Θεόδωρος Αντωνίου "Διαμαρτυρία ΙΙ" μουσική σύνθεση Σεπτέμβριος 1971 Τέταρτη Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής ΜΟΥΣΙΚΗ

 


Θεόδωρος Αντωνίου

«Διαμαρτυρία ΙΙ»

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 1971

Τέταρτη Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής

εφημ. «Το Βήμα» (της Κυριακής)

Σεπτέμβριος 1971

ΜΟΥΣΙΚΗ

 

 

 

   Η Τέταρτη Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής που έγινε το Σεπτέμβριο, απετελείτο από 72 παγκόσμιες και ελληνικές πρώτες εκτελέσεις συνθέσεων Ευρωπαίων, Αμερικανών και Ελλήνων συνθετών. Θέμα της ήταν η τέχνη των πολλαπλών μέσων (μουλτιμέντια).

   Ανάμεσα στα έργα που παρουσιάστηκαν ήταν η «Διαμαρτυρία ΙΙ», έργο «πολλαπλών» μέσων για ενόργανο σύνολο, βαρύτονο, ηθοποιούς, φωτιστικά και ηχητικά «εφφέ», «συνθεσάϊζερ», μαγνητοταινία και προβαλλόμενες διαφάνειες – μια σύλληψη του Θεόδωρου Αντωνίου.

   Ήταν μια διαμαρτυρία εναντίον όλων των ανθρωπίνων και καλλιτεχνικών αδικιών που διανοείται κανείς και άρχισε με μια μουσική ενδιαφέρουσα και με νόημα.

 

εφημ. «Το Βήμα» της Κυριακής

 

 

 

 


από εργασία της Αδαμαντίας Αναστασίου, Σχολή Καλών Τεχνών, Τμήμα Μουσικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 2022, σελ. 149.

 

Υπερσύνδεση:

οι πεντε ελληνικες εβδομαδες συγχρονης μουσικης (1966- ...

 

 

 

 

 

 

 

Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com

[ ανάρτηση 20 Ιανουαρίου 2026 :

Θεόδωρος Αντωνίου

«Διαμαρτυρία ΙΙ»

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 1971

Τέταρτη Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής

εφημ. «Το Βήμα» (της Κυριακής)

Σεπτέμβριος 1971

ΜΟΥΣΙΚΗ ]

 

 

 

 

 

 


Γρηγόριος Ξενόπουλος "Οι Σακάτιδες" διήγημα δημοσίευση Μηνιαίος Εθνικός Κήρυξ Ιούλιος 1915 ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 


Γρηγόριος Ξενόπουλος

«Οι Σακάτιδες»

διήγημα

Μηνιαίος Εθνικός Κήρυξ Ιούλιος 1915

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

 

Οι Σακάτιδες

 

   Τό μαγαζί του Κώστα του μανάβη είναι ένα καρροτσάκι, στημένο πάντ’ απέξω από τό φούρνο. ’Έχει κι’ άλλους μανάβηδες η γειτονιά, μά ο πειό συμπαθητικός της είναι ο Κώστας. Μικροί, μεγάλοι απ’ αυτόν ψωνίζουν τά πορτοκάλια τους τόν χειμώνα, καί τά σταφύλια τους τό καλοκαίρι. Κι’ απάνω στό ψώνισμα, πάντα θά βρουν αφορμή νά του πουν τά δυό καλά λόγια, καί να τόν παρηγορήσουν. Γιατί ό Κώστας ο μανάβης είναι παράλυτος. Δεν περπατεί: σούρνεται μέ κόπο απάνου σέ δυό δεκανίκια. Κι’ αυτό τό έπαθε πριν από τέσσαρα χρόνια, τότε πού ήταν ακόμη σφουγγαράς, βουτηχτής.

    Μιά μέρα τον άφισαν κάτω περισσότερο απ όσο σήκωνε ο άνθρωπος. Τόν έβγαλαν μαύρο καί πρησμένο, τούμπανο. ’΄Αλλος στή θέσι του θά πέθαινε. Αυτός, γερή κράσι, έζησε. Μά γιά νά μείνη σακάτης ς’ όλη του τή ζωή. Πόσες φορές από τότε είπε καί πόσες θά τό πή ακόμα: «Καλλίτερα νά πέθαινα παρά νά μήν έχω τά πόδια μου.»

   Στή γειτονιά εκείνη τής ’Αθήνας, όπου τόν έρριξε ναυαγό η φουρτούνα τής ζωής, ο Κώστας έχει φίλους πολλούς. Μά ο καλλίτερος του είναι ο Βασίλης, ό νειός ζυμωτής του γέρου φούρναρη. Γι’ αγάπη του έχει πάντα τό καρροτσάκι εκεί απόξω από τό φούρνο. Πρίν γίνη ό πόλεμος στις ώρες πού δεν είχε δουλειά στό μαγαζί, ο Βασίλης τήν περνούσε δίπλα στό σακάτη. Στεριανός αυτός, από τήν Ήπειρο, έβαζε τό Νησιώτη νά του εξιστορή τά περασμένα του, τή ζωή τή θαλασσινή. Τόν βοηθούσε κιόλα μέ προθυμία, όταν τό νταραβέρι ήταν ζωηρό γύρω στό καρροτσάκι κι’ ο μανάβης δέν τά κατάφερνε μονάχος του, σακάτης κι’ αναγκασμένος νά κάθεται πάντα σ’ ένα σκαμνί. Καί κάθε νύκτα, αφού τελείωνε η δουλειά, τόν συντρόφευε με αγάπη ως τήν κατοικία του— είχε μια καμαρούλα σέ μιάν αυλή τής γειτονιάς, λίγα βήματ’ από τό φούρνο, – καί του τραβούσε το καροτσάκι του.

   Έπειτα ήλθεν ο πόλεμος. Ένα μεσημέρι, ο Βασίλης ο ζυμωτής, έφεδρος, εγύρισ’ απ’ τη στρατώνα μέ τό χακί του, για ν’ αποχαιρετίση δακρυσμένος τή γειτονιά. Με τον Κώστα άλλαξε ένα φιλί και τού έταξε πώς θά του γράφη. Τό ίδιο βράδυ θάφευγε με τό σώμα του γιά τά σύνορα.

— Ώρα καλή, Βασίλη καί πάντα νικητής!....

   Πέρασαν ημέρες, εβδομάδες, μήνες. Καμμία είδησι, από τό στρατιώτη. Ο γεροφούρναρης φοβήθηκε μή εσκοτώθηκε στό Σαραντάπορο πού έφαγε τόσους. Ο Κώστας όμως πού διάβαζε προσεκτικά τούς καταλόγους, τών σκοτωμένων στις εφημερίδες, τον εβεβαίωνε πώς δέν απήντησε πουθενά τό όνομα του Βασίλη. Τί έγινε λοιπόν αυτό τό παιδί; Χάθηκε; Τόν ξέχασε; δέν έγραφε δυό λόγια; Κρίμα στά ταξίματά του!.... Τέλος πάντων πήγε στό φούρνο, μιά μέρα ένας πατριώτης έφεδρος κι’ αυτός, μέ μιά ουλή στό μάγουλο, γύρεψε τό γεροφούρναρη καί τόν μανάβη, καί τούς έδωσε από ένα γράμμα τού Βασίλη. Ό στρατιώτης τούς έγραφε από τό νοσοκομείο τής Θεσσαλονίκης, λίγα λόγια, γιατί δέν μπορούσε νά γράψη πολλά. Τού είχαν κόψει τό δεξί πόδι από τό γόνατο, λυωμένο από σκλήθρα οβίδας, καί τόν κρατούσε από πληγή σφαίρας στόν ώμο, πού αφόρμησε καί δέν είχε γιατρεμούς. «Ε Κώστα! — έγραφε στό φίλο του. — Τώρα είμαστε ίσια κι’ ίσια».

   Περάσαν ακόμα τρεις μήνες, χωρίς νά μάθη κανείς άν ο πληγωμένος ζούσε ή πέθανε. Κι’ ένα δειλινό, άξαφνα, παρουσιάστηκε στή γειτονιά τό φάντασμά του. Γιατί βέβαια δέν ήταν ο Βασίλης εκείνος έτσι πού γύρισε τώρα... Χλωμός, αδύνατος, πετσί καί κόκκαλο, μέ τώνα χέρι ξερό, μέ τώνα πόδι κομμένο. Φορούσε μιά στολή λυγδωμένη, κουρελιασμένη, καί περπατούσε μέ αγώνα, στηριγμένος απάνω σ’ ένα δεκανίκι.

   Ο Κώστας, άμα τόν είδεν έτσι, έβαλε τά κλάμματα σά μωρό παιδί.

«—Πώς σε καταντήσανε, έτσι, μωρέ Βασίλη; τού έλεγε· πώς έφυγες καί πώς μού γυρίζεις;...»

   «Όπως έφυγες καί σύ μιά φορά γιά τήν Μπαρμπαριά, του αποκρίθηκε ο Βασίλης, καί όπως εγύρισες, απαράλλακτα! Δέ σού τώγραψα Κώστα, πώς τώρα είμαστε ίσια κι’ ίσια; Νάτο, τό βλέπεις.»

   ’Από τήν άλλη μέρα έν’ άλλο σκαμνί, μπήκε δίπλα στό σκαμνί τού Κώστα, τού μανάβη, άπ’ όξω απ’ τό φούρνο. Καί μπροστά στό καρροτσάκι, δυό σακάτηδες κάθουνται τώρα, καί βοηθούν ο ένας τόν άλλον — δυό σακάτηδες που μετά βίας κάνουν ένα,— πουλούν πορτοκάλια το χειμώνα και σταφύλια το καλοκαίρι… Ο  Βασίλης φυσικά δέν μπορούσε ποιά νά ζυμώση, κι’ ο φίλος του ο μανάβης γιά νά μήν τόν αφίση νά ζητιανέψη, μοιράστηκε μαζύ του τή μικρή του δουλειά. ’Έτσι όλες του τις ώρες, σακάτης τώρα κι’ αυτός, τήν περνά δίπλα στό σακάτη. Κι’ όπως πρώτα τόν έβαζε αυτός νά τού εξιστορή τή θαλασσινή του ζωή, βάζει τώρα κι’ ό Κώστας τό Βασίλη νά τού μιλά γιά τις φουρτούνες τού πολέμου.

   Ένα βράδυ, στήν καμαρούλα, πού τήν έχουν τώρα μεσιακή, ύστερ’ από τήν εκατοστή διήγησι γιά τήν μάχη τών Γιεννιτσών, όπου ό Βασίλης είχε πληγωθή δυό φορές,— πρώτα μέ την οβίδα στό πόδι, κι’ έπειτα καθώς βογγούσε ξαπλωμένος, μέ τήν σφαίρα στόν ώμο,— ο Κώστας κούνησε τό κεφάλι του καί τού είπε: «— Τά ίδια τά δικά μου καψοΒασίλη! Τί νά σέ κατεβάζουν στόν πάτο τής θάλασσας νά κόψης σφουγγάρια, τί νά σ’ αμολάνε στόν κάμπο καί στά βουνά νά κόψης Τούρκους!.. Μέ τό χακί εσύ, μέ τό σκάφαντρο εγώ, στόν πόλεμο πήγαμε καί οι δυό μας. Καί νά τώρα τά χάλια μας. – Κοιμήσου!...»

 

 

Γρηγόριος Ξενόπουλος

 

 

 

 

Το διήγημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου «Οι Σακάτιδες» δημοσιεύθηκε στον Μηνιαίο Εικονογραφημένο Εθνικό Κήρυκα (της Νέας Υόρκης), έτος Α΄, αριθμός 1, Ιούλιος 1915, σελ.  54-55.

   Ο Εθνικός Κήρυξ (National Herald) καθημερινή εφημερίδα στη Νέα Υόρκη.

 


 

Εδώ το μηνιαίο παράρτημά του.

 




Λίγα σχόλια

 

Βασικά θέματα στο αντιπολεμικό διήγημα «Οι Σακάτιδες» του Γρηγορίου Ξενόπουλου

    Το διήγημα «Οι Σακάτηδες» του Γρηγορίου Ξενόπουλου (1915) είναι ένα καθαρά αντιπολεμικό και κοινωνικό κείμενο, που μέσα από απλές μορφές και καθημερινές εικόνες θίγει βαθιά και σύνθετα ζητήματα. Τα βασικά θέματα που αναδεικνύονται είναι τα εξής:

1. Η φρίκη και η ματαιότητα του πολέμου

    Ο πόλεμος στο διήγημα δεν παρουσιάζεται ως πεδίο ηρωισμού, αλλά ως μηχανισμός ακρωτηριασμού της ζωής, και μάλιστα των νέων ανθρώπων.
   Ο Βασίλης δεν επιστρέφει νικητής αλλά σακατεμένος, σωματικά και ψυχικά. Η φράση του «Τώρα είμαστε ίσια κι’ ίσια» συμπυκνώνει την αντιπολεμική θέση του Ξενόπουλου. Ο πόλεμος δεν εξυψώνει τον άνθρωπο, τον εξισώνει στη δυστυχία.

2. Εξίσωση πολέμου και σκληρής εργασίας

    Ιδιαίτερα πρωτότυπο είναι το εξής παράλληλο σχήμα. Ο Κώστας σακατεύεται ως σφουγγαράς (οικονομικός αγώνας), ο Βασίλης σακατεύεται ως στρατιώτης (εθνικός αγώνας). Η καταληκτική φράση «Με τό χακί εσύ, με τό σκάφαντρο εγώ, στον πόλεμο πήγαμε κι οι δυο μας» καταργεί τον διαχωρισμό ανάμεσα σε «ένδοξο» πόλεμο και «ταπεινή» βιοπάλη. Και τα δύο συνθλίβουν τον άνθρωπο.

3. Ο ακρωτηριασμός ως μόνιμη κοινωνική πληγή

   Η αναπηρία δεν είναι παροδική, αλλά ισόβια καταδίκη στη φτώχεια και τη δυστυχία. Οι σακάτηδες δεν μπορούν να επιστρέψουν στα παλιά τους επαγγέλματα, δεν αποκαθίστανται από το κράτος, επιβιώνουν μόνο μέσω αλληλεγγύης.

    Ο Ξενόπουλος καταγγέλλει έμμεσα την κοινωνική εγκατάλειψη των αναπήρων πολέμου.

4. Η λαϊκή αλληλεγγύη ως αντίβαρο στη βία

   Απέναντι στη βαρβαρότητα είτε της κοινωνίας είτε του πολέμου, προβάλλεται η ανθρώπινη συντροφικότητα. ο Βασίλης βοηθά τον Κώστα πριν τον πόλεμο, ο Κώστας στηρίζει τον Βασίλη μετά τον πόλεμο. Η αλληλοβοήθεια γίνεται πράξη αντίστασης σε έναν κόσμο που σακατεύει.

5. Αποδόμηση του ηρωικού αφηγήματος

    Δεν υπάρχουν παράσημα, εθνικοί παιάνες, ρητορική δόξας. Υπάρχουν μόνο ακρωτηριασμένα σώματα, φτωχικά σκαμνιά, μια κοινή καμαρούλα. Ο πόλεμος απογυμνώνεται από κάθε ιδεολογικό ένδυμα.

6. Ανθρωπισμός και ρεαλισμός

    Ο Ξενόπουλος επιλέγει απλή γλώσσα, λαϊκούς ήρωες, καθημερινό χώρο (γειτονιά της Αθήνας, φούρνος, καρότσι). Έτσι το αντιπολεμικό μήνυμα γίνεται άμεσο και καθολικό, όχι θεωρητικό.

    Οι «Σακάτηδες» δεν είναι μόνο ένα αντιπολεμικό διήγημα· είναι μια καταγγελία κάθε συστήματος (πολεμικού, οικονομικού, κοινωνικού) που θυσιάζει τον άνθρωπο και τον αφήνει έπειτα να επιβιώνει μόνος του. Ο πόλεμος, όπως και η φτώχεια, δεν παράγει ήρωες αλλά ανάπηρους — και η μόνη αξιοπρέπεια που απομένει είναι η ανθρώπινη αλληλεγγύη.

 

Η σχετικά απλή δομή του διηγήματος. Τα πριν (ο ανάπηρος Κώστας). Η μεσολάβηση του πολέμου. Ο ανάπηρος Βασίλης. Η κοινή τελική μοίρα.

   Η δομή του διηγήματος είναι σκόπιμα απλή, γραμμική και συμμετρική, ώστε να υπηρετεί καθαρά το αντιπολεμικό του νόημα. Μπορούμε να τη δούμε ως μια τετραμερή διάρθρωση που οδηγεί αναπόφευκτα στην εξίσωση των δύο ηρώων.

1. Τα «πριν»: ο ήδη ανάπηρος Κώστας

    Το διήγημα ανοίγει με έναν άνθρωπο ήδη σακατεμένο, όχι από πόλεμο αλλά από τη σκληρή βιοπάλη. Ο Κώστας είναι κοινωνικά ενταγμένος (γειτονιά, φίλοι), εργάζεται παρά την αναπηρία, φέρει μια σιωπηλή τραγωδία, αποδεκτή από όλους ως «μοίρα». Αυτό το πρώτο μέρος λειτουργεί ως μέτρο σύγκρισης για όσα θα ακολουθήσουν.

2. Η μεσολάβηση του πολέμου

    Ο πόλεμος εισβάλλει αιφνίδια στο ήρεμο μικρόκοσμο της γειτονιάς. Ο πόλεμος διακόπτει τη φιλία, αποσπά τον Βασίλη από την καθημερινότητα, δημιουργεί προσδοκίες (νίκη, επιστροφή). Αφηγηματικά, ο πόλεμος δεν περιγράφεται άμεσα, αλλά μέσα από απουσία, αναμονή, φήμες, εφημερίδες. Έτσι τονίζεται ότι ο πόλεμος δρα από απόσταση, αλλά με καταστροφικά αποτελέσματα.

3. Το «μετά»: ο ανάπηρος Βασίλης

    Η επιστροφή του Βασίλη είναι κορυφαία στιγμή,  δεν είναι θριαμβευτική, μοιάζει με «φάντασμα», σωματοποιεί τον πόλεμο πάνω στο σώμα του.

    Η φράση του Βασίλη «Τώρα είμαστε ίσια κι’ ίσια» δηλώνει την ολοκλήρωση της δομικής συμμετρίας. Εκείνο που προηγουμένως αποτελούσε εξαίρεση (ο σακάτης Κώστας) τώρα πλέον μετά τον πόλεμο γίνεται κανόνας.

4. Η κοινή τελική μοίρα

    Το τέλος αποκαθιστά μια νέα, πικρή ισορροπία. Δύο σακάτηδες, ένα καρότσι, μία καμαρούλα, κοινή αφήγηση τραυμάτων (θάλασσα – πόλεμος). Η τελική σκηνή δεν προσφέρει λύτρωση, μόνο συντροφικότητα,  αξιοπρέπεια μέσα στη στέρηση, πλήρη εξίσωση πολέμου και βιοπάλης, πικρία για τα ανθρώπινα.

   Η απλή δομή του διηγήματος λειτουργεί σαν ηθικό επιχείρημα «ανάπηρος πριν - πόλεμος -  ανάπηρος μετά - κοινή μοίρα». Με αυτό το καθαρό σχήμα, ο Ξενόπουλος δείχνει ότι ο πόλεμος δεν αλλάζει τη ζωή προς το καλύτερο, απλώς πολλαπλασιάζει τους σακάτηδες, όταν κάποιος μπορεί βέβαια και παρατηρεί τις κοινωνικές συνέπειες μετά τον πόλεμο, τουλάχιστον κάποιες από αυτές.

 

Παρά τη μικρή έκταση του διηγήματος, ο Ξενόπουλος καταφέρνει να παρουσιάσει αρκετά πρόσωπα στο διήγημα, είτε τους δύο κεντρικούς ήρωες, είτε δευτερεύοντες χαρακτήρες, είτε παρουσίαση της γειτονιάς (ομάδας).

    Παρά τη μικρή του έκταση, το διήγημα διαθέτει αξιοσημείωτη πληθώρα προσώπων, κάτι που δεν είναι τυχαίο αλλά οργανικά δεμένο με τον ρεαλισμό και το κοινωνικό μήνυμα του Ξενόπουλου. Η παρουσίαση των χαρακτήρων μπορεί να ιδωθεί σε τρεις διαβαθμίσεις:

1. Οι δύο κεντρικοί ήρωες: ατομική μοίρα με καθολική σημασία

Κώστας ο μανάβης.

   Σακατεμένος πριν από τον πόλεμο. Εκπρόσωπος της εργατικής τάξης και της σκληρής βιοπάλης (εργατικό ατύχημα, άκρως επικίνδυνη εργασία, σφουγγαράς). Παρουσιάζεται με ανθρωπιά και αξιοπρέπεια, όχι με οίκτο. Λειτουργεί ως πρότυπο σύγκρισης για τον Βασίλη. Ταυτόχρονα ο Κώστας προέρχεται από τη νησιωτική Ελλάδα, ενώ ο Βασίλης από την ηπειρωτική Ελλάδα. Έμμεσα έτσι συνενώνονται γεωγραφικά όλα τα στοιχεία της Ελλάδας.

Βασίλης ο ζυμωτής

   Αρθρωτός χαρακτήρας: πριν τον πόλεμο (υγιής, δραστήριος, φιλάνθρωπος), μετά τον πόλεμο (ανάπηρος). Εκπρόσωπος του «απλού στρατιώτη», όχι του ήρωα. Η μεταμόρφωσή του συμπυκνώνει τη βία του πολέμου.

    Οι δύο μαζί δεν είναι απλώς πρόσωπα, αλλά τύποι. Ο εργάτης και ο στρατιώτης, που καταλήγουν στην ίδια μοίρα.

2. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες: κοινωνικό πλαίσιο και αξιοπιστία

Ο γεροφούρναρης

    Φιγούρα πατρική, ανήσυχη, ανθρώπινη. Εκφράζει τον φόβο και την αγωνία της κοινωνίας για τους στρατευμένους.

Ο έφεδρος με την ουλή

    Φέρει στο σώμα του τα σημάδια του πολέμου. Λειτουργεί ως αγγελιαφόρος της τραγωδίας. Προοικονομεί την τύχη του Βασίλη.

   Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες εμφανίζονται σύντομα, αλλά είναι λειτουργικοί, ποτέ διακοσμητικοί.

3. Η γειτονιά ως συλλογικό πρόσωπο

    Η γειτονιά δεν είναι απλό σκηνικό. Λειτουργεί ως κοινότητα, δείχνει συμπάθεια, παρηγοριά, ενδιαφέρον, αποδέχεται τους σακάτηδες χωρίς περιθωριοποίηση. Μέσα από τη γειτονιά αναδεικνύεται η λαϊκή αλληλεγγύη.  Αντιπαραβάλλεται η ανθρώπινη μικρο-κοινωνία με τον απρόσωπο πόλεμο.

    Η πολλαπλότητα των προσώπων επιτυγχάνει πυκνότητα χωρίς φλυαρία, κοινωνική διαστρωμάτωση, μετατόπιση από το ατομικό στο συλλογικό. Παρότι το διήγημα είναι σύντομο, μοιάζει με μικρογραφία κοινωνίας, όπου ο πόλεμος δεν πλήττει έναν, αλλά όλους.

    Ο Ξενόπουλος, με οικονομία μέσων, κατορθώνει να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κοινωνικό κόσμο. Τα πρόσωπα —κεντρικά, δευτερεύοντα και συλλογικά— συνθέτουν ένα ενιαίο αντιπολεμικό μήνυμα. Ο πόλεμος δεν διαλύει μόνο σώματα, αλλά διαπερνά και μετασχηματίζει ολόκληρες κοινότητες.

 

Γιατί όλα τα πρόσωπα στο διήγημα προέρχονται από τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, κάτι για το οποίο έμμεσα είχε δείξει ο αφηγητής εξ αρχής αναφέροντας ότι πρόκειται για γειτονιά της Αθήνας.

    Το γεγονός ότι όλα τα πρόσωπα του διηγήματος προέρχονται από τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα δεν είναι τυχαίο· αποτελεί συνειδητή αφηγηματική και ιδεολογική επιλογή του Ξενόπουλου και συνδέεται άμεσα με τον αντιπολεμικό και κοινωνικό χαρακτήρα του κειμένου.

1. Ρεαλιστική απεικόνιση της λαϊκής Αθήνας

     Η γειτονιά υποδηλώνεται έμμεσα ως αθηναϊκή και λαϊκή, μικρά επαγγέλματα (μανάβης, ζυμωτής, φούρναρης), αυλές, καμαρούλες, καρότσια, καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις. Ο Ξενόπουλος επιλέγει τον κόσμο που γνωρίζει και παρατηρεί, αποφεύγοντας αστικά ή εύπορα περιβάλλοντα, ώστε το διήγημα να έχει κοινωνική αυθεντικότητα.

2. Οι φτωχοί ως κύρια θύματα του πολέμου

    Έμμεσα, αλλά καθαρά, το κείμενο δείχνει ότι οι φτωχοί εργάζονται στα πιο επικίνδυνα επαγγέλματα, οι φτωχοί στρατεύονται, τραυματίζονται και ακρωτηριάζονται, οι φτωχοί επιστρέφουν χωρίς στήριξη.

   Οι εύποροι απουσιάζουν πλήρως από το διήγημα, υποδηλώνοντας ότι ο πόλεμος και η σκληρή εργασία βαραίνουν δυσανάλογα τα κατώτερα στρώματα.

3. Κοινωνική ανισότητα χωρίς ρητή καταγγελία

     Ο Ξενόπουλος δεν καταφεύγει σε ιδεολογική ρητορική. Η κοινωνική αδικία προκύπτει από τις σωματικές βλάβες, από την ανάγκη για βιοπορισμό παρά την αναπηρία, από την απουσία κρατικής μέριμνας. Η επιλογή λαϊκών προσώπων κάνει την καταγγελία πιο πειστική και πιο ανθρώπινη.

4. Η λαϊκή γειτονιά ως χώρος αλληλεγγύης

   Παρά τη σχετική φτώχεια η γειτονιά δείχνει συμπόνια, οι άνθρωποι στηρίζουν ο ένας τον άλλον, οι σακάτηδες δεν απομονώνονται. Ο συγγραφέας αναδεικνύει έτσι την ηθική υπεροχή των φτωχών, σε αντίθεση με την απρόσωπη εξουσία (πόλεμος, κράτος).

5. Ανθρωπισμός και ιδεολογική στόχευση

    Επιλέγοντας τα ασθενέστερα στρώματα, ο Ξενόπουλος φέρνει στο προσκήνιο τους «αφανείς» της ιστορίας, δείχνει ποιοι πραγματικά πληρώνουν το τίμημα των εθνικών συγκρούσεων, μετατρέπει το διήγημα σε φωνή κοινωνικής συνείδησης.

   Τα πρόσωπα του διηγήματος προέρχονται αποκλειστικά από τα φτωχά στρώματα γιατί εκεί ο πόλεμος αφήνει τα βαθύτερα σημάδια, η αναπηρία σημαίνει άμεση φτώχεια, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δοκιμάζεται καθημερινά. Έτσι, η λαϊκή γειτονιά της Αθήνας δεν είναι απλώς σκηνικό, αλλά ο κοινωνικός πυρήνας του αντιπολεμικού μηνύματος του Ξενόπουλου.


 

 

 

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ

eleftherografos.blogspot.com

[ ανάρτηση 19 Ιανουαρίου 2026 : 

Γρηγόριος Ξενόπουλος

«Οι Σακάτιδες»

διήγημα

Μηνιαίος Εθνικός Κήρυξ Ιούλιος 1915

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ]

 

 

  

αναπαραγωγή ανάρτησης

 

 

 

 

Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com

[ ανάρτηση 19 Ιανουαρίου 2026 :

Γρηγόριος Ξενόπουλος

«Οι Σακάτιδες»

διήγημα

Μηνιαίος Εθνικός Κήρυξ Ιούλιος 1915

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ]

 

 

 

 

 

Πέτρος Μάγνης "Σίμουν" διήγημα 1909 ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 


Πέτρος Μάγνης

«Σίμουν»

διήγημα

Σεράπιον 1909

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

 


 

 

Σίμουν

 

    Ήταν κοντά τό μεσημέρι. αψύ τό κάμα κυμάταγε στη Λιβυκιάν έρημο γύρα. τά πουλιά σωπαίναν.

   Η καματαριά των χωραφιών τής Όασης, μ' ανυπομονησιά πρόσμεν' από τό Ναζίρη την ώρα, ποΰ θάπαυεν η δουλειά, καί θάταν καθένας λεύτερος νά πά γιωματίση μέ τίποτε ξεροχουρμάδες, κι’ άπέ νά λαγιάση κάπου, στόν ήσκιο καμμιάς φοινικιάς, γιά στο πλάϊ καμμιάς γκαμήλας.

   Στην άκρη τοΰ χωρίου πέντ’ έξη γυναίκες, καθιστές σταυροπόδι στη σειρά, διαλάλαγαν στους διαβάτες τις πραμάτιες τους. αυγά βραστά η μιά, σκουληκιασμένο τυρί η άλλη, κ' η άλλες τααμίες, ξερόπητες, θολόνερο καί τόσα άλλα.

   Πιο πέρα, δίπλα στο δρόμο, ολόγδυμνος, ξαπλωμένος κατά ηλιού μέ στωϊκήν απάθεια ο Σέχας. Ένα κοκαλιάρικο γερόντι, ποΰ ξέσχιζε τίς σάρκες του μέ κεραμίδια, καί καταβασάνιζε τό κορμί του, γιά ν’ αγιάση. Η μυΐγες μαυροκόπαγαν απάνω του.

   Την ώρα κείνη τάραξαν τη μεσημεριάτικη γαλήνη τ’ αργά βήματα κάποιας τυφλής.

   Στηριζότουν μέ τόνα της χέρι πάνω στόν ώμο τής μαυρόχραδης δωδεκάχρονης κόρης της.

   Έφτασε μπρος στις γυναίκες.

   Στάθηκε.

— «Λίγο νερό,.... μιά στάλα μόνο,... έτσι,.... νά βρήτε καλό από τό Μοχαμέτη,... όσο νά βρέξω τή γλωσσά μου....», είπε μέ σβυσμένη φωνή.

   — «Ό Θεός νά σ’ έλεήση», τής απάντησαν όλες μαζύ και ξακολούθησαν αναμεταξύ τους την κουβέντα.

    Ό Σέχας κάτι μουρμοΰριξε.

   Ή τυφλή αναστέναξε, και προχώρησε.  έστριψε τό δρόμο, και χάθηκε πίσω από τις ντουριές.

   Σέ λίγο, ένα άχ! ακούστηκε.... ώμοιαζε σά μικρής παιδούλας ξεφωνητό πόνου!... κλάματα,... καί τίποτ’ άλλο.

   Μέ λίγην ώρα, από τό μέρος πούρθ’ ή φωνή ξεπρόβαλ’ ένα μπεόπουλο!

   Πέρασε καβάλα στ’ άλογο, και τράβηξε πέρα.

   Φαινότουν σαν ευχαριστημένο.

   Ο Σέχας ξαναμουρμούριξε.

 

   Μακριά στον ορίζοντα, φάνηκε κάποιο σύγνεφο. είχε τή γέννησή του στή γίς, κι’ όλο αΰξαινε καί, γιγαντονότουν, κι’ ερχότουν προς τό μέρος τους.

   «Για βόϊ, για βόϊ», έσειρε στριγγιά κραξιά η νεώτερη σάν τό διάκρινε, καί πήρε τίς πραμάτιες της στό κεφάλι.

   «Για βόϊ», έσκουξαν κ’ η άλλες καί τόκοψαν πηλάλα κατά τό χωριό.

   Ό Σέχας έρριξε πάνω τους λοξό βλέμμα, καί μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο — «νομίζουν πώς θά ξεφύγουν τό μοιραίο τους» ψιθύρισε.

   Οι καματάρηδες άφηκαν τίς δουλειές τους στή μέση κι’ έτρεχαν κατά τό χωριό. άλλοι καβάλα στις γκαμήλες τους, άλλοι στά γαϊδουράκια τους, κι’ άλλοι πεζοί. Κι’ όλο έτρεχαν.

   Στις χλωρασιές κι’ έσταιναν τρελλό χορό τά ζά άπό τήν τρομάρα τους. πήδαγαν πρός τά δώ, πήγαιναν προς τά κεϊ, ανάχωναν τή γίς μέ τά μπροστινά τους πόδια, λές καί ζήταγαν ν’ ανοίξουν τροΰπες καί νά τρυπώσουν για νά κρυβοΰν.

 

   Τό σύγνεφο όλο καί μεγάλωνε. σιγά καί πήγαινε νά κρύψη τόν ήλιο.

   Η μέρα κιτρινοχρώμιασε. γύρω μιά ύπερβολικιά θερμότη γροικήθηκε. ακόμα λίγο καί σκοτείνιαζε.

   Τά σκυλιά ούρλιαζαν.

   Ο χόντζας από τό ψήλος τοΰ μιναρέ καλοΰσε τούς χωριανούς σέ μετάνοια.

   Οι πιστοί γονάτιζαν και προσευχόντουσαν.

   'Από τή μιάν ώς τήν άλλην άκρη δέν ακουγότουν παρά μιά οχλαλοή κι’ ένα «’Αλλάχ, μακρυά από μάς ή οργή σου».

   Ό κόσμος χάλαγε. θαρρούσες κ’ ήρθ’ η συντέλεια.

   Ό μόνος πούδειχνε αδιαφορία ήταν ο Σέχας.

   Τανιώτουν, χασμουργιώτουν κι’ άπέ τό'βαλε στά γέλια.

   Γέλια τρελλά, γέλια πού ξεκούφαιναν.

   Γέλαγε άφ’ όλη του την καρδιά. κι' όντας έπαυε από κάπου κάπου, ακουγότουν νά ψιθυρίζη σά σε προσευκή. «’Άς έρθη ο καλός μου, άς έρθη ο δυνατός, άς έρθη ο μεγάλος άρχοντας τής ’Έρημος. γιατί η ανομία τους πλήθαινε κ’ ή περηφάνεια τους έφτασε τ' άστρα.

    Χα, Χα, Χα, χα, χά.

   Άρρώστησε η χήρα, ποιός πήγε νά τήν ιδή; κανένας, έχτός άν ήταν όμορφη. πείνασε τ’ ορφανό, ποιός τοΰδωκε νά φάγη; κανένας, πάρεξ εκείνος πού κακομελέτησε για την τιμή του. Άργάστηκε ο καματάρης, ποιός απόλαψε τή δούλεψή του; ο τεμπέλης πούχε τήν Έσμπα.

   Χα, Χα. χα, χά·

   «”Ας έρθη ο καλός μου, άς έρθη ο δυνατός, άς έρθη ο μεγάλος άρχοντας τής ’Έρημος. αυτός θά μοιράση στον καθένα τό δίκηο».

   Δέν απόσωσε τά λόγια κι' ένα βουητό ακούστηκε.  καλύβες, δέντρα, πετάχτηκαν στον αγέρα. ένα σύγνεφο από άμμο πέρασε μ’ ορμή καί χάθηκε στον κάμπο κάτω.

   Ύστερ’ από λίγο βασίλεψε η γαλήνη.

   Πρόβαλε ξανά ο ήλιος, σάν καί πρώτα.

   Μά τό χωριό δέν ξαναφάνηκε, ούτε κι’ ο Σέχας. Μόνο βουνά από άμμο, και τσακάλια πούρλιαζαν.

 

 

 

’Αλεξάνδρεια

 

 

                                Πέτρος Μαγνης

 

 

 

 

 

το διήγημα του Πέτρου Μάγνη «Σίμουν» δημοσιεύθηκε στο περ. «Σεράπιον», Αλεξάνδρεια, έτος Α΄, αριθ. Β, Φεβρουάριος 1909, στις σελ. 37-39.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λεξιλόγιο:

Ναζίρης: ο επιστάτης, ο υπεύθυνος

ντουριές: οι ντουριές είναι: φοινικόδεντρα (χουρμαδιές)

Ετυμολογία – χρήση : η λέξη ντουριά / ντουριές προέρχεται από την αραβική  dur(r) ή από τουρκική διαμεσολάβηση (durriye), και στη λόγια–λαϊκή ελληνική της Ανατολής δηλώνει: ψηλά, ίσια δέντρα θερμών χωρών, κυρίως φοίνικες

Απαντά συχνά σε αιγυπτιώτικα ή μικρασιατικά συμφραζόμενα σε περιγραφές δρόμων, οάσεων, χωριών, καραβανιών

Σημασιολογικά στο απόσπασμα η φράση σημαίνει «έστριψε στον δρόμο και χάθηκε πίσω από τις σειρές των φοινίκων».     Οι ντουριές λειτουργούν ως φυσικό οπτικό εμπόδιο, χαρακτηριστικό στοιχείο ανατολικού τοπίου, τρόπος να δηλωθεί εξαφάνιση από το οπτικό πεδίο.

Το νόημα της φράσης: "πείνασε τ’ ορφανό, ποιός τοΰδωκε νά φάγη; κανένας, πάρεξ εκείνος πού κακομελέτησε για την τιμή του."

   Η φράση είναι παροιμιακή και γραμμένη σε παλαιότερη/λόγια μορφή ελληνικών. Το νόημά της είναι ηθικό και κοινωνικό. Πείνασε το ορφανό· ποιος του έδωσε να φάει; Κανένας, εκτός από εκείνον που έκανε κακό σχέδιο/μηχανορραφία για την τιμή του.

   Η φράση θέλει να πει ότι όταν κάποιος είναι αδύναμος και απροστάτευτος (όπως το ορφανό), κανείς δεν ενδιαφέρεται πραγματικά να τον βοηθήσει από καλοσύνη, παρά μόνο εκείνος που έχει ιδιοτελές ή κακόβουλο κίνητρο — που τον «βοηθά» για να τον εκμεταλλευτεί ή να τον βλάψει (π.χ. να προσβάλει την τιμή του, την υπόληψή του).

   Η παροιμία καταγγέλλει την υποκρισία της κοινωνίας, την εγκατάλειψη των αδυνάτων, και το ότι συχνά η «βοήθεια» έρχεται όχι από ανθρωπιά, αλλά από κακό σκοπό.

«Κανείς δεν βοηθά τον αδύναμο χωρίς να περιμένει αντάλλαγμα.»

   Υπάρχουν πολύ κοντινές σε νόημα φράσεις σε ελληνικά κείμενα, κυρίως στη λαϊκή γραμματεία και στους ηθογράφους.

/ - Γιάννης Μακρυγιάννης – Απομνημονεύματα

Αντίστοιχο νόημα (παράφραση):

«Τον φτωχό και τον αδύνατο όλοι τον θυμούνται, όταν είναι να τον εκμεταλλευτούν.»

   Ο Μακρυγιάννης επανέρχεται συχνά στην ιδέα ότι ο αδύναμος βρίσκει “προστάτες” μόνο όταν κάποιος έχει συμφέρον, όχι από φιλανθρωπία. Το πνεύμα της φράσης σου ταιριάζει απόλυτα με τη σκέψη του.

/ - Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – διηγήματα

    Στον Παπαδιαμάντη (π.χ. Η Φόνισσα, Όνειρο στο κύμα) συναντάμε επανειλημμένα την ιδέα ότι οι αθώοι και απροστάτευτοι βρίσκονται στο έλεος εκείνων που τους πλησιάζουν με κακό σκοπό, συχνά μεταμφιεσμένο σε «φροντίδα» ή «έλεος». Δεν υπάρχει αυτούσια η ίδια φράση, αλλά το ηθικό σχήμα είναι ίδιο.

/ - Λαϊκή παροιμία (καταγεγραμμένη)

«Τον φτωχό τον θυμούνται σαν είναι να τον γδάρουν

    Ανώνυμη, λαϊκή παροιμία, αλλά νοηματικά ταυτόσημη με «πείνασε τ’ ορφανό… πάρεξ εκείνος πού κακομελέτησε για την τιμή του»

   Μπορεί η φράση να σημαίνει κάτι άλλο; Δηλαδή το αντίστροφο; Βοηθά κανείς κάποιο απροστάτευτο και ορφανό, όχι για να κερδίσει, αλλά μέσω της βοήθειας προς αυτό, εκείνος που βοηθά ανυψώνει την δική του τιμή, το δικό του κύρος;

/ - α). Τι επιτρέπει η γλώσσα (θεωρητικά)

Η κρίσιμη λέξη είναι το «κακομελέτησε».

κακομελετώ = σχεδιάζω κακό, μηχανεύομαι δόλο

Επίσης: «για την τιμή του» στη λόγια/δημοτική του 19ου αιώνα σημαίνει: την ηθική υπόληψη, ή τη σεξουαλική αγνότητα (ιδίως όταν το αντικείμενο είναι αδύναμο πρόσωπο).

/ - β). Τι δεν επιτρέπει η σημασιολογία

   Η φράση είναι ρητορική ερώτηση: πείνασε τ’ ορφανό, ποιος τούδωκε να φάγη; κανένας… Αυτό είναι απόλυτη άρνηση κοινωνικής φροντίδας. Το «πάρεξ εκείνος…» (εκτός από εκείνον) εισάγει εξαίρεση με αρνητικό πρόσημο, όχι έπαινο.

   Στα παροιμιακά σχήματα όταν θέλουν να δηλώσουν ηθική ανύψωση μέσω αγαθοεργίας,  χρησιμοποιούν ρήματα όπως: «ευεργέτησε», «ελέησε», «ετίμησε», «εδόξασε εαυτόν» και όχι κακομελέτησε.

   Η λέξη «τιμή» ειδικά εδώ στο συγκεκριμένο συμφραζόμενο δεν αφορά κοινωνικό κύρος του ευεργέτη, αλλά την τιμή του ίδιου του ορφανού. Δηλαδή κάποιος το πλησίασε όχι για να το σώσει, αλλά για να το εκθέσει, να το διαφθείρει, να το ατιμάσει. Η φράση δεν σημαίνει ότι κάποιος βοηθά το ορφανό για να ανυψώσει τη δική του τιμή. Σημαίνει ότι κανείς δεν βοηθά τον απροστάτευτο εκτός από εκείνον που έχει κακό σκοπό, και μάλιστα σκοπό που αγγίζει την ατίμωσή του.

«Άργάστηκε ο καματάρης, ποιός απόλαψε τή δούλεψή του; ο τεμπέλης πούχε τήν Έσμπα».

 (δηλ. δούλεψε ο εργατικός, αλλά την ωφέλεια την απόλαυσε ο τεμπέλης).

η Έσμπα: Η Έσμπα εδώ δεν είναι κύριο όνομα, αλλά λέξη της λαϊκής / παλιότερης καθομιλουμένης. Προέρχεται από το οθωμανικό esbâb < αραβ. asbāb (= μέσα, αιτίες, εφόδια, πόροι).
Στα ελληνικά πέρασε με σημασίες όπως 
μέσο. - πλάτη / προστάτη, - εξουσία, - άκρη, δηλαδή αυτό που σου επιτρέπει να περνάς μπροστά χωρίς κόπο.

Έτσι η φράση: ο τεμπέλης πού ’χε τήν Έσμπα σημαίνει «ο τεμπέλης που είχε το μέσο (τις πλάτες / την εξουσία)» δηλαδή αυτός που, χωρίς να δουλέψει, ωφελήθηκε επειδή είχε τις διασυνδέσεις ή το πάνω χέρι. Άρα όλη η φράση στηρίζεται σε μια κοινωνική ειρωνεία πολύ γνώριμη και σήμερα: δουλεύει ο εργατικός, απολαμβάνει ο ευνοημένος.

 

 

 

Λίγα σχόλια

   Στο διήγημα "Σίμουν" του Πέτρου Μάγνη οι αμαρτίες, παραπτώματα, ηθικές ενοχές, αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα. Ποιές αναφέρει ο Σέχας και ποιές γίνονται όπως τις παρουσιάζει ο αφηγητής.

1. Αμαρτίες – παραπτώματα – ηθικές ενοχές (γενικά στο διήγημα)

    Στο «Σίμουν» παρουσιάζεται μια κοινωνία ηθικά διεφθαρμένη, όπου η θρησκευτικότητα είναι επιφανειακή, η κοινωνική αδικία είναι κανόνας. η ανθρώπινη δυστυχία προκαλεί αδιαφορία. Οι αμαρτίες δεν είναι ατομικές μόνο, αλλά συλλογικές.

 

2. Αμαρτίες που αναφέρει ρητά ο Σέχας (λόγος του Σέχα)

   Ο Σέχας λειτουργεί σαν προφήτης – τιμωρός. Οι αμαρτίες που καταγγέλλει ρητά είναι:

α) Αδιαφορία για τον πόνο των αδύναμων

«Ἀρρώστησε ἡ χήρα, ποιός πήγε νά τήν ἰδῇ; κανένας…»
«πείνασε τ’ ὀρφανό, ποιός τοῦδωκε νά φάγῃ; κανένας…»

Αμαρτία: έλλειψη ελέους, φιλανθρωπίας, ανθρωπιάς

β) Υποκρισία και ανήθικα κίνητρα

«ἐκτός ἄν ἦταν ὄμορφη»

«πάρεξ ἐκεῖνος ποὺ κακομελέτησε γιά τήν τιμή του»

Αμαρτία: υποκριτική βοήθεια, ιδιοτελής “ηθική”, εκμετάλλευση του πόνου

γ) Κοινωνική αδικία – εκμετάλλευση

«Ἀργάστηκε ὁ καματάρης, ποιός ἀπόλαψε τή δούλεψή του; ὁ τεμπέλης ποὺ ’χε τήν Ἔσμπα.»

   Αμαρτία: κλοπή μόχθου, ταξική αδικία

δ) Αλαζονεία – ύβρις

«ἡ περηφάνεια τους ἔφτασε τ’ ἄστρα»

   Αμαρτία: ύβρις απέναντι στον Θεό και στη μοίρα

 

3. Αμαρτίες που παρουσιάζονται έμμεσα από τον αφηγητή (μέσα από τα γεγονότα)

   Ο αφηγητής δεν κηρύττει, αλλά δείχνει. Οι πράξεις μιλούν.

α) Αναλγησία – απανθρωπιά

Οι γυναίκες αρνούνται το νερό στην τυφλή:

«Ὁ Θεός νά σ’ ἐλεήση» (λόγια χωρίς πράξη)

   Αμαρτία: κενή ευσέβεια

β) Ακραία ηθική παρακμή – βία

  Το «μπεόπουλο» και το «ἄχ!... σὰ μικρῆς παιδούλας ξεφωνητό πόνου»

   Έμμεση αλλά σαφής αναφορά σε σεξουαλική βία (βιασμό), πλήρης κατάρρευση κάθε ηθικού φραγμού

γ) Θρησκευτική υποκρισία

  Ο κόσμος μετανοεί μόνο όταν φοβάται:

«Ὁ χόντζας… καλούσε τούς χωριανούς σέ μετάνοια»

  Αμαρτία: φόβος αντί πίστης

δ) Συλλογική ενοχή

  Όλο το χωριό εξαφανίζεται. Δεν σώζεται ούτε ο Σέχας. Η τιμωρία είναι καθολική, γιατί η ενοχή είναι συλλογική.

 

4. Η θέση του Σέχα – ενοχή ή δικαίωση;

   Ο Σέχας αυτοβασανίζεται «για ν’ αγιάση», χλευάζει τον φόβο των άλλων, χαίρεται με την καταστροφή. Παρότι καταγγέλλει το κακό,  διαπράττει κι ο ίδιος αμαρτία αλαζονείας, παίρνει τον ρόλο του τιμωρού-Θεού. Γι’ αυτό χάνεται μαζί με το χωριό.

 

 

Το ύφος του Πέτρου Μάγνη είναι κοφτό. Μικρές προτάσεις, μικρές περίοδοι λόγου, πολλές φορές διακόπτοναι από άνω τελεία. Μικρές παράγραφοι. Ακόμη και οι σκηνές είναι σύντομες. Και δεν ολοκληρώνονται. Αφήνεται ένα μικρό κενό να τις εννοήσει ή να τις συμπληρώσει νοηματικά ο αναγνώστης.

   Το ύφος του Πέτρου Μάγνη στο διήγημα «Σίμουν» χαρακτηρίζεται από συντομία, αποσπασματικότητα και λιτότητα. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μικρές προτάσεις και σύντομες περιόδους λόγου, οι οποίες συχνά διακόπτονται από άνω τελείες ή αποσιωπητικά, δημιουργώντας έναν λόγο κοφτό και ασθματικό.

   Οι παράγραφοι είναι μικρές, ενώ και οι σκηνές παρουσιάζονται χωρίς πλήρη ανάπτυξη. Δεν ολοκληρώνονται αφηγηματικά· αντίθετα, αφήνουν κενά, τα οποία καλείται να συμπληρώσει ο αναγνώστης με τη φαντασία και την ηθική του κρίση. Έτσι, η αφήγηση λειτουργεί υπαινικτικά και όχι επεξηγηματικά.

   Το ύφος αυτό εντείνει την αίσθηση ασφυξίας και απειλής, όπως ακριβώς ο σίμουν (ο καυτός άνεμος) που έρχεται απότομα και καταστροφικά, αντανακλά τη βία και την ηθική αποσύνθεση του κόσμου που περιγράφεται, αποφεύγει τον συναισθηματισμό, κάνοντας τις σκηνές ακόμη πιο σκληρές, μετατρέπει τον αναγνώστη σε ενεργό συμμέτοχο, αφού πρέπει να κατανοήσει όσα δεν λέγονται ρητά (π.χ. το επεισόδιο με το παιδικό ξεφωνητό).

   Η τεχνική της αποσιώπησης και της ανολοκλήρωτης σκηνής υπογραμμίζει την αγριότητα της πραγματικότητας χωρίς περιγραφική υπερβολή, προσδίδει στο κείμενο μοντερνιστικό χαρακτήρα, και ενισχύει το συμβολικό επίπεδο του έργου (η καταστροφή έρχεται απότομα, όπως και η αφήγηση διακόπτεται απότομα).

   Το κοφτό ύφος του Πέτρου Μάγνη δεν είναι απλώς μορφικό χαρακτηριστικό, αλλά δομικό στοιχείο νοήματος: όπως ο λόγος κόβεται, έτσι κόβεται και η ζωή, η ηθική και η κοινωνική συνοχή στο διήγημα.

 

Ο περίεργος παρίας Σέχας ως κεντρικός ήρωας του διηγήματος και τα δευτερεύοντα πρόσωπα. Ο Σέχας λειτουργεί ως παρατηρητής και σχολιαστικός επικριτής. Είναι σαν το δάκτυλο του αφηγητή όταν ο συγγραφέας δεν θέλει να εμπλακεί και να εκφράσει την θέση του.

 

   Ο Σέχας ως κεντρικός ήρωας και σχολιαστικός παρατηρητής

    Ο Σέχας αποτελεί τον κεντρικό ήρωα του διηγήματος, παρότι βρίσκεται στο περιθώριο της κοινωνίας. Είναι ένας παρίας, γυμνός, αυτοβασανιζόμενος, κοινωνικά αποκλεισμένος, ο οποίος όμως αποκτά προνομιακή αφηγηματική θέση. Δεν συμμετέχει ενεργά στα γεγονότα· παρατηρεί, σχολιάζει και κρίνει.

   Λειτουργεί ως σχολιαστικός επικριτής της κοινωνίας του χωριού. Μέσα από τα λόγια του εκφράζεται η ηθική αποτίμηση των πράξεων των άλλων, όπως η αδιαφορία για τη χήρα και το ορφανό, η κοινωνική αδικία, η υποκρισία και η ύβρις. Με τον τρόπο αυτό, ο Σέχας γίνεται το μέσο ηθικής εστίασης του κειμένου.

   Ο Σέχας λειτουργεί σαν το δάχτυλο του αφηγητή, δηλαδή ως το πρόσωπο μέσω του οποίου ο συγγραφέας αποφεύγει την άμεση ηθική κρίση, μεταθέτει την καταγγελία σε ένα πρόσωπο εντός της αφήγησης, διατηρεί την αφηγηματική αντικειμενικότητα.

   Ο αφηγητής παραμένει φαινομενικά ουδέτερος, ενώ η κριτική αρθρώνεται δραματοποιημένα από τον Σέχα. Έτσι, η θέση του συγγραφέα δεν δηλώνεται ρητά, αλλά υποβάλλεται.

   Η αμφισημία του ρόλου του Σέχα

   Ωστόσο, ο Σέχας δεν παρουσιάζεται ως αδιαμφισβήτητη ηθική αυθεντία. Γελά μπροστά στον τρόμο των άλλων, επιχαίρει για την επερχόμενη καταστροφή, σφετερίζεται τον ρόλο του Θεού–κριτή.

   Η τελική εξαφάνισή του μαζί με το χωριό δείχνει ότι, ενώ εκφράζει την κριτική του συγγραφέα, δεν ταυτίζεται πλήρως με αυτήν. Ο Μάγνης δεν προτείνει τον Σέχα ως πρότυπο, αλλά ως εργαλείο αποκάλυψης της ηθικής παρακμής.

 

Τα δευτερεύοντα πρόσωπα στο διήγημα

   Τα δευτερεύοντα πρόσωπα (οι γυναίκες της αγοράς, η τυφλή, το παιδί, το μπεόπουλο, οι καματάρηδες, ο χόντζας) δεν αποκτούν ατομική ψυχογράφηση, λειτουργούν τυπικά και συλλογικά, εκπροσωπούν κοινωνικές στάσεις και συμπεριφορές.

   Απέναντί τους ο Σέχας ξεχωρίζει ως συνειδητό υποκείμενο κρίσης, ενώ εκείνοι λειτουργούν ως παραδείγματα ενοχής.

   Ο Σέχας είναι ταυτόχρονα παρίας και κριτής, όργανο του αφηγητή αλλά όχι φωνή αλήθειας χωρίς ρωγμές. Μέσα από αυτόν, ο συγγραφέας ασκεί δριμεία κοινωνική και ηθική κριτική, χωρίς να εκτεθεί άμεσα, αφήνοντας στον αναγνώστη τον τελικό λόγο.

 

 

Ενδεικτικές σημειώσεις για το διήγημα:

 

1. Ο κόσμος πριν από τον λόγο: πρωτείο της εικόνας

   Το διήγημα αρχίζει χωρίς ανθρώπινη δράση, με ζέστη, ακινησία, σιωπή ( «αψύ τό κάμα», «τά πουλιά σωπαΐναν»). Ο λόγος έρχεται μετά από την εικόνα. Αυτό δείχνει ότι η ανθρώπινη κοινωνία δεν είναι φορέας νοήματος, το φυσικό περιβάλλον λειτουργεί ως προοίμιο κρίσης. Ο σίμουν δεν είναι αιφνίδιος· προετοιμάζεται αισθητηριακά.

 

2. Η βία εμφανίζεται πριν κατονομαστεί

   Η πιο ακραία πράξη (το «άχ!» της παιδούλας) δεν περιγράφεται ποτέ. Δεν υπάρχει δράστης, πράξη, συνέπεια. Υπάρχει μόνο ήχος. Το κείμενο δείχνει ότι η βία είναι τόσο συνηθισμένη ώστε δεν χρειάζεται αφήγηση, έχει περάσει στο επίπεδο του αυτονόητου τρόμου.

 

3. Η θρησκεία ως θόρυβος, όχι ως πράξη

    Η θρησκεία υπάρχει ως λόγος («Ο Θεός νά σ’ ἐλεήση»), ως τελετουργία (γονάτισμα, κραυγές), ως φόβος. Απουσιάζει όμως ως πράξη ελέους, ως προσωπική ευθύνη. Ο λόγος της πίστης λειτουργεί σαν ηχητικό υπόβαθρο, όχι σαν ηθική πράξη.

 

4. Ο Σέχας δεν είναι ήρωας – είναι σύμπτωμα

   Ο Σέχας αυτοβασανίζεται, γελά υστερικά, χαίρεται με την καταστροφή. Δεν προσπαθεί να σώσει, να προειδοποιήσει, να παρέμβει, ή να αλλάξει κάτι. Άρα δεν είναι προφήτης με αποστολή, είναι προϊόν του ίδιου άρρωστου κόσμου. Η εξαφάνισή του μαζί με το χωριό το επιβεβαιώνει.

 

5. Ο αφηγητής δεν «παίρνει το μέρος» κανενός

   Δεν υπάρχει ψυχογράφηση, εσωτερικός μονόλογος, συναισθηματική καθοδήγηση. Ο αφηγητής παραθέτει, αποσύρεται, αφήνει το κενό. Η ηθική κρίση δεν προσφέρεται έτοιμη· παράγεται στον αναγνώστη.

 

6. Η καταστροφή δεν είναι λύση, αλλά διαγραφή

   Το τέλος δεν έχει λύτρωση, κάθαρση, δικαιοσύνη επί σκηνής. Έχει εξαφάνιση, σιωπή, τσακάλια. Η τιμωρία δεν αποκαθωτά· ακυρώνει.

 

7. Το κείμενο δεν καταγγέλλει άτομα, αλλά νοοτροπία

   Κανένα πρόσωπο (εκτός του Σέχα) δεν έχει όνομα. Όλοι είναι ρόλοι, τύποι, στάσεις. Η ενοχή είναι δομική, όχι προσωπική.

 

   Το «Σίμουν» δεν ζητά να διαλέξεις πλευρά. Σε τοποθετεί μέσα στο κενό που αφήνουν οι αποσιωπήσεις του. Αν ο αναγνώστης αισθανθεί άβολα, αυτό σημαίνει ότι το κείμενο πέτυχε.

 

Η αμφιθυμία της παρουσίασης εκ μέρους του αφηγητή απέναντι στους εργατές, φτωχούς, τις γυναίκες εμπορευόμενες

    Η αμφιθυμία του αφηγητή απέναντι στους εργάτες, τους φτωχούς και τις γυναικείες εμπορευόμενες είναι πράγματι βασικό γνώρισμα του κειμένου και δεν είναι αδυναμία· είναι συνειδητή στάση.

 

1. Ο αφηγητής ούτε εξιδανικεύει ούτε καταδικάζει

   Ο αφηγητής δεν ηρωοποιεί τους φτωχούς και τους εργαζόμενους, αλλά ούτε τους δαιμονοποιεί. Τους παρουσιάζει κουρασμένους, παγιδευμένους στη βιολογική ανάγκη, ενταγμένους σε έναν κόσμο επιβίωσης χωρίς ηθικό βάθος. Οι καματάρηδες περιμένουν μόνο «νά πά γιωματίση μέ τίποτε ξεροχουρμάδες». Δεν υπάρχει συλλογικό όραμα, ούτε αλληλεγγύη. Η φτώχεια δεν εξαγνίζει.

 

2. Οι γυναικείες εμπορευόμενες: θύματα και φορείς αναλγησίας μαζί

    Οι γυναίκες της αγοράς ανήκουν στους φτωχότερους, πουλούν ευτελή πράγματα, βρίσκονται κι αυτές στην άκρη του δρόμου. Ωστόσο αρνούνται το νερό στην τυφλή, περιορίζονται σε μια τυπική ευχή.

   Ο αφηγητής δεν τις καταγγέλλει ρητά, αλλά ακυρώνει κάθε αυτόματο ηθικό άλλοθι της φτώχειας. Είναι ταυτόχρονα θύματα κοινωνικών συνθηκών και συνένοχες μέσω της αδιαφορίας.

 

   Γιατι οι εμπορευόμενες μικροπωλήτριες δεν διστάζουν να πουλήσουν νοθευμένα ή προβληματικά προϊόντα στους απλούς μεροκαματιάρηδες. Η σήψη, η νοθεία, έχει διαδοθεί σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας.

   Το κείμενο δεν καταγγέλλει απλώς μια άδικη κοινωνία, αλλά μια κοινωνία ολικά διαβρωμένη, όπου η σήψη και η νοθεία έχουν περάσει σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.

    Οι γυναίκες μικροπωλήτριες πουλούν «σκουληκιασμένο τυρί», «θολόνερο», ευτελή τρόφιμα, απευθύνονται στους ίδιους τους φτωχούς, στους καματάρηδες, βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο ανάγκης με τους αγοραστές. Δεν διστάζουν όμως να εξαπατήσουν, γιατί:

/ α. Η επιβίωση έχει υποκαταστήσει την ηθική

    Στον κόσμο του «Σίμουν» το ζητούμενο δεν είναι το σωστό, αλλά το άμεσο κέρδος, όσο μικρό κι αν είναι. Η φτώχεια δεν γεννά αλληλεγγύη, αλλά ανταγωνισμό μεταξύ των αδύναμων.

/ β. Η νοθεία είναι κοινωνικός κανόνας, όχι εξαίρεση

    Η πώληση αλλοιωμένων προϊόντων παρουσιάζεται χωρίς αγανάκτηση, χωρίς σχόλιο, χωρίς έκπληξη. Αυτό δείχνει ότι η εξαπάτηση έχει κανονικοποιηθεί. Όπως νοθεύονται τα προϊόντα, έτσι νοθεύεται και η ηθική.

/ γ. Η σήψη λειτουργεί «από κάτω προς τα πάνω»

   Το κείμενο δεν δείχνει μόνο άδικους ισχυρούς, εκμεταλλευτές αφεντικά. Δείχνει ότι και οι φτωχοί, όταν μπορούν, εκμεταλλεύονται τους  φτωχότερους. Η διαφθορά δεν είναι προνόμιο της εξουσίας.

/ δ. Συμβολική λειτουργία της νοθείας

    Τα νοθευμένα τρόφιμα λειτουργούν συμβολικά. Τροφή που δεν θρέφει, νερό που δεν ξεδιψά, αγαθά που υπονομεύουν τη ζωή. Ακριβώς όπως οι κοινωνικές σχέσεις δεν στηρίζουν, η θρησκεία δεν σώζει, η κοινότητα δεν προστατεύει.

/ ε. Η αφηγηματική ουδετερότητα ως καταγγελία

    Ο αφηγητής δεν καταδικάζει τις μικροπωλήτριες, δεν τις δικαιολογεί, τις εντάσσει απλώς στο τοπίο. Αυτή η ουδετερότητα δείχνει ότι η σήψη είναι διάχυτη, κανείς δεν εξαιρείται, η ενοχή είναι συλλογική.

   Οι εμπορευόμενες μικροπωλήτριες δεν διστάζουν να πουλήσουν νοθευμένα ή προβληματικά προϊόντα, γιατί στον κόσμο του «Σίμουν» η ηθική έχει αντικατασταθεί από την ανάγκη και τη συνήθεια της εξαπάτησης. Η σήψη δεν είναι ταξικά περιορισμένη· έχει διαποτίσει όλες τις βαθμίδες της κοινωνίας. Έτσι, η καθημερινή μικρή νοθεία προαναγγέλλει τη μεγάλη, καθολική καταστροφή που θα ακολουθήσει.

 

3. Η φτώχεια δεν παρουσιάζεται ως ελαφρυντικό

    Στο κείμενο δεν υπάρχει η λογική «φτωχοί = καλοί». Αντίθετα, η εξαθλίωση έχει διαβρώσει την ηθική, η ανάγκη έχει συρρικνώσει τον ορίζοντα μέχρι το «λίγο νερό» που όμως δεν δίνεται. Η αμφιθυμία έγκειται στο ότι ο αφηγητής κατανοεί τις συνθήκες, αλλά δεν τις μετατρέπει σε δικαιολογία.

 

4. Η συλλογική ενοχή καταργεί τις κοινωνικές διαβαθμίσεις

   Όταν έρχεται ο σίμουν, δεν ξεχωρίζει πλούσιους και φτωχούς, άντρες και γυναίκες, εργάτες και αφεντικά. Η τελική καταστροφή δείχνει ότι η ηθική ευθύνη δεν είναι ταξικά μονομερής, όλοι συμμετέχουν, έστω παθητικά, στη διατήρηση της αδικίας. Αυτό ενισχύει την αμφιθυμία του αφηγητή. Δεν στοχοποιεί μια τάξη, αλλά μια νοοτροπία επιβίωσης χωρίς ευθύνη.

 

5. Αφηγηματική ψυχρότητα = ηθική πρόκληση

    Ο αφηγητής περιγράφει με ουδετερότητα, δεν προσφέρει συναισθηματικό οδηγό, δεν «λυπάται» φανερά κανέναν. Αυτή η ψυχρότητα δεν είναι έλλειψη συμπόνιας, αλλά τρόπος να μεταφερθεί η κρίση στον αναγνώστη. Η αμφιθυμία του αφηγητή  αναγκάζει τον αναγνώστη να αποφασίσει μόνος του: είναι οι φτωχοί αποκλειστικά θύματα ή και ηθικά υποκείμενα;

   Ο αφηγητής του «Σίμουν» κρατά σκόπιμα αμφίσημη στάση απέναντι στους εργάτες, τους φτωχούς και τις γυναίκες εμπορευόμενες. Αναγνωρίζει την κοινωνική τους δυσπραγία, αλλά αρνείται να τη μετατρέψει σε ηθικό άλλοθι. Έτσι, το κείμενο αποδομεί τον εύκολο διαχωρισμό θυμάτων και ενόχων και προβάλλει μια συλλογική, διαβρωμένη ηθική κατάσταση.

 

 

Οι παραβατικές συμπεριφορές (μπεόπουλο, κορίτσι της τυφλής, βοηθά κάποιος την χήρα μόνο εάν είναι όμορφη)

   Οι παραβατικές συμπεριφορές στο «Σίμουν» δεν παρουσιάζονται ως μεμονωμένα επεισόδια, αλλά ως ενδείξεις μιας γενικευμένης ηθικής αποσύνθεσης. Ο συγγραφέας τις αφήνει υπαινικτικές, αποσπασματικές, σχεδόν ασχολίαστες, γεγονός που τις καθιστά ακόμη πιο ανησυχητικές.

1. Το «μπεόπουλο»: ωμή, ανώνυμη βία

   Η εμφάνιση του «μπεόπουλου» μετά το «ἄχ! … σὰ μικρῆς παιδούλας ξεφωνητό πόνου» υποδηλώνει καθαρά σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου, χωρίς καμία ανάγκη περιγραφής.
    Η πράξη δεν καταγράφεται αφηγηματικά, δεν τιμωρείται κοινωνικά, δεν προκαλεί καμία αντίδραση. Η παραβατικότητα εδώ είναι κανονικοποιημένη. Η κοινωνία έχει πάψει να σοκάρεται.

2. Το κορίτσι της τυφλής: απόλυτα ευάλωτο

   Το κορίτσι είναι παιδί, είναι θηλυκό, είναι φτωχό, είναι προστάτης της τυφλής μητέρας. Αποτελεί το ακραίο σημείο αδυναμίας στο κοινωνικό σώμα. Το ότι γίνεται θύμα βίας δεν παρουσιάζεται ως εξαίρεση, αλλά ως αναμενόμενη εξέλιξη μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Η παραβατικότητα λειτουργεί πάνω στους πιο ανυπεράσπιστους.

3. Η «όμορφη χήρα»: ηθική συναλλαγή αντί αλληλεγγύης

    Η φράση του Σέχα «ποιός πήγε νὰ τὴν ἰδῇ; κανένας, ἐκτὸς ἂν ἦταν ὄμορφη» αποκαλύπτει σεξουαλικοποίηση της ανάγκης, μετατροπή της φιλανθρωπίας σε ανταλλαγή, βαθιά ηθική διαφθορά. Η βοήθεια δεν δίνεται από οίκτο ή καθήκον, αλλά ως προσδοκία ανταλλάγματος.

4. Κοινός παρονομαστής των παραβατικών συμπεριφορών

   Δεν υπάρχει κοινωνικός έλεγχος, δεν υπάρχει τιμωρία, δεν υπάρχει ντροπή. Οι πράξεις αυτές δεν είναι «παρεκκλίσεις», όπως κανονικά σε μια υγιή κοινωνία θα έπρεπε να είναι, αλλά ενσωματωμένες πρακτικές μιας κοινωνίας σε αποσύνθεση.

5. Η αφηγηματική στάση: 

    σιωπή αντί καταγγελίας

   Ο αφηγητής δεν σχολιάζει, δεν καταδικάζει ρητά, δεν συναισθηματικοποιεί. Αυτή η σιωπή μετατρέπει τον αναγνώστη σε ηθικό κριτή, ενισχύει τη φρίκη, δείχνει ότι το κακό έχει γίνει «κανονικό».

    Οι παραβατικές συμπεριφορές στο «Σίμουν» λειτουργούν ως συμπτώματα μιας κοινωνίας χωρίς ηθικά αναχώματα. Η βία κατά των αδύναμων, η σεξουαλική εκμετάλλευση και η ιδιοτελής φιλανθρωπία συνθέτουν έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη αξία μετριέται με όρους δύναμης και ωφελιμότητας. Ο σίμουν δεν έρχεται ως τιμωρία για μεμονωμένες πράξεις, αλλά ως τελική αποκάλυψη μιας ήδη κατεστραμμένης ηθικής τάξης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com

[ ανάρτηση 18 Ιανουαρίου 2026 :  

Πέτρος Μάγνης

«Σίμουν»

διήγημα

Σεράπιον 1909

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ]