η ¨Ναυσικά" του Σοφοκλή (χαμένο δράμα) απόσπασμα από βιβλιοκριτική Αρχαιογνωσία

 


Η «Ναυσικά» του Σοφοκλή

βιβλιοκριτική

Bryn Mawr Classical Review

Αρχαιογνωσία

 

 

 

Ναυσικά

 

Leonardo Bononcini, Sophocles' Nausicaa. Fragmentary Greek drama, 4. Rome: L'Erma di Bretschneider, 2025. Pp. 128. 

 

 

Review by

P. J. Finglass, University of Bristol. patrick.finglass@bristol.ac.uk

 

επιλεγέντα αποσπάσματα από τη βιβλιοκριτική του P.J. Finglass για το βιβλίο του Leonardo Bononcini “Sophocles' Nausicaa.”

 

 

Απόδοση στα Ελληνικά

   Η «Ναυσικά» (Nausicaa) δεν συγκαταλέγεται στα περισσότερο γνωστά ή στα καλύτερα μαρτυρούμενα έργα του Σοφοκλή (Sophocles). Στην έμμεση παράδοση (indirect tradition) έχουν διασωθεί λιγότεροι από τρεις ιαμβικοί τρίμετροι στίχοι (iambic trimeters). Οι εκδόσεις του Στέφαν Ραντ (Stefan Radt) και του Χιου Λόιντ-Τζόουνς (Hugh Lloyd-Jones) αφιερώνουν στο δράμα λίγο περισσότερο από μία σελίδα η καθεμία.

   Ο τόμος διαιρείται σε τέσσερις ενότητες. Πρώτον, η ενότητα «Από τον μύθο στο δράμα: οι πηγές» (From myth to drama: the sources, σσ. 11–15) προσφέρει μια σύντομη επισκόπηση των τραγωδιών και των κωμωδιών που αντλούν το θέμα τους από τη συνάντηση του Οδυσσέα (Odysseus) με τους Φαίακες (Phaeacians), καθώς και ορισμένων πτυχών αυτής της ιστορίας που την καθιστούσαν κατάλληλη για δραματική επεξεργασία (dramatic treatment).

   Δεύτερον, η ενότητα «Το κείμενο» (The text, σσ. 17–85) καταλαμβάνει περισσότερο από το μισό βιβλίο. Αρχίζοντας με μια συζήτηση για τους διαφορετικούς τίτλους του έργου, προχωρεί στη χρονολόγηση της πρώτης παράστασής του (première).

   Σύμφωνα με τον Αθήναιο (Athenaeus), ο Σοφοκλής είχε υποδυθεί τη Ναυσικά και είχε επιδείξει την επιδεξιότητά του στη ρίψη της μπάλας (test. 28 TrGF), γεγονός που ορθώς οδήγησε τους μελετητές να τοποθετήσουν το έργο στην πρώιμη περίοδο της σταδιοδρομίας του. Ωστόσο, ο ισχυρισμός ότι η πρώτη παράστασή του πραγματοποιήθηκε «μεταξύ του 470 και του 456» (σ. 20) δεν μπορεί να υποστηριχθεί.

   Ο συγγραφέας παραδέχεται γρήγορα ότι η πρώτη εμφάνιση του Σοφοκλή ως δραματουργού δεν μπορεί, στην πραγματικότητα, να χρονολογηθεί με ακρίβεια στο 470. Όσον αφορά το 456, η χρονολόγηση αυτή αιτιολογείται ως εξής (σ. 21): «Η αποχώρηση του Σοφοκλή από την υποκριτική δραστηριότητα οφειλόταν πιθανότερα στην καθιέρωση επαγγελματιών υποκριτών στους δραματικούς αγώνες, η οποία άρχισε περίπου από το 456 π.Χ.· το έτος αυτό θα μπορούσε να οριστεί ως terminus ante quem για τη Ναυσικά».

   «Πιθανότερα», «περίπου», «θα μπορούσε» — μια σταθερή χρονολόγηση δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε τέτοιου είδους επιφυλακτικές διατυπώσεις. Όσο για την πραγματική προέλευση της χρονολογίας του 456 (ή του «περίπου 456»), μια υποσημείωση απλώς αναφέρει ότι «το 456 π.Χ. ορίστηκε για πρώτη φορά ως terminus ante quem από τον Hauser το 1905, σ. 32», και ακολουθεί ένας μακρύς κατάλογος μελετητών που, προφανώς, υιοθέτησαν την άποψή του.

   Το επιχείρημα του Hauser (ο οποίος παραπέμπει σε παλαιότερη μελέτη του Christ, την οποία ο Bononcini φαίνεται ότι δεν συμβουλεύτηκε) ήταν ότι το βραβείο των υποκριτών (actors’ prize) θεσπίστηκε στα Διονύσια (Dionysia) το 456 και ότι, κατά συνέπεια, από εκείνο το έτος και εξής οι δραματουργοί έπαψαν να ερμηνεύουν οι ίδιοι ρόλους στα έργα τους.

   Ωστόσο, νεότερη έρευνα τοποθετεί τη θέσπιση του βραβείου των υποκριτών όχι στο 456, αλλά στο 449.[1]

[1] E. Csapo and W. J. Slater, The Context of Ancient Drama (Ann Arbor, 1994), 222, 226–7.

   Ούτε υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι οι δραματουργοί έπαψαν εντελώς, από εκείνο το χρονικό σημείο και μετά, να συμμετέχουν ως υποκριτές στα έργα τους· η επαγγελματοποίηση της υποκριτικής (professionalisation of acting) ήταν μια διαδικασία και όχι μια διακριτή χρονική στιγμή αλλαγής.

   Η δεύτερη ενότητα συνεχίζεται με τη συζήτηση του ζητήματος αν το έργο αποτελούσε μέρος μιας ενιαίας τριλογίας ή τετραλογίας (connected trilogy or tetralogy) και αν επρόκειτο για σατυρικό δράμα (satyr-play), προτού περάσει στην έκδοση των αποσπασμάτων (edition of the fragments), συνοδευόμενη από μετάφραση και σχολιασμό.

   Η ενότητα αυτή διευρύνεται με την ένταξη αρκετών αποσπασμάτων τα οποία οι νεότεροι μελετητές έχουν συσχετίσει με το έργο του Σοφοκλή μόνο υποθετικά. Ωστόσο, η συμπερίληψή τους σε ένα βιβλίο με τίτλο «Η Ναυσικά του Σοφοκλή» (Sophocles’ Nausicaa), ενώ απουσιάζουν ασφαλή τεκμήρια για τη σύνδεσή τους με το συγκεκριμένο έργο, ενέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει σύγχυση.

   Η τρίτη ενότητα, «Αγγειογραφικές παραστάσεις που απεικονίζουν τη συνάντηση του Οδυσσέα με τη Ναυσικά: δύο εικονογραφικές μαρτυρίες για το έργο του Σοφοκλή;» (Vase paintings featuring Odysseus and Nausicaa’s meeting: two iconographic testimonies of Sophocles’ play?, σσ. 87–94), θα μπορούσε να είχε περιοριστεί σε μια υποσημείωση· τίποτε δεν συνδέει αυτά τα δύο αγγεία με το δράμα του Σοφοκλή.

   Παρά τον τίτλο της τέταρτης ενότητας, «Μια υπόθεση για την ανασύνθεση της πλοκής» (A hypothesis for reconstructing the plot, σσ. 95–100), ο συγγραφέας ορθώς δεν επιχειρεί να ανασυνθέσει ολόκληρο το έργο. 

   Ένα παράρτημα αφιερώνεται στα «Άλλα οδυσσειακά έργα του Σοφοκλή» (The other Odyssean plays by Sophocles, σσ. 101–107). Ο τόμος ολοκληρώνεται με τη βιβλιογραφία (bibliography, σσ. 109–126).  

 

Σημειώσεις ορολογίας:

Έμμεση παράδοση (indirect tradition): Η διάσωση ενός αρχαίου κειμένου μέσω παραθεμάτων, αναφορών ή μαρτυριών μεταγενέστερων συγγραφέων και όχι μέσω άμεσης χειρόγραφης παράδοσης του ίδιου του έργου.

Ιαμβικός τρίμετρος (iambic trimeter): Ο κατεξοχήν μετρικός τύπος του διαλόγου στην αρχαία ελληνική τραγωδία.

Terminus ante quem: Το απώτατο χρονικό όριο, δηλαδή η τελευταία δυνατή χρονολογία πριν από την οποία πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί ένα γεγονός.

Σατυρικό δράμα (satyr-play): Το τέταρτο έργο της παραδοσιακής δραματικής τετραλογίας, με χορό σατύρων.

Αγγειογραφική παράσταση (vase painting): Εικονιστική παράσταση σε αρχαίο αγγείο.

Εικονογραφική μαρτυρία (iconographic testimony): Απεικονιστικό τεκμήριο που μπορεί να συμβάλει στη μελέτη ενός λογοτεχνικού ή ιστορικού θέματος.

 

 

 


 

 

 

 

 

Το πρωτότυπο κείμενο της βιβλιοκριτικής δεν παρουσιάζεται εδώ πλήρες. Ακολουθεί τα επιλεγέντα αποσπάσματα που μεταφράστηκαν

   Nausicaa is not one of Sophocles’ better-known or better-attested works. Fewer than three iambic trimeters are preserved in the indirect tradition. Editions by Stefan Radt and Hugh Lloyd-Jones each deal with the drama in not much more than a page. It is thus a surprise to encounter an entire book devoted to the drama, one lasting, indeed, well over a hundred pages. The picture of an extensive papyrus fragment on the cover excites our hopes; alas, it turns out to contain text not from Sophocles’ play, but from the Nausicaa episode in Odyssey 6. So can a book on Nausicaa be justified?

   The volume is divided into four sections. First, ‘From myth to drama: the sources’ (pp. 11–15) offers a brief overview of tragedies and comedies which derive from Odysseus’ encounter with the Phaeacians, as well as aspects of that story which made it suitable for dramatic treatment.

   Second, ‘The text’ (pp. 17–85) takes up more than half the book. Beginning with a discussion of the play’s different titles, it proceeds to the date of its première. Sophocles is said by Athenaeus to have acted as Nausicaa and displayed his skill in ball-throwing (test. 28 TrGF), which rightly led scholars to assign the play to the earlier part of his career; but the claim that its first performance took place ‘between 470 and 456’ (p. 20) cannot be sustained. The author swiftly admits that Sophocles’ debut cannot in fact be precisely dated to 470. As for 456, this is justified as follows (p. 21): ‘Sophocles’ retirement from acting was more likely due to the casting of professional actors in dramatic contests starting from around 456 BCE, which could be set as the terminus ante quem for Nausicaa.’ ‘More likely’, ‘around’, ‘could be’ – a firm date cannot be founded on such qualifiers.

  As for where the date of 456 (or ‘around 456’) actually comes from, a footnote merely states that ‘456 BCE was first set as the terminus ante quem by Hauser 1905, 32’, followed by a long list of scholars who have apparently followed him. Hauser’s argument (which cites an earlier work by Christ which Bononcini seems not to have consulted) was that the actors’ prize was instituted at the Dionysia in 456, and that playwrights consequently stopped acting in their own plays from that year onwards. More recent research, however, has dated the institution of the actors’ prize not to 456 but to 449.[1]

[1] E. Csapo and W. J. Slater, The Context of Ancient Drama (Ann Arbor, 1994), 222, 226–7.

   Nor is there reason to posit that playwrights completely ceased participating as actors in their plays at that point; the professionalisation of acting was a process, not a discrete moment of change. The second section continues with discussion of whether the play formed part of a connected trilogy or tetralogy, and whether it was a satyr-play, before turning to an edition of the fragments with translation and commentary.

   The third section, ‘Vase paintings featuring Odysseus and Nausicaa’s meeting: two iconographic testimonies of Sophocles’ play?’ (pp. 87–94), could have been a footnote; nothing connects these two vases with Sophocles’ drama. Despite the title of the fourth, ‘A hypothesis for reconstructing the plot’ (pp. 95–100), the author wisely does not attempt to reconstruct the entire play;

   An Appendix is devoted to ‘The other Odyssean plays by Sophocles’ (pp. 101–7). The book is closed by a bibliography (pp. 109–26).

 

 

 

 

 

Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com

[ ανάρτηση 1 Νοεμβρίου 2026 :  

Η «Ναυσικά» του Σοφοκλή

απόσπασμα βιβλιοκριτικής

Bryn Mawr Classical Review

Αρχαιογνωσία ]