το δάκρυ του ονείρου Σχόλια 3
To δάκρυ του ονείρου
Σχόλια
μέρος Γ
σκηνογραφημένη νουβέλα 2026
τεχνητή Πεζογραφία
Κοινωνική Σκέψη
Η Γιάο Γκουάνγκ ως
αντικείμενο πόθου
η πρόταση του γάμου προς τη Γιάο
Γκουάνγκ
/ - ψυχαναλυτική προσέγγιση
ο έγγαμος βίος της Γιάο
Γκουάνγκ
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
η χηρεία της Γιάο
Γκουάνγκ
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
οι συμβουλές προς τα
παιδιά της ως χήρα 1
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
η μεταβίβαση της εκλεκτότητας στα παιδιά
τα τελευταία λόγια της Γιάο
Γκουάνγκ προς τα παιδιά της
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
η κηδεία της Γιάο
Γκουάνγκ
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
Η σύγκριση της νεκρής
Γιάο Γκουάνγκ με τη δεκαεννιάχρονη κόρη της, τη Ρουό-Σι,
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
ο ερωτευμένος θαυμαστής
Σου Γουέν-Χάο
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
το μυστικό του τάφου (η
ατεκνία της Γιάο Γκουάνγκ)
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
η μυστική υιοθέτηση των
παιδιών και η απόκρυψη από τον Τσενγκ-Γουέι
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
Η ατεκνία της Γιάο
Γκουάνγκ (αποβολές συνήθως κατά τον 6ο, τον 7ο, 8ο μήνα της κύησης) συμβάλλουν
στην διατήρηση και αύξηση της ομορφιάς της
το νεκρό σώμα της Γιάο
Γκουάνγκ ως αντικείμενο πόθου
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
η εμφύσηση της
επιθυμίας του νεκρού σώματος της Γιάο Γκουάνγκ στον μαρμαρογλύπτη
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
η μυστική απόλαυση των
ομοιωμάτων
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
η απαγόρευση της θέασης
και η σχέση με την απόλαυση
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση για την απαγόρευση
της θέασης κάθε ομοιώματος ξεχωριστά,
οι διαφορετικές
σεξουαλικές φαντασιώσεις που ενεργοποιεί το κάθε άγαλμα (κερί, αλάβαστρο, τα
τρία σε μάρμαρο) στον συλλέκτη Γου Γουέν-Χάο
η ιστορία του Ντου
Τσενγκ-Γουέι
το απώτερο παρελθόν του
Τσενγκ-Γουέι
σύγκριση της ζωής του πατέρα και
γιου
ο Ντου Τσενγκ-Γουέι νέος στην
Τσενγκντού
[ η συνάντηση του
Γουάνγκ Χουλίν με τον Τσενγκ-Γουέι στη Τσενγκντού το 1619 ]
/ - ψυχαναλυτική προσέγγιση ως
άγαμου
η πρόταση γάμου του Τσενγκ-Γουέι
στη Γιάο Γκουάνγκ στα 1620
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση της
πρότασης γάμου του Τσενγκ-Γουέι προς τη Γιάο Γκουάνγκ
η σχέση του Τσενγκ-Γουέι με την
παλλακίδα Χε Τζι στα 1627 (εκείνος τότε 45, εκείνη 18)
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση της σχέσης του Τσενγκ-Γουέι με την Χε Τζι
οι συνέπειες της σχέσης
στη μεταγενέστερη σχέση του Γκούο Ρεν, γιου, με την Χε Τζι, (τέως παλλακίδα του
πατέρα του)
η σχέση του
Τσενγκ-Γουέι με την «επισκέπτρια»
Φενγκίν (1627, εκείνος τότε 45, εκείνη 20 ετών)
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση της σχέσης του Τσενγκ-Γουέι με τη Φενγκίν
η κλοπή της παλλακίδας
Πιάο Γιουάν το 1631 (εκείνος τότε 49 ετών)
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση
η σχέση του
Τσενγκ-Γουέι με την παλλακίδα Τσινγκ-Για (1637, εκείνος 55, εκείνη 16)
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση της σχέσης του Τσενγκ-Γουέι με την Τσινγκ-Για
η σχέση του
Τσενγκ-Γουέι με την παλλακίδα Χονγκ-Χουά (1639, εκείνος τότε 57, εκείνη 18)
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση της σχέσης του Τσενγκ-Γουέι με την Χονγκ-Χουά.
η σχέση του
Τσενγκ-Γουέι με την παλλακίδα Λινγκ-Λου (1639, εκείνος τότε 57 ετών)
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση της σχέσης του Τσενγκ-Γουέι με την Λινγκ-Λου
το κόκκινο περιδέραιο
και η σημασία του
/ - ψυχαναλυτική προσέγγιση
το κόκκινο περιδέραιο
ως λαιμοδέτης, ως σύμβολο αποκλειστικής κατοχής
Γιατί η μορφή του
Τσενγκ-Γουέι προκαλεί παράνοια σε εκείνους που γεύτηκαν χωρίς την έγκρισή του
τις παλλακίδες του
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση
α. η περίπτωση του Ρεν
Λιάνγκ
β. η περίπτωση του
ανθρώπου του διοικητηρίου
ο θάνατος του
Τσενγκ-Γουέι στα 1641 (59 ετών)
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση του θανάτου του Τσενγκ-Γουέι
ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ
Η Γιάο Γκουάνγκ ως αντικείμενο πόθου
η πρόταση του γάμου προς τη Γιάο
Γκουάνγκ
/ - ψυχαναλυτική προσέγγιση
Στο επεισόδιο της πρότασης γάμου, η Γιάο
Γκουάνγκ δεν παρουσιάζεται απλώς ως μια επιθυμητή γυναίκα, αλλά ως ένα
προνομιακό αντικείμενο επιθυμίας (object of desire), γύρω από το οποίο
οργανώνονται οι φαντασιώσεις, οι φιλοδοξίες και οι συμβολικές επενδύσεις όλων
των εμπλεκομένων. Η αξία της δεν προκύπτει μόνο από την ομορφιά της, αλλά από
την ιδιαίτερη θέση που κατέχει μέσα στο φαντασιακό (imaginary) και συμβολικό
(symbolic) σύστημα της κοινότητας. Πριν ακόμη εμφανιστεί ο Ντου Τσενγκ-Γουέι,
το όνομά της λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, ως μια υπόσχεση κύρους και
κοινωνικής ανόδου. Η ίδια έχει ήδη μετατραπεί σε σημαίνον (signifier)
εξαιρετικότητας.
Αυτό που καθιστά τη Γιάο Γκουάνγκ ιδιαίτερα
ενδιαφέρουσα ψυχαναλυτικά είναι ότι αρνείται να ταυτιστεί πλήρως με τη θέση του
αντικειμένου που της αποδίδουν οι άλλοι. Ενώ όλοι γύρω της τη βλέπουν ως
έπαθλο, εκείνη συμπεριφέρεται σαν να είναι η ίδια το υποκείμενο που καθορίζει
τους όρους της επιθυμίας. Η στάση της απέναντι στα δώρα αποκαλύπτει μια σταθερή
άρνηση να προσφέρει άμεση επιβεβαίωση (validation) στους μνηστήρες της. Δεν
ανταποκρίνεται με ενθουσιασμό, ούτε με απόρριψη. Διατηρεί μια απόσταση που
διασφαλίζει ότι η επιθυμία των άλλων θα συνεχίσει να κινείται προς το πρόσωπό
της χωρίς ποτέ να βρίσκει άμεση ικανοποίηση.
Σύμφωνα με τη λακανική (Lacanian) ανάγνωση,
η Γιάο Γκουάνγκ καταλαμβάνει τη θέση του αντικειμένου α (objet petit a), δηλαδή
του αντικειμένου-αιτίας της επιθυμίας (cause of desire). Δεν είναι το
αντικείμενο που μπορεί πραγματικά να αποκτηθεί, αλλά εκείνο που παράγει και
συντηρεί την επιθυμία. Κάθε φορά που οι προξενητάδες επιστρέφουν με νέα δώρα, η
αξία της αυξάνεται ακριβώς επειδή παραμένει ελαφρώς απρόσιτη. Η μη ανταπόκρισή
της δημιουργεί ένα κενό (lack), και αυτό το κενό γίνεται η κινητήρια δύναμη της
επιθυμίας του Ντου Τσενγκ-Γουέι.
Η επαναλαμβανόμενη άρνησή της να προσφέρει
σαφή απάντηση λειτουργεί επίσης ως μορφή ναρκισσιστικής επιβεβαίωσης
(narcissistic confirmation). Η Γιάο Γκουάνγκ δεν αρκείται στο να αναγνωρίζεται
ως όμορφη. Απαιτεί να αναγνωρίζεται ως μοναδική. Τα πρώτα δώρα δεν
απορρίπτονται επειδή είναι ανεπαρκή υλικά, αλλά επειδή δεν επαρκούν συμβολικά.
Δεν αποδεικνύουν ότι ο μνηστήρας έχει κατανοήσει τη θέση που εκείνη αποδίδει
στον εαυτό της. Με αυτή την έννοια, κάθε νέα προσφορά αποτελεί δοκιμασία της
επιθυμίας του άλλου. Δεν την ενδιαφέρει τι προσφέρεται, αλλά πόσο μακριά είναι
διατεθειμένος να φτάσει ο άλλος για να την αποκτήσει.
Η σκηνή παρουσιάζει επίσης μια αντιστροφή
των έμφυλων σχέσεων εξουσίας. Εξωτερικά, η κοινωνία είναι πατριαρχική και ο
γάμος φαίνεται να οργανώνεται από άνδρες. Ωστόσο, στο ψυχικό επίπεδο (psychic
level), η εξουσία μετατοπίζεται προς τη Γιάο Γκουάνγκ. Οι γονείς της, οι
προξενητάδες και τελικά ο ίδιος ο Ντου Τσενγκ-Γουέι βρίσκονται σε κατάσταση
αναμονής απέναντι στην κρίση της. Εκείνη είναι που κατέχει το προνόμιο της
επικύρωσης ή της στέρησης της επικύρωσης. Η επιθυμία των άλλων εξαρτάται από τη
δική της ανταπόκριση.
Η κορύφωση της διαδικασίας έρχεται όταν ο
Ντου Τσενγκ-Γουέι εγκαταλείπει το τελετουργικό πλαίσιο και εμφανίζεται
προσωπικά. Ψυχαναλυτικά, η πράξη αυτή συνιστά υπέρβαση του συμβολικού νόμου
(symbolic law). Μέχρι εκείνη τη στιγμή εκπροσωπείται από δώρα, μεσολαβητές και
κοινωνικές συμβάσεις. Η προσωπική του εμφάνιση σηματοδοτεί ότι η επιθυμία του
δεν μπορεί πλέον να εκφραστεί αποκλειστικά μέσω των κοινωνικών μηχανισμών. Η
παρουσία του δηλώνει ότι το αντικείμενο του πόθου έχει αποκτήσει για εκείνον
προσωπική και σχεδόν εμμονική αξία (cathexis).
Ακόμη πιο σημαντική είναι η προσφορά γης
στο όνομά της. Το γεγονός ότι η ιδιοκτησία δεν μεταβιβάζεται στην οικογένειά
της αλλά στην ίδια συνιστά μια συμβολική αναγνώριση του υποκειμένου της. Ο Ντου
Τσενγκ-Γουέι δεν αγοράζει απλώς μια σύζυγο. Αναγνωρίζει ότι απέναντί του βρίσκεται
ένα πρόσωπο που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ξεχωριστή αξία. Πρόκειται για
τη στιγμή κατά την οποία η επιθυμία του συναντά το ναρκισσιστικό ιδεώδες (ego
ideal) της Γιάο Γκουάνγκ.
Το μικρό χαμόγελο που ακολουθεί είναι
εξαιρετικά σημαντικό. Δεν αποτελεί έκφραση συναισθηματικής συγκίνησης ούτε
ένδειξη ερωτικής ανταπόκρισης. Λειτουργεί ως σημείο συμβολικής επικύρωσης
(symbolic validation). Για πρώτη φορά η Γιάο Γκουάνγκ αναγνωρίζει ότι ο άλλος
κατάφερε να ανταποκριθεί στην εικόνα αξίας που η ίδια έχει κατασκευάσει για τον
εαυτό της. Η αποδοχή του γάμου δεν εμφανίζεται ως αποτέλεσμα αγάπης, αλλά ως
αποτέλεσμα αναγνώρισης.
Έτσι, ολόκληρη η σκηνή της πρότασης δεν
αφορά πρωτίστως τη σύναψη μιας συζυγικής σχέσης. Αφορά τη διαπραγμάτευση της
αξίας ενός αντικειμένου πόθου. Η Γιάο Γκουάνγκ επιτρέπει τελικά την κατάκτηση
όχι όταν αισθάνεται επιθυμία για τον άλλον, αλλά όταν βεβαιώνεται ότι η δική
της επιθυμητότητα έχει αναγνωριστεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Η αποδοχή του
γάμου σηματοδοτεί την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας κατά την οποία ο Ντου
Τσενγκ-Γουέι δεν απέκτησε απλώς μια γυναίκα· απέδειξε ότι ήταν ικανός να
αναγνωρίσει και να υπηρετήσει το φαντασιακό μεγαλείο που εκείνη απέδιδε στον
εαυτό της.
(δες επίσης συμπλήρωμα από την πλευρά του
Τσενγκ-Γουέι παρακάτω)
η χηρεία της Γιάο
Γκουάνγκ
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
Η χηρεία της Γιάο Γκουάνγκ συνιστά μία από
τις σημαντικότερες μεταμορφώσεις της θέσης της ως αντικειμένου πόθου (object of
desire). Μέχρι τον θάνατο του Ντου Τσενγκ-Γουέι, η επιθυμητότητά της ήταν
ενταγμένη σε ένα σταθερό συμβολικό πλαίσιο (symbolic framework): ήταν η σύζυγος
ενός ισχυρού άνδρα, το πολύτιμο απόκτημα που προσέδιδε κύρος στον οίκο του. Με
τον θάνατό του, όμως, η συμβολική αυτή δομή κλονίζεται. Η Γιάο Γκουάνγκ δεν
χάνει την αξία της· αντιθέτως, καθίσταται ξανά διαθέσιμη ως αντικείμενο
επιθυμίας μέσα στον κοινωνικό χώρο. Η χηρεία δεν μειώνει την ελκυστικότητά της
αλλά την επανενεργοποιεί με νέους όρους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι προξενητές δεν
αργούν να εμφανιστούν. Η παρουσία τους αποκαλύπτει ότι η κοινότητα δεν
αντιμετωπίζει τη χήρα ως φορέα απώλειας αλλά ως φορέα δυνατοτήτων. Στα τριάντα
οκτώ της χρόνια, η Γιάο Γκουάνγκ βρίσκεται σε μια ηλικία όπου η ομορφιά της δεν
παρουσιάζεται ως νεανική υπόσχεση αλλά ως ώριμη πληρότητα. Η αφήγηση τονίζει
ότι η ομορφιά της έχει αποκτήσει βάθος και αξιοπρέπεια. Ψυχαναλυτικά, πρόκειται
για μια μετάβαση από το αντικείμενο της άμεσης επιθυμίας στο εξιδανικευμένο
αντικείμενο (idealized object), του οποίου η αξία ενισχύεται από την εμπειρία,
την κοινωνική θέση και την προσωπική ιστορία.
Παράλληλα, η χηρεία προσδίδει στη Γιάο
Γκουάνγκ μια νέα μορφή συμβολικού κεφαλαίου. Δεν είναι πλέον μόνο όμορφη. Είναι
η χήρα του Τσενγκ-Γουέι, η φύλακας της μνήμης του, η επικεφαλής ενός σημαντικού
οίκου και η μητέρα δύο ενηλικιούμενων παιδιών. Η επιθυμία που προκαλεί δεν
αφορά μόνο το πρόσωπό της αλλά και το σύνολο των συμβολικών αξιών που φέρει. Οι
άνδρες που την προσεγγίζουν επιθυμούν όχι μόνο τη γυναίκα αλλά και την ιστορία,
το κύρος και τη θέση που ενσαρκώνει.
Η στάση της απέναντι σε αυτές τις προτάσεις
αποκαλύπτει μια κρίσιμη μεταβολή. Κατά τη νεότητά της, η απόσταση που κρατούσε
λειτουργούσε ως μέσο αύξησης της αξίας της. Η καθυστέρηση της αποδοχής ενίσχυε
την επιθυμία των άλλων και επιβεβαίωνε τη δική της αίσθηση υπεροχής. Στη
χηρεία, όμως, η ίδια απόσταση αποκτά διαφορετικό ψυχικό περιεχόμενο. Δεν
χρησιμοποιείται πλέον για να προκαλέσει επιθυμία αλλά για να αποκρούσει την
επιθυμία των άλλων. Η σιωπή της δεν είναι πλέον στρατηγική διαπραγμάτευσης αλλά
μορφή άμυνας (defense).
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στον τρόπο
με τον οποίο αντιμετωπίζει τους μνηστήρες. Όλοι τους προσφέρουν κάτι
διαφορετικό: πλούτο, κύρος, ασφάλεια, κοινωνική επιρροή ή σεβασμό. Ωστόσο,
καμία από αυτές τις προσφορές δεν φαίνεται να αγγίζει τον ψυχικό της πυρήνα. Η
αδυναμία τους να την συγκινήσουν δεν οφείλεται μόνο στην πίστη προς τον νεκρό
σύζυγο. Βαθύτερα, συνδέεται με το γεγονός ότι η επιθυμία της έχει αποσυρθεί από
το παρόν και έχει επενδυθεί σε ένα χαμένο αντικείμενο (lost object).
Στη φροϋδική (Freudian) θεωρία του πένθους
(mourning), ο ψυχισμός καλείται σταδιακά να αποδεσμεύσει τις επενδύσεις του από
το πρόσωπο που χάθηκε ώστε να μπορέσει να επενδύσει εκ νέου σε νέα αντικείμενα
αγάπης. Η Γιάο Γκουάνγκ φαίνεται να αντιστέκεται ακριβώς σε αυτή τη διαδικασία.
Ο Τσενγκ-Γουέι δεν παραμένει απλώς αγαπημένη ανάμνηση. Μετατρέπεται σε ιδεατό
αντικείμενο (ideal object), το οποίο κανείς ζωντανός δεν μπορεί να
ανταγωνιστεί. Κάθε υποψήφιος σύζυγος συγκρίνεται μαζί του και αποτυγχάνει. Η
σύγκριση δεν είναι πραγματική αλλά φαντασιακή (imaginary), διότι ο νεκρός
σύζυγος έχει πλέον απαλλαγεί από κάθε ατέλεια της καθημερινής ζωής και έχει
αναχθεί σε μορφή σχεδόν μυθική.
Η επιστολή του Λιου Γκουανγκ-Χε είναι
ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Πρόκειται ίσως για την πιο ώριμη και λιγότερο
διεκδικητική πρόταση που δέχεται. Ο Λιου δεν επιχειρεί να την κατακτήσει, αλλά
να δημιουργήσει έναν χώρο μέσα στον οποίο θα μπορούσε να υπάρξει η ελευθερία
της επιλογής της. Από ψυχαναλυτική άποψη, αποτελεί τον μοναδικό άνδρα που δεν
προσπαθεί να μετατρέψει τη Γιάο Γκουάνγκ σε αντικείμενο κατοχής (object
possession). Της προσφέρει χρόνο, απόσταση και σεβασμό. Ωστόσο, ακόμη και αυτή
η πρόταση αποτυγχάνει. Η αποτυχία της αποκαλύπτει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται
στους μνηστήρες αλλά στην εσωτερική κατάσταση της ίδιας.
Η προσκόλλησή της στον Τσενγκ-Γουέι
συνδέεται επίσης με μια βαθύτερη διάσταση της ταυτότητάς της. Κατά τη διάρκεια
του γάμου, ο σύζυγός της υπήρξε ο μοναδικός άνθρωπος που κατάφερε να αναγνωρίσει
πλήρως το ναρκισσιστικό της ιδεώδες (narcissistic ideal). Ήταν εκείνος που είδε
σε αυτήν κάτι περισσότερο από μια όμορφη γυναίκα και της προσέφερε συμβολική
αναγνώριση αντάξια της εικόνας που είχε για τον εαυτό της. Με τον θάνατό του
χάνεται όχι μόνο ο σύζυγος αλλά και ο σημαντικότερος καθρέφτης του εαυτού της
(selfobject). Οι υπόλοιποι άνδρες εμφανίζονται ως υποκατάστατα που αδυνατούν να
επιτελέσουν την ίδια λειτουργία.
Ταυτόχρονα, η αφοσίωσή της στα παιδιά της
λειτουργεί ως ψυχικός μηχανισμός μετατόπισης (displacement). Η φροντίδα του
Γκούο Ρεν και της Ρουό-Σι προσφέρει έναν αποδεκτό και κοινωνικά νομιμοποιημένο
τρόπο διοχέτευσης των συναισθηματικών της επενδύσεων. Αντί να στραφεί προς έναν
νέο δεσμό, επενδύει στην προστασία της οικογένειας και στη διατήρηση του οίκου.
Έτσι, η μητρότητα μετατρέπεται σε καταφύγιο απέναντι στην απειλή μιας νέας
συναισθηματικής δέσμευσης.
Η τελευταία εικόνα της αφήγησης είναι ίσως η
πιο αποκαλυπτική. Η Γιάο Γκουάνγκ αρχίζει να βιώνει την ομορφιά της όχι ως προνόμιο
αλλά ως βάρος. Η ίδια ιδιότητα που επί δεκαετίες αποτελούσε πηγή δύναμης
μετατρέπεται σε πηγή εγκλωβισμού. Οι συνεχείς προτάσεις γάμου της υπενθυμίζουν
ότι οι άλλοι εξακολουθούν να τη βλέπουν ως αντικείμενο επιθυμίας. Εκείνη, όμως,
δεν επιθυμεί πλέον να βρίσκεται σε αυτή τη θέση. Εδώ εμφανίζεται μια μορφή
ναρκισσιστικής κόπωσης (narcissistic fatigue): η διαρκής προβολή των επιθυμιών
των άλλων πάνω της παύει να λειτουργεί ως επιβεβαίωση και αρχίζει να βιώνεται
ως εισβολή.
Έτσι, η χηρεία δεν παρουσιάζει τη Γιάο
Γκουάνγκ ως γυναίκα που χάνει τη γοητεία της αλλά ως γυναίκα που παγιδεύεται
μέσα σε αυτήν. Παραμένει το κέντρο της επιθυμίας των άλλων, όμως η ίδια
αποσύρεται ολοένα και περισσότερο από το παιχνίδι της επιθυμίας. Η αντίφαση
αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της τραγικότητάς της. Όσο περισσότερο οι άλλοι τη
βλέπουν ως πολύτιμο αντικείμενο, τόσο περισσότερο εκείνη επιθυμεί να πάψει να
είναι αντικείμενο. Η ομορφιά, η κοινωνική θέση και η φήμη που κάποτε της
άνοιγαν δρόμους μετατρέπονται τώρα σε αόρατο κλουβί. Και έτσι η σιωπή της, που
άλλοτε αποτελούσε εργαλείο ισχύος, γίνεται σταδιακά η γλώσσα μιας βαθιάς
εσωτερικής απομόνωσης.
οι συμβουλές προς τα
παιδιά της ως χήρα 1:
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
η μεταβίβαση της εκλεκτότητας στα παιδιά
Μετά τη χηρεία της, η Γιάο Γκουάνγκ φαίνεται
να εγκαταλείπει σταδιακά την ενεργό συμμετοχή στον κόσμο της επιθυμίας, χωρίς
όμως να εγκαταλείπει τη θεμελιώδη πεποίθηση που είχε οργανώσει ολόκληρη τη ζωή
της: την ιδέα της ιδιαίτερης αξίας της. Η πεποίθηση αυτή δεν παραμένει πλέον
ατομική. Μετατρέπεται σε οικογενειακή ιδεολογία και μεταβιβάζεται στα παιδιά
της ως ψυχική κληρονομιά. Εκείνο που κάποτε αφορούσε την ίδια ως μοναδικό
πρόσωπο αρχίζει τώρα να αφορά ολόκληρη τη γενεαλογία της.
Οι συμβουλές που δίνει στον Γκούο Ρεν και τη
Ρουό-Σι δεν είναι απλές ηθικές νουθεσίες. Αποτελούν μια διαδικασία διαγενεακής
μετάδοσης (transgenerational transmission) ενός συγκεκριμένου τρόπου θέασης του
εαυτού και των άλλων. Η Γιάο Γκουάνγκ διδάσκει στα παιδιά της ότι δεν ανήκουν στην
κοινότητα αλλά βρίσκονται πάνω από αυτήν. Η διάκριση ανάμεσα στο «εμείς» και
στους «άλλους» εμφανίζεται συνεχώς στα λόγια της. Πρόκειται για έναν ψυχικό
μηχανισμό που συγκροτεί μια έντονη συλλογική ταυτότητα (collective identity),
βασισμένη όχι στην αμοιβαιότητα αλλά στη διαφοροποίηση.
Η επαναλαμβανόμενη διαβεβαίωση ότι η
οικογένειά τους δεν είναι «μία ανάμεσα σε πολλές» αποκαλύπτει μια διαδικασία
ναρκισσιστικής επένδυσης (narcissistic investment) της οικογενειακής γραμμής. Η
Γιάο Γκουάνγκ δεν μεταβιβάζει απλώς περιουσία ή κοινωνική θέση. Μεταβιβάζει μια
αίσθηση εκλεκτότητας. Στην πραγματικότητα, το ναρκισσιστικό ιδεώδες
(narcissistic ideal) που είχε οργανώσει την προσωπική της ταυτότητα
μετατρέπεται τώρα σε οικογενειακό ιδεώδες. Τα παιδιά καλούνται να συνεχίσουν να
πιστεύουν ότι αποτελούν κάτι ξεχωριστό, ακόμη κι όταν η ίδια δεν θα υπάρχει
πλέον για να το επιβεβαιώνει.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έμφαση
που δίνει στη γη. Σε ένα πρώτο επίπεδο, η επιμονή να μην διασπαστεί η περιουσία
φαίνεται πρακτική. Σε βαθύτερο επίπεδο, όμως, η γη λειτουργεί ως συμβολικό
αντικείμενο (symbolic object). Δεν αντιπροσωπεύει μόνο οικονομική δύναμη αλλά
και την ενότητα της οικογενειακής ταυτότητας. Όταν λέει ότι «αν τη χωρίσετε, θα
μικρύνετε κι εσείς μαζί της», αποκαλύπτει μια ψυχική ταύτιση ανάμεσα στην
έκταση της γης και στην αξία του εαυτού. Η απώλεια της περιουσίας ισοδυναμεί
φαντασιακά (imaginarily) με απώλεια ταυτότητας.
Παράλληλα, οι συνεχείς προειδοποιήσεις για
τους γείτονες φανερώνουν μια έντονη αίσθηση απειλής. Η Γιάο Γκουάνγκ διδάσκει
στα παιδιά της ότι οι άλλοι επιθυμούν διαρκώς αυτό που εκείνα κατέχουν.
Πρόκειται για μια προβολική αντίληψη (projective perception) των κοινωνικών
σχέσεων, όπου ο εξωτερικός κόσμος παρουσιάζεται ως πεδίο ανταγωνισμού και
φθόνου. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η αξία της οικογένειας επιβεβαιώνεται
ακριβώς επειδή θεωρείται αντικείμενο επιθυμίας των άλλων.
Η στάση της απέναντι στη Ρουό-Σι είναι
ιδιαίτερα σύνθετη. Από τη μία πλευρά, φαίνεται να προστατεύει την κόρη της από
τη μοίρα που η ίδια γνώρισε ως εξαιρετικά όμορφη γυναίκα. Της λέει ότι η αξία
της δεν βρίσκεται στην εμφάνιση αλλά στη στάση της απέναντι στον κόσμο. Από την
άλλη πλευρά, η ίδια συμβουλή μεταφέρει μια διαφορετική μορφή εξιδανίκευσης
(idealization). Η Ρουό-Σι δεν καλείται να γίνει «όπως οι άλλοι», αλλά να
διατηρήσει μια εσωτερική αίσθηση ανωτερότητας. Η μητέρα της επιχειρεί να
μετατοπίσει το κέντρο της αξίας από την ομορφιά στην προσωπική αξιοπρέπεια,
χωρίς όμως να εγκαταλείπει την ιδέα της διαφοροποίησης.
Αποκαλυπτική είναι και η απάντηση που δίνει
όταν η κόρη τη ρωτά γιατί οι άλλοι τις κοιτούν. «Γιατί δεν είναι σαν εμάς». Η
φράση αυτή συμπυκνώνει ολόκληρη την ψυχική κοσμοθεωρία της Γιάο Γκουάνγκ. Η
διαφορά δεν παρουσιάζεται ως κοινωνικό γεγονός αλλά ως ουσιαστικό
χαρακτηριστικό ταυτότητας. Το «εμείς» και το «εκείνοι» δεν είναι απλώς
διαφορετικές ομάδες· ανήκουν σχεδόν σε διαφορετικές ψυχικές κατηγορίες ύπαρξης.
Η σχέση με τον Γκούο Ρεν αποκαλύπτει μια
ακόμη βαθύτερη διάσταση. Ο γιος μετατρέπεται σε φορέα της συμβολικής συνέχειας
του πατέρα. Η μητέρα δεν του μεταβιβάζει μόνο ευθύνες αλλά μια αποστολή. Η
φράση ότι «δεν έχεις το δικαίωμα να λυγίσεις» εισάγει ένα ιδιαίτερα απαιτητικό
υπερεγώ (superego). Ο νεαρός δεν καλείται να ανακαλύψει τη δική του ταυτότητα
αλλά να ενσαρκώσει ένα ήδη διαμορφωμένο ιδεώδες δύναμης, σταθερότητας και
ελέγχου.
Αυτό που κληροδοτεί η Γιάο Γκουάνγκ στον
γιο της δεν είναι μόνο η περιουσία του πατέρα αλλά και η δική της εσωτερική
στάση απέναντι στον κόσμο. Η επιφυλακτικότητα, η παρατήρηση, η δυσπιστία και η
ανάγκη ελέγχου αποτελούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν και την ίδια. Μέσα από τον
Γκούο Ρεν, ένα μέρος της προσωπικότητάς της αποκτά προοπτική συνέχειας. Εκείνος
καλείται να γίνει ο φορέας της οικογενειακής βεβαιότητας ότι η αξία πρέπει να
προστατεύεται και ότι η ανωτερότητα δεν πρέπει ποτέ να αμφισβητείται.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η σημαντικότερη
λειτουργία αυτών των συμβουλών είναι ότι μετατρέπουν τη Γιάο Γκουάνγκ από
αντικείμενο πόθου σε δημιουργό αντικειμένων ταύτισης (objects of
identification). Για δεκαετίες η ίδια υπήρξε το πρόσωπο πάνω στο οποίο οι άλλοι
προέβαλλαν επιθυμίες, θαυμασμό και φαντασιώσεις. Τώρα επιχειρεί να εξασφαλίσει
ότι ένα μέρος αυτής της συμβολικής αξίας θα επιβιώσει μέσα από τα παιδιά της. Η
προσωπική της εκλεκτότητα μετατρέπεται σε οικογενειακή κληρονομιά.
Έτσι, το επεισόδιο των συμβουλών δεν αφορά
απλώς μια μητέρα που καθοδηγεί τα παιδιά της. Αφορά μια γυναίκα που πλησιάζει
στο τελευταίο στάδιο της ζωής της και προσπαθεί να διασφαλίσει τη συνέχεια της
ψυχικής της ταυτότητας. Η βαθύτερη αγωνία της δεν είναι μόνο η διατήρηση της
περιουσίας ή του ονόματος του οίκου. Είναι η διατήρηση της πεποίθησης ότι η
οικογένειά της αποτελεί κάτι ξεχωριστό. Με αυτόν τον τρόπο, η Γιάο Γκουάνγκ
επιχειρεί να νικήσει συμβολικά τον χρόνο, μεταβιβάζοντας στα παιδιά της όχι
μόνο ό,τι είχε, αλλά κυρίως ό,τι πίστευε ότι ήταν.
τα τελευταία λόγια της
Γιάο Γκουάνγκ προς τα παιδιά της :
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
Το επεισόδιο των τελευταίων λόγων της Γιάο
Γκουάνγκ προς τα παιδιά της λίγο πριν πεθάνει αποτελεί την τελική ψυχική συμπύκνωση
ολόκληρης της ζωής της. Όλα όσα υπήρξαν διάσπαρτα στις προηγούμενες φάσεις της
ύπαρξής της —η αίσθηση εκλεκτότητας, η ανάγκη διατήρησης της οικογενειακής
συνοχής, η δυσπιστία προς τον εξωτερικό κόσμο, η σημασία της συμβολικής
υπεροχής και η ιδιαίτερη σχέση της με τον Τσενγκ-Γουέι— συμπυκνώνονται σε μια
τελευταία παρακαταθήκη. Η Γιάο Γκουάνγκ δεν αφήνει πίσω της εξηγήσεις αλλά
εντολές. Δεν μεταβιβάζει αφηγήσεις αλλά βεβαιότητες. Και ακριβώς αυτή η μορφή
μετάδοσης αποκαλύπτει πολλά για την ψυχική της οργάνωση.
Η επαναλαμβανόμενη προτροπή «να μείνετε
μαζί» δεν αφορά μόνο την πρακτική προστασία της οικογένειας. Σε βαθύτερο
ψυχαναλυτικό επίπεδο εκφράζει μια αγωνία διάσπασης (anxiety of fragmentation).
Σε όλη τη διάρκεια της ζωής της η Γιάο Γκουάνγκ αντιλαμβανόταν την ενότητα ως
προϋπόθεση επιβίωσης. Η αξία της οικογένειας, η ισχύς της περιουσίας, η
ασφάλεια απέναντι στους άλλους, όλα συνδέονταν με την ιδέα ότι τα μέρη πρέπει να
παραμένουν αδιαίρετα. Η διάσπαση δεν ισοδυναμεί απλώς με απώλεια δύναμης αλλά
με απώλεια ταυτότητας. Για τον λόγο αυτό, η τελευταία της αγωνία δεν είναι ο
θάνατος αλλά η πιθανότητα τα παιδιά της να πάψουν να αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Αυτή η ανάγκη συνοχής φαίνεται να έχει ακόμη
βαθύτερες ρίζες. Ο θάνατος του Τσενγκ-Γουέι υπήρξε πιθανότατα το πρώτο γεγονός
που διέρρηξε μια ψυχική δομή την οποία η ίδια θεωρούσε ακλόνητη. Κατά τη
διάρκεια του γάμου της, η σχέση τους φαίνεται να είχε αποκτήσει μια μορφή αμοιβαίας
συμπλήρωσης (complementarity). Εκείνος υπήρξε ο μοναδικός άνθρωπος που
αναγνώρισε πλήρως την αξία που η ίδια απέδιδε στον εαυτό της. Μέσα από το
βλέμμα του επιβεβαιωνόταν η ιδιαίτερη θέση της στον κόσμο. Όταν εκείνος πέθανε,
δεν χάθηκε μόνο ένας σύντροφος αλλά ένα θεμελιώδες ψυχικό στήριγμα (psychic
support).
Η αφήγηση υπονοεί ότι ο θάνατός της το 1643,
δύο χρόνια αργότερα μετά το θάνατο του Τσενγκ-Γουέι, δεν μπορεί να εξηγηθεί
αποκλειστικά με βιολογικούς όρους. Ψυχαναλυτικά, αυτό παραπέμπει στην έννοια
της απώλειας του αντικειμένου (object loss). Ο Τσενγκ-Γουέι δεν υπήρξε απλώς
σύζυγος αλλά κεντρικό αντικείμενο επένδυσης (cathected object). Μέσα από αυτόν
οργανώνονταν η αυτοεικόνα, η κοινωνική θέση και η συναισθηματική της ισορροπία.
Η απώλειά του δημιούργησε ένα κενό το οποίο δεν μπόρεσε ποτέ να αναπληρωθεί.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι
μεταγενέστερες προτάσεις γάμου απορρίπτονται. Κανείς από τους μνηστήρες δεν
αποτυγχάνει επειδή είναι ανεπαρκής αντικειμενικά. Αποτυγχάνουν επειδή
συγκρίνονται με ένα αντικείμενο που έχει ήδη εξιδανικευθεί (idealized object).
Ο νεκρός Τσενγκ-Γουέι έχει πλέον μετατραπεί σε ψυχική κατασκευή απαλλαγμένη από
ατέλειες. Όσο περισσότερο απομακρύνεται χρονικά, τόσο περισσότερο αποκτά
μυθικές διαστάσεις μέσα στον εσωτερικό της κόσμο.
Η φράση ότι «η ομορφιά της πλέον δεν είχε
αντίκρυσμα» είναι ιδιαίτερα σημαντική. Καθ' όλη τη ζωή της, η ομορφιά της
λειτουργούσε ως πηγή ισχύος, επιθυμίας και αναγνώρισης. Όμως η αξία της
ομορφιάς δεν βρισκόταν ποτέ αποκλειστικά στους άλλους που την ποθούσαν.
Βρισκόταν κυρίως στον έναν άνθρωπο του οποίου η αναγνώριση είχε αποκτήσει
καθοριστική σημασία. Μετά τον θάνατο του Τσενγκ-Γουέι, η ομορφιά παύει να
λειτουργεί ως μέσο σύνδεσης. Παραμένει αντικειμενικά παρούσα, αλλά χάνει την
ψυχική της λειτουργία. Αυτό εξηγεί γιατί η Γιάο Γκουάνγκ δεν αντλεί καμία
ικανοποίηση από το γεγονός ότι εξακολουθεί να προκαλεί τον θαυμασμό και την
επιθυμία άλλων ανδρών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η
άρνησή της να εξηγήσει στα παιδιά της τους λόγους των συμβουλών της. Δεν τους
μεταβιβάζει τα τραύματα, τις συγκρούσεις ή τις πικρίες της. Τους μεταβιβάζει
μόνο το συμπέρασμα. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική μορφή διαγενεακής
μετάδοσης (transgenerational transmission), όπου οι επόμενες γενιές κληρονομούν
κανόνες χωρίς να γνωρίζουν πλήρως τις εμπειρίες που τους γέννησαν. Οι οδηγίες
της αποκτούν έτσι σχεδόν ιερό χαρακτήρα. Δεν χρειάζεται να γίνουν κατανοητές·
αρκεί να εφαρμοστούν.
Η στάση αυτή αποκαλύπτει επίσης μια
ιδιαίτερη σχέση με την εξουσία. Η Γιάο Γκουάνγκ δεν επιδιώκει να πείσει.
Επιθυμεί να αφήσει πίσω της μια αδιαμφισβήτητη παρακαταθήκη. Όπως σε όλη της τη
ζωή, έτσι και τώρα, η βεβαιότητα προηγείται της εξήγησης. Η αλήθεια της
παρουσιάζεται ως κάτι που δεν έχει ανάγκη από επιχειρήματα. Αυτή η ψυχική στάση
αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο η ίδια αντιλαμβανόταν την αξία της: όχι ως
κάτι που έπρεπε να αποδεικνύεται, αλλά ως κάτι αυτονόητο.
Το γεγονός ότι το πρόσωπό της διατηρεί την
ομορφιά του μέχρι το τέλος αποκτά έντονο συμβολικό χαρακτήρα. Η αφήγηση σχεδόν
αρνείται να επιτρέψει στον θάνατο να αγγίξει το βασικό στοιχείο της ταυτότητάς
της. Σαν να προστατεύεται η εικόνα της από τη φθορά. Ψυχαναλυτικά, αυτό μπορεί
να ιδωθεί ως μια μορφή μεταθανάτιας εξιδανίκευσης (posthumous idealization). Η
Γιάο Γκουάνγκ δεν πεθαίνει ως κοινός άνθρωπος αλλά ως μορφή που διατηρεί
ανέπαφη την εικόνα της μέσα στη μνήμη των άλλων.
Η ήρεμη έκφραση του προσώπου της παραπέμπει
επίσης σε μια τελική αποκατάσταση της ψυχικής συνοχής. Η ζωή της χαρακτηρίστηκε
από συνεχή προσπάθεια ελέγχου, διατήρησης της αξίας και προστασίας της
οικογένειας. Στο τέλος, φαίνεται να πεθαίνει με την πεποίθηση ότι η αποστολή
της ολοκληρώθηκε. Η γαλήνη που αποδίδεται στο πρόσωπό της λειτουργεί σαν
αφηγηματική επιβεβαίωση ότι η παρακαταθήκη της έχει ήδη μεταβιβαστεί.
Τελικά, τα τελευταία λόγια της Γιάο Γκουάνγκ
δεν αποτελούν απλώς αποχαιρετισμό. Αποτελούν την ύστατη προσπάθεια διατήρησης
ενός ψυχικού κόσμου που οικοδομήθηκε επί δεκαετίες. Ο φόβος της δεν είναι ο
θάνατος αλλά η διάλυση της συνοχής που έδινε νόημα στη ζωή της. Η μεγαλύτερη
επιθυμία της δεν είναι να τη θυμούνται ούτε να τη θρηνούν. Είναι να παραμείνει
ζωντανή μέσα από τη δομή που δημιούργησε. Έτσι, ακόμη και τη στιγμή του θανάτου
της, εξακολουθεί να λειτουργεί ως κεντρικό αντικείμενο αναφοράς για τους
άλλους. Η φυσική της παρουσία χάνεται, αλλά η ψυχική της παρουσία μετατρέπεται
σε εσωτερικό νόμο που συνεχίζει να οργανώνει τις ζωές των παιδιών της και να
καθορίζει τις σχέσεις τους πολύ μετά την απουσία της.
η κηδεία της Γιάο Γκουάνγκ
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
Στην κηδεία της Γιάο Γκουάνγκ ολοκληρώνεται
η μεταμόρφωσή της σε απόλυτο αντικείμενο πόθου (object of desire). Ενώ σε όλη
της τη ζωή η αξία της συνδεόταν με την ομορφιά, την κοινωνική θέση και την
αίσθηση ανωτερότητας που εξέπεμπε, μετά τον θάνατό της συμβαίνει κάτι βαθύτερο:
παύει να είναι πραγματικό πρόσωπο και μετατρέπεται σε φαντασιακό αντικείμενο
(fantasy object). Η απουσία της δεν μειώνει την επιθυμία των άλλων· αντιθέτως,
την εντείνει. Η ψυχανάλυση έχει δείξει ότι ο πόθος συχνά δεν γεννιέται από την
κατοχή αλλά από τη στέρηση (lack). Αυτό που δεν αποκτήθηκε ποτέ μπορεί να
καταλάβει μεγαλύτερο χώρο στην ψυχή από αυτό που κάποτε κατέχθηκε.
Το γεγονός ότι το πρόσωπό της παραμένει
σχεδόν ανέγγιχτο από τον θάνατο αποκτά ισχυρό συμβολικό περιεχόμενο. Οι
παρευρισκόμενοι δεν αντικρίζουν απλώς μια νεκρή γυναίκα. Αντικρίζουν μια εικόνα
που μοιάζει να έχει νικήσει τον χρόνο. Η Γιάο Γκουάνγκ εμφανίζεται όπως ακριβώς
τη θυμούνται: όμορφη, ήρεμη, απρόσιτη. Ο θάνατος, που συνήθως απομυθοποιεί το
σώμα, εδώ λειτουργεί αντίστροφα. Την απομακρύνει ακόμη περισσότερο από την
ανθρώπινη διάσταση και την τοποθετεί στη σφαίρα του ιδανικού (idealized
object). Δεν είναι πλέον μια γυναίκα με αδυναμίες, φόβους ή ανάγκες. Είναι μια
εικόνα.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι γυναίκες
χαμηλώνουν το βλέμμα μπροστά της. Δεν πρόκειται μόνο για σεβασμό προς τη νεκρή.
Αντιμετωπίζουν ένα πρόσωπο που συνεχίζει να λειτουργεί ως μέτρο σύγκρισης. Η
Γιάο Γκουάνγκ εξακολουθεί να κατέχει συμβολική ανωτερότητα ακόμη και όταν δεν
μπορεί πλέον να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ο θάνατός της δεν καταστρέφει το
κύρος της· το παγιώνει.
Η σύγκριση της νεκρής
Γιάο Γκουάνγκ με τη δεκαεννιάχρονη κόρη της, τη Ρουό-Σι,
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
Η σύγκριση της νεκρής Γιάο Γκουάνγκ με τη
δεκαεννιάχρονη κόρη της, τη Ρουό-Σι, αποτελεί μία από τις πιο αποκαλυπτικές
στιγμές της ιστορίας ως προς τη λειτουργία του πόθου, της απώλειας και της
διαγενεακής μεταβίβασης της επιθυμίας. Η σύγκριση δεν γίνεται απλώς ανάμεσα σε
δύο γυναίκες. Γίνεται ανάμεσα σε ένα ιδεώδες που έχει πλέον παγιωθεί και σε μια
νέα γυναίκα που εξακολουθεί να βρίσκεται σε διαδικασία διαμόρφωσης της
ταυτότητάς της.
Η Γιάο Γκουάνγκ, τη στιγμή της κηδείας της,
δεν είναι πλέον ένα πραγματικό πρόσωπο. Ο θάνατός της έχει ολοκληρώσει μια
διαδικασία εξιδανίκευσης (idealization) που είχε αρχίσει ήδη από τη ζωή της.
Δεν μπορεί πλέον να απογοητεύσει, να γεράσει, να θυμώσει ή να διαψεύσει τις
προσδοκίες των άλλων. Έχει μετατραπεί σε τέλειο εσωτερικό αντικείμενο (ideal
object), σε μια εικόνα απαλλαγμένη από τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης.
Όσοι την κοιτούν μέσα στο φέρετρο δεν βλέπουν μόνο τη νεκρή γυναίκα· βλέπουν
όλα όσα είχαν επενδύσει πάνω της επί χρόνια: ομορφιά, κύρος, ανωτερότητα,
απροσβασιμότητα.
Η Ρουό-Σι βρίσκεται στην ακριβώς αντίθετη
θέση. Είναι ζωντανή. Και η ζωή σημαίνει αβεβαιότητα. Ενώ η μητέρα της έχει
ολοκληρωθεί ως μύθος, η κόρη παραμένει ανοιχτή ως δυνατότητα. Αυτός είναι και ο
λόγος που οι άνθρωποι στρέφουν σταδιακά το βλέμμα τους από τη νεκρή προς τη
ζωντανή κόρη. Δεν εγκαταλείπουν τη Γιάο Γκουάνγκ· αναζητούν όμως έναν νέο φορέα
των επενδύσεών τους.
Οι ψίθυροι «όμορφη, αλλά όχι σαν τη μάνα
της» αποκαλύπτουν μια ιδιαίτερα σημαντική ψυχική διεργασία. Η Ρουό-Σι δεν
αξιολογείται ως αυτόνομο πρόσωπο. Αξιολογείται μέσω της μητέρας της. Η
ταυτότητά της σχηματίζεται κάτω από τη σκιά ενός προϋπάρχοντος ιδανικού. Η
σύγκριση είναι εκ των προτέρων άνιση, διότι το πρότυπο δεν είναι μια πραγματική
γυναίκα αλλά μια εξιδανικευμένη νεκρή. Κανένας ζωντανός άνθρωπος δεν μπορεί να
ανταγωνιστεί μια τέτοια μορφή.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η Ρουό-Σι βρίσκεται
αντιμέτωπη με αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κληρονομημένο ναρκισσιστικό
ιδεώδες» (inherited narcissistic ideal). Η μητέρα της υπήρξε το επίκεντρο του
θαυμασμού ολόκληρης της περιοχής. Τώρα η κόρη καλείται να υπάρξει σε έναν κόσμο
που συνεχίζει να μετρά τις γυναίκες με βάση εκείνο το πρότυπο. Η δυσκολία δεν
είναι μόνο εξωτερική. Είναι και εσωτερική. Η Ρουό-Σι έχει μεγαλώσει ακούγοντας
τη μητέρα της να μιλά για ανωτερότητα, ξεχωριστότητα και διαφορά από τους
άλλους. Έχει ενσωματώσει μέρος αυτής της κληρονομιάς, αλλά χωρίς να ταυτίζεται
πλήρως μαζί της.
Αυτό γίνεται φανερό στη σκηνή όπου
ανταποδίδει το βλέμμα του Σου Γουέν-Χάο. Η Γιάο Γκουάνγκ λειτουργούσε ως
αντικείμενο πόθου μέσα από την απόσταση. Το βλέμμα της δεν απέκλειε ούτε
προσκαλούσε· παρέμενε στραμμένο κάπου πέρα από τους ανθρώπους. Η Ρουό-Σι,
αντίθετα, κοιτά ευθέως. Στο βλέμμα της υπάρχει όριο. Υπάρχει αντίσταση. Υπάρχει
επιθετικότητα με την ψυχαναλυτική έννοια της προστασίας του εαυτού
(self-preservation). Εκεί όπου η μητέρα της γινόταν αντικείμενο θαυμασμού, η
κόρη δείχνει μεγαλύτερη ετοιμότητα να γίνει υποκείμενο της δικής της επιθυμίας.
Η αντίδραση του Σου Γουέν-Χάο φωτίζει ακόμη
περισσότερο αυτή τη διαφορά. Καθώς κοιτά τη Ρουό-Σι, προσπαθεί ασυνείδητα να
απαντήσει σε ένα ερώτημα: μπορεί το χαμένο αντικείμενο να αντικατασταθεί;
Μπορεί η κόρη να λειτουργήσει ως συνέχεια της μητέρας; Η απάντηση που αναδύεται
μέσα του είναι αμφίθυμη. Από τη μία αναγνωρίζει ομοιότητες. Από την άλλη
καταλαβαίνει ότι η Γιάο Γκουάνγκ υπήρξε μοναδική. Η Ρουό-Σι δεν είναι
αντίγραφο. Είναι κάτι διαφορετικό.
Αυτό το σημείο είναι καθοριστικό για την
κατανόηση του ανεκπλήρωτου πόθου. Ο πόθος του Σου Γουέν-Χάο δεν μπορεί να
μεταφερθεί πλήρως στη Ρουό-Σι, επειδή δεν αφορούσε μόνο την ομορφιά. Αφορούσε
την ιστορία, την απόσταση, τις απορρίψεις, την απροσβασιμότητα της μητέρας. Όλα
εκείνα που συγκρότησαν τη φαντασίωσή του δεν υπάρχουν στη νέα γυναίκα. Η Ρουό-Σι
μπορεί να γίνει νέο αντικείμενο επιθυμίας (new object of desire), αλλά δεν
μπορεί να αναστήσει το παλιό.
Έτσι, κατά την κηδεία, δημιουργείται μια
ενδιαφέρουσα ψυχική διάσπαση. Η νεκρή Γιάο Γκουάνγκ συνεχίζει να κατέχει τη
θέση του ιδανικού αντικειμένου, ενώ η Ρουό-Σι αρχίζει να καταλαμβάνει τη θέση
του μελλοντικού αντικειμένου επένδυσης. Η πρώτη ανήκει πλέον στη μνήμη και στη
φαντασίωση. Η δεύτερη ανήκει στην πραγματικότητα και στο μέλλον.
Για τον κόσμο γύρω τους, η μετάβαση αυτή
μοιάζει φυσική. Για τη Ρουό-Σι όμως αποτελεί φορτίο. Δεν πενθεί μόνο τη μητέρα
της. Κληρονομεί ταυτόχρονα τη θέση που εκείνη κατείχε μέσα στη συλλογική
φαντασία. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, κάθε βλέμμα που θα στραφεί επάνω της
θα περιέχει αναπόφευκτα μια σύγκριση. Όχι με την πραγματική Γιάο Γκουάνγκ, αλλά
με τον μύθο της.
Ακριβώς γι’ αυτό η πιο ουσιαστική διαφορά
ανάμεσα στις δύο γυναίκες δεν είναι η ομορφιά ούτε η κοινωνική θέση. Είναι ότι
η Γιάο Γκουάνγκ ολοκληρώνει την ύπαρξή της ως θρύλος, ενώ η Ρουό-Σι καλείται να
ζήσει ως άνθρωπος. Η πρώτη έχει παγώσει μέσα στην τελειότητα της μνήμης. Η
δεύτερη πρέπει να υπάρξει μέσα στην ατέλεια της ζωής. Και αυτό είναι ένα πολύ
δυσκολότερο έργο.
ο ερωτευμένος θαυμαστής
Σου Γουέν-Χάο
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
Η περίπτωση του Σου Γουέν-Χάο είναι
ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Ο νεαρός έμπορος δεν επιθυμεί απλώς μια όμορφη γυναίκα.
Επιθυμεί αυτό που η Γιάο Γκουάνγκ αντιπροσωπεύει ψυχικά. Από την πρώτη στιγμή
που τη βλέπει στη γιορτή των φαναριών, δεν γοητεύεται μόνο από την εμφάνισή της
αλλά από την απροσβασιμότητά της. Εκείνη δεν ανταποδίδει βλέμματα, δεν
προσφέρει σημάδια διαθεσιμότητας, δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη του θαυμαστή.
Ακριβώς γι’ αυτό γίνεται τόσο ισχυρό αντικείμενο επένδυσης (cathexis). Η
επιθυμία του τρέφεται από την απόσταση.
Η πρώτη συνάντηση του Σου Γουέν-Χάο με τη
Γιάο Γκουάνγκ ενεργοποιεί έναν μηχανισμό ψυχολογικής σύνθεσης όπου η επιθυμία
(desire) δεν περιορίζεται σε σωματική έλξη, αλλά συνδέεται με το συμβολικό
(symbolic) και το φαντασιακό (imaginary). Η ηλικιακή διαφορά μεταξύ τους
–εκείνος περίπου 32, εκείνη 37–, σε συνδυασμό με τον μεγαλύτερο σύζυγό της
(58), δημιουργεί μια ένταση που ενισχύει τον χαρακτήρα του απαγορευμένου ή του
δύσκολα προσιτού αντικειμένου πόθου.
Η παρουσία του συζύγου λειτουργεί ως
«φράγμα» (barrier), καθιστώντας την Γιάο Γκουάνγκ όχι απλώς επιθυμητή, αλλά και
ένα αντικείμενο που αποκτά συμβολική αξία μέσα από την απουσία της άμεσης
προσβασιμότητας. Η ψυχαναλυτική ανάγνωση εδώ υποδεικνύει ότι η επιθυμία του Σου
Γουέν-Χάο ενεργοποιείται όχι μόνο από την ίδια, αλλά και από την αίσθηση της
«λειτουργικής σπανιότητας» (rarity effect) που η κοινωνική της θέση και η
σπάνια δημόσια εμφάνιση της προσδίδουν.
Η σκηνή της γιορτής των φαναριών (Lantern
Festival) αναδεικνύει έναν σημαντικό ψυχολογικό παράγοντα: η τελετουργία και η
συλλογική έξαρση δημιουργούν περιβάλλον όπου η φαντασίωση (fantasy) και η
αίσθηση του ανέφικτου γίνονται πιο έντονες. Η φωτεινή, πολυπληθής ατμόσφαιρα
λειτουργεί ως πλαίσιο για την ανάδυση της επιθυμίας, όπου η Γιάο Γκουάνγκ
ξεχωρίζει ως «κεντρικό φως» (focal point) μέσα στο πλήθος, καθιστώντας την
αντικείμενο του βλέμματος (gaze) και του πόθου σε πολλαπλά επίπεδα. Ο Σου
Γουέν-Χάο δεν βλέπει απλώς την ομορφιά της· αναγνωρίζει μια «ειδική σημασία»
(significance) που η ίδια δεν εκφράζει, αλλά την εκπέμπει αόρατα, μέσω της
στάσης και της αμετακίνητης παρουσίας της.
Η επιθυμία του ενισχύεται από τον
κοινωνικό και ψυχολογικό του ρόλο: νεαρός, ανερχόμενος πλούσιος, μαθαίνει να
αναγνωρίζει ότι η επιτυχία και η απόκτηση συμβόλων (status symbols) απαιτούν
υπομονή, στρατηγική και την ικανότητα να περιμένει τη «στιγμή ευκαιρίας»
(opportune moment). Η πατρική διδασκαλία –ότι τίποτα δεν ανήκει πραγματικά σε κανέναν, αλλά απλώς περιμένει τον
κατάλληλο διεκδικητή– ενσωματώνεται ως εσωτερικό μάθημα για τη διαχείριση του
πόθου. Στο πλαίσιο αυτό, η Γιάο Γκουάνγκ δεν είναι απλώς αντικείμενο ερωτικής
έλξης, αλλά σύμβολο της δύναμης, της σπανιότητας και της κοινωνικής αναγνώρισης
που μπορεί να επιτευχθεί με σωστή στρατηγική.
Η σπανιότητα της δημόσιας παρουσίας της
Γιάο Γκουάνγκ, καθότι εκείνη εμφανιζόταν δημοσίως σπάνια, λειτουργεί ψυχαναλυτικά ως «απωθημένη
πρόκληση» (repressed challenge), ένα στοιχείο που αυξάνει την ένταση του πόθου
και την ψυχική επένδυση του Σου Γουέν-Χάο. Η αίσθηση ότι η επιθυμία του δεν
μπορεί να εκπληρωθεί αμέσως ή εύκολα ενισχύει την ψυχική δέσμευση,
μετατρέποντας την προσωρινή άρνηση σε μηχανισμό επιμονής και αναμονής. Η
απόρριψη ή η καθυστέρηση δεν αποτελεί εμπόδιο αλλά ενισχύει τη φαντασίωση της
τελικής κατάκτησης, επιτρέποντας τη διαμόρφωση ενός ψυχολογικού πλαισίου όπου η
επιθυμία και η αναμονή γίνονται ταυτόσημες.
Τέλος, η σχέση του νεαρού θαυμαστή με τη
μεγαλύτερη γυναίκα και τον μεγαλύτερο σύζυγο ενσωματώνει στοιχεία οιδιπόδειου
φαντασιακού (Oedipal imaginary) και ανταγωνισμού (rivalry). Η ηλικιακή διαφορά
και η κοινωνική θέση του συζύγου (ο Τσενγκ-Γουέι 58 ετών τότε) δημιουργούν ένα
ψυχολογικό «τρίγωνο επιθυμίας» (triangle of desire) που συνδέει την
ελκυστικότητα της Γιάο Γκουάνγκ (37 ετών τότε) με την αίσθηση δύναμης,
επιτυχίας και κοινωνικής αναγνώρισης που αναζητά ο Σου Γουέν-Χάο (32 ετών τότε).
Η αναμονή, η παρατήρηση και η στρατηγική προσέγγιση γίνονται εργαλεία για την
ικανοποίηση ενός πόθου που είναι τόσο εσωτερικά ψυχικός όσο και κοινωνικά
καθορισμένος, καθιστώντας τη Γιάο Γκουάνγκ ιδανικό αντικείμενο εσωτερικής και
εξωτερικής αναζήτησης.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, οι αναστολές που θα
περίμενε κανείς να λειτουργήσουν –το γεγονός ότι η Γιάο Γκουάνγκ είναι
παντρεμένη, ότι έχει δύο παιδιά, ότι ανήκει ήδη σε μια οικογενειακή και
κοινωνική δομή– δεν καταφέρνουν να περιορίσουν τον πόθο του Σου Γουέν-Χάο
ακριβώς επειδή ο πόθος του δεν συγκροτείται πρωτίστως πάνω στην πραγματική
γυναίκα, αλλά πάνω σε μια εσωτερική αναπαράσταση (internal representation) της
γυναίκας. Δεν επιθυμεί μόνο τη Γιάο Γκουάνγκ ως πρόσωπο· επιθυμεί αυτό που
εκείνη συμβολίζει μέσα στον ψυχισμό του.
Η παρουσία του Τσενγκ-Γουέι ως συζύγου δεν
λειτουργεί ως ηθικό εμπόδιο αλλά ως στοιχείο που αυξάνει την αξία του
αντικειμένου του πόθου, δηλαδή της Γιάο
Γκουάνγκ. Ο Σου Γουέν-Χάο έχει μεγαλώσει με την πεποίθηση ότι η αξία βρίσκεται
σε ό,τι δεν είναι άμεσα διαθέσιμο. Η πατρική διδασκαλία που έχει εσωτερικεύσει
δεν βασίζεται στην αποδοχή ορίων αλλά στην αναμονή της κατάλληλης στιγμής για
να υπερβεί αυτά τα όρια. Έτσι, ο γάμος της Γιάο Γκουάνγκ δεν βιώνεται ως τελική
απαγόρευση (prohibition), αλλά ως προσωρινό εμπόδιο (obstacle). Στο μυαλό του,
ο σύζυγος δεν είναι ένας άνθρωπος με ανεξάρτητη αξία και δικαιώματα, αλλά ένας
παράγοντας της κατάστασης που μπορεί κάποτε να αλλάξει.
Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι η ύπαρξη των
παιδιών της, του Γκούο Ρεν και της Ρουό-Σι, δεν ενσωματώνεται στην εικόνα που
έχει δημιουργήσει για εκείνη. Στην ψυχαναλυτική θεωρία αυτό θα μπορούσε να
περιγραφεί ως μερική ιδεατοποίηση (idealization). Όταν κάποιος ερωτεύεται μια φαντασιακή εικόνα,
ορισμένες πτυχές της πραγματικότητας παραγκωνίζονται ή απογυμνώνονται από τη
συναισθηματική τους σημασία.
Ο Σου Γουέν-Χάο βλέπει τη Γιάο Γκουάνγκ ως
αντικείμενο επιθυμίας και όχι ως μητέρα. Η μητρική της ταυτότητα υπάρχει ως
πληροφορία, αλλά δεν επηρεάζει ουσιαστικά τη συναισθηματική του επένδυση. Η
φαντασίωσή του (fantasy) επιλέγει ποια στοιχεία θα κρατήσει και ποια θα
αγνοήσει.
Παράλληλα, η ηλικία της (37 ετών) συμβάλλει
σε αυτή τη διαδικασία. Η Γιάο Γκουάνγκ είναι μεγαλύτερή του, ώριμη, ήδη
εγκατεστημένη σε έναν κοινωνικό και οικογενειακό ρόλο. Αυτό την καθιστά φορέα
μιας μορφής πληρότητας (completeness) που ο ίδιος αισθάνεται ότι δεν έχει ακόμη
κατακτήσει. Ως νεαρός ανερχόμενος πλούσιος, βρίσκεται σε μια φάση όπου
συγκεντρώνει πλούτο, κύρος και κοινωνική επιρροή. Ωστόσο, η εσωτερική αίσθηση
ολοκλήρωσης παραμένει αβέβαιη. Η Γιάο Γκουάνγκ εμφανίζεται ως σύμβολο αυτής της
ολοκλήρωσης. Δεν είναι απλώς μια όμορφη γυναίκα· είναι μια γυναίκα που μοιάζει
ήδη «τελειωμένη», κοινωνικά και προσωπικά συγκροτημένη. Η επιθυμία του
στρέφεται προς αυτή την εικόνα πληρότητας.
Η ύπαρξη του μεγαλύτερου σε ηλικία συζύγου
προσθέτει και μια διάσταση ανταγωνισμού (rivalry). Ο Τσενγκ-Γουέι (58 ετών) αντιπροσωπεύει
μια μορφή εξουσίας που ο Σου Γουέν-Χάο δεν έχει ακόμη πλήρως φτάσει. Είναι
πλουσιότερος, μεγαλύτερος, καθιερωμένος, κάτοχος γης και οικογένειας. Σε
ασυνείδητο επίπεδο, η επιθυμία για τη Γιάο Γκουάνγκ μπορεί να εμπεριέχει και
την επιθυμία να ξεπεράσει τον άνδρα που την κατέχει συμβολικά. Η κατάκτησή της
θα ισοδυναμούσε με επιβεβαίωση της δικής του ανόδου και υπεροχής. Δεν θα
κέρδιζε μόνο μια γυναίκα· θα αποδείκνυε ότι μπορεί να υπερβεί έναν άνθρωπο που
ενσαρκώνει μια παλαιότερη και ισχυρότερη γενιά εξουσίας.
Γι' αυτό και οι αναστολές του παραμένουν
αδύναμες. Οι αναστολές λειτουργούν αποτελεσματικά όταν το υποκείμενο
αναγνωρίζει τον άλλον ως πλήρες πρόσωπο (subject). Ο Σου Γουέν-Χάο όμως τείνει
να αντιλαμβάνεται τους ανθρώπους μέσα από τη λογική της απόκτησης και της
αναμονής που του δίδαξε ο πατέρας του. Η Γιάο Γκουάνγκ μετατρέπεται σε αυτό που
η ψυχανάλυση ονομάζει αντικείμενο επένδυσης (cathected object): ένα πρόσωπο
πάνω στο οποίο έχει εναποτεθεί τόσο μεγάλη ψυχική ενέργεια ώστε οι πραγματικές
συνθήκες της ζωής του προσώπου να υποχωρούν στο περιθώριο.
Έτσι, ο γάμος της, τα παιδιά της και η
κοινωνική της θέση δεν αποδυναμώνουν τον πόθο του. Αντιθέτως, τον ενισχύουν,
επειδή αυξάνουν τη συμβολική της αξία. Όσο περισσότερο εντάσσεται σε μια δομή
που δηλώνει ότι «ανήκει αλλού», τόσο περισσότερο μετατρέπεται, μέσα στη
φαντασία του Σου Γουέν-Χάο, σε κάτι σπάνιο, πολύτιμο και άξιο αναμονής. Εκεί
βρίσκεται η βαθύτερη ψυχαναλυτική ειρωνεία της περίπτωσής του: δεν ερωτεύεται
παρά τις απαγορεύσεις, αλλά εν μέρει εξαιτίας τους.
Η μετάβαση της Γιάο Γκουάνγκ από παντρεμένη
σε χήρα αλλάζει ριζικά τη δυναμική του πόθου στον Σου Γουέν-Χάο. Το εμπόδιο του
συζύγου –που προηγουμένως λειτουργούσε ως «απαγορευτικό» (prohibition) και
ενίσχυε την ένταση της επιθυμίας μέσω της σπανιότητας και της δυσκολίας – παύει
να υπάρχει. Ψυχαναλυτικά, η εξαφάνιση αυτού του αντικειμένου-ανταγωνιστή (rival
object) δεν μειώνει την ένταση του πόθου, αλλά αντίθετα την εντείνει. Ο πόθος
τώρα μπορεί να κινηθεί προς την άμεση κατάκτηση, χωρίς το ψυχικό φράγμα του
γάμου ή της κοινωνικής δέσμευσης της Γιάο Γκουάνγκ. Η απουσία του συζύγου
αφαιρεί την εξωτερική νότα αδυναμίας που είχε προηγουμένως η σχέση, και η
επιθυμία του Σου Γουέν-Χάο μετατοπίζεται από φαντασίωση σε σχεδόν πρακτική
στόχευση: η ίδια η γυναίκα γίνεται αντικείμενο ολοκληρωτικής επένδυσης
(cathexis).
Η χηρεία της Γιάο Γκουάνγκ αυξάνει την
ψυχολογική αξία του αντικειμένου στον Σου Γουέν-Χάο. Ψυχαναλυτικά, η απώλεια
του συζύγου λειτουργεί ως αόρατη «ψυχική άδεια» (psychic vacancy), που
ενεργοποιεί στον ίδιο αισθήματα δυνατότητας και πλήρωσης. Η συνειδητοποίηση ότι
οι κοινωνικές και οικογενειακές δομές που προηγουμένως αποτελούσαν εμπόδιο
έχουν εκλείψει επιτρέπει στον 33χρονο Σου Γουέν-Χάο να φανταστεί τη σχέση χωρίς
περιορισμούς, ενισχύοντας την προσμονή (anticipation) και την ένταση του πόθου
(desire). Το αντικείμενο της επιθυμίας δεν είναι πια απλώς σπάνιο· γίνεται
ανοιχτό για κατάκτηση, και αυτή η δυνατότητα ανανεώνει ψυχικά τον ίδιο, καθώς
ενεργοποιεί και στοιχεία δύναμης, στρατηγικής και κυριαρχίας που είχαν
διαμορφωθεί ήδη από την πατρική διδασκαλία.
Η στάση του Σου Γουέν-Χάο απέναντι στο
πένθος της Γιάο Γκουάνγκ αποκαλύπτει μια ώριμη, σχεδόν εσωτερική κατανόηση της
χρονικότητας (temporality) του πένθους και της επιθυμίας. Η αναμονή που
επιλέγει δεν είναι απλώς υπομονή· είναι ψυχολογική στρατηγική, όπου η
συναισθηματική επένδυση διατηρείται χωρίς πίεση και χωρίς πρόκληση απόρριψης. Ο
ίδιος διατηρεί τον έλεγχο της επιθυμίας, αναγνωρίζοντας ότι η κατάλληλη στιγμή
θα αυξήσει την ψυχική ένταση και την αξία του αντικειμένου (object value). Η
εστίαση στην ίδια και όχι στην περιουσία ή στα παιδιά της αναδεικνύει ότι ο
πόθος του είναι εσωτερικά δομημένος γύρω από την εικόνα της ολοκληρωμένης
γυναίκας (idealized image) και όχι γύρω από τα υλικά ή κοινωνικά στοιχεία που
προηγουμένως συνέθεταν εμπόδιο.
Επιπλέον, η χηρεία της μεταφέρει τον πόθο
από την έννοια της αμφιθυμίας (ambivalence) στην πλήρη επένδυση. Το αντικείμενο
πόθου πλέον δεν συνοδεύεται από την αίσθηση απαγορευμένου ή από το σύμβολο
κοινωνικής αδυναμίας, αλλά γίνεται δυνατό να κατακτηθεί και να «προσαρμοστεί»
στον ψυχικό χώρο του Σου Γουέν-Χάο. Αυτή η αλλαγή επιτρέπει στην ένταση του
πόθου να μετασχηματιστεί σε ενεργητική στρατηγική προσέγγισης, όπου η
φαντασίωση και η πραγματικότητα συγκλίνουν: η χηρεία αυξάνει την επιθυμία,
ενισχύει τη συγκέντρωση της ψυχικής ενέργειας και διευρύνει τον φαντασιακό χώρο
στον οποίο ο Σου Γουέν-Χάο επενδύει τα συναισθήματά του.
Οι επανειλημμένες απορρίψεις που δέχεται από
την χήρα Γιάο Γκουάνγκ στις προτάσεις του για γάμο δεν λειτουργούν ως τραύμα
ναρκισσισμού (narcissistic injury) ικανό να τερματίσει το ενδιαφέρον του.
Αντίθετα, ενισχύουν την επένδυση. Η άρνηση της Γιάο Γκουάνγκ μετατρέπεται μέσα
του σε υπόσχεση μελλοντικής εκπλήρωσης. Δεν βιώνει τη σιωπή της ως τελικό
«όχι», αλλά ως εμπόδιο που κάποτε θα ξεπεραστεί. Έτσι η πραγματική γυναίκα
αρχίζει σταδιακά να αντικαθίσταται από μια εσωτερική αναπαράσταση (internal
representation), μια φαντασιακή μορφή που υπάρχει πλέον περισσότερο μέσα στην
ψυχή του παρά στον εξωτερικό κόσμο.
Ο θάνατός της καταστρέφει βίαια αυτή τη
φαντασίωση. Για πρώτη φορά ο Σου Γουέν-Χάο βρίσκεται αντιμέτωπος με μια αλήθεια
που δεν μπορεί να διαπραγματευτεί. Δεν υπάρχει πλέον μέλλον. Δεν υπάρχει
πιθανότητα. Δεν υπάρχει η υπόσχεση μιας μελλοντικής κατάκτησης. Και ακριβώς
εκεί γεννιέται η πιο οδυνηρή μορφή πόθου: ο ανεκπλήρωτος πόθος (unfulfilled
desire).
Στην ψυχαναλυτική σκέψη, το ανεκπλήρωτο
συχνά αποκτά μεγαλύτερη ψυχική αξία από το εκπληρωμένο. Όταν η επιθυμία
πραγματοποιείται, το αντικείμενο επιστρέφει στην πραγματικότητα και αποκαλύπτει
τα όριά του. Όταν όμως παραμένει ανεκπλήρωτη, η επιθυμία μπορεί να διατηρεί το
αντικείμενο σε κατάσταση τελειότητας. Η Γιάο Γκουάνγκ δεν θα γεράσει ποτέ στα
μάτια του Σου Γουέν-Χάο. Δεν θα απογοητεύσει ποτέ. Δεν θα διαψεύσει ποτέ τη
φαντασίωσή του. Θα παραμείνει για πάντα η γυναίκα της νύχτας των φαναριών,
φωτισμένη από το φως και απομακρυσμένη από όλους.
Γι’ αυτό και η σκέψη του να κατασκευάσει
άγαλμα ή ομοίωμά της έχει ιδιαίτερη ψυχαναλυτική σημασία. Δεν πρόκειται για
απλή ανάμνηση ούτε για φόρο τιμής. Είναι μια προσπάθεια άρνησης της απώλειας
(denial of loss). Ο ψυχισμός του αναζητά ένα υποκατάστατο αντικείμενο
(substitute object), κάτι που θα μπορούσε να διατηρήσει την ψευδαίσθηση της
παρουσίας της. Ωστόσο γνωρίζει ήδη ότι κάθε ομοίωμα θα αποτυγχάνει. Αυτό που
επιθυμούσε δεν ήταν μόνο το σώμα της. Ήταν το άπιαστο στοιχείο που εκείνη
ενσάρκωνε: η απόσταση, η αδιαφορία, η αίσθηση ότι ποτέ δεν μπορούσε να
αποκτηθεί πλήρως.
Έτσι η Γιάο Γκουάνγκ, ακόμη και νεκρή,
εξακολουθεί να είναι αντικείμενο πόθου. Ίσως περισσότερο από όσο ήταν ζωντανή.
Όσο ζούσε, υπήρχε πάντα η πιθανότητα της προσέγγισης. Μετά τον θάνατό της,
υπάρχει μόνο η απώλεια. Και η απώλεια είναι συχνά το ισχυρότερο καύσιμο της
επιθυμίας. Ο Σου Γουέν-Χάο δεν θρηνεί μόνο μια γυναίκα που δεν απέκτησε. Θρηνεί
μια δυνατότητα που δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ. Αυτό που πενθεί είναι το ίδιο
του το φαντασιακό μέλλον.
Η κηδεία επομένως δεν σηματοδοτεί το τέλος
της λειτουργίας της Γιάο Γκουάνγκ ως αντικειμένου πόθου. Σηματοδοτεί την
οριστική της μετάβαση από τον κόσμο της πραγματικότητας στον κόσμο της
φαντασίωσης. Ζωντανή ήταν μια γυναίκα που οι άλλοι επιθυμούσαν. Νεκρή γίνεται
μια εικόνα που κανείς δεν μπορεί πια να φτάσει. Και ακριβώς γι’ αυτό κανείς δεν
μπορεί να πάψει να την επιθυμεί.
το μυστικό του τάφου (η
ατεκνία της Γιάο Γκουάνγκ)
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
Η αποκάλυψη της ατεκνίας μεταβάλλει ριζικά
την ψυχαναλυτική ανάγνωση της Γιάο Γκουάνγκ. Μέχρι τώρα εμφανιζόταν ως μια
γυναίκα που ζούσε μέσα στην αίσθηση της ανωτερότητας, της αυτοκυριαρχίας και
της επιβεβαιωμένης αξίας της. Το μυστικό του τάφου, όμως, αποκαλύπτει ότι στο
κέντρο αυτής της σχεδόν αψεγάδιαστης εικόνας υπήρχε ένα βαθύ ναρκισσιστικό
τραύμα (narcissistic injury): η αδυναμία να γεννήσει παιδιά.
Στο κοινωνικό πλαίσιο όπου ζει, η μητρότητα
δεν αποτελεί απλώς βιολογική λειτουργία. Είναι επιβεβαίωση της γυναικείας
ταυτότητας, εγγύηση της συνέχειας του οίκου και απόδειξη ότι μια σύζυγος
εκπληρώνει τον βασικό της ρόλο. Για μια γυναίκα όπως η Γιάο Γκουάνγκ, η οποία
είχε οικοδομήσει την αυτοεικόνα της πάνω στην αίσθηση της μοναδικότητας και της
υπεροχής, κάθε αποβολή δεν είναι μόνο απώλεια ενός παιδιού. Είναι τραυματισμός
της ίδιας της εικόνας που έχει για τον εαυτό της. Κάθε αποτυχημένη εγκυμοσύνη
υπενθυμίζει ότι υπάρχει ένα σημείο όπου η δύναμή της, η ομορφιά της και η
κοινωνική της αξία δεν αρκούν.
Αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο της
προσωπικότητάς της. Η γυναίκα που στα μάτια όλων ενσάρκωνε την τελειότητα, μέσα
της βίωνε μια μόνιμη εμπειρία ανεπάρκειας. Όσο περισσότερο οι άλλοι τη
θαύμαζαν, τόσο περισσότερο η ίδια γνώριζε αυτό που εκείνοι αγνοούσαν. Η δημόσια
εικόνα και η ιδιωτική εμπειρία απομακρύνονταν διαρκώς η μία από την άλλη.
Δημιουργείται έτσι ένας βαθύς ψυχικός διχασμός (splitting): από τη μία η
πανέμορφη αρχόντισσα που όλοι ζηλεύουν, από την άλλη η γυναίκα που αποτυγχάνει
επανειλημμένα να φέρει στον κόσμο το παιδί που η κοινωνία απαιτεί από αυτήν.
Η λύση της μυστικής υιοθέτησης των δύο
παιδιών δεν λειτουργεί μόνο ως πρακτική συγκάλυψη. Ψυχικά αποτελεί μια μορφή
επανόρθωσης (reparation). Η Γιάο Γκουάνγκ δεν αποκτά απλώς διάδοχους.
Αποκαθιστά συμβολικά τη ρωγμή μέσα στην ταυτότητά της. Ο Γκούο Ρεν και η
Ρουό-Σι γίνονται τα ζωντανά τεκμήρια ότι η οικογένεια συνεχίζεται. Μέσα από
αυτούς θεραπεύει ένα μέρος του τραύματος που άφησαν οι χαμένες εγκυμοσύνες.
Αυτό εξηγεί και την εξαιρετική ένταση με την
οποία επενδύει ψυχικά στα παιδιά της. Η σχέση της μαζί τους δεν είναι μόνο
μητρική. Είναι υπαρξιακή. Εκείνα δεν είναι απλώς αγαπημένα παιδιά· είναι η νίκη
της απέναντι στον φόβο της ανυπαρξίας. Είναι η απόδειξη ότι δεν απέτυχε. Είναι
η απάντηση σε ένα ερώτημα που τη βασάνιζε επί χρόνια: αν θα αφήσει πίσω της
κάτι που θα επιβιώσει μετά τον θάνατό της.
Μάλιστα, η εμμονή της στην ενότητα των δύο
αδελφών αποκτά πλέον βαθύτερο νόημα. Δεν πρόκειται μόνο για συμβουλή
διαχείρισης περιουσίας. Η ενότητα των παιδιών εξασφαλίζει τη συνέχεια της δικής
της συμβολικής κατασκευής. Αν ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι παραμείνουν ενωμένοι,
τότε διατηρείται άθικτο το έργο που οικοδόμησε. Αν διασπαστούν, κινδυνεύει να
αποκαλυφθεί αναδρομικά η ευθραυστότητα πάνω στην οποία στηρίχθηκε όλη η ζωή
της.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το
γεγονός ότι η Γιάο Γκουάνγκ δεν νιώθει τα παιδιά ως «δανεικά». Ψυχαναλυτικά, η
μητρότητα δεν θεμελιώνεται αποκλειστικά στη βιολογία αλλά στην επένδυση
(cathexis), δηλαδή στην ψυχική ενέργεια που αφιερώνει κανείς σε ένα πρόσωπο. Η
Γιάο Γκουάνγκ έχει επενδύσει ολοκληρωτικά στον Γκούο Ρεν και στη Ρουό-Σι. Τους
έχει δώσει όνομα, θέση, ιστορία, αξίες και προορισμό. Με αυτή την έννοια,
αποτελούν πραγματικά παιδιά της, ακόμη κι αν δεν προήλθαν από το σώμα της.
Το μυστικό όμως δεν παύει να λειτουργεί ως
πηγή άγχους. Ολόκληρη η ζωή της οργανώνεται γύρω από την αποτροπή μιας πιθανής
αποκάλυψης. Το μυστικό γίνεται ένας εσωτερικός φρουρός που δεν κοιμάται ποτέ.
Κάθε φορά που επιμένει στην αξιοπρέπεια, στην απόσταση και στον έλεγχο, δεν
υπερασπίζεται μόνο το κύρος της· υπερασπίζεται και το μυστικό θεμέλιο πάνω στο
οποίο στηρίζεται η κοινωνική της ταυτότητα.
Από αυτή την οπτική, η ομορφιά της αποκτά
και μια αμυντική λειτουργία (defensive function). Οι άνθρωποι βλέπουν την
ομορφιά και σταματούν εκεί. Θαυμάζουν το εξωτερικό περίβλημα και δεν αναζητούν
τι κρύβεται από κάτω. Η ομορφιά γίνεται μια λαμπερή επιφάνεια που καλύπτει την
πληγή. Όσο περισσότερο τη θαυμάζουν, τόσο λιγότερο πλησιάζουν στο μυστικό της.
Έτσι, η μεγάλη ειρωνεία της ζωής της είναι
ότι η γυναίκα που όλοι θεωρούσαν πλήρη ζούσε με την αίσθηση μιας μόνιμης
έλλειψης. Και ταυτόχρονα η γυναίκα που έκρυβε ένα τόσο βαθύ τραύμα κατάφερε να
το μετατρέψει σε πηγή δύναμης. Δεν επέτρεψε στην ατεκνία να την ορίσει.
Δημιούργησε μια οικογένεια, μια κληρονομιά και μια συνέχεια που, στα δικά της
μάτια, ήταν απολύτως πραγματικές.
Τελικά, το μεγαλύτερο μυστικό του τάφου της
δεν είναι ότι ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι δεν ήταν βιολογικά παιδιά της. Είναι
ότι ολόκληρη η προσωπικότητα της Γιάο Γκουάνγκ, η ψυχρή αυτοπεποίθηση, η ανάγκη
ελέγχου, η εμμονή με την αξιοπρέπεια, η επιθυμία να παραμένει απρόσιτη και η
αγωνία να μείνουν τα παιδιά ενωμένα, μπορούν να ιδωθούν ως οικοδόμημα που
υψώθηκε γύρω από μία πρωταρχική πληγή: τον φόβο ότι δεν θα μπορούσε να γίνει η
μητέρα που ο κόσμος περίμενε να είναι. Και ίσως γι' αυτό η μητρότητα έγινε
τελικά η πιο βαθιά της ταυτότητα· όχι επειδή της χαρίστηκε εύκολα, αλλά επειδή
χρειάστηκε να την κατακτήσει μέσα από την απώλεια, τη σιωπή και το μυστικό.
η μυστική υιοθέτηση των
παιδιών και η απόκρυψη από τον Τσενγκ-Γουέι
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
Αν προσεγγίσουμε ψυχαναλυτικά τη μυστική
υιοθέτηση της Γιάο Γκουάνγκ και την απόκρυψή της από τον Τσενγκ-Γουέι, μπορούμε
να δούμε μια σύνθετη διαπλοκή ψυχολογικών μηχανισμών:
1.
Η άμυνα απέναντι στην αίσθηση ανεπάρκειας
Η Γιάο Γκουάνγκ έχει βιώσει
επαναλαμβανόμενες αποβολές, μια εμπειρία που προκαλεί έντονο τραυματισμό στην
αυτοεκτίμησή της και αίσθηση ανεπάρκειας. Κάθε αποτυχία δεν είναι μόνο
βιολογική ή συναισθηματική απώλεια· είναι και χτύπημα στον πυρήνα της
γυναικείας και μητρικής της ταυτότητας.
Η μυστική υιοθεσία λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας (defense mechanism):
αποκαθιστά τη συνέχιση της οικογένειας, καλύπτοντας την πρωταρχική πληγή.
Παράλληλα, η απόκρυψη από τον σύζυγο ενισχύει το αίσθημα ότι διατηρεί τον
έλεγχο πάνω στην εικόνα της και πάνω στο μυστικό της τραυματικής απώλειας. Δεν
χρειάζεται να αντιμετωπίσει την πιθανή αποδοκιμασία ή αμφισβήτηση της
μητρικότητάς της· δημιουργεί ένα ασφαλές ψυχικό καταφύγιο μέσα στο οποίο η
μητρότητα γίνεται πραγματικότητα, έστω και τεχνητά.
2.
Η διατήρηση του ναρκισσιστικού ελέγχου
Στην ψυχαναλυτική θεωρία, η Γιάο Γκουάνγκ
εμφανίζεται να χρησιμοποιεί τη μυστική υιοθεσία ως ναρκισσιστική άμυνα (narcissistic defense). Η εικόνα της «τέλειας
γυναίκας και συζύγου» είναι κρίσιμη για την αυτοεκτίμησή της και την κοινωνική
της θέση. Ο Τσενγκ-Γουέι βλέπει τα παιδιά ως βιολογικά δικά τους, γεγονός που
επιβεβαιώνει την οικογενειακή επιτυχία της Γιάο Γκουάνγκ.
Αν αποκάλυπτε την αλήθεια, η ίδια θα
αναγκαζόταν να αντιμετωπίσει την πιθανή αμφισβήτηση της ικανότητάς της ως
γυναίκα και μητέρα. Με άλλα λόγια, η απόκρυψη λειτουργεί ως ψυχική προστασία της αυτοεικόνας και
διασφαλίζει ότι η κοινωνική και προσωπική της αξιοπρέπεια παραμένουν άθικτες.
3.
Ο έλεγχος της πραγματικότητας και η συμβολική νίκη
Αντί να δέχεται την «ατεκνία» ως φυσική ή
κοινωνική αποτυχία, η Γιάο Γκουάνγκ δημιουργεί μια εναλλακτική πραγματικότητα
όπου τα παιδιά υπάρχουν, φέρουν το όνομα της οικογένειας και διασφαλίζουν τη
συνέχεια της κληρονομιάς.
Η ταυτόχρονη κάλυψη με τις δικές της
εγκυμοσύνες είναι κρίσιμη: η φυσική ενίσχυση της εικόνας της μητρότητας
λειτουργεί συμβολικά ως πλήρη νίκη
απέναντι στην απώλεια. Το γεγονός ότι ο σύζυγος πιστεύει ότι είναι
βιολογικά παιδιά τους επιτρέπει στη Γιάο Γκουάνγκ να ζει την κοινωνική και
ψυχική πραγματικότητα που επιθυμεί, χωρίς να χρειάζεται να εκτεθεί στον κίνδυνο
της αμφισβήτησης.
4.
Η απόκρυψη ως ψυχικός μηχανισμός ενοχής και ντροπής
Η μυστική υιοθεσία και η απόκρυψή της
περιέχουν επίσης στοιχεία ενοχής
(guilt) και ντροπής (shame). Η κοινωνική πίεση για βιολογική τεκνοποίηση
είναι τόσο ισχυρή που η αποκάλυψη της πραγματικότητας θα λειτουργούσε ως
«αποκάλυψη της αδυναμίας».
Ψυχαναλυτικά, η Γιάο Γκουάνγκ επιλέγει να
μεταφέρει την ενοχή και την ανησυχία σε μια σιωπηλή, ελεγχόμενη περιοχή —το
μυστικό της— όπου μπορεί να διαχειρίζεται τον ψυχικό πόνο χωρίς να διακυβεύει
τη σχέση της με τον σύζυγο ή την κοινωνική θέση της.
Η απόκρυψη του γεγονότος ότι τα παιδιά είναι
υιοθετημένα τόσο απέναντι στο σύζυγό της όσο και σε όλους τους άλλους δεν είναι
απλώς κοινωνική στρατηγική· είναι βαθιά
ψυχολογική λειτουργία που:
/
- Προστατεύει την αυτοεκτίμηση της Γιάο Γκουάνγκ απέναντι σε ένα πρωταρχικό
τραύμα (ατεκνία και επαναλαμβανόμενες αποβολές).
/
- Διατηρεί τη φαινομενική εικόνα τελειότητας και κοινωνικής επιτυχίας.
/
- Επιτρέπει στον ψυχισμό της να νιώσει ότι έχει τον έλεγχο, ότι «νικά» την
απώλεια και ότι η συνέχεια της οικογένειας εξασφαλίζεται.
/
- Μετατρέπει την τραυματική έλλειψη σε δημιουργικό έργο — τα παιδιά γίνονται η
πραγματοποίηση της μητρότητας που η φύση της είχε αρνηθεί.
Η Γιάο Γκουάνγκ, ψυχαναλυτικά, χρησιμοποιεί τη
μυστική υιοθεσία ως προσαρμοστική άμυνα,
έναν τρόπο να μετατρέψει την απώλεια σε δύναμη, την ντροπή σε κοινωνική
αξιοπρέπεια και την εσωτερική ρωγμή σε συμβολική συνέχεια της οικογένειας.
Η ατεκνία της Γιάο Γκουάνγκ (αποβολές συνήθως
κατά τον 6ο, τον 7ο, 8ο μήνα της κύησης) συμβάλλουν στην διατήρηση και αύξηση
της ομορφιάς της
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, μπορούμε να δούμε
ότι η ατεκνία και οι αποβολές
λειτουργούν πολυεπίπεδα, όχι μόνο συναισθηματικά αλλά και συμβολικά και –στην
αφήγηση– σωματικά:
1.
Συμβολική λειτουργία της ατεκνίας
Η ατεκνία, αποτέλεσμα των επαναλαμβανόμενων
αποβολών, δημιουργεί ένα «κενό» που δεν μπορεί να καλυφθεί με φυσιολογική
μητρότητα. Στην ψυχοδυναμική ανάγνωση, αυτό το κενό:
/
- Δίνει στη Γιάο Γκουάνγκ δύναμη να
ελέγχει τη μητρότητα μέσω της μυστικής υιοθεσίας.
/
- Διατηρεί την αίσθηση τελειότητας και
κοινωνικής ελεγχόμενης εικόνας, αφού η απουσία φυσικών απογόνων δεν
αποκαλύπτεται στον σύζυγο ή στην κοινωνία.
2.
Ορμονολογική και αισθητική διάσταση
Ιστορικά και μυθολογικά, η ιδέα ότι οι
αποβολές μπορούν να «σώσουν» ή να ενισχύσουν την ομορφιά είναι πολύ
ενδιαφέρουσα:
Η κύηση φέρνει φυσιολογικές αλλαγές (π.χ.
επιδερμίδα, στήθος, μαλλιά) λόγω αυξημένων ορμονών όπως οιστρογόνα και προγεστερόνη.
Αν η κύηση διακόπτεται γύρω στον 6ο–8ο μήνα,
πολλές από αυτές τις ορμονικές αλλαγές παραμένουν
προσωρινά ενεργές, δίνοντας την αίσθηση «αψεγάδιαστης ομορφιάς».
Με ψυχαναλυτική ματιά, η ομορφιά της Γιάο Γκουάνγκ μπορεί να
θεωρηθεί ως εξωτερικό σύμβολο της εσωτερικής της «τελειότητας» και της
κοινωνικής επιτυχίας που διατηρεί παρόλο το προσωπικό τραύμα.
3.
Ψυχική οικονομία της απώλειας και του σώματος
Η ατεκνία και οι αποβολές δημιουργούν έναν
εσωτερικό πόνο, μια σιωπηλή απώλεια.
Στην αφήγηση, η διατήρηση της ομορφιάς λειτουργεί ως συμβολικό αντάλλαγμα: η κοινωνική εικόνα και η φυσική γοητεία
«αντισταθμίζουν» την προσωπική απώλεια, επιτρέποντάς της να διατηρεί υψηλή
αυτοεκτίμηση.
Με άλλα λόγια, η φυσική ομορφιά της Γιάο Γκουάνγκ είναι ταυτόχρονα συνέπεια και μάρτυρας
της ατεκνίας της – οι ορμονικές αλλαγές την κρατούν «ζωντανή» στην
κοινωνία, ενώ ψυχικά η ίδια αξιοποιεί την απώλεια για να ελέγχει την
πραγματικότητα της μητρότητας μέσω της μυστικής υιοθεσίας.
το νεκρό σώμα της Γιάο
Γκουάνγκ ως αντικείμενο πόθου
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
Η Γιάο Γκουάνγκ, ακόμα και μετά τον θάνατό
της, παραμένει πλήρης προσωπικότητα μέσα στο φαντασιακό πεδίο (psychic field)
που την περιβάλλει. Το σώμα της, όπως αποτυπώνεται στα ομοιώματα (replicas) από
κερί, αλάβαστρο και μάρμαρο, λειτουργεί όχι μόνο ως υλικό αντικείμενο αλλά και
ως ψυχική προβολή των αναγκών και των επιθυμιών της. Από ψυχαναλυτική σκοπιά
(psychoanalytic perspective), το σώμα της δεν είναι πλέον μόνο βιολογικό, αλλά
γίνεται σύμβολο (symbol) της εξουσίας, του ελέγχου και της ερωτικής επιθυμίας που
η ίδια διαχειρίστηκε στη ζωή της.
Στην αφήγηση, η Γιάο Γκουάνγκ παρακολουθεί,
μέσα από την απόσταση που προσφέρει ο θάνατος, η την εμμονή του Σου Γουέν-Χάο.
Από την πλευρά της, η κατάσταση αυτή επιτρέπει την διαιώνιση του πόθου (desire)
χωρίς τη διακινδύνευση της πραγματικής σχέσης: το σώμα της γίνεται αντικείμενο
που μπορεί να ελέγχει, μια «ακίνητη επιθυμία» (static desire), που δεν μπορεί
να απογοητεύσει, να πληγωθεί ή να εκτεθεί στην εφήμερη πραγματικότητα της ζωής.
Η διαδικασία αναπαραγωγής της μορφής της σε
τρία υλικά — κερί, αλάβαστρο, μάρμαρο — αντιστοιχεί σε ψυχαναλυτικούς
μηχανισμούς αναβολής (deferral) και αντικατάστασης (substitution): η Γιάο
Γκουάνγκ διατηρεί μια αίσθηση παρουσίας μέσα από τις αναπαραστάσεις της, ενώ
ταυτόχρονα καθιστά τον πόθο ασφαλή, χωρίς άμεση διέγερση ή ευάλωτα όρια. Το
κερί, με τη σχεδόν ζωντανή του υφή (quasi-living texture), διατηρεί την αίσθηση
θερμότητας, αναπαριστά το libidinal energy που δεν έχει χαθεί αλλά
μετασχηματίζεται. Το αλάβαστρο αντικατοπτρίζει την καθαρότητα και την απόσταση,
την τάξη (order) και την έλεγχο των συναισθημάτων, ενώ το μάρμαρο γίνεται
σύμβολο της απόλυτης ακινησίας (absolute stillness) και της τελικής εξουσίας
πάνω στο σώμα της και στη μνήμη του άλλου.
Από την οπτική της Γιάο Γκουάνγκ, η
κατάσταση αυτή επιτρέπει ένα διπλό παιχνίδι της δύναμης και του πόθου
(power-desire dynamic). Η ίδια διατηρεί τον έλεγχο: δεν δίνει ποτέ πλήρη άδεια
στον Σου Γουέν-Χάο· τον προκαλεί, τον καθυστερεί, τον οδηγεί σε αβεβαιότητα.
Αυτή η αίσθηση καθυστερημένης ανταπόκρισης (deferred response) είναι ουσιαστικά
η προβολή του ego control, που λειτουργεί ακόμη και πέρα από τη ζωή. Μέσα από
τη διαχείριση της εικόνας της ως αντικειμένου πόθου, η Γιάο Γκουάνγκ
επαναδιεκδικεί τον έλεγχο της επιθυμίας, μετατρέποντας την σε δικό της
ψυχολογικό πεδίο, όπου η επιθυμία (desire) μπορεί να βιωθεί αλλά όχι να
απειλήσει την αυτονομία της.
Η ψυχαναλυτική ανάγνωση δείχνει ότι η ίδια η
Γιάο Γκουάνγκ βιώνει την κατάσταση ως πλήρη ψυχική διαχείριση του ερωτικού
αντικειμένου (object relation management). Το σώμα της, πλέον νεκρό, δεν είναι
απλώς ένα αντικείμενο για το βλέμμα· είναι το μέσο για να εκφράσει μια δύναμη
που η ζωή της είχε περιορισμένα μέσα να επιβάλει. Η ίδια παραμένει υποκείμενο
(subject) και ταυτόχρονα αντικείμενο (object) του πόθου, ένα φαινόμενο που στον
ψυχαναλυτικό λόγο συνδέεται με τη μεταθανάτια προβολή του υποσυνείδητου έρωτα
και της επιθυμίας ελέγχου (unconscious eroticism and mastery).
Τελικά, το νεκρό σώμα της Γιάο Γκουάνγκ ως
αντικείμενο πόθου λειτουργεί ως συμβολικό εργαλείο ελέγχου (symbolic instrument
of mastery) και ταυτόχρονα ως ασφαλής έκφραση της ερωτικής δύναμης (safe
channel for erotic power). Από την δική της οπτική, δεν πρόκειται για
αντικείμενο σεξουαλικής απόλαυσης καθαυτής, αλλά για αποτύπωση της επιθυμίας
και της δύναμης που δεν περιορίζεται από τη φθορά, την κοινωνία ή τον χρόνο. Το
σώμα, ταυτόχρονα ευάλωτο και παντοδύναμο, γίνεται μέσο ψυχολογικής επικράτησης,
που καθιστά τον θάνατο όχι απώλεια αλλά πεδίο ενεργοποίησης της ακατάλυτης παρουσίας
της (undying presence).
η εμφύσηση της
επιθυμίας του νεκρού σώματος της Γιάο Γκουάνγκ στον μαρμαρογλύπτη
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
Ο τρίτος τεχνίτης, ο μαρμαρογλύπτης,
ερωτεύεται τη Γιάο Γκουάνγκ όχι απλώς ως νεκρό σώμα αλλά ως ενσάρκωση πολλαπλών
δυνατοτήτων (multiplicities of potentiality). Τα τρία αγάλματά της που φτιάχνει
σε μάρμαρο δεν είναι απλές αντιγραφές· είναι τρία διαφορετικά εκφραστικά
επίπεδα της ίδιας ύπαρξης, τα οποία αποτυπώνουν ποικίλα στοιχεία της
προσωπικότητάς της, της ομορφιάς της και της παρουσίας της.
Έχει προηγηθεί το άγαλμα της Γιάο Γκουάνγκ σε κερί (wax):
ζεστό, σχεδόν ζωντανό, προβάλλει τη θνητή και ευάλωτη πλευρά της. Η ερωτική
επιθυμία εδώ αφορά την ζωντάνια και την πληρότητα της μορφής, την ψευδαίσθηση
ότι μπορεί να έχει επαφή με την ίδια την Γιάο Γκουάνγκ.
Μετά φιλοτεχνήθηκε το άγαλμα της Γιάο
Γκουάνγκ σε αλάβαστρο (alabaster): ψυχρό, απόμακρο, τελειοποιημένο, εκφράζει
την ακαμψία, τον έλεγχο και την καθαρότητα. Η επιθυμία εδώ είναι πιο ιδεατή,
αφορά την τελειότητα της μορφής, την ιδέα της Γιάο Γκουάνγκ ως τέλειο
αντικείμενο θαυμασμού και λατρείας.
Ο μαρμαρογλύπτης είναι εκείνος που καθυστερεί
περισσότερα από όλους τους προηγηθέντες με αυτόν τεχνίτες. Μένει μόνος του για
αρκετές μέρες με το νεκρό σώμα της Γιάο Γκουάνγκ.
Τα αγάλματα της Γιάο Γκουάνγκ σε μάρμαρο
(marble): απόλυτα στατικό, ιδεατό, αποσπασμένο από τον χρόνο. Η ερωτική επιθυμία
του τεχνίτη μετατρέπεται σε
αντικειμενική λατρεία, σε αγάπη προς μια ιδέα που δεν μπορεί να υπάρξει στη
ζωή, παρά μόνο ως αιώνιο μνημείο.
Ψυχαναλυτικά, η δημιουργία όλων των
αγαλμάτων και ιδίως των τριών μαρμάρινων αγαλμάτων αντανακλά την πολλαπλότητα
της φαντασιακής επιθυμίας (multiplicity of fantasy desire). Ο μαρμαρογλύπτης δεν
ερωτεύεται μόνο το σώμα ή την προσωπικότητα της Γιάο Γκουάνγκ· ερωτεύεται τις
διαφορετικές εκδοχές του εαυτού της που μπορούν να συνυπάρξουν στη φαντασία
του. Κάθε υλικό αντιπροσωπεύει διαφορετική διάσταση του πόθου του: σάρκα, ιδέα,
μνημείο.
Ο μαρμαρογλύπτης ερωτεύεται τη Γιάο Γκουάνγκ
μέσα από τη διαδικασία της γλυπτικής, και η αγάπη του εκφράζεται όχι απλώς στο
σώμα αλλά στις τρεις διαφορετικές σεξουαλικές στάσεις που δημιουργεί —
μετωπική, πλάγια και οριζόντια — οι οποίες αντικατοπτρίζουν τις πολλαπλές
φαντασιακές του επιθυμίες.
Μετωπική στάση (frontal, upright): Η μορφή
στέκεται όρθια, γυμνή, με ελαφρά πρόταξη του γονάτου, σαν να προχωρά ένα
ανεπαίσθητο βήμα. Στη φαντασία του τεχνίτη, αυτή η στάση εκφράζει την άμεση,
ενεργητική και ερωτική επιθυμία· η Γιάο Γκουάνγκ φαίνεται διαθέσιμη, προσιτή,
αλληλεπιδρώντας με τη βαρύτητα και το χώρο. Η στάση αυτή προκαλεί στο μυαλό του
αίσθηση ζωντάνιας και δυνατότητας σύνδεσης, ενεργοποιώντας τον πόθο της φυσικής
εγγύτητας και της άμεσης σεξουαλικότητας.
Πλάγια στροφή (lateral torsion): Η μορφή
βρίσκεται σε μια στιγμή μετάβασης, σαν να είχε στραφεί προς κάτι αθέατο, η
κίνηση ποτέ δεν ολοκληρώνεται. Εδώ η φαντασία του μαρμαρογλύπτη κινείται προς
την ασάφεια και την απόσταση, προκαλώντας ένα είδος ερωτικού μυστηρίου. Η στάση
αυτή αντιστοιχεί στην διακεκομμένη, φευγαλέα σεξουαλική φαντασίωση, όπου η Γιάο
Γκουάνγκ παραμένει τόσο κοντά όσο και απρόσιτη· ο πόθος παραμένει ανοιχτός,
αναλογικός στην αβεβαιότητα της πράξης και στην απόλαυση της έλξης χωρίς
ολοκλήρωση.
Οριζόντια ανάκλιση (reclined, horizontal):
Το σώμα κείται σαν να έχει ήδη αποσπαστεί από τον χρόνο, έξω από κάθε κίνηση.
Σε αυτή τη στάση, η φαντασία του τεχνίτη αναδεικνύει την τελική, απόλυτη
ακινησία — τον πόθο για μια διαχρονική, αμετάβλητη ερωτική κατοχή, αλλά
παράλληλα και η συνειδητοποίηση της αδυναμίας ικανοποίησης. Το σώμα εδώ είναι
ιδεατό, αντικειμενικοποιημένο, και προκαλεί την επιθυμία για μια “αιώνια
παρουσία” που δεν μπορεί να αλλάξει, ούτε να απορριφθεί· η σεξουαλικότητα του
τεχνίτη γίνεται συγχρόνως λατρεία και φαντασιακή κατοχή, απομακρυσμένη από την
πράξη.
Συνολικά, οι τρεις διαφορετικές στάσεις δεν
είναι απλώς γλυπτικές εκδοχές· είναι εκφράσεις της πολυδιάστατης ερωτικής
φαντασίας του καλλιτέχνη. Το κεφάλαιο αναδεικνύει πώς η τέχνη μετατρέπεται σε
μέσο για ψυχαναλυτική εξωτερίκευση του πόθου: η Γιάο Γκουάνγκ δεν είναι μόνο
αντικείμενο έλξης, αλλά σύνολο φαντασιακών δυνατοτήτων, που προκαλούν στον
μαρμαρογλύπτη διαφορετικούς τύπους επιθυμίας — άμεση, μυστηριώδη και
αμετάβλητη. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι η ίδια η μορφή της γίνεται ερωτικό
τοπίο, ένα πλαίσιο όπου η σεξουαλικότητα, η φαντασία και η δημιουργική λατρεία
συναντιούνται σε αλληλεπίδραση με την ύλη και την ιδέα του θανάτου.
Με άλλα λόγια, η τριπλή αποτύπωση/απόδοση της μορφής της Γιάο Γκουάνγκ σε μάρμαρο
εκφράζει το ψυχολογικό του κατακερματισμό στην επιθυμία: θέλει ταυτόχρονα την
εγγύτητα, τον έλεγχο και την αθανασία της παρουσίας της. Το έργο του είναι μια
μορφή ψυχαναλυτικής προβολής (projection) — τοποθετεί στο άγαλμα τις δικές του
φαντασιώσεις, επιθυμίες και ανεκπλήρωτους πόθους, με αποτέλεσμα η ίδια η Γιάο
Γκουάνγκ να γίνεται αντικείμενο πολλαπλών ερωτικών και ψυχικών διαδρομών.
η μυστική απόλαυση των
ομοιωμάτων
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
Ο Σου Γουέν-Χάο, παραγγελιοδότης των ομοιωμάτων
της Γιάο Γκουάνγκ, αρνείται σε οποιονδήποτε, ακόμη και στους ίδιους τους
τεχνίτες, να δουν τα έργα. Αυτή η πράξη δεν είναι απλώς θέμα μυστικότητας·
είναι η έκφραση μιας βαθύτερης ψυχολογικής ανάγκης: η απόλαυση της
μοναδικότητας (jouissance of uniqueness). Μέσω της ελεγχόμενης πρόσβασης, ο Σου
Γουέν-Χάο εξασφαλίζει ότι η εμπειρία της ομορφιάς και του πόθου παραμένει
ιδιοκτησιακή, απόλυτα προσωπική και αναπαράγεται μόνο μέσα στο δικό του
φαντασιακό πλαίσιο.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η ερμητική αυτή
διάσταση σχετίζεται με τη θεωρία της απόλαυσης (Lacanian jouissance), όπου η
αποκλειστικότητα ενισχύει την ένταση της επιθυμίας. Το αντικείμενο του πόθου —
εδώ η Γιάο Γκουάνγκ σε τρεις μαρμάρινες εκδοχές — μετατρέπεται σε ένα προσωπικό
πεδίο ερωτικής και αισθητικής κατοχής, αποκομμένο από την κοινωνική αναγνώριση
ή τη δημόσια επιβεβαίωση. Η ίδια η τέχνη γίνεται μέσο συγκράτησης της
απόλαυσης: όσο λιγότερο βλέπει κανείς, τόσο περισσότερο εντείνεται η φαντασία
και η προσωπική επιθυμία.
Η απαγόρευση για θέαση λειτουργεί επίσης σαν
τελετουργική προστασία του αντικειμένου. Τα ομοιώματα δεν είναι απλώς
αντίγραφα· είναι ιδεατοί φορείς του πόθου, σκληροί και αμετάβλητοι όπως το
μάρμαρο, που αν ανοίγονταν σε άλλους θα έχαναν την απόλυτη μοναδικότητά τους
και θα μετέβαιναν από προσωπικό αντικείμενο φαντασίωσης σε κοινό αντικείμενο
αναφοράς. Η μυστικότητα ενισχύει την ψυχολογική ισχύ του έργου: ο έλεγχος του
βλέμματος και της γνώσης διατηρεί τη σχέση του παραγγελιοδότη με την απόλαυση
ειδικά ως απαγορευμένη, μοναδική, εσωτερική εμπειρία, όπου η Γιάο Γκουάνγκ
είναι ταυτόχρονα επιθυμία και ιδέα.
η απαγόρευση της θέασης
και η σχέση με την απόλαυση
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση για την απαγόρευση
της θέασης κάθε ομοιώματος ξεχωριστά,
/ - Το
ομοίωμα σε κερί
Το κερί, με την πιο ζωντανή και θερμή υφή, φαίνεται σχεδόν να αναπνέει και να διατηρεί
μια υπολειμματική “θερμότητα” της Γιάο Γκουάνγκ. Η απαγόρευση της θέασης αυτού
του αγάλματος στους τεχνίτες ή σε οποιονδήποτε άλλο δεν είναι απλώς
μυστικότητα.
Ψυχαναλυτικά, ο Σου Γουέν-Χάο επιδιώκει την αποκλειστικότητα της θερμής απόλαυσης
(jouissance chaude). Το κερί αντιπροσωπεύει το ζωντανό σώμα, την προσβασιμότητα στην τρυφερότητα και την εγγύτητα,
και ο έλεγχος της θέασης μετατρέπει την εμπειρία του σε προσωπική και βαθιά
εσωτερική φαντασίωση. Όταν κανείς άλλος δεν το βλέπει, η φαντασία του παραμένει
αναπόσπαστη από την πραγματικότητα,
και η επιθυμία του ενισχύεται από την απαγόρευση.
/
- Το ομοίωμα σε αλάβαστρο
Το αλάβαστρο, πιο ψυχρό και καθαρό, απομακρύνει την ανθρώπινη ζεστασιά και προβάλλει
την μορφή της Γιάο Γκουάνγκ σαν ιδέα
και καθαρή απόφαση. Η απαγόρευση της θέασης εδώ αποκτά διαφορετική
διάσταση: ο Σου Γουέν-Χάο δεν ελέγχει μόνο την πρόσβαση, αλλά και την ένταση της ψυχρής απόλαυσης (jouissance
froide). Το αλάβαστρο επιτρέπει μια απόλαυση πιο νοητική, καθαρά
αισθητική, όπου η μορφή της Γιάο Γκουάνγκ γίνεται αντικείμενο ιδεατικής κατοχής, άψυχο αλλά
τελειωμένο, απολύτως δικό του. Όσο κανείς άλλος δεν το βλέπει, τόσο διατηρείται η αυθεντική του σημασία ως
αντικείμενο επιθυμίας, και η δύναμη της απαγόρευσης μετατρέπεται σε
ψυχική ένταση και υποβόσκουσα φαντασίωση.
/
- Τα τρία ομοιώματα σε μάρμαρο
Το μάρμαρο, με τη σκληρότητα, τη μόνιμη ακινησία και την αίσθηση της απόλυτης τελειότητας,
αποτελεί την πιο απόλυτη έκφραση του
θανάτου και της αιωνιότητας. Κάθε ένα από τα τρία αγάλματα — μετωπική
στάση, πλάγια στροφή και οριζόντια ανάκλιση — αντιπροσωπεύει μια διαφορετική σεξουαλική και φαντασιακή στάση,
που ενεργοποιεί διαφορετικές φαντασιώσεις στον παραγγελιοδότη:
Μετωπική
στάση:
η ένταση της άμεσης παρουσίας, η αίσθηση ενός σώματος που παραμένει προσιτό και
ευάλωτο. Η απαγόρευση θέασης εδώ προστατεύει την απόλαυση της άμεσης επιθυμίας, της δυνατότητας αλληλεπίδρασης στη
φαντασία.
Πλάγια
στροφή:
η αίσθηση της μετάβασης, του “πολύ κοντά αλλά αθέατου”, η φαντασίωση της
κίνησης που διακόπτεται. Η απαγόρευση εδώ ενισχύει τη δυναμική της επιθυμίας που δεν ολοκληρώνεται, τον πόθο για κάτι
που παραμένει ακατόρθωτο και μυστηριώδες.
Οριζόντια
ανάκλιση: η πλήρης ακινησία, το ταφικό ή ιδεατό επίπεδο, όπου
η Γιάο Γκουάνγκ δεν ανήκει ούτε στον χρόνο ούτε στη ζωή. Η απαγόρευση θέασης
προστατεύει την απόλυτη κατοχή της
απόλυτης φαντασίωσης, μια ερωτική εμπειρία όπου η Γιάο Γκουάνγκ υπάρχει μόνο
μέσα στο δικό του ψυχισμό, ως απόλυτο
αντικείμενο θανάτου και επιθυμίας.
Η απαγόρευση της θέασης για όλα τα ομοιώματα
— κερί, αλάβαστρο και μάρμαρο — δεν είναι απλή μυστικότητα, αλλά στρατηγική κατοχής της επιθυμίας. Η
σιωπή των άλλων, η απαγόρευση της πρόσβασης και η απόλυτη μοναδικότητα των
αγαλμάτων μετατρέπουν κάθε ομοίωμα σε ιδιωτικό
αντικείμενο jouissance, όπου η απόλαυση παραμένει ανεμπόδιστη, ελεγχόμενη και απομονωμένη.
Ο Σου Γουέν-Χάο ενισχύει έτσι την ψυχική του εξουσία πάνω στο αντικείμενο του πόθου,
διατηρώντας ταυτόχρονα την ενταση του
επιθυμητού που ποτέ δεν ολοκληρώνεται πλήρως.
οι διαφορετικές
σεξουαλικές φαντασιώσεις που ενεργοποιεί το κάθε άγαλμα (κερί, αλάβαστρο, τα
τρία σε μάρμαρο) στον συλλέκτη Γου Γουέν-Χάο
οι
διαφορετικές σεξουαλικές φαντασιώσεις που ενεργοποιεί το κάθε άγαλμα (κερί,
αλάβαστρο, τα τρία σε μάρμαρο) στον συλλέκτη Γου Γουέν-Χάο και πως ενισχύει η
κάθε στάση, και το κάθε άγλαμα την ψυχική του εξουσία πάνω στο αντικείμενο του
πόθου του, έστω και αν αυτό είναι νεκρό σώμα.
Ο Σου Γουέν-Χάο δεν λειτουργεί απλώς ως
συλλέκτης εικόνων της Γιάο Γκουάνγκ, αλλά ως υποκείμενο που οργανώνει την
επιθυμία του γύρω από ένα νεκρό αλλά
πλήρως επενδεδυμένο ερωτικά σώμα.
Τα τρία διαφορετικά υλικά (κερί, αλάβαστρο,
μάρμαρο) και οι τρεις μαρμάρινες στάσεις δεν είναι αισθητικές παραλλαγές· είναι
τρεις διαφορετικές μορφές σεξουαλικής
φαντασίωσης (sexual fantasy) και ταυτόχρονα τρεις βαθμίδες ψυχικής
κυριαρχίας πάνω στο αντικείμενο του πόθου, το οποίο έχει παγώσει οριστικά στον
θάνατο αλλά “ζωντανεύει” μέσα στη φαντασία.
/
- Το κερί: η φαντασίωση της θερμής εγγύτητας (hot intimacy fantasy)
Το ομοίωμα σε κερί ενεργοποιεί στον Σου
Γουέν-Χάο μια φαντασίωση άμεσης
σωματικής εγγύτητας. Το κερί, με την ελαστικότητα και τη θερμική του
υπόμνηση, δίνει την ψευδαίσθηση ότι το σώμα της Γιάο Γκουάνγκ είναι ακόμη αγγίξιμο, ευάλωτο, σχεδόν αναπνέον.
Ψυχαναλυτικά, εδώ κυριαρχεί μια μορφή oral–tactile fantasy:
[
Ο όρος oral–tactile fantasy θα
μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά ως:
«στοματο-απτική φαντασίωση»
ή «στοματική-απτική φαντασίωση».
Συχνά αποδίδεται καλύτερα περιγραφικά ως:
φαντασίωση αισθητηριακής εγγύτητας
φαντασίωση σωματικής και απτικής οικειότητας
φαντασίωση θερμής σωματικής επαφής
φαντασίωση πρωτογενούς σωματικής εγγύτητας
ανάλογα
με το συμφραζόμενο.
Ως ψυχαναλυτικός όρος, το oral–tactile
δεν αποτελεί κλασικό, αυστηρά καθορισμένο τεχνικό όρο ενός και μόνο θεωρητικού,
όπως π.χ. το objet petit a του Λακάν ή η paranoid-schizoid position
της Κλάιν. Προέρχεται από την παράδοση των θεωριών της πρώιμης ανάπτυξης του
Εγώ και των αντικειμενοτρόπων σχέσεων (object relations theory), οι
οποίες δίνουν ιδιαίτερη σημασία στις πρώτες εμπειρίες στόματος και αφής.
Οι
σημαντικότεροι θεωρητικοί πίσω από αυτή τη σύλληψη είναι:
Sigmund Freud, ο οποίος περιέγραψε το στοματικό στάδιο (oral stage)
ως την πρώτη φάση της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, όπου η σχέση με το αντικείμενο
οργανώνεται γύρω από τη θρέψη, την απορρόφηση και την εγγύτητα.
Melanie
Klein, η οποία ανέπτυξε την ιδέα ότι το βρέφος δημιουργεί εσωτερικές
αναπαραστάσεις του μητρικού σώματος ήδη από τα πρώτα στάδια της ζωής.
Donald Winnicott, που έδωσε ιδιαίτερη έμφαση
στο κράτημα (holding), στην απτική παρουσία και στην εμπειρία σωματικής
ασφάλειας.
Harry Harlow, αν και όχι ψυχαναλυτής, έδειξε
πειραματικά πόσο θεμελιώδης είναι η ανάγκη για απτική επαφή (contact comfort),
γεγονός που επηρέασε μεταγενέστερες ψυχαναλυτικές ερμηνείες.
Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, ο όρος δεν
αναφέρεται κυριολεκτικά σε στοματική επιθυμία με τη σεξουλογική έννοια.
Σημαίνει ότι ο Σου Γουέν-Χάο επιθυμεί μια πρωτογενή μορφή επαφής, όπου η Γιάο
Γκουάνγκ βιώνεται ως σώμα που μπορεί να αγγιχθεί, να κρατηθεί, να ανταποκριθεί
αισθητηριακά στην παρουσία του. Πρόκειται για μια επιθυμία που βρίσκεται βαθύτερα
από την ερωτική κατάκτηση ή την κοινωνική κατοχή. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον
η κυριαρχία (possession), αλλά η φαντασίωση μιας αμοιβαίας σωματικής
παρουσίας (embodied presence).
Ίσως μια πιο ακριβής και κομψή απόδοση θα
ήταν:
«κυριαρχεί μια φαντασίωση πρωτογενούς απτικής
οικειότητας (oral–tactile fantasy)»
ή
«μια φαντασίωση σωματικής και αισθητηριακής
εγγύτητας (oral–tactile fantasy)».]
δηλαδή
η επιθυμία δεν οργανώνεται γύρω από την κατάκτηση, αλλά γύρω από την αίσθηση
ότι το σώμα “απαντά” στο βλέμμα και στο άγγιγμα. Ο συλλέκτης δεν θέλει απλώς να
δει τη Γιάο Γκουάνγκ· θέλει να πιστέψει ότι θα μπορούσε ακόμη να αντιδράσει στην παρουσία του.
Η ψυχική του εξουσία εδώ είναι εύθραυστη
αλλά έντονη: το νεκρό σώμα εμφανίζεται ως σχεδόν ζωντανό, η επιθυμία του
βασίζεται στην άρνηση του θανάτου
(denial of death), εκείνος βιώνει μια ψευδή συμμετοχή: “είναι εδώ για
μένα”
Το κερί δεν κατέχει το σώμα ως αντικείμενο· κατέχει
τη φαντασίωση της ζωής που επιμένει.
/
- Το αλάβαστρο: η φαντασίωση της καθαρής κατοχής (idealized possession fantasy)
Τα ο αλάβαστρο μετακινεί την επιθυμία από το
σώμα στην ιδέα. Η Γιάο Γκουάνγκ δεν είναι πλέον “ζωντανή παρουσία”, αλλά καθαρό, λευκό, απογυμνωμένο αντικείμενο
μορφής. Εδώ ενεργοποιείται μια πιο ψυχρή σεξουαλική φαντασίωση: όχι
επαφή, αλλά ιδεατή κατοχή (ideal
possession). Ο Σου Γουέν-Χάο δεν επιθυμεί να την αγγίξει, αλλά να την κατέχει
ως μορφή που δεν φθείρεται.
Το αλάβαστρο παράγει αίσθηση τελειότητας
χωρίς ρωγμή, απομάκρυνση από τη σωματικότητα,
μετατροπή
της Γιάο Γκουάνγκ σε “καθαρό αντικείμενο βλέμματος”
Η εξουσία του συλλέκτη εδώ γίνεται πιο
σταθερή: δεν χρειάζεται την ψευδαίσθηση της ζωής, γιατί έχει ήδη κερδίσει κάτι
ισχυρότερο — την αιώνια ακινησία της
μορφής (eternal fixation).
Η φαντασίωση μετατρέπεται σε ιδιοκτησία:
“Δεν
είναι πια σώμα που μπορεί να χαθεί. Είναι μορφή που μου ανήκει.”
/
- Τα τρία μαρμάρινα αγάλματα: η φαντασίωση της απόλυτης ερωτικής κυριαρχίας
(total erotic mastery fantasy)
Το μάρμαρο είναι το σημείο όπου η επιθυμία
του Σου Γουέν-Χάο γίνεται πλήρως συμβολική
και κυριαρχική. Δεν έχει ένα σώμα, αλλά τρεις εκδοχές του ίδιου σώματος.
Αυτό σημαίνει ότι η Γιάο Γκουάνγκ δεν είναι πλέον αντικείμενο· είναι σύστημα επιθυμιών.
α.
Μετωπική στάση – η φαντασίωση της άμεσης υποταγής
Το σώμα όρθιο, στραμμένο προς τον θεατή,
δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι “ανταποκρίνεται”.
Εδώ
η φαντασίωση είναι άμεση πρόσβαση, ερωτική διαθεσιμότητα, κυριαρχία μέσω
βλέμματος
Ο Σου Γουέν-Χάο φαντάζεται ότι το
αντικείμενο “τον δέχεται”. Η εξουσία του είναι να την κάνει να τον κοιτά χωρίς αντίσταση.
β.
Πλάγια στροφή – η φαντασίωση του απρόσιτου ενδιάμεσου
Το σώμα βρίσκεται σε μετάβαση, ποτέ
ολοκληρωμένη. Αυτή είναι η πιο ερωτικά φορτισμένη μορφή, γιατί παράγει επιθυμία
χωρίς εκπλήρωση, “σχεδόν” επαφή, αιώρηση ανάμεσα σε ναι και όχι
Εδώ ο Σου Γουέν-Χάο βιώνει την πιο καθαρή μορφή
erotic tension (ερωτικής έντασης).
Δεν κατέχει το σώμα· κατέχει τη στιγμή πριν την απώλεια.
Η εξουσία του είναι παραδόξως μεγαλύτερη:
όχι γιατί έχει το αντικείμενο, αλλά γιατί ελέγχει το σημείο όπου δεν γίνεται ποτέ αντικείμενο πλήρως.
γ. Οριζόντια ανάκλιση – η φαντασίωση της
απόλυτης κατοχής/θανάτου
Εδώ η Γιάο Γκουάνγκ είναι πλήρως ξαπλωμένη,
έξω από χρόνο. Αυτή η μορφή ενεργοποιεί τη βαθύτερη, πιο σκοτεινή φαντασίωση: πλήρης
ακινησία, απόλυτη παθητικότητα, μηδενική αντίσταση.
Η επιθυμία εδώ δεν είναι πια ερωτική με τη στενή
έννοια, αλλά ταφική ερωτικοποίηση
(eroticization of the dead): η κατοχή είναι απόλυτη γιατί δεν υπάρχει πλέον
υποκείμενο που να αντιστέκεται.
Η εξουσία του Σου Γουέν-Χάο κορυφώνεται.
Το αντικείμενο δεν μπορεί να φύγει, να
μιλήσει ή να απορρίψει. Αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτεται και η ρωγμή. Η απόλυτη
κατοχή είναι και απόλυτη σιωπή — άρα η επιθυμία απειλεί να καταρρεύσει μέσα
στην ίδια της την ολοκλήρωση.
Τα τρία υλικά και οι τρεις στάσεις
σχηματίζουν έναν πλήρη κύκλο της επιθυμίας:
Κερί:
φαντασίωση ζωής (illusion of presence)
Αλάβαστρο: φαντασίωση μορφής
(idealized object)
Μάρμαρο: φαντασίωση κυριαρχίας (total possession / fixation of death)
Ο Σου Γουέν-Χάο δεν
“αγαπά” τη Γιάο Γκουάνγκ ως πρόσωπο. Την ανασυνθέτει ως πεδίο ελέγχου της επιθυμίας του, όπου κάθε υλικό και κάθε στάση
του επιστρέφει ένα διαφορετικό είδος ψυχικής εξουσίας: άλλοτε την κάνει να
“ζει”, άλλοτε την κάνει να “ανήκει”, άλλοτε την κάνει να “μην μπορεί να φύγει
ποτέ”
Έτσι, ακόμη και ως νεκρό σώμα, η Γιάο
Γκουάνγκ δεν είναι απώλεια. Είναι το απόλυτο αντικείμενο όπου η επιθυμία του
συλλέκτη δεν συναντά ποτέ αντίσταση — μόνο όλο και πιο εξελιγμένες μορφές
κυριαρχίας πάνω στην απουσία.
η ιστορία του Ντου Τσενγκ-Γουέι
Η μορφή του Ντου Τσενγκ-Γουέι παρουσιάζεται
αναδρομικά μέσα στο αφήγημα. Το αφήγημα ξεκινά με αυτόν αλλά γρήγορα πεθαίνει
(στα 1641) και μετά βλέπουμε τη πανέμορφη χήρα σύζυγό του, την Γιάο Γκουάνγκ,
και τα δύο φερόμενα ως παιδιά του, όπως μαθαίνουμε στην εξέλιξη της υπόθεσης,
τον Γκούο Ρεν και τη Ρουό-Σι, να είναι οι βασικοί ήρωες της υπόθεσης. Τα
παιδιά, και κυρίως ο γιός, ο Γκούο Ρεν, στην ουσία είναι οι συνεχιστές της
περιουσίας, του ονόματος και της επέκτασης των κτημάτων του.
Μέσα στη νουβέλα γίνεται αναφορά στον
Τσενγκ-Γουέι μέσα από τις αναμνήσεις τρίτων, όπως για παράδειγμα, μέσα από
λόγια της Γου Σία, που αναφέρει ότι το μικρό απόμερο κτήμα ήταν εκείνο που
πρώτα είχε αποκτήσει ο Τσενγκ-Γουέι και μετά αγόρασε τα κτήματα στο Νανγκού από
κάποιον Χουάνγκ Γιέν όταν ακόμη ο Τσενγκ-Γουέι ήταν άγαμος, ή της Α-Μέι και του
συζύγου της του Μάο Τζουν, που οφείλουν το γάμο τους στον Τσενγκ-Γουέι, ή του
Μινγκ Ζενγκ. του αναχωρητή. Εδώ θίγονται
μόνο μερικά σημεία.
το απώτερο παρελθόν του Τσενγκ-Γουέι
Το απώτερο παρελθόν
εμφανίζεται στο κεφάλαιο ΙΑ το επωνομαζόμενο «η ομηρεία».
σύγκριση της ζωής του
πατέρα και γιου:
Κανείς δεν έβλεπε σε αυτόν τον νεαρό τον γιο του Ντου Τσενγκ-Γουέι. Γιατί
ο πατέρας του, όταν βρισκόταν στην ίδια ηλικία, είχε γνωρίσει άλλους δρόμους, δρόμους
γεμάτους φώτα και φωνές. Στα καπηλειά της Σετσουάν, στα σπίτια του κρασιού και
της μουσικής, εκεί όπου οι έμποροι και οι νεαροί γαιοκτήμονες σπαταλούσαν το
ασήμι τους για μια νύχτα λήθης, το όνομά του είχε ακουστεί πολλές φορές. Γέλια,
τραγούδια, άρωμα από ζυμωμένο ρύζι και καπνό, μια ζωή που καιγόταν γρήγορα και
χωρίς μέτρο. Ο Γκούο Ρεν, αντίθετα, ζούσε σαν να πλήρωνε ακόμη εκείνες τις
νύχτες, σαν να μην ήθελε να κάνει τα ίδια λάθη με τον πατέρα του, σα να φοβόταν
ότι στις διασκεδάσεις μπορούσε να ξεχάσει ποιος ήταν, ποιες ήταν οι
προτεραιότητές του, οι οδηγίες που είχε αφήσει παρακαταθήκη η μητέρα του, η
Γιάο Γκουάνγκ, και ίσως φοβόταν μήπως απαγκιστρωθεί από τη σκοτεινή γοητεία που
του ασκούσε η Ρουό-Σι.
ο Ντου Τσενγκ-Γουέι νέος στην Τσενγκντού
[ η συνάντηση του Γουάνγκ Χουλίν με τον Τσενγκ-Γουέι στη
Τσενγκντού το 1619 ]
Ο αρχηγός του αποσπάσματος των ανταρτών,
Γουάνγκ Χουλίν, που έχει συλλάβει το 1644 όμηρο στο Σιαοχέ τον νεαρό Γκούο Ρεν
(23 ετών) ακούει το επώνυμο του νεαρού, μετά το όνομα του πατέρα του νεαρού,
και συνειρμικά οδηγείται σε μια ομοιότητα με ένα γνωστό του από το παρελθόν στη
Τσενγκντού.
Εκεί μαθαίνουμε το παρελθόν του Ντου
Τσενγκ-Γκουέι όταν εκείνος ήταν νέος, πριν παντρευθεί.
το απόσπασμα:
«Σε ποιον ανήκουν τα κτήματα;»
«Σε μένα και την αδελφή μου.»
Ο Γουάνγκ έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
«Εσείς τα αγοράσατε; Εσείς τα
φτιάξατε;» Μια μικρή παύση. «Ή τα βρήκατε;»
«Τα βρήκαμε», απάντησε ο Γκούο Ρεν.
Ο Γουάνγκ χαμογέλασε ανεπαίσθητα.
«Γι’ αυτό ρωτάω. Σε ποιον ανήκουν.»
Η σιωπή κράτησε λίγο περισσότερο αυτή
τη φορά.
«Στον πατέρα μου. Τον Ντου
Τσενγκ-Γουέι.»
Το όνομα έμεινε για μια στιγμή στον αέρα. Κάτι κινήθηκε στο βλέμμα του
Γουάνγκ Χουλίν, όχι έκπληξη, αλλά μια υποψία αναγνώρισης. Σαν να άγγιξε μια μνήμη
που δεν είχε ακόμη πάρει σχήμα. Κοίταξε καλύτερα τον νεαρό. Πιο προσεκτικά
τώρα.
«Ίσως… υπάρχει τρόπος να επιστρέψεις», είπε αργά. «Αν συμφωνήσει και ο
πατέρας σου.»
«Ο πατέρας μου έχει πεθάνει.»
Ο Γουάνγκ δεν αντέδρασε.
«Τότε… η μητέρα σου.»
«Και αυτή έχει πεθάνει.»
Για πρώτη φορά, ο Γουάνγκ πήρε μια
ανάσα πιο βαθιά.
«Τότε ποιος θα συμφωνήσει;»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε σταθερά.
«Σου είπα. Έχω μια αδελφή.»
«Μεγαλύτερη ή μικρότερη;»
«Μικρότερη.»
Μια μικρή σιωπή.
«Και θα μπορεί εκείνη να συμφωνήσει;»
«Εκείνη κανονίζει τα πάντα στο σπίτι.»
Το χαμόγελο του Γουάνγκ επέστρεψε, πιο καθαρό αυτή τη φορά. «Πάντα αυτό
κάνουν οι γυναίκες», είπε ήρεμα. Αλλά το μυαλό του δεν ήταν πια εκεί. Το όνομα
Ντου Τσενγκ-Γουέι. Κάτι επέμενε. Και τότε ήρθε. Όχι σαν σκέψη, αλλά σαν εικόνα.
Η Τσενγκντού, χρόνια πριν. Νύχτα. Φως από λυχνάρια. Καπνός που ανέβαινε αργά
προς τα δοκάρια. Και εκείνο το μέρος, όχι απλώς καπηλειό, αλλά σπίτι τυχερών
παιχνιδιών, ένας οίκος παιγνίων όπου το ασήμι άλλαζε χέρια πιο γρήγορα απ’ όσο
μπορούσε κανείς να το μετρήσει. Εκεί τον είχε δει. Καθισμένο δίπλα του. Ανήσυχο.
Με τα δάχτυλα να σφίγγουν τα ζάρια λίγο πιο δυνατά απ’ όσο έπρεπε. Ο Ντου
Τσενγκ-Γουέι έχανε. Όχι θεαματικά, αλλά σταθερά. Κι αυτό ήταν χειρότερο.
Ο Γουάνγκ Χουλίν τον είχε παρατηρήσει για ώρα πριν μιλήσει. «Φύγε όσο
είναι νωρίς», του είχε πει χαμηλά, χωρίς να τον κοιτάξει. «Εδώ δεν θα σε
αφήσουν να φύγεις με κέρδος.»
Ο άλλος δεν απάντησε. Μόνο τον κοίταξε.
«Καλύτερα να τα ποντάρεις όλα σε μια γυναίκα», συνέχισε ο Γουάνγκ, «παρά
να τα ποντάρεις σε αυτούς.»
Ένα ίχνος κατανόησης πέρασε από το πρόσωπο του Τσενγκ-Γουέι.
«Χάσε λίγα ακόμη», του είπε τότε ο Γουάνγκ, «και πες ότι δεν έχεις άλλα.
Σήκω και φύγε.»
Δεν ήταν συμβουλή. Ήταν έξοδος. Και ο άλλος την πήρε. Έχασε λίγο ακόμη.
Σηκώθηκε. Είπε τα σωστά λόγια. Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Και δεν
ξαναεμφανίστηκε ποτέ. Η μνήμη έσβησε όπως ήρθε.
Ο Γουάνγκ Χουλίν κοίταξε ξανά τον γιο. Τώρα ήξερε. Ο Γουάνγκ Χουλίν τον
κοίταξε για λίγο ακόμη, σαν να ζύγιζε όχι μόνο τα λόγια του αλλά και το βάρος
που είχαν μέσα τους.
«Και πού μένεις;» ρώτησε τελικά.
«Στο Λο Τζιάνγκ», απάντησε ο Γκούο
Ρεν.
Κάτι σχεδόν ανεπαίσθητο άλλαξε στο βλέμμα του Γουάνγκ. Από το Λο Τζιάνγκ
ήταν και ο Ντου Τσενγκ-Γουέι. Εκεί είχε πρωτοακουστεί το όνομά του, ή
τουλάχιστον έτσι του το είχαν συστήσει τότε, σε μια εποχή που οι άνθρωποι ακόμη
συστήνονταν πριν χαθούν.
«Και πόσο χρονών είσαι;» ρώτησε.
«Είκοσι τρία.»
Ο αριθμός έμεινε να αιωρείται για μια στιγμή. Είκοσι τέσσερα. Η ηλικία
ταίριαζε. Το καπηλειό της Τσενγκντού. Τα τυχερά παίγνια. Τα ζάρια που κυλούσαν
πάνω στο ξύλο. Κάπου εκεί, κοντά σε μια εποχή που τώρα έμοιαζε σχεδόν ξένη, εικοσιπέντε
χρόνια πριν. Ίσως η ζωή του Ντου Τσενγκ-Γουέι να είχε όντως αλλάξει εκείνη τη
νύχτα. Ίσως να είχε ακούσει τη συμβουλή. Ίσως να είχε «ποντάρει» όλα του τα
υπάρχοντα όχι στο τραπέζι, αλλά σε μια γυναίκα. Και ίσως το κέρδος εκείνου του
στοιχήματος να στεκόταν τώρα μπροστά του.
Ο Γουάνγκ Χουλίν σκέφτηκε μέσα του Η ζωή είναι σαν παρτίδα. Και όταν
κάποιος την εγκαταλείπει πριν το τέλος, εκείνη δεν τελειώνει ποτέ. Απλώς
συνεχίζει αλλού, και κάποτε τον ξαναβρίσκει.
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση ως άγαμου
Η σκηνή της Τσενγκντού το 1619 παρουσιάζει
έναν Τσενγκ-Γουέι πολύ διαφορετικό από τον ώριμο πατριάρχη που θα γνωρίσουμε
αργότερα. Είναι τριάντα επτά ετών, πλούσιος επαρχιώτης γαιοκτήμονας, ανύπαντρος
ακόμη, και βρίσκεται σε μια μεγάλη πόλη η οποία του προσφέρει κάτι που δεν
μπορεί να βρει στο Λο Τζιανγκ: ανωνυμία, πειρασμό και τη δυνατότητα να
δοκιμάσει τα όρια της δικής του ισχύος.
Από ψυχαναλυτική άποψη, η παρουσία του στον
οίκο παιγνίων δεν αποτελεί απλώς οικονομική απερισκεψία. Αντιπροσωπεύει μια
σύγκρουση ανάμεσα στην ταυτότητα του επιτυχημένου ιδιοκτήτη και σε μια βαθύτερη
ανάγκη δοκιμασίας του πεπρωμένου (fate testing).
Ο νεαρός Τσενγκ-Γουέι δεν παίζει επειδή
χρειάζεται χρήματα. Αντιθέτως, ακριβώς επειδή διαθέτει περιουσία μπορεί να
αντέξει την απώλεια. Το τυχερό παιχνίδι προσφέρει μια ψυχική εμπειρία που η
γεωργική διαχείριση δεν προσφέρει: αβεβαιότητα.
Ένας μεγαλογαιοκτήμονας βασίζει την ύπαρξή
του στον έλεγχο, στον σχεδιασμό και στην πρόβλεψη. Τα ζάρια όμως εισάγουν το
τυχαίο (chance) και το απρόβλεπτο (uncertainty). Για λίγες ώρες, η αξία του δεν
εξαρτάται από τα κτήματά του αλλά από την τύχη.
Η ψυχαναλυτική θεωρία έχει συνδέσει πολλές
φορές τον τζόγο με μια ασυνείδητη επιθυμία παράδοσης σε δυνάμεις ισχυρότερες
από το Εγώ (ego), σαν το άτομο να αναζητά μια προσωρινή απελευθέρωση από το
βάρος της ευθύνης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γουάνγκ Χουλίν
τον θυμάται όχι να κερδίζει ούτε να χάνει θεαματικά, αλλά να χάνει σταθερά. Η
σταθερή απώλεια έχει ιδιαίτερο ψυχολογικό ενδιαφέρον. Ο παίκτης δεν αποχωρεί
επειδή ελπίζει διαρκώς ότι η επόμενη ρίψη θα αναστρέψει την κατάσταση.
Πρόκειται για μια μορφή φαντασίωσης αποκατάστασης (fantasy of restitution): η
πεποίθηση ότι η απώλεια μπορεί να αναιρεθεί με μία ακόμη προσπάθεια. Ο
Τσενγκ-Γουέι φαίνεται να βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη ζώνη, όπου η λογική του
επιτυχημένου διαχειριστή συγκρούεται με την ελπίδα του παίκτη.
Η παρέμβαση του Γουάνγκ Χουλίν αποκτά
ψυχολογικά τον χαρακτήρα μιας πατρικής λειτουργίας (paternal function). Δεν τον
επιπλήττει ούτε τον απειλεί. Του προσφέρει μια έξοδο. Με ψυχαναλυτικούς όρους,
επαναφέρει την αρχή της πραγματικότητας (reality principle) απέναντι στην αρχή
της ηδονής (pleasure principle). Η φράση «καλύτερα να τα ποντάρεις όλα σε μια
γυναίκα παρά σε αυτούς» δεν αφορά αποκλειστικά τον έρωτα. Εκφράζει τη
μετατόπιση της επένδυσης (libidinal displacement) από ένα αδιέξοδο σύστημα
τυχαίας απώλειας προς μια ανθρώπινη σχέση που μπορεί να παράγει διάρκεια,
συνέχεια και νόημα.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Τσενγκ-Γουέι ακούει
τη συμβουλή. Δεν επιμένει. Δεν αντιδρά ναρκισσιστικά. Αυτό υποδηλώνει ότι, παρά
την παρορμητική του πλευρά, το Εγώ του παραμένει ισχυρό. Έχει την ικανότητα να
αναγνωρίζει το όριο πριν επέλθει η καταστροφή. Η αποχώρησή του από το καπηλειό
μοιάζει με συμβολική ενηλικίωση. Είναι σαν να εγκαταλείπει μια φαντασίωση
εύκολου κέρδους και να επιστρέφει στον κόσμο της μακροχρόνιας επένδυσης.
Η Τσενγκντού λειτουργεί επίσης ως χώρος
ψυχικής μετάβασης (transitional space). Δεν είναι η πατρίδα του ούτε ο τόπος
της μελλοντικής του οικογένειας. Είναι ένας ενδιάμεσος χώρος όπου δοκιμάζονται
πιθανές εκδοχές του εαυτού του. Θα μπορούσε να γίνει επαγγελματίας τζογαδόρος,
να βυθιστεί στα χρέη ή να χαθεί μέσα στην αστική ζωή. Αντί γι' αυτό, επιλέγει
να επιστρέψει στον κόσμο από τον οποίο προήλθε. Η απόφαση αυτή αποκτά εκ των
υστέρων σχεδόν μυθική σημασία, επειδή ο αναγνώστης γνωρίζει ότι αργότερα θα
δημιουργήσει οικογένεια, θα αποκτήσει περιουσία και θα γίνει ένας από τους
σημαντικότερους άνδρες της περιοχής.
Η παρατήρηση του Γουάνγκ Χουλίν ότι ίσως ο
Τσενγκ-Γουέι «πόνταρε όλα του τα υπάρχοντα σε μια γυναίκα» είναι ιδιαίτερα
ενδιαφέρουσα. Ψυχαναλυτικά, η γυναίκα εδώ δεν συμβολίζει μόνο τον έρωτα αλλά το
αντικείμενο σταθερής επένδυσης (stable object investment). Ο τζόγος προσφέρει
στιγμιαία διέγερση (excitation). Ο γάμος, η οικογένεια και η δημιουργία οίκου
προσφέρουν διάρκεια. Ο ώριμος Τσενγκ-Γουέι που θα γνωρίσουμε αργότερα μοιάζει
να έχει μεταφέρει μεγάλο μέρος της ψυχικής του ενέργειας από την αναζήτηση της
τύχης προς την αναζήτηση συνέχειας.
Ωστόσο, η μνήμη της σκηνής υποδηλώνει ότι η
παλιά πλευρά του δεν εξαφανίστηκε ποτέ εντελώς. Ο ίδιος άνδρας που αργότερα θα
αποκτήσει παλλακίδες, θα αναζητήσει μυστικές ερωτικές εμπειρίες και θα
ταξιδεύει συχνά ανάμεσα στα κτήματά του, διατηρεί μέσα του το στοιχείο της
αναζήτησης του καινούργιου και του απρόβλεπτου. Η διαφορά είναι ότι έμαθε να το
διαχειρίζεται. Η νύχτα στην Τσενγκντού δεν δείχνει απλώς έναν νεαρό που
κινδύνευσε να χάσει χρήματα. Δείχνει έναν άνθρωπο που βρέθηκε για λίγο κοντά σε
μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού του και τελικά επέλεξε να επιστρέψει από
αυτήν.
Γι' αυτό η ανάμνηση παραμένει τόσο ζωντανή
στον Γουάνγκ Χουλίν. Δεν θυμάται έναν χαμένο παίκτη. Θυμάται μια στιγμή καμπής,
όπου ένας άνθρωπος εγκατέλειψε ένα παιχνίδι πριν αυτό γίνει η ζωή του. Και
ακριβώς επειδή έφυγε εγκαίρως, μπόρεσε αργότερα να δημιουργήσει όλα όσα θα τον
καθόριζαν: οικογένεια, πλούτο, κύρος και κληρονομιά.
η πρόταση γάμου του Τσενγκ-Γουέι στη Γιάο Γκουάνγκ στα 1620
[ ο γάμος γίνεται
λογικά αμέσως μετά. Περίπου στα 1620. Ο Τσενγκ-Γουέι είναι τότε 38 ετών, η
πανέμορφη Γιάο Γκουάνγκ είναι 17 ετών].
Αυτό βρίσκεται στο Μέρος
Α στο δεύτερο κεφάλαιο «η πρόταση»
απόσπασμα:
Η τρίτη άφιξη δεν έμοιαζε με τις προηγούμενες. Δεν ήταν μόνο τα δώρα, αν
και αυτά ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία, σεντούκια με χρυσό, σπάνια υφάσματα που
δεν είχαν ξαναφανεί στο Μπαϊλίν, και έργα τέχνης από μακρινές περιοχές. Ήταν
αυτό που τα συνόδευε.
Ο ίδιος ο Ντου Τσενγκ-Γουέι εμφανίστηκε, σπάζοντας το τυπικό που ήθελε
τον γαμπρό να μένει στο περιθώριο μέχρι την τελική συμφωνία. Μαζί του έφερε ένα
έγγραφο σφραγισμένο, τίτλο ιδιοκτησίας για μια εύφορη έκταση γης κοντά στον
ποταμό, γραμμένο στο όνομά της. Όχι της οικογένειας. Δικό της.
Η αίθουσα πάγωσε. Δεν ήταν απλώς γενναιοδωρία. Ήταν δήλωση. Αναγνώριση
αξίας πέρα από το έθιμο. Η Γιάο Γκουάνγκ σηκώθηκε αργά. Πλησίασε, πήρε το
έγγραφο, και για πρώτη φορά τα μάτια της έμειναν λίγο περισσότερο πάνω σε κάτι
που της προσφερόταν. Δεν μίλησε αμέσως. Και τότε, σχεδόν ανεπαίσθητα, χαμογέλασε. Ήταν ένα χαμόγελο μικρό,
ελεγχόμενο, αλλά αρκετό για να γίνει αντιληπτό από όλους.
Η μητέρα της κατέβασε το βλέμμα με ανακούφιση. Ο πατέρας της ίσιωσε την
πλάτη του.
Οι αδελφές της αντάλλαξαν σιωπηλές
ματιές. Η απόφαση είχε παρθεί. Όχι τη στιγμή που ήρθαν τα δώρα. Όχι όταν
συμφώνησαν οι γονείς της.
Αλλά όταν εκείνη έκρινε πως η αξία της είχε, επιτέλους, αναγνωριστεί πλήρως.
Και από εκείνη τη στιγμή, ο γάμος δεν ήταν πια πρόταση. Ήταν
επιβεβαίωση.
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση της πρότασης γάμου του Τσενγκ-Γουέι προς την Γιάο Γκουάνγκ
Η πρόταση γάμου προς τη Γιάο Γκουάνγκ στο
Μπαϊλίν προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περίπτωση για
ψυχαναλυτική ανάλυση της δυναμικής της εξουσίας, της αναγνώρισης και της
επιθυμίας. Η ηλικία και η εμφάνιση της νύφης, καθώς και η κοινωνική θέση του
γαμπρού, δημιουργούν ένα πλαίσιο όπου η οικογενειακή και η κοινωνική πίεση συνυπάρχουν
με τα προσωπικά συναισθήματα και την υποκειμενική αίσθηση αξίας της νεαρής
γυναίκας. Η ψυχαναλυτική ανάγνωση επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο η Γιάο
Γκουάνγκ αντιλαμβάνεται, επεξεργάζεται και τελικά καθορίζει η ίδια την έννοια
της «αξίας» και της «αποδοχής».
Η πρώτη αντίδραση της Γιάο Γκουάνγκ στα δώρα
και στην πρόταση μπορεί να ειδωθεί ως έκφραση άρνησης της εξωτερικής επιβολής
και ως προστασία του εγώ. Η σιωπή της, η απόσταση που κρατά και η προσεκτική
παρατήρηση των δώρων υποδηλώνουν μια εσωτερική διεργασία αξιολόγησης: δεν είναι
η αλληλεπίδραση με την κοινωνική νόρμα που καθορίζει την αντίδρασή της, αλλά η
δική της εσωτερική κρίση. Η ψυχανάλυση θα ερμήνευε αυτή τη στάση ως άμυνα του
εγώ απέναντι σε πιέσεις εξωτερικής φύσης, μια μορφή ελέγχου και αυτοπροστασίας
που της επιτρέπει να διατηρήσει την αίσθηση της υποκειμενικής της αυτονομίας.
Στην δεύτερη φάση, όταν τα δώρα γίνονται πιο
πλούσια και οι προξενητάδες εμφανίζονται με μεγαλύτερη επίσημη δέσμευση, η Γιάο
Γκουάνγκ δεν αντιδρά με άμεση αποδοχή. Αντίθετα, η παρατήρηση και η αξιολόγηση
συνεχίζονται. Εδώ αναδεικνύεται η λειτουργία της επιθυμίας και της αναγνώρισης:
η νεαρή γυναίκα δεν ενδιαφέρεται απλώς για τα αντικείμενα ή για την κοινωνική
επικύρωση της οικογένειάς της, αλλά για την επιβεβαίωση της προσωπικής της
αξίας. Η ψυχαναλυτική θεώρηση θα σημείωνε πως η αναγνώριση αυτή συνδέεται με το
«εγώ-ιδανικό» – τη βαθύτερη αίσθηση του ποια είναι και τι αξίζει – που πρέπει
να αναγνωριστεί πριν προχωρήσει σε δέσμευση.
Η τελική συνάντηση, όπου ο Ντου Τσενγκ-Γουέι
προσφέρει προσωπικά ένα έγγραφο τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα της Γιάο Γκουάνγκ,
αντιπροσωπεύει την κατ’ εξοχήν ψυχαναλυτική στιγμή: η αξία της αναγνωρίζεται
όχι ως συμβολική επιβεβαίωση της οικογένειας ή της κοινωνίας, αλλά ως έμπρακτη
αναγνώριση του ατομικού της αυτοπροσδιορισμού. Η ελεγχόμενη χαρά που εκφράζει
με το χαμόγελό της είναι αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης ότι η εξωτερική
προσφορά σέβεται το εγώ της. Ξαφνικά, η πρόταση γάμου μετατρέπεται σε
επιβεβαίωση, καθώς η σχέση δύναμης και εξουσίας μετατίθεται από τους γονείς και
τα έθιμα στην ίδια την υποκείμενη γυναίκα.
Ψυχαναλυτικά, η όλη διαδικασία μπορεί να
ερμηνευθεί ως ένα παιχνίδι μεταβίβασης και αντικαταστάτη: η Γιάο Γκουάνγκ
επεξεργάζεται τα μηνύματα της επιθυμίας του άλλου και ταυτόχρονα τοποθετεί όρια
και κριτήρια σύμφωνα με την εσωτερική της δομή του εγώ. Ο Ντου Τσενγκ-Γουέι δεν
κερδίζει απλώς με πλούσια δώρα· αναγνωρίζει την εσωτερική αυτονομία και τη
μοναδική αξία της. Έτσι, ο γάμος δεν είναι απλώς κοινωνική συμφωνία, αλλά η
στιγμή όπου η ψυχολογική και η κοινωνική διάσταση συνυφαίνονται, και η
προσωπική ταυτότητα της Γιάο Γκουάνγκ επιβεβαιώνεται.
Συνολικά, η ψυχαναλυτική προσέγγιση τονίζει
πως η διαδικασία της πρότασης δεν αφορά αποκλειστικά τις κοινωνικές νόρμες ή
τις οικογενειακές προσδοκίες, αλλά κυρίως την αναγνώριση της υποκειμενικής
αξίας, την αυτονομία του εγώ και την ικανότητα για συνειδητή επιλογή. Η Γιάο
Γκουάνγκ δρα ως φορέας της δικής της ψυχολογικής δύναμης, καθορίζοντας πότε και
υπό ποιες προϋποθέσεις η κοινωνική και συναισθηματική σύνδεση μπορεί να
πραγματοποιηθεί.
μέρος 2:
Η Γιάο Γκουάνγκ παρουσιάζεται ως κεντρική
φιγούρα με έντονη ψυχολογική αυτονομία, παρά την ηλικία της και τη νεότητά της.
Στην ψυχοδυναμική ανάγνωση, η στάση της υποδηλώνει μια ώριμη εσωτερική δομή
εγώ, η οποία έχει ήδη αναπτύξει μηχανισμούς αυτοπροστασίας και κρίσης απέναντι
στην κοινωνική πίεση. Η αποστασιοποίηση από τα πρώτα δώρα δεν είναι απλώς
δισταγμός· είναι συνειδητή αξιολόγηση, μια διαδικασία «ελέγχου της αξίας» που
αντικατοπτρίζει την ικανότητά της να αναγνωρίζει την πρόθεση πίσω από τις
χειρονομίες και να μην συγχέει την εξωτερική εντύπωση με την προσωπική της
εκτίμηση. Ψυχαναλυτικά, μπορούμε να πούμε ότι η Γιάο Γκουάνγκ έχει αναπτύξει
έντονο «εγώ-ιδανικό», δηλαδή μια σαφή εικόνα του ποια είναι και τι αξίζει, και
απαιτεί αυτή η εικόνα να αναγνωριστεί πριν δεσμευτεί.
Από την άλλη, ο Ντου Τσενγκ-Γουέι
αντιπροσωπεύει μια μορφή ώριμης επιθυμίας και κοινωνικής δύναμης. Η διαφορά
ηλικίας μεταξύ τους – σχεδόν δύο δεκαετίες – δεν περιορίζει την ψυχολογική του
διάσταση, αλλά προσδίδει βάθος στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνική εμπειρία και
η οικονομική ισχύς χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν την αναγνώριση. Η επίσκεψή
του προσωπικά με το έγγραφο τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομά της δεν είναι απλώς
χειρονομία πλούτου, αλλά ψυχοδυναμικά λειτουργεί ως έμπρακτη αναγνώριση του εγώ
της Γιάο Γκουάνγκ. Αυτό δείχνει κατανόηση της ψυχολογικής διάστασης της
πρότασης: η αίσθηση αξίας και η αυτοεκτίμηση της γυναίκας είναι όρος για την
αποδοχή του γάμου.
Τα δώρα, στο σύνολό τους, λειτουργούν
ψυχαναλυτικά ως μεταβιβαστικά αντικείμενα. Η μεταξωτή ύλη, τα κεραμικά και τα
κοσμήματα είναι όχι μόνο κοινωνικά σύμβολα πλούτου και κατάστασης, αλλά και
«δοχεία» για την επιθυμία του άλλου να προσφέρει κάτι που θα αναγνωρίσει την
αξία της γυναίκας. Η εξέλιξη των δώρων από απλά και συμβολικά σε σπάνια, ακριβά
και εξατομικευμένα αντικείμενα αντικατοπτρίζει την ανάγκη της Γιάο Γκουάνγκ για
μια ολοκληρωμένη αναγνώριση – όχι γενική, κοινωνικά επιβεβλημένη, αλλά
προσωπική και συγκεκριμένη.
Η ψυχοδυναμική ένταση κορυφώνεται όταν η
Γιάο Γκουάνγκ λαμβάνει το έγγραφο ιδιοκτησίας στο όνομά της. Σε αυτό το σημείο,
η ισχύς και η κοινωνική θέση του γαμπρού συνυφαίνονται με την αναγνώριση της
προσωπικής της αυτονομίας. Η στιγμή του χαμόγελου, μικρού και ελεγχόμενου,
υποδηλώνει την πλήρη ψυχολογική αποδοχή· όχι ως σύζυγος που θα εντυπωσιαστεί
από τα δώρα, αλλά ως υποκείμενη που βλέπει το εγώ της να αναγνωρίζεται από τον
άλλον. Η ψυχοδυναμική ανάγνωση εδώ αναδεικνύει ότι η συνειδητή επιλογή και η
αίσθηση αυτονομίας δεν είναι απλώς κοινωνικές αρετές, αλλά βασικές ψυχολογικές
ανάγκες που πρέπει να ικανοποιηθούν πριν προχωρήσει η σχέση.
Οι γονείς και οι αδελφές λειτουργούν ως
ψυχολογικό υπόβαθρο, εκπροσωπώντας την κοινωνική και οικογενειακή πίεση. Η
ανησυχία τους για τη στάση της Γιάο Γκουάνγκ δείχνει πώς το κοινωνικό πλαίσιο
συγκρούεται με την ψυχολογική αυτονομία. Η Γιάο Γκουάνγκ δεν επηρεάζεται από
την κοινή γνώμη ή την οικογενειακή επιθυμία· αντιθέτως, η ψυχολογική της δύναμη
επιτρέπει στην επιλογή της να καθορίσει την εξέλιξη του γάμου. Αυτό
υπογραμμίζει τη σημασία της ενσυνείδητης επιλογής και της εσωτερικής
ακεραιότητας ως καθοριστικών παραγόντων για ψυχολογική ισορροπία και
ικανοποίηση.
Συμπερασματικά, η ψυχαναλυτική ανάγνωση της
σχέσης Γιάο Γκουάνγκ – Τσενγκ-Γουέι αναδεικνύει τρεις βασικούς άξονες: την
αυτονομία και την εσωτερική δομή του εγώ της γυναίκας, την ώριμη και στρατηγική
αναγνώριση της αξίας από τον άντρα και τη λειτουργία των δώρων ως ψυχολογικά σύμβολα
μεταβίβασης και επιθυμίας. Η ιστορία δείχνει πως η προσωπική αναγνώριση και η
συνειδητή επιλογή είναι ουσιαστικότερες για την ψυχολογική ισορροπία των
χαρακτήρων από τις κοινωνικές συμβάσεις, τον πλούτο ή την εξουσία.
ο έγγαμος βίος της Γιάο
Γκουάνγκ
/
- ψυχαναλυτική προσέγγιση
Ο γάμος της Γιάο Γκουάνγκ με τον Ντου
Τσενγκ-Γουέι δεν σηματοδοτεί το τέλος της λειτουργίας της ως αντικειμένου πόθου
(object of desire), αλλά αντίθετα την πλήρη εδραίωσή της σε αυτή τη θέση. Στα
περισσότερα αφηγηματικά σχήματα, η επιθυμία κορυφώνεται πριν από την κατάκτηση
και ακολουθείται από μια σταδιακή εξοικείωση που μειώνει τη φαντασιακή αξία του
επιθυμητού αντικειμένου. Στην περίπτωση της Γιάο Γκουάνγκ συμβαίνει το
αντίθετο. Η κατάκτηση δεν απομυθοποιεί το αντικείμενο· το καθιστά ακόμη πιο
ισχυρό. Η είσοδός της στον οίκο του συζύγου της δεν οδηγεί στην ενσωμάτωσή της
στην καθημερινότητα αλλά στη μετατροπή της σε μόνιμο σύμβολο υπεροχής,
διατηρώντας την απόσταση που εξαρχής συντηρούσε την επιθυμία των άλλων.
Η ήσυχη δικαίωση που αισθάνεται μετά τον γάμο
είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Δεν βιώνει το γεγονός ως θρίαμβο ούτε ως
συναισθηματική ολοκλήρωση. Η ψυχική της επένδυση (cathexis) δεν αφορά τον ίδιο
τον γάμο, αλλά την επιβεβαίωση μιας προϋπάρχουσας εικόνας εαυτού. Ο γάμος
λειτουργεί ως εξωτερική επικύρωση ενός ναρκισσιστικού ιδεώδους (narcissistic
ideal) που είχε ήδη σχηματιστεί μέσα της. Δεν αποκτά κάτι νέο· απλώς
επιβεβαιώνει αυτό που πάντοτε θεωρούσε δεδομένο για τον εαυτό της. Η αίσθηση
πεπρωμένου που συνοδεύει τη στάση της αποκαλύπτει μια βαθιά ταύτιση με ένα
ιδεώδες μεγαλείου (grandiose self), το οποίο δεν εξαρτάται από τους άλλους αλλά
χρησιμοποιεί τους άλλους ως καθρέφτες επιβεβαίωσης.
Η ακόμη μεγαλύτερη απόσταση που τηρεί από
την πατρική οικογένεια μετά τον γάμο αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα διαδικασία
διαφοροποίησης (separation). Η Γιάο Γκουάνγκ δεν επιθυμεί να παραμείνει μέρος
των δεσμών που τη συνέδεαν με το παρελθόν της. Αντίθετα, φαίνεται να
προστατεύει συστηματικά τη μοναδικότητά της από κάθε μορφή εξοικείωσης. Οι
συχνές επιστροφές θα την επανέφεραν στον ρόλο της κόρης και της αδελφής, δηλαδή
σε ταυτότητες που περιορίζουν τη συμβολική της υπεροχή. Η σπανιότητα της
παρουσίας της λειτουργεί ως μηχανισμός διατήρησης της επιθυμίας. Όπως ένα
πολύτιμο αντικείμενο αυξάνει την αξία του μέσω της σπανιότητας, έτσι και η ίδια
διατηρεί την ιδιαίτερη θέση της μέσα από την απουσία.
Η περιγραφή της ως φωτός που φωτίζει αλλά
δεν ζεσταίνει είναι ψυχαναλυτικά εξαιρετικά σημαντική. Η εικόνα παραπέμπει σε
μια μορφή εξιδανίκευσης (idealization) που δεν συνοδεύεται από συναισθηματική
εγγύτητα. Η Γιάο Γκουάνγκ προκαλεί θαυμασμό χωρίς να προσφέρει πλήρη πρόσβαση
στον εσωτερικό της κόσμο. Παραμένει αντικείμενο προβολών (projection), πάνω στο
οποίο οι άλλοι τοποθετούν τις δικές τους επιθυμίες και φαντασιώσεις, χωρίς ποτέ
να καταφέρνουν να το γνωρίσουν ολοκληρωμένα. Αυτή η αδυναμία πλήρους πρόσβασης
είναι ακριβώς που διατηρεί τη γοητεία της.
Η σχέση της με τον Ντου Τσενγκ-Γουέι
αποκαλύπτει μια ακόμη βαθύτερη διάσταση του αντικειμένου πόθου. Για εκείνον, η
Γιάο Γκουάνγκ δεν είναι απλώς σύζυγος αλλά προέκταση της κοινωνικής και ψυχικής
του ταυτότητας. Η παρουσία της λειτουργεί ως ναρκισσιστικό αντικείμενο
(narcissistic object), μέσω του οποίου ενισχύεται η εικόνα που έχει για τον
εαυτό του. Δεν αρκείται πλέον να είναι πλούσιος ή ισχυρός. Επιθυμεί να είναι ο
άνδρας που κατέχει αυτό που οι άλλοι δεν μπορούν να αποκτήσουν. Μέσα από τη
Γιάο Γκουάνγκ επιβεβαιώνει τη δική του μοναδικότητα.
Σε αυτή τη δυναμική διακρίνεται ένας
μηχανισμός εξιδανικευτικής ταύτισης (idealizing identification). Ο Τσενγκ-Γουέι
δανείζεται στοιχεία από τη σύζυγό του και τα ενσωματώνει στην προσωπικότητά
του. Η ψυχραιμία της, η βεβαιότητα της παρουσίας της και η αδιαφορία της για
την εξωτερική επιβεβαίωση μετατρέπονται σε πρότυπα που επιθυμεί να μιμηθεί. Η
διαδικασία αυτή θυμίζει τις περιγραφές της ψυχολογίας του εαυτού (self
psychology), όπου το εξιδανικευμένο αντικείμενο δεν αγαπιέται μόνο αλλά
χρησιμοποιείται ως πηγή ψυχικής ενδυνάμωσης. Η Γιάο Γκουάνγκ γίνεται φορέας
ιδιοτήτων που ο ίδιος επιθυμεί να αποκτήσει.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η αξία
της δεν εξαντλείται στην εξωτερική ομορφιά. Αντιθέτως, η αφήγηση υπογραμμίζει
συνεχώς την απόσταση, τη σιωπή και την αυτοκυριαρχία της. Αυτά τα
χαρακτηριστικά συγκροτούν την πραγματική της γοητεία. Η επιθυμία που προκαλεί
δεν είναι πρωτίστως ερωτική αλλά συμβολική (symbolic desire). Οι άλλοι δεν
επιθυμούν απλώς το σώμα της· επιθυμούν να συμμετάσχουν στο κύρος που
αντιπροσωπεύει. Η ίδια λειτουργεί ως σημαίνον ανωτερότητας (signifier of
superiority), και όσοι συνδέονται μαζί της αποκτούν μέρος της συμβολικής αξίας
που φέρει.
Η γέννηση των παιδιών δεν μεταβάλλει
ουσιαστικά αυτή τη θέση. Αντί να την εντάξει σε έναν πιο συνηθισμένο μητρικό
ρόλο, η αφήγηση παρουσιάζει τα παιδιά ως φορείς της ιδιαίτερης κληρονομιάς της.
Ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι εμφανίζονται ως προεκτάσεις μιας συμβολικής
γενεαλογίας που πηγάζει από τη μητέρα τους. Ακόμη και όταν η κόρη δεν διαθέτει
την ίδια ομορφιά, κληρονομεί μια μορφή χάρης που παραπέμπει στη μητρική
παρουσία. Έτσι, η Γιάο Γκουάνγκ δεν λειτουργεί μόνο ως αντικείμενο πόθου για
τους συγχρόνους της αλλά και ως ιδρυτική μορφή μιας οικογενειακής μυθολογίας.
Συνολικά, ο έγγαμος βίος δεν αποδομεί τη
θέση της Γιάο Γκουάνγκ ως αντικειμένου πόθου αλλά τη μετασχηματίζει σε σταθερό
συμβολικό κέντρο γύρω από το οποίο οργανώνονται οι ταυτότητες των άλλων. Ο
σύζυγος, οι γονείς, οι αδελφές και αργότερα τα παιδιά της ορίζουν μέρος της
δικής τους αξίας μέσα από τη σχέση τους μαζί της. Η ίδια παραμένει ψυχικά
απρόσιτη, όχι επειδή απορρίπτει τους άλλους, αλλά επειδή η δύναμή της
προέρχεται ακριβώς από τη διατήρηση μιας απόστασης που δεν επιτρέπει ποτέ την
πλήρη κατοχή της. Με αυτόν τον τρόπο εξακολουθεί να ενσαρκώνει το λακανικό
αντικείμενο α (objet petit a): το αντικείμενο που φαίνεται να έχει κατακτηθεί,
αλλά διατηρεί πάντοτε ένα υπόλειμμα απροσπέλαστου μυστηρίου, εξασφαλίζοντας ότι
η επιθυμία γύρω του δεν θα πάψει ποτέ να αναπαράγεται.
η τεκνοποίηση:
βρίσκεται στο κεφάλαιο
του Μέρους Ι «ο έγγαμος βίος»
Ο Γκούο Ρεν γεννιέται στα 1621. Η Ρουό Σι,
τρία χρόνια αργότερα στα 1624. (Αργότερα θα πληροφορηθούμε πως δεν ήταν
βιολογικά παιδιά του Τσενγκ-Γουέι. Ήταν υιοθετημένα εν αγνοία του, καθώς η Γιάο
Γκουάνγκ δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά).
το απόσπασμα:
Απέκτησαν δύο παιδιά. Πρώτα τον Ντου Γκούο Ρεν, και τρία χρόνια αργότερα
τη μικρή Ρουό-Σι. Και οι δύο ξεχώριζαν, όχι μόνο για το όνομα ή την καταγωγή
τους, αλλά και για το ανάστημά τους. Ο Γκούο Ρεν ψήλωνε πιο γρήγορα από τους
συνομηλίκους του, με σώμα που υποσχόταν δύναμη και αντοχή. Η Ρουό-Σι, αν και
δεν είχε την αψεγάδιαστη ομορφιά της μητέρας της, κουβαλούσε κάτι άλλο, μια
χάρη στο βάδισμα, μια ήρεμη λάμψη, σαν το πρώτο φως της αυγής που απλώνεται
χωρίς θόρυβο και όμως δεν περνά απαρατήρητο.
η σχέση του Τσενγκ-Γουέι με την παλλακίδα Χε Τζι στα 1627
(εκείνος τότε 45, εκείνη 18)
Το απόσπασμα περιέχεται στο Μέρος Γ στο
κεφάλαιο «οι αγρότισσες με τα περιδέραια» μιλά η Χε Τζι στη Σου-Σι, δηλαδή στη
Ρουό-Σι.
Το κείμενο:
«Μια κοπέλα τόσο ωραία δεν τη χαραμίζει κανείς για υπηρέτρια…» συνέχισε
η γυναίκα, με ένα αχνό χαμόγελο που έμοιαζε περισσότερο με γνώση παρά με
καλοσύνη.
Η Σου-Σι χαμογέλασε αμήχανα, χωρίς να καταλαβαίνει.
«Πρόλαβε;… ή σε άφησε για τον γιο του;»
Η ερώτηση έπεσε βαριά ανάμεσά τους.
«Ποιος να πρόλαβε;» ρώτησε διστακτικά η Σου-Σι.
«Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι.»
Η Σου-Σι κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν τον γνώρισα… Με πήραν στο
σπίτι τους όταν είχε ήδη πεθάνει.»
Η γυναίκα την κοίταξε για λίγο σιωπηλή, σαν να ζύγιζε κάτι. «Τότε θα σε
προορίζουν για τον γιο του… τον Γκούο Ρεν.»
Η Σου-Σι ένιωσε ένα ανεπαίσθητο ρίγος.
«Έτσι κάνουν αυτοί», συνέχισε η αγρότισσα. «Όταν τους αρέσει ένα κορίτσι
από τα κτήματα, το πλησιάζουν… και το κάνουν δικό τους. Χωρίς πολλά λόγια. Το
καταλαβαίνεις μετά… από τα δώρα.»
«Τι δώρα;» ρώτησε η Σου-Σι, σχεδόν ψιθυριστά.
Η γυναίκα έγνεψε προς το βάθος των χωραφιών. «Τις βλέπεις εκείνες;»
Η Σου-Σι κοίταξε. «Την κοκκινομάλλα και τη μελαχρινή; Και… ναι, πίσω
τους άλλη μία… μικρούλα.»
«Δεν είναι τόσο μικρή όσο φαίνεται», είπε η γυναίκα. « Πρόσεξέ τες καλύτερα.»
Η Σου-Σι έστρεψε το βλέμμα της πιο προσεκτικά αυτή τη φορά.
«Δεν βλέπεις κάτι παράξενο;»
«Όχι…»
Η γυναίκα χαμογέλασε πικρά. «Κοπέλες του αγρού… και φορούν τέτοια
κοσμήματα; Και δεν τα βγάζουν ούτε όταν δουλεύουν;»
Η Σου-Σι συνοφρυώθηκε. Πράγματι… κάτι δεν ταίριαζε.
«Κοίτα της πώς στέκονται», συνέχισε η γυναίκα. «Σαν να είναι…
αρχόντισσες.»
Η Σου-Σι παρατήρησε ξανά. Οι τρεις κοπέλες δεν είχαν το σκυμμένο κεφάλι
των υπόλοιπων. Οι κινήσεις τους ήταν ήρεμες, σχεδόν αργές, σαν να μην υπάκουαν
στον ίδιο ρυθμό. Υπήρχε μια παράξενη περηφάνια στον τρόπο που κρατούσαν το σώμα
τους.
«Ήταν του άρχοντα», απάντησε η γυναίκα. «Όταν ερχόταν εδώ… διάλεγε. Μία
κάθε φορά. Για τα βράδια του.»
Η Σου-Σι ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Την επόμενη μέρα αυτές δεν δούλευαν. Τις ήθελε να είναι ξεκούραστες. Και
όταν έφευγε… κανείς δεν τις πλησίαζε. Ούτε ο Λι Σαν δεν τους μιλούσε.»
«Είσαι σίγουρη;»
Η γυναίκα γύρισε και κοίταξε την Σου-Σι ευθεία στα μάτια. «Ήμουν κάποτε μία
από αυτές.»
Η σιωπή που ακολούθησε έμοιαζε να ανοίγει τον δρόμο για την εξομολόγησή
της. Χωρίς να της ζητήσει κανείς τίποτε, ήθελε να ξεφορτωθεί από πάνω της όσα
κουβαλούσε τόσα χρόνια· λες και, μοιράζοντας κανείς τις ενοχές του ή τα βάσανά
του, ελαφραίνει για λίγο, μόνο για λίγο, πριν το φορτίο γυρίσει πάλι εκεί που
ανήκει.
«Με διάλεξε», συνέχισε ήρεμα. «Με πήγαν νύχτα μπροστά του. ‘Ημουν δεν
ήμουν δεκαοκτώ ετών. Δεν μου είπε πολλά. Το βλέμμα του με περιεργάστηκε. Σαν να
διαπερνούσε τα ρούχα μου, σαν να μετρούσε την αναπνοή μου. Δεν με άγγιξε
αμέσως. Την επόμενη μέρα, καθώς δούλευα, ήρθε ο τότε επιστάτης, ο Γουάνγκ Λιου,
και μου είπε να αφήσω τη δουλειά, να ρίξω λίγο νερό πάνω μου και να πάω στο
πέτρινο σπίτι.
Μπήκα διστακτικά. Ο άρχοντας Ντου με περίμενε. “Δεν είναι σωστό τα
όμορφα κορίτσια να εργάζονται στη γη. Η φύση δεν τις γέννησε για αγρότισσες. Αν
το θελήσουν, μπορούν να υπηρετήσουν αυτούς που τις ξεχώρισαν. Αυτούς που
αναγνωρίζουν την ομορφιά τους. Όταν βγεις από εδώ έχεις δύο δρόμους. Να
ξαναγυρίσεις στα χωράφια ή να σε συνοδεύσει ο Γουάνγκ Λιου μέχρι το μικρό κτήμα.
Εκεί υπάρχει μια πέτρινη καλύβα. Εκεί θα με περιμένεις να έρχομαι τα
βράδια. Κανείς δεν πρέπει να μάθει τίποτα. Κατάλαβες;”
Εγώ έσκυψα το κεφάλι. Βγαίνοντας είχα να διαλέξω τη σκληρή δουλειά στα
χωράφια ή να γίνω ευνοούμενη του άρχοντα. Διάλεξα το δεύτερο. Ο Γουάνγκ Λιου με
ρώτησε: “Πού πάμε;” Και εγώ του απάντησα: “Στην πέτρινη καλύβα.”
Μετά από τέσσερις ώρες δρόμο φτάσαμε σε ένα απόμερο σημείο, στον δρόμο
που έρχεσαι για το Νανγκού. Δεν φαίνεται αμέσως. Δεν το βρίσκεις άμα δεν το
ξέρεις. Ξεφόρτωσε από το κάρο σκεπάσματα, στρωσίδια, αντικείμενα, τα έβαλε μέσα
στην πέτρινη καλύβα και μου είπε: “Ο άρχοντας θα έρχεται τα βράδια. Θα τον
περιμένεις εδώ. Νερό έχει ακριβώς πίσω.”
Σταμάτησε για λίγο, σαν να άκουγε κάτι που ερχόταν από πολύ μακριά.
«Την πρώτη νύχτα…» είπε πιο χαμηλά. «Θυμάμαι τον ήχο του αέρα έξω. Η
καλύβα μύριζε πέτρα και υγρασία. Είχα ανάψει μια μικρή φωτιά, μα τα χέρια μου
έτρεμαν τόσο που δυσκολευόμουν να τη κρατήσω ζωντανή. Όταν άνοιξε η πόρτα, δεν
γύρισα αμέσως. Άκουσα μόνο τα βήματά του πίσω μου. Ήρεμα. Σίγουρα. Στάθηκε
κοντά μου για ώρα χωρίς να μιλά. Ένιωθα την παρουσία του πριν ακόμη με αγγίξει.
Όταν το έκανε…» σταμάτησε για μια στιγμή, «…δεν ήταν όπως φοβόμουν. Ήταν σαν να
είχε ήδη αποφασίσει για μένα πριν εγώ προλάβω να σκεφτώ οτιδήποτε. Κι εγώ…
απλώς ακολούθησα.»
Η φωνή της έσβησε για λίγο, πριν συνεχίσει.
«Το πρωί ξύπνησα πριν από εκείνον. Το φως έμπαινε από μια χαραμάδα και
για μια στιγμή νόμιζα πως όλα ήταν όνειρο. Μετά τον είδα… και κατάλαβα πως
τίποτα δεν θα ήταν ξανά όπως πριν.»
Την κοίταξε για μια στιγμή ακόμη κι ύστερα μίλησε ξανά: «Μετά την πρώτη
νύχτα δεν έφυγε αμέσως για το Νανγκού. Έμεινε. Κάθισε μαζί μου στην πέτρινη
καλύβα — αυτός, ένας άρχοντας, κι εγώ μια απλή αγρότισσα. “Από σήμερα δεν είσαι
πια αγρότισσα. Είσαι η ‘ευνοούμενή’ μου”, είπε, και ήρθε πάλι κοντά μου. Και
εκείνη τη μέρα… πήρε περισσότερα από μένα απ’ όσα νόμιζα πως μπορούσα να δώσω.»
Η Σου-Σι την κοίταζε κάπως αμήχανα, χωρίς να έχει αποφασίσει αν θα
έπρεπε να την αντιμετωπίσει με οίκτο ή με κάποια επιφύλαξη. Η γυναίκα το
κατάλαβε. Για μια στιγμή τα δάχτυλά της σταμάτησαν, σαν να κόπηκε ο ρυθμός της
δουλειάς μαζί με την αναπνοή της. Ύστερα γύρισε ελάχιστα προς τη Σου-Σι, όχι
ολόκληρη, μόνο τον κορμό της, σαν να μην τολμούσε να στραφεί πλήρως προς το
μέρος της, σα να απέφευγε να την δει κατάματα. Συνέχισε να δουλεύει, αλλά πιο
αργά. Τα μάτια της έμειναν χαμηλά, καρφωμένα στο χώμα.
«Θα σου ακούγονται παράξενα…» είπε, και η φωνή της είχε μια μικρή,
σχεδόν ανεπαίσθητη τραχύτητα, σαν να είχε περάσει από πολλά που την είχαν
γδάρει πριν φτάσει ως εκεί.
Η Σου-Σι δεν απάντησε. Ένιωσε το κεφάλι της να γέρνει μόνο του σε μια
συγκατάβαση που δεν ήξερε αν ήταν συμπόνια ή αμηχανία.
«Με λένε Χε Τζι», επανέλαβε πιο καθαρά τώρα η γυναίκα των αγρών. Ίσως
μετά από την εξομολόγηση της ιστορίας της να ήθελε να επανασυστηθεί. Τα δάχτυλά
της έσφιξαν για μια στιγμή τη λαβή του εργαλείου, πιο δυνατά απ’ όσο
χρειαζόταν, σαν να κρατιόταν από αυτό για να μη χαθεί αλλού. «Κι εγώ είχα έρθει
σαν κι εσένα από μακριά… από το Μπαϊσούι, στο Ντονγκσάν. Τρεις μέρες δρόμο. Είχαμε
αναγκαστεί τότε εγώ και η μητέρα μου να φύγουμε από το Μπαϊσούι. Ο πατέρας μου
είχε πεθάνει. Η πρώτη του γυναίκα είχε ήδη φύγει από τη ζωή χρόνια πριν, και
μετά τον θάνατό της είχε παντρευτεί τη μητέρα μου. Όμως τα παιδιά της πρώτης
του οικογένειας και οι συγγενείς της διεκδικούσαν τη γη και τα δικαιώματα, σαν
να μην υπήρχε πια θέση για εμάς εκεί. Πήραμε τον δρόμο για το Νανγκού. Κάποιος
μακρινός συγγενής μας είχε πει πως υπήρχαν δουλειές εκεί.»
Για μια στιγμή σώπασε. Το βλέμμα της έμεινε χαμηλά και το χέρι της
συνέχισε τη δουλειά μηχανικά, πιο αργά τώρα, σαν η μνήμη να της βάραινε την
κίνηση. Η Σου-Σι δεν μιλούσε· την άκουγε σιωπηλή, και μέσα στην αμηχανία της
ένιωσε να γεννιέται μια απρόσμενη συμπάθεια για τη γυναίκα που της μιλούσε.
Η Χε Τζι πήρε μια μικρή ανάσα και συνέχισε, πιο χαμηλόφωνα τώρα, σαν να
μην μιλούσε πια μόνο στη Σου-Σι αλλά και στον εαυτό της:
«Και όμως… μια απλή κοπέλα σαν κι εμένα γοητεύεται εύκολα. Κολακεύεται
όταν ένας άρχοντας της μιλά με ήρεμη φωνή, σχεδόν τρυφερά, όταν της δίνει
υποσχέσεις που δεν ξέρει αν θα κρατηθούν ποτέ. Κάπως σε ζαλίζει όλο αυτό, να
νιώθεις πως σε διάλεξαν, πως ξεχώρισες από όλες τις άλλες. Ακόμη και το ότι
μπορούσα να του μιλώ στον ενικό… σαν ίση προς ίσο, έστω μόνο μέσα σε εκείνους
τους κρυμμένους τοίχους… με έκανε να ξεχνώ ποια ήμουν.»
Χαμήλωσε λίγο τη φωνή της και συνέχισε: «Όταν τον έβλεπα μετά, ήσυχο, γεμάτο, σαν να
είχε αφήσει πάνω μου όλο του το βάρος και να είχε αδειάσει, ένιωθα πως… είχα
κάνει κάτι σωστά. Πως τον είχα ευχαριστήσει. Πως του είχα δώσει αυτό που
ζητούσε. Κι αυτό… όσο κι αν δεν τολμούσα να το πω τότε, μου έδινε μια παράξενη
ικανοποίηση.»
Σταμάτησε για λίγο.
«Μα έξω από εκεί… όλα επέστρεφαν στη θέση τους. Όταν υπήρχαν άλλοι γύρω
μας, δεν τολμούσα ούτε να σηκώσω το βλέμμα μου. Εκείνος γινόταν πάλι ο άρχοντας
κι εγώ κάτι που ούτε καν φαινόταν. Η απόσταση ανάμεσά μας φούσκωνε ξανά, σαν να
μην είχε μικρύνει ποτέ.»
Η Σου-Σι την κοιτούσε χωρίς να μιλά. Ο άρχοντας που της περιέγραφε η
άγνωστη αυτή γυναίκα, που δούλευε τώρα δίπλα της στα χωράφια, ήταν ο πατέρας
της.
«Έμεινα έτσι… δύο χρόνια. Την πρώτη χρονιά ήρθε πέντε φορές. Τα
περισσότερα ταξίδια που είχε κάνει μέχρι τότε. Τη δεύτερη χρονιά ήρθε τέσσερις,
μα το τελευταίο κράτησε λίγες μέρες παραπάνω, σαν να μην ήθελε να φύγει
γρήγορα. Όταν ερχόταν ο Τσενγκ-Γουέι στο Νανγκού, εξαφανιζόμουν στην πέτρινη
καλύβα στο απόμερο κτήμα. Μόλις έφευγε, ξαναγύριζα στα χωράφια. Ο επιστάτης με
έβαζε πάντα σε πιο εύκολες δουλειές και, όταν οι μέρες είχαν φόρτο, με καλούσε
στο πέτρινο σπίτι, δήθεν πως με χρειάζονταν εκεί. Δεν έπρεπε να κουράζομαι. Αυτή
ήταν η εντολή του άρχοντα.
Πέρασα καλά… δεν μπορώ να πω ψέματα. Ήταν σαν να ζούσα δυο ζωές μαζί, τη
μία μέσα στον ήλιο και τη σκόνη, και την άλλη κρυμμένη, ήσυχη, όπου όλα
έμοιαζαν πιο μαλακά, πιο εύκολα. Σαν να βρίσκεις για λίγο σκιά και δροσιά
ύστερα από πολλές ώρες στον καύσωνα… και να ξεχνάς πόσο σε έκαιγε πριν.
Μετά βρήκε άλλη. Έτσι γίνεται πάντα. Πριν με αφήσει, μου χάρισε ένα
κόκκινο περιδέραιο, σαν κι αυτά που φορούν εκείνες που βλέπεις.»
Σήκωσε το βλέμμα της προς τη Σου-Σι, σαν να προσπαθούσε να διακρίνει
κάτι πίσω από τα μάτια της.»
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση της σχέσης του Τσενγκ-Γουέι με την Χε Τζι
Η σχέση του Τσενγκ-Γουέι με τη Χε Τζι, όπως
αναδύεται μέσα από την αφήγησή της, μπορεί να ιδωθεί ψυχαναλυτικά ως μια σχέση
ασύμμετρης επιθυμίας, όπου η εξουσία και η ερωτική έλξη δεν λειτουργούν ως δύο
ξεχωριστά πεδία, αλλά ως ενιαίο σύστημα συγκρότησης του αντικειμένου. Ο
Τσενγκ-Γουέι, ως ώριμος γαιοκτήμονας, δεν προσεγγίζει τη Χε Τζι απλώς ως
σεξουαλικό αντικείμενο, αλλά ως φορέα μιας ναρκισσιστικής επιβεβαίωσης
(narcissistic affirmation): η επιλογή του παράγει την αξία της.
Από τη σκοπιά της ψυχαναλυτικής θεωρίας της
σχέσης αντικειμένου (object relations theory), η Χε Τζι δεν τοποθετείται στη
θέση ενός αυτόνομου υποκειμένου μέσα στη σχέση, αλλά στη θέση ενός “επιλεγμένου
αντικειμένου” που αποκτά νόημα μέσα από το βλέμμα και τη βούληση του κυρίαρχου
Άλλου. Η ίδια το εσωτερικεύει αυτό, καθώς περιγράφει την εμπειρία της επιλογής
ως μετάβαση από την αορατότητα στην ύπαρξη. Έτσι, η σχέση δεν θεμελιώνεται στην
αμοιβαιότητα, αλλά στην αναγνώριση (recognition) ως μορφή ύπαρξης.
Ο Τσενγκ-Γουέι λειτουργεί εδώ ως μορφή
πατρικής-φαλλικής εξουσίας (phallic authority), όπου η επιθυμία του δεν
εκδηλώνεται μόνο ως προσωπική ανάγκη, αλλά ως δύναμη που οργανώνει τον χώρο
γύρω του: ποια εργάζεται, ποια ξεχωρίζει, ποια αποσύρεται, ποια γίνεται
“ευνοούμενη”. Η σεξουαλική πράξη δεν είναι αποκομμένη από αυτή τη δομή, αλλά
αποτελεί την κορύφωση μιας διαδικασίας επιλογής και ένταξης στο σύστημα του
οίκου.
Η Χε Τζι, ωστόσο, δεν παρουσιάζεται ως
παθητικό θύμα. Η αφήγησή της δείχνει μια σύνθετη ψυχική θέση, όπου η υποταγή
συνυπάρχει με μια μορφή ενεργητικής επένδυσης στην ίδια την εμπειρία της
επιλεγμένης γυναίκας. Αυτό μπορεί να αναγνωσθεί ως ερωτική ταύτιση με την
επιθυμία του Άλλου (identification with the desire of the Other): η αξία της
δεν προκύπτει από αυτό που είναι, αλλά από το ότι γίνεται αντικείμενο
επιθυμίας.
Η σχέση τους οργανώνεται επίσης γύρω από μια
δυναμική εναλλαγής παρουσίας και απουσίας. Ο Τσενγκ-Γουέι δεν παραμένει μόνιμα·
έρχεται, φεύγει, επιστρέφει. Αυτή η περιοδικότητα ενισχύει τη λιβιδινική
επένδυση (libidinal investment) μέσω της έλλειψης. Η επιθυμία δεν σταθεροποιείται,
αλλά ανανεώνεται μέσα από την απόσταση. Η Χε Τζι δεν κατέχει τον Τσενγκ-Γουέι·
κατέχεται περιοδικά από την παρουσία του, κάτι που παράγει ένταση αλλά όχι
σταθερό δεσμό.
Σημαντικό είναι ότι ο Τσενγκ-Γουέι φαίνεται
να διατηρεί έναν διπλό τρόπο σχέσης: από τη μία πλευρά είναι ο “άρχοντας” μέσα
στο κοινωνικό πλαίσιο, από την άλλη ένας άνδρας που επιτρέπει στον εαυτό του
μια μορφή ιδιωτικής απογύμνωσης στο απόμερο κτήμα. Αυτή η διάσπαση (splitting
of roles) υποδηλώνει ότι η επιθυμία του λειτουργεί σε δύο επίπεδα: το δημόσιο
επίπεδο της τάξης και το ιδιωτικό επίπεδο της απόλαυσης (jouissance).
Η Χε Τζι, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται
το σημείο όπου αυτά τα δύο επίπεδα συναντώνται. Είναι ταυτόχρονα κοινωνικά
υποδεέστερη και ψυχικά υπερ-επενδεδυμένη (over-invested libidinal object). Η
αξία της δεν έγκειται στην κοινωνική της θέση, αλλά στην ικανότητά της να
συγκρατεί την επιθυμία του άρχοντα χωρίς να την απειλεί άμεσα.
Η Χε Τζι δεν λειτουργεί μόνο ως ερωτικό
αντικείμενο (love object), αλλά ως φορέας ναρκισσιστικής επιβεβαίωσης
(narcissistic validation). Η ίδια το περιγράφει σχεδόν ρητά: η εμπειρία της
επιλογής, το ότι “ξεχώρισε”, ότι “την διάλεξε ο άρχοντας”, παράγει μια αίσθηση
αξίας που προηγείται της ίδιας της σεξουαλικής σχέσης. Η επιθυμία εδώ δεν
ξεκινά από το υποκείμενο, αλλά εγκαθίσταται μέσα του από το βλέμμα του ισχυρού
άλλου. Αυτό είναι κλασική μορφή εσωτερίκευσης της εξουσίας (internalization of
authority as desire).
Από ψυχαναλυτική άποψη, η σχέση τους φέρει
επίσης στοιχεία φαντασιακής ολοκλήρωσης (fantasmatic completion). Η Χε Τζι
φαίνεται να λειτουργεί ως χώρος όπου ο Τσενγκ-Γουέι μπορεί να βιώσει μια μορφή
άμεσης, μη διαμεσολαβημένης απόλαυσης, απαλλαγμένης από τους κοινωνικούς
περιορισμούς της κύριας συζυγικής του ζωής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ισότητα·
σημαίνει ότι η σχέση οργανώνεται γύρω από την ανάγκη του ενός να αποσυμπιέσει
την εξουσία του χωρίς να την εγκαταλείψει.
Τελικά, η σχέση Τσενγκ-Γουέι και Χε Τζι δεν
είναι απλώς ερωτική ή εξουσιαστική, αλλά μια δομή μέσα στην οποία η επιθυμία, η
κοινωνική ιεραρχία και η ανάγκη για αναγνώριση συμπλέκονται. Ο Τσενγκ-Γουέι δεν
“έχει” απλώς τη Χε Τζι· μέσα από αυτήν επιβεβαιώνει και ανανεώνει τη θέση του
ως εκείνου που επιλέγει. Και η Χε Τζι δεν “υφίσταται” απλώς τη σχέση· συγκροτεί
την ίδια της την ταυτότητα μέσα από το γεγονός ότι έγινε το επιλεγμένο
αντικείμενο μιας εξουσίας που την αναγνωρίζει.
Η διπλή σχέση του Τσενγκ-Γουέι με τη Χε Τζι
και τη Φενγκίν την ίδια χρονιά ενισχύει αυτή τη δομή πολλαπλασιασμού του
αντικειμένου. Από ψυχαναλυτική άποψη, αυτό δεν αφορά απλώς “πολυγαμία”, αλλά
μια επαναληπτική δομή διαφοροποίησης του αντικειμένου της επιθυμίας ώστε να
διατηρείται ανέπαφη η ναρκισσιστική συνοχή του υποκειμένου. Το αντικείμενο δεν
κατέχει αυτονομία· είναι εναλλάξιμο, επανατοποθετήσιμο, ενταγμένο σε ένα
σύστημα απόλαυσης που οργανώνεται γύρω από τον έλεγχο της διαθεσιμότητας.
Η Χε Τζι, ωστόσο, δεν παρουσιάζεται μόνο ως
παθητικό αντικείμενο. Η αφήγησή της αποκαλύπτει μια λεπτή μορφή ενεργητικής
συμμετοχής: η ίδια αναγνωρίζει την κολακεία, την “ζάλη” της επιλογής, ακόμη και
μια μορφή ικανοποίησης από την ικανοποίηση του άλλου. Αυτό μπορεί να ιδωθεί ως
μορφή εσωτερικευμένης απόλαυσης της ετεροκαθορισμένης επιθυμίας (pleasure in
being desired by the other), όπου το υποκείμενο αντλεί ταυτότητα όχι από αυτό
που επιθυμεί, αλλά από το ότι επιθυμείται.
Η κοινωνική ασυμμετρία μεταξύ Τσενγκ-Γουέι
και Χε Τζι δημιουργεί ένα ιδιαίτερο ψυχικό πεδίο: η σχέση δεν βιώνεται ως
“ισότιμη ανταλλαγή”, αλλά ως μετάβαση από την αορατότητα στην ορατότητα. Η
φράση της ότι “πριν ήμουν κάτι που ούτε φαινόταν” δείχνει μια δομή όπου η
ύπαρξη ταυτίζεται με την αναγνώριση από τον κυρίαρχο Άλλο (recognition by the
Other). Αυτό συνδέεται με θεωρητικές προσεγγίσεις της επιθυμίας ως επιθυμίας
του Άλλου (desire of the Other), όπου το υποκείμενο δεν επιθυμεί απλώς, αλλά
επιθυμεί να είναι επιθυμητό.
Σημαντικό στοιχείο είναι και η χρονικότητα
της σχέσης: δύο χρόνια έντασης και επαναλαμβανόμενων επισκέψεων, με ενδιάμεσες
απουσίες και επιστροφές. Αυτή η περιοδικότητα παράγει ένα σχήμα
προσκόλλησης-απόσυρσης (attachment–withdrawal pattern), το οποίο ενισχύει την
εξάρτηση χωρίς να τη σταθεροποιεί. Η επιθυμία διατηρείται μέσω της απουσίας,
όχι της πληρότητας. Έτσι, η Χε Τζι βιώνει μια διπλή ζωή: μια ζωή “κάτω από τον
ήλιο” και μια ζωή “στη σκιά”, που αντιστοιχεί σε μια σχάση του Εγώ (ego
splitting) ανάμεσα σε κοινωνικό και ερωτικό εαυτό.
Τελικά, η σχέση Τσενγκ-Γουέι–Χε Τζι, όπως την
αναδιηγείται η Χε Τζι μέσα από τη μνήμη της, δεν αφορά μόνο ένα ερωτικό
επεισόδιο, αλλά τη συγκρότηση ενός τοπίου επιθυμίας όπου η εξουσία, η
αναγνώριση και η σεξουαλικότητα είναι αδιαχώριστες. Παρακολουθεί τη
χαρτογράφηση του τρόπου με τον οποίο η επιθυμία οργανώνεται μέσα σε ένα σύστημα
ιεραρχίας και επανάληψης.
οι συνέπειες της σχέσης
στη μεταγενέστερη σχέση του Γκούο Ρεν, γιου, με την Χε Τζι, (τέως παλλακίδα του
πατέρα του)
Από ψυχαναλυτική οπτική, η σχέση του Γκούο
Ρεν με τη Χε Τζι δεν οργανώνεται απλώς ως ερωτική ή εξουσιαστική σχέση, αλλά ως
μια πρώιμη εμπειρία ταύτισης με το πατρικό μοντέλο επιθυμίας και κυριαρχίας. Ο
Γκούο Ρεν, ως γιος του Τσενγκ-Γουέι, δεν κληρονομεί μόνο περιουσία και
κοινωνική θέση, αλλά και ένα συγκεκριμένο σενάριο απόλαυσης: η επιθυμία δεν
εμφανίζεται ως ισότιμη συνάντηση, αλλά ως επιλογή ενός ισχυρού υποκειμένου που
“αναγνωρίζει” και άρα “δημιουργεί” το αντικείμενο.
Ο Γκούο Ρεν, ως νεαρός άνδρας που
βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία διαμόρφωσης της ταυτότητάς του, εισάγεται έμμεσα
σε αυτό το μοντέλο μέσω της αφήγησης. Η Χε Τζι δεν μιλά απλώς για τον
Τσενγκ-Γουέι· μιλά για έναν τρόπο να “γίνεσαι άνδρας” μέσα από την επιλογή και
την κατοχή. Έτσι, η πατρική φιγούρα δεν εμφανίζεται μόνο ως αντικείμενο
οιδιπόδειου ανταγωνισμού (Oedipal rivalry), αλλά και ως πρότυπο επιθυμητικής
λειτουργίας: ο άνδρας είναι εκείνος που επιλέγει, αποσύρει, αντικαθιστά.
Από την πλευρά του Γκούο Ρεν, αυτή η
ιστορία λειτουργεί ως έμμεση μετάδοση ενός πατρικού φαντασιακού: ο πατέρας ως
αυτός που επιλέγει, αποσύρεται και τον αντικαθιστά ο γιος, ως κληρονόμος της
επιθυμίας και της απόλαυσης.
η σχέση του Τσενγκ-Γουέι
με την «επισκέπτρια» Φενγκίν (1627, εκείνος τότε 45, εκείνη 20 ετών)
το κείμενο προέρχεται
από το κεφάλαιο «το λουτρό της
κάθαρσης» και είναι αφήγηση της Γου Σία
προς τον Γκούο Ρεν
— Αν θυμάμαι καλά, είχε συμβεί πριν
περίπου δεκαέξι χρόνια. Είχε έρθει τότε ένας υψηλά ιστάμενος επόπτης, ο Ουγιάνγκ
Σου, με τη γυναίκα του, τη Ουγιάνγκ Γιουέν, και την κόρη τους, την Ουγιάνγκ Φενγκίν.
Η κόρη είχε δείξει ενδιαφέρον για τον Τσενγκ-Γουέι.
Η νεαρή Φενγκίν δεν περιοριζόταν σε αθώα βλέμματα. Κοίταζε τον
Τσενγκ-Γουέι στα μάτια με μια ανεπαίσθητη γοητεία, κλίνοντας το κεφάλι της πότε
δεξιά πότε αριστερά, αφήνοντας τα μακριά μαύρα μαλλιά να πέφτουν πάνω στους
ώμους της με μια κίνηση που υπονοούσε παιχνίδι και προσοχή. Στα χείλη της
υπήρχε πάντα ένα σχεδόν αόρατο χαμόγελο, ένα μικρό τράνταγμα της φωνής όταν
μιλούσε κοντά του, σαν να τον προκαλούσε ήσυχα. Οι ώμοι της λικνίζονταν με μια
φυσικότητα που μαγνήτιζε, και οι κινήσεις των χεριών της ήταν αργές, σαν να
ήθελε να τον αγγίξει αλλά να κρατήσει την υπόσχεση μυστηρίου.
Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι τους φιλοξένησε πλουσιοπάροχα. Τραπέζια,
μουσικές, φωτεινά κεριά. Σε αυτά πάντα ήμουν η πρώτη που καλούσε. Με ρωτούσε τι
εδέσματα να προσφέρουμε, τη διακόσμηση. Συνήθως έπαιζε μουσική και ο Ζανγκ Κιν.
Για να ανταποδώσουν τη φιλοξενία τον κάλεσαν στο σπίτι τους, στην πόλη
Τσινγκσέν, κοντά στο Νανγκού. Ήταν δυο μέρες δρόμο. Είχαμε πάει με άμαξες. Είχε
πάρει μαζί και μένα και τον Ζανγκ Κιν, ήμασταν η μόνιμη συντροφιά του.
Το βράδυ, μετά από ένα πλούσιο δείπνο, η κόρη του επόπτη, η Φενγκίν,
είχε ρίξει στο κρασί του Τσενγκ-Γουέι μερικές σταγόνες από το «δάκρυ του
ονείρου», μόνο σε εκείνον. Κανείς δεν κατάλαβε τίποτε. Τον συνάντησε μυστικά
στον ξενώνα, και την άλλη μέρα ήταν άλλος άνθρωπος. Δεν μπορούσε να
συγκεντρωθεί· την σκεφτόταν συνεχώς, σαν να είχε καρφωθεί το μυαλό του σε
εκείνη.
— Η Φενγκίν και η μητέρα της, η Γιουέν, ξαναήρθαν στο Νανγκού, συνεχίζει, χωρίς τον Ουγιάνγκ
Σου, που έπρεπε να επιθεωρήσει άλλη περιοχή. Έμειναν μέρες. Δεν ήθελαν να
φύγουν. Κάθε βράδυ η Φενγκίν συναντιόταν με τον Τσενγκ-Γουέι. Κάθε άδεια
αποθήκη είχε γίνει ο τόπος των συναντήσεών τους. Έφυγαν και οι δύο ευχαριστημένες,
μάνα και κόρη. Ο Τσενγκ-Γουέι ήταν πάντα γενναιόδωρος· ήταν οι μόνες που τους
χάρισε περιδέραια χωρίς να ανήκουν στο προσωπικό του Νανγκού. Θυμάμαι πως
είχαμε πάει μαζί στον χρυσοχόο της Τσινγκσέν. Ξόδεψε πολλά τότε. Αυτές είχαν
σκοπό να ξανάρχονται τακτικά, όποτε ο Ουγιάνγκ Σου ταξίδευε για τις
επιθεωρήσεις του. Ήταν και η γαλαντομία του Τσενγκ-Γουέι που κολάκευε τη μάνα
και την κόρη. Αν δεν έφευγε ο Τσενγκ-Γουέι για να επιστρέψει στο Λο Τζιανγκ θα
τις είχαμε μόνιμα εκεί. Ίσως αυτό τον έσωσε. Είχε κτήματα και αλλού και έπρεπε
να τα επιθεωρεί. Τελικά την πάντρεψαν με έναν καλό νέο σεβαστής οικογένειας.
Έτσι γλύτωσε το Νανγκού από την «επισκέπτρια».
Συνέχισε, με μια σοφή αυστηρότητα:
— Αυτές οι μικρές θέλουν να
ξελογιάζουν τους μεγάλους, αυτούς που έχουν δύναμη και είναι επιτυχημένοι. Δεν
τις ενδιαφέρουν οι νέοι, οι εργατικοί, οι άνθρωποι που υπόσχονται μέλλον·
θέλουν να φέρουν το μέλλον στο παρόν, και μόνο ένας μεγάλος το διαθέτει ήδη.
Ο Γκούο Ρεν τη ρώτησε. «Δεν γνώριζαν πως ο πατέρας μου ήταν παντρεμένος;»
«Το γνώριζαν. Γι΄ αυτό τις άφηνε άλλωστε μόνες τους μαζί του ο Ουγιάνγκ
Σου. Αλλά όταν μία γυναίκα θέλει έναν άντρα, δεν υπολογίζει σε ποια άλλη αυτός
ανήκει. Το μόνο που σκέπτεται είναι να τον
κάνει δικό της, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Μην ξεχνάς ότι το Λο
Τζιανγκ είναι μακρυά από το Νανγκού.»
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση της σχέσης του Τσενγκ-Γουέι με τη Φενγκίν
Η σχέση του Τσενγκ-Γουέι με τη Φενγκίν, όπως
εκτυλίσσεται το 1627, αποτελεί ένα ψυχαναλυτικά ενδιαφέρον παράδειγμα
εξω-φεουδαλικής, παροδικής ερωτικής επένδυσης (libidinal investment) που
υπερβαίνει τα όρια του κοινωνικά οργανωμένου περιβάλλοντος του άρχοντα.
Η Φενγκίν, είκοσι ετών τότε, δεν ανήκει στις
παλλακίδες του και επομένως δεν αποτελεί «δοχείο» προβολών που έχει επιλεγεί
από την οικογενειακή ή φεουδαλική ιεραρχία· είναι μια εξωτερική παρουσία που
εισάγει στο ψυχικό τοπίο του Τσενγκ-Γουέι νέα δυναμική.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η σχέση τους μπορεί
να ερμηνευθεί ως φαντασίωση (fantasy) που ενεργοποιείται μέσα από συνδυασμό
σαγήνης, υποβολής και χημικής επαγωγής των αναστολών, μέσω του ελιξίριου «δάκρυ
του ονείρου» (dream-tear elixir). Το ελιξίριο, μειώνοντας τις αναστολές
(inhibitions), λειτουργεί ως μέσο απελευθέρωσης καταπιεσμένων επιθυμιών,
δημιουργώντας μια ψυχική κατάσταση κατά την οποία ο Τσενγκ-Γουέι γίνεται
ευάλωτος σε φαντασιώσεις κυριαρχίας και οικειότητας ταυτόχρονα.
Η νεαρή Φενγκίν χρησιμοποιεί λεπτές
κινήσεις, υπονοούμενα βλέμματα και την κινησιολογία του σώματός της για να
κατευθύνει την προσοχή του άρχοντα, ενεργοποιώντας φαντασιώσεις αμφιθυμίας
(ambivalent fantasies). Η αίσθηση ότι μπορεί να τον ελέγχει με ένα σχεδόν
αθέατο χαμόγελο ή ένα ανεπαίσθητο τράνταγμα της φωνής της δημιουργεί στον
Τσενγκ-Γουέι συναισθήματα έντασης και συγκέντρωσης, παρόμοια με την ψυχική
κατάσταση που προκαλεί η επιθυμία για ένα δύσκολο ή εξωτικό αντικείμενο. Η ίδια
δεν ανήκει στον κόσμο της κυριαρχίας και της νομιμότητας του άρχοντα, όπως η
σύζυγός του ή οι παλλακίδες· αντιπροσωπεύει τον χώρο της απαγορευμένης
επιθυμίας, του εφήμερου και του φαντασιακού αντικειμένου.
Η ψυχική λειτουργία της γαλαντομίας του
Τσενγκ-Γουέι και η προσφορά ακριβών κοσμημάτων αποκτά εδώ πολλαπλές σημασίες.
Δεν είναι απλώς κοινωνικός ή οικονομικός δείκτης· γίνεται μέσο ενίσχυσης της
φαντασίωσης του ελέγχου και της ανταλλαγής επιθυμιών (libidinal exchange). Το
περιδέραιο ή άλλα δώρα λειτουργούν ως αντικείμενα μεταβίβασης (transitional
objects), που ενισχύουν τη σύνδεση μεταξύ των δύο ψυχικών κόσμων: της ηγετικής
προσωπικότητας του άρχοντα και της νεαρής Φενγκίν ως εξωτερικού ερωτικού
αντικειμένου. Μέσω αυτών των δώρων, η Φενγκίν επιβεβαιώνει την επιτυχία της
στρατηγικής της· κάθε κοσμητικό στοιχείο αποτελεί ψυχολογική «σήμανση» της
υποταγής της δύναμης της κοινωνικής θέσης του Τσενγκ-Γουέι στη σαγήνη της
νεότητας και της επινοητικότητάς της.
Η φυσική παρουσία της Φενγκίν στο Νανγκού
και η ιδιωτικότητα των συναντήσεών τους ενισχύουν τη δυναμική της απόσπασης
(splitting) από την καθημερινότητα και τις κοινωνικές υποχρεώσεις του άρχοντα.
Η μεταφορά της στο σπίτι της στη Σινγκσέν, όπου τον συναντά μυστικά, και η
χρήση της ψυχοδραστικής ουσίας το «δάκρυ του ονείρου» για να τον «δέσει» στην
ψυχική της σφαίρα, δημιουργεί ένα πεδίο ψυχικής εξάρτησης (dependency) και
ελέγχου, στο οποίο ο Τσενγκ-Γουέι βιώνει έντονη αίσθηση επιθυμίας αλλά και
αδυναμίας συγκράτησης. Εδώ ενεργοποιείται μια αρχέγονη δυναμική: η αίσθηση ότι
η εξουσία και η επιτυχία του δεν εγγυώνται την ανεξέλεγκτη κατάκτηση της
επιθυμίας, καθιστώντας τον ταυτόχρονα ισχυρό και ευάλωτο.
Η φαντασίωση αυτή συνδέεται επίσης με τον
χρόνο και την ηλικία του. Στα σαράντα πέντε, η συνείδηση της προσωπικής
ωριμότητας και της κοινωνικής θέσης αντιπαρατίθεται με την έντονη νεανική
γοητεία της Φενγκίν. Η ψυχική επένδυση στην ίδια λειτουργεί ως αναζωογόνηση
(revitalization) της αίσθησης της ζωτικότητας, ενώ η εξω-φεουδαλική φύση της
σχέσης επιτρέπει την άμεση δραματοποίηση των φαντασιώσεων, χωρίς κοινωνικά
φραγμούς ή οικογενειακές υποχρεώσεις. Ο Τσενγκ-Γουέι γίνεται «δεσμώτης της
επιθυμίας του», καθώς η νεαρή Φενγκίν μετατρέπει τη φυσική και ψυχική του
παρουσία σε αντικείμενο φαντασιακής κατοχής, επιβεβαιώνοντας ότι η δύναμη δεν
προστατεύει από την υποβολή σε ερωτικές και ψυχικές επιδράσεις.
Τελικά, η σχέση με τη Φενγκίν μπορεί να
αναλυθεί ως εκδήλωση ψυχικής διπλοτυπίας: η κοινωνική και φεουδαλική ταυτότητα
του Τσενγκ-Γουέι παραμένει σταθερή, ενώ η ψυχική ζωή του περιλαμβάνει στιγμές
απόλυτης παραίτησης στις φαντασιώσεις, ενεργοποιημένες από εξωτερικούς
παράγοντες, χημικούς και συμπεριφορικούς. Η Φενγκίν λειτουργεί ως καταλύτης που
επιτρέπει τη διέλευση από τον κόσμο της κυριαρχίας στον κόσμο της επιθυμίας,
μια διέλευση που είναι ταυτόχρονα γοητευτική, απελευθερωτική και επικίνδυνη για
τον άρχοντα.
η κλοπή της παλλακίδας Πιάο Γιουάν το 1631 (εκείνος τότε 49
ετών)
Το κείμενο βρίσκεται στο Μέρος Η στο κεφάλαιο
«περπατώντας στα χωράφια του Ναγκού» και η συνέχειά του στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο
«ο γελωτοποιός, ο αναχωρητής και ο Γκούο Ρεν»
Στο πρώτο μιλά ο Γουέι Τζιαν προς τον Γκούο
Ρεν, στο δεύτερο μιλά και ο Γουέι Τζιαν και ο Μινγκ Ζενγκ προς τον Γκούο Ρεν
αφηγούμενοι την υπόθεση της κλοπής της παλλακίδας Πιάο Γιουάν.
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, το επεισόδιο της
φυγής της παλλακίδας Πιάο Γιουάν με τον νεαρό αξιωματικό Ρεν Λιάνγκ δεν
αποτελεί για τον Τσενγκ-Γουέι απλώς την απώλεια μιας παλλακίδας. Το ίδιο το
κείμενο δείχνει ότι το τραύμα δεν εντοπίζεται πρωτίστως στο ερωτικό επίπεδο
αλλά στο ναρκισσιστικό επίπεδο (narcissistic injury). Στα σαράντα εννέα του
χρόνια, ο Τσενγκ-Γουέι είναι ήδη ένας επιτυχημένος γαιοκτήμονας, συνηθισμένος
να ελέγχει ανθρώπους, γη, οικονομικούς πόρους και κοινωνικές σχέσεις. Μέσα σε
αυτό το ψυχικό σύστημα, η Πιάο Γιουάν δεν είναι μόνο μια ερωτική σύντροφος αλλά
και ένα αντικείμενο κύρους (status object), ενταγμένο στην εικόνα που έχει για
τον εαυτό του ως ισχυρό άρχοντα.
Η φυγή της με τον Ρεν Λιάνγκ ενεργοποιεί μια
ιδιαίτερα οδυνηρή μορφή συμβολικού ευνουχισμού (symbolic castration). Η
προσβολή δεν προέρχεται από το γεγονός ότι ένας άλλος άνδρας απέκτησε τη
γυναίκα, αλλά από το ότι αυτό συνέβη μέσα στον δικό του χώρο κυριαρχίας. Ο Ρεν
Λιάνγκ δεν εμφανίζεται ως εξωτερικός εχθρός που επιτίθεται στο κτήμα του. Είναι
φιλοξενούμενος. Έχει δεχθεί τη γενναιοδωρία του οίκου του Τσενγκ-Γουέι, έχει
καθίσει στο τραπέζι του, έχει πιει το κρασί του και έχει απολαύσει την
προστασία του. Ψυχικά, η πράξη αποκτά τον χαρακτήρα παραβίασης του ορίου μεταξύ
εσωτερικού και εξωτερικού χώρου (boundary violation). Δεν πρόκειται απλώς για
απώλεια. Πρόκειται για εισβολή.
Η έντονη οργή που περιγράφει ο Μινγκ Ζενγκ,
με τον Τσενγκ-Γουέι να περιφέρεται «σαν πληγωμένη τίγρη» και να αναποδογυρίζει
τραπέζι, δείχνει μια κλασική αντίδραση σε ναρκισσιστικό τραύμα. Όταν το άτομο
δεν μπορεί να ανεχθεί την αίσθηση της ταπείνωσης, η ψυχική ενέργεια
μετατρέπεται σε θυμό (narcissistic rage). Ο θυμός εδώ λειτουργεί αμυντικά.
Είναι προτιμότερο να αισθάνεται προδομένος παρά ανεπαρκής. Είναι προτιμότερο να
κατηγορήσει τον αξιωματικό για αχαριστία παρά να αναρωτηθεί γιατί η Πιάο Γιουάν
προτίμησε να φύγει.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ίδιος ο
Τσενγκ-Γουέι φαίνεται να μετατοπίζει ασυνείδητα το κέντρο βάρους από τη γυναίκα
στον άνδρα. Δεν λέει «με εγκατέλειψε». Λέει ότι κάποιος ανταπέδωσε τη φιλοξενία
του με ύπουλο τρόπο. Πρόκειται για μηχανισμό μετατόπισης (displacement). Η
πραγματική πληγή βρίσκεται στην απόρριψη από την Πιάο Γιουάν, όμως είναι ψυχικά
ευκολότερο να βιώσει τον Ρεν Λιάνγκ ως προδότη παρά να αναγνωρίσει ότι η ίδια η
γυναίκα επέλεξε να φύγει.
Η αποκάλυψη ότι οι δύο νέοι είχαν παλαιότερη
υπόσχεση γάμου μεταβάλλει ριζικά το ψυχικό νόημα της ιστορίας. Για τον
αναγνώστη η φυγή παύει να μοιάζει με αποπλάνηση και αποκτά χαρακτηριστικά
επανένωσης ενός διακοπέντος δεσμού (restoration of a lost attachment). Για τον
Τσενγκ-Γουέι, όμως, αυτή η πληροφορία είναι σχεδόν αφόρητη. Διότι υποδηλώνει
ότι ίσως ποτέ δεν κατείχε πραγματικά την Πιάο Γιουάν σε ψυχικό επίπεδο. Κατείχε
την παρουσία της, όχι όμως την επιθυμία της. Αυτό είναι ακριβώς το σημείο που
επισημαίνει ο Μινγκ Ζενγκ όταν λέει ότι «επιστρέφει μόνο το σώμα της». Η φράση
εκφράζει μια βαθιά ψυχολογική αλήθεια: η κατοχή και η αγάπη δεν ταυτίζονται.
Η ηλικιακή διάσταση είναι επίσης σημαντική.
Ο Τσενγκ-Γουέι είναι σαράντα εννέα ετών, ενώ ο Ρεν Λιάνγκ παρουσιάζεται ως
νεότερος αξιωματικός. Η σύγκριση αυτή ενεργοποιεί αναπόφευκτα το άγχος της
ηλικίας (aging anxiety). Ο ώριμος άρχοντας διαθέτει πλούτο, κύρος και εξουσία.
Ο νεαρός αξιωματικός διαθέτει νεότητα, κινητικότητα και κοινό παρελθόν με την
Πιάο Γιουάν. Ο ανταγωνισμός δεν διεξάγεται στο ίδιο πεδίο. Ο Τσενγκ-Γουέι χάνει
απέναντι σε κάτι που δεν μπορεί να αγοράσει ούτε να διατάξει: τη συναισθηματική
μνήμη.
Η επιθυμία του να στείλει άνδρες να τη
φέρουν πίσω δεμένη αποκαλύπτει μια παλινδρόμηση προς μια πιο πρωτόγονη μορφή
σχέσης με το αντικείμενο (primitive object relation). Εκείνη τη στιγμή δεν
επιθυμεί πραγματικά την επιστροφή της Πιάο Γιουάν ως προσώπου. Επιθυμεί την αποκατάσταση
της κυριαρχίας του. Το αντικείμενο γίνεται φορέας της τραυματισμένης του
αυτοεικόνας. Αν επιστρέψει, αποκαθίσταται η αίσθηση ελέγχου. Αν δεν επιστρέψει,
παραμένει η απόδειξη της απώλειας.
Γι' αυτό η παρέμβαση της Γου Σία και του
Μινγκ Ζενγκ είναι τόσο σημαντική. Στην ουσία τον βοηθούν να μετασχηματίσει μια
ιστορία ήττας σε μια ιστορία μεγαλοψυχίας. Πρόκειται για διαδικασία ψυχικής
επανανοηματοδότησης (reframing). Αντί να είναι ο εγκαταλειμμένος άνδρας,
γίνεται ο άρχοντας που επέτρεψε σε μια γυναίκα να ακολουθήσει μια παλαιά
υπόσχεση. Η νέα αφήγηση δεν αλλάζει τα γεγονότα, αλλά αλλάζει τη θέση του Εγώ
απέναντί τους.
Το γεγονός ότι τελικά αποδέχεται αυτή τη
λύση δείχνει κάτι ουσιαστικό για τον χαρακτήρα του. Παρά τον εγωισμό και την
οργή του, διαθέτει επαρκώς ανεπτυγμένο Εγώ (ego strength) ώστε να υποτάξει το
προσωπικό του τραύμα στις απαιτήσεις της κοινωνικής του θέσης. Επιλέγει να
διαφυλάξει το κύρος του αντί να ικανοποιήσει την εκδικητική του παρόρμηση.
Έτσι, ψυχαναλυτικά, η υπόθεση της Πιάο
Γιουάν δεν είναι κυρίως ιστορία ερωτικής απιστίας. Είναι μια ιστορία σύγκρουσης
ανάμεσα στην κατοχή και την επιθυμία, ανάμεσα στην κοινωνική εξουσία και την
αδυναμία ελέγχου του ανθρώπινου συναισθήματος. Ο Τσενγκ-Γουέι αναγκάζεται να
αναγνωρίσει, έστω και έμμεσα, ένα όριο της δύναμής του: μπορεί να κρατήσει
ανθρώπους κοντά του, αλλά δεν μπορεί να καθορίσει ποιον θα αγαπήσουν.
η σχέση του Τσενγκ-Γουέι με την παλλακίδα Τσινγκ-Για (1637, εκείνος
55, εκείνη 16)
Το κείμενο βρίσκεται στο Μέρος Γ στο
κεφάλαιο «η ευνοούμενη Τσινγκ-Για» όπου η Τσινγκ-Για παρουσιάζεται ενώπιον του
Γκούο Ρεν στο ξύλινο σπίτι των νεοαποκτηθέντων νότιων κτημάτων στο Νανγκού.
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση της σχέσης του Τσενγκ-Γουέι με την Τσινγκ-Για
Η σχέση του Τσενγκ-Γουέι με την Τσινγκ-Γιά
φαίνεται να οργανώνεται γύρω από μια έντονη μετατόπιση του ψυχικού του
οικονομικού συστήματος, όπου η επιθυμία δεν λειτουργεί πλέον ως απλή αναζήτηση
απόλαυσης ή κύρους, αλλά ως προσπάθεια ρύθμισης μιας εσωτερικής έντασης που
σχετίζεται με τον χρόνο, τη φθορά και την εξουσία του πάνω στη ζωή. Στα 55 του,
ο Τσενγκ-Γουέι βρίσκεται ήδη σε μια φάση όπου η πατρική/φεουδαρχική του
ταυτότητα έχει παγιωθεί, αλλά ταυτόχρονα αρχίζει να διαρρηγνύεται από την
επίγνωση της ηλικίας και της σταθεροποίησης της ισχύος του.
Η επιλογή μιας παλλακίδας 16 ετών δεν είναι
απλώς κοινωνική υπερβολή ή «κατάχρηση εξουσίας» με μοντέρνους όρους· λειτουργεί
και ως ψυχική αναδίπλωση προς μια κατάσταση απόλυτης χρονικής ασυμμετρίας, όπου
ο ίδιος δεν συναντά έναν ισότιμο Άλλον, αλλά μια αρχή που βρίσκεται ακόμη
“πριν” από την κοινωνική και σεξουαλική της συγκρότηση.
Η Τσινγκ-Γιά, ως αντικείμενο, δεν εγγράφεται
αρχικά στο πεδίο της ώριμης ερωτικής ανταλλαγής, αλλά σε μια πιο πρωτογενή
φαντασιωσική οικονομία κατοχής και διαμόρφωσης. Η έννοια του αντικειμένου εδώ
προσεγγίζει αυτό που στη λακανική ορολογία θα μπορούσε να διαβαστεί ως
αντικείμενο α (objet petit a), όχι ως ολοκληρωμένο υποκείμενο επιθυμίας αλλά ως
φορέας μιας υπόσχεσης απόλυτης πλαστικότητας: ένα σώμα και μια υποκειμενικότητα
που ακόμη “γράφονται”. Η νεαρή ηλικία της δεν λειτουργεί μόνο ως ερωτικό
ερέθισμα, αλλά ως εγγύηση ότι η σχέση δεν θα τον υποχρεώσει να αντιμετωπίσει
την αντίσταση ενός ήδη συγκροτημένου ψυχισμού. Έτσι, η επιλογή της 16χρονης
μπορεί να ιδωθεί ως άμυνα απέναντι στην απώλεια ελέγχου: όσο μικρότερη η
ηλικία, τόσο μεγαλύτερη η φαντασίωση πλήρους διαχείρισης του Άλλου.
Το γεγονός ότι για δύο χρόνια την διατηρεί
ως μοναδική παλλακίδα είναι κρίσιμο. Σε αυτό το διάστημα δεν έχουμε απλώς ερωτική
αποκλειστικότητα, αλλά μια σχεδόν μονοθεματική ψυχική επένδυση, όπου η
Τσινγκ-Γιά λειτουργεί ως σταθεροποιητικό αντικείμενο. Η αποκλειστικότητα αυτή
δείχνει μια ανάγκη περιορισμού της διάχυσης της επιθυμίας του σε πολλαπλά
αντικείμενα, κάτι που σε άλλες φάσεις της ζωής του Τσενγκ-Γουέι φαίνεται να
επιστρέφει (πολλαπλές παλλακίδες, μετακινήσεις, διαφοροποιήσεις τύπων
γυναικών). Εδώ όμως, στην αρχική φάση της σχέσης, η επιθυμία συγκεντρώνεται,
σαν να επιχειρείται μια προσωρινή ψυχική “μονοκαλλιέργεια”.
Η
ίδια η Τσινγκ-Γιά παρουσιάζεται με χαρακτηριστικά που ενισχύουν αυτή τη
φαντασιωσική σταθερότητα: αυτοπεποίθηση χωρίς ιστορικό βάρος, ομορφιά χωρίς
εσωτερική αφήγηση, παρουσία χωρίς κοινωνική πολυπλοκότητα. Αυτό την καθιστά
ιδιαίτερα λειτουργική ως καθρέφτη του ανδρικού ναρκισσισμού του Τσενγκ-Γουέι:
δεν του αντιστέκεται ως ώριμο υποκείμενο, αλλά δεν εξαφανίζεται κιόλας· υπάρχει
αρκετά ώστε να επιβεβαιώνει την ισχύ του.
Όταν δύο χρόνια αργότερα εντάσσεται στο
σύστημα των άλλων παλλακίδων (Χονγκ-Χουά και Λινγκ-Λου), η δομή της επιθυμίας
του Τσενγκ-Γουέι μεταβάλλεται. Η Τσινγκ-Γιά παύει να είναι μοναδικό αντικείμενο
και γίνεται μέρος μιας τριάδας διαφοροποιημένων απολαύσεων: η φλόγα, η ροή, και
τώρα η νεότητα-πλαστικότητα. Αυτή η μετάβαση δείχνει ότι η αρχική
αποκλειστικότητα δεν ήταν σταθερό ψυχικό σχήμα, αλλά φάση προσωρινής
συγκράτησης της επιθυμίας πριν αυτή επανέλθει σε πιο κατανεμημένη μορφή.
Το ερώτημα γιατί «κατεβαίνει τόσο χαμηλά»
ηλικιακά δεν απαντάται μόνο με κοινωνιολογικούς όρους, αλλά και με όρους άμυνας
απέναντι στη φθορά του χρόνου. Η νεότητα της Τσινγκ-Γιά λειτουργεί ως
φαντασιακή αντιστροφή: όσο πιο νεαρό το αντικείμενο, τόσο πιο “αναστρέψιμη”
φαίνεται η δική του ηλικιακή απομάκρυνση από την αρχή της ζωής. Δεν πρόκειται
απλώς για επιθυμία κατοχής, αλλά για μια έμμεση προσπάθεια επανασύνδεσης με μια
χρονικότητα όπου ο ίδιος δεν βρίσκεται ακόμη αντιμέτωπος με όρια.
Τέλος, η ίδια η δομή της σχέσης δείχνει μια
επαναλαμβανόμενη κίνηση στον Τσενγκ-Γουέι: αρχική συγκέντρωση της επιθυμίας σε
ένα “καθαρό” αντικείμενο, ακολουθούμενη από διασπορά σε πολλαπλά αντικείμενα
όταν η σταθερότητα δεν μπορεί πλέον να διατηρηθεί. Η Τσινγκ-Γιά βρίσκεται στο
όριο αυτής της μετάβασης: είναι ταυτόχρονα η πιο απόλυτη μορφή επένδυσης και η
αρχή της διάσπασής της.
η σχέση του Τσενγκ-Γουέι με την παλλακίδα Χονγκ-Χουά (1639,
εκείνος τότε 57, εκείνη 18)
Το κείμενο βρίσκεται στο Μέρος Γ στο κεφάλαιο
«η ευνοούμενη Χονγκ-Χουά» και στο μέρος Ι στο κεφάλαιο «η επιθεωρήτρια των
μεταξοσκωλήκων» όπου η Χονγκ-Χουά δίνει αναφορά στον Γκούο Ρεν.
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση της σχέσης του Τσενγκ-Γουέι με την Χονγκ-Χουά.
Η σχέση του Τσενγκ-Γουέι με τη Χονγκ-Χουά
(1639) φαίνεται να οργανώνεται γύρω από μια πιο ώριμη και “θεσμοποιημένη” μορφή
επιθυμίας, όπου η σεξουαλική επένδυση δεν λειτουργεί απλώς ως παρορμητική
κατάκτηση, αλλά ως μηχανισμός συμβολικής ανανέωσης της εξουσίας και της
υποκειμενικής του ταυτότητας. Στα 57 του, ο Τσενγκ-Γουέι βρίσκεται σε μια
ηλικιακή κορύφωση της φεουδαρχικής του ισχύος, αλλά και σε μια φάση όπου η
επιθυμία αρχίζει να χρειάζεται όλο και περισσότερο συμβολική διαμεσολάβηση για
να διατηρήσει τη ζωντάνια της. Η Χονγκ-Χουά δεν εισέρχεται λοιπόν ως “τυχαίο”
αντικείμενο, αλλά ως ήδη σημαδεμένο σώμα μέσα σε ένα σύστημα επιλογής που
παράγει νοήματα: η εργάτρια που μετατρέπεται σε παλλακίδα, η ανώνυμη Μινγκγιέ που
γίνεται Χονγκ-Χουά.
Η μετωνυμία του ονόματος εδώ είναι κεντρική.
Η μετονομασία δεν είναι απλώς πράξη κυριαρχίας, αλλά μια βαθιά συμβολική
χειρονομία ανασχηματισμού του υποκειμένου. Στη λακανική προοπτική, το όνομα
λειτουργεί ως ένταξη στο Συμβολικό: η Χονγκ-Χουά παύει να υπάρχει ως κοινωνικά
ακαθόριστη “Μινγκγιέ” και επανεγγράφεται στο σύστημα του Τσενγκ-Γουέι ως
επιθυμητό, αναγνωρισμένο και λειτουργικό αντικείμενο. Το όνομα “Χονγκ-Χουά”
(κόκκινο άνθος/κόκκινη φλόγα) δεν περιγράφει απλώς την αισθητική της, αλλά την
τοποθετεί σε ένα σύμπαν συμβόλων που συνδέουν τη θηλυκότητα με τη γονιμότητα,
τη ζωντάνια και την αναζωογόνηση. Έτσι, η πράξη της ονοματοδοσίας είναι
ταυτόχρονα πράξη κατοχής και πράξη δημιουργίας.
Η ίδια η Χονγκ-Χουά παρουσιάζεται ως υποκείμενο
που έχει ήδη εσωτερικεύσει τη λογική της αναγνωρισιμότητας μέσω της
χρησιμότητας και της επιθυμητότητας. Η αφήγησή της για την καταγωγή της δεν
είναι απλώς βιογραφική, αλλά λειτουργεί ως ψυχική προετοιμασία για τη θέση της:
φτώχεια, κατάρρευση της πατρικής φιγούρας, μετακίνηση στο Νανγκού, εργασία στο
σώμα της γης. Αυτό δημιουργεί ένα υπόβαθρο όπου η μετάβαση από εργάτρια σε
παλλακίδα δεν εμφανίζεται ως ρήξη, αλλά ως συνέχεια μέσα στο ίδιο σύστημα
επιβίωσης. Η επιθυμία του Τσενγκ-Γουέι συναντά έτσι ένα ήδη διαμορφωμένο
υποκείμενο προσαρμοσμένο στην ιδέα της μετάβασης μέσω επιλογής από έναν ισχυρό
Άλλον.
Σε ψυχαναλυτικούς όρους, η Χονγκ-Χουά δεν
προσφέρει απλώς σώμα, αλλά γνώση της λειτουργίας της επιθυμίας του Άρχοντα. Η
φράση της για “αναζωογόνηση” δεν είναι τυχαία: επαναλαμβάνει τη λογική του
αφέντη ως φυσικού νόμου, όπου η γη, το σώμα και η εξουσία υπακούουν στην ίδια
οικονομία παραγωγικότητας και ανανέωσης. Εδώ η επιθυμία δεν εμφανίζεται ως ρήξη
με τον νόμο, αλλά ως προέκταση του νόμου με ερωτικό ένδυμα.
Ο Τσενγκ-Γουέι, από την πλευρά του, φαίνεται
να επενδύει στη Χονγκ-Χουά μια πιο “δομημένη” μορφή επιθυμίας σε σχέση με
παλαιότερες, πιο ασταθείς ή αποκλειστικές επενδύσεις. Η Χονγκ-Χουά δεν είναι
μοναδικό αντικείμενο όπως η Τσινγκ-Γιά στην αρχική της φάση, ούτε καθαρά
αντιθετική μορφή (όπως η Λινγκ-Λου). Είναι περισσότερο ένα σταθερό σημείο
συμβολικής επιβεβαίωσης: η παλλακίδα που γνωρίζει το σύστημα, το αναπαράγει και
το ενισχύει.
Η σεξουαλική σχέση εδώ αποκτά επίσης
χαρακτηριστικά διαχείρισης της εξουσίας μέσω του σώματος. Η επιλογή της
Χονγκ-Χουά από τον χώρο της εργασίας στη γη προς τον χώρο της προσωπικής του
οικειότητας επαναλαμβάνει το μοτίβο του Τσενγκ-Γουέι: η επιθυμία του αντλείται
από εκεί όπου υπάρχει ήδη ένταση μεταξύ κόπου και αξίας. Το σώμα που έχει ήδη
“δουλέψει” στη γη γίνεται σώμα που “αναβαθμίζεται” μέσω της επιθυμίας του
αφέντη, δημιουργώντας μια συνεχή μετάφραση εργασίας σε ερωτική αξία.
Σε βαθύτερο επίπεδο, η σχέση τους
αποκαλύπτει μια ψυχική οικονομία όπου ο Τσενγκ-Γουέι δεν επιθυμεί απλώς νεότητα
ή ομορφιά, αλλά τη στιγμή της μετατροπής: το σημείο όπου ένα υποκείμενο περνά
από την ανωνυμία στην αναγνώριση μέσω της δικής του απόφασης. Η Χονγκ-Χουά
ενσαρκώνει ακριβώς αυτή τη μετάβαση, και γι’ αυτό η επιθυμία του προς αυτήν
είναι σταθερή: δεν αφορά μόνο το πρόσωπο, αλλά την ίδια τη διαδικασία παραγωγής
του επιθυμητού.
Έτσι,
η σχέση τους δεν είναι απλώς ερωτική ή κοινωνική, αλλά βαθιά δομική: μια σχέση
όπου η επιθυμία, το όνομα και η εξουσία συμπίπτουν στο ίδιο σημείο.
η σχέση του Τσενγκ-Γουέι με την παλλακίδα Λινγκ-Λου (1639,
εκείνος τότε 57 ετών)
το απόσπασμα
προέρχεται από το Μέρος ΣΤ από κεφάλαιο «η ανακοίνωση στην πρασινομάτα
Λινγκ-Λου»
Τη θυμήθηκε (ο επιστάτης Λι Σαν) όπως στεκόταν, τα μαύρα της μαλλιά να
πέφτουν βαριά στους ώμους, το σώμα της λεπτό, ευλύγιστο, με εκείνη τη σιωπηλή
χάρη που δεν ζητούσε προσοχή αλλά την κέρδιζε. Δεν υπήρχε επίδειξη πάνω της.
Καμία πρόθεση να τραβήξει βλέμματα. Κι όμως… τα προσέλκυε.
Τα μάτια της, εκείνο το παράξενο, βαθύ πράσινο, του ήρθαν ξανά στο
μυαλό. Δεν ήταν μάτια που φανέρωναν εύκολα σκέψεις. Ήταν μάτια που
παρατηρούσαν, που περίμεναν, που ζύγιζαν. Ξέρει να περιμένει, σκέφτηκε. Το
είχε πει κι η ίδια. Και το είχε αποδείξει. Δύο χρόνια. Δύο χρόνια σε σιωπή, σε
αναμονή, χωρίς να διεκδικεί, χωρίς να ξεφεύγει από τον ρόλο της. Από επιλογή.
Η Λινγκ-Λου είχε γεννηθεί στο μικρό χωριό Τσινγκσούι, στα δυτικά της
Σετσουάν, σε μια περιοχή ήσυχη και απομονωμένη, όπου οι άνθρωποι ζούσαν απλά
και χωρίς μεγάλες μετακινήσεις. Δεν ξεχώριζε ο τόπος, αλλά εκείνη ξεχώριζε από
νωρίς, κυρίως για τα πράσινα μάτια της, κάτι σπάνιο που προκαλούσε πάντα
βλέμματα και ψιθύρους. Η μητέρα της ήταν ντόπια, ενώ από την πλευρά του πατέρα
της υπήρχε μακρινή καταγωγή από τις δυτικές παρυφές της Σετσουάν, κάτι που
εξηγούσε αυτό το ασυνήθιστο χαρακτηριστικό.
Η οικογένειά της, που ζούσε από μια μικρή καλλιέργεια, βρέθηκε ξαφνικά
σε δυσκολία όταν μια σειρά από κακές σοδειές εξάντλησε τα αποθέματα του
σπιτιού. Μέσα σε αυτή τη φθορά, ένας μακρινός συγγενής —άνθρωπος που κινούνταν
συχνά ανάμεσα σε χωριά και κτήματα ως μεσάζοντας— πρότεινε μια λύση. Να τη
μεταφέρει στο Νανγκού, στα κτήματα του άρχοντα Τσενγκ-Γουέι, όπου υπήρχε ανάγκη
για νεαρές υπηρέτριες με καλή παρουσία και στοιχειώδη παιδεία. Η Λινγκ-Λου, με
τη λεπτή της ευφυΐα και την ήρεμη συμπεριφορά, θεωρήθηκε κατάλληλη. Δεν ήταν
μια βίαιη απομάκρυνση, αλλά μια σιωπηλή συμφωνία ανάγκης, όπως συχνά συνέβαινε
σε δύσκολους καιρούς.
Όταν έφτασε στο Νανγκού, πριν τέσσερα χρόνια, δεκαοκτώ ετών τότε, με
εκείνη την αθόρυβη αξιοπρέπεια που δεν χανόταν εύκολα. Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι
την παρατήρησε σχεδόν αμέσως. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της ή η ήρεμη στάση της,
αλλά εκείνο το σπάνιο πράσινο των ματιών της που έμοιαζε ξένο μέσα στο οικείο
τοπίο. Την κράτησε κοντά του ως παλλακίδα, κι έτσι η ζωή της πήρε οριστικά τη
μορφή που θα καθόριζε τα επόμενα χρόνια της.
Ο Τσενγκ-Γουέι, στα πενήντα επτά του χρόνια, ένιωθε ότι η παρουσία της
Λινγκ-Λου του έδινε μια διαφορετική ισορροπία από ό,τι είχε γνωρίσει με άλλες
γυναίκες. Με τη Χονγκ-Χουά, τον «κόκκινο πυρετό», η σχέση τους είχε περισσότερο
ένταση και στιγμιαία έξαρση· με τη Λινγκ-Λου, αντίθετα, υπήρχε μια πιο ήρεμη
συνέχεια, σαν ροή που δεν διακόπτεται εύκολα.
Τα πράσινα μάτια της, ήρεμα και σταθερά, του θύμιζαν την αφοπλιστική
παρατηρητικότητα του ελαφιού των δασών των Τσινλίνγκ, που δεν φεύγει βιαστικά
αλλά στέκεται και παρακολουθεί. Αυτή η σιωπηλή εγρήγορση ήταν που την έκανε να
ξεχωρίζει στα μάτια του.
Δεν την καλούσε μόνο στο μικρό,
απόμερο κτήμα του, αλλά και στο πέτρινο διοικητήριο όταν αργά τη νύχτα οι ευθύνες και οι θόρυβοι
απομακρύνονταν. Εκεί, η παρουσία της δεν είχε την ένταση της επιβολής, αλλά τη
σταθερότητα μιας συντροφικότητας που αναπτυσσόταν χωρίς βιασύνη. Κι έτσι, ενώ η
Χονγκ-Χουά αντιπροσώπευε για εκείνον τη φλόγα της στιγμής, η Λινγκ-Λου έμοιαζε
περισσότερο με μια ήρεμη ροή που συνέχιζε να υπάρχει ακόμη και όταν όλα τα άλλα
είχαν καταλαγιάσει.
Στο μικρό πέτρινο κτίσμα στο απόμερο κτήμα, όμως, μακριά από το Νανγκού,
ο Τσενγκ-Γουέι έμοιαζε να αλλάζει πρόσωπο, δεν ήταν ο ίδιος άντρας που έδειχνε
στις αίθουσες και στα κτήματα. Η ηρεμία του έσπαγε, σαν να άφηνε πίσω του τον
ρόλο και κρατούσε μόνο την αυθεντική του παρουσία. Η φωνή του χαμήλωνε, αλλά
γινόταν πιο κοφτή, πιο άμεση.
«Δεν είσαι σαν τις άλλες», της έλεγε χωρίς περιστροφές. Η Λινγκ-Λου
στεκόταν ήρεμη, χωρίς να αντιστέκεται ούτε να επιδιώκει. Η στάση της δεν ήταν
υποταγή, αλλά μια παράξενη αποδοχή, σαν να κατανοούσε από πριν τον ρυθμό που θα
ακολουθούσε η στιγμή.
Μέσα του, η εικόνα ήταν καθαρή: όπως ο κυνηγός που έχει ήδη εντοπίσει το
ελάφι στο δάσος των Τσινλίνγκ και γνωρίζει ότι κάθε του βήμα τον φέρνει πιο
κοντά, χωρίς να χρειάζεται να τρέξει.
«Με ηρεμείς και με ταράζεις μαζί», της έλεγε χαμηλά.
Η Λινγκ-Λου δεν απαντούσε. Μόνο με την παρουσία της, σταθερή και ήσυχη,
σαν κάτι που δεν αντιστέκεται γιατί δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Και
μέσα σε αυτή τη σιωπή, η ένταση του Τσενγκ-Γουέι δεν γινόταν χάος, αλλά
συγκέντρωση· σαν το βλέμμα του κυνηγού που δεν χάνει το θήραμα, όχι επειδή το
καταδιώκει άγρια, αλλά επειδή ήδη το έχει εγκλωβίσει μέσα στην προσοχή του.
Η Λινγκ-Λου παρέμενε ήρεμη, σαν να είχε μάθει να αναγνωρίζει αυτή τη
μετατόπιση. Δεν αντιστεκόταν, αφηνόταν στα χέρια του. Απλώς ακολουθούσε τη ροή
της στιγμής, με εκείνη τη σιωπηλή αποδοχή που είχε πάντα μέσα της. Ανάμεσά τους
δημιουργούταν μια ένταση χωρίς λέξεις, σαν παιχνίδι ισορροπίας ανάμεσα σε
έλεγχο και παραχώρηση. Ο Τσενγκ-Γουέι γινόταν πιο απαιτητικός, πιο ορμητικός, χωρίς
αναστολές μπροστά στο γυμνό νεανικό σώμα της, Κι εκείνη επέτρεπε στην πείνα και
τη δίψα των αγγιγμάτων και των φιλιών του να απλωθεί, σαν να ανήκε πάντα σε
έναν ρυθμό που δεν χρειαζόταν εξηγήσεις.
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση της σχέσης του Τσενγκ-Γουέι με την Λινγκ-Λου
Η επιλογή της Λινγκ-Λου ως δεύτερης
παλλακίδας μέσα στην ίδια χρονιά δεν φαίνεται να υπακούει αποκλειστικά στη
σεξουαλική επιθυμία. Η προηγούμενη παλλακίδα, η Χονγκ-Χουά, εκπροσωπεί ψυχικά
αυτό που θα ονομαζόταν ερωτική διέγερση (erotic excitation), ένταση,
παρορμητικότητα και στιγμιαία εκφόρτιση. Η Λινγκ-Λου, αντίθετα, συνδέεται με
μια διαφορετική ψυχική λειτουργία. Ο ίδιος περιγράφει ότι τον «ηρεμεί και τον
ταράζει μαζί». Η φράση αυτή αποκαλύπτει μια βαθύτερη αμφιθυμία (ambivalence). Η
παρουσία της μειώνει το άγχος που συνοδεύει την ηλικία, την ευθύνη και τη
φθορά, ενώ ταυτόχρονα διεγείρει την επιθυμία. Έτσι, η Λινγκ-Λου γίνεται ένα
αντικείμενο που συνδυάζει ηρεμία και διέγερση, ασφάλεια και πόθο.
Ιδιαίτερη
σημασία έχει το γεγονός ότι η Λινγκ-Λου χαρακτηρίζεται από υπομονή, σιωπή και
αναμονή. Περιμένει δύο χρόνια χωρίς να απαιτεί, χωρίς να διαμαρτύρεται, χωρίς
να αμφισβητεί τη θέση της. Από ψυχαναλυτική άποψη, αυτό την καθιστά ιδανικό
δοχείο προβολών (projective container). Ο Τσενγκ-Γουέι μπορεί να επενδύσει
επάνω της δικές του ανάγκες, επιθυμίες και φαντασιώσεις χωρίς να συναντά ισχυρή
αντίσταση. Η σιωπή της δεν λειτουργεί μόνο ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς
της αλλά και ως επιφάνεια πάνω στην οποία εκείνος μπορεί να εγγράφει τα δικά
του νοήματα.
Τα πράσινα μάτια της κατέχουν ιδιαίτερη θέση
στη φαντασίωσή του. Η συνεχής αναφορά σε αυτά δείχνει ότι λειτουργούν ως
φετιχιστικό στοιχείο (fetishized feature). Δεν είναι απλώς ένα φυσικό
χαρακτηριστικό αλλά το σημείο πάνω στο οποίο συμπυκνώνεται η μοναδικότητά της.
Το ασυνήθιστο χρώμα τους τη διαφοροποιεί από όλες τις άλλες γυναίκες του
περιβάλλοντός του και της προσδίδει μια διάσταση ετερότητας (otherness). Η
ψυχική έλξη δεν στρέφεται μόνο προς το σώμα της αλλά προς αυτό που
αντιπροσωπεύει: κάτι οικείο και ταυτόχρονα ξένο, κάτι που δεν μπορεί να
ενσωματωθεί πλήρως στην καθημερινότητα.
Η μεταφορά του ελαφιού είναι επίσης
αποκαλυπτική. Ο Τσενγκ-Γουέι δεν περιγράφει τη Λινγκ-Λου ως θηρευτή αλλά ως
θήραμα. Αυτό δείχνει ότι η επιθυμία του οργανώνεται γύρω από μια φαντασίωση
ελέγχου (fantasy of mastery). Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα βρίσκεται στο ότι δεν
χρειάζεται να κυνηγήσει πραγματικά. Η ίδια παρουσιάζεται ως παρούσα, διαθέσιμη
και ήρεμη. Έτσι, η κυριαρχία δεν ασκείται μέσω της σύγκρουσης αλλά μέσω της
βεβαιότητας ότι το αντικείμενο παραμένει εκεί. Η φαντασίωση του κυνηγού δεν
αφορά την καταδίωξη αλλά την κατοχή της προσοχής και του χώρου.
Παράλληλα, η ηλικία του Τσενγκ-Γουέι είναι
καθοριστική. Στα πενήντα επτά του βρίσκεται σε μια φάση όπου η συνείδηση της
θνητότητας (mortality awareness) αρχίζει να γίνεται εντονότερη. Η παρουσία μιας
δεκαοκτάχρονης όταν τη γνωρίζει λειτουργεί ως ναρκισσιστική ενίσχυση
(narcissistic reinforcement). Μέσα από τη νεότητα της Λινγκ-Λου, ο ίδιος διατηρεί
την αίσθηση της ζωτικότητας, της ανδρικής επιθυμητότητας και της συνέχειας. Δεν
πρόκειται απλώς για σεξουαλική επιλογή· πρόκειται για μια άμυνα απέναντι στον
χρόνο (defense against aging).
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, όμως, είναι ότι
η Λινγκ-Λου δεν φαίνεται να υποκαθιστά τη Γιάο Γκουάνγκ. Η σύζυγος και η
παλλακίδα εξυπηρετούν διαφορετικές ψυχικές λειτουργίες. Η Γιάο Γκουάνγκ
αντιπροσωπεύει τη νομιμότητα, τη συνέχεια του οίκου, το κοινωνικό κύρος και την
ολοκληρωμένη ταυτότητα του άρχοντα. Η Λινγκ-Λου αντιπροσωπεύει έναν ιδιωτικό
ψυχικό τόπο, όπου ο Τσενγκ-Γουέι μπορεί να εγκαταλείπει προσωρινά το βάρος της
εξουσίας. Γι’ αυτό και στο απομονωμένο κτήμα «αλλάζει πρόσωπο». Δεν παύει να
είναι ισχυρός· παύει όμως να είναι δημόσιος.
Τελικά, η σχέση τους φαίνεται να οργανώνεται
γύρω από μια βαθιά ανάγκη ψυχικής ρύθμισης (affect regulation). Η Λινγκ-Λου δεν
είναι για τον Τσενγκ-Γουέι η μεγάλη ερωτική εμμονή ούτε η κεντρική γυναίκα της
ζωής του. Είναι κάτι διαφορετικό: μια ήρεμη παρουσία που απορροφά την ένταση,
συγκρατεί το άγχος και του επιτρέπει να βιώνει ταυτόχρονα δύναμη, επιθυμία και
γαλήνη. Γι’ αυτό και η σχέση τους περιγράφεται όχι ως φλόγα αλλά ως ροή· όχι ως
έκρηξη αλλά ως σταθερό ψυχικό καταφύγιο (psychic refuge), το οποίο γίνεται
ολοένα πιο σημαντικό όσο ο ίδιος προχωρά προς το τέλος της ώριμης ζωής του.
το κόκκινο περιδέραιο
και η σημασία του
/ - ψυχαναλυτική προσέγγιση
Ένα αντικείμενο – το κόκκινο περιδέραιο –
λειτουργεί ως συμβολικό μέσο
αναγνώρισης, ταυτότητας και εξουσίας,
.
Το κόκκινο περιδέραιο ως συμβολικό αντικείμενο
Σημασία
χρώματος και ύφους:
Το κόκκινο χρώμα συνδέεται παραδοσιακά με πάθος, ζωτικότητα, δύναμη και γονιμότητα.
Το βαρύτιμο περιδέραιο λειτουργεί όχι μόνο ως κόσμημα αλλά και ως σύμβολο επιβεβαίωσης της θέσης της παλλακίδας
μέσα στον κόσμο του Τσενγκ-Γουέι.
Συμβολική
επένδυση:
Όταν οι παλλακίδες το φορούν, το δώρο
σηματοδοτεί ότι αναγνωρίζονται ως
“εκλεκτές” του άρχοντα, δηλαδή έχουν περάσει από την κανονιστική
διαδικασία της επιθυμίας και της αναγνώρισης από το Άλλο (τον Τσενγκ-Γουέι).
Λειτουργεί σαν συμβολική σφραγίδα,
ένα “σήμα κυριότητας”, αλλά και ένα μέσο κοινωνικής διαφοροποίησης μεταξύ των υπολοίπων
εργαζομένων στα κτήματα του Νανγκού.
.
Η διαφορά της Χε Τζι
Η Χε Τζι, που κάποια χρόνια αργότερα πούλησε
το περιδέραιο, εμφανίζει μια ψυχική
απόσταση από τη συμβολική εξουσία του δώρου:
Απόρριψη της αναγνώρισης του Άλλου:
Όλες οι άλλες παλλακίδες αποδέχονται το δώρο
και το φορούν με σεβασμό – η Χε Τζι, όμως, το απορρίπτει. Ψυχαναλυτικά, αυτό δείχνει
ότι δεν επιτρέπει στον Τσενγκ-Γουέι να την επιβεβαιώσει ή να την ταυτοποιήσει μέσα στο πλαίσιο της επιθυμίας του.
Αρνείται να γίνει αντικείμενο του συμβολικού πλαισίου του.
Ανεξαρτησία και αντιδραστικότητα:
Η πώληση του περιδέραιου υποδηλώνει ότι η Χε
Τζι έχει ενσωματώσει μια διαφορετική ψυχική στρατηγική: απομακρύνεται από την οικονομία εξουσίας και επιθυμίας του
Τσενγκ-Γουέι. Το αντικείμενο παύει να είναι σύμβολο αναγνώρισης και γίνεται
απλώς εμπορικό αντικείμενο, δηλαδή η ίδια απο-μυθοποιεί τη σχέση και την εξουσία που ασκείται πάνω της.
Σχέση με παλαιότερη αποκλειστικότητα:
Αν σκεφτούμε ότι η Χε Τζι ήταν για δύο χρόνια
η μοναδική παλλακίδα, η απελευθέρωση από το περιδέραιο μπορεί να συνδεθεί με ψυχικό τραύμα ή αίσθημα προδοσίας: η
μετέπειτα κατάσταση, όπου δεν είναι πλέον μοναδική αλλά συμπληρωματική, θα
μπορούσε να την κάνει να αρνηθεί το σύμβολο που αρχικά σήμαινε αφοσίωση και
προνόμιο.
. Το αντικείμενο ως “μεταφορά επιθυμίας”
Στη
λογική της ψυχανάλυσης οι παλλακίδες που κρατούν το περιδέραιο ενσωματώνουν τη φιγούρα του Άλλου (Τσενγκ-Γουέι) μέσα
στο σώμα και την ψυχή τους.
Η Χε Τζι, αντίθετα, απο-συμβολικοποιεί το δώρο και κατά κάποιο τρόπο απο-δημιουργεί τη θέση του Άλλου πάνω της.
Ουσιαστικά, αρνείται τη διείσδυση της εξουσίας και της επιθυμίας του άρχοντα
στη δική της υποκειμενικότητα.
Αυτό μπορεί να συνδεθεί με έντονα στοιχεία αντίστασης στην αντικειμενοποίηση και
μια ψυχική ανάγκη για αυτόνομη
ταυτότητα. Το γεγονός ότι πούλησε το περιδέραιο αργότερα υποδηλώνει ότι επέλεξε την οικονομία της προσωπικής αξίας
αντί της συμβολικής αξίας, μια σπάνια ψυχική στρατηγική σε έναν κόσμο
όπου η αξία των γυναικών μετριόταν από την αναγνώριση του Άλλου.
Το κόκκινο περιδέραιο ως σύμβολο
αναγνώρισης, κύρους και εξουσίας του Τσενγκ-Γουέι.
Ψυχική επένδυση των περισσότερων παλλακίδων:
Εσωτερικεύουν την αναγνώριση και φορούν το περιδέραιο ως σύμβολο του ρόλου
τους.
Η Χε Τζι:
Αρνείται το συμβολικό παιχνίδι, αποστασιοποιείται και μετατρέπει το αντικείμενο
σε χρηστικό/οικονομικό στοιχείο. Ψυχαναλυτικά, αυτό δείχνει αντίσταση στην κυριαρχία, διατήρηση της
αυτονομίας και άρνηση της συμβολικής ταύτισης με την επιθυμία του Άλλου.
Η Χε Τζι, με άλλα λόγια, δεν είναι απλώς μια
“παλλακίδα που φεύγει”: είναι υποκείμενο που αρνείται να μετατραπεί σε σύμβολο,
και η πώληση του περιδέραιου είναι μια πράξη ψυχικής αυτοδιεκδίκησης.
το κόκκινο περιδέραιο
ως λαιμοδέτης, ως σύμβολο αποκλειστικής κατοχής
. Το περιδέραιο ως “λαιμοδέτης”
Φυσική αναλογία: Το περιδέραιο κάθεται
γύρω από τον λαιμό, έναν ευαίσθητο και
ζωτικό χώρο – σημείο που συνδέεται με την αναπνοή, τη φωνή και τον
έλεγχο της έκφρασης.
Συμβολική έννοια: Ως λαιμοδέτης, μπορεί
να εκληφθεί ως συμβολικός περιορισμός ή
κατοχή: ο άρχοντας “περιβάλλει” το σώμα και την ταυτότητα της παλλακίδας
με τη δική του επιθυμία και εξουσία. Το αντικείμενο γίνεται σημάδι κυριότητας, σαν αόρατο χέρι που
δένει τη γυναίκα στην κοινωνική και ψυχική σφαίρα του Τσενγκ-Γουέι.
. Το κόκκινο χρώμα ως ενίσχυση του συμβολισμού
Το κόκκινο χρώμα, εκτός από πάθος και
ζωτικότητα, έχει και προειδοποιητική,
σχεδόν “αιματηρή” έννοια.
Σε συνδυασμό με τη θέση του περιδέραιου στο
λαιμό, μπορεί να ερμηνευθεί ως σήμα
ελέγχου και υποταγής, σχεδόν σαν ένα ήπιο αλλά συνεχές «δεσμά» που
υπενθυμίζει τη θέση της παλλακίδας.
.
Η Χε Τζι και η άρνηση του “λαιμοδέτη”
Όλες οι άλλες παλλακίδες τον φορούν,
αποδεχόμενες – έστω ψυχικά – τον περιορισμό και τη συμβολική κατοχή.
Η
Χε Τζι, όμως, τον πούλησε. Απορρίπτει
την κυριαρχία του: δεν θέλει να ενσωματώσει το σημάδι του λαιμοδέτη στην
ψυχική της αυτονομία.
Μετατρέπει το σύμβολο σε αντικείμενο. Από
λαιμοδέτης κατοχής γίνεται απλώς εμπόρευμα, απομυθοποιώντας τη δύναμη του
Άλλου.
Ψυχαναλυτικά, η πράξη αυτή δείχνει συνειδητή απομάκρυνση από την
αντικειμενοποίηση και την υποταγή.
Το κόκκινο περιδέραιο ως λαιμοδέτης
λειτουργεί σαν ψυχολογικός και
κοινωνικός δακτύλιος:
Γιατί
η μορφή του Τσενγκ-Γουέι προκαλεί παράνοια σε εκείνους που γεύτηκαν χωρίς την έγκρισή
του τις παλλακίδες του
Το κείμενο βρίσκεται στο Μέρος Ζ στο κεφάλαιο «η μυστηριώδης ασθένεια
του Νου» που έχει πολλά υποκεφάλαια. Εκεί μαθαίνουμε για το τέλος του κλοπέα
Ρεν Λιανγκ, που είχε κλέψει κάποτε την παλλακίδα Πιάο Γιουάν του Τσενγκ-Γουέι,
και κυρίως για την εμφάνιση του νεκρού Τσενγκ-Γουέι στα όνειρα του ανθρώπου του
διοικητηρίου που έχει πάρει μαζί του στο σπίτι του τις δύο τέως παλλακίδες του
Τσενγκ-Γουέι, την πρασινομάτω Λινγκ-Λου και την μικρόσωμη Τσινγκ-Για.
/ - ψυχαναλυτική προσέγγιση
α. η περίπτωση του Ρεν Λιάνγκ
Η περίπτωση του Ρεν Λιάνγκ λειτουργεί ως
προεικόνιση (foreshadowing) και ως «πρωτότυπο σενάριο κατάρρευσης» για τον ίδιο
τον άνθρωπο του διοικητηρίου. Ψυχαναλυτικά, αποτελεί το πρώτο παράδειγμα του
ίδιου μηχανισμού ενοχής που αργότερα ενεργοποιείται στον πρωταγωνιστή.
Η ιστορία του Ρεν Λιάνγκ, του αξιωματικού
που απήγαγε την παλλακίδα Πιάο Γιουάν και στη συνέχεια οδηγήθηκε σε τρέλα και
αυτοχειρία, λειτουργεί ως φαντασιακή απόδειξη ότι η επιθυμία χωρίς συμβολική
νομιμοποίηση (illicit desire) επιστρέφει ως καταστροφική ενοχή. Εκεί όπου το
υποκείμενο επιχειρεί να κατακτήσει το αντικείμενο της επιθυμίας μέσω βίας ή
παραβίασης του νόμου του Άλλου, το ασυνείδητο δεν “τιμωρεί” απλώς, αλλά
αποδομεί την ίδια τη συνοχή του Εγώ (ego disintegration).
Ο Ρεν Λιάνγκ εμφανίζεται ως προδρομική
μορφή του ανθρώπου του διοικητηρίου: και οι δύο καταλαμβάνουν μια θέση
εξουσίας, και οι δύο σχετίζονται με την παλλακιδική οικονομία του σώματος, και
οι δύο παραβιάζουν —άμεσα ή έμμεσα— ένα καθεστώς ιδιοκτησίας που υπερβαίνει την
προσωπική τους δικαιοδοσία. Η “κλοπή” της Πιάο Γιουάν δεν είναι απλώς ερωτική
πράξη, αλλά συμβολική αμφισβήτηση του Νόμου του Πατέρα (law of the father),
δηλαδή της τάξης που ορίζει ποιος “δικαιούται” την επιθυμία.
Η κατάληξη του Ρεν Λιάνγκ —τρέλα και
αυτοκαταστροφή— μπορεί να αναγνωστεί ως πλήρης κατάρρευση του συμβολικού
πλαισίου (symbolic breakdown). Το υποκείμενο δεν αντέχει την επιστροφή της
ενοχής και δεν μπορεί να τη μετατρέψει σε αφηγηματικά διαχειρίσιμη εμπειρία.
Έτσι, η ενοχή γίνεται ακατέργαστο ψυχικό υλικό που εισβάλλει ως παραλήρημα
(psychotic break). Αυτό που στον άνθρωπο του διοικητηρίου εμφανίζεται αρχικά ως
εφιάλτης (nightmare formation), στον Ρεν Λιάνγκ έχει ήδη περάσει στο στάδιο της
ψύχωσης (psychosis).
Η αναφορά του Φαν Σι σε αυτό το περιστατικό
λειτουργεί ως μηχανισμός προειδοποιητικής μεταβίβασης (transference of
warning). Το συλλογικό περιβάλλον του διοικητηρίου διαθέτει ήδη ένα “φαντασιακό
αρχείο καταστροφής”: γνωρίζουν ότι η επιθυμία για τις γυναίκες του οίκου του Τσενγκ-Γουέι
δεν είναι ουδέτερη, αλλά φέρει πάνω της ένα είδος συμβολικού χρέους (symbolic
debt). Έτσι, η περίπτωση του Ρεν Λιάνγκ εισάγει την ιδέα ότι η ενοχή δεν είναι
προσωπική, αλλά δομική — ανήκει στο ίδιο το πεδίο της εξουσίας και της κατοχής.
Σε σχέση με τον άνθρωπο του διοικητηρίου, ο
Ρεν Λιάνγκ λειτουργεί ως διπλός καθρέφτης (double mirror): δείχνει το πιθανό
μέλλον του ίδιου του υποκειμένου αν δεν υπάρξει κάποια μορφή συμβολικής
εκκαθάρισης. Γι’ αυτό και το κείμενο εισάγει αργότερα τα όνειρα του νεκρού
άρχοντα: εκεί όπου ο Ρεν Λιάνγκ καταρρέει σε ψύχωση χωρίς διαμεσολάβηση, ο
ανακριτής μετακινείται σε μια πιο “δομημένη” μορφή κατάρρευσης, δηλαδή σε
εφιαλτική επιστροφή του απωθημένου (return of the repressed) αντί για πλήρη
διάλυση του Εγώ.
Άρα, η “τρέλα” του Ρεν Λιάνγκ δεν είναι
μεμονωμένο γεγονός αλλά λειτουργεί ως ψυχαναλυτικό μοντέλο κατάρρευσης: δείχνει
τι συμβαίνει όταν η ενοχή δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί ούτε να ενταχθεί σε
όνειρο, φήμη ή τελετουργία. Στην περίπτωση του πρωταγωνιστή, η αφήγηση ακριβώς
προσπαθεί να καθυστερήσει αυτή την πλήρη κατάρρευση, δημιουργώντας ενδιάμεσα
στάδια: εφιάλτη, τελετουργική “θεραπεία”, και τελικά μια εύθραυστη επανένταξη
στον νόμο μέσω συμβολικής ιδιοποίησης των γυναικών.
β. η περίπτωση του
ανθρώπου του διοικητηρίου
Η αφήγηση οργανώνεται γύρω από μια κεντρική
ψυχαναλυτική μετατόπιση: από την αρχική ενοποίηση του Εγώ (ego) μέσω της ηδονής
και της οικειότητας, προς τη διάρρηξη αυτής της ψευδούς ισορροπίας από την
επιστροφή του απωθημένου υλικού (repressed content) με τη μορφή εφιαλτικών
ονείρων (nightmares) και παραισθητικών εμπειριών.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου δεν
“θεραπεύεται” πραγματικά· αντίθετα, η σύγκρουση ανάμεσα στην αρχή της ηδονής
(pleasure principle) και στην αρχή της πραγματικότητας (reality principle)
μετατοπίζεται προσωρινά μέσω τελετουργικών και συμβολικών μηχανισμών, χωρίς να
επιλύεται ουσιαστικά.
Η νέα ζωή στη Νάμπου λειτουργεί ως σκηνή
ιδεώδους ναρκισσιστικής επανεπένδυσης (narcissistic investment). Οι δύο
γυναίκες δεν εμφανίζονται απλώς ως ερωτικά αντικείμενα, αλλά ως προβολές
ψυχικών αναγκών: η ανάγκη για φροντίδα, συμμετρία και έλεγχο μετά από χρόνια
ψυχρής εξουσιαστικής λειτουργίας. Η κατοικία μετατρέπεται σε ενδιάμεσο χώρο
ψυχικής παλινδρόμησης (regression), όπου το υποκείμενο επιστρέφει σε μια σχεδόν
εμβρυακή κατάσταση ικανοποίησης. Όμως αυτή η “αρμονία” είναι δομικά εύθραυστη,
γιατί βασίζεται στην αποσιώπηση της βίας που το ίδιο το υποκείμενο παράγει στο
διοικητήριο.
Το διοικητήριο και οι “ψίθυροι των γραφείων”
λειτουργούν ως χώρος του Υπερεγώ (superego). Εκεί συγκροτείται ο κοινωνικός και
ηθικός έλεγχος, ο οποίος επιστρέφει με τη μορφή υπονοούμενων, ειρωνείας και
φήμης. Οι συνάδελφοι δεν είναι απλώς δευτερεύοντες χαρακτήρες· λειτουργούν ως
συλλογική συνείδηση που υποψιάζεται την παραβίαση των ορίων. Η μετατόπιση του
ανακριτή από την αυστηρή εργασιακή πειθαρχία προς την ηδονική απορρόφηση
σηματοδοτεί μια ρωγμή στην ταυτότητα του “νόμιμου εκτελεστή εξουσίας”.
Η ασθένεια αρχίζει με τη διάρρηξη του
μηχανισμού απώθησης (repression). Τα πρώτα συμπτώματα —αϋπνίες, παραισθητικές
παρουσίες, μυρωδιά αίματος— αποτελούν επιστροφή του τραυματικού υλικού που
συνδέεται με τη δουλειά του: ανακρίσεις, θάνατος, βία. Το ασυνείδητο
(unconscious) παύει να συγκρατεί το περιεχόμενο και αυτό επιστρέφει ως
αισθητηριακή παραμόρφωση. Η “μυρωδιά αίματος στο ρύζι” είναι χαρακτηριστική
μετατροπή εσωτερικής ενοχής σε σωματοποιημένο σύμπτωμα (somatization).
Το εφιαλτικό ενύπνιο (nightmare) με τον
νεκρό άρχοντα λειτουργεί ως κεντρικός κόμβος ενοχής. Ο Ντου Τσενγκ-Γουέι δεν
είναι απλώς εξωτερικός αντίπαλος· είναι φιγούρα πατρικής εξουσίας (paternal
authority), επιστροφή του Νεκρού Πατέρα (dead father archetype). Η απαίτηση για
“χρέος” δείχνει την ηθική οικονομία του ασυνείδητου: τίποτα δεν αποκτάται χωρίς
συμβολική πληρωμή. Εδώ το υποκείμενο βιώνει την κατάρρευση της ψευδούς
πεποίθησης ότι οι σχέσεις κατοχής και απόλαυσης μπορούν να είναι χωρίς
συνέπειες.
Σε αυτό το σημείο εισέρχεται ο ρόλος του
εφιαλτικού ενυπνίου (nightmare function) ως μηχανισμού αποκατάστασης της ηθικής
τάξης. Το όνειρο δεν είναι απλή διαταραχή ύπνου αλλά δομική επαναφορά του
απωθημένου. Ο νεκρός μιλά, απαιτεί, απειλεί: είναι το ίδιο το Υπερεγώ που
αποκτά φωνή. Η επαναληπτικότητα των ονείρων δείχνει εμμονική επιστροφή
(compulsion to repeat), χαρακτηριστική όταν το τραύμα δεν έχει συμβολοποιηθεί
επαρκώς.
Η “θεραπεία” που προτείνεται από τον ταοϊστή
Σεν Γιουάν εισάγει μια ψευδο-ισορροπία μέσω τελετουργικής ρύθμισης της
ενέργειας (qi regulation). Η “Νύχτα της Διπλής Αρμονίας” λειτουργεί ως
συμβολική τεχνική αποφόρτισης: επιχειρεί να μετατρέψει το ψυχικό άγχος σε
σωματική εξισορρόπηση μέσω της συμμετρίας των σωμάτων. Ψυχαναλυτικά, όμως, δεν
πρόκειται για θεραπεία αλλά για προσωρινή αναδιάταξη της λιβιδινικής επένδυσης
(libidinal cathexis). Το τραύμα δεν εξαφανίζεται· απλώς καλύπτεται από νέα
επένδυση απόλαυσης.
Η σκηνή της “θεραπείας” με τις δύο γυναίκες
ενισχύει αυτή τη μετατόπιση: η ηδονή λειτουργεί ως αντί-σύμπτωμα
(counter-symptom). Το υποκείμενο σταθεροποιείται προσωρινά μέσα από υπερδιέγερση
της επιθυμίας (desire overactivation), η οποία καταστέλλει τη φαντασιακή
εισβολή του νεκρού. Όμως αυτή η σταθερότητα είναι απατηλή, καθώς βασίζεται στην
αποφυγή της συμβολοποίησης της ενοχής.
Η επανεμφάνιση των ονείρων μετά την
“ευτυχία” δείχνει ότι το απωθημένο δεν έχει ενσωματωθεί. Ο νεκρός άρχοντας
επιστρέφει ως δικαστής, επιβεβαιώνοντας ότι η επιθυμία (desire) του υποκειμένου
παραμένει δεμένη με την ενοχή (guilt). Η απαίτηση επιστροφής των γυναικών και
της υποταγής του ίδιου σε εργασία στα χωράφια λειτουργεί ως φαντασιακή
αντιστροφή της εξουσίας: το υποκείμενο πρέπει να επανενταχθεί στο πεδίο του
Νόμου (law) μέσω ταπείνωσης.
Το τελικό στάδιο —η αποδέσμευση των κόκκινων
περιδέραιων— αποτελεί μια συμβολική πράξη επανακαθορισμού (symbolic re-inscription).
Η μεταγραφή των γυναικών στο βιβλίο του οίκου σηματοδοτεί την προσπάθεια
οριστικής ενσωμάτωσης της επιθυμίας μέσα στον νόμο του υποκειμένου. Εδώ
επιχειρείται μια ψευδής θεραπεία: η ενοχή δεν αίρεται, αλλά αναδιοργανώνεται ως
ιδιοκτησία.
Ο εφιαλτικός ενύπνιος μηχανισμός (nightmare
mechanism), ωστόσο, έχει ήδη εγκατασταθεί. Στο τέλος, η “ηρεμία” δεν είναι ίαση
αλλά καταστολή με νέο περιεχόμενο. Το ασυνείδητο παραμένει ενεργό και το τραύμα
μετασχηματίζεται σε υπόγεια απειλή που μπορεί να επανεμφανιστεί ανά πάσα
στιγμή. Η θεραπεία, επομένως, δεν ολοκληρώνεται ποτέ· απλώς αναβάλλεται μέσα σε
μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην απόλαυση και την ενοχή, στην εξουσία και
την επιστροφή του Νεκρού.
.
ο θάνατος του Τσενγκ-Γουέι στα 1641 (59 ετών)
Μαθαίνουμε για το θάνατό του στο Μέρος Ι στο κεφάλαιο «ο
θάνατος του Τσενγκ-Γουέι»
το απόσπασμα:
ο θάνατος του Τσενγκ-Γουέι
Ο θάνατος του πατέρα ήρθε ξαφνικά και βίαια. Σε μια χρονιά που οι βροχές
δεν έλεγαν να σταματήσουν, το ποτάμι στο Λο Τζιανγκ φούσκωσε και ξεχείλισε,
καταπίνοντας τις όχθες και τα χωράφια. Ο Ντου Τσενγκ-Γουέι έτρεξε να σώσει τις
αποθήκες του, το σιτάρι, τον μόχθο μιας χρονιάς, την τιμή του. Το νερό όμως
ήταν πιο δυνατό. Τον παρέσυρε μέσα σε μια νύχτα, και το σώμα του βρέθηκε μέρες
αργότερα, μπλεγμένο σε κλαδιά, μακριά από τη γη που θεωρούσε δική του. Σαν η
μοίρα να ήθελε να τον ξεριζώσει από τον παράδεισό του, από το σπίτι του, τη
γυναίκα του και τα χωράφια του. Σαν μια υπερφυσική δύναμη να είχε ζηλέψει που
ένας θνητός είχε τόσα πολλά στη ζωή του, και κυρίως που είχε ένα ήρεμο γάμο
χωρίς προβλήματα, καυγάδες και ζήλειες.
Το 1641, όταν ο Τσενγκ-Γουέι χάθηκε στην πλημμύρα, ο Τσεν Μπινγκ, ο
επιστάτης του, άνθρωπος της εμπιστοσύνης του και σχεδόν συνομήλικός του, ήταν εκεί.
Πήδηξε στο νερό, τον άρπαξε, πάλεψε με το ρεύμα, έκανε ό,τι μπορούσε, μα το
ποτάμι δεν άφηνε τίποτα πίσω του. Από τότε, ο Τσεν Μπινγκ κουβαλούσε εκείνη τη
στιγμή σαν βάρος που δεν ελαφραίνει.
η χηρεία της Γιάο Γκουάνγκ
Η Ντου Γιάο Γκουάνγκ (38 ετών) έμεινε πίσω, χήρα, με δύο παιδιά, τον γιό
της στα είκοσι και την κόρη της στα δεκαεπτά, και μια περιουσία που έπρεπε να
προστατευτεί.
/ - ψυχαναλυτική
προσέγγιση του θανάτου του Τσενγκ-Γουέι
Η ψυχαναλυτική προσέγγιση του θανάτου του
Τσενγκ-Γουέι εστιάζει στις πολλαπλές ψυχικές δυναμικές που ενεργοποιούνται τόσο
από την ίδια τη στιγμή του θανάτου όσο και από τις συνθήκες που τον
περιβάλλουν.
Ο Τσενγκ-Γουέι, μεγαλογαιοκτήμονας και
άνδρας 59 ετών, φαίνεται να ταυτίζει την προσωπική του αξία με την κυριαρχία
στον χώρο και τον χρόνο, με τον έλεγχο της γης, της περιουσίας και της
οικογένειάς του. Η πλημμύρα, ως απρόβλεπτο και αδυσώπητο στοιχείο της φύσης,
ανατρέπει αυτήν την ταύτιση, ενεργοποιώντας μια συμβολική απώλεια ελέγχου και
ασφάλειας που ψυχαναλυτικά μπορεί να ερμηνευθεί ως «ανασφάλεια υπέρβασης»
(overpowering anxiety). Η βίαιη μεταφορά του σώματός του από το ποτάμι, μακριά
από τη γη που θεωρούσε δική του, μπορεί να ιδωθεί ως μια μορφή συμβολικού
απογυμνώματος (symbolic dispossession): η γη, τα κτήματα, ο χώρος του, ακόμη
και η οικογένεια, του αφαιρούνται απότομα, θέτοντας σε κρίση την αίσθηση
ταυτότητας που είχε χτίσει μέσα από την κυριαρχία και τη φροντίδα των
περιουσιακών του στοιχείων.
Ο ψυχισμός του Τσενγκ-Γουέι, όπως
εκδηλώνεται μέσα από τη βιαία απομάκρυνσή του από τη ζωή, μοιάζει να βιώνει
έναν τελικό συμβολικό αγώνα ανάμεσα στη ζωή και τη φθορά: η προσπάθεια να σώσει
τις αποθήκες και την τιμή του υποδηλώνει μια έντονη σύνδεση της προσωπικής
ταυτότητας με την ικανότητα διατήρησης της τάξης και της ασφάλειας. Η αδυναμία
νίκης επί της φύσης μετατρέπεται σε ψυχολογικό τραύμα, όχι μόνο για τον ίδιο
αλλά και για τους ανθρώπους γύρω του. Ο Τσεν Μπινγκ, επιστάτης και σχεδόν
συνομήλικος, αναλαμβάνει συμβολικά τον ρόλο του ψυχικού φορέα (surrogate
witness), κουβαλώντας την αποτυχία και την αίσθηση αδυναμίας ως βάρος που
παραμένει αμετάβλητο με την πάροδο του χρόνου. Ψυχαναλυτικά, η μνήμη αυτής της
στιγμής λειτουργεί ως επαναληπτική φαντασίωση τραύματος (repetition
compulsion), που δεν μπορεί να εξωτερικευθεί αλλά παραμένει εσωτερικά ενεργή.
Η χηρεία της Γιάο Γκουάνγκ, 38 ετών, με δύο
παιδιά και τεράστια περιουσία, προσθέτει άλλη διάσταση στη ψυχική δυναμική. Η
απώλεια του Τσενγκ-Γουέι έρχεται σε μια στιγμή που η ζωή της ήταν ήδη
οργανωμένη γύρω από την οικογενειακή σταθερότητα και την ασφάλεια της
περιουσίας. Ψυχαναλυτικά, η απώλεια αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως ενεργοποίηση της
τραυματικής συνθήκης της απώλειας του αντικειμένου (object loss): η Γιάο
Γκουάνγκ αντιμετωπίζει όχι μόνο την προσωπική απώλεια του συντρόφου, αλλά και
την ανάγκη να διαχειριστεί και να ελέγξει τα υλικά και κοινωνικά πλαίσια που
καθόριζαν τη ζωή της. Ο θάνατος του Τσενγκ-Γουέι, ξαφνικός και βίαιος, αφαιρεί
κάθε δυνατότητα σταδιακής επεξεργασίας της απώλειας και υποχρεώνει την ψυχή της
σε μια άμεση και έντονη αναπροσαρμογή του ψυχικού και οικογενειακού ιστού.
Η ψυχαναλυτική διάσταση αυτής της απώλειας
συνδέεται επίσης με τη συναισθηματική συνέχεια και την ασυνείδητη αναπαράσταση
του θανάτου. Ο Τσενγκ-Γουέι, με τον ξαφνικό θάνατο, γίνεται ένα αντικείμενο
απόσπασης και νοσταλγικής απώλειας (lost object), που η Γιάο Γκουάνγκ θα
συνεχίσει να «κρατά» ψυχικά μέσα από την φροντίδα των παιδιών και της
περιουσίας, ενώ η απότομη διακοπή της σχέσης δημιουργεί μια ένταση ανάμεσα στην
απώλεια και στην ανάγκη διατήρησης της κοινωνικής και οικογενειακής τάξης.
Με άλλα λόγια, ο θάνατος του Τσενγκ-Γουέι
δεν είναι μόνο φυσική απώλεια· είναι και μια ψυχική πρόκληση για τους
επιζώντες. Αναδεικνύει τη σύγκρουση ανάμεσα στον έλεγχο και την απώλεια,
ανάμεσα στη σταθερότητα της ταυτότητας και την αναπόφευκτη τρωτότητα (vulnerability), και αφήνει πίσω του
έναν ψυχικό χώρο γεμάτο απώλεια, αβεβαιότητα και ανάγκη για ψυχική
ανακατασκευή.
Λόγος Έμφρων
[ ανάρτηση 5 Ιουνίου 2026 :
το δάκρυ του ονείρου Σχόλια 3
To δάκρυ του ονείρου
Σχόλια
μέρος Γ
σκηνογραφημένη
νουβέλα 2026
τεχνητή
Πεζογραφία
Κοινωνική Σκέψη ]