Το χωριό της λήθης σκηνογραφημένο διήγημα 2026 τεχνητή Πεζογραφία

 


Το χωριό της λήθης

σκηνογραφημένο διήγημα 2026

τεχνητή Πεζογραφία

 

 

κείμενο (πλαίσιο):

Σε αυτή την περιοχή οι άνθρωποι δεν θυμούνταν,, και όλα πέρναγαν στη λήθη γρήγορα. Οι άνθρωποι ήταν φιλικοί, προσηνείς, φιλόξενοι, αλλά μόλις κανείς έστρεφε τη συζήτηση σε θέματα του παρελθόντος οι μόνες απαντήσεις που λάμβανε ήταν «κάποιος από τους παλαιότερους», «οι παληοί λέγανε». Ο κοινωνικός ανθρωπολόγος, ο Percy, ψάχνει να ανακαλύψει τα αίτια, το περιβάλλον, το νερό, κάποια μόλυνση από κάποια μακρυνά ορυχεία κοβαλτίου, ίσως κάποιοι να είχαν δουλέψει εκεί κάποτε, τώρα όμως ήταν κλειστά. Δεν αρκείται όμως σε αυτές τις περιβαλλοντικές εξηγήσεις που είχαν προσφερθεί κατά καιρούς.

 

 

 

Το χωριό της λήθης

 

   Ο Percy έφτασε στο χωριό ένα απόγευμα που μύριζε βρεγμένο χώμα και καμένο ξύλο. Ως κοινωνικός ανθρωπολόγος είχε μάθει να ακούει πρώτα τις σιωπές και μετά τις λέξεις. Κι εδώ οι σιωπές ήταν βαριές, όχι απειλητικές — απλώς άδειες, σαν δωμάτια που κάποιος ξέχασε να επιπλώσει.

    Οι άνθρωποι τον υποδέχτηκαν με χαμόγελα. Του πρόσφεραν νερό, ψωμί, ελιές. Ήταν προσηνείς, φιλόξενοι, με μια ευγένεια που δεν ζητούσε αντάλλαγμα. Μα όταν η κουβέντα γλιστρούσε, έστω και ανεπαίσθητα, προς το παρελθόν, κάτι άλλαζε. Όχι στα πρόσωπα —εκείνα έμεναν ήρεμα— αλλά στον αέρα. Οι απαντήσεις συρρικνώνονταν σε μία φράση, σχεδόν τελετουργική: «Οι παλιοί λέγανε…»

   Ποιοι παλιοί; Πότε; Τι ακριβώς έλεγαν; Κανείς δεν ήξερε. Ή, πιο σωστά, κανείς δεν θυμόταν να ξέρει.

   Ο Percy άρχισε να καταγράφει. Δείγματα νερού από το πηγάδι, χώμα από τα χωράφια, αέρας μετρημένος τις ώρες που φυσούσε από τον βορρά. Κάπου μακριά, στα βουνά, υπήρχαν παλιά ορυχεία κοβαλτίου—κλειστά εδώ και δεκαετίες. Ίσως κάποια μόλυνση. Ίσως κάποιοι από τους χωριανούς να είχαν δουλέψει εκεί κάποτε. Τα στοιχεία, όμως, δεν έδεναν. Οι μετρήσεις έβγαιναν οριακές, αμφίβολες, ποτέ αρκετές για να εξηγήσουν μια τόσο καθολική απώλεια μνήμης.

   Κι έπειτα υπήρχαν τα μικρά πράγματα. Κανείς δεν είχε φωτογραφίες παλιές. Κανένα ημερολόγιο. Τα σπίτια δεν έφεραν σημάδια φθοράς από γεγονότα—μόνο από χρόνο. Ακόμη και το νεκροταφείο είχε πλάκες με ονόματα, αλλά χωρίς ημερομηνίες. Σαν να είχε αφαιρεθεί προσεκτικά ό,τι έδενε τους ανθρώπους με μια γραμμή πίσω.

    Ένα βράδυ, καθώς καθόταν με τη γηραιότερη γυναίκα του χωριού—τη μόνη που όλοι αποκαλούσαν «από τους παλιούς»—ο Percy τόλμησε να ρωτήσει ευθέως: «Τι συνέβη εδώ;»

    Εκείνη τον κοίταξε με καλοσύνη. «Δεν συνέβη», είπε. «Απλώς… αφήσαμε.»

    Του μίλησε χωρίς λεπτομέρειες, χωρίς ιστορίες. Του μίλησε για έναν καιρό που οι αναμνήσεις πόνεσαν περισσότερο απ’ όσο ωφελούσαν. Για καβγάδες που κρατούσαν γενιές. Για τύψεις που περνούσαν από γονιό σε παιδί σαν κληρονομιά. Κάποια στιγμή—κανείς δεν θυμόταν πότε—το χωριό έμαθε να μην κρατά τίποτε από το παρελθόν. Να αφήνει τις μέρες να περνούν χωρίς να τις δένει με χθες.

    «Οι παλιοί λέγανε πως η μνήμη είναι βάρος», πρόσθεσε. «Κι εμείς μάθαμε να περπατάμε ελαφροί.»

    Ο Percy έκλεισε το σημειωματάριό του. Οι περιβαλλοντικές εξηγήσεις του φάνηκαν ξαφνικά φτωχές. Εδώ δεν υπήρχε δηλητήριο στο νερό—υπήρχε επιλογή στον τρόπο ζωής. Μια συλλογική, αθόρυβη συμφωνία με τη λήθη.

  Το επόμενο πρωϊνό o Percy καθόταν κοντά σε μία από τις βρύσες του χωριού. Τώρα δεν είχε την ίδια αξία που θα είχε πριν από κάποια χρόνια, όταν γυναίκες με στάμνες θα πλησίαζαν για να πάρουν νερό. Οι διαδρομές όμως ποτέ δεν σβήνουν πραγματικά.

   Κοντά του πλησίασε μία κοπέλα. Λεγόταν Μιράντα. Έτσι του συστήθηκε. Ήταν το μέρος της. Σε αυτή τη βρύση του χωριού πήγαινε όταν ήθελε να ηρεμήσει. Το νερό που κυλούσε ήρεμα, την γαλήνευε. Ο Percy την πρόσεξε πριν ακόμη του μιλήσει· ήταν από τους λίγους ανθρώπους στο χωριό που έδειχναν ανήσυχοι, σαν να μην τους χωρούσε ο τόπος. Τον πλησίασε διστακτικά, με τα χέρια σφιγμένα μπροστά της, σαν παιδί που φοβάται μήπως ρωτήσει κάτι απαγορευμένο.

    Οι ερωτήσεις της ήταν αφελείς, σχεδόν αμήχανες. «Έξω από εδώ… οι άνθρωποι θυμούνται;» «Όταν φεύγεις από ένα μέρος, το κουβαλάς μαζί σου;» «Αν κάτι σε πονάει και το ξεχάσεις… σημαίνει ότι δεν έγινε;»

    Ο Percy απαντούσε προσεκτικά, μα περισσότερο άκουγε. Η Μιράντα μιλούσε σαν να ψαχουλεύει ένα σκοτεινό δωμάτιο. Έλεγε πως νόμιζε ότι είχε ζήσει κάποια πράγματα—ένα ταξίδι, έναν καβγά, ίσως έναν έρωτα—αλλά όταν προσπαθούσε να τα θυμηθεί, οι εικόνες διαλύονταν. Δεν ήξερε αν ήταν δικές της αναμνήσεις ή ιστορίες που είχε ακούσει και τις είχε φορέσει κατά λάθος.

    «Έχω την αίσθηση ότι κάποτε ήθελα να φύγω», του είπε. «Αλλά δεν θυμάμαι γιατί. Κι αν δεν θυμάμαι τον λόγο, πώς να φύγω τώρα;»

    Ο Percy ένιωσε ένα γνώριμο ρίγος. Η Μιράντα δεν είχε ξεχάσει όπως οι άλλοι. Βρισκόταν στο όριο—εκεί όπου η λήθη δεν είχε προλάβει να κλείσει τελείως τον κύκλο της. Ίσως γι’ αυτό οι ερωτήσεις της ήταν τόσο απλές· ήταν τα μόνα εργαλεία που της είχαν απομείνει.

    Της μίλησε για τον κόσμο έξω, όχι με γεγονότα, αλλά με συναισθήματα. Της είπε πως η μνήμη πονά, αλλά δίνει κατεύθυνση. Πως χωρίς αυτήν, η φυγή δεν είναι ελευθερία, αλλά τυχαία κίνηση.

    Η Μιράντα τον κοίταξε επίμονα. «Αν φύγω», ρώτησε, «θα θυμάμαι ότι ήθελα να φύγω;»

    Ο Percy δεν ήξερε την απάντηση. Για πρώτη φορά σκέφτηκε πως το χωριό της λήθης δεν ήταν απλώς ένα κοινωνικό φαινόμενο προς μελέτη, αλλά ένας ζωντανός μηχανισμός που δοκίμαζε τα όρια της ανθρώπινης βούλησης. Και η Μιράντα—με τις μισές αναμνήσεις και τη μισή απόφαση—ήταν το πρώτο ρήγμα σε αυτόν.

    Ο Percy άρχισε τότε να ονοματίζει αυτό που ως τώρα διαισθανόταν μόνο αμυδρά. Δεν επρόκειτο για απλή λήθη, ούτε για βιολογική έκπτωση της μνήμης. Αυτό που είχε εγκατασταθεί στο χωριό ήταν μια συλλογική απώθηση — όχι με την καθημερινή έννοια της απομάκρυνσης, αλλά με τον ψυχαναλυτικό της πυρήνα.

    Στην κλασική φροϋδική θεωρία, η απώθηση (Verdrängung) είναι ο βασικός αμυντικός μηχανισμός του ψυχισμού. Eμπειρίες ασύμβατες με την αντοχή του Εγώ εξορίζονται στο ασυνείδητο. Δεν εξαφανίζονται· συνεχίζουν να δρουν υπόγεια, επιστρέφοντας ως συμπτώματα, σιωπές, επαναλήψεις. Και —το κρίσιμο— η απώθηση ενεργοποιείται σχεδόν αποκλειστικά απέναντι στο τραύμα.

    Ο Percy σημείωσε πως εδώ το φαινόμενο είχε υπερβεί το άτομο. Αυτό που περιέγραφαν οι κάτοικοι δεν ήταν ατομική αμνησία, αλλά κάτι που θύμιζε αυτό που ο Maurice Halbwachs ονόμασε συλλογική μνήμη — μόνο που, στην περίπτωσή τους, επρόκειτο για συλλογική απώθηση. Το κοινωνικό σώμα είχε λειτουργήσει σαν ένα ενιαίο ψυχικό υποκείμενο, αποφασίζοντας —ασυνείδητα— να αποσύρει ολόκληρα στρώματα εμπειρίας.

    Η φράση «οι παλιοί λέγανε» του φάνηκε ξαφνικά ύποπτα ακριβής. Στην ψυχανάλυση, το τραύμα συχνά μετατοπίζεται. Δεν κατοικεί πια στο “εγώ”, αλλά στο “κάποτε”, στο “άλλοι”, στο απροσδιόριστο. Οι «παλιοί» λειτουργούσαν ως ένα δοχείο προβολής — ένα φαντασιακό υποκείμενο πάνω στο οποίο μεταβιβαζόταν το βάρος όσων δεν μπορούσαν να ειπωθούν.

   Θυμήθηκε τον Freud, αλλά και τον Ferenczi. Το τραύμα δεν είναι μόνο αυτό που συνέβη, αλλά και αυτό που δεν μπόρεσε να συμβολιστεί. Όταν η εμπειρία δεν βρίσκει λέξεις, παγώνει. Και όταν παγώνει για πολύ, οργανώνει γύρω της έναν τρόπο ζωής. Το χωριό είχε χτίσει μια ολόκληρη ηθική του παρόντος — ευγένεια, φιλοξενία, πραότητα — σαν αντιστάθμισμα σε κάτι ανείπωτα βίαιο ή οδυνηρό.

   Ο Percy υποψιάστηκε πως η λήθη δεν ήταν αποτυχία, αλλά σύμπτωμα. Ένα σύμπτωμα κοινωνικά λειτουργικό. Η απώθηση είχε γίνει κανονιστική· όποιος θυμόταν πολύ, πονούσε πολύ. Κι όποιος πονούσε, απειλούσε την εύθραυστη ισορροπία.

    Η Μιράντα, τότε, απέκτησε άλλη σημασία στα μάτια του. Αν το χωριό ήταν ένα ψυχικό σύστημα δομημένο γύρω από την απώθηση, εκείνη ήταν το επιστρέφον απωθημένο. Όχι ακόμη ανάμνηση, όχι ακόμη τραύμα — αλλά η επιθυμία να θυμηθεί. Και αυτό, σκέφτηκε ο Percy, ήταν πάντα το πρώτο βήμα πριν από την κατάρρευση ή τη λύτρωση.

    Ο Percy στράφηκε τότε στον ενήλικο πληθυσμό, και ιδίως στις γυναίκες. Η σκέψη του ήταν απλή, σχεδόν πεισματική. Ο τοκετός είναι εμπειρία σωματική, οριακή· αφήνει ίχνη ακόμη κι όταν οι λέξεις χάνονται. Κάτι θα θυμούνταν. Κάποια κραυγή, κάποιον φόβο, την πρώτη ανάσα του παιδιού.

    Ρώτησε προσεκτικά, χωρίς να πιέζει. Οι γυναίκες απαντούσαν ήρεμα, χωρίς αμηχανία. Πάντα δυο τρεις μαζί, ποτέ τους κάποια μόνη της. Έδειχαν να συμφωνούν όλες στο κοινό αφήγημα. Καμμία διαφωνία, καμμία παρέκκλιση, καμμία ασυμμετρία. Ναι, είχαν γεννήσει. Ναι, τα παιδιά τους ήρθαν στον κόσμο καλά. Όμως οι αφηγήσεις τους ήταν επίπεδες, σχεδόν απρόσωπες, σαν ιατρικές σημειώσεις χωρίς ημερομηνία. Καμία δεν ξεχώριζε έναν τοκετό από τον άλλον. Καμία δεν θυμόταν την ημέρα.

   Κάπως έτσι έμαθε και για τα γενέθλια των μικρών παιδιών. Δεν γιορτάζονταν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, αλλά στην αρχή κάθε μήνα. Όλα μαζί. Τα παιδιά που είχαν γεννηθεί μέσα στον ίδιο μήνα μαζεύονταν σε μια κοινή γιορτή. Υπήρχαν τούρτες —απλές, σπιτικές— και οι συγγενείς έρχονταν, γελούσαν, έδιναν ευχές, οι πιο εύποροι έδιναν και δώρα. Το τελετουργικό υπήρχε, αλλά ο χρόνος είχε στρογγυλευτεί, απογυμνωμένος από ακρίβεια. Η μοναδικότητα της ημέρας είχε θυσιαστεί υπέρ μιας ανώδυνης επανάληψης.

    Στον νου του Percy αυτό αντήχησε σαν καθαρό ψυχαναλυτικό σχήμα: αποχρονικοποίηση του τραύματος. Η συγκεκριμένη ημερομηνία —εκεί όπου θα μπορούσε να αγκυρωθεί μια ανάμνηση— είχε εξαφανιστεί. Χωρίς χρόνο, δεν υπάρχει αφήγηση· χωρίς αφήγηση, δεν υπάρχει μνήμη.

   Όταν ρώτησε τις παντρεμένες γυναίκες για το πώς είχαν γνωρίσει τους συζύγους τους, οι απαντήσεις ήταν σχεδόν πανομοιότυπες. «Να, όπως αυτά συμβαίνουν. Ένα βλέμμα, ένας λόγος, μια καλή προξενήτρα». Καμία ιστορία. Κανένα “πριν”. Εδώ του εξηγούσαν δεν μπορεί να κάνει κανείς πολλά, δεν μπορεί ούτε και να κρυφθεί. Μπορεί ο τόπος να είναι απέραντος, αλλά οι άνθρωποι δεν είναι πολλοί. Σχεδόν όλοι γνωρίζουν ποιός ενδιαφέρεται για ποιά και το ποιά ενδιαφέρεται για ποιόν. Ίσως αυτή η συλλογική πληροφόρηση να εμπόδιζε την εμφάνιση μνηστήρων και ερωτικών ανταπαιτητών. Όποιος προλάβαινε να καπαρώσει εκ των προτέρων, εφόσον φυσικά εύρισκε και την αντίστοιχη έγκριση. Μόνο ένα ουδέτερο πέρασμα από την ανυπαρξία στη συνύπαρξη.

    Ο έρωτας, σκέφτηκε ο Percy, είχε απογυμνωθεί από τη δυνατότητά του να γίνει γεγονός. Ήταν απλώς μια κοινωνική μετάβαση, χωρίς κορύφωση, χωρίς ρήγμα. Εδώ δεν απωθούνταν μόνο τα τραυματικά γεγονότα, αλλά και ό,τι θα μπορούσε να τα ενεργοποιήσει αναδρομικά. Οι ημερομηνίες, οι πρώτες φορές, οι έντονες συναντήσεις —όλα όσα στηρίζουν την αφήγηση του εαυτού— είχαν εξομαλυνθεί. Το χωριό δεν άφηνε τίποτα να ξεχωρίσει αρκετά ώστε να πονέσει αργότερα.

   Και τότε ο Percy κατάλαβε κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: η λήθη δεν προστάτευε μόνο από το παρελθόν. Προστάτευε και από την επιθυμία. Από τη δυνατότητα να ειπωθεί: αυτό συνέβη σε μένα, εκείνη τη μέρα, κι από τότε δεν είμαι ο ίδιος.

   Ο Percy κατέβαινε στα καφενεία τα απογεύματα, εκεί όπου οι άντρες κάθονταν για ώρες με τον ίδιο καφέ, παίζοντας τάβλι χωρίς ένταση, σαν να μην υπήρχε λόγος να κερδίσει κανείς. Ο χώρος έμοιαζε ιδανικός για να αναδυθούν ιστορίες — εκείνες που συνήθως λέγονται χαμηλόφωνα, με μισό χαμόγελο ή με μια δόση καυχησιάς.

   Ρώτησε ευθέως, μα χωρίς πρόκληση: αν υπήρξε ποτέ ερωτική αντιζηλία για μια γυναίκα. Αν είχαν μαλώσει, αν είχαν θυμώσει, αν είχαν ζηλέψει. Οι περισσότεροι τον κοίταξαν με ειλικρινή απορία, όχι με άρνηση. «Δεν θυμόμαστε κάτι τέτοιο», του είπαν. «Εδώ τα πράγματα είναι απλά».

    Του εξήγησαν πως οι γυναίκες παντρεύονται νωρίς. Πως οι οικογένειες κανονίζουν γρήγορα τις ενώσεις, πριν προλάβουν να δημιουργηθούν μπλεξίματα. Οι γάμοι κρατούν. Τα διαζύγια σχεδόν δεν υπάρχουν. Μόνο όσες μένουν χήρες αλλάζουν κατάσταση — κι αυτό όχι ως επιλογή, αλλά ως συνέπεια του χρόνου.

    Ο Percy άκουγε και ένιωθε πως άγγιζε τον πυρήνα της συλλογικής απώθησης. Η ερωτική αντιζηλία δεν είναι απλώς κοινωνική σύγκρουση· είναι τραυματικό πεδίο. Ζήλια, επιθυμία, φαντασίωση απώλειας, φόβος εξευτελισμού — όλα τα υλικά από τα οποία γεννιούνται μνήμες ανθεκτικές, επίμονες, δύσκολες να σβήσουν. Εδώ, όμως, το σύστημα είχε φροντίσει να τις προλάβει.

    Σημείωσε στο μυαλό του κάτι που του φάνηκε κρίσιμο.  Το χωριό δεν περίμενε το τραύμα για να το απωθήσει. Το απέτρεπε δομικά. Πρόωροι γάμοι, απουσία επιλογών, ταχεία μετάβαση από την εφηβεία στη συζυγοποίηση — ένας κοινωνικός σχεδιασμός που ελαχιστοποιούσε την πιθανότητα έντονων συγκρούσεων επιθυμίας.

    Στην ψυχαναλυτική γλώσσα, αυτό θύμιζε μια συλλογική μορφή πρωτογενούς άμυνας: πριν ακόμη αναδυθεί η σύγκρουση, το πλαίσιο τη στραγγαλίζει. Η επιθυμία δεν απωθείται αφού εμφανιστεί· δεν της επιτρέπεται να μορφοποιηθεί.

   Οι άντρες μιλούσαν χωρίς πίκρα. Δεν υπήρχε η νοσταλγία του χαμένου έρωτα, ούτε η σκιά του ανταγωνισμού. Μόνο μια ήρεμη αποδοχή. Κι αυτό τρόμαξε τον Percy περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Γιατί εκεί όπου δεν υπάρχει ούτε ζήλια ούτε ρήξη, δεν υπάρχει και αφήγηση του εαυτού — μόνο μια αδιάκοπη συνέχεια. Φεύγοντας από το καφενείο, σκέφτηκε πως στο χωριό της λήθης ο έρωτας δεν είχε τραυματιστεί. Είχε απλώς αφοπλιστεί.

    Υπήρξαν άτομα που έφυγαν, που εγκατέλειψαν το χωριό; Ποιοί να ήταν οι λόγοι;   Το ερώτημα αυτό ο Percy το κράτησε για το τέλος, σαν να ήξερε πως θα άνοιγε ένα πιο βαθύ κενό απ’ όλα τα προηγούμενα. Ρώτησε διστακτικά, σχεδόν σαν να απολογείται. «Είναι κάποιοι που εγκατέλειψαν το χωριό;»

   Η απάντηση ήρθε χωρίς έκπληξη. «Ναι, υπήρξαν», του είπαν. «Πάντα κάποιοι φεύγουν».

   Ποιοι ήταν; Πότε; Γιατί έφυγαν; Εκεί η μνήμη άρχιζε πάλι να θολώνει. Κανένα όνομα δεν ειπώθηκε με βεβαιότητα. Καμία ιστορία δεν ολοκληρώθηκε. Μόνο αόριστες χειρονομίες προς έναν χρόνο ακαθόριστο. «Είχαν τα δικά τους», είπε κάποιος. «Δεν ταίριαζαν», πρόσθεσε άλλος. «Έτσι συμβαίνουν αυτά».

    Ο Percy αναγνώρισε το μοτίβο αμέσως. Στην ψυχαναλυτική σκέψη, η φυγή είναι συχνά το ενεργητικό αντίθετο της απώθησης. Όταν το τραύμα δεν μπορεί να θαφτεί, όταν το υποκείμενο αρνείται να συμμετάσχει στη συλλογική σιωπή, τότε απομακρύνεται. Το χωριό δεν κρατούσε μνησικακία για όσους έφευγαν· τους άφηνε να χαθούν μέσα σε μια δεύτερη λήθη.

   Αυτό ήταν ίσως το πιο ανησυχητικό εύρημα. Η κοινότητα δεν θυμόταν ούτε τους αποχωρήσαντες, ούτε τους λόγους της αποχώρησης. Σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Ο κοινωνικός δεσμός διατηρούνταν καθαρός, αμόλυντος από την αμφισβήτηση, έστω την έμμεση αμφισβήτηση μέσω της αποχώρησης, της απομάκρυνσης, της φυγής. Η μνήμη τους είχε εκκαθαριστεί.

   Ο Percy σκέφτηκε πως όσοι έφευγαν πιθανόν έφεραν μέσα τους κάτι ανυπότακτο — μια υπερβολική μνήμη, μια επιθυμία που δεν χωρούσε, ένα τραύμα που ζητούσε λέξεις. Κι αυτό, σε ένα σύστημα οργανωμένο γύρω από την απώθηση, δεν μπορούσε παρά να θεωρηθεί επικίνδυνο.

   «Ποιος θυμάται τώρα πλέον τις αιτίες;» επανέλαβε κάποιος στο καφενείο.

    Ίσως κανείς. Ίσως μόνο εκείνοι που έφυγαν. Ή ίσως ούτε κι αυτοί — αν η λήθη του χωριού τους είχε ακολουθήσει για λίγο ακόμη, σαν σκόνη στα ρούχα τους.

    Τότε ο Percy κατάλαβε πως το χωριό της λήθης δεν ήταν κλειστό. Υπήρχε διέξοδος. Μα το τίμημα της φυγής δεν ήταν μόνο ο αποχωρισμός· ήταν ο κίνδυνος να πάρεις μαζί σου μια μνήμη που κανείς άλλος δεν θα αναγνώριζε ποτέ ως αληθινή.

    Η αποκάλυψη δεν ήρθε ως ομολογία· ήρθε ως ίχνος. Ένα τοπωνύμιο, ειπωμένο σχεδόν αφηρημένα, σαν να μην σήμαινε τίποτα.
   «Μην πάτε προς τα νότια», του είπαν μια μέρα. «Εκεί είναι ο βάλτος του δράκου».

   Ο Percy ανασήκωσε το κεφάλι. Τα τοπωνύμια, το ήξερε καλά, είναι από τις πιο ανθεκτικές μορφές μνήμης. Όταν όλα τα άλλα διαλύονται, το όνομα του τόπου μένει σαν απολίθωμα νοήματος.

   Ρώτησε τι ήταν ο δράκος. Κανείς δεν ήξερε. Ή μάλλον: κανείς δεν θυμόταν να ξέρει. Ο Percy άρχισε να σκάβει όχι στο χώμα, αλλά στη γλώσσα. Σε παλιούς χάρτες, σε διοικητικά έγγραφα μισοκατεστραμμένα, σε σημειώσεις τρίτων — γεωλόγων, μηχανικών, περαστικών. Και τότε το σχήμα άρχισε να κλείνει. Τα ορυχεία κοβαλτίου δεν ήταν απλώς τόπος εργασίας· ήταν τόπος καθεστώτος. Οι ιδιοκτήτες και οι εργοδηγοί είχαν ασκήσει εξουσία ωμή, ανεξέλεγκτη. Εργασία εξαντλητική. Σώματα εκτεθειμένα. Γυναίκες απροστάτευτες. Παιδιά σιωπηλά.

    Οι βιασμοί δεν καταγράφονται. Οι αιμομιξίες ακόμη λιγότερο. Όταν όμως συμβαίνουν συστηματικά, παύουν να είναι μεμονωμένα εγκλήματα και γίνονται τραυματική δομή. Ο Percy κατάλαβε πως το χωριό δεν απωθούσε ένα γεγονός, αλλά μια ολόκληρη περίοδο όπου τα όρια είχαν καταρρεύσει. Θύτες και θύματα δεν ήταν πάντα διακριτά. Κι αυτό ήταν το πιο αφόρητο.

   Η εικόνα που σχηματίστηκε στον νου του Percy δεν χρειάστηκε ωμές λέξεις για να γίνει σαφής. Τα στοιχεία προέκυψαν έμμεσα, μέσα από ίχνη διοικητικά και σιωπές θεσμικές. Στο εγκαταλελειμμένο αστυνομικό τμήμα της περιοχής —ένα κτίσμα ξεχασμένο, με αρχεία στοιβαγμένα και αταξινόμητα— βρήκε φακέλους παλιών υποθέσεων εξαφανίσεων. Ήταν λίγες σελίδες η καθεμία, γραμμένες με τον ψυχρό τόνο της υπηρεσιακής γλώσσας.

    Αφορούσαν νεαρές γυναίκες. Ηλικίες κοντά στο κατώφλι της ενηλικίωσης. Οι δηλώσεις συγγενών ήταν λιτές, σχεδόν συγκρατημένες: «δεν επέστρεψε», «εθεάθη τελευταία φορά κοντά στο ορυχείο», «μετέβη για εργασία». Καμία υπόθεση δεν είχε καταλήξει. Οι φάκελοι έκλειναν τυπικά, χωρίς συνέχεια.

    Ο Percy αντιλήφθηκε πως η βία δεν καταγραφόταν ποτέ ως τέτοια. Είχε απορροφηθεί από την ιεραρχία του χώρου εργασίας, από σχέσεις εξουσίας που δεν αμφισβητούνταν. Οι εργοδηγοί και οι ιδιοκτήτες του ορυχείου λειτουργούσαν ως απρόσιτα πρόσωπα κύρους. Οι επισκέψεις για «επιθεώρηση» των ιδιοκτητών του ορυχείου, συνοδεύονταν από μια σιωπηρή κανονικότητα, όπου οι πιο ευάλωτες υπάρξεις πλήρωναν το κόστος της απόλυτης εξάρτησης. Αυτές οι επισκέψεις των ανώτατων ελεγκτών της εταιρείας των ορυχείων συνέπιπταν χρονολογικά με τα ιστορικά των εξαφανίσεων των νεαρών κοριτσιών, σε ένα ταίριασμα που πλέον δεν φαινόταν να είναι καθόλου τυχαίο. Να ήταν άτυπα δώρα των εργοδηγών προς τα πλούσια αφεντικά τους ή εκτέλεση παραγγελιών που είχαν δώσει τα αφεντικά;

    Το χωριό, χωρίς να μιλά, προσαρμόστηκε. Οι οικογένειες επιτάχυναν τους γάμους των κοριτσιών. Η ιδιωτικότητα συρρικνώθηκε. Η προφύλαξη έγινε ήθος. Δεν επρόκειτο για άγνοια, αλλά για έναν μηχανισμό αυτοσυντήρησης. Όταν η ονομασία του κακού είναι αδύνατη, αποσύρεται και η μνήμη του.

   Στην ψυχαναλυτική σκέψη, ο Percy αναγνώρισε εδώ μια μορφή θεσμικής άρνησης που ενισχύει τη συλλογική απώθηση. Ό,τι δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν εντάσσεται στη χρονικότητα. Ό,τι δεν εντάσσεται στον χρόνο, παύει να υπάρχει ως γεγονός — παραμένει μόνο ως διάχυτη αγωνία που ρυθμίζει συμπεριφορές.

    Όταν αργότερα κατανόησε το συλλογικό έγκλημα στον βάλτο του δράκου, το είδε ως το τελικό στάδιο αυτής της διαδικασίας. Όχι ως πράξη εκδίκησης, αλλά ως βίαιη αποκοπή από ένα παρελθόν που απειλούσε να καταπιεί το παρόν. Η κοινότητα σφράγισε τη μνήμη της, όπως σφραγίζονται οι φάκελοι που δεν πρόκειται να ξανανοίξουν. Έτσι, η λήθη δεν λειτουργούσε πια ως έλλειμμα. Ήταν ένας κανόνας συνύπαρξης. Και το τίμημα της τάξης ήταν η σιωπή.

   Το μεγαλύτερο έγκλημα, όμως, δεν ήταν ατομικό. Όταν τα ορυχεία έκλεισαν, από οικονομική εγκατάλειψη, κάτι μετατοπίστηκε.  Οι άνθρωποι που ως τότε σιωπούσαν, συσπειρώθηκαν. Οι ιδιοκτήτες και οι εργοδηγοί εξαφανίστηκαν. Κανείς δεν τους αναζήτησε. Πράγμα αρκετά περίεργο. Ειπώθηκε ότι είχαν καταπλακωθεί σε μια σήραγγα του ορυχείου. Αυτό και μόνο. Δεν έγινε καμμία περαιτέρω έρευνα. Κανένα αρχείο δεν κατέγραψε την τύχη τους.

   Ο βάλτος του δράκου ήταν μια περιοχή με κινούμενη λάσπη, ένας βαλτότοπος που άλλαζε μορφή με τις εποχές. Εκεί, κατάλαβε ο Percy, είχαν θαφτεί. Όχι βιαστικά. Συλλογικά. Με μια πράξη που δεν μπορούσε να αποδοθεί σε έναν, γιατί ανήκε σε όλους. Ένα σύγχρονο είδος ομαδικής πατροκτονίας, ένα σύγχρονο περιστατικό ομαδικής εκδικητικής βίας έναντι των εργοδηγών και των εργοδοτών, των εργοδοτών που απροειδοποίητα και αδικαιολόγητα είχαν αφήσει άνεργους τόσους και τόσους. Κάποιοι από τους δράστες αυτής της συλλογικής ομαδικής ζωντανής ταφής θα είχαν φύγει. Δεν ήσαν όλοι οι εργάτες από το χωριό. Και φυσικά δεν ήθελαν να αφήσουν ίχνη. Κάποιοι όμως θα έπρεπε ακόμη να μένουν στο χωριό. Τριάντα χρόνια είχαν περάσει περίπου από τότε, ίσως και λίγο περισσότερα.

    Στην ψυχαναλυτική σκέψη, αυτό θα ονομαζόταν συλλογικό τραύμα με συνενοχή —η πιο ακραία μορφή. Όχι μόνο επειδή είχε προηγηθεί βία, αλλά επειδή η απάντηση στη βία ήταν κι αυτή βίαιη. Το Εγώ της κοινότητας δεν μπορούσε να ενσωματώσει αυτή τη μνήμη χωρίς να διαλυθεί. Έτσι, ενεργοποιήθηκε η μόνη δυνατή άμυνα: όχι η απώθηση ενός γεγονότος, αλλά η άρνηση της ίδιας της μνήμης.

    Ο δράκος, σκέφτηκε ο Percy, δεν ήταν μυθικό πλάσμα. Ήταν η μεταφορά για κάτι που καταπίνει ό,τι πλησιάζει — σώματα, ενοχές, αφηγήσεις. Κι όπως κάθε δράκος, έπρεπε να μείνει θαμμένος για να συνεχίσει το χωριό να υπάρχει.

    Τότε κατάλαβε γιατί η μνήμη εδώ δεν επέστρεφε ποτέ ως σύμπτωμα, αλλά ως κενό. Γιατί δεν υπήρχαν εφιάλτες, ούτε ξεσπάσματα, ούτε παραληρήματα. Το τραύμα δεν είχε απωθηθεί απλώς — είχε συλλογικά θαφτεί, όπως τα σώματα στον βάλτο. Και η λήθη δεν ήταν αδυναμία.
Ήταν όρκος σιωπής.

    Όταν έφυγε ο Percy, πήρε μαζί του δείγματα και σημειώσεις. Μα ήξερε πως το σημαντικότερο εύρημα δεν χωρούσε σε καμία ανάλυση. Το χωριό δεν είχε χάσει τη μνήμη του. Την είχε αφήσει πίσω —συνειδητά— και ζούσε, παράξενα γαλήνιο, μόνο στο τώρα. Ο Percy άφησε το χωριό να λειτουργεί στους δικούς του ρυθμούς. Ήξερε πως ότι είναι λειτουργικό δεν το πειράζεις.

 

 

 

 

 

 

 

 

απόδοση στα Αγγλικά:

 

(TextFrame)

In this region people did not remember, and everything passed quickly into oblivion. People were friendly, affable, hospitable, but as soon as one turned the conversation toward matters of the past, the only answers one received were “someone from the older ones,” “the old people used to say.” The social anthropologist, Percy, seeks to uncover the causes: the environment, the water, some contamination from distant cobalt mines—perhaps some of the villagers had once worked there; now, however, they were closed. Yet he does not settle for these environmental explanations that had been offered from time to time.

 

 

 

The Village of Oblivion

     Percy arrived in the village on an afternoon that smelled of wet earth and burnt wood. As a social anthropologist, he had learned to listen first to silences and only then to words. And here the silences were heavy—not threatening, merely empty, like rooms someone had forgotten to furnish.

    The people welcomed him with smiles. They offered him water, bread, olives. They were courteous, hospitable, with a kindness that asked for nothing in return. But when the conversation slipped, even imperceptibly, toward the past, something changed. Not in their faces—those remained calm—but in the air. The answers shrank to a single phrase, almost ritualistic:

“The old ones used to say…”

    Which old ones? When? What exactly did they say? No one knew. Or rather, no one remembered knowing.

    Percy began to record. Water samples from the well, soil from the fields, air measured during the hours when the wind blew from the north. Somewhere far away, in the mountains, there were old cobalt mines—closed for decades. Perhaps some contamination. Perhaps some of the villagers had once worked there. The data, however, did not add up. The measurements were marginal, ambiguous, never sufficient to explain such a universal loss of memory.

    And then there were the small things. No one had old photographs. No diaries. The houses bore no marks of wear from events—only from time. Even the cemetery had gravestones with names, but without dates. As if everything that bound people to a line extending backward had been carefully removed.

    One evening, as he sat with the oldest woman in the village—the only one everyone referred to as “one of the old ones”—Percy dared to ask directly:

“What happened here?”

She looked at him kindly.

“It didn’t happen,” she said. “We simply… let go.”

She spoke without details, without stories. She spoke of a time when memories hurt more than they helped. Of quarrels that lasted generations. Of guilt passed from parent to child like an inheritance. At some point—no one remembered when—the village learned not to hold on to anything from the past. To let the days pass without tying them to yesterday.

“The old ones used to say that memory is a burden,” she added. “And we learned to walk lightly.”

    Percy closed his notebook. His environmental explanations suddenly seemed poor. There was no poison in the water here—there was a choice in the way of life. A collective, silent agreement with oblivion.

    The next morning Percy was sitting near one of the village fountains. It no longer had the value it once did, years ago, when women with clay jugs would come to draw water. Yet paths never truly disappear.

    A young woman approached him. Her name was Miranda. That was how she introduced herself. It was her place. This was the village fountain she came to when she wanted to calm herself. The water flowing gently soothed her. Percy noticed her before she spoke; she was one of the few people in the village who seemed restless, as though the place could not contain them. She approached him hesitantly, hands clasped in front of her, like a child afraid to ask something forbidden.

    Her questions were naïve, almost awkward.
“Outside of here… do people remember?”
“When you leave a place, do you carry it with you?”
“If something hurts you and you forget it… does that mean it didn’t happen?”

    Percy answered carefully, but mostly he listened. Miranda spoke as if groping around a dark room. She said she thought she had lived certain things—a journey, an argument, perhaps a love—but when she tried to remember them, the images dissolved. She did not know whether they were her own memories or stories she had heard and mistakenly worn as her own.

   “I have the feeling that once I wanted to leave,” she told him. “But I don’t remember why. And if I don’t remember the reason, how can I leave now?”

    Percy felt a familiar shiver. Miranda had not forgotten like the others. She stood at the threshold—where oblivion had not yet fully closed its circle. Perhaps that was why her questions were so simple; they were the only tools she had left.

   He spoke to her about the world outside, not with facts, but with feelings. He told her that memory hurts, but it gives direction. That without it, departure is not freedom, but random motion.

Miranda looked at him intently.

“If I leave,” she asked, “will I remember that I wanted to leave?”

   Percy did not know the answer. For the first time, he thought that the village of oblivion was not merely a social phenomenon to be studied, but a living mechanism testing the limits of human will. And Miranda—with her half-memories and half-decision—was the first crack in it.

   Percy then began to name what he had so far only dimly intuited. This was not simple forgetfulness, nor a biological deterioration of memory. What had settled in the village was collective repression—not in the everyday sense of pushing away, but in its psychoanalytic core.

   In classical Freudian theory, repression (Verdrängung) is the fundamental defensive mechanism of the psyche. Experiences incompatible with the ego’s tolerance are exiled to the unconscious. They do not disappear; they continue to operate underground, returning as symptoms, silences, repetitions. And—crucially—repression is activated almost exclusively in response to trauma.

    Percy noted that here the phenomenon had surpassed the individual. What the residents described was not individual amnesia, but something akin to what Maurice Halbwachs called collective memory—only in their case, it was collective repression. The social body had functioned like a single psychic subject, deciding—unconsciously—to withdraw entire layers of experience.

    The phrase “the old ones used to say” suddenly struck him as suspiciously precise. In psychoanalysis, trauma is often displaced. It no longer resides in the “I,” but in the “once,” in the “others,” in the indeterminate. The “old ones” functioned as a container of projection—an imaginary subject onto which the weight of what could not be spoken was transferred.

    He thought of Freud, but also of Ferenczi. Trauma is not only what happened, but also what could not be symbolized. When experience finds no words, it freezes. And when it freezes for too long, it organizes a way of life around itself. The village had built an entire ethics of the present—kindness, hospitality, gentleness—as a counterweight to something unspeakably violent or painful.

    Percy suspected that oblivion was not a failure, but a symptom. A socially functional symptom. Repression had become normative; whoever remembered too much hurt too much. And whoever hurt threatened the fragile balance.

    Miranda then took on a different significance in his eyes. If the village was a psychic system structured around repression, she was the return of the repressed. Not yet memory, not yet trauma—but the desire to remember. And that, Percy thought, was always the first step before collapse or redemption.

   Percy then turned his attention to the adult population, and especially to the women. His thought was simple, almost stubborn. Childbirth is a bodily, liminal experience; it leaves traces even when words are lost. Something they would remember. A scream, a fear, the child’s first breath.

He asked carefully, without pressure. The women answered calmly, without embarrassment. Always two or three together, never alone. They all seemed to agree on the common narrative. No disagreement, no deviation, no asymmetry. Yes, they had given birth. Yes, their children had come into the world healthy. But their accounts were flat, almost impersonal, like medical notes without dates. None distinguished one birth from another. None remembered the day.

    In this way he also learned about the birthdays of the small children. They were not celebrated on specific dates, but at the beginning of each month. All together. The children born within the same month gathered for a common celebration. There were cakes—simple, homemade—and relatives came, laughed, offered wishes; the more affluent also brought gifts. The ritual existed, but time had been rounded off, stripped of precision. The uniqueness of the day had been sacrificed in favor of painless repetition.

    In Percy’s mind this resonated as a clear psychoanalytic schema: the de-temporalization of trauma. The specific date—where a memory might anchor itself—had disappeared. Without time, there is no narrative; without narrative, there is no memory.

    When he asked married women how they had met their husbands, the answers were almost identical.

     “Well, the way these things happen. A glance, a word, a good matchmaker.” No story. No “before.” Here, they explained, one cannot do much, nor even hide. The land may be vast, but the people are few. Almost everyone knows who is interested in whom, and who is interested in whom in return. Perhaps this collective knowledge prevented the emergence of rivals and romantic competitors. Whoever managed to secure a match in advance—provided, of course, the corresponding approval was found. Merely a neutral passage from nonexistence to coexistence.

    Love, Percy thought, had been stripped of its capacity to become an event. It was merely a social transition, without climax, without rupture.

    Here not only traumatic events were repressed, but also whatever might retroactively activate them. Dates, first times, intense encounters—everything that supports the narrative of the self—had been smoothed out. The village allowed nothing to stand out enough to hurt later.

    And then Percy realized something even more troubling: oblivion did not protect only from the past. It also protected from desire. From the possibility of saying: this happened to me, on that day, and since then I am not the same.

    Percy spent his afternoons in the cafés, where the men sat for hours over the same coffee, playing backgammon without intensity, as if there were no reason for anyone to win. The space seemed ideal for stories to emerge—those usually told in low voices, with a half-smile or a hint of boasting.

    He asked directly, but without provocation: whether there had ever been romantic rivalry over a woman. Whether they had fought, become angry, felt jealous. Most looked at him with sincere puzzlement, not denial.

    “We don’t remember anything like that,” they told him. “Things are simple here.”

    They explained that women marry young. That families arrange unions quickly, before complications can arise. Marriages last. Divorces almost do not exist. Only those who become widows change status—and that not as a choice, but as a consequence of time.

    Percy listened and felt he was touching the core of collective repression. Romantic rivalry is not merely social conflict; it is a traumatic field. Jealousy, desire, fantasies of loss, fear of humiliation—all the materials from which resilient, persistent memories are born. Here, however, the system had taken care to preempt them.

    He noted something that seemed crucial: the village did not wait for trauma in order to repress it. It prevented it structurally. Early marriages, absence of choice, rapid transition from adolescence to conjugality—a social design that minimized the probability of intense conflicts of desire.

    In psychoanalytic terms, this resembled a collective form of primary defense: before conflict even emerges, the framework strangles it. Desire is not repressed after it appears; it is not allowed to take form.

    The men spoke without bitterness. There was no nostalgia for lost love, nor the shadow of competition. Only a calm acceptance. And this frightened Percy more than anything else. Because where there is neither jealousy nor rupture, there is no narrative of the self—only uninterrupted continuity. Leaving the café, he thought that in the village of oblivion love had not been wounded. It had simply been disarmed.

    Had there been people who left, who abandoned the village? What were the reasons? Percy saved this question for last, as if he knew it would open a deeper void than all the previous ones. He asked hesitantly, almost apologetically. “Are there people who left the village?”

The answer came without surprise.

“Yes, there have been,” they told him. “Some always leave.”

    Who were they? When? Why did they leave? There memory blurred again. No name was spoken with certainty. No story was completed. Only vague gestures toward an indeterminate time.

“They had their own issues,” someone said.

“They didn’t fit,” added another.

“That’s how these things happen.”

    Percy recognized the pattern immediately. In psychoanalytic thought, flight is often the active opposite of repression. When trauma cannot be buried, when the subject refuses to participate in collective silence, it withdraws. The village bore no resentment toward those who left; it allowed them to vanish into a second oblivion.

    This was perhaps the most disturbing finding. The community remembered neither those who departed nor the reasons for their departure. As if they had never existed. The social bond remained clean, uncontaminated by dissent. Their memory had been purged.

    Percy thought that those who left probably carried something unruly within them—an excessive memory, a desire that did not fit, a trauma demanding words. And that, in a system organized around repression, could only be considered dangerous.

   “Who remembers the reasons anymore?” someone repeated in the café.

    Perhaps no one. Perhaps only those who left. Or perhaps not even them—if the village’s oblivion had followed them a little longer, like dust on their clothes.

    Then Percy understood that the village of oblivion was not closed. There was an exit. But the price of departure was not only separation; it was the risk of carrying with you a memory that no one else would ever recognize as true.

    The revelation did not come as a confession; it came as a trace. A place-name, spoken almost absentmindedly, as if it meant nothing.

   “Don’t go south,” they told him one day. “That’s where the dragon’s swamp is.”

    Percy raised his head. Place-names, he knew well, are among the most resilient forms of memory. When everything else dissolves, the name of a place remains like a fossil of meaning.

    He asked what the dragon was. No one knew. Or rather: no one remembered knowing. Percy began to dig not in the soil, but in language. In old maps, in half-destroyed administrative documents, in third-party notes—geologists, engineers, passersby. And then the pattern began to close. The cobalt mines were not merely a workplace; they were a site of regime. The owners and foremen had exercised raw, unchecked power. Exhausting labor. Exposed bodies. Unprotected women. Silent children.

    Rapes are not recorded. Incest even less so. But when they occur systematically, they cease to be isolated crimes and become a traumatic structure. Percy understood that the village was not repressing an event, but an entire period during which boundaries had collapsed. Perpetrators and victims were not always clearly distinct. And that was the most unbearable thing.

    The image that formed in Percy’s mind did not require crude words to be clear. The evidence emerged indirectly, through administrative traces and institutional silences. In the abandoned local police station—a forgotten building, with files piled up and unclassified—he found folders of old disappearance cases. Each contained only a few pages, written in the cold tone of bureaucratic language.

    They concerned young women. Ages near the threshold of adulthood. The relatives’ statements were brief, almost restrained: “did not return,” “last seen near the mine,” “went for work.” No case had been resolved. The files were closed formally, without follow-up.

    Percy realized that violence was never recorded as such. It had been absorbed into the hierarchy of the workplace, into power relations that were not questioned. The foremen and mine owners functioned as inaccessible figures of authority. The owners’ “inspection” visits coincided chronologically with the disappearance records, within a tacit normalcy in which the most vulnerable beings paid the cost of absolute dependence. Whether these were informal “gifts” by the foremen to their wealthy masters, or the execution of orders issued by the masters themselves.

   The village, without speaking, adapted. Families accelerated the marriages of their daughters. Privacy shrank. Protection became an ethos. This was not ignorance, but a mechanism of self-preservation. When naming evil is impossible, its memory is withdrawn as well.

    In psychoanalytic terms, Percy recognized here a form of institutional denial that reinforced collective repression. What cannot be spoken cannot be integrated into temporality. What is not integrated into time ceases to exist as an event—it remains only as diffuse anxiety regulating behavior.

    When he later understood the collective crime in the dragon’s swamp, he saw it as the final stage of this process. Not as an act of revenge, but as a violent severing from a past that threatened to devour the present. The community sealed its memory, as files are sealed that will never be reopened. Thus oblivion no longer functioned as a lack. It was a rule of coexistence. And the price of order was silence.

    The greatest crime, however, was not individual. When the mines closed, due to economic abandonment, something shifted. The people who had until then remained silent coalesced. The owners and the foremen disappeared. No one went looking for them. A rather strange thing. It was said that they had been buried alive in a mine tunnel. That was all. No further investigation was carried out. No record ever documented their fate.

    The dragon’s swamp was an area of shifting mud, a marshland that changed shape with the seasons. There, Percy understood, they had been buried. Not hastily. Collectively. Through an act that could not be attributed to one, because it belonged to all. A modern form of collective patricide, a contemporary act of collective retaliatory violence against the foremen and the employers—the employers who had abruptly and unjustifiably left so many people without work. Some of the perpetrators of this collective act of live burial would have left. Not all the workers were from the village. And of course they did not want to leave traces. Yet some must still have been living in the village. About thirty years had passed since then, perhaps a little more.

    In psychoanalytic terms, this would be called collective trauma with complicity—the most extreme form. Not only because violence had preceded it, but because the response to violence was itself violent. The ego of the community could not integrate this memory without disintegrating. Thus the only possible defense was activated: not repression of an event, but denial of memory itself.

The dragon, Percy thought, was not a mythical creature. It was a metaphor for something that devours whatever approaches—bodies, guilt, narratives. And like every dragon, it had to remain buried for the village to continue to exist.

    Then he understood why memory here never returned as a symptom, but as a void. Why there were no nightmares, no outbursts, no deliriums. The trauma had not merely been repressed—it had been collectively buried, like the bodies in the swamp. And oblivion was not weakness. It was an oath of silence.

    When Percy left, he took samples and notes with him. But he knew that the most important finding could not fit into any analysis. The village had not lost its memory. It had left it behind—deliberately—and lived, strangely serene, only in the now. Percy let the village run at its own pace. He knew that you don’t tamper with something that works

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ

eleftherografos.blogspot.com

[ ανάρτηση 8 Φεβρουαρίου 2026 : 

Το χωριό της λήθης

σκηνογραφημένο διήγημα 2026

τεχνητή Πεζογραφία ]

 

 

 

 

αναπαραγωγή ανάρτησης

 

 

 

 

 

Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com

[ ανάρτηση 9 Φεβρουαρίου 2026 :

Το χωριό της λήθης

σκηνογραφημένο διήγημα 2026

τεχνητή Πεζογραφία ]