απογυμνώνεται από κάθε ιδεολογικό ένδυμα.
6.
Ανθρωπισμός και ρεαλισμός
Ο Ξενόπουλος επιλέγει απλή γλώσσα, λαϊκούς
ήρωες, καθημερινό χώρο (γειτονιά της Αθήνας, φούρνος, καρότσι). Έτσι το
αντιπολεμικό μήνυμα γίνεται άμεσο και καθολικό, όχι θεωρητικό.
Οι «Σακάτηδες» δεν είναι μόνο ένα
αντιπολεμικό διήγημα· είναι μια καταγγελία κάθε συστήματος (πολεμικού,
οικονομικού, κοινωνικού) που θυσιάζει τον άνθρωπο και τον αφήνει έπειτα να
επιβιώνει μόνος του. Ο πόλεμος, όπως και η φτώχεια, δεν παράγει ήρωες αλλά
ανάπηρους — και η μόνη αξιοπρέπεια που απομένει είναι η ανθρώπινη αλληλεγγύη.
Η σχετικά
απλή δομή του διηγήματος. Τα πριν (ο ανάπηρος Κώστας). Η μεσολάβηση του
πολέμου. Ο ανάπηρος Βασίλης. Η κοινή τελική μοίρα.
Η δομή του διηγήματος είναι σκόπιμα απλή,
γραμμική και συμμετρική, ώστε να υπηρετεί καθαρά το αντιπολεμικό του νόημα.
Μπορούμε να τη δούμε ως μια τετραμερή διάρθρωση που οδηγεί αναπόφευκτα στην
εξίσωση των δύο ηρώων.
1. Τα
«πριν»: ο ήδη ανάπηρος Κώστας
Το διήγημα ανοίγει με έναν άνθρωπο ήδη
σακατεμένο, όχι από πόλεμο αλλά από τη σκληρή βιοπάλη. Ο Κώστας είναι κοινωνικά
ενταγμένος (γειτονιά, φίλοι), εργάζεται παρά την αναπηρία, φέρει μια σιωπηλή
τραγωδία, αποδεκτή από όλους ως «μοίρα». Αυτό το πρώτο μέρος λειτουργεί ως
μέτρο σύγκρισης για όσα θα ακολουθήσουν.
2. Η
μεσολάβηση του πολέμου
Ο πόλεμος εισβάλλει αιφνίδια στο ήρεμο
μικρόκοσμο της γειτονιάς. Ο πόλεμος διακόπτει τη φιλία, αποσπά τον Βασίλη από
την καθημερινότητα, δημιουργεί προσδοκίες (νίκη, επιστροφή). Αφηγηματικά, ο
πόλεμος δεν περιγράφεται άμεσα, αλλά μέσα από απουσία, αναμονή, φήμες, εφημερίδες.
Έτσι τονίζεται ότι ο πόλεμος δρα από απόσταση, αλλά με καταστροφικά
αποτελέσματα.
3. Το
«μετά»: ο ανάπηρος Βασίλης
Η επιστροφή του Βασίλη είναι κορυφαία
στιγμή, δεν είναι θριαμβευτική, μοιάζει
με «φάντασμα», σωματοποιεί τον πόλεμο πάνω στο σώμα του.
Η φράση του Βασίλη «Τώρα είμαστε ίσια κι’ ίσια» δηλώνει την ολοκλήρωση της δομικής
συμμετρίας. Εκείνο που προηγουμένως αποτελούσε εξαίρεση (ο σακάτης Κώστας) τώρα
πλέον μετά τον πόλεμο γίνεται κανόνας.
4. Η κοινή
τελική μοίρα
Το τέλος αποκαθιστά μια νέα, πικρή
ισορροπία. Δύο σακάτηδες, ένα καρότσι, μία καμαρούλα, κοινή αφήγηση τραυμάτων
(θάλασσα – πόλεμος). Η τελική σκηνή δεν προσφέρει λύτρωση, μόνο συντροφικότητα, αξιοπρέπεια μέσα στη στέρηση, πλήρη εξίσωση
πολέμου και βιοπάλης, πικρία για τα ανθρώπινα.
Η απλή δομή του διηγήματος λειτουργεί σαν
ηθικό επιχείρημα «ανάπηρος πριν - πόλεμος - ανάπηρος μετά - κοινή μοίρα». Με αυτό το
καθαρό σχήμα, ο Ξενόπουλος δείχνει ότι ο πόλεμος δεν αλλάζει τη ζωή προς το
καλύτερο, απλώς πολλαπλασιάζει τους σακάτηδες, όταν κάποιος μπορεί βέβαια και
παρατηρεί τις κοινωνικές συνέπειες μετά τον πόλεμο, τουλάχιστον κάποιες από
αυτές.
Παρά τη
μικρή έκταση του διηγήματος, ο Ξενόπουλος καταφέρνει να παρουσιάσει αρκετά
πρόσωπα στο διήγημα, είτε τους δύο κεντρικούς ήρωες, είτε δευτερεύοντες
χαρακτήρες, είτε παρουσίαση της γειτονιάς (ομάδας).
Παρά τη μικρή του έκταση, το διήγημα
διαθέτει αξιοσημείωτη πληθώρα προσώπων, κάτι που δεν είναι τυχαίο αλλά οργανικά
δεμένο με τον ρεαλισμό και το κοινωνικό μήνυμα του Ξενόπουλου. Η παρουσίαση των
χαρακτήρων μπορεί να ιδωθεί σε τρεις διαβαθμίσεις:
1. Οι δύο
κεντρικοί ήρωες: ατομική μοίρα με καθολική σημασία
Κώστας ο μανάβης.
Σακατεμένος πριν από τον πόλεμο. Εκπρόσωπος
της εργατικής τάξης και της σκληρής βιοπάλης (εργατικό ατύχημα, άκρως
επικίνδυνη εργασία, σφουγγαράς). Παρουσιάζεται με ανθρωπιά και αξιοπρέπεια, όχι
με οίκτο. Λειτουργεί ως πρότυπο σύγκρισης για τον Βασίλη. Ταυτόχρονα ο Κώστας
προέρχεται από τη νησιωτική Ελλάδα, ενώ ο Βασίλης από την ηπειρωτική Ελλάδα.
Έμμεσα έτσι συνενώνονται γεωγραφικά όλα τα στοιχεία της Ελλάδας.
Βασίλης ο
ζυμωτής
Αρθρωτός χαρακτήρας: πριν τον πόλεμο (υγιής,
δραστήριος, φιλάνθρωπος), μετά τον πόλεμο (ανάπηρος). Εκπρόσωπος του «απλού
στρατιώτη», όχι του ήρωα. Η μεταμόρφωσή του συμπυκνώνει τη βία του πολέμου.
Οι δύο μαζί δεν είναι απλώς πρόσωπα, αλλά
τύποι. Ο εργάτης και ο στρατιώτης, που καταλήγουν στην ίδια μοίρα.
2. Οι δευτερεύοντες
χαρακτήρες: κοινωνικό πλαίσιο και αξιοπιστία
Ο
γεροφούρναρης
Φιγούρα πατρική, ανήσυχη, ανθρώπινη. Εκφράζει
τον φόβο και την αγωνία της κοινωνίας για τους στρατευμένους.
Ο έφεδρος με
την ουλή
Φέρει στο σώμα του τα σημάδια του πολέμου. Λειτουργεί
ως αγγελιαφόρος της τραγωδίας. Προοικονομεί την τύχη του Βασίλη.
Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες εμφανίζονται
σύντομα, αλλά είναι λειτουργικοί, ποτέ διακοσμητικοί.
3. Η
γειτονιά ως συλλογικό πρόσωπο
Η γειτονιά δεν είναι απλό σκηνικό. Λειτουργεί
ως κοινότητα, δείχνει συμπάθεια, παρηγοριά, ενδιαφέρον, αποδέχεται τους
σακάτηδες χωρίς περιθωριοποίηση. Μέσα από τη γειτονιά αναδεικνύεται η λαϊκή
αλληλεγγύη. Αντιπαραβάλλεται η ανθρώπινη
μικρο-κοινωνία με τον απρόσωπο πόλεμο.
Η πολλαπλότητα των προσώπων επιτυγχάνει πυκνότητα
χωρίς φλυαρία, κοινωνική διαστρωμάτωση, μετατόπιση από το ατομικό στο
συλλογικό. Παρότι το διήγημα είναι σύντομο, μοιάζει με μικρογραφία κοινωνίας,
όπου ο πόλεμος δεν πλήττει έναν, αλλά όλους.
Ο Ξενόπουλος, με οικονομία μέσων,
κατορθώνει να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κοινωνικό κόσμο. Τα πρόσωπα —κεντρικά,
δευτερεύοντα και συλλογικά— συνθέτουν ένα ενιαίο αντιπολεμικό μήνυμα. Ο πόλεμος
δεν διαλύει μόνο σώματα, αλλά διαπερνά και μετασχηματίζει ολόκληρες κοινότητες.
Γιατί όλα τα
πρόσωπα στο διήγημα προέρχονται από τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, κάτι
για το οποίο έμμεσα είχε δείξει ο αφηγητής εξ αρχής αναφέροντας ότι πρόκειται
για γειτονιά της Αθήνας.
Το γεγονός ότι όλα τα πρόσωπα του
διηγήματος προέρχονται από τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα δεν είναι τυχαίο·
αποτελεί συνειδητή αφηγηματική και ιδεολογική επιλογή του Ξενόπουλου και
συνδέεται άμεσα με τον αντιπολεμικό και κοινωνικό χαρακτήρα του κειμένου.
1.
Ρεαλιστική απεικόνιση της λαϊκής Αθήνας
Η γειτονιά υποδηλώνεται έμμεσα ως αθηναϊκή
και λαϊκή, μικρά επαγγέλματα (μανάβης, ζυμωτής, φούρναρης), αυλές, καμαρούλες,
καρότσια, καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις. Ο Ξενόπουλος επιλέγει τον κόσμο που
γνωρίζει και παρατηρεί, αποφεύγοντας αστικά ή εύπορα περιβάλλοντα, ώστε το
διήγημα να έχει κοινωνική αυθεντικότητα.
2. Οι φτωχοί
ως κύρια θύματα του πολέμου
Έμμεσα, αλλά καθαρά, το κείμενο δείχνει ότι
οι φτωχοί εργάζονται στα πιο επικίνδυνα επαγγέλματα, οι φτωχοί στρατεύονται,
τραυματίζονται και ακρωτηριάζονται, οι φτωχοί επιστρέφουν χωρίς στήριξη.
Οι εύποροι απουσιάζουν πλήρως από το
διήγημα, υποδηλώνοντας ότι ο πόλεμος και η σκληρή εργασία βαραίνουν δυσανάλογα
τα κατώτερα στρώματα.
3. Κοινωνική
ανισότητα χωρίς ρητή καταγγελία
Ο Ξενόπουλος δεν καταφεύγει σε ιδεολογική
ρητορική. Η κοινωνική αδικία προκύπτει από τις σωματικές βλάβες, από την ανάγκη
για βιοπορισμό παρά την αναπηρία, από την απουσία κρατικής μέριμνας. Η επιλογή
λαϊκών προσώπων κάνει την καταγγελία πιο πειστική και πιο ανθρώπινη.
4. Η λαϊκή
γειτονιά ως χώρος αλληλεγγύης
Παρά τη σχετική φτώχεια η γειτονιά δείχνει
συμπόνια, οι άνθρωποι στηρίζουν ο ένας τον άλλον, οι σακάτηδες δεν
απομονώνονται. Ο συγγραφέας αναδεικνύει έτσι την ηθική υπεροχή των φτωχών, σε
αντίθεση με την απρόσωπη εξουσία (πόλεμος, κράτος).
5.
Ανθρωπισμός και ιδεολογική στόχευση
Επιλέγοντας τα ασθενέστερα στρώματα, ο
Ξενόπουλος φέρνει στο προσκήνιο τους «αφανείς» της ιστορίας, δείχνει ποιοι
πραγματικά πληρώνουν το τίμημα των εθνικών συγκρούσεων, μετατρέπει το διήγημα
σε φωνή κοινωνικής συνείδησης.
Τα πρόσωπα του διηγήματος προέρχονται
αποκλειστικά από τα φτωχά στρώματα γιατί εκεί ο πόλεμος αφήνει τα βαθύτερα
σημάδια, η αναπηρία σημαίνει άμεση φτώχεια, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δοκιμάζεται
καθημερινά. Έτσι, η λαϊκή γειτονιά της Αθήνας δεν είναι απλώς σκηνικό, αλλά ο
κοινωνικός πυρήνας του αντιπολεμικού μηνύματος του Ξενόπουλου.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 19 Ιανουαρίου 2026 :
Γρηγόριος
Ξενόπουλος
«Οι Σακάτιδες»
διήγημα
Μηνιαίος
Εθνικός Κήρυξ Ιούλιος 1915
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ]
αναπαραγωγή
ανάρτησης
Λόγος Έμφρων
[ ανάρτηση 19 Ιανουαρίου 2026 :
Γρηγόριος
Ξενόπουλος
«Οι Σακάτιδες»
διήγημα
Μηνιαίος
Εθνικός Κήρυξ Ιούλιος 1915
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ]