Αγγελική Παπαζάνη - " Αφηγηματολογία και διήγημα: Μία δημιουργική συνάντηση. " Το μάτι της γάτας" από το Πράσινο Βιβλίο του Στράτη Μυριβήλη" - άρθρο - ΑΦΗΓΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ - ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

Αγγελική Παπαζάνη

« Αφηγηματολογία και διήγημα:

   Μία δημιουργική συνάντηση.

   Το μάτι της γάτας” 

     από το Πράσινο Βιβλίο

    του Στράτη Μυριβήλη »

 

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΦΗΓΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Το Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων[1] ορίζει ότι  Αφηγηματολογία [2] είναι:  «ένας ξεχωριστός κλάδος  που αναπτύχθηκε τα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια στα πλαίσια των λογοτεχνικών σπουδών και έχει ως αντικείμενο την αφήγηση στην ευρύτερη έννοιά της. Πιο συγκεκριμένα ενδιαφέρεται για το ζήτημα του αφηγητή, του αφηγηματικού χρόνου και της πλοκής, των χαρακτήρων και του ρόλου τους, της περιγραφής κτλ. Μ’ άλλα λόγια η Αφηγηματολογία αναλύει τα αφηγηματικά κείμενα, προκειμένου να ανακαλύψει τις βασικές έννοιες και αρχές της αφήγησης.».

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΥΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ G. GENETTE

          Ο G.Genette προβαίνει σε μια πολύπλευρη ανάλυση του φαινομένου της αφήγησης, καθώς πιστεύει ότι η αφήγηση είναι πολυεπίπεδη και η αφηγηματολογία οφείλει να μελετήσει εις βάθος όλες τις σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ αυτών των επιπέδων.

Πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε ανάλυση θεωρεί ότι πρέπει να διασαφηνίσει τι εννοεί με  τον όρο «αφήγηση». Με τον όρο αφήγηση δηλώνεται (G.Genette, 2007:85-86):

1)    «το αφηγηματικό εκφώνημα, ο προφορικός ή γραπτός λόγος  που διαλαμβάνει την έκθεση  ενός συμβάντος ή μία σειράς συμβάντων».

2)    «η διαδοχή των γεγονότων – πλασματικών ή πραγματικών – που αποτελούν το αντικείμενο αυτού του λόγου και οι διάφορες σχέσεις τους, ακολουθίας, αντίθεσης, επανάληψης κοκ».

3)    «η αφηγηματική πράξη».

 

Ως απόρροια της τριμερούς αυτής διάκρισης προτείνει τους όρους (G.Genette, 2007:87):

/1.) ιστορία (histoire), που δηλώνει «το αφηγηματικό σημαινόμενο ή  περιεχόμενο»

/2.) αφήγημα (recit), που δηλώνει «το σημαίνον, το εκφώνημα, το λόγο, δηλ. το  αφηγηματικό κείμενο»

/3.) αφηγηματική πράξη (narration), που δηλώνει «την παραγωγό πράξη του αφηγείσθαι».

 

 

 

 

Ανάμεσα στους τρεις παραπάνω όρους  υπάρχει σχέση αλληλεξάρτησης

Ο ερευνητής ξεκαθαρίζει  ότι  το αντικείμενο μελέτης του θα είναι το αφήγημα, η μελέτη των σχέσεων μεταξύ αφηγήματος και ιστορίας, μεταξύ αφηγήματος και αφηγηματικής πράξης και μεταξύ ιστορίας και αφηγηματικής πράξης

 

 

ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΤΟΥ GENNETE

 

ΧΡΟΝΟΣ

 

Δεδομένου ότι είναι πρακτικά δύσκολο να ταυτίζονται χρονικά η ιστορία και η πλοκή,[3] ο Genette (2007:94)  εξετάζει τις δυνατότητες που δημιουργούνται στα αφηγηματικά κείμενα υπό το πρίσμα τριών κατηγοριών χρονικών σχέσεων,[4] της τάξης, της διάρκειας και της συχνότητας.

1.    ΤΑΞΗ

   Ο όρος «τάξη» αναφέρεται στην διά-ταξη των γεγονότων της ιστορίας και στην σειρά με την οποία δια-τάσσονται στην αφήγηση.

   Αποκαλεί «αναχρονίες» τις διαφορές διάρθρωσης που παρατηρούνται μεταξύ των γεγονότων της ιστορίας και της πλοκής, επισημαίνοντας ότι οι αναχρονίες αποτελούν μία από τις πιο συνηθισμένες αφηγηματικές τεχνικές, δίνοντας ως παράδειγμα την δομή των γεγονότων της Ιλιάδας του Ομήρου.

   Προχωρά στη διάκριση των αναχρονιών σε πρόληψη και ανάληψη. Ανάληψη σημαίνει «πορεία προς τα πίσω», διακοπή της ροής της αφήγησης και αναφορά/περιγραφή/αφήγηση γεγονότων του παρελθόντος.[5] Πρόληψη είναι το αντίθετο, δηλ. η διακοπή της αφήγησης για να γίνει αναφορά ή νύξη σε γεγονός –που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον.[6]

 

ΔΙΑΡΚΕΙΑ

 

   Ο καθορισμός της διάρκειας είναι ένα δύσκολο εγχείρημα γιατί  ο χρόνος της αφήγησης είναι ακαθόριστος και καθαρά υποκειμενικός, καθώς συνδέεται αποκλειστικά με την ανάγνωση.

          Για να υπάρχει μία βάση εκκίνησης ξεκινάει από την παραδοχή ότι σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει ισοχρονία, δηλ. ο χρόνος της ιστορίας ταυτίζεται με τον χρόνο της αφήγησης. Αυτό το φαινόμενο χαρακτηρίζει τις διαλογικές (δραματικά τμήματα), που απλά μεταφέρουν ό,τι ειπώθηκε χωρίς πρακτικά να αποδίδουν την ταχύτητα με την οποία ειπώθηκε ή τις παύσεις που τυχόν μεσολάβησαν. Στα τμήματα αυτά  δεχόμαστε ότι η ταχύτητα (: σχέση ανάμεσα σε ένα μέτρο χρόνου και σε ένα μέτρο χώρου) είναι σταθερή.    

   Ο χαρακτηρισμός «ισοχρονία» είναι συμβατικός, νοηματοδοτεί όμως τον αντίποδά του, τον όρο «ανισοχρονία», δηλ. τη διαφορά ανάμεσα στον χρόνο της ιστορίας και στο χρόνο της αφήγησης. Ως ανισοχρονίες ορίζονται οι ρυθμοί επιτάχυνσης και οι ρυθμοί επιβράδυνσης.

          Με βάση τα παραπάνω γίνεται λόγος για τέσσερις αφηγηματικές ροές (ταχύτητες): έλλειψη, παύση, σκηνή και περίληψη (G. Genette, 2007:160).

   Τα δύο άκρα με κριτήριο την ταχύτητα είναι η έλλειψη, η αποσιώπηση τμήματος της ιστορίας που αναγκαστικά οδηγεί σε επιτάχυνση, και η παύση, όταν δεν υπάρχει εξέλιξη/δράση ενώ υπάρχει αφήγηση (π.χ. περιγραφή της φύσης).

   Ενδιάμεσες καταστάσεις είναι η σκηνή, το δραματικό τμήμα όπου θεωρητικά μόνο υπάρχει ισοχρονία, και η περίληψη, η συνοπτική έκθεση γεγονότων που λειτουργεί και αυτή ως επιτάχυνση.

          Αντιλαμβανόμαστε ότι η χρήση αυτών των τεχνικών προκαλεί εναλλαγή ρυθμού στην αφήγηση, κάτι που εντείνει την αισθητική απόλαυση που προκαλεί το κείμενο. Ταυτόχρονα, η σκηνή προσδίδει δραματικότητα στην αφήγηση. ό,τι επιταχύνει «υποβιβάζει» τα γεγονότα και ό,τι επιβραδύνει τα τονίζει.

           Όταν υπάρχουν εκφράσεις του τύπου «πέρασαν μερικά χρόνια» ή «δύο χρόνια αργότερα» η έλλειψη ονομάζεται «ρητή». Όταν δεν είναι «ρητή» είναι «υπονοούμενη», δηλ. δεν δηλώνεται καθ’ οποιονδήποτε τρόπο μέσα στο κείμενο, αλλά προκύπτει από τα συμφραζόμενα. Τέλος, υπάρχουν και «υποθετικές» ελλείψεις, που δεν είναι ορατές παρά μόνο όταν μια ανάληψη την αποκαλύπτει.

 

 

 

 

 

 

 

2.    ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ

   O Genette (2007:181) ορίζει ως αφηγηματική συχνότητα «τις σχέσεις συχνότητας/επανάληψης μεταξύ αφηγήματος και διήγησης». Ξεκινά από την εύλογη διαπίστωση ότι ένα γεγονός που παράγεται μπορεί να αναπαράγεται ή και να επαναλαμβάνεται. Η επανάληψή του μάλιστα σε ένα κείμενο μπορεί να μην γίνει μόνο μία φορά.

   Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις διακρίνει τέσσερις  μορφές που μπορούν να πάρουν αυτού του τύπου οι σχέσεις μεταξύ ιστορίας και πλοκής:

1)    Μοναδική/ενική αφήγηση: αυτή που διηγείται μια φορά ό,τι συνέβη μία φορά.

2)    Πολυμοναδική αφήγηση: αυτή που διηγείται ν φορές αυτό που συνέβη ν φορές.

3)    Επαναληπτική αφήγηση: αυτή που αφηγείται ν φορές αυτό που έγινε μία.

4)    Θαμιστική αφήγηση: αυτή που αφηγείται μία φορά αυτό που έγινε ν φορές.(G.Genette, 2007:182) λειτουργικά εξαρτάται από τις μοναδικές σκηνές.

 

ΕΓΚΛΙΣΗ / ΤΡΟΠΟΣ

Στην αφήγηση δεν μπορούμε να μιλάμε για εγκλίσεις με την γραμματική έννοια. Η έγκλιση της αφήγησης είναι η οριστική, αφού στην αφήγηση έχουμε την διήγηση μιας ιστορίας.  Ο όρος, επομένως, έχει μια διαφορετική σημασία. Δηλώνει τις διαφορετικές οπτικές γωνίες παρουσίασης της ιστορίας, κάτι που εξαρτάται από δύο παράγοντες, την απόσταση και την προοπτική (G. Genette, 2007:232).

Οι δύο αυτοί όροι δεν είναι άγνωστοι. Αν αναχθούμε στην Πολιτεία του Πλάτωνα και θυμηθούμε τα περί μίμησης και διήγησης, θα αντιληφθούμε ότι το αντιθετικό αυτό ζεύγος δημιουργήθηκε επί τη βάση της απόστασης.

          Στην Πολιτεία του ο Πλάτωνας (392c-395) δια στόματος Σωκράτους χρησιμοποιώντας  τους στίχους 17-21 της ραψωδίας Α της Ιλιάδας του Ομήρου όπου ο Χρύσης φτάνει στο στρατόπεδο των Ελλήνων προκειμένου να ζητήσει από τον Αγαμέμνονα πίσω την κόρη του που έχει απαχθεί ως λάφυρο προτείνει να αρχίσει κουβέντα σχετικά με τον τρόπο που θα «λένε» («τό δέ λέξεως…») οι ποιητές και «οι λογοποιοί». Οδηγεί τον συνομιλητή του να παραδεχτεί ότι τα σημεία όπου παρατίθενται τα λόγια του Χρύση (και γενικά κάθε προσώπου) αποτελούν εξομοίωση του ποιητή είτε με την φωνή είτε με το παρουσιαστικό κάποιου άλλου, δηλ. μίμηση. Όταν, όμως, ο ποιητής δεν κρύβει τον εαυτό του τότε έχουμε  διήγηση και όχι μίμηση.[7] Κι όπως μπορούμε να αντιληφθούμε η διήγηση είναι πιο αποστασιοποιημένη, γιατί απλά μεταφέρει, ενώ η μίμηση βρίσκεται πιο κοντά στα πρόσωπα.  

   Kάνοντας μάλιστα την αφήγηση όσο το δυνατόν πιο ζωντανή γίνεται, δίνει την ψευδαίσθηση ότι μιμείται. Αυτό γίνεται με κάποιους τρόπους, που ο Genette συστηματοποιεί και κατηγοριοποιεί (Τζιόβας, 1987:60):

/-1) Ο ευθύς (μιμούμενος) λόγος.

Σε αυτήν την περίπτωση τα πρόσωπα «έχουν δική τους φωνή». Ο αφηγητής δεν παρεμβαίνει. Απαντά στην τραγωδία όπου ο ποιητής γράφει μόνο αυτά που τα πρόσωπα λένε και στα μυθιστορήματα/διηγήματα, όταν παρατίθενται αυτούσιοι οι διάλογοι των προσώπων.

/-2) Ο αφηγηματοποιημένος/διηγηματοποιημένος λόγος.

 Πρόκειται για την αναγωγή του λόγου σε γεγονός. Φορέας του είναι ο ίδιος ο αφηγητής. Βρίσκεται σε μεγαλύτερη απόσταση από την ιστορία

/-3) Ο μετατιθέμενος λόγος.

Γι αυτόν ο Genette (2007:241) δηλώνει ότι εμπεριέχει στοιχεία «ενδιάμεσου βαθμού». Ο αφηγητής κάνει και εδώ αισθητή την παρουσία του στον τρόπο που συντάσσει το λόγο. Γίνεται εμφανές ότι η προσωπική του σφραγίδα υπάρχει.

 

     Ο άλλος μηχανισμός που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η αφηγηματική πληροφορία είναι η προοπτική, δηλ. η οπτική γωνία.

     Εδώ ο Genette (2007:257) επισημαίνει μία σύγχυση που επικρατεί ανάμεσα στην οπτική γωνία και στην φωνή, την οποία αισθητοποιεί μέσω των ερωτημάτων: «Ποιος βλέπει» και «Ποιος μιλάει».  

    Η αφήγηση μπορεί να γίνεται με τις παρακάτω εστιάσεις:[8]

/-1) Μηδενική εστίαση.

Σε αυτήν την κατηγορία ο αφηγητής γνωρίζει  ή λέει πολύ περισσότερα από αυτά που τα πρόσωπα γνωρίζουν για τα γεγονότα. Δεν υπάρχει τίποτε που να στέκεται εμπόδιο στην ροή της πληροφορίας. Απαντάται στο ρεαλιστικό μυθιστόρημα.           

/-2) Εσωτερική εστίαση.

Εδώ δεν δίνονται όλες οι πληροφορίες , παρά μόνο όσες γνωρίζει το άτομο στο οποίο ανήκει η οπτική γωνία. Είναι χαρακτηριστική εστίαση του μοντερνιστικού μυθιστορήματος.

/-3) Εξωτερική εστίαση.

Στην περίπτωση αυτή ο ήρωας δρα και εμείς δεν έχουμε πρόσβαση στις σκέψεις του, κάτι που ταιριάζει ιδιαίτερα στα μυθιστορήματα περιπέτειας και στα αστυνομικά, όπου το μυστήριο είναι βασικό συστατικό της πλοκής.

   Υπάρχουν, βέβαια, και παραβιάσεις που  αποκαλεί «αλλοιώσεις» και τις αναγνωρίζει ως τέτοιες υπό τον όρο να μην αδυνατίζουν την συνοχή του κειμένου. 

   Υπάρχουν δύο τύποι αλλοιώσεων: α) οι παραλείψεις, δηλ. οι αποσιωπήσεις πληροφοριών που είναι αναγκαίες και β) οι παραλήψεις, δηλ. η λήψη περισσότερων πληροφοριών από αυτές που η εστίαση του κειμένου επιτρέπει.

 

 

ΦΩΝΗ

        «Την ουσία της Οδύσσειας την αφηγείται ο Όμηρος, αλλά οι ραψωδίες ι και μ ανήκουν στον Οδυσσέα». Η διαπίστωση αυτή του Genette (2007:287) μας οδηγεί αναπόφευκτα στην τρίτη κατηγορία, αυτήν της φωνής, που «αφορά τη στιγμή και την πράξη της αφήγησης καθαυτής και τα είδη του αφηγητή και του δέκτη του» (Τζιόβας,1987:63).

          Οι χρονικές σχέσεις μεταξύ αφήγησης και ιστορίας μας δίνουν:

/-α) την μεταγενέστερη / υστερόχρονη αφήγηση, που γίνεται σε παρελθοντικό χρόνο και είναι η πιο συνηθισμένη

/-β) την προτερόχρονη / προγενέστερη, που είναι δευτερεύουσα και έχει τη μορφή χρησμού ή προφητείας και γίνεται κυρίως στον μέλλοντα και κάποιες φορές στον ενεστώτα.

/-γ) την ταυτόχρονη με τα γεγονότα αφήγηση, που γίνεται με τον ενεστώτα.   

/-δ) την παρεμβαλλόμενη / εμβόλιμη αφήγηση, που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε τμήματα της δράσης και είναι πολυεπίπεδη (G. Genette, 2007:290). Την αναγνωρίζουμε στα επιστολικά μυθιστορήματα όπου η έκθεση των γεγονότων μέσω μιας επιστολής αποτελεί και στοιχείο προώθησης της δράσης.  

          Ταυτόχρονα, και επειδή η αφήγηση είναι διαδικασία πολύπλοκη διακρίνουμε πολλά επίπεδα, που το ένα γεννάει το άλλο ή είναι υπεύθυνο για την ύπαρξή του. Τα  αφηγηματική επίπεδα είναι :

/-1) Εξωδιηγηματικό, στο οποίο εντάσσονται εισαγωγικές αφηγήσεις και πρόλογοι σε υποτιθέμενα χειρόγραφα ή απομνημονεύματα, που δεν είναι οργανικά μέρη της αφήγησης αλλά σχετίζονται με την διαδικασία παραγωγής της (Τζιόβας,1987:64)

/-2) Ενδοδιηγητικό / διηγητικό, στο οποίο ανήκουν τα γεγονότα που είναι αντικείμενο της  βασικής /πρώτης  αφήγησης

/-3) Μεταδιηγητικό, στο οποίο ανήκουν οι δευτερεύουσες διηγήσεις μέσα στην κυρίως ιστορία (εγκιβωτισμένες αφηγήσεις). Αυτές οι αφηγήσεις προσφέρουν μια ποικιλία ύφους και περιεχομένου στην κεντρική αφήγηση, την στηρίζουν, την επεξηγούν, την ανατρέπουν.[9]

         

          Τα επίπεδα αφήγησης συνδυαζόμενα με το αν ο αφηγητής συμμετέχει στα γεγονότα (ομοδιηγητικός)[10] ή όχι (ετεροδιηγητικός) οδηγούν σε μια ακόμα ταξινόμηση του αφηγητή σε τέσσερις βασικούς τύπους :[11]

/-1) Εξωδιηγηματικός – Ετεροδιηγηματικός, που διηγείται ως αφηγητής α’ βαθμού  μια ιστορία στην οποία δεν συμμετέχει.

/-2) Εξωδιηγηματικός – Ομοδιηγηματικός, που ως αφηγητής α’ βαθμού διηγείται την δική του ιστορία.

/-3) Ενδοδιηγηματικός – Ετεροδιηγηματικός, που  ως αφηγητής β΄βαθμού διηγείται ιστορίες στις οποίες δεν συμμετέχει.

/-4) Ενδοδιηγηματικός – Ομοδιηγηματικός, που ως αφηγητής β’ βαθμού διηγείται την δική του ιστορία

 

 

 

 

 

 

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΑΦΗΓΗΤΗ

O αφηγητής έχει πολλαπλές λειτουργίες σε ένα κείμενο.

Α. Η αφήγηση του  μύθου.

Β. Η οργανωτική που σχετίζεται με την οργάνωση του κειμένου, «τις αρθρώσεις, τις συνάφειές του, τις συναρτήσεις μεταξύ των μερών του» (2007:332-336).

Γ. Η επικοινωνιακή αναφέρεται στην ιδιαίτερη φροντίδα που επιδεικνύουν κάποιοι αφηγητές για τους αποδέκτες της αφήγησης, για τους αναγνώστες τους.

Δ. Η πιστοποιητική/μαρτυρική λειτουργία εντοπίζεται όταν ο αφηγητής μαρτυρεί τη σχέση που έχει με την ιστορία που διηγείται, μαρτυρώντας σε κάποιες περιπτώσεις την προέλευση των πηγών του ή την αξιοπιστία των όσων καταγράφει.    

Ε. Η ιδεολογική αναγνωρίζεται στα σχόλια και στις κάθε είδους διδακτικές παρεμβάσεις του αφηγητή.

 

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΔΕΚΤΗ

   Εμείς θεωρούμε τον αποδέκτη ως τον  αναγνώστη.  Όμως δεν είναι, αν σκεφτούμε ότι είναι καθαρά προϊόν μυθοπλασίας. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον αναγνώστη, όπως και ο αφηγητής δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον συγγραφέα. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι μεταξύ τους υπάρχει μια αντιστοιχία. Και οι δύο συμμετέχουν στην αφηγηματική διαδικασία, και οι δυο συναντιούνται στο ίδιο διηγητικό επίπεδο . Αυτή η αντιστοιχία γεννά τους παρακάτω τύπους αποδέκτη :

/-Α.) Ενδοδιηγητικός, όταν και ο  αφηγητής είναι τέτοιος. Πρόκειται για πρόσωπο ή πρόσωπα  της ιστορίας που συμμετέχουν στη δράση  (συνομιλητής ή ακροατής).

/-Β.) Εξωδιηγητικός, όταν ο αφηγητής είναι τέτοιος. Σε αυτήν την περίπτωση γίνεται η σύγχυση με τον αναγνώστη. Όχι, βέβαια, ότι δεν μπορεί κατά περίπτωση να είναι όντως ο αναγνώστης. Άλλωστε, ένας πομπός αφηγείται γιατί υπάρχει ένας δέκτης κι αυτό δεν αλλάζει ακόμα και στις περιπτώσεις των σύγχρονων αφηγήσεων που «υποτίθεται» ότι απευθύνονται σε κανέναν.  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ»

του Στράτη Μυριβήλη

 

   Είναι κοινή παραδοχή ότι αδυνατούμε να προσδιορίσουμε το ακριβές στίγμα των τεσσάρων αυτών συλλογών του Στράτη Μυριβήλη, ( το Πράσινο βιβλίο, το Γαλάζιο βιβλίο, το Κόκκινο βιβλίο, το Βυσσινί βιβλίο), καθώς δεν έχουν κοινή θεματική γραμμή ούτε μπορούν όλα τα διηγήματα που περιλαμβάνονται σε αυτά να ταυτιστούν με βιώματα ή να θεωρηθούν  αυτοβιογραφικές καταγραφές. Οι πρωταγωνιστές ποικίλλουν. Έχουν όμως ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας.

          Και αυτό είναι που συνιστά την μαγεία αυτών των κειμένων. Οι καθημερινές ιστορίες αυτών των διηγημάτων μπορεί να γίνουν οι δικές μας ιστορίες. Σε κάποια από αυτές μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας, το παιδί μας, τη μητέρα και τον πατέρα μας. Ακόμα και στα αυτοβιογραφικά διηγήματα που αναγνωρίζουμε την φωνή του συγγραφέα οι στρατιώτες έχουν ο καθένας την δική τους ιστορία και την δική τους τύχη. Έχουν κι άλλες ιστορίες να μας πουν.

          Είναι εμφανές ότι ο Μυριβήλης αγκαλιάζει τον άνθρωπο με μια τρυφερότητα που δύσκολα συναντά κανείς. Θα συμφωνήσω απόλυτα με τον Στέργιο Δημούλη (1990:220) ότι «γράφει κείμενα πλημμυρισμένα από ζωή με όλα της τα πάθη». Γιατί ποιος άνθρωπος δεν έχει πάθη και πόθους; Ποιος δεν ερωτεύτηκε, δεν μέθυσε από χαρά, δεν πόνεσε, δεν έπεσε και δεν σηκώθηκε; Ας μην ξεχνάμε ότι για τον Έρωτα οι πρωτόπλαστοι αρνήθηκαν την επιστροφή τους στον Παράδεισο.  Τελικά, κανείς δεν μπορεί να μας αποκαλύψει καλύτερα το μεγαλείο της ζωής από τις ιστορίες των ανθρώπων της.

 

 

ΠΩΣ Η ΜΟΡΦΗ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

 

Το διήγημα «το Μάτι της Γάτας» ανήκει στη συλλογή «ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ» (εκδ. Κασταλία, Αθήνα, 1935 (α’ έκδοση) – 1936, εκδ. Κασταλία, Αθήνα, (β, γ’ έκδοση). Παρακάτω θα δείξουμε πώς οι αφηγηματικές τεχνικές χτίζουν την αφήγηση  και αναδεικνύουν το περιεχόμενο.

 

 

 

 

« ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΗΣ ΓΑΤΑΣ » :

    Ο Εξωδιηγητικός - ομοδιηγητικός αφηγητής αυτού του διηγήματος αφηγείται με εσωτερική εστίαση την συνάντησή του με ένα παλιό φίλο του. Μία συνάντηση που θα τον φέρει αντιμέτωπο με ένα ζήτημα καρδιάς και όχι μόνο. Εντυπωσιαζόμαστε από το γεγονός ότι ήδη από την αρχή του κειμένου ο αφηγητής δίνει στοιχεία του εαυτού του. Μαθαίνουμε για αυτόν ότι είναι ένας «άνθρωπος που γράφει σε όλη τη ζωή του επαγγελματικά[…] ένας χερομάχος της πέννας…» (πόσο ταυτίζεται εδώ με τον Μυριβήλη!)

Την ευθύγραμμη εξέλιξη της δράσης διακόπτει η περιγραφή της Νέλλας, της αρραβωνιαστικιάς του φίλου του. Ο αφηγητής βλέπει την φωτογραφία της πάνω στο γραφείο του μηχανικού φίλου και δράττεται της ευκαιρίας να διακόψει για λίγο την πλοκή με την περιγραφική παύση (Είταν ένα κορίτσι από την Πόλη…εγκάρδια), που ως στόχο έχει απλά την πληροφόρηση του αναγνώστη. Η εικόνα της συνοδεύετει με το σχόλιό του για τα μάτια της κοπέλας (Θαρω πως μόνο  μέσα στα ισκερά σοκάκια του Φαναριού…σχεδόν ακαταγώνιστη) που μεταφέρει τα αξιολογικά του κριτήρια απευθείας στον αναγνώστη (ιδεολογική λειτουργία).

Σε αυτό το διήγημα φορέας της εξέλιξης είναι ο αναφερόμενος λόγος:

-Μη μου πεις τίποτε, του κάνω, αν δεν πρέπει ή αν σου δίνει κόπο.

-Όχι, ίσα-ίσα, λέει. Έρχεσαι πάνω στην ώρα. Σε συλλογίστηκα πολύ τούτες τις μέρες. Σε αποζήτησε η καρδιά μου. Πέρασα πολύ άσκημες μέρες, ξαίρεις. …

 

      Εναλλάσσεται μάλιστα με τον άμεσο λόγο, όπως φαίνεται από την παρακάτω σκηνή (διαλογικό μέρος που επιτυγχάνει την ισοχρονία) :

 

-       Ο Λόγος άνευ της πράξεως, μάταιόν τι εστί και κενόν.

-       Ξέρεις μολαταύτα πως είμαι μηχανικός. Ένας άνθρωπος θετικός, που συνήθισε να κάνει τις ιδέες του κυβόλιθους από τσιμέντο, και να βλέπει τη ζωή με τις μαθηματικές σχέσεις των φαινομένων της.

-       Ένας μηχανικός ερωτευμένος, ίσον ένας ακόμη άνθρωπος ερωτευμένος και τίποτ’ άλλο.

-       Καλά. Άκου λοιπόν ένα περιστατικό. Τη Νέλλα την ξαίρεις αρκετά. Ένα κορίτσι πολιτισμένο, ε;

-       Εξαιρετικά πολιτισμένο. Από ανατροφή κι από φυσικού του.

-       Έτσι είναι. Και λεπταίσθητο και ευγενικό;

-       Χωρίς άλλο. Πιστεύω ειλικρινά, πως είναι ένας γυναικείος τύπος σπάνιος για την πνευματικότητα και για την πλούσια καρδιά της.

 

   Ο ρόλος αυτής της σκηνής είναι πολύ σημαντικός, καθώς θα οδηγήσει στην αποκάλυψη αυτού που απασχολεί τον νεαρό μηχανικό, προωθώντας έτσι την πορεία της δράσης. Από αυτό το σημείο μάλιστα («Είταν ένα απόγευμα πριν δύο μήνες») η εστίαση αλλάζει. Η φωνή δεν είναι πια του αφηγητή αλλά του μηχανικού φίλου του που γυρίζει στο παρελθόν, για να διηγηθεί το πώς δημιουργήθηκε το ζήτημα που τον απασχολεί.

   Πρόκειται για μια ανάληψη, που στόχο έχει «να αποκαταστήσει το σύνολο των προηγηθέντων γεγονότων της αφήγησης και συνιστά γενικώς ένα σημαντικό τμήμα της» (Τζούμα:1997,56). Η ανάληψη αυτή είναι ιδιαίτερα ζωντανή, καθώς περιλαμβάνει και αναφερόμενο λόγο που με αμεσότητα αποδίδει τις πράξεις των πρωταγωνιστών. Σημαντική λειτουργία επιτελεί η διηγητική περιγραφή της γάτας με το πληγωμένο μάτι, που μας προϊδεάζει τρόπον τινά για το πρόβλημα που θα διατυπωθεί ξεκάθαρα παρακάτω.

          Η ανάληψη τελειώνει με τον χρονικό προσδιορισμό «Είναι τώρα δυο μήνες και τρεις μέρες…» που μας επαναφέρει στο ενδοδιηγητικό επίπεδο, για να μας μεταφέρει εκ νέου στο μεταδιηγητικό επίπεδο με την επιστολή της Νέλλας στον αρραβωνιαστικό της.

   Η επιστολή αυτή, μέσο αφήγησης και στοιχείο πλοκής ταυτόχρονα, είναι πολύ σημαντική από άποψη τεχνικής: η Νέλλα θα εκθέσει τα γεγονότα του παρελθόντος της με εσωτερική εστίαση, τη δική της εστίαση αυτήν την φορά, με την οπτική της στιγμής που γράφει (παρεμβαλλόμενη αφήγηση).[12]

   Τα γεγονότα που εκτίθενται είναι πολύ σημαντικά για την όλη πλοκή: έχουν να κάνουν με αυτό που απασχολεί τον νεαρό μηχανικό και αρραβωνιαστικό της, εκθέτουν μια κατάσταση που και εκείνος αγνοεί, δίνουν απαντήσεις και θα επηρεάσουν και την έκβαση της υπόθεσης που διαδραματίζεται στο διηγητικό επίπεδο.

          Το περιεχόμενο της επιστολής είναι μία αυτοτελής αφήγηση. Ξεκινάει από το παρόν, την στιγμή που αρχίζει να γράφει, κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν, στο απόγευμα που σημάδεψε τη ζωή τους, στις προσπάθειες που έκανε για επικοινωνία (με την θαμιστική αφήγηση «Όλον αυτόν τον καιρό σου έγραφα γράμματα… πως τάχα μ’ακούς να σου μιλώ, όπως και πρώτα»), ξαναγυρίζει στο συγγραφικό παρόν. Με μια βουτιά πετιέται στο παρελθόν πάλι, για να εξιστορήσει όλην αυτήν τη διεργασία που έκανε ο νους της και οδήγησε στην νοσηρή πράξη της.

   Μέσα στην καινούργια ανάληψη υπάρχει μια εκτενής θαμιστική αφήγηση (Στην αρχή τους διάβαζα μηχανικά. Κατόπι τους ξαναδιάβαζα…την ώρα που φιλούσα έναν από εσάς), που αποτυπώνει με ενάργεια το βάσανο στο οποίο υπέβαλλε τον εαυτό της η νεαρή κοπέλα που είχε πια κυριευτεί από την ψύχωση. Η επανάληψη των στίχων του Σοφοκλή που προκαλούν φρίκη στον αναγνώστη συμβάλλει με την σειρά της στην δημιουργία ανάλογης ατμόσφαιρας. Την ίδια φρίκη προκαλεί στον αναγνώστη και η επανάληψη με παραλλαγές του ήχου που παράγεται από την βελόνα που μπήγεται στο μάτι:

 

   Ακόμα και το μερίδιο της ακοής! Το φανταζόμουνα αυτό σαν ένα μικρό αλλά φοβερό μόριο κρότου, ένα «τσικ», που θα τ’ ακούσεις περισσότερο με την αφή, παρόμοιο με κείνο που κάνει μια καρφίτσα μπηγμένη σ’ ένα κομμάτι ατσάλι, πολύ, πολύ τεντωμένο.

 

 Άκουσα εκείνο το λεπτότατο «τσικ» πάνω στον καθρέπτη. Ένα μόριο ήχου. Πάνω στο μόριο του ματιού θα είταν ακόμα πιο ανάκουστο…

 

    Με ανάληψη πάνω σε ανάληψη ξαναγυρίζει σε εκείνο το απόγευμα που έγιναν όλα, για να δηλώσει κλείνοντας τη βαθιά οδύνη της και τον έρωτά της.

Η επιστροφή στο ενδοδιηγητικό επίπεδο βρίσκει τους δύο άνδρες συγκινημένους και προβληματισμένους. Ο αφηγητής προχωράει σε μία ακόμη ανάληψη προκειμένου να πείσει τον φίλο του ότι δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο από την εμμονή της Νέλλας. Του εξιστορεί σύντομα την δική του περίπτωση, μία εμμονή που είχε αναπτύξει στο παρελθόν και πια είχε τελειώσει ανεπιστρεπτί. Αυτή η ανάληψη είναι ουσιαστικά που ενισχύει τον ήρωα και τον ωθεί να πάρει την απόφαση που ενδόμυχα επιθυμούσε: να τρέξει πίσω στην αρραβωνιαστικιά του.

Το τέλος του διηγήματος, που θα λέγαμε ότι αποτελεί ένα παιχνίδι αναχρονιών και μεταβλητών εστιάσεων, βρίσκει τον αφηγητή μόνο του να διερωτάται αν έπραξε σωστά που ενίσχυσε την απόφαση του φίλου του να συγχωρέσει την αγαπημένη του. Ο συλλογισμός του δίνεται με αναφερόμενο λόγο, διεκδικώντας την αμεσότητα στην έκφραση των ενδόμυχων σκέψεων.

 

 

                                ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΑΠΑΖΑΝΗ

 

 

 

 

 

 

σημείωση:

   Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης για  εμβάθυνση του θέματος της σχέσης αφηγηματολογίας και διηγήματος μπορεί να ανατρέξει στη διπλωματική εργασία της Αγγελικής Παπαζάνη «Τα χρωματιστά βιβλία του Στράτη Μυριβήλη: Όταν η αφηγηματολογία συναντά το διήγημα» (2020)

 

Ηλεκτρονική δνση:

   https://apothesis.eap.gr/handle/repo/46131

 

ή για ευκολία μπορεί να πατήσει εδώ



[1] Ιωάννης & Νικήτας Παρίσης, Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, ΙΕΠ, Αθήνα: Πατάκης,  σελ. 29

[2] Ο όρος ανήκει στον Τ. Todorov και αποδίδει τον γαλλικό όρο «narratologie”.

[3] Ο G. Genette (2007:96) επισημαίνει ότι μια τέτοια ταύτιση δεν μπορεί να υπάρχει, αναγνωρίζοντας ότι η λαϊκή αφήγηση την πλησιάζει ενώ η δυτική παράδοση την αποφεύγει.

[4] Ο G. Genette τονίζει ότι «το αφηγηματικό κείμενο, όπως και άλλο κείμενο,  δεν έχει άλλη χρονικότητα απ’ αυτήν που του δανείζει, μετωνυμικά, η ίδια του η ανάγνωση», γι’ αυτό και όταν αναφέρεται στην αφήγηση γράφει για (ψευδο)χρονική τάξη, και (ψευδο)διάρκεια.

[5] Όχι άδικα σε αυτήν την περίπτωση μας έρχεται στο νου ο κινηματογραφικός όρος «flash back».

6. Ο όρος «Προοικονομία»:  δεν είναι τίποτε άλλο από την πρόληψη.

[7] Βλ. Πλάτωνος Πολιτεία (393c-d1) «Ἀλλ΄ ὅταν γέ τινα λέγῃ ῥῆσιν ὥς τις ἄλλος ὤν͵ ἆρ΄ οὐ τότε ὁμοιοῦν αὐτὸν φήσομεν ὅτι μάλιστα τὴν αὑτοῦ λέξιν ἑκάστῳ ὃν ἂν προείπῃ ὡς ἐροῦντα; Φήσομεν· τί γάρ; Οὐκοῦν τό γε ὁμοιοῦν ἑαυτὸν ἄλλῳ ἢ κατὰ φωνὴν ἢ κατὰ σχῆμα μιμεῖσθαί ἐστιν ἐκεῖνον ᾧ ἄν τις ὁμοιοῖ;[…] Εἰ δέ γε μηδαμοῦ ἑαυτὸν ἀποκρύπτοιτο ὁ ποιητής͵ πᾶσα ἂν αὐτῷ ἄνευ μιμήσεως ἡ ποίησίς τε καὶ διήγησις γεγονυῖα εἴη

[8] Πρόκειται για  όρο που έρχεται να αντικαταστήσει τον όρο «προοπτική», τον οποίο είχε εισαγάγει ο Tzetan Todorov στο άρθρο του « les catigories du recit litteraire», Communications  8 (1966) 125-151.

[9] Στο G.Genette (2007:307-309) ο Genette  παραθέτει τρεις μορφές σχέσεων μεταξύ της διήγησης και της μεταδιήγησης. Αυτές μπορεί να είναι α) η δευτερεύουσα αφήγηση λειτουργεί επεξηγηματικά σε σχέση με τα γεγονότα της κύριας αφήγησης, τα οποία βρίσκονται σε αιτιακή σχέση με αυτά της μεταδιήγησης β) διήγηση και μεταδιήγηση βρίσκονται σε μια θεματική σχέση, που μπορεί να είναι σχέση αντίθεσης ή αναλογίας και γ) η σχέση τους είναι καθαρά σε επίπεδο λειτουργίας και μόνο ·μπορεί να ψυχαγωγεί ή να επιβραδύνει, όπως οι αφηγήσεις της Σεχραζάντ στο Χίλιες και Μία νύχτες, που υπάρχουν απλά και μόνο για να καθυστερήσουν τη θανάτωσή της.

[10]  Στο Δ. Τζιόβας (1987:.65) υπάρχει και μια περαιτέρω διάκριση του ομοδιηγηματικού αφηγητή σε α) αυτοδιηγηματικού, όταν είναι πρωταγωνιστής  και β) παρατηρητή, όταν είναι αυτόπτης μάρτυρας της δράσης .

[11]  Ο  Genette (2007:325) παραθέτει έναν πίνακα στον οποίο δείχνει σχηματικά τους τέσσερις θεμελιώδεις τύπους της αφηγηματικής κατάστασης.

[12] Για την λειτουργία της παρεμβαλλόμενης αφήγησης βλ. ΆνναΤζούμα, Εισαγωγή στη Αφηγηματολογία…, ό.π., σελ.148-149 και Αριστείδης Δημόπουλος, Αφηγηματικές Τεχνικές στο διηγηματογραφικό έργο του Γ. Βιζυηνού, Ανέκδοτη Διπλωματική Εργασία, Πανεπιστήμιο Πατρών, σς.121 -122.










     Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com